Skip to main content

Ο «Σκοπιανός» Εχθρός [2006]

 

Ο "Σκοπιανός" Εχθρός

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 



Η ελληνική εθνική κοινότητα αποφάσισε στα τέλη του 1991 για την ύπαρξη του Σκοπιανού Εχθρού [1]. Τα χαρακτηριστικά του, όπως το ίδιο το ελληνικό Έθνος τα προσδιόρισε, ήταν πως επρόκειτο για ένα μη έθνος, ένα ανθρώπινο συνονθύλευμα που σφετεριζόταν την ελληνική ιστορία και τα ελληνικά σύμβολα, κάποιοι βάρβαροι που καραδοκούσαν την ευνοϊκή συγκυρία, ώστε εκμεταλλευόμενοι προβοκάτσιες πεμπτοφαλαγγιτών και υλοποιώντας τα σχέδια ισχυρών ανθελληνικών δυνάμεων, να αποσπάσουν εδάφη από την Ελλάδα.

Το ελληνικό έθνος “ήξερε” επίσης πως στα βόρεια σύνορα της χώρας κατοικούσαν μέχρι τότε Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι, ότι η Μακεδονία είχε απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό με τους βαλκανικούς πολέμους και αποτελούσε πλέον τμήμα της Ελλάδας, ο δε πληθυσμός της Μακεδονίας ήταν ελληνικός από αρχαιοτάτων χρόνων.

Η ηγεσία του έθνους (δημοσιογράφοι, δεσποτάδες, πολιτικοί και διανοούμενοι) κάλεσε σε εγρήγορση για την προάσπιση των ιερών και των οσίων. Το έθνος απάντησε με συλλαλητήρια εκατοντάδων χιλιάδων λαού σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα και πολλά μικρότερα σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Μαζικές διαδηλώσεις επίσης οργανώθηκαν από τους Έλληνες της διασποράς. Το βασικό σύνθημα αυτών των συλλαλητηρίων ήταν: “Μακεδονία, 4.000 χρόνια ελληνική”.

Σύντομα η Ελλάδα γέμισε μακεδονολόγους. Το Έθνος άκουγε, εμπέδωνε και επαναλάμβανε τις εθνικές θέσεις. Η Μακεδονία έγινε η ψυχή του Ελληνισμού [2]. Η βασική εθνική γραμμή απέναντι στο Σκοπιανό Εχθρό ήταν πως δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και μακεδονικό κράτος. Σε σχέση με το δέον γενέσθαι υπήρχαν δύο απόψεις.

Το ρεύμα της υπεράσπισης της εθνικής θέσης ως τις ακραίες συνέπειες [3], με κύριους πολιτικούς εκφραστές τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και την υφυπουργό Βιργινία Τσουδερού, απέβλεπε στη μη συγκρότηση κράτους (ανεξαρτήτως ονομασίας) [4], μιλούσε για ύπαρξη ελληνικής μειονότητας [5] στα Σκόπια και την ανάγκη προάσπισης των δικαιωμάτων της, πρότεινε την κήρυξη οικονομικού εμπάργκο, συνιστούσε λήψη μέτρων στρατιωτικής ετοιμότητας και συνομιλούσε με το Μιλόσεβιτς για το ενδεχόμενο κοινών συνόρων με τη Σερβία [6]. Ήταν το πλέον δημοφιλές καθώς πρότεινε στο Έθνος (και κυρίως στα λαϊκά στρώματα που η παγκοσμιοποίηση περιθωριοποιούσε) μια αυτόνομη ελληνική στρατηγική που εκπληρούσε τα εθνικά οράματα.

Το δεύτερο ρεύμα, με βασικό εκπρόσωπο τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, επιδίωκε μία νίκη επί του συμβολικού, αποσκοπούσε στην ικανοποίηση του εθνικού αισθήματος, χωρίς να εκτρέψει τη χώρα από την ευρωπαϊκή πορεία της και δίχως να τη φέρει αντιμέτωπη με την αμερικανική πολιτική στα Βαλκάνια. Το πολιτικά ρεαλιστικό αυτό ρεύμα εκπροσωπούσε το χώρο ενός μειοψηφικού αλλά δυναμικού και εξωστρεφώς προσανατολισμένου κοινωνικά και οικονομικά τμήματος του πληθυσμού. Εθνική φοβία της ηγεσίας αυτού του ρεύματος ήταν η πιθανότητα συγκρότησης πολιτικού μειονοτικού κινήματος των Μακεδόνων της Ελλάδας [7].

Η κοινή γνώμη στο εξωτερικό, πλην της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Αλβανίας (όπου οι εκεί πληθυσμοί, ο καθένας χωριστά για τους δικούς του ιδιαίτερους εθνικούς λόγους, κατανοούσαν την ελληνική στάση), έμεινε έκπληκτη από τη συμπεριφορά της Ελλάδας. Έχοντας εντελώς διαφορετική πληροφόρηση από αυτή των Ελλήνων [8], οι ξένοι γνώριζαν ότι υπάρχει μακεδονικό έθνος, ιστορικά διαμορφωμένο εδώ και ένα αιώνα [9], ότι το έθνος αυτό αποτελούσε, μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ενώ υπήρχαν και εθνικές μακεδονικές μειονότητες στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα. Σε πολλά δε ξένα πανεπιστήμια διδασκόταν η μακεδονική γλώσσα. Γρήγορα η έκπληξη των ξένων μετατράπηκε σε αντιπάθεια για τους Έλληνες που χαρακτηρίστηκαν ως τραμπούκοι των Βαλκανίων.

Στην Ελλάδα αντιτάχθηκαν στην εθνική γραμμή του Σκοπιανού Εχθρού δύο χώροι. Μια νέα κίνηση μέσα στο χώρο της μακεδονικής μειονότητας, που προέκυψε ως απάντηση στην στρεφόμενη εναντίον της, ελληνική εθνική θέση περί “ανύπαρκτων” και ένα μικρό αντιεθνικιστικό κίνημα ακτιβιστών, με ερείσματα κυρίως στο φοιτητικό χώρο της Αθήνας, που βρέθηκε αντιμέτωπο με δικαστικές διώξεις και μια καθολικά εθνική περιφρόνηση.

Κάποιοι διανοούμενοι επιχείρησαν επίσης να λογικέψουν το Έθνος, μιλώντας για έντιμο συμβιβασμό [10], ωστόσο οι περισσότεροι από αυτούς σύντομα εγκατέλειψαν την προσπάθεια καθώς κινδύνεψαν να περιθωριοποιηθούν.

Το ανένδοτο εθνικό ρεύμα δέχεται πλήγμα το Φεβρουάριο του 1992, όταν μετά την πρώτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποπέμπεται από την κυβέρνηση ο Αντώνης Σαμαράς και το υπουργείο Εξωτερικών αναλαμβάνει ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Η απήχηση που έχει ωστόσο η σκληρή εθνική γραμμή ωθεί την πολιτική ηγεσία (πλην κκε που θεωρεί το ζήτημα της ονομασίας δευτερεύον) [11] στην αδιάλλακτη θέση της μη αναγνώρισης του γειτονικού κράτους, ακόμα και εάν υπάρχει επιθετικός προσδιορισμός στο όνομα Μακεδονία (όχι παράγωγα) [12]. Για δεύτερη φορά το ρεύμα αυτό βρίσκεται σε ηγεμονική θέση το Φεβρουάριο του 1994, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, με υπουργό Εξωτερικών το σημερινό πρόεδρο Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, όταν η Ελλάδα επιβάλει εμπάργκο στη Μακεδονία.

Στην αρχή η Ελλάδα εκμεταλλευόμενη το δικαίωμα του βέτο στις συλλογικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων, εκβιάζει τους εταίρους να αποδεχτούν τις εθνικές της θέσεις. Το Δεκέμβριο του 1991 οι δώδεκα υπουργοί Εξωτερικών αποφασίζουν στις Βρυξέλες ότι προϋπόθεση αναγνώρισης είναι και “η μη χρησιμοποίηση ονόματος που υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις”. Τον Απρίλιο του 1992, το δεύτερο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών ερμηνεύει αυτό τον όρο ως απόφαση μη ύπαρξης της λέξης Μακεδονία στην ονομασία του νέου κράτους. Τον Ιούνιο, στη διάσκεψη κορυφής στη Λισσαβόνα, οι ευρωπαίοι εταίροι υποχωρούν στις ελληνικές πιέσεις και αποφασίζουν τη μη αναγνώριση εφόσον στην ονομασία θα υπάρχει η λέξη Μακεδονία. Τον Αύγουστο η Ρωσία παρεμβαίνει στην ελληνομακεδονική διαμάχη παίρνοντας το μέρος του γείτονα. Με επιστολή του υφυπουργού Εξωτερικών Βιτάλι Τσούρκιν προς τον Γκλιγκόροφ, αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα. Το Δεκέμβρη του 1992 η Ελλάδα απορρίπτει βρετανική πρόταση για όνομα Μακεδονία – Σκόπια, στο συμβούλιο κορυφής του Εδιμβούργου. Τον Απρίλιο του 1993 η Μακεδονία, με την απόφαση 817, γίνεται δεκτή στον ΟΗΕ με το προσωρινό όνομα Former Yugoslav Republic of Macedonia (Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Το Φεβρουάριο του 1994 οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν το νέο κράτος με το προσωρινό όνομα. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου απαντά με εμπάργκο.

Η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίζει να τελειώνει με την ανεξάρτητη ελληνική πολιτική στέλνοντας τον υφυπουργό Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1995 στην Αθήνα. Ο Χόλμπρουκ ζητά από την Ελλάδα άρση του εμπάργκο και αναγνώριση του γειτονικού κράτους (υπογραφή συμφωνίας). Την εθνικά αδιάλλακτη Ελλάδα εκπροσωπεί ο τότε υπουργός Εξωτερικών και μετέπειτα πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας [13]. Ο Χόλμπρουκ εκβιάζει τον Παπούλια και στη συνέχεια τον παρακάμπτει, πείθοντας τον Ανδρέα Παπανδρέου με τη βοήθεια της νεαράς συζύγου του άρρωστου έλληνα πρωθυπουργού. Η Ελλάδα υπογράφει τη λεγόμενη ενδιάμεση συμφωνία, αφήνοντας σε εκκρεμότητα το ζήτημα του ονόματος. Την συμφωνία ανακοινώνουν ταυτόχρονα στις 4 Σεπτεμβρίου, οι Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στα Σκόπια και ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Τομ Μίλερ, υπογραμμίζοντας συμβολικά ποιος παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις στην περιοχή.

Τα επόμενα χρόνια η ηττημένη στο μακεδονικό ελληνική πολιτική ηγεσία παγώνει το ζήτημα της ονομασίας, ελπίζοντας να βγει προφήτης ο Μητσοτάκης και να ξεχάσει ο ιθαγενής πληθυσμός την “περήφανη” εθνικά θέση του όχι στο Μακεδονία και όχι στα παράγωγα [14]. Στο μεταξύ η μία χώρα μετά την άλλη εγκαταλείπουν το Former Yugoslav Republic of Macedonia και αναγνωρίζουν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα.

Το 2001 υπογράφεται συμφωνία σύνδεσης και σταθεροποίησης της Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το τελειωτικό χτύπημα στις φαντασιώσεις του ελληνικού εθνικισμού, το δίνουν πάλι οι ΗΠΑ. Όταν εκτιμούν πως οι εξελίξεις στα Βαλκάνια επιβάλουν να ενισχυθεί περαιτέρω το γειτονικό κράτος, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοινώνει το Νοέμβριο του 2004 την αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Όσοι συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων και όσοι νομίζουν πως επηρεάζουν αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις στην Ελλάδα, (εκτός λίγων εξαιρέσεων) συμφωνούν πως η εθνική θέση σχετικά με το "σκοπιανό ζήτημα" πρέπει να είναι η άρνηση ύπαρξης μακεδονικού έθνους, μακεδονικής γλώσσας και μακεδονικής μειονότητας. Από εκεί και πέρα διαφοροποιούνται.

Οι μη φανατικοί και ρεαλιστές υποστηρίζουν ένα συμβιβασμό με αναγνώριση σύνθετης ονομασίας στο όνομα.

Οι εθνικά ανένδοτοι ελπίζουν και εύχονται τη διάλυση του "σκοπιανού" κράτους αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό για το όνομα.  Επίσης υποστηρίζουν ή απειλούν με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την εισδοχή της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μην έχοντας καταλάβει τίποτα τα τελευταία χρόνια, άλλοι χαμένοι μέσα στις εθνικιστικές φαντασιώσεις τους και άλλοι παίζοντας τα μικροπολιτικά τους παιχνίδια, θεωρούν πως η Ελλάδα μπορεί να απειλήσει ξανά τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους με βέτο.

 

 

[1] Που διακήρυξε το Σεπτέμβριο του 1991 την ανεξαρτησία του κράτους της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

[2] Με επιστολή της 28ης Μαρτίου 1992 προς τους δώδεκα ευρωπαίους ηγέτες και μιλώντας εξ ονόματος του Έθνους, οι Οδ. Ελύτης, Μ. Μερκούρη, Γ. Γεωργάκης, Α. Μάνεσης, Ε. Αρβελέρ και Δ. Τσάτσος, δηλώνουν πως για τους Έλληνες το όνομα Μακεδονία είναι η ψυχή τους.

[3] Τρεις άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στο νέο ελληνικό αντιμακεδονικό αγώνα προέρχονταν από την πολιτισμική κοινότητα των Μακεδόνων της Ελλάδας. Πρόκειται για τον καταγόμενο από την περιοχή της Έδεσσας, ειδικό σύμβουλο για τη Μακεδονία στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών Ευάγγελο Κωφό. τον έμπιστο της ελληνικής εκκλησίας, πρώην υπουργό και βουλευτή του πασοκ και μετέπειτα βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Στέλιο Παπαθεμελή από την Όσσα (Visoka) του Λαγκαδά και τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη από το χωριό Βασιλειάς (Zagoričani) Καστοριάς.

[4] Στις 27 Αυγούστου 1991, με έγγραφό του προς τους ευρωπαίους ομολόγους του, ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς χαρακτήριζε το νέο κράτος ως μη βιώσιμο για οικονομικούς, γεωπολιτικούς, εθνολογικούς και ιστορικούς λόγους. Την ίδια άποψη εξέφραζε στις 26 Φεβρουαρίου 1992, με υπόμνημα του προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής. Βλ. Τάκη Μίχα, Ανίερη Συμμαχία – Ελλάδα και Σερβία του Μιλόσεβιτς, εκδόσεις ελατη, Αθήνα 2003, σελ. 91- 92.

[5] Το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών άφησε να διαρρεύσει στον τύπο μια έκθεση της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της 10 Μαΐου 1991, σύμφωνα με την οποία στη γειτονική χώρα ζούσαν 239.360 άτομα που θεωρούσαν εαυτούς “απογόνους της ελληνικής φυλής”. Ας σημειωθεί πως στην επίσημη απογραφή του 1981, η εγκυρότητα της οποίας δεν είχε αμφισβητηθεί, υπήρχαν στη Μακεδονία 700 Έλληνες. Βλ. Τάσου Κωστόπουλου - Λεωνίδα Εμπειρίκου – Δημήτρη Λιθοξόου, Μια συζήτηση στη Φιλοσοφική: Ελληνικός εθνικισμός και Μακεδονικό ζήτημα – η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, Αθήνα 1992, σελ. 42 – 43.

[6] Στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 18 Φεβρουαρίου 1992, ο Μητσοτάκης έθεσε υπόψη των παρευρισκομένων την πρόταση Μιλόσεβιτς για διαμελισμό της Μακεδονίας μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας. Στις χειρόγραφες σημειώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου από εκείνη τη σύσκεψη διαβάζουμε: Κράτη αδύναμα: Διαμελισμός ή ύπαρξη (το έθεσε ο Μιλόσεβιτς). Την πρόταση την είχε κάνει ο Μιλόσεβιτς στο Σαμαρά. Ο τελευταίος περιγράφει το γεγονός σε αδημοσίευτη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά (Mega) τον Απρίλιο του 2002: “Ήμασταν με δυο πρέσβεις στο Βελιγράδι, τρώγαμε βράδυ στο σπίτι του, όταν ξαφνικά μου ζήτησε να αποσυρθούν οι πρέσβεις, απέσυρε κι εκείνος τους δικούς του, και με πήγε είχε ένα μεγάλο κλειδί θυμάμαι στην τσέπη, και άνοιξε – εκείνο ήταν ουσιαστικά το δωμάτιο των επιχειρήσεων. Από την πρώτη ματιά ήταν εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι εκεί μέσα είχε καταστρώσει τους χάρτες εν όψη των λεγομένων μετακινήσεων πληθυσμών που ήθελε να κάνει και που αργότερα έγιναν παγκοσμίως γνωστές το θυμάστε ως εθνοκαθάρσεις. Ήταν σαφές ότι μετακινούσε Σερβικούς κυρίως πληθυσμούς εν όψη του γεγονότος ιδίως ότι επεδίωκε να γίνει η μεγάλη Σερβία. Αφού μου ανέλυσε όλο τον προγραμματισμό που σκεφτόταν να κάνει, ξαφνικά γύρισε και μου λέει θέλω να πας πίσω στον πρωθυπουργό σου και να του πεις δύο πράγματα. Πρώτον εν όψη του γεγονότος ότι ζουν κυρίως γύρω από την περιοχή του Τέτοβο, γύρω στους 100.000 Σέρβους θα σας ενδιέφερε να μετακινήσουμε αυτούς τους Σέρβους προς τα σύνορα τα ελληνικά, ούτως ώστε να μπορεί η Ελλάδα να συνδέεται απ’ ευθείας στα σύνορά της με τη Σερβία; Και δεύτερον, θα θέλατε επειδή εγώ πρόκειται να δώσω μια λωρίδα γης του Κοσσυφοπεδίου στους Αλβανούς, στην Αλβανία, ώστε να μετακινηθούν προς τα εκεί πληθυσμοί μουσουλμανικοί του Κοσσυφοπεδίου ώστε επιτέλους να πάρουμε – θυμάμαι την έκφρασή του - λίγο αέρα στην Πρίστινα, όπου πάνω από τα 90% του πληθυσμού σας θυμίζω είναι μουσουλμάνοι στην πρωτεύουσα του Κοσσυφοπεδίου, εφόσον λοιπόν εμείς θα τους δώσουμε ένα κομμάτι γης σας ενδιαφέρει εσάς να ζητήσει από τους Αλβανούς σε ανταπόδοση να σας δώσουν ένα κομμάτι γης αντίστοιχο στη βόρειο Ήπειρο;”.

[7] Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στον πρόλογό του στο βιβλίο του πολιτικού συμβούλου του κατά την περίοδο 1990 – 1994 Θεόδωρου Σκυλακάκη (Στο όνομα της Μακεδονίας, Αθήνα 1995) γράφει: “Είδα το θέμα των Σκοπίων από την πρώτη ώρα στις πραγματικές του διαστάσεις. Αυτό που με απασχόλησε, δεν ήταν το όνομα του κράτους αυτού που συνδέεται με την ιστορική διάσταση του προβλήματος και έχει αξία κατά κύριο λόγο ψυχολογική και συναισθηματική. Το πρόβλημα για μένα ήταν να μη δημιουργηθεί ένα δεύτερο μειονοτικό πρόβλημα στην περιοχή της δυτικής Μακεδονίας”.

[8] Η δημοσιογραφική ομάδα του Ιού (Τάσος Κωστόπουλος, Δημήτρης Τρίμης, Αγγελική Ψαρρά, Άντα Ψαρρά και Δημήτρης Ψαρράς), δημοσίευσαν ένα άρθρο για το πώς φτιάχτηκε η ελληνική κοινή γνώμη εκείνη την περίοδο. Βλ. Οι δέκα μύθοι του «σκοπιανού», εφημερίδα ελευθεροτυπια, 23 Οκτωβρίου 2005. Στην ιστοσελίδα iospress.gr μπορεί κάποιος να βρει αυτό το κείμενο καθώς και όλα τα δημοσιεύματα του Ιού.

[9] Είναι χαρακτηριστικά όσα είπε ο Κίρο Γκλιγκόροφ σε συνέντευξη του στο Θανάση Λάλα: “Μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου και ο παππούς και ο πατέρας μου είχαν το επάγγελμά τους αλλά ασχολούνταν πολύ με την πολιτική. Ο παππούς μου είχε καταδικαστεί σε θάνατο και σε 101 χρόνια φυλάκιση από τους Τούρκους. Ωστόσο κατόρθωσε να κρατηθεί στη ζωή και μετά από δέκα χρόνια τού δόθηκε χάρη. Όταν ήμουν παιδί, μου διηγείτο διάφορες ιστορίες για το πώς περνούσαν με τους Τούρκους και τι κάνουν οι Τούρκοι. Το σημαντικότερο για μένα είναι ότι μου έδωσε την πεποίθηση πως εμείς είμαστε αυτό που είμαστε: Μακεδόνες. Εγώ είμαι ήδη 80 χρόνων, ο πατέρας μου έζησε ως τα 82, ο παππούς μου ως τα 85. Μπορείτε να σκεφθείτε πόσο μακρινά είναι όλα αυτά;”. Βλ. εφημερίδα βημα, 29 Ιουνίου 1997.

[10] Βλ. Αντώνη Λιάκου, Άγγελου Ελεφάντη, Αντώνη Μανιτάκη, Δαμιανού Παπαδημητρόπουλου, Ο Ιανός του Εθνικισμού και η ελληνική βαλκανική πολιτική, εκδόσεις πολιτης, Αθήνα 1993. Σωτήρη Βαλντέν, Μακεδονικό και Βαλκάνια 1991 – 1994 – η αδιέξοδη πορεία της ελληνικής πολιτικής 1991 - 1994, εκδόσεις θεμελιο, Αθήνα 1994. Νίκου Μουζέλη, Ο εθνικισμός στην ύστερη ανάπτυξη, εκδόσεις θεμελιο, Αθήνα 1994.

[11] Η γραμματέας του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 8 Απριλίου 2005: “Η θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας πάνω στο ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας παραμένει ίδια. Εφόσον, τελικά, φτάσουν τα πράγματα να υπάρχει μια συμφωνία που περιέχει τον όρο «Μακεδονία», είναι φανερό ότι θα είναι ένας όρος με καθαρά γεωγραφική έννοια, χωρίς καμία εθνοτική διάσταση”. Στη συνέχεια το ΚΚΕ πέρασε στον αντίποδα των προπολεμικών θέσεων του και ευθυγραμιζόμενο με την εθνική στρατηγική αρνήθηκε την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους.

[12] Ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, υπουργός Εξωτερικών μετά την αποπομπή Σαμαρά, αναφέρει πως ενώ έκανε το 1993 διαπραγματεύσεις στη Νέα Υόρκη για σύνθετη ονομασία, τον πήρε τηλέφωνο ο Μητσοτάκης και του είπε: “«κλείσ’ τα όλα, έλα πίσω, γιατί εδώ απειλούν να μας ρίξουν από την κυβέρνηση». Οι τρεις που απειλούσαν τότε να μας ρίξουν ήταν ο μακαρίτης ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ο κ. Έβερτ και ο κ. Δήμας. Αυτοί ήταν οι τρεις... δεν θέλανε να υπάρχει ο όρος Μακεδονία στην ονομασία των Σκοπίων”. Βλ. εφημερίδα ελευθεροτυπια, 31 Δεκεμβρίου 2001.

[13] Σύμφωνα με τον Κίρο Γκλιγκόροφ, ο Χόλμπρουκ στην τελευταία φάση των συζητήσεων είχε αφήσει τον αμερικανό πρέσβη στο γραφείο του Παπανδρέου λέγοντας του “να μην κουνηθεί μέχρι να τελειώσει η δουλειά” και “να κοιτάει μήπως έρθει ο Παπούλιας ή κάποιος άλλος και τον μεταπείσει”, βλ. εφημερίδα βημα, 10 Ιουνίου 2001. Ο ίδιος ο Χόλμπρουκ επιβεβαιώνει τον Γκλιγκόροφ όταν γράφει πως “ο Παπούλιας θα προσπαθούσε να τορπιλίσει την πρόοδο που πετύχαμε, μόλις θα φεύγαμε, ζήτησα συνεπώς από τον Μίλερ να βρίσκεται στη ροζ βίλα όταν θα τηλεφωνούσαμε από τα Σκόπια” και προσθέτει ότι ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών “ήταν ανοικτά εναντίον κάθε βήματος για την επίλυση του προβλήματος”, βλ. εφημερίδα βημα, 3 Μαΐου 1998. Όπως επίσης θυμάται ο έλληνας διπλωμάτης Χρήστος Γ. Ζαχαράκις, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, “έκπληκτος ο κ. Παπούλιας αντιμετώπισε, παρουσία μου, τις απειλές ενός εξάλλου κ. Χόλμπρουκ ότι θα εισηγείτο πάραυτα τηλεφωνικά στον πρόεδρο Κλίντον την αναγνώριση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από τις ΗΠΑ αν ο έλληνας υπουργός δεν εδέχετο να προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας η ανακοίνωση της άρσεως του εμπάργκο”. βλ. εφημερίδα βημα 17 Ιουνίου 2001.

[14] Δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη προς τους έλληνες δημοσιογράφους στις 13 Φεβρουαρίου 1993, πως το όνομα δεν έχει τόση σημασία και σε δέκα χρόνια δεν θα το θυμάται κανείς.