Skip to main content

Οι Τσιγγάνοι (Γύφτοι) στην ελληνική βιβλιογραφία [1986]

 

Οι Γύφτοι στην ελληνική βιβλιογραφία [1]

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Η ζωή, ο πολιτισμός και η ιστορία των Τσιγγάνων που κατοικούν στην Ελλάδα,[2] είναι θέματα τα οποία η ελληνική βιβλιογραφία μόνον ακροθιγώς έχει αντιμετωπίσει. Στην πραγματικότητα λείπουν οι γλωσσολογικές, κοινωνιολογικές, λαογραφικές και ιστορικές επιστημονικές εργασίες για τους Γύφτους ή Τσιγγάνους στην ελληνική γλώσσα. Κάποια μικρά άρθρα και λίγα βιβλία, ευάλωτα σε αυστηρή κριτική, αποτελούν τη συνολική παραγωγή 130 ετών.

Η πρώτη μελέτη για τους Τσιγγάνους στην ελληνική γλώσσα, δημοσιεύεται στην Αθήνα το 1857 στο περιοδικό Πανδώρα. Συγγραφέας του είναι ο γιατρός – επόπτης υγιεινής στην Κωνσταντινούπολη Α. Πασπάτης. Εκτός από τις γενικές πληροφορίες που παρέχει[3], διασώζει ένα γλωσσάριο[4] των γύφτικων της Ανατολικής Θράκης και κυρίως των οικισμών Σουλού Κουλέ και Εϊβάν Σεράι της οθωμανικής πρωτεύουσας [Α. Γ. Πασπάτης, Μελέτη περί των Ατσιγγάνων και της γλώσσης αυτών, πανδώρα, 8 (1857)].

Οι επόμενες συλλογές γλωσσικού υλικού ακολουθούν μετά έξι δεκαετίες. Το 1923 ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης εξετάζει στο περιοδικό λαογραφία την τσιγγάνικη συνθηματική μαστόρικη γλώσσα της Ευρυτανίας, τα Ντόρτικα. Δυστυχώς όμως το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας μένει αδημοσίευτο [Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα Ντόρτικα της Ευρυτανίας – συμβολή στα ελληνικά Μαστόρικα, λαογραφία, 2 (1923)].

Μια μελέτη του Χρίστου Σούλη για τη γλώσσα των Τουρκόγυφτων ή Ροματσέλ της Ηπείρου,[5] τυπώνεται το 1929. Η συγκομιδή δεν ξεπερνά τις 170 λέξεις[6] και ελάχιστες φράσεις [Χρίστος Σούλης, Τα Ρόμκα της Ηπείρου, Ιωάννινα 1929].

Με την καταγωγή των Γύφτων ασχολήθηκε αρκετά αλλά με ασυγχώρητη επιπολαιότητα[7] ο Κ. Φαλτάιτς, διέσωσε πάντως στοιχεία για τη γεωγραφική κατανομή τους στην Ελλάδα[8] και τα ονόματα διαφόρων φυλών[9] [Κ. Φαλτάιτς: α. Το πρόβλημα του δημοτικού μας τραγουδιού – ελληνικό ή γύφτικο, Αθήναι 1927. β. Το πρόβλημα της καταγωγής των Τσιγγάνων, Αθήναι 1931. γ. Οι Μπράχιδες Τσιγγάνοι της Θεσσαλίας απόγονοι του Απόλλωνος, Αθήναι 1935. δ. Τσιγγάνοι και Ορφεύς].

Με περισσότεροι σοβαρότητα ακολούθησε ο Μπίρης πάνω όμως σε λάθος δρόμο. Η θεωρία του για τη φυλετική διαφορά μεταξύ των Ινδών “Ρωμ” και των Αιγυπτίων “Γύφτων” τον εμπόδισε να προσεγγίσει με επιστημονικούς όρους το θέμα του. Πρόσθεσε απλώς λίγες ιστορικές ειδήσεις[10] για τους Τσιγγάνους της Ελλάδας [Κώστας Μπίρης: α. Οι Γύφτοι, Αθήναι 1942. β. Ρωμ και Γύφτοι – Εθνογραφία και ιστορία των Τσιγγάνων, Αθήναι 1954].

Οι Κατσίβελοι, Οι Γύφτοι της Θράκης, ήταν το θέμα του Β. Ν. Δεληγιάννη στο αρχείον του θρακικού Λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού το 1945 [τόμος ΙΙ 1944 – 1945],[11] ενώ εκείνοι του Διδυμότειχου ειδικά, απασχόλησαν μεταγενέστερα στην ίδια επιθεώρηση το Β. Σιναπίδη δύο φορές [Β. Σιναπίδης: α. Φυλετική Καταγωγή – ήθη και έθιμα των Κατσιβέλων Διδυμοτείχου, αρχείον του θρακικού Λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 18 (1953). β. Προσφορά στην έρευνα για τη φυλετική προέλευση των Κατσιβέλων Διδυμοτείχου Θράκης, αρχείον του θρακικού Λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 20 (1955)].[12]

Η γλώσσα των Ρώμηδων της επαρχίας Κόνιτσας παρουσιάστηκε το 1954 στην ηπειρωτική εστία το 1954 από τον Αν. Ευθυμίου. Το γλωσσάριο[13] που παραθέτει αριθμεί 130 περίπου λέξεις [Αναστασίου Ευθυμίου, Οι Γύφτοι (Ρώμηδες) της επαρχίας Κονίτσης και η συνθηματική των γλώσσα, ηπειρωτική εστία, 3 (1954)].

Σε ένα βιβλιογραφικό σχεδίασμά του για τις ανθρωπωνυμικές σπουδές στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1832 – 1962, ο Δ. Βαγιακάκος δημοσίευσε το 1964 στο περιοδικό αθηνά ένα κεφάλαιο για τους Τσιγγάνους. Οι τίτλοι φτάνουν τους τριάντα, συμπεριλαμβάνουν όμως έργα όπου απλώς γίνεται μνεία του ονόματος ή υπάρχουν ορισμένες σημειώσεις άνευ αξίας [Δικαίου Βαγιακάκου, Σχεδίασμα περί των τοπωνυμικών και ανθρωπωνυμικών σπουδών εν Ελλάδι 1833-1962, περιοδικο ΑΘΗΝΑ (1963-1964)] [14]

Οι Ατσίγγανοι ή Κιλίντζιροι της Κύπρου, σιδηρουργοί και χαλκιάδες στο επάγγελμα, με παρουσία στο νησί από το Μεσαίωνα και μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, εξετάζονται από τον Κ. Κύρρη σε μικρό δημοσίευμα του 1969 [Κώστας Κύρρης, Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω, Λευκωσία 1969].[15]

Ο Τ. Γιαννακόπουλος με βάση δύο διαλέξεις που έδωσε το 1965, τύπωσε το 1979 ένα βιβλίο για τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι και τους γύφτους οργανοπαίκτες [Τάκης Γιαννακόπουλος, Οι Γύφτοι και το δημοτικό μας τραγούδι, 2η έκδοση, Αθήνα 1981].

Ένα βιβλίο με τίτλο “Εμείς οι Τσιγγάνοι” δημοσίευσε και η δημοσιογράφος Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη, σχετικά με τους Γύφτους της Αθήνας.

Μια έρευνα της Στ. Κοκκινάκη σε 211 νοικοκυριά στις περιοχές Ζοφριά, Μενίδι και Άνω Λιόσια, ανιχνεύει κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά των Τσιγγάνων της Αττικής [Σταματίνα Κοκκινάκη, Κοινωνικά χαρακτηριστικά των Τσιγγάνων της περιοχής Άνω Λιοσίων Αττικής, επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, 48 (1983)].

Το Β. Μαρσέλο απασχολεί το ζήτημα του αναλφαβητισμού των Τσιγγάνων[16]. Εκθέτει τις προσωπικές του εμπειρίες και τις προτάσεις του για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού σε ένα άρθρο του 1985 [Βαγγέλης Μαρσέλος, Ο αναλφαβητισμός στους Τσιγγάνους, στο συλλογικό έργο Συνδιάσκεψη για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού, κέντρο μελετών και αυτομόρφωσης, Αθήνα 1985].

Το βιβλίο της Ε. Γεριτσίδου για τους Τσιγγάνους του Δενδροποτάμου της Θεσσαλονίκης παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο για τους διάλογους και τα λίγα στοιχεία γραμματικής που υπάρχουν στο κείμενο [Ερριέτα Γεριτσίδου, Η κοινωνικοποίηση των Τσιγγάνων του Δενδροποτάμου Θεσσαλονίκης και η κουλτούρα τους, Θεσσαλονίκη 1986].

Η μετάφραση του αφιερώματος Τσιγγάνοι του Courier που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1985 και εξαντλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, λειτούργησε ιδιαίτερα θετικά κεντρίζοντας το ενδιαφέρον ορισμένων για την ελληνική διάσταση του θέματος [Οι Τσιγγάνοι, unesco courier, Δεκέμβριος 1984].

Τέλος οι σύντομες ιστορικές σημειώσεις για τους Ρομ του Δ. Λιθοξόου στο περιοδικό Τετράδια αποτελεί μάλλον μια γενική εισαγωγή στο θέμα [Δημήτρης Λιθοξόου, Σημειώσεις για τους Ρομ, τετράδια πολιτικού διάλογου ερευνας και κριτικής, τεύχος 14, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1986].

 

[1] Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό σχεδία το Φεβρουάριο του 1987. Μετάφρασή του στα γαλλικά (Les Tsiganes dans la bibliographie grecque) δημοσιεύτηκε στο περιοδικό études Tsiganes, τεύχος 1988/3.

[2] Ζούνε σε κάθε νομό της χώρας, κατά κανόνα σε πρόχειρα παραπήγματα στις παρυφές των οικισμών. Αρκετοί περιπλανώνται ακόμα από τόπο σε τόπο, με όλα τους τα υπάρχοντα και τη φαμίλια τους φορτωμένη στην καρότσα αγροτικών ημιφορτηγών και στήνουν τις χαρακτηριστικές στρογγυλές σκηνές τους με τα αναδιπλωμένα πλαϊνά παραπέτα, συνήθως στις άκρες ρεμάτων. Οι γυναίκες τους κυκλοφορούν με πολύχρωμα ρούχα και παρδαλά φαρδιά φουστάνια ως τον αστράγαλο και τα παιδιά τους ζητιανεύουν ξυπόλητα σε πολυσύχναστα μέρη. Έχουν ροπή προς τις μικροπαρανομίες και θεωρούν ως ύψιστο αγαθό την αποχή από την εργασία. Μερικοί συναντώνται περιστασιακά ως μικροπωλητές εποχικών αγροτικών προϊόντων, στις άκρες των λαϊκών αγορών. Κάποιοι ασχολούνται με το εμπόριο μουλαριών ή γέρικων αλόγων, άλλοι με την ανακύκλωση παλιών σιδερικών και το μάζεμα σαλιγκαριών. Αγαπούν με πάθος τη μουσική και το τραγούδι και κάθε γενιά βγάζει μερικούς καλούς λαϊκούς καλλιτέχνες. Ο πληθυσμός τους είναι απροσδιόριστος, αλλά σίγουρα αποτελούν τη μεγαλύτερη (και δια γυμνού οφθαλμού αναγνωρίσιμη) μειονότητα, με ρυθμούς διπλασιασμού, λόγω υπεργεννητικότητας, ανά εικοσαετία.

[3] Σύμφωνα με τον Πασπάτη, στην Κωνσταντινούπολη ο μεγαλύτερος τσιγγάνικος οικισμός βρισκόταν στο Εϊβάν Σεράι με 300 οικογένειες. Εκεί κοντά ήταν και εκείνος του Σουλού Κουλέ με 80 οικογένειες. Στην κωμόπολη Αίτραι υπήρχαν 20 οικογένειες, στο Κασίμ Πασά 50 και στο Σκούταρι άλλες 50. Όλοι ζούσαν σε μικρά και φτωχικά σπίτια. Δούλευαν σαν καλαθοπλέχτες και σιδεράδες. Την άνοιξη και το καλοκαίρι οι άντρες μάζευαν και πουλούσαν ρίζες και βότανα. Πολλοί είχαν γαϊδούρια, το γάλα των οποίων πούλαγαν ως ιαματικό. Οι γριές έλεγαν τη μοίρα και τα παιδιά ζητιάνευαν.

[4] Από το γλωσσάριο αυτό επιλέγουμε μερικές λέξεις: αδελφή / pen, αδελφός / pra, αίμα / rat, αλάτι / lon, άλογο / gras, άνθρωπος / manušni, άσπρος / parni, αφτί / kan, βροχή / buršin, βυζί / culce, γαϊδούρα / hirni, γάλα / sut, γλώσσα / cip, δόντι / dant, δύο / dui, ένας / yek, ήλιος / kam, θεός / devel, καλός / laco, κάτω /tele, κεφάλι / šoro, κόκκινος / lolo, κόκορας / basno, κότα / kaina, κρασί / mol, κρέας / mas, κρύο / šil, μαλλιά / bal, μάτι / yak, μαύρος / kalo, μεθυσμένος / mato, μύτη / nak, νερό / pai, νύχι / nai, ξύλο / kaš, πατέρας / dat, πέτρα / bar, πολύ / but, πουλί / cirikli, πρόβατο / bakro, σιτάρι / gi, σπίτι / ker, φύλλο / patrin, φωτιά / yak, χιόνι / iv, ψάρι / maco.

[5] Ο Σούλης γράφει πως όσοι από τους μουσουλμάνους Τσιγγάνους ή Τουρκόγυφτους ή Ροματσέλ εγκατέλειψαν τον πλάνητα βίο και εγκαταστάθηκαν κάπου μόνιμα, χαρακτηρίζουν τους περιπλανώμενους Τσιγγάνους ως Αρκουδόγυφτους. Οι Χριστιανοί Γύφτοι αποκαλούνται μεταξύ τους Ρόμοι και Ρόμηδες. Οι Χριστιανόγυφτοι ισχυρίζονται δημόσια ότι γνωρίζουν μόνο ελληνικά. Την τσιγγάνικη γλώσσα τη θεωρούν μυστικό της φυλής.

[6] Μεταξύ άλλων καταγράφει: αλεύρι / varo, άνθρωπος / balamos, αρνί / bakro, βόδι / kruvi, γάιδαρος / her, γύφτος / romus, δίνω / dava, ημέρα / dives, καλός / lacios, κλέφτης / corus, κορίτσι / cavi, κότα / kahni, κρασί / mol, κρέας / mias, μάτι / yak, μεθυσμένος / matos, νερό / pani, νύχτα / rati, ξύλο / kas, πεθαμένος / molos, πλούσιος / baros, πολύ / but, σιτάρι / giv, στόμα / muito, σπίτι / ker, τρελός / dilno, ύπνος / sobaba, φαγητό / hala, φεύγω / nasau, φτωχός / corolo, φωτιά / yaktu, ψάρι / mašo, ψείρα / cuvi.

[7] Συνέδεσε τους Τσιγγάνους με την αρχαία Ελλάδα και επιχείρησε μια σειρά από παρετυμολογίες όπως: α. Μπράχιδες εκ του Βράγχιδαι (μάντεις οι εκ του Βράγχου του Θεσσαλού του υιού του Απόλλωνος). β. Γκαβιέροι (σιδεράδες Τσιγγάνοι) εκ του Κάβειροι (απόγονοι του Ηφαίστου). γ. Τσιντσάρης εκ του Κένταυροι. δ. Τσικόνης εκ του Κίκων (καταγωγή του Ορφέος).

[8] Οικιστικά κέντρα όπου ζούσαν Τσιγγάνοι το μεσοπόλεμο, σύμφωνα με το Φαλτάιτς: Λαμία, Καρδίτσα, Τρίκαλα, Βόλος, Κατερίνη, Τίρναβος, Σέρβια, Κοζάνη, Σιάτιστα, Έδεσσα, Φλώρινα, Σέλιτσα, Μαλακάσι, Μέτσοβο, Ιωάννινα, Πρέβεζα, Κόνιτσα, Φανάρι, Άρτα, Καρπενήσι, Θεσσαλονίκη, Σιδηρόκαστρο, Ηράκλεια, Δράμα, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη, Φέρες, Διδυμότειχο, Πάτρα.

[9] Όπως: Μπράγκοι, Καλπαζάνοι, Φιλιπίτζοι, Βιτσίρια, Χαντούρια, Ρουντάροι, Γιαβούζοι, Γκαβιάρ, Τζάνοι, Χαλντούπηδες, Τσιντάροι, Νοστούρκοι, Μπιτολιάνοι, Ζαγκανάδες, Τριατίνες, Μπόσο, Σαράνο, Ντόρτηδες, Ταβουσάν, Σαϊνσού, Σοργιούτ, Μάντοι, Κελένα, Κελαμιά, Μούντζα, Τσιντινό, Κεπεντζέ, Νταλίπιδες, Τσιλιγκίρια, Τσικλιρήδες, Ντουντούμηδες, Λε, Λακατούς.

[10] Σύμφωνα με το Μπίρη οι Τσιγγάνοι της Αθήνας επί οθωμανικής κυριαρχίας ήταν όλοι μουσουλμάνοι. Στη Χαλκίδα ζούσαν έξω από το τείχος, δίπλα στη γέφυρα της τάφρου.

[11] Ο Δεληγιάννης σημειώνει την αυστηρή στάση της τσιγγάνικης κοινότητας στο ζήτημα της παρθενιάς. Εάν η νύφη δεν ήταν παρθένα ο πεθερός της την έντυνε με παλιά ρούχα και την έστελνε πίσω στον πατέρα της, καβάλα ανάποδα σε ένα γαϊδούρι, κρατώντας την ουρά.

[12] Ο Σιναπίδης διακρίνει τους Τσιγγάνους του Διδυμότειχου σε μουσουλμάνους (Τουρκοκατσίβελους) και χριστιανούς (Ρωμιοκατσίβελους). Και οι δύο υποστήριζαν με πάθος ότι δεν είναι Τσιγγάνοι. Οι πρώτοι δήλωναν Τούρκοι και οι δεύτεροι Έλληνες.

[13] Διαλέγουμε από το γλωσσάριο: αλεύρι / varo, άνθρωπος / balamos, γύφτος / romis, έχω / direla, θάνατος / murdala, καλός / lacios, κεφάλι / sioro, κλέφτης / ciorotaris, κορίτσι / ciavi, κουτσός / baglos, κρέας / masi, λεφτά / love, ξύλο / kasti, σιτάρι / givri, σταφύλι / drak, τρελός / delnos, τρώω / hana, τυφλός / kororos, ύπνος / sovela, φαγητό / haliola, φεύγω / nasievo, φόβος / darala, ψείρα / dzuvi.

[14] Ο Βαγιακάκος σημειώνει πως στην Ελλάδα είναι γνωστοί ως Ατσίγγανοι ή Τσιγγάνοι ή Γύφτοι ή Γανζάοι ή Ζαπαράδες ή Κατσίβελοι ή Ντετότσοι ή Ρώμοι ή Σίντηδες.

[15] Κατά τον Κύρρη, οι Κιλίντζιροι ή Τσιγγιανέ ή Τσιγγιενέ, ήταν περιπλανώμενοι σκηνίτες, σιδεράδες και χαλκιάδες. Οι γυναίκες έλεγαν τη μοίρα.

[16] Το ζήτημα του αναλφαβητισμού των Τσιγγάνων ή η προσπάθεια εξελληνισμού τους μέσω των δημοτικών σχολείων, έγινε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 αγαπημένο θέμα μιας διοίκησης που ήθελε να δείξει ένα “ευρωπαϊκό” πρόσωπο (απορροφώντας κοινοτικές επιδοτήσεις) και αρκετών εκπαιδευτικών που πρόβαλαν τις “ευαισθησίες” τους “ανακαλύπτοντας” τις μειονότητες στη χώρα, δηλαδή την εξής μία: τους Τσιγγάνους. Ωστόσο το δικαίωμα των Τσιγγάνων, όπως και όλων των μειονοτήτων, δεν είναι η εξαγορά τους και η πολιτισμική αλλοτρίωσή τους από την κρατική ιδεολογία, εν προκειμένω τον ελληνικό εθνικισμό, αλλά το δικαίωμα να διδαχθούν στα σχολεία τη μητρική τους γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία τους. Όσο λοιπόν οι “φιλομειονοτικοί” διανοούμενοι και πολιτικοί δεν θέτουν αυτό το αίτημα, θα χαρακτηρίζονται για το φαρισαϊσμό και την υποκρισία τους.