Skip to main content

Οι εθνικές διαμάχες για τη συμφωνία των Πρεσπών


 

Οι εθνικές διαμάχες για τη συμφωνία των Πρεσπών

του Δημήτρη Λιθοξόου


 

19.1.2019

Η συμφωνία των Πρεσπών διέσπασε και τις δύο αντιμαχόμενες εθνικές κοινότητες στο εσωτερικό τους. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη Μακεδονία, δημιουργήθηκαν δυο παρατάξεις. Μία ανυποχώρητη, που κατηγορεί την άλλη για εθνική προδοσία και μία συμβιβαστική που εξηγεί τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας.

Οι υπερασπιστές της συμφωνίας στη Μακεδονία, εισάγουν μια νεωτερική αντίληψη για το έθνος. Αποδεσμεύονται από την παραδοσιακή εθνική οπτική, που θέλει τις ρίζες του έθνους να χάνονται στην προϊστορία και ξαναθυμίζουν το πολιτισμικό σλαβικό παρελθόν του μακεδονικού λαού. Μιλούν για τη γεωγραφική Μακεδονία, όχι όπως αυτή ήταν στην αρχαιότητα ή το μεσαίωνα, αλλά πριν τους βαλκανικούς πολέμους. Σέβονται την πολυπολιτισμικότητα της χώρας τους και προτείνουν στον πληθυσμό της να αντιμετωπίσει το ζήτημα με ρεαλισμό και να επιλέξει πολιτικά την ένταξή του στους θεσμούς της Δύσης, με γνώμονα τη διατήρηση της ειρήνης και τη βελτίωση της οικονομίας.

Είναι φανερό πως εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν σύγχρονο λόγο, που υπερβαίνει την παραδοσιακή εθνική αντίληψη των πραγμάτων και τις πολύχρονες βαλκανικές διαμάχες.

 

Οι υπερασπιστές της συμφωνίας στην Ελλάδα, εξηγούν πως η επίλυση του ζητήματος είναι εθνικά συμφέρουσα, γιατί επιτρέπει στο Έθνος να αντιμετωπίσει από καλύτερες θέσεις τη διείσδυση στο Βορά, του πραγματικού και μεγάλου εχθρού, της Τουρκίας.

Υπενθυμίζουν πως ο αντίπαλος υποχρεώθηκε να αποδεχτεί την πάγια ελληνική θέση για ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Εξηγούν πως στο χαμένο διεθνώς όνομα της γλώσσας (εξαιτίας των λαθεμένων χειρισμών της δεκαετίας του ’70) προστέθηκε η επίσημη διευκρίνηση, ότι αυτή η «μακεδονική» γλώσσα είναι σλαβική και δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία μακεδονική, που ήταν διάλεκτος της «ελληνικής». Σημειώνουν πως τώρα πια διευκρινίζεται ότι το όνομα «Μακεδόνες» δεν αποτελεί εθνικό προσδιορισμό, αλλά αναφορά στην υπηκοότητα των κατοίκων. Και τέλος υπογραμμίζουν εμφαντικά πως αφαιρέθηκε από το σύνταγμα των γειτόνων κάθε αναφορά που θα μπορούσε να υπονοήσει την ύπαρξη εθνικής μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα.

Όλα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί αυτή η πλευρά, πατούν αναμφίβολα πάνω στο προϋπάρχον ιδεολογικό αφήγημα της ελληνικής εθνικής κοινότητας. Και τα οφέλη της συμφωνίας θεωρούνται «εθνικά».

 

Σχολιάζοντας τα προαναφερόμενα, ένας άνθρωπος που τοποθετείται στρατηγικά υπέρ της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης:

Θα επιθυμούσε η ελληνική πολιτεία να είχε αναγνωρίσει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, από το 1992, με το συνταγματικό της όνομα.

Θα προτιμούσε οι κάτοικοι της χώρας του να αναγνώριζαν την πραγματικότητα, να καταλάβαιναν δηλαδή πως υπάρχει ένα γειτονικό έθνος που αυτοπροσδιορίζεται μακεδονικό και μια αντίστοιχη μακεδονική μειονότητα που ζει στην Ελλάδα.

Θα ήθελε οι συμπολίτες του να συμφωνούσαν στη λήψη θετικών μέτρων για τη διατήρηση της μακεδονικής γλώσσας και του πολιτισμού της μειονότητας και να είχε επίσης επιτραπεί ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων που έφυγαν στο τέλος του εμφυλίου πολέμου και τους απαγορεύτηκε η επιστροφή στην πατρίδα, σαν Μακεδόνες «το γένος».

Τέλος θα προσπαθούσε να βρει τον τρόπο να εξηγήσει πως η «εθνική Ιστορία», που βρίσκεται καθημερινά στα χείλη του κόσμου, δεν αποτελεί επιστήμη αλλά πολιτική ιδεολογία.