Skip to main content

Οικισμοί της Φλώρινας που αρχίζουν από Ζ

 

Οικισμοί της Φλώρινας που αρχίζουν από Ζ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

23. Ζαμπάρντενι / Zabrdeni. Μετονομάστηκε σε Λόφος και στη συνέχεια σε Λόφοι. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Μελίτης, του νομού Φλωρίνης. Πρόκειται για παλαιό μακεδονικό οικισμό, που αναφέρεται σε οθωμανικό κατάστιχο του 15ου αιώνα. Το 1903 συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν. Το 1905 δέχτηκε επίθεση από ελληνικό σώμα, το οποίο έκαψε σπίτια, σκότωσε δε και τραυμάτισε αρκετούς χωρικούς. Το 1912 ζούσαν στο χωριό περίπου 400 εξαρχικοί Μακεδόνες. Κάτοικοι από το χωριό, που μετανάστευσαν, οι περισσότεροι προσωρινά, στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις αμερικανικές αρχές πως ήταν εθνικά Μακεδόνες. Το 1928 ο πληθυσμός του ήταν 420 άτομα. Οι αρχές ασφαλείας θεωρούσαν το μεγαλύτερο μέρος του, ανθελληνικών ή ρευστών φρονημάτων. Η δημογραφική εξέλιξη του χωριού, δεν επηρεάστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο.

 

23a. Πηγές:

Το χωριό Забрдани ήταν στα τέλη του 15ου αιώνα τιμάριο του Мустафа Бег με 80 οικογένειες [Турски Документи].

Zaborženi (Zabrdeni) [Αυστριακός Χάρτης].

Ζαμπέρδανι καζά Φλωρίνης, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζαμπέρδανη ή Ζαμπίρδανι Φλωρίνης: «έχει κατοίκους 490 χριστιανούς, εκκλησίαν, και ανήκει τω εν Βιτωλίοις Έλληνι χειρούργω Χρηστάκη Δημητρίου» [Σχινάς 1886].

Забърдени / Леринска каза, 325 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Ζαμπέρδανη, το 1902 είχε 45 οικογένειες [Πετσίβας].

Zabardeni / Caza de Lerin (Florina), χριστιανικός πληθυσμός: 344 εξαρχικοί Βούλγαροι, λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 40 μαθητές [Brancoff 1905].

Ζαμπύρδανι, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Προξενείο Μοναστηρίου 1908].

Ζαμπέρδανι Φλωρίνης, 332 σχισματικοί βουλγαρίζοντες (: εξαρχικοί Μακεδόνες) [Χαλκιόπουλος 1910].

Ζαπύρδανη Φλωρίνης, 358 άτομα (208 άρρενες και 150 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Ζαπύρδανη Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12. 1918].

Забрдени, 40 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Ζαμπύρδανη Φλωρίνης, 306 άτομα (168 άρρενες και 148 θήλεις), 92 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Μετονομασία του οικισμού από Ζαπύρδανη σε Λόφος [ΦΕΚ 346 / 4. 10. 1926].

Λόφοι (Ζαμπύρδανη) Φλωρίνης, 417 άτομα (225 άρρενες και 192 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας του '22. Ομοδημότες ήταν 389, ετεροδημότες 12 και αλλοδαποί 16. Απογράφηκαν αλλού 10 δημότες [Απογραφή 1928].

Λόφοι (Ζαμπέρδανη), υπήρχαν 71 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 60 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Ζαμπάρδανη, «Δικός μας είναι ο εκ Μοναστηρίου Ζήσης» [Στέφος Γρηγορίου 1935].

Λόφοι Φλωρίνης, 516 άτομα (262 άρρενες και 254 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Λόφοι, 597 κάτοικοι, όλοι σλαυόφωνοι. Υπήρχαν 400 άτομα μη ελληνικής συνείδησης, 147 ρευστής και 50 ελληνικής [Στατιστική 1945].

Забрдени: Τόσο το 1912, όσο και το 1940, ήταν ένας χριστιανικός μακεδονικός οικισμός [Симовски].

Το 1981 οι κάτοικοι του χωριού ήταν Μακεδόνες [Boeschoten].

Στις μεταπολεμικές απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός ήταν --> 1951: 514, 1961: 541, 1971: 443, 1981: 458, 1991: 470, 2001: 445.

Υψόμετρο 720 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

23b. 1903-1908:

Οι κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν και τις πρώτες μέρες της επανάστασης πήραν τα βουνά «συν γυναιξί και τέκνοις» [Δραγούμης, 583]. Πριν εγκαταλείψουν το χωριό τους, σύμφωνα με διπλωματική αναφορά, «έκαψαν ένα αγρόκτημα, που ανήκε σ' έναν Έλληνα ονόματι Χρηστάκη, ο οποίος διέφυγε από εκεί πληγωμένος και απένταρος» [Γούναρης, 170].

Το χωριό δέχθηκε επίθεση από ελληνικό σώμα στα μέσα Νοεμβρίου 1905. Οι Έλληνες σκότωσαν επτά άντρες, τραυμάτισαν δε τρεις άντρες και μία γυναίκα. Έκαψαν την εξαρχική εκκλησία, τέσσερα σπίτια και πολλούς αχυρώνες [ΕΜΠΡΟΣ, 15/11/1905].

 

23c. Μετανάστευση:

 Μεταξύ 1905-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής δεκατρία άτομα: Αναγράφονται οι:

Christo Mitse το 1905.

Kosta Tipel, Krste Sterghia, Petre Costa, Risto Vane, Staitche Kosta, Tanas Stoian και Trptze Alexoff το 1906.

Petre Lazo το 1907.

Athanas Pandil, Type Cole και Vassil Mitche το 1911.

Styliannos Tsagopoulos το 1915.

 

24. Ζέλενιτς / Želenič. Μετονομάστηκε σε Σκλήθρον. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Σκλήθρο. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αετού, του νομού Φλωρίνης. Πρόκειται για ένα παλαιό οικισμό, πληροφορίες για τον οποίο βρίσκουμε σε οθωμανικό κατάστιχο του 15ου αιώνα. Στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων. Ο αριθμός των πρώτων υπολογίζεται τότε σε 1.200 άτομα και σε άλλα τόσα ο αριθμός των δεύτερων. Οι Μακεδόνες του Ζέλενιτς (εξαρχικοί κατά το μεγαλύτερο μέρος), συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν. Στη συνέχεια, το χωριό δέχτηκε το Νοέμβριο του 1904, μία από τις σφοδρότερες επιθέσεις που πραγματοποίησαν τα ελληνικά σώματα στη Μακεδονία. Σαράντα επτά Μακεδόνες καλεσμένοι σε ένα γάμο, σκοτώθηκαν με τον πιο άγριο τρόπο. Κάτοικοι από το χωριό, που μετανάστευσαν, οι περισσότεροι προσωρινά, στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις αμερικανικές αρχές πως ήταν εθνικά Μακεδόνες. Το 1924, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους, χριστιανούς πρόσφυγες από τη Μικρασία, τη Θράκη και τον Καύκασο. Την ίδια περίοδο μερικές μακεδονικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 στο χωριό ζούσαν περίπου 1.000 γηγενείς Μακεδόνες και 400 πρόσφυγες. Οι περισσότεροι από τους ντόπιους, ήταν για την κρατική ασφάλεια, άτομα ανθελληνικών και ρευστών φρονημάτων. Μεταξύ κατοχής και εμφυλίου, το χωριό έγινε στόχος της χωροφυλακής και των παρακρατικών. Το 1949, περισσότεροι από 200 Μακεδόνες κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

24a. Πηγές:

Το χωριό Желенич ήταν στα τέλη του 15ου αιώνα: α) τιμάριο των Мѕстафа (γιου του Илиас) και Мехмед (γιου του Илиас) με 47 οικογένειες και β) τιμάριο του γενίτσαρου Скендер με 43 οικογένειες [Турски Документи].

Zelenič [Αυστριακός Χάρτης].

Ζέλενιτς καζά Φλωρίνης, μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζελενίτσι ή Σελενίτς Φλωρίνης, 1.540 χριστιανοί και 1.000 οθωμανοί (μουσουλμάνοι) κάτοικοι: «κωμόπολις οικουμένη υπό 400 οικογενειών ων το 1/3 εισίν Οθωμανικαί, ευάριθμοι δε οικογένειαι φανατικών σχισματικών Βουλγάρων. Η κωμόπολις αύτη κειμένη εις το μέσον σχεδόν της πεδιάδος, κέκτηται 2 εκκλησίας, 2 τεμένη, 3 χάνια, σχολείον αρρένων και άφθονα ύδατα, προς δε ένεκεν της ανωτέρω θέσεώς της αφθονεί τροφίμων ιδίως δε σίτου, κριθής και αραβοσίτου» [Σχινάς 1886].

Зелениче / Леринска каза, 1.800 χριστιανοί Βούλγαροι, 500 Τούρκοι και 72 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900].

Zelenich, λειτουργία τόσο πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας, όσο και εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Ζέλενιτς, το 1902 είχε 150 μουσουλμανικές, 190 εξαρχικές και 65 πατριαρχικές οικογένειες [Πετσίβας].

ZelenitchE / Caza de Lerin (Florina), χριστιανικός πληθυσμός: 1.656 εξαρχικοί Βούλγαροι, 192 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 102 Τσιγγάνοι, λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με τρεις δασκάλους και 156 μαθητές και ενός πατριαρχικού σχολείου με δύο δασκάλους και 13 μαθητές [Brancoff 1905].

Ζέλενιτς, μικτό χωριό (εξαρχικών και πατριαρχικών) προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό μετά. Υπήρχαν 15 πατριαρχικές οικογένειες [Προξενείο Μοναστηρίου 1908].

Ζελενήτσι: «Εκ των δύο εκκλησιών η μία κατελήφθη υπό των Βουλγάρων τω 1894» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Ζελενήτσι Φλωρίνης, 400 ορθόδοξοι Έλληνες (: πατριαρχικοί), 1.120 σχισματικοί βουλγαρίζοντες (: εξαρχικοί Μακεδόνες) και 500 μουσουλμάνοι [Χαλκιόπουλος 1910].

Ζελενήτσιον Σόροβιτς, 2. 232 άτομα (1.139 άρρενες και 1.003 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Ζελενίτσιον ή Ζέλενιτς Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Ρούδνικ και Άγιοι Θεόδωροι ή Τσερκέζ Κιόι [ΦΕΚ 259 / 21.12. 1918].

Зеленик, 310 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 190 μουσουλμάνων Τούρκων [Милојевић 1920].

Ζελενίτσιον Φλωρίνης, 2. 219 άτομα (1.038 άρρενες και 1.181 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Μετονομασία του οικισμού από Ζέλενιτς σε Σκλήθρον [ΦΕΚ 179 / 30. 8. 1927].

Ρευστοποιήθηκαν 15 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Ζέλενιτς (Σκλήθρον) γραφείου Φλωρίνης, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 87 προσφυγικές οικογένειες (379 άτομα) [ΕΑΠ].

Ζέλενιτς, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 170 οικογένειες μουσουλμάνων (1.100 άτομα) και ήρθαν 89 οικογένειες προσφύγων: 23 από τη Θράκη, 53 από τη Μικρά Ασία, 10 από τον Καύκασο και 3 από αλλού [Πελαγίδης].

Σκλήθρον (Ζελενίτσιον) Φλωρίνης, 1.347 άτομα (643 άρρενες και 704 θήλεις), εκ των οποίων 346 ήταν πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (172 άρρενες και 174 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 1.145, ετεροδημότες 179 και αλλοδαποί 23 [Απογραφή 1928].

Σκλήθρον (Ζέλενιτς), υπήρχαν 353 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 326 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Ζέλενιτς, «Δική μας είναι η ηρωική οικογένεια Γραμμενόπουλου» [Στέφος Γρηγορίου 1935].

Σκλήθρον Φλωρίνης, 1.342 άτομα (405 άρρενες και 400 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Σκλήθρον, 1.562 κάτοικοι, εκ των οποίων 562 ήταν σλαυόφωνοι. Υπήρχαν 700 άτομα μη ελληνικής συνείδησης, 300 ρευστής και 562 ελληνικής [Στατιστική 1945].

Σύμφωνα με ξένη μαρτυρία του 1945, 60 κάτοικοί του βγήκαν αντάρτες στο βουνό [Κολιόπουλος Β, 128].

«Στο Σκλήθρο το Μάη του 1945, έγινε γενική λεηλασία από οπλισμένους μοναρχοφασίστες ληστές που φόρτωσαν κάρα ολόκληρα με γέννημα των χωρικών, τρόφιμα ρούχα και έπιπλα, πήραν ζώα, έβγαλαν και κουβάλησαν ακόμα τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, Από το Σκλήθρο το 1946 παραπέμφθηκαν σε δίκη 40 άτομα, τον Απρίλη του 1946 εδώ, το απόσπασμα χωροφυλακής του υπενωμοτάρχη Ντελή, δολοφόνησε την ώρα που δούλευε στο αμπέλι του τον Κυπριανό Καϊσίδη» [Υπόμνημα ΔΣΕ 1947].

Зеленич: Το 1912 ήταν ένας μικτός οικισμός μουσουλμάνων Τούρκων και χριστιανών Μακεδόνων. Το 1940 ήταν ένα μικτό χωριό Μακεδόνων και προσφύγων. Στο τέλος του εμφυλίου, 28 μακεδονικές οικογένειες κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και άλλες 30 σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης [Симовски].

Το 1981 οι κάτοικοι του χωριού ήταν Μακεδόνες και άτομα προσφυγικής καταγωγής [Boeschoten].

Στις μεταπολεμικές απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός ήταν --> 1951: 1.153, 1961: 1.084, 1971: 853, 1981: 623, 1991: 553, 2001: 609.

Υψόμετρο 680 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

24b. 1903-1908:

Το 1891 έγιναν βίαια επεισόδια στο χωριό, μεταξύ των εξαρχικών και πατριαρχικών κατοίκων, για την χρήση των δύο εκκλησιών [Πηχεών, 310-311].

Το 1901 ο οπλαρχηγός Ναούμ Σπανός, με εντολή του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, δολοφόνησε τον εξαρχικό παπά του Ζέλενιτς Παπακώστα [ΔΙΣ, 113].

Στις 30 Ιουνίου 1903, ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης μπήκε στο Ζέλενιτς συνοδευόμενος από στρατιωτικό απόσπασμα και έλληνες μισθοφόρους. Τρομοκράτησε τους κατοίκους, έβαλε τον Καούδη να δείρει το Μουχτάρη προκειμένου να παραδώσει τα κλειδιά της εξαρχικής εκκλησίας και οδήγησε τους χωρικούς με το ζόρι στη λειτουργία που έκανε [Καραβαγγέλης, 20-21. ΔΙΣ, 129. Dakin, 193].

Τις μέρες του Ίλιντεν, πολλοί χωρικοί βγήκαν στο βουνό. Το χωριό επισκέφτηκε στρατιωτικό απόσπασμα και συνέλαβε έντεκα άοπλους αυτονομιστές, που είχαν βρει καταφύγιο στο σπίτι ενός Τούρκου [ΣΚΡΙΠ, 5/8/1903 και 25/8/1903].

Το Ζέλενιτς δέχτηκε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις που πραγματοποίησαν οι Έλληνες εναντίον μακεδονικού χωριού. Η επίθεση έγινε στις 13 Νοεμβρίου 1904 [ΔΙΣ, 157-158].

Το σώμα του ανθυπολοχαγού Γιώργου Κατεχάκη Ρούβα σκότωσε 47 άτομα που διασκέδαζαν σε γάμο στο σπίτι μιας εξαρχικής οικογένειας [Λιθοξόου, 109-112 και Dakin, 259].

Σύμφωνα με το Μόδη, «μπήκαν οι αντάρτες στο Ζέλενιτς, σε ένα σπίτι όπου γινόταν γάμος και το βούτηξαν στο αίμα» [Μόδης Β, 273].

Η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ έγραψε πως οι καλεσμένοι δεν αντιστάθηκαν στα ελληνικά πυρά, πως «οι γυναίκες και τα παιδιά φύρδην μίγδην ήρχισαν να κατρακυλούν την κλίμακα, τα τραγούδια έπαυσαν και ο χορός διεκόπη και πως το δωμάτιον εστρώθη από τα πτώματα εντός ολίγων δευτερολέπτων» [ΕΜΠΡΟΣ, 22/11/1904].

Ο Καραβίτης θυμάται τα γεγονότα: «Κυκλώνουμε με προσοχή το σπίτι και εισερχόμεθα μέσα, αλλά δεν ευρίσκουμε παρά μία γριά. Ίσως να είναι η παπαδιά. Με τη γριά δεν μπορεί να συνεννοηθεί κανείς. Ότι και να της πουν εκείνοι που γνωρίζουν τη γλώσσα της, δεν ακούν τίποτα άλλο από “νε ζναμ” (δεν γνωρίζω). Είναι η στερεότυπη απάντηση των σλαβοφώνων δι’ οτιδήποτε τους ρωτήσεις, όπως και των ελληνοφώνων το “δεν ξέρω”... Εις του παπά το σπίτι είναι οι πλείστοι μέσα και τσακίζουν καρύδια, που ευρήκαν εις έναν σάκο και καλό κρασί. Ειδοποιώ τον Καούδη και αυτός τρέχει να εύρη τον Κατεχάκη... Φθάνουμε στην αυλόπορτα του σπιτιού (που γίνεται το γλέντι) οι πρώτοι και εις όσους καταφθάνουν από πίσω τους κάνουμε νόημα να κυκλώσουν το σπίτι δεξιά και αριστερά... Το σπίτι αποτελείται από το ισόγειο και το ανώγειο και ένα τσαρδάκι ενώνει όλα τα δωμάτια. Εις το αριστερό μέρος του τσαρδακίου ευρίσκεται η σκάλα. Προχωρώ προς την ισόγεια πόρτα που είναι κοντά στη σκάλα, την σπρώχνω με την κάνη του όπλου και ανοίγει λίγο. Βλέπω μέσα 5-6 γυναίκες, τας ερωτώ “ντέκα πόπε” (που είναι ο παπάς), “γκόρε” (επάνω) μου απαντούν. Οι γυναίκες δεν εξεπλάγησαν, με πήραν για κομιτατζή. Ανέρχομαι εις την σκάλα. Με ακολουθούν κάμποσοι, ο ένας πίσω από τον άλλο, αλλά δεν γνωρίζουν ποίοι και πόσοι. Όπως ανέρχομαι, οι οργανοπαίκται αρχίζουν να κουρδίζουν τα όργανά τους. Πανηγύρι που θα γίνει τώρα, σκέπτομαι... Βάζουμε εις ενέργεια τα περίστροφα για πιο γρήγορα και ρίχνουμε στο σωρό. Εγώ ρίχνω τις πρώτες εκεί που μου φάνηκε ότι είδα τα αρκούδια... Χαμηλά και όσο το δυνατόν οριζοντίως διευθύνω το όπλο για να ευρίσκει περισσότερα κορμιά. Εις την στιγμιαία λάμψη κάθε πυροβολισμού φαίνονται τα κορμιά σαν ένα πολύποδο τέρας που ασπαίρει στο αίμα του και εκτείνει προς όλας τας διευθύνσεις χέρια ποδάρια, δίκην πλοκάμων οκταποδιού» [Καραβίτης, 148-153].

Ο Καούδης γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Εγώ όμως, επειδή θα παντρευόταν του παπά αδελφός, ενόμιζα ότι θα γίνεται ο γάμος στου παπά το σπίτι και το ήξευρα από πρώτα που είχα πάει δυο δορές με τον καπετάν Βαγγέλη, κ’ επήγαμε εκεί. Εμπήκεν κάποιος δεν ενθυμούμαι ποιος, από τον περίαυλο και άνοιξε κ’ εγέμισε το σπίτι όλη η παρέα του Πούλακα. Το ισόγειο ήτο κλειστό, ανεβήκανε στο ανώγειο και των άνοιξε η παπαδιά, αλλά δεν ήτο κανένας άλλος. Επερίμενα λίγο κάτω στην αυλή, αλλά αφού δεν έβλεπα τίποτα, ανέβηκα απάνω και τι να ιδώ, μια σάλα μεγάλη και την παπαδιά να στέκει στη μέση της σάλας, να κρατεί μια λάμπα, να κοιτάζει τρομαγμένη, να έχουν δυο τρία μπαούλα ανοιγμένα και σκορπισμένα ρούχα και να ψάχνουν άλλοι τα ρούχα και άλλοι τες γωνίες για λάφυρα. Τα καρύδια και το κρασί που γράφει ο Καραβίτης είναι γαρνιτούρα... Επήγα βόλτα νε ιδώ που γίνεται ο γάμος, αφού δεν ήτο στο σπίτι του παπά, πλιο πέρα σε μια γωνιά είχα το Σεϊμένη με άλλον ένα κ’ εφύλαγε και μου λέει ότι σ’ αυτό το σπίτι άκουσε βιολιά. “Ε, εδώ λοιπόν είναι ο γάμος”... Ο Κιουτσούκης πρώτος ανέβηκε τη σκάλα, ήτο μια ταράτσα και είχε το σπίτι δύο μεγάλες σάλες, η μία ήτο απέναντι από τη σκάλα, η άλλη ήτο δεξιά ως ανεβαίνεις τη σκάλα. Την απέναντι της σκάλας έτρεξαν κ’ έπιασε ο Κλειδής με τον Καραβίτη, ως έφθασε όμως ο Κλειδής στην πόρτα και είδε γεμάτη τη σάλα ανθρώπους καθήμενους κι έτρωγαν, των εφώναξεν: “τεσιλίμ κερατάδες”... Η σάλα που ήσαν οι άνδρες, είχε μπούκα πόρτα και οι γενναίοι κομιτατζήδες έπεσαν οι περισσότεροι στο ισόγειο, αφού έριξε ο κάθε ένας, ο Καραβίτης με τον Κλειδή, περί τας είκοσι τουφεκιές, άδειασαν τα περίστροφα των μέσα» [Καούδης, 86-88].

Ιδιαίτερα φορτισμένα, είναι τέλος τα λόγια του Κλειδή: «Το πρωί ο εξαρχόπαπας έκανε γάμο και κηδεία μαζί. Έτρεμε ο γαμπρός, μέχρι τη μέση έφθανε της νύφης, ήταν μπροστά και δεν είχε δει τίποτα. Τίποτα δεν ήξερε να πει. Η νύφη φόραγε μεσοφόρια κι από πάνω μια κάπα. Δεν κράταγε λουλούδια, τη μικρή αδελφή αγκαλιά κι όλο κλαίγανε, ψηλή, όμορφη, κόκκινα αφράτα μάγουλα, μάτια μεγάλα, σκούρα, μακριά κατάμαυρα μαλλιά. Έτρεμαν τα πόδια. Στέκονταν πίσω το χωριό, σαράντα άντρες, γυναίκες τρεις σε ξύλα απλωμένοι νεκροί, γάμος και οι κηδείες γίνανε μαζί, τα παπαδίστικα ακούστηκαν μισά-μισά, κατάρες κι ευχές, πάντρευε ο παπάς την ανιψιά και κήδευε αδελφό και την παπαδιά» [Κλειδής, 162-163].

Εκείνο το βράδυ, βρισκόταν στο Ζέλενιτς χωρίς να κάνει τίποτα, ο οθωμανός Καϊμακάμης με έναν αξιωματικό και δεκαπέντε στρατιώτες. Ο Κατεχάκης γράφει στην αναφορά του, στο Μακεδονικό Κομιτάτο, πως οι Έλληνες σκότωσαν 42 άτομα [Τσάμης, 204 και 211].

Η είδηση για το ματωμένο γάμο έφτασε και στον αμερικάνικο τύπο [The San Francisco Call, 18/12/1904. The Salt Lake Herald, 18/12/1904].

Στις 30 Ιουλίου 1906 η ελληνική οργάνωση δολοφόνησε τον εξαρχικό παπά του Ζέλενιτς [Προξενείο Μοναστηρίου, 5/8/1906, έγγραφο 511].

Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1906 το χωριό, σύμφωνα με τον Dakin, δέχτηκε νέα επίθεση από ελληνικό σώμα [Dakin, 342].

Επίσης ο Βάρδας σημείωνε στο ημερολόγιό του στις 13 Απριλίου 1907 ότι ενημερώθηκε για το φόνο άλλων οκτώ εξαρχικών στο Ζέλενιτς, «υπό των ημετέρων» [Βάρδας Β, 614].

 

24c. Μετανάστευση:

Μεταξύ 1907-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής έντεκα άτομα:

Canas Petseff το 1907.

Vasil Kostoff το 1909.

Cane Kotorteheff το 1910.

Lazar Tasseff, Stayan Miteff, Stayan Miteff, Passil George Frengo, Hefan Georgieff, Giorgie Petroff και Stefan Vaugeleff το 1912.

Doni Georgion το 1915.

 

24d. Ο ματωμένος γάμος και ο Σαρτζετάκης:

Στο βιβλίο μου για τον αντιμακεδονικού αγώνα, στο τέλος του κεφαλαίου «ο ματωμένος γάμος», όπου γίνεται λόγος για τη σφαγή στο Ζέλενιτς, γράφω: «Κατά παραξενιά της ιστορίας, ο γαμπρός ονόματι Γκότης, βρέθηκε πίσω απ’ την πόρτα και γλίτωσε. Το ζευγάρι γέννησε ένα κορίτσι. Όταν μεγάλωσε, ένας κρητικός χωροφύλακας που υπηρετούσε στο Ζέλενιτς, το πήρε με το ζόρι, για γυναίκα του. Ο γιος τους, βγήκε βαμμένος αντιμακεδόνας και άρρωστος εθνικιστής. Ο λόγος, για τον πρώην πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη» [Λιθοξόου, 112].

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης απάντησε με επιστολή του (της 28ης Ιανουαρίου 1998) προς την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της Φλώρινας, σημειώνοντας πως το σχετικό απόσπασμα είναι «ψευδέστατο και ολοκληρωτικά χαλκευμένο». Υποστήριξε πως «για να λέγονται τέτοια ψεύδη, χρειάζονται προσόντα μεγαλοαπατεώνων και αδίστακτων πλαστογράφων, που βεβαίως τα διαθέτουν πληθωρικά οι σκοπιανοί προπαγανδιστές και οι εδώ θλιβεροί υπηρέτες τους». Θεώρησε δε πως το σχετικό απόσπασμα «κατασπιλώνει τη μνήμη της μητέρας του» γιατί και από την πλευρά της εκείνος κατάγεται «από γνησίως ελληνική οικογένεια, με εθνική μάλιστα δράση». Μετά τους εις βάρος μου προαναφερόμενους χαρακτηρισμούς (καθώς και άλλους παρόμοιους), ο φανερά ταραγμένος τέως πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας έρχεται στην ουσία του πράγματος και επιχειρεί να αναιρέσει το, όπως το ονομάζει «κατάπτυστο παραμύθι μου», υποστηρίζοντας πως: α) Ο πατέρας της μητέρας του λεγόταν Χρήστος Γώγος, και όχι Γκότης όπως αναφέρεται στο κείμενο μου το όνομα του γαμπρού. Ο Χρήστος Γώγος, που πιθανόν να είχε καταγωγή από το Μοναστήρι (: Μπίτολα), είχε και ένα αδελφό ονόματι Δημήτρη, β) Η μητέρα της μητέρας του, ονόματι Σουλτάνα, ήταν εγγονή του «μακεδονομάχου» Κοσμά Γραμμενόπουλου, γ) Η επίθεση του ελληνικού σώματος στο Ζέλενιτς έγινε για να εξοντώσει εγκληματίες κομιτατζήδες που βρίσκονταν καλεσμένοι στο γάμο, ο δε πρόγονός του Κοσμάς Γραμμενόπουλος δεν ήταν καταδότης, όπως γράφω, αλλά «σύνδεσμος - οδηγός των ελληνικών ομάδων», δ) Η μητέρα του, που δεν ήταν μοναχοπαίδι, γεννήθηκε σύμφωνα με τα στοιχεία της ταυτότητάς της το 1900, τέσσερα δηλαδή χρόνια πριν το γάμο, ε) Ο κρητικός πατέρας του, ήταν ενωμοτάρχης και όχι χωροφύλακας, και δεν πήρε τη μητέρα του με το ζόρι.

Πριν δούμε σημείο-σημείο την αναιρετική επιστολή του, πρέπει να κάνω εδώ μία διευκρίνιση. Η πληροφορία για τη σχέση της μητέρας του Σαρτζετάκη με το ματωμένο γάμο στο Ζέλενιτς, βρίσκεται για πρώτη φορά στο βιβλίο του Κώστα Κλειδή «Με τη λάμψη στα μάτια», που εκδόθηκε το 1984. Εκεί ο Κώστας Κλειδής, εγγονός του «μακεδονομάχου» Στυλιανού Κλειδή, παραθέτει τη μαρτυρία του κατοίκου του Ζέλενιτς Δημήτρη Γώγου. Διηγείται λοιπόν ο Γώγος: «Όταν μεγαλώσαμε, λέμε να πάψει το μίσος. Πως; παντρευτήκαμε και με το καλό ή με το ζόρι γίναμε ένα, κάναμε παιδιά κι εγγόνια, τα καταφέραμε. Πέρασαν χρόνια όμως. Εδώ υπηρετούσε ένας της χωροφυλακής. Ήξερε από βεντέτες. Χανιώτης. Λέει, εγώ θα πάρω μια από εδώ να σταματήσει το μίσος. Την πήρε με το μπιστόλι του. Σηκώθηκε το μισό χωριό. Οι Κρητικοί μας σφάξανε λέγανε, μας παίρνουν τώρα και τις γυναίκες; αυτή όμως τον αγάπησε. Βγάλανε γιο αρεοπαγίτη. Νομίζω διαλέξαμε σωστά» [Κλειδής, 165-166].

Ο Γώγος αναφέρεται σε πατέρα και γιο Σαρτζετάκη, χωρίς να αναφέρει το επώνυμο. Δέκα χρόνια όμως αργότερα, ο Γιώργος Πετσίβας στην έκδοση των απομνημονευμάτων του Γιάννη Καραβίτη, αναπαράγει (από το έργο του Κλειδή) τα λόγια του Γώγου και σημειώνει εντός αγκύλης δίπλα στη λέξη «αρεοπαγίτη» το όνομα: Χρήστος Σαρτζετάκης [Καραβίτης, 161].

Η σχέση λοιπόν της μητέρας του τέως προέδρου με τα γεγονότα στο Ζέλενιτς έχει καταγραφεί από συγγραφείς αναμφισβήτητα ελληνικών εθνικών φρονημάτων. Αλήθεια βέβαια είναι, ότι από το απόσπασμα του Κλειδή δεν προκύπτει ότι από το ζευγάρι που παντρεύτηκε σε εκείνο το γάμο γεννήθηκε η μητέρα του Σαρτζετάκη. Αυτό το υποστήριξα εγώ. Η σχετική πληροφορία μου δόθηκε προφορικά, από διανοούμενο που είχε μελετήσει ιδιαίτερα σοβαρά το ζήτημα και εγώ την ανέδειξα. Υπάρχει περίπτωση λάθους; Για να το λέει ο ίδιος, δεν έχω λόγο να επιμένω, αλλά ας ξαναδούμε το θέμα, σε σχέση με όσο γράφει ο Σαρτζετάκης.

Στον Κλειδή, που αρκετές φορές γράφει - λογοτεχνική αδεία - δυσνόητα, υπάρχει μία ακόμα σημαντική είδηση: «Στον κλήρο του Δημήτρη Γώγου είχε τύχει της νύφης η μικρή αδελφή. 13.11.1904 η Αννέτα ήταν τριών χρονών» [Κλειδής, 167]. Το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι ο Δημήτρης Γώγος παντρεύτηκε την Αννέτα, τη μικρή αδελφή της νύφης του ματωμένου γάμου (που πραγματοποιήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1904) και η Αννέτα ήταν κατά τη σφαγή τριών χρονών. Την αδελφή της Αννέτας την παντρεύτηκε ο Γκότης (όνομα εξελληνισμένο ως προς την κατάληξη), που ήταν ο δεκαεννιάχρονος τότε Григор Готев, γιος του μακεδόνα προύχοντα Стефан Готев [Силянов, 193].

Η νύφη ήταν κόρη του αδελφού του Поп Георги, ενός από τους τέσσερις εξαρχικούς παπάδες του χωριού [Καραβαγγέλης, 20]. Το επώνυμό της δεν υπάρχει στις γραπτές πηγές. Οι Γραμμενόπουλοι ήταν το μόνο πατριαρχικό σόι του χωριού. Ο Κοσμάς Γραμμενόπουλος, ο ένας πρόγονος του Σαρτζετάκη στο χωριό, ήταν αυτός που ειδοποίησε, σύμφωνα με τον Θύμιο Καούδη, για την πραγματοποίηση του γάμου της κόρης του αδελφού του εξαρχικού παπά και ζήτησε την επίθεση του ελληνικού σώματος: «ο Γραμμενόπουλος μου λέει ότι την Κυριακήν θα γίνεται γάμος στο Ζελενίτσι» [Καούδης, 85].

Μετά τη σφαγή φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του στην επίθεση, μέχρι τα τέλη Ιουλίου 1905, μαζί με άλλους πέντε Γραμμενόπουλος και το μισθοφόρο της ελληνικής οργάνωσης τουρκαλβανό Σούλιο ή Σουλεϊμάν [Βάρδας Α, 185].
Ο Δημήτρης Γώγος που παντρεύτηκε την Αννέτα, τη μικρή κόρη του εξαρχικού παπά, πρέπει να είναι ξάδελφος της μητέρας του Σαρτζετάκη και θείος του τελευταίου. Για την αποκατάσταση λοιπόν της αλήθειας, φτάνουμε στα εξής συμπεράσματα: Πρώτον και σημαντικό, η μητρική γλώσσα της μητέρας του πρώην προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν η ελληνική αλλά η μακεδονική ή η κατά τα λεγόμενα του ιδίου «ψευτομακεδονική».

Δεύτερον, ο ένας παππούς του τέως προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο Κοσμάς Γραμμενόπουλος, ήταν πληροφοριοδότης των ελληνικών μισθοφορικών ομάδων. Ο άλλος δε παππούς, ο Χρήστος Γώγος, ήταν θείος του Δημήτρη Γώγου που παντρεύτηκε την μικρή κόρη του εξαρχικού παπά, τη μάνα της οποίας σφάξανε σε εκείνη την επίθεση οι Έλληνες [Κλειδής 162-163].

Τρίτον, δεχόμαστε ως γεγονός (πλην όμως για μας αδιάφορο) ότι ο κρητικός πατέρας Σαρτζετάκης ήταν γαλονάς νωματάρχης και όχι απλός χωροφύλακας όταν παντρεύτηκε.

Κλείνω δε αυτό το κεφάλαιο για το ματωμένο γάμο, αντιγράφοντας τα λόγια του συγγενή του Δημήτρη Γώγου προς τον Κώστα Κλειδή: «Και χίλιοι χωροφύλακες να ’ρθουν αυτό θα φωνάζω. Αθώοι (τα θύματα). Γράψ’ το. Είσαι έγγονας φονιά. Δεν έφταιγε αλλά σκότωσε. Δούκας, Καλογεράκης, Καραβίτης κι ο Κλειδής. Φονιάδες. Θυμάμαι τα ονόματα όσο θα ζω» [Κλειδής, 166].

 

25. Ζέλεβο ή Ζέλοβο / Želevo ή Želovo. Μετονομάστηκε σε Ανταρτικόν. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Ανταρτικό. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Πρεσπών, του νομού Φλωρίνης. Πρόκειται για ένα καθαρά χριστιανικό μακεδονικό χωριό. Το χωριό ήταν μοιρασμένο σε εξαρχική και πατριαρχική μερίδα. Οι εξαρχικοί του χωριού γνώρισαν τη βία των ελληνικών ένοπλων ομάδων. Το 1912 ζούσαν εδώ 1.500 άτομα. Κάτοικοι από το χωριό, που μετανάστευσαν, οι περισσότεροι προσωρινά, στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις αμερικανικές αρχές πως ήταν εθνικά Μακεδόνες. Το 1928 το χωριό είχε 1.200 κατοίκους. Οι μισοί από αυτούς, είχαν χαρακτηριστεί από τις αρχές ασφαλείας, ως άτομα ανθελληνικών ή ρευστών φρονημάτων. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου περίπου 250 κάτοικοί του κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

25a. Πηγές:

Želovo (Želin) [Αυστριακός Xάρτης].

Ζέλοβον καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζέλεβο Καστορίας: «έχει 150 οικογενείας χριστιανικάς, εκκλησίαν, σχολείον αρρένων, βρύσεις με άφθονον ύδωρ και δύο υδρομύλους» [Σχινάς 1886].

Жельово / Костурска каза, 1.250 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Zelova (Zelin), λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Ζέλοβο, το 1902 είχε 290 πατριαρχικές και 10 εξαρχικές οικογένειες [Πετσίβας].

Jelevo / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 1.760 πατριαρχικοί Βούλγαροι, λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 60 μαθητές [Brancoff 1905].

Ζέλοβον, μικτό χωριό (εξαρχικών και πατριαρχικών) προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό μετά. [Προξενείο Μοναστηρίου 1908].

Ζέλοβον: «Εκ των δύο εκκλησιών αυτού την μίαν κατέλαβον οι Βούλγαροι κατά το έτος 1907, η άλλη ευρίσκεται εις χείρας των ορθοδόξων» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Ζέλοβον Καστορίας, 550 ορθόδοξοι Έλληνες και 500 σχισματικοί ένεκα της βουλγαρικής τρομοκρατίας (: Μακεδόνες που προσχώρησαν στη εξαρχία) από το 1907 [Χαλκιόπουλος 1910].

Ζέλοβον Πρεσπών, 1.415 άτομα (666 άρρενες και 749 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Ζέλοβον Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12. 1918].

Зелово, 250 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Ζέλοβον Φλωρίνης, 1.262 άτομα (558 άρρενες και 704 θήλεις), 245 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Μετονομασία του οικισμού από Ζέλοβον σε Ανταρτικόν [ΦΕΚ 179 / 30. 8. 1927].

Ρευστοποιήθηκαν πέντε περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Ανταρτικόν (Ζέλοβον) Φλωρίνης, 1.136 άτομα (471 άρρενες και 665 θήλεις), εκ των οποίων δύο ήταν πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (θήλεις). Ομοδημότες ήταν 1.122 και ετεροδημότες 14. Απογράφηκαν αλλού 86 δημότες [Απογραφή 1928].

Ανταρτικόν (Ζέλοβον), υπήρχαν 270 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 100 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Ζέλοβο, «Σχεδόν όλοι δικοί μας » [Στέφος Γρηγορίου 1935].

Ανταρτικόν Φλωρίνης, 1.345 άτομα (636 άρρενες και 709 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Ανταρτικόν, 1.345 κάτοικοι, όλοι σλαυόφωνοι. Υπήρχαν 500 άτομα μη ελληνικής συνείδησης, 145 ρευστής και 700 ελληνικής [Στατιστική 1945].

Желево: Καθαρά χριστιανικό μακεδονικό χωριό, τόσο το 1912, όσο και το 1940. Στο τέλος του εμφυλίου, 200 οικογένειες κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης [Симовски].

Το 1981 οι κάτοικοι του χωριού ήταν Μακεδόνες [Boeschoten].

Στις μεταπολεμικές απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός ήταν --> 1951: 1.047, 1961: 605, 1971: 418, 1981: 169, 1991: 133, 2001: 135.

Υψόμετρο 1.060 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

25b. 1903-1908:

Στις 10 Ιουλίου 1903, ο Μήτρος Βλάχος με την τσέτα του, έπιασε το μουχτάρη του Ζελόβου και δυο τούρκους φοροεισπράκτορες. Τους «έδειρε ανηλεώς, αφαιρέσας δ' όσα έφερον του δημοσίου χρήματα γρ. 8.000 απέλυσεν αυτούς με την απειλήν να μη μεταβαίνωσιν εις τα χωριά, προς είσπραξιν χρημάτων διότι θέλει φονεύση αυτούς» [Δραγούμης, 184].

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1904, υπάρχει στον τύπο η είδηση για το φόνο του Χατζηπαύλου από το Ζέλιοβο [ΣΚΡΙΠ, 23/9/1904].

Στην πράξη αναφέρεται ο Καούδης. Κάποια στιγμή μαθαίνει πως ο Χαντζή Παύλος θα επέστρεφε στο χωριό του από τη Φλώρινα: «Πήγα - επήγαμε κ' εκάναμε λημέρι στην Αγία Τριάδα - κ' έστειλα πλιο κάτω από το Πισοδέρι τον Νίσταρη και τον Ζούλη κι εκρύφθησαν μέσα στο ρέμα, όταν θα έρχεται να τον συλλάβουν και να μου τονε φέρουν, αλλά αυτός, ως τους είδε, έτρεξε να φύγει προς το Πισοδέρι και τον πήραν κατόπιν και στο χωριό κοντά τον εσκότωσαν» [Καούδης, 77-74].

Στις 6 Δεκεμβρίου 1904, η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ δημοσιεύει πως στο Ζέλοβο πραγματοποιήθηκε σύγκρουση της τσέτας του Μήτρου Βλάχου και των σωμάτων των Ρούβα και Καούδη. Οι άντρες του Βλάχου υποχώρησαν «συναποφέροντες και αρκετούς τραυματίες», ενώ οι Έλληνες δεν είχαν απώλειες [ΕΜΠΡΟΣ 6/12/1904 και ΣΚΡΙΠ 7/12/1904].

Στις 21 Δεκεμβρίου 1904, το ΕΜΠΡΟΣ αναφέρει ότι σε ύψωμα πάνω από το χωριό, τσέτα υπό τους Βλάχο και Κεσάκωφ συνάντησε «ελληνική συμμορία εκ 30 παλληκαρίων και άλλων τόσων χωρικών Γραικομάνων». Μετά από συμπλοκή πέντε ωρών η τσέτα αποχώρησε αφού παρέλαβε «πολλούς φονευμένους και τραυματίας» [ΕΜΠΡΟΣ, 21/12/1904].

Στις 9 Οκτωβρίου 1905, ο Βάρδας σημειώνει στη ημερολόγιό του: «Εκ Ζελόβου του παρήγγειλαν (του Καούδη) να μη φονεύση τους (τέσσερις) αιχμαλώτους, διότι θα κλείση δι’ αυτόν το χωρίον, τους εφόνευσεν, αλλά με διαβεβαιοί ότι δεν τον τίπτει η συνείδησις» [Βάρδας Α, 253].

Το χωριό δέχτηκε επίθεση από ελληνικό σώμα στα τέλη Μαρτίου 1906 [Dakin, 342].

Στις 31 Ιουλίου 1906 ο Βάρδας γράφει πως πρέπει να γίνει «μακελειό στα Κορέστια» και μάλιστα στο Ζέλεβο όπου πρέπει να φονευθούν ακόμη και γυναίκες [Βάρδας Β, 96].

Στις 7 Νοεμβρίου ο ίδιος μαθαίνει πως ματαιώθηκε επίθεση των ομάδων Παύλου Κύρου και Δημήτρη Νταλίπη κατά του χωριού [Βάρδας Β, 305].

Στις 25 Απριλίου 1907 το ελληνικό κέντρο πληροφορεί το Βάρδα πως σύμφωνα με πληροφορίες θα επιστρέψει στο Ζέλεβο μια ομάδα 30 περίπου κατοίκων που έχει πάει στο Μοναστήρι (Μπίτολα). Τον προτρέπει να επιτεθεί εναντίον της και να σκοτώσει όσους μπορεί και ειδικά το Ρίστο Σίμου [Βάρδας Β, 631].

Στις 20 Μαΐου του ίδιου έτους, ο Βάρδας παίρνει ερωτικό γράμμα από την κάτοικο του χωριού Λαζέβιτσα (αγγελιοφόρο της ελληνικής οργάνωσης), μια «αληθινή πόρνη» σύμφωνα με τα λόγια του έλληνα αρχηγού, με το οποίο τον πληροφορεί πως γέννησε δικό του παιδί και μάλιστα του μοιάζει. Ο Βάρδας αμφισβητεί την πατρότητα και θεωρεί το μωρό παιδί όλων των ανταρτών [Βάρδας Β, 683, 690].

Τέλος στις 29 Αυγούστου 1907, δυο Σαρακατσάνοι πληροφορούν το Βάρδα ότι ελληνική ομάδα δολοφόνησε πολλούς εξαρχικούς από το Ζέλεβο, κοντά στο χωριό Ντρενόβενι [Βάρδας Β, 891].

 

25c.Μετανάστευση:

Μεταξύ 1904-1922 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής έντεκα άτομα:

Ghiorgi Sotic, Todor Risto, Ghiorghi Vassil, Dimitri Vassil, Dimitri Vassil και Rade Trouka το 1904.

Vainn Risco το 1905.

Vassil Traico, Naoum Bojin το 1906.

Stefana Stoyiannou και Pantelis Stoyiannou το 1922.