Skip to main content

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Α-Β

 

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Α-Β

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Άποσκεπ / Aposkep / Апоскеп. Εξελληνίσθηκε σε Απόσκεπος. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Καστορίας. Ήταν ένα μεγάλο χριστιανικό χωριό 620 περίπου ατόμων. Οι κάτοικοί του μιλούσαν μακεδόνικα. Μέχρι το 1903 σχεδόν όλοι είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Το χωριό συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και ο πληθυσμός του εκείνες τις μέρες βγήκε στο βουνό. Για αντίποινα, ο οθωμανικός στρατός πήγε και έκαψε σχεδόν όλα τα σπίτια. Μετανάστες που έφυγαν από τον οικισμό και πήγαν στις ΗΠΑ μεταξύ των ετών 1905 και 1915, δήλωσαν άλλοι πως ήταν εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως ήταν εθνικά Βούλγαροι. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοικήσεως, αρκετοί κάτοικοι μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, με τη συνθήκη της Νεϊγύ. Το χωριό παρέμεινε πολιτισμικά αμιγώς μακεδονικό, καθώς εδώ δεν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Η ελληνική διοίκηση θεωρούσε κατά το μεσοπόλεμο πολλούς κατοίκους του, ως άτομα «ανθελληνικών φρονημάτων». Μέρος του πληθυσμού οργανώθηκε την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου στις αριστερές οργανώσεις και κατέφυγε τελικά στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε κατά 100 περίπου άτομα.

 

Πηγές

Aposkevi, χριστιανοί ορθόδοξοι: 600 [Synvet 1878, 56].

Απόσκεπος Καστορίας: «Χωρίον οικούμενον υπό 500 χριστιανών και έχον εκκλησίαν, σχολείον και κρήνας» [Σχινάς 1886, 239].

Aposkepe [Αυστριακός Χάρτης].

Апоскепъ / Костурска каза, 740 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 265].

Aposkepe, λειτουργία πατριαρχικού και εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Απόσκεπος: «Σύμφωνα με στατιστική του Αυγούστου του 1902 στον Απόσκεπο κατοικούσαν 107 οικογένειες, από τις οποίες οι 41 ήταν πατριαρχικές. Το ελληνικό σχολείο του χωριού είχε ένα δάσκαλο και 25 μαθητές. Η κατάσταση μεταβλήθηκε άρδην την επόμενη χρονιά. Βλ. Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Αρχείο Αργυρίου Ζάχου, επιστολή Ηλία Μπουζιώτη, Καστοριά 17 Αυγούστου 1902» [ΜΜΑ, 81]

Aposkep / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 912 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 44 μαθητές [Brancoff 1905, 180-181].

Απόσκεπος, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Απόσκεπος: «Σχισματικόν από του 1903» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Απόσκεπος Καστορίας: «300 ορθόδοξοι Έλληνες τω 1904 υποκύψαντες εις την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν, και 320 σχισματικοί βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910, 100].

Απόσκεπος καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Απόσκεπος Καστορίας, 465 άτομα (216 άρρενες και 249 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Το 1916 αναχώρησαν μαζί με τις οικογένειές τους για τη Βουλγαρία οι: Stojan Bakalov, Naso Bakalov, Georgi Šljankov, Teuriča Šumovska, Panovica Šumelova, Lena Geršanova, Mirče Budev, Leonici Kiseiov, Teohar Kisirkiev, Giro Mišajkov [Selo Aposkep].

Απόσκεπος Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Апоскеп, 250 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920, 19].

Απόσκεπος Καστορίας, 333 άτομα (132 άρρενες και 201 θήλεις) [Απογραφή 1920, 309].

Ρευστοποιήθηκαν συνολικά 23 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 199].

Απόσκεπος Καστορίας, 360 άτομα (154 άρρενες και 206 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 358 και ετεροδημότες 2 [Απογραφή 1928, 285].

Απόσκεπος, υπήρχαν 80 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 15 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Απόσκεπος Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 377 (178 άρρενες και 199 θήλεις) [Απογραφή 1940, 390].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 119 [Γρηγορίου, 150].

Апоскеп: Πρόκειται για ένα χριστιανικό μακεδονικό χωριό. Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν ο στρατός έκαψε 101 σπίτια στο χωριό [Симовски 1998 B, 7].

Απόσκεπος: Από το χωριό καταγόταν το στέλεχος του ΚΚΕ Λάζαρος Μποζίνης, ο οποίος αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο του 1941 από την Ακροναυπλία. Ο Μποζίνης θεωρείται «μεσολαβητής» για την προσχώρηση 47 «κομιτατζήδων» του χωριού στον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943 [Κολιόπουλος Α, 167 και 173].

Απόσκεπος, 379 κάτοικοι, εκ των οποίων 340 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 51. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 34. Ευρίσκονται εις φυλακή δυνάμει ενταλμάτων 1. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 15 [Στατιστική 1945].

Апоскеп: Μεταξύ Μαρτίου 1948 και Αυγούστου 1950, η ελληνική διοίκηση πήρε 28 παιδιά από το χωριό στο ίδρυμα της βασίλισσας Φρειδερίκης «Αγία Τριάδα» στη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, 12 παιδιά του χωριού και ένας παιδαγωγός συντοπίτης τους, κατέφυγαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης [Мартинова, 50-52].

Απόσκεπος Καστορίας: 270 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 98].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 234, 1971: 189, 1981: 192, 1991: 166. Υψόμετρο 880 [Σταματελάτος, 90].

1903-1908

Στις 29 Αυγούστου 1903 ο οθωμανικός στρατός επιτέθηκε σε μεγάλη δύναμη τσετών που βρισκόταν στη θέση Ντούλιτ πάνω από το χωριό Άποσκεπ [Силянов, A 386]. Ακολούθησε σφοδρή μάχη που τελείωσε με αποχώρηση των αυτονομιστών. Στη συνέχεια ο στρατός μπήκε στο χωριό και το έκαψε.

Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης αναφέρει το συμβάν σε επιστολή του προς το μητροπολίτη Πελαγονίας: «Εξ Αποσκέπου, χωρίου ημίσειαν ώραν της Καστορίας απέχοντος αποτελουμένου εκ φανατικωτάτων Βουλγάρων εκτός ολίγων ελληνικών οικογενειών, υπεσχέθησαν ότι θα παραδώσωσι τα όπλα, αλλά μετά επανειλημμένας αναβολάς η Κυβέρνησις απέστειλε τη 30η Αυγούστου στρατόν, όπως εξαναγκάση αυτούς να παραδώσωσι τα όπλα των. Καθ' ην όμως ώραν επλησίασεν εις το χωρίον, άνωθεν αυτού διέκρινε συμμορίαν εκ 500 ως έγγιστα κομιτών, καθ' ης επιτεθείς επολέμησεν επί 4 ολοκλήρους ώρας. Αλλ' ένεκα του επελθόντος σκότους της νυκτός, η συμμορία διέφυγεν εγκατελείπουσα περί τους 10 νεκρούς, εν τηλεσκόπιον, μίαν μάχαιραν και 2 όπλα Μάνλιχερ. Εκ του στρατού εφονεύθη εις και τρεις επληγώθησαν. Τη επαύριον μεταβάς ο στρατός εις τον παρακείμενον Απόσκεπον επυρπόλησεν αυτόν απαξάπαντα εκτός της εκκλησίας» [Δραγούμης, 608].

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει στο ημερολόγιο: «Συμπλοκή εν Αποσκέπω, εφονεύθησαν 27 κομίται, εφονεύθη εις στρατιώτης, ετραυματίσθησαν 4» [Δραγούμης, 274].

Ο Dakin γράφει πως οι τσέτες είχαν βρει κατάλυμα μέσα στο χωριό, επικεφαλής τους ήταν οι Τσακαλάροφ και Κλιάσεφ και ότι οι στρατιώτες έφταναν τους 200. Γράφει επίσης πως οι αμυνόμενοι χρησιμοποίησαν βόμβες και σκότωσαν 80 στρατιώτες [Dakin, 142].

Στις 13 του ίδιου μήνα κάτοικοι του χωριού παρέδωσαν τα 16 όπλα στις αρχές [Δραγούμης, 288].

Σε άλλη επιστολή του, με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 1903, ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ενημερώνει πως ο εξαρχικός παπάς του Αποσκέπου, μαζί με άλλους επτά αποφυλακισθέντες, «εφονεύθησαν παρά το χωρίον» [Δραγούμης, 621].

Για τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων του χωριού εκείνες τις μέρες, διαβάζουμε στο βιβλίο ενός αυτόπτη μάρτυρα, του Άγγλο Henry Brailsford: «Νωρίς το Δεκέμβριο του 1903, πήγα στην Καστοριά για να εκτιμήσω τι είδους και τι ποσότητες ανθρωπιστικής βοήθειας ήταν αναγκαίες για τα καμένα και κατεστραμμένα χωριά της πολυπληθούς βουλγαρικής περιοχής γύρω απ' αυτό το ελληνοτουρκικό κέντρο. Οι Τούρκοι και οι Έλληνες ήταν το ίδιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους. Κλεισμένοι στη γραφική πόλη, απομονωμένη καταμεσής στη λίμνη της, γνώριζαν ελάχιστα και νοιάζονταν ακόμη λιγότερο για τη μιζέρια τριγύρω τους. Πηγαίνοντας με τ' άλογο να επισκεφτώ τα χωριά, έφτασα πρώτα στον Απόσκεπο, μόλις τρία μίλια από την πόλη. Όλα τα σπίτια, εκτός από πέντε ή έξι, είχαν καεί και οι χωρικοί έδιναν μια ξεκάθαρη εικόνα ελλείψεων, ασθενειών και ζωτικότητας σβήνει. Ρώτησα για τον ιερέα, το δάσκαλο και τον επικεφαλής, μόνο για να μου πουν ότι όλοι τους είχαν πεθάνει μέσα στις προηγούμενες δύο βδομάδες. Μια περαιτέρω έρευνα, φαμίλια τη φαμίλια, έδειξε ότι από τη στιγμή της επιστροφής από τους λόφους μετά την εξέγερση, πρακτικά κάθε νοικοκυριό είχε χάσει κάποιον δικό του από αρρώστια, ενώ σχεδόν σε όλα τα άθλια καταλύματα που οι χωριάτες είχαν κατασκευάσει ανάμεσα στα καρβουνιασμένα ερείπια των σπιτικών τους, τουλάχιστον ένα άτομο κειτόταν άρρωστο. Η ασθένεια που κυριαρχούσε ήταν ένα είδος μολυσματικής γρίπης, η οποία ως προς τα συμπτώματά της έμοιαζε τυφοειδή» [Brailsford, 29-30].

Άνθρωποι της ελληνικής οργάνωσης στο χωριό ήταν οι «Απόστολος Λούκαρης, Ζήσης Ουζούνης και οικογένεια Χατζημάγκα» [Τσάμης, 155].

Σύμφωνα με το Γερμανό Καραβαγγέλη, άνθρωπος της ελληνικής οργάνωσης ήταν και μια γυναίκα από το χωριό. Σε αδημοσίευτη (λογοκριμένη) απάντησή του σε ερώτηση της Πηνελόπης Δέλτα, ο δεσπότης είχε αναφέρει σχετικά: «Ρωτώ το Σεβασμιώτατο αν στο Μακεδονικό Αγώνα αναδείχθηκαν και γυναίκες ηρωίδες και μου απαντά, όπως και ο Μακρής, ότι καμιά δε διακρίθηκε για εξαιρετική παλληκαριά και πατριωτική δράση. "Μόνον η γυναίκα του Ζήση από το Απόσκεπο, που τον σκοτώσαν οι Βούλγαροι, μ' όλο που δεν ήξερε ούτε μια λέξη ελληνική, ήταν φανατική Ελληνίδα, και μου έλεγε - 'Αχ, δεν μου την κόβεις, Δεσπότη μου, αυτή τη γλώσσα;' Εννοείται ότι ο φανατισμός της εκορυφώθηκε με τη δολοφονία του αντρός της. Αυτή μας προσέφερε πολλές υπηρεσίες μένοντας στην Καστοριά. Γιατί μετά το φόνο του αντρός της από το φόβο μήπως τη σκοτώσουν κι αυτή, έφυγε από το Απόσκεπο και ήρθε κι εγκατεστάθηκε πια στην Καστοριά. Η Ζήσαινα, όπως τη λέγαμε, μας ειδοποιούσε ποια φανατικά όργανα του Βουλγ. Κομιτάτου περιφέρονταν στο παζάρι της Καστοριάς και ό,τι σχετικό με το Κομιτάτο μάθαινε. - Και οι Βούλγαροι δεν τη σκοτώσαν; 'Η δεν ήξεραν ότι τους κατασκόπευε; - Οι Βούλγαροι βέβαια και το ήξεραν, μα δεν μπορούσαν να της κάνουν τίποτα μέσα στην Καστοριά"» [Ιός].

Στις αρχές Ιουνίου 1904 οι αρχές της Καστοριάς προχώρησαν στη σύλληψη του «κομιτατζή Στογιάν», που βρισκόταν στο σπίτι του εξαρχικού παπά της πόλης. Με αφορμή το γεγονός, οι έλληνες έμποροι διαδήλωσαν και ζήτησαν από το μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη να πάει στον Καϊμακάμη και να του ζητήσει να διώξει τον εξαρχικό παπά από την Καστοριά [ΣΚΡΙΠ, 10.6.1904, σ. 1].

Στις 7 Μαΐου 1905 ο έλληνας αρχηγός Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Έρχεται απεσταλμένος εκ Καστορίας κομίζω επιστολήν του Μητροπολίτου δι' ης μου συνιστά να εκτελέσωμεν πράξιν τινά (: φόνο) εις Απόσκεπον την προσεχή Τετάρτην επί τη εορτή Μεθοδίου όπου θα μεταβή και ο βουλγαροπαπάς Καστορίας. Απαντώ ότι τούτο είναι αδύνατον και δι' άλλους (λόγους) και διά την έλλειψιν ανδρών» [Βάρδας Α, 125].

Στις 29 Αυγούστου 1905, στη θέση Μπίκοβικ βόρεια του χωριού, συγκρούστηκαν οι τσέτες των Τσακαλάροφ και Μήτρου Βλάχου με τα σώματα των Τσόντου Βάρδα και Παύλου Γύπαρη. Σύμφωνα με τον Τσάμη, κατά τη μάχη σκοτώθηκαν είκοσι πέντε τσέτες, από δε τους αντάρτες οι Παύλος Πετρουδάκης, Πάνος Τσαουσέλας και Γιώργης Κλαπαδάκης. Ο ίδιος ο Γύπαρης τραυματίστηκε στο πόδι και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας [Τσάμης, 262].

Στις 26 Ιανουαρίου 1906, ο πρόξενος Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκης μεταξύ άλλων γράφει σε αναφορά του προς τον έλληνα Υπουργό Εξωτερικών, πως κοντά την Καστοριά το εκτελεστικό της ελληνικής οργάνωσης σκότωσε δύο άτομα, «εν εξ Αποσκέπου και έτερον εκ Βυσίνης» [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 51, 26/1/1906].

Στις 23 Μαρτίου 1906, η ελληνική οργάνωση δολοφονεί έξω από το χωριό τον Χρήστο Ασβεστά, τον οποίο θεωρεί αγγελιαφόρο των αυτονομιστών [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 239, 14/4/1906].

Στις 20 Φεβρουαρίου 1906, βόρεια του χωριού, οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα συγκρούστηκε με τσέτα, η οποία έφυγε αφήνοντας πίσω της νεκρούς δύο μέλη της [ΕΜΠΡΟΣ, 20.2.1906, σ. 3].

Στις 19 Αυγούστου 1906 ο Βάρδας γράφει κάποιες σκέψεις του στο ημερολόγιο, που σχετίζονται και με το χωριό Άποκεπ: «Αν δ' ήτο δυνατόν να είχα και τον Σούλιον εδώ εις Κωσταράτσιον, θα είχε υπό την προστασίαν του τα ανατολικά Κορέστια. Εισελαύνων διά νυκτός εις Απόσκεπον, Σέτομαν, Τσαρνόλισταν κλπ. και πάλιν επιστρέφων, και τοιουτοτρόπως έχων έκαστος την περιφέρειαν του, θα εφιλοτιμείτο να υποτάξη αυτήν, με φόνους, με απειλάς κλπ.» [Βάρδας Β, 133].

Στις 5 Φεβρουαρίου 1907 ο Βάρδας μαθαίνει από το δάσκαλο του χωριού Λάχτσι πως η ελληνική οργάνωση πραγματοποίησε μερικούς φόνους, μεταξύ δε των άλλων και «ενός από Απόσκεπον» [Βάρδας Β, 467].

Selo Aposkep - κάτοικοι 1903

Κατάλογος των κατοίκων το έτος 1903 (Spisok na naselenjeto do 1903 godina).

Τα ονόματα των αρχηγών των 120 οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Panajot Kurtovski (4), Mito Miljov (5), Peto Miljov (7), Risto Kurtovski (10), Mitre Adžimankov (12), Stavro Veljov (4), Koljo Pardiklov (3), Dora Oerdiklov (4), Gorgi Čuleov (4), Stojan Sabrov (3), Dimo Deljaov (3), Sabro Sabrov (5), Lazo Popojanov (10), Panajot Popojanov (6), Spaso Braov (8), Gorgi Popovski (5), Mitre Braov (4), Vasil Braov (6), Penčo Kuburov (3), Labro Kuburov (2), Mitre Lukov (5), Stojan Kuburov (6), Gjorgji Bljančov (5), Kuzo Panev (4), Mitre Šetanov (5), Naso Filev (3), Mitre Mančelov (7), Popmihali Budov (4), Koljo Butetomu (6), Risto Budev (5), Penčo Mišankov (10), Mitre Mišankov (2), Stavro Mišankov (8), Guro Mišankov (9), Cveto Bubev (5), Ciljo Bubev (6), Vasil Šetanov (4), Timko Mišaikov (3), Koljo Baduljov (4), Ziso Kočev (5), Dino Duškov (4), Niko Šumoliev (3), Krsto Šumoliev (4), Stojan Kardiov (3), Zaho Furnuzov (6), Mitre Furnuzov (7), Florin Pecurov (6), Meljo Mamučov (2), Petro Gačov (4), Gamo Undov (3), Trpo Undov (8), Numo Undov (4), Kuzo Undov (3), Dino Čarkačov (5), Lesko Panajotov (3), Pano Gelev (2), Risto Leskov (4), Dičo Vasilkov (4), Trpo Vasilkov (8), Gorgi Šaldov (9), Spaso Šoldov (6), Gorgi Vasilkov (4), Mitre Šomov (7), Lazo Šomov (6), Dine Trupankov (4), Panajot Goršanov (5), Dinko Popdimitrov (6), Spaso Popdimitrov (5), Spaso Jorljov (7), Jani Tanaskov (2), Dinko Šomev (7), Lazo Lukarov (8), Toljo Lukarov (5), Vasil Salakov (10), Vane Tanaskov (4), Gorgi Šljankov (9), Prodan Ralev (3), Pando Ralev (6), Pando Kaljabakov (7), Stojan Raljov (8), Sido Poriazov (9), Trajko Jankov (3), Petro Jankov (6), Dinko Jankov (4), Teohar Kaljin (4), Mitre Ciljankov (3), Panaot Kašarikov (4), Leonida Kesiriova (5), Pop Teohar Kesiriov (5), Stojan Bakalov (6), Filjo Mančelov (6), Mitro Karakoljov (3), Panjajot Čeramov (6), Spiro Božinov (6), Numo Božinov (7), Koljo Lapov (6), Risto Ljapov (8), Spaso Cimzov (6), Naso Bakalov (8), Stavro Čaljov (5), Iljo Nestorov (3), Kosta Dalov (6), Sterio Dalov (4), Zio Kumelov (6), Numo Delov (4), Dine Dalov (5), Radoi Čeramov (6), Mitre Ljakimov (7), Koljo Suljov (3), Iljo Miserliev (4), Reljo Miserliev (8), Apostol Rečov (4), Koljo Džumančov (2), Numo Lokov (6), Dine Kojov (4), Gjaki Bakalov (5), Marko Galjov (4), Riro Budev (6).

Σύνολο κατοίκων 621.

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1905-1912 μετανάστευσαν από το χωριό Aposkep στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής 7 άτομα:

Stavia Dimitroff και Nitre Noume το 1905.

Ginorzin Gligor, Petre Moloff και Lambro Stoyanoff το 1909.

Stavia Dimitroff το 1911.

Kouso Stoganoff το 1912.

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1905-1915 μετανάστευσαν από το χωριό Aposkep στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής 17 άτομα:

Mitre Guele, Lazar Naoumof και Lazo Tanass το 1905.

Gaki Bacale, Vasil Bran, Constantin Cadeoff, Dimitrios Cavacolio, Stavros Schlanco και Cosna Tauchan το 1906.

Dimitri Flovin, Christof Nikola και Aleksa Panaiotoff το 1907.

Josoff Anastas, Ilia Gheorgioff, Stoyanoff Glia και Lazoff Gvan το 1910.

Lohannis Galious το 1915.

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Απόσκεπος. Συνελήφθηκαν το Μάη 1945 και φυλακίστηκαν οι: Ελευθερία Παπαγιάννη, Ευγενία Σατάνη, Ολυμπία Ουζούνη, Α. Ούντα, Βενετή Παπαδημητρίου, Ν. Παπαγιάννης ελασίτης. Βασανίστηκαν με ξυλοδαρμό το Σεπτέμβρη του 1946 οι: Θ. Μαγγέλης και Ζ. Ίτσκας από χωροφύλακες. Καταδικάστηκαν οι: Δ. Πράβας σε ισόβια δεσμά, Ζ. Μπούβης σε 18 χρόνια, Η. Σιώμος σε 6 χρόνια, Τραϊανός Ράλιος σε 6 χρόνια, Α Σωτηρίου σε 5 1/2 χρόνια και Δ. Σιώμος σε 6 1/2 χρόνια φυλακή. Έγιναν πάνω από 20 μπλόκα και έρευνες. Αρπάχτηκαν από οπλισμένους μοναρχικούς τρομοκράτες του αρχισυμμορίτη Παπαδόπουλου 200 πρόβατα. Καταδιωκόμενοι πάνω από 15» [σ. 47].

Selo Aposkep - φυλακισμένοι

Κατάλογος των φυλακισμένων (Spisok na zatvorenite).

Lazar Božinov (1936-1941), Kurtev Ilija (1938-1941), Šamov Tome (1938-1941), Undov Hristo (1938-1941), Braov Mito (1945-1958), Budev Trpo (1945), Šamov Mito (1945-1956), Popdimitrov Teohar (1948), Braova Konlavica (1948-1955), Panoja Kutreva (1948-1955), Šemovska Teodaga (1948-1955), Šemovska Hartklija (1947-1949), Mišajkov Apostol (1945-1950), Ilno Šamov (1945-1950), Pano Čuleov (1945-1950), Trajko Felipov (1945-1950), Anastasio Mančelov (1945-1950), Namo Karnaliov (1945-1950), Kamizov Naso (1945-1950), Kumelov Kiro (1945-1950), Kljuši Stevo (1948-1949), Braov Nihalil (1948-1949), Budev Foti (1948-1949), Braov Gavro (1948-1949), Kutrev Panajot (1948-1949).

Selo Aposkep - οργανωμένοι

Κατάλογος συμμετεχόντων στις οργανώσεις (Spisok na Učesnici po organizacii).

Hristo Jankovski ( ΕΛΑΣ 1943-1945), Božinov Anelagi (ΕΛΑΣ 1943-1945), Lazar Božinov (SNOF 1943-1944), Šaldov Gorgi (ΕΛΑΣ 1944-1945), Šandrov Blagoja (ΕΛΑΣ 1944-1945, NOF 1946-1947, ΔΣΕ 1947-1949 σκοτώθηκε), Šatanov Teohar (ΕΛΑΣ 1944-1945), Vasil Šatov (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1947-1949), Velkov Georgi (ΕΛΑΣ 1943-1945, ΔΣΕ 1946-1947 σκοτώθηκε), Kosta Braov (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1946-1948 σκοτώθηκε), Kurtov Tome (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1947-1949), Bude Jane (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1947-1949), Počevski Mičo (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1946-1947), Zako Dimitar (ΕΛΑΣ 1944-1945), Kočev Dimitar (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1947-1949), Kiro Pecurov (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1946-1949), Niko Pecurov (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1947-1949), Hristo Furnuzov (ΕΛΑΣ 1945, NOF 1946-1949), Kaljabakov Paskal (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1947-1949), Čuleov Mihajil (ΔΣΕ 1947-1949), Mančateli Teodor (ΔΣΕ 1947-1949), Ničev Živko (NOF 1946-1949), Žetanov Petro (ΔΣΕ 1947-1949), Velkova Pena (ΔΣΕ 1948-1949 σκοτώθηκε), Šeldov Aleko (ΔΣΕ 1947-1949), Podmimitrov Panajot (ΔΣΕ 1947-1949), Popdimitrov Teohar ΔΣΕ 1947-1949), Vasil Jorlov ΔΣΕ (1947-1948), Mišajnov Mito (ΔΣΕ 1947-1948 σκοτώθηκε), Mišajkov Giro ΔΣΕ (1947-1948 σκοτώθηκε).

Selo Aposkep - φυγάδες

Κατάλογος φυγάδων (Spisok na emigrantite).

Κατάλογος 44 κατοίκων του χωριού που έφυγαν διωγμένοι από την Ελλάδα την περίοδο 1942-1949:

Kurtev Tome το 1949 για ΕΣΣΔ, Kurtev Ilija το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kutrova Sofka το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Velena Rina το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Braov Naum το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Čuleova Živka το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Čuleova Kostandina το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Angelov Teodor το 1947 για Τσεχοσλοβακία, Šatanov Teohar το 1946 για Τσεχοσλοβακία, Šatanova Evgenija το 1948 για ΕΣΣΔ, Šatanov Petar το 1947 για ΕΣΣΔ, Kočev Blagoja το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kočova Kaljopa το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Kočev Dimitar το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kočev Živko το 1947 για Γιουγκοσλαβία, Kočena Rina το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Zahov Mitko το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Furnuzov Risto το 1946 για Τσεχοσλοβακία, Furnuzova Anastasija το 1948 για Τσεχοσλοβακία, Pecuρov Nikola το 1945 για Τσεχοσλοβακία, Pecurova Vana το 1948 για Τσεχοσλοβακία, Pecurov Kiro το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Pecurova Stamena (με τρία παιδιά) το 1948 για Γιουγκοσλαβία , Vegov Gorgje το 1945 για Καναδά, Šoldov Gorgi το 1944 για Γιουγκοσλαβία, Šoldova Anastasija (με τρία παιδιά) το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Vasil Šomov το 1945 για Τσεχοσλοβακία, Šoldof Aleko το 1947 για Γιουγκοσλαβία, Popodimitrov Panajot το 1947 για Τσεχοσλοβακία, Hristo Jankovski το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Stefana Jankovska (με τέσσερα παιδιά) το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kalabakov Paskal το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Gelev Kosta το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Mišajkova Kina (με τέσσερα παιδιά) το 1943 για Γιουγκοσλαβία, Božinov Lazo το 1944 για Γιουγκοσλαβία, Božinov Anastas το 1943 για Γιουγκοσλαβία, Božinova Sotira (με τρία παιδιά) το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Božinov Gligor το 1942 για Βουλγαρία, Jankov Dimitar το 1947, Čuleov Mihajlo το 1947 για Τσεχοσλοβακία, Počevski Mićo το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Počevska Tina (με τρία παιδιά) το 1944 για Γιουγκοσλαβία, Slankov Lazar το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Slankova Sofija το 1946 για Γιουγκοσλαβία. Επίσης οι Kurtov Hristo και Kurtev Jovan, έφυγαν αντίστοιχα το 1953 και το 1958 με διαβατήριο, για να ζήσουν με τους συγγενείς τους που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία.

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΒΑΣΑΚΟΣ, ΓΑΛΛΙΟΣ, ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΚΟΥΣΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΘΑΝΑΣΚΑ, ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΚΟΜΙΔΗΣ (3), ΚΟΥΡΤΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (2), ΛΑΖΑΡΟΥ (2), ΛΙΑΠΗΣ, ΜΑΚΑΛΤΣΕΣ (3), ΜΑΚΑΛΤΣΗΣ, ΜΑΚΡΙΔΗΣ (8), ΜΟΡΦΙΔΗΣ, ΜΠΑΝΤΙΛΑΣ (2), ΠΑΝΙΤΣΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΑΜΙΑΝΟΣ, ΠΕΡΔΙΚΑΣ, ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ, ΡΑΛΛΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΣΕΚΡΟΣ, ΣΛΙΟΥΠΚΑΣ, ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (5), ΣΩΤΗΡΙΟΥ (4), ΤΟΓΚΑΡΙΔΗΣ, ΤΟΥΡΝΑΣ, ΤΣΑΚΑΣ, ΤΣΕΡΑΜΗΣ, ΧΑΤΖΗΜΑΓΚΑΣ (4).

 

Βάμπελ / Vambel / Вамбел . Μετονομάστηκε σε Μοσχοχώρι και στη συνέχεια σε Μοσχοχώριον. Μέχρι την εγκατάλειψή του στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, αποτελούσε κοινότητα της επαρχίας Καστορίας. Γλωσσικά υπήρξε ένας αμιγώς μακεδονικός οικισμός. Οι χριστιανοί κάτοικοί του συμμετείχαν το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Ο οθωμανικός στρατός μαζί με βασιβουζούκους, προχωρώντας σε αντίποινα λεηλάτησε και έκαψε τα σπίτια τους. Στη συνέχεια το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού προσχώρησε στην εξαρχία. Οι έλληνες «μακεδονομάχοι» θεωρούσαν το Βάμπελ εχθρικό χωριό. Οικονομικοί μετανάστες που έφτασαν από εδώ στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, δήλωσαν στις εκεί αρχές, άλλοι μεν πως είναι εθνικά Μακεδόνες, άλλοι δε πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Το 1912 ζούσαν στο χωριό περίπου 750 άτομα. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης ένας αριθμός κατοίκων  μετανάστευσε από το Βάμπελ στη Βουλγαρία. Το 1928 ο πληθυσμός του οικισμού μειώθηκε στα 500 περίπου άτομα. Αυτό τον πληθυσμό, οι ελληνικές αρχές ασφαλείας χαρακτήριζαν καθ' όλη την περίοδο του μεσοπολέμου ως «ανθελληνικών φρονημάτων». Φρόντισαν επίσης  να του φερθούν με τον ανάλογο τρόπο. Κατά τη διάρκειά της κατοχής αρκετοί από το χωριό οργανώθηκαν στον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια πολλοί περισσότεροι εντάχθηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το χωριό, παίρνοντας το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Μεταπολεμικά το κράτος παραχώρησε για  βοσκοτόπια, σε ελληνόφρονες βλάχους έποικους, τις εγκαταλειμμένες εκτάσεις του χωριού.

Πηγές

Vambely, χριστιανοί ορθόδοξοι: 600 [Synvet 1878, 56].

Βάμπελι Καστορίας: «Χωρίου οικουμένου υπό 700 χριστιανών και έχοντος εκκλησίαν, σχολείον αρρένων, χάνιον, φρέαρ και κρήνας» [Σχινάς 1886, 238].

Vambeli (Vibel) [Αυστριακός Χάρτης].

Въмбелъ / Костурска каза, 650 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 266].

Vambeli (Vibel), λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Βάμπελ: «Στην επανάσταση του Ίλιντεν το 1903 πυρπολήθηκαν και τα 120 σπίτια του χωριού» [Πετσίβας, 1035].

Vambel / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 960 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 182].

Βάμπελι, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Βαμπέλι Κορυτσάς: «650 ορθόδοξοι Έλληνες υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1904» [Χαλκιόπουλος 1910, 98].

Βαμπέλι καζά Κορυτσάς, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Въмбел: Στο χωριό σχεδόν όλοι γνωρίζουν και την αλβανική γλώσσα [Силянов / Спомени].

Βαμπέλι Καστορίας, 733 άτομα (362 άρρενες και 371 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Το 1916 αναχώρησαν μαζί με τις οικογένειές τους για τη Βουλγαρία οι: Доне Кампуров, Ламбро Пуров, Циљо Машенски, Циљо Џуглов, Сотир Џуглов, Ристо Поломеров, Ване Благоев, Коста Карамешов, Безов Пандо, Митре Караискаки, Јани Хаџиев, Стао Мишовски, Поплеко, Дине Гамаков, Ѓорги Манов, Христо Манов, Иљо Ѓершов [Selo Vambel].

Βαμπέλι Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Вамбели, 127 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920, 16].

Βαμπέλι Καστορίας, 574 άτομα (224 άρρενες και 350 θήλεις) - 128 οικογένειες [Απογραφή 1920, 308].

Ρευστοποιήθηκαν 13 περιουσίες κατοίκων των χωριού που έφυγαν για τη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 198].

«Η κοινότης Βαμπελίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Μοσχοχωρίου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Βαμπέλι εις Μοσχοχώριον» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].

Μοσχοχώρι (Βαμπέλι) Καστορίας, 444 άτομα (171 άρρενες και 273 θήλεις). Υπήρχαν τρεις πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 428 και ετεροδημότες 16. Επίσης 38 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928, 287].

Βαμπέλη (Μοσχοχώρι), υπήρχαν 105 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

«Στο Βαμπέλι της Καστοριάς δάρθηκαν μέχρις αιμοπτυσίας κι ύστερα καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 10 νέοι γιατί τραγουδούσαν στη γλώσσα τους» [Ριζοσπάστης 25.11.1932, σ. 2].

«"Το 1938 φυλακίστηκα από την αστυνομία 15 μέρες γιατί τραγουδούσα σλαβομακεδονικά", διαβάζουμε στο βιογραφικό σημείωμα ενός αντάρτη του ΔΣΕ από το Μοσχοχώρι της Καστοριάς» [Κωστόπουλος, 168].

Μοσχοχώριον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 488 (237 άρρενες και 251 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 517 [Απογραφή 1940, 393].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 102 [Γρηγορίου, 151].

В'мбел: Το 1889 σύμφωνα με το Верковиќ το Βάμπελ είχε 135 οικογένειες με 656 κάτοικους. Διαχρονικά υπήρξε ένα καθαρά χριστιανικό μακεδονικό χωριό. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 71 άτομα μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Μετά την ερήμωσή του, τη δεκαετία του '50, η ελληνική εξουσία έδωσε τη γη του οικισμού ως βοσκοτόπια στους έποικους Βλάχους που είχε εγκαταστήσει η ίδια στο γειτονικό Σμάρντες (Κρυσταλοπηγή) [Симовски 1998 B, 144].

Μοσχοχώρι, 448 κάτοικοι, εκ των οποίων 430 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β [Στατιστική 1945].

Στις 13 Ιανουαρίου 1948 συνήλθε στο χωριό το πρώτο συνέδριο του ΝΟΦ, στο οποίο συμμετείχαν 500 αντιπρόσωποι [Rossos].

В'мбел: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 138 παιδιά του χωριού και 9 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 53].

Μοσχοχώριον Φλωρίνης: έρημο [Απογραφή 1951, 179].

Υψόμετρο 1280 [Υψομετρική Κατανομή, 46].

Λαογραφικά [σ. 12-123]

Κατέγραψε ο Βάσκο Καρατζάς (Записал Васко Караџа).

Πρώτη δημοσίευση «Νέα Ζωή», Απρίλης 1961.

1. Ανέκδοτα στο Βάμπελ Καστοριάς (Анегдоти от Вмбел Костурско)

Το Βάμπελ είναι ορεινό χωριό. Πέτρες και πουρνάρια. Και γι' αυτό εκεί δεν υπάρχουν ούτε χελώνες. Που να ζήσουν οι καημένες σε εκείνες τις πέτρες; Οι Βαμπελίτες δεν ξέρουν τι πράμα είναι τα ζώα αυτά που τα λένε χελώνες. (Вмбел е планинско село. Само гретки и каменја. Па затоа тамо нема ниту желки. Дека да живат кутрите во тие камениа? Вмблени не ги знае какви се тие животни, што ги викале желки).

Κάποτε, στα παλιά χρόνια, τη μέρα της Παναγίας, κανείς δεν ξέρει πως έτυχε, παρουσιάστηκε στις βαμπελίτικες γειτονιές μια χελώνα. Όταν την είδαν οι Βαμπελίτες μαζεύτηκε όλο το χωριό γύρω από τη χελώνα και είπαν ότι θα είναι η Παναγία μητέρα του Θεού που τους κάνει επίσκεψη. Κι όταν αρχίσανε να παρακαλούν και να προσκυνούν - ήταν το έλα να δεις. Άναβαν κεριά, και παρακαλούσαν το Θεό. Ακόμα και στο κόκαλο της χελώνας κόλλησαν κεριά και λαμπάδες. (Еднаш во старо време, на ден Богородица, ка се слуци никој не знае, се поиавила во вмбленските силици една желка. Та ка ми ти ја видоа Вмблени, се собра цело село околу желката, и помислиа оти таа е света Богородица, та им дошла на гости. Та кога зафатиа да се мољат и да се кланат околу неа - да те пуљи госпо. Палеа свешти и се молеа на Бога. Па дури и на коската на желката запалиа свешти и лабади).

Τρόμαξε η καημένη, και όπου φύγει - φύγει τον κατήφορο να κρυφτεί. Πήγε και κρύφτηκε στα δεμάτια στα χωράφια. Κι όταν λαμπαδιάσανε όλα κάηκαν. (Кутрата желка се уплаши, па бегај ка се бега удолу да се скрие. Ојде желката и се скри во снопјата по нивјата, цели изгореле).

Τότε οι Βαμπελίτες ακόμη πιο πολύ πίστεψαν πως η χελώνα στ' αλήθεια ήταν η Παναγία μητέρα του Θεού. Κι ακόμα πιο πολύ προσκυνούσανε και παρακαλούσανε: "Καλή μας Παναγία μητέρα του Θεού, εσύ ανάβεις, εσύ σβήνεις, εσύ Παναγία μητέρα του Θεού, να είναι δοξασμένο το όνομά σου". (Тогаа Вмблени па ешче повеќе и се кланеа со молитви: "Ти мори света Богородица, ти палиш ти гнасниш, ти мори Богородице, да ти се слави името".

2. Πως ασπρίσανε την εκκλησία οι Βαμπελίτες (Како ја побелја црквата Вмблени)

Στο Βάμπελ υπήρχε μια παλιά εκκλησία. Οι Βαμπελίτες, πιο πολύ οι γέροντες, σκέφτονταν τι να κάνουν για να δώσουν στην εκκλησία καλή όψη, να είναι όμορφη η εκκλησία τους. Να είναι άσπρη, να λάμπει. Οι Βαμπελίτες είχαν πολλά πρόβατα. Καλά πρόβατα. Σε όλη την Καστοριά φημιζόταν το βαμπελίτικο κρέας. Αλλά και το γάλα φημιζόταν. Και πολύ καλό γιαούρτι κάνανε οι Βαμπελίτες. (Во Вмбел имаше една стара црква. Вмблени, и особено старците, се мислеа ка да направе, да му даде на црквата добар вид, да му е лепа црквата. Вмблени имае многу овци. Добри овци. Во цело Костурско се славеше Вмбелското месо. Та и млекото се славеше. И потквас многу добар правеле Вмблени).

Και τους ήρθε η ιδέα να την κάνουν όμορφη την εκκλησία, να την αλείψουν με γιαούρτι. (Та му дошла мислата да ја направат убава црквата, да ја намажат со потквас).

Αφού είχανε μπόλικο γιαούρτι. Τι είναι μερικοί κάδοι γιαούρτι; Κι αρχίσανε να την αλείφουνε. Δόστου και δόστου αλείψανε την εκκλησία ολόκληρη. Κουράστηκαν πολύ οι καημένοι, αλλά γι' αυτό η εκκλησία έγινε πολύ ωραία, γυάλιζε. (Нели потквас бол имае. Шо е таму неколку каци потквас. Па звее мажи-мажи во еден ден ја намажие црквата со потквас цела одадур. Многу постанае кутрите, но затоа црквата стана многу лепа алчеше).

Το βράδυ, όταν σκοτείνιασε καθώς πήρανε χαμπάρι τα σκυλιά - το Βάμπελ είχε πάνω από εκατό σκυλιά - καθώς μαζευτήκανε γύρω από την εκκλησία γλύψε-γλύψε, γλύψανε το γιαούρτι. (Вечерата кога се стемна ка звее абер кучеништата - во Вмбел имаше повеке от сто пси - та ка се собрае околу црквата лижи-лижи, цел потквас го излизале).

Όταν σηκώθηκαν την άλλη μέρα οι Βαμπελίτες βλέπουν και τι να δουν! Η εκκλησία έμεινε πάλι τέτοια με ασοβάτιστους τους παλιούς τοίχους. (Кога станае другјо ден Вмблени, кога пуљат што да видат. Црквата си остана па каква си беше со старите стисови не намазани).

3. Τα κοντά δοκάρια (Кусите Греди)

Κάποτε οι Βαμπελίτες αποφάσισαν να χτίσουν μεγάλη εκκλησία στο χωριό. Πέτρες μπόλικες είχανε και μέσα και γύρω από το χωριό. Άρχισαν λοιπόν και χτίσανε την εκκλησία ως τη στέγη. Τώρα όμως χρειάζονται δοκάρια. Γύρω από το χωριό δεν υπήρχαν δέντρα. Τραβήξανε λοιπόν και πήγαν τρεις ώρες μακριά. Κι εκεί όμως, μετράνε ξαναμετράνε και πάλι κοντές ήταν οι βελανιδιές και οι οξιές. (Една време Вмблени решие да направат голема црва во селото. Каменја бол во селото и околу селото. Зафатие и после малку ја состишие црквата до чатиата. Ами сега за чатиата треба греди. Дрва околу селото немаше ич. Трнае и оидое три саати далеку от селото. Но и таму мере пусте, па куси бее дбиците и буките).

Και έτσι, αποφάσισαν: ας είναι κοντά τα δοκάρια, τι σαν είναι κοντά; Θα τα πάμε στο χωριό και για να μακρύνουν θα τα ρίξουμε μερικές μέρες στο λάκκο, στο νερό, και θα μεγαλώσουν. Έτσι κι έκαναν. Φέρανε τα δοκάρια στο χωριό, τα ρίξανε στο λάκκο. Τα κράτησαν όσο τα κράτησαν, όμως τα έρμα δεν μεγάλωσαν. Κι έτσι η εκκλησία έμεινε άφτιαχτη. (Тогаа решие: нека се куси гредите, што ако се куси. ќе ги занесиме во селото, па за да се издлжат ќе ги фрмиле неколку дена во виро, во водата, па тие ќе се издлжат. Така и направие. Ги донекое гредите во селото и ги фрлие во виро да се издлжат во водата. Ги подрзае колку ги подрзаа во водата, но тие пусти ич не се издлжиле, и така црквата си остана ненаправена).

4. Βαμβάκι στο βουνό του Σμάρντες (Памбук во Смрдешката планина)

Οι Σμαρντεσίτες περηφανεύονταν πάντοτε στους Βαμπελίτες πως είναι πιο έξυπνοι, ξέρουν πιο πολλά πράγματα. Οι Βαμπελίτες τους άκουγαν και ήθελαν να τους την παίξουν για την ψωροπερηφάνεια τους.(Смрдешени секога му се фалеа на Вмблени оти тие се по итри, оти знае повеке работи. Вмлени ги слушале и сакае да му ја изиграт на Смрдешени што бее теку фаљбаџи).

Πως όμως να τους την παίξουν; Τελικά το βρήκανε. (Но ка да му ја направе рапотата. На крајот идејата беше најдена).

Οι Βαμπελίτες είπαν στους Σμαρντεσίτες πως στο βουνό του Βάμπελ άρχισε να φυτρώνει βαμβάκι. Και τι βαμβάκι... έλα να δεις! Δεν προλάβαιναν να μαζεύουνε και με τα δύο χέρια. (Вмблени му рекое на Смрдешени оти во Вмбелската планина зафати да расти памбук - да те пули госпо. Не профтасве да бере со иобете раци).

Και πως έτσι, αδέλφια απορούσανε οι Σμαρντεσίτες. Γιατί δεν φυτρώνει το έρμο και στο δικό μας βουνό; (Ами ка така бре братја, се чудее Смрдешени. Зашто не расти пустио во нашата планина?)

Σιγά-Σιγά ήρθε το Φθινόπωρο. Πάνω στο Σμάρντες, ψηλά στο βουνό Σκάπετο παρουσιάστηκε μια άσπρη καταχνιά, ψιλή-ψιλή σαν βαμβάκι. Τρέξανε οι Βαμπελίτες και τους φωνάζουν: Τι στέκεστε βρε μπουνταλάδες! Δεν βλέπετε το βαμβάκι; Τρέξτε να μαζέψετε.(Ајде ајде доиде Есен. Над Смрдеш, озгора на Скапето фати рдна бела мгла, руда и честа. Затрчае Вмблени и му викат: Што сеите бре будаловци! Не го пулите памбуко? Трчите да берите).

Σκοτώθηκαν οι Σμαρντεσίτες στο τρέξιμο. Ανέβηκαν στην πιο ψηλή κορφή κι αρχίσανε να πηδάνε στην καταχνιά, ποιος να πρωτομαζέψει βαμβάκι. Πιάνουνε, πιάνουνε με τα δυο χέρια. Πιάνεται όμως η καταχνιά; Κι έτσι οι Βαμπελίτες γελάσανε τους Σμαρντεσίτες. (Се уморие Смрдесени да трче. Вјанае на нај високио врв и почнае да скоке во мглата, кој повеќе памбук да собери. Фатвај, фатвај со иобете рачи. Се фатва мглата? И така Вмблени бее само кеф, ги измамие еднаш Смрдешени).

1903-1908

Βοεβόδας της ευρύτερης περιφέρειας που υπαγόταν και το χωριό Βάμπελ ήταν ο Μήτρος Βλάχος, ο οποίος είχε υπό τη διοίκησή του 120 άνδρες [Καραβίτης, 172].

Στις 10 Απριλίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει τα ονόματα έξι συλληφθέντων προκρίτων («πάντες εισίν ορθόδοξοι») από το χωριό Βάμπελι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν για ανάκριση στο Μοναστήρι (Μπίτολα): «παπά-Χρήστος, Τύρπος Μήτρε, Πέτρε Δίνες, Νάκης Σταύρου, Ιωάννης Σταύρου και Σωτήρης Μάνου» [Δραγούμης, 76].

Στις 13 Μαρτίου 1903 το Βάμπελ επισκέφτηκε η τσέτα του Τσακαλάροφ [Δραγούμης, 62, 544].

Στις 11 Ιουλίου 1903 ο Δραγούμης γράφει πως «απελύθησαν των φυλακών οι ημέτεροι... εκ Βαμπελίου Παπά-Χρήστος (ιερεύς), Γιαννάκης Σταύρου, Πέτρος Ντίνε» [Δραγούμης, 180].

Στις 26 Αυγούστου 1903, 16 επαναστάτες που είχαν καταφύγει σε μια γειτονική σπηλιά αυτοκτόνησαν για να μην πιαστούν αιχμάλωτοι. Οι βασιβουζούκοι μπήκαν στο Βάμπελ, το πλιατσικολόγησαν και έκαψαν 120 σπίτια [Documents and Materials, έγγραφο ΙΙΙ 91].

Άγνωστος είναι ο ακριβής αριθμός των νεκρών κατοίκων κατά την επίθεση. Μεταξύ των θυμάτων βρίσκονταν ο Ставро Мошенски 108 ετών (κάηκε μέσα σε στάβλο), και η γερόντισσα Стояница 100 ετών [Кьосев - Данаилов, 253].

Στις 28 Αυγούστου 1903 στο βουνό πάνω από το χωριό συγκρούστηκε ο στρατός με τσέτα. «Εφονεύθησαν 6 κομίται και κατασχέθησαν 3 Γκρα, 1 Μαρτίνι» [Δραγούμης, 268].

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1903 «απεφυκακίσθησαν αμνηστευθέντες... εκ Βαμπελίου οι ορθόδοξοι Τύρπου Μήτρε και Σωτήρ Νάνου» [Δραγούμης, 296].

Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, αναφερόμενος, σε επιστολή του προς την πατριάρχη, στα θύματα της πατριαρχικής παράταξης αναφέρει και τον «παπά Χρήστο, ιερέα του χωριού Βαμπελίου» [Καραβαγγέλης, 66].

Σύμφωνα με πληροφορίες του σχολικού επιθεωρητή Καστοριάς Νάλτσα, τον Ιούνιο του 1904, το χωριό μπορούσε να χαρακτηριστεί «φανατικά ορθόδοξο» [Dakin, 226].

Μέχρι τα τέλη του 1905, έδρασε στην περιοχή η ομάδα του Λάκη Νταηλάκη [Βακαλόπουλος Β, 143].

Ο Μόδης μάλιστα, που είχε διαβάσει το ημερολόγιο του καπετάνιου της ελληνικής οργάνωσης, μιλάει συγκεκριμένα για δύο περιπτώσεις όπου ο Νταηλάκης στρέφεται κατά του χωριού. Τη μία φορά πιάνει αιχμάλωτους δυο χωρικούς και τη δεύτερη στέλνει επιστολή στους κατοίκους του απειλώντας να κάψει το χωριό και να τους σφάξει όλους «μικρούς και μεγάλους» [Μόδης Α, 205, 209].

Στις 29 Οκτωβρίου 1905, το σώμα του έλληνα αρχηγού Τσόντου-Βάρδα αιχμαλωτίζει έξω από το Βαμπέλι μερικές γυναίκες και παιδιά και διαπραγματεύεται με τους κατοίκους του να μπει το ελληνικό σώμα στο χωριό για να ξεκουραστεί. Οι κάτοικοι συμφωνούν να ετοιμάσουν επτά καταλύματα. Στο σημείο αυτό τελειώνει όμως ο πρώτος τόμος του ημερολογίου του Βάρδα και δεν γίνεται γνωστή η συνέχεια [Βάρδας Α, 278-279].

Στις 4 Δεκεμβρίου 1905, τηλεγράφημα του ΕΜΠΡΟΣ από τη Θεσσαλονίκη αναφέρει συμπλοκή της τσέτας του Μήτρου Βλάχου και οθωμανικού στρατιωτικού αποσπάσματος στο χωριό Βάμπελ της Καστοριάς. Ο στρατός πολιόρκησε το χωριό και πραγματοποιήθηκε πολύωρος μάχη. Οι αμυνόμενοι έκαναν χρήση χειροβομβίδων και τελικά έτρεψαν τους στρατιώτες σε φυγή. Οι τελευταίοι, σύμφωνα με το τηλεγράφημα, είχαν 65 νεκρούς και οι τσέτες 5 [ΕΜΠΡΟΣ, 5.12.1905, σ. 4].

Στο ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα, στις 8 Ιουλίου 1906 διαβάζουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που αναφέρεται στο χωριό: «Ανεχώρησαν οι ανωτέρω κομισταί των επιστολών, όπως ειδοποιήσωσι και τον Παύλον Κύρου να συναντηθώμεν την εσπέραν. Ενωρίς προσέρχεται ούτος μετά των υπ' αυτόν 10 ανδρών, αφηγούμενος τα αυτά και σκεπτόμεθα να διευθυνθώμεν εις Βάμπελι, όπως εκδικηθώμεν τον θάνατον και την προδοσίαν των ημετέρων. Ο Παύλος Κύρου ζητεί να μας συνοδεύση μέχρι του επομένου λημερίου, αλλ' όχι να λάβη μέρος εις την πράξιν, διότι θέλει, ως λέγει, να μείνη με 4-5 άνδρας και εκτελέση φόνους τινάς, άλλως δεν γνωρίζει εκεί τον τόπον. Το βέβαιον είναι ότι πλην της περί το χωρίο του αποκρύψεως μετά 4-5 άλλων, ως αλώπηξ, ουδέν άλλο είναι ικανός» [Βάρδας Β, 63].

Ο Βάρδας επανέρχεται στα κατά του Βάμπελ σχέδια του στις 19 Αυγούστου 1906, προτρέποντας τους Παύλο Κύρου και Λάκη Νταηλάκη «να κατορθώσωσι την σύλληψίν τινων εκ Βαμπελίου εργαζομένων, ως κτιστών εις παρά την Βίγλισταν χωρία, ους να φονεύσωσιν ή να φέρωσιν ζώντας, μήπως δι' αυτών κατορθώσωμεν οι συγγενείς των να μας παραδώσωσι τον συγχώριόν των πρώην οπαδόν μας και προδότην Βασίλειον Λούκρον» [Βάρδας Β, 138]

Τέλος στις 12 Απριλίου 1907 ο Βάρδας σημειώνει: «Ο καπετάν Παύλος (Ρακοβίτης) μοι γράφει την νύκτα ότι εξετάσας τους ανθρώπους, ους συνέλαβεν, εύρεν ότι είναι από Βαμπέλιον. Τους εξήτασε δε και ο εκ Ποσδιβίστης Λάμπρος, μετημφιεσμένος και υπόσχεται ότι είναι καλοί. Του απήντησα ότι και τούτο το χωρίον είναι σχισματικόν. Εξ αυτού δε δύο προδότας είχομεν μεταβάντας προς τους κομίτας κλπ. εξηγών την ιστορίαν των. Ώστε να τα λάβη υπ' όψιν και να πράξη. Σήμερον έμαθον ότι πεισθείς τους απέλυσεν. Ο ελθών όμως Ανδρίκος μοι λέγει ότι μεταβαίνουσι εις Βιτόλια, ίνα χρησιμεύσωσιν ως μηνυταί του καπετάν Λάκη Νταϊλάκη. (Τις γνωρίζει και ποίος δύναται να ελέγξη ασφαλώς) » [Βάρδας Β, 605].

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1907-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής 16 άτομα:

Theodor Gergoff, Vassil Gheorghi, Anton Janni, Cole Maoum, Nane Maoum, Anton Tandor, Nicola Traico και Konstantin Vaugal το 1907.

Douoff Fangel, Fasileff Sotir και Nostorova Stoyna το 1910.

Nicola Andanoff, Paudo Gheovgoff, Iono Lazoff, Lambro Ristoff και... Yousff το 1912.

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1905-1916 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής 30 άτομα:

Athanas Andon το 1905.

Pauda Gergo, Lambro Gluigo, Terpa Ilia, Kole Kyro, Ivan Lambro και Stojan Lasar το 1907.

Christo Argiroff, Andon Atanasoff, Naoume Atanasoff, Atanas Janakioff, Giorgi Naumoff, Petre/Cireff or Cireff Petre, Guergo Soter, Philipe Statoff, Lazo Stozanoff, Lambro Trando, Dimitri Trandoff και Vasil Traycoff το 1909.

Anton Gergoff, Giorgin Stavros και Petre Yaneff το 1910.

Vassil Aughaloff, Ditchon Lazoroff και Anotov Panda το 1912.

Krasto B. Gantschoff, Dimitri Gospodinoff και Gospodin Todoroff το 1914.

Joannis Digalas και Mihail Patsikos το 1916.

Συμμορίαι Ανταρτών εις περιφέρειαν Φλωρίνης (: πρώην μακεδονομάχων)

«Κατά πληροφορίας ασφαλείς την περιφέρειαν Φλωρίνης λυμαίνονται συμμορίαι ανταρτικαί υπό τους καπετάν Λάκην Ταϊλάκην (: Νταηλάκη), Χρύσην Δούκαν εξ Ηπείρου, Μαυρομμάτη, Αποστολίδη και καπετάν Στέφον Γρηγορίου. Αι συμμορίαι αύται προβαίνουν εις παντός είδουν βιαιοπραγίας και εκβιάσεις, ειδικώς δε επυρπόλησαν τα χωριά Βαμπέλ, Βερνίκι, Σμαρδέσι, Δέμπενι και Μπρέσνιτσα» [ΕΜΠΡΟΣ, 3.10.1916, σ. 4].

Selo Vambel - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των 459 κατοίκων του χωριού Βάμπελ το έτος 1940 (Список на жителите на село Вамбел во 1940 година).

Τα ονόματα των αρχηγών των 86 οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Јунк Пуров (4), Спиро Пуров (6), Лазо Пуров (8), Дине Пуров (8), Ристо Пуров (5), Мешенски Нумо (7), Љоровски Илија (8), Жугла Глигор (4), Стефоб Мичо (8), Рамба Ристо (4), Гапков Ѓорги (7), Љороб Васил (7), Ставров Доно (7), Рибаров Буро (6), Сомов Христо (7), Калеџиев Вангел (8), Руфов Лазо (5), Троков Спиро (8), Кичов Никола (7), Кичов Зицо (6), Кајмакомов Ѓорги (3), Фушки Христо (5), Јани Зугла (9), Тапе Илија (4), Безова Дина (2), Гане Троков (7), Троков Петре (3), Поп-димитрев Иљо (2), Панов Танас (8), Дуљов Јане (4), Дуљов Спиро (8), Руфов Петре (5), Лафазанов Тодор (5), Јамакот Лазо (3), Шагарчев Крсто (3), Чакаров Ѓорги (4), Хаџиев Ване (7), Панов Сотир (5), Кирков Ламбро (3), Панов Сотир (8), Карамеш Коста (5), Карамеш Васил (5), Камбуров Ристо (6), Нанчов Јани (4), Мачова Трпена (3), Панов Димитар (6), Панов Михал (6), Дремов Васил (5), Љороб Мичо (5), Кесиков Сотир (3), Кесиков Ристо (6), Филат Сотир (4), Филет Христо (3), Гапков Михе (12), Руфова Слава (5), Дигаров Тољо (3), Дигаров Петре (7), Дигаров Пандо (7), Башо Илија (4), Палков Јани (7), Лукровски Сотир (6), Дигалов Јани (4), Дигалов Димитар (2), Дигалов Круме (4), Дигалов Трпе (5), Нанов Танас (4), Попристов Ристо (7), Лафизанов Лазо (6), Караискаки Басил (10), Мељов Перика (4), Поџов Јане (6), Рошов Кољо (8), Рошов Пандо (8), Троков Стефо (4), Мишови Анастас (8), Мишови Ламбро (6), Лафазанов Васил (6), Фушев Ташо (4), Тарев Васил (4), Тарев Ставро (6), Султи Ламбро (6), Панов Петре (3), Панов Кољо (4), Рабушова Зоја (1), Попхристов Јане (3), Лукрова Дана (3).

Selo Vambel - φυλακισμένοι

Κατάλογος των φυλακισμένων από το χωριό Βάμπελ μεταξύ των ετών 1933-1949 από την ελληνική εξουσία (Список на затворените лица од село Вамбел од 1933-1949 година од грчките власти).

Лукрев Сотир (1933), Дигалов Трпе (1933), Троков Стево (1933), Лафазанов Лазо (1933), Жуглов Филип (1933), Пуров Трајко (1933), Панов Петро (1933), Јамакот Лазо (1933), Гапков Мељо (1933), Тарев Иљо (1933), Росов Кољо (1933), Дигалов Ѓорги (1933), Пуров Трпе (1941), Панов Сотир (1941), Панов Петре (1941), Панов Михо (1941), Љоровски Илија (1946), Љоровски Кољо (1946-1947), Гапков Миха (1946-1947), Троков Стефо (1946-1947), Караискакев Васил (1946-1947, Дигалов Петре (1946-1947), Лукрев Сотир (1946-1947), Гапков Ѓорги (1946), Фускин Ристо (1946-1947), Попхристов Ѓорги (1946-1947), Караискки Циља (1946-1947), Јамакова Дина (1946-1947), Панова Веса (1946-1947), Сомова Дина (1946-1947), Трокова Цана (1946-1947), Томичин Ристо (1946-1947), Гевкова Траица (1946-1947), Карамеш Дине (1946).

Selo Vambel - μέλη της Οχράνα

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 16 άτομα:

Калациев Вангел, Љоровски Илија, Гапков Ѓорги, Кичевски Јани, Тарев Илија, Панов Сотир, Манов Сотир, Панов Кољо, Лукрев Јани, Гапков Ило, Карамешов Коста, Лафазанов Лазо, Лаганов Круме, Тоилчев Ристо, Рошов Кољо, Троков Тодор.

Selo Vambel - μέλη του ΕΛΑΣ

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ και της ταξιαρχίας του Αιγαίου από το χωριό Βάμπελ (Список на учесниците во ЕЛАС и Егејската бригада од село Вамбел).

Σύνολο 27 άτομα:

Љоровцки Пандо, Љоровски Доне, Рошов Липо, Троков Миљо, Лукрецски Јани, Караискакев Коста, Гапков Иљо, Панов Димитар, Панов Никола, Ѓамаков Лазо, Дигалов Ѓорги, Вашов Јани, Ланов Доне, Ланов Г. Доне, Хаџиев Ристо, Шагаров Ставро, Троков Тодор, Кичов Иљо, Фушев Павле, Љонов Дуљо, Камбуров Кољо, Панов Ламбро, Кирков Ламбро, Палков Лазо, Гавков Зисо, Почов Тољо, Пуровска Цена

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Μοσχοχώρι. Στις 3.11.46 συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν: Β. Παρασκευάκη, Ν. Ρώσσος, Μ. Γάπκος, Χ. Ρούσης, Χ. Ταλίτσας, Γ. Γάπκος, Ηλιοβίτσα Γάπκου, Μητροβίτσα Πάνου, Χαλιοβίτσα Πάνου, Β. Καραϊσκάκη, Ηλιοβίτσα Τρόκα, Παρασκευή Τρόκα, Γιαννοβίτσα Τρόκα, Χριστοβίτσα Καμπούρη, Πετροβίτσα Πάνου, Λαζαρίτσα Γιάμκη, Χριστοβίτσα Γιώμου. Έγιναν περισσότερα από 20 μπλόκα και έρευνες. Υπάρχουν πάνω από 30 καταδιωκόμενοι» [σ. 48].

Selo Vambel - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ από το χωριό Βάμπελ (Список на учесниците во ДАГ од село Вамбел).

Εντός παρενθέσεως το έτος στρατολογίας, η περιοχή που πολέμησαν, ο βαθμός και ο τόπος που κατέφυγαν μετά τον εμφύλιο (όσοι επέζησαν).

Σύνολο 105 άτομα:

Сотир Пуров (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1947), Наум Машенски (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Иљо Љоровски (1947 - Γράμμος - υπαξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Банчо Љоповски (1947 - Γράμμος - αξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Атанас Љоповски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Мичо Љоповски (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Доне Жуглов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1949), Ристо Репов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Репова Мара (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ѓорги Гапков (1947 - Γράμμος - αξιωματικός - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Доне Ставревски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Стабревски Софа (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Буро Рибарски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Кристо Сомов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Лазо Сомов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Тина Сомова (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1949), Кољо Руфов (1947 - Γράμμος - υπαξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Илија Кимов (1946 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Јани Кимов (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Васил Кичевски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Ѓорги Кајмаканов (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πέθανε), Ристо Фушев (1947 - Ήπειρος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Ташо Фушев (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Павло Фушев (1946 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Доне Фушев (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Михо Зуглов (1948 - Γράμμος - οπλίτης - κατέφυγε στην Αμερική), Лена Безова (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1949), Миљо Троков (1946 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Кољо Троков (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Петре Петревски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Илија Стефов (1947 - Βίτσι), Коста Панов (1947 - Βίτσι - εφεδρικός - πρόσφυγας στην Πολωνία), Љони Дулевски (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ташо Дулевски (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ристо Дулевски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Дулевцки Лазо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Руфов Станко (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Рувов Лефтер (1948 - Βίτσι - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Лафазанов Трпе (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Лафазанова Цана (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Јамаков Лазо (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шагаров Перика (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1947), Фушев Трајко (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Панов Сотир (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Кирков Ламбро (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Панов Кољо (1945 - Βίτσι - στέλεχος του ΝΟΦ - πρόσφυγας στην Πολωνία), Манов Сотир (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Манов Доне (1946 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Манов Пандо (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Камбуров Ѓорги (1947 - Σίνιατσκο - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Кампурова Лена (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Камбурова Динка (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Љоровка Дана (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Ќасиков Трпе (1946 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Голичев Ристо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Гапков Мељо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Гапков Циљо (1946 - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Гапков Јани (1947 - Βίτσι - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Гапкова Лефтера (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Дигалов Ѓорги (1946 - Καϊμακτσαλάν - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалов И. Ѓорги (1947 - Ήπειρος - οπλίτης), Вашов Јани (1946 - Γράμμος - οπλίτης - κατέφυγε στην Αμερική), Вашов Насе (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Палков Лазо (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Палков Мичо (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Љуков Сотир (1947 - Βίτσι - αξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Лукрев Јане (1946 - Βίτσι - αξιωματικός - σκοτώθηκε το 1948), Лукрова Лефтера (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Дигалов Доне (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалов Трпе (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалов Круме (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалова Лефтера (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалова Стефа (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Лафазанов Лазо (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Караискајки Васил (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Мељов Перика (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Рошов Кољо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Рошова Софка (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Рошова Тома (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Рошова Фила (1946 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Попова Зиска (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Попова Тина (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Карамеш Ване (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Карамеш Тодор (1946 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Карамеш Лефтера (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Карамеш Евгенја (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Троков Стефо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Тарев Јани (1947 - Βίτσι - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Тарев Коста (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Султов Нико (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Султов Стојан (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Љоровска Параскева (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Љоровска Софа (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Βουλγαρία), Дигалова Тина (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Панова Цана (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Лафазанова Грка (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Рибарска Донка (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Пановска Тана (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Дигалова Бача (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Лафазанова Елена (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πέθανε), Нанчова Елена (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πέθανε), Мишовска Афродита (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Тарева Стефа (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Пурова Лефтера (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Панова Софа (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία).

Selo Vambel - σκοτωμένοι

Κατάλογος των σκοτωμένων από το χωριό Βάμπελ μεταξύ των ετών 1941-1949 (Список на погнинатите лица од село Вамбел од 1941 до 1949 година).

Εντός παρενθέσεως είναι ο τόπος και το έτος που σκοτώθηκαν.

Εδώ αναφέρονται 37 άτομα (μεταξύ τους και άμαχοι):

Пуров Сотир (Γράμμος 1947), Жуглов Доне (Γράμμος 1949), Ставревски Ставре (Γράμμος 1949), Сомова Тина (Γράμμος 1949), Бозова Лена (Γράμμος 1949), Кичов Илија (Βίτσι 1948), Кичов Васил (Γράμμος 1948), Фушкин Ристо (Καστοριά 1948), Фускин Павле (Ρούμελη 1948), Кушкин Димитар (Νάουσα 1948), Поп-Димитров Илија, Дуљов Панде (Γράμμος 1948), Дуљов Ицо (Γράμμος 1949), Лафазанов Зисо (Ήπειρο 1948), Султин Стојан (Γράμμος 1948), Тарев Коста (Σίνιατσκο 1948), Шагорев Пирика (Βίτσι 1947), Шагорев Ставре (Βίτσι 1946), Хаџиев Ристо (1945), Камвурев Кољо (Καϊμακτσαλάν 1948), Камбурев Ѓорги (Βογατσικό 1948), Карамешов Ванчо (Ήπειρο 1948), Поповски Доне (Βίτσι 1948), Кешков Пандо (Βίτσι 1947), Дигалов Ѓорги (Μέτσοβο 1948), Башов Насе (Γράμμος 1948), Лукров Јане (Βογατσικό 1948), Дигалова Лена (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Панова Димитра (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Троков Јани (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Рабушава Зоја (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Рошов Липо (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Лоровска Сога (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Троков Стефо (Ήπειρο 1948), Дигаловска Дана (Φλώρινα 1949), Фушев Доне (Βίτσι 1948), Манов Доне (Καϊμακτσαλάν 1947).

Selo Vambel - φυγάδες

Κατάλογος των φυγάδων από το χωριό Βάμπελ μεταξύ των ετών 1941-1949 (Список на пребегнатите лица од село Вамбел од 1941 до 1949 година).

Αναφέρονται οι 81 αρχηγοί των οικογενειών και εντός παρενθέσεως το σύνολο των μελών κάθε οικογένειας που πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Η λίστα αναφέρει συνολικά 419 άτομα:

Јани Пуров (3) το 1949 για Ρουμανία, Пуров Спиро (5) το 1943 για Γιουγκοσλαβία, Пуров Лазо (8) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Диме Пуров (6) το 1941 για Γιουγκοσλαβία, Ристо Пуров (3) το 1947 για Αμερική, Машенски Нумо (8) το 1949 για Πολωνία, Љоровски Илије (9) το 1949 για Ρουμανία, Жугле Глипор (4) το 1949 για Αμερική, Стефов Мичо (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Рамба Ристо (3) το 1949 για Ρουμανία, Рапков Ѓорги (8) το 1949 για Σοβιετική Ένωση, Љоров Васил (7) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Ставров Домо (6) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Рибаров Ѓуро (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Сомов Христо (6) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Калаџиев Вангел (8) το 1947 για Γιουγκοσλαβία, Руфов Лазо (5) το 1948 για Πολωνία, Трокова Цена (5) το 1948 για Πολωνία, Кичов Никола (6) το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Кичов Зисо (5) το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Кајмакамос Ѓорги (4) το 1948 για Πολωνία, Фушким Христо (3) το 1949 για Ουγγαρία, Жуглов Михал (9) το 1949 για Αμερική, Треков Јане (8) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Треков Петре (3) το 1949 για Ρουμανία, Попдимитрев Илија (3) το 1949 για Πολωνία, Панов Танас (3) το 1949 για Πολωνία, Чулов Ѓеле (3) το 1949 για Βουλγαρία, Чулов Спиро (9) το 1949 για Σοβιετική Ένωση, Руфов Петре (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Лафазанов Тодор (4) το 1949 για Ρουμανία, Јамаков Лазо (1) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Јамаков Дина (3) το 1949 για Πολωνία, Шагарев Крсто (2) το 1949 για Ρουμανία, Чакиров Ѓорги (6) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Хациев Ване (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Панов Сотир (6) το 1949 για Ρουμανία, Карамеш Коста (4) το 1949 για Ρουμανία, Камвуров Ристо (4) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Карамеш Васил (6) το 1949 για Πολωνία, Нанчов Јани (4) το 1949 για Ρουμανία, Панов Кољо (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Панов Петре (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Мечова Трпена (2) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Панов Димитар (6) το 1949 για Αμερική, Панов Михаило (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дремов Васил (7) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Љоров Михо (5) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Кесиков Сотир (3) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Кесиков Ристо (5) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Фитал Сотир (2) το 1949 για Πολωνία, Фитал Христо (6) το 1949 για Πολωνία, Гапков Михал (14) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Руфова Слава (3) το 1949 για Ρουμανία, Дигалов Тољо (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дигалов Петре (5) το 1949 για Βουλγαρία, Дигалов Пандо (3) το 1949 για Ρουμανία, Башов Илија (3) το 1936 για Αμερική, Палков Јани (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Лукровски Сотир (8) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дигалов Јани (4) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Димитар Дигалов (2) το 1949 για Πολωνία, Дугалов Круме (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дигалов Трпе (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Панос Атанас (3) το 1949 για Πολωνία, Попристов Ристо (7) το 1949 για Αλβανία, Лавазанов Лазо (5) το 1949 για Ρουμανία, Караискаки Васил (10) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Мељов Перика (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Ночов Јани (6) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Рошов Кољо (8) το 1949 για Πολωνία, Рошов Пандо (8) το 1949 για Αμερική, Троков Стефо (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Мишови Анастас (9) το 1949 για Πολωνία, Мишови Ламбро (4) το 1949 για Πολωνία, Лафазанов Васил (6) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Фушев Ташо (4) το 1949 για Πολωνία, Тарев Ставро (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Сулигов Ламбро (4) το 1949 για Σοβιετική Ένωση, Попристов Александар (2) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Лулрева Дана (1) το 1949 για Πολωνία.

 

Βίσανσκο / Visansko / Висанско. Μετονομάστηκε σε Πευκόφυτον. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Πευκόφυτο. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός της κοινότητας Αρρένων του νομού Καστορίας. Οι χριστιανοί ελληνόφωνοι κάτοικοί του δεν αναμιχθήκαν στα αιματηρά γεγονότα της περιόδου 1903-1908. Το καλοκαίρι του 1947 και μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ο ελληνικός στρατός υποχρέωσε τον πληθυσμό να εκκενώσει το χωριό. Το 1964, λόγω καθίζησης του εδάφους, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού μετοίκησαν  στον οικισμό Μανιάκοι.

Πηγές

Βήσανσκον Καστορίας: 170 χριστιανοί [Σχινάς 1886, 816].

Vizanko [Αυστριακός Χάρτης].

Висанско / Костурска каза, 160 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 268].

Vissansko / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 150 Έλληνες. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 20 μαθητές [Brancoff 1905, 182-183].

Βίσανσκον καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βύσανσκο Καστορίας, 174 άτομα (94 άρρενες και 80 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Βύσαντσκον Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Σλάτινας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Βύσαντσκον Καστορίας, 176 άτομα (82 άρρενες και 94 θήλεις) [Απογραφή 1920, 311].

«Ο συνοικισμός Βύσαντσκον της κοινότητος Χρυσής μετονομάζεται εις Πευκόφυτον» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Πευκόφυτον (Βύσαντσκον) Καστορίας, 231 άτομα (114 άρρενες και 117 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 217 και ετεροδημότες 14 [Απογραφή 1928, 288].

Πευκόφυτον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 322 (155 άρρενες και 167 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 308 [Απογραφή 1940, 394].

Висанско: Οικισμός χριστιανών Ελλήνων (Κατσαούνηδων) τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски 1998 B, 10-11].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 58 [Γρηγορίου, 151].

Πευκόφυτον, 322 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Πευκόφυτον Καστορίας: 196 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 99].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 242, 1971: 113, 1981: 37, 1991: 41, 2001: 36.

Το 1964 έγινε καθίζηση στα εδάφη του χωριού. Με απόφαση του τότε νομάρχη Μαζαράκη, οι περισσότεροι κάτοικοι μετοίκησαν στο χωριό Μανιάκοι [Νατσούλης].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 242, 1971: 113, 1981: 37, 1991: 41. Υψόμετρο 980 [Σταματελάτος, 619].

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Πευκόφυτο. Πιάστηκαν και βασανίστηκαν οι: Γ. Νίκου, Α. Νίκου, Θ. Νίκου, Δ. Λιάπης, Δ. Μπαμπούλης, Α. Κοτόπουλος, και Π. Κελεπούρης. Μπλόκα έχουν γίνει τέσσερις φορές. Αρκετές φορές το χωριό πλιατσικολογήθηκε» [σ. 40].

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΝΤΩΝΙΟΥ (2), ΖΗΣΗΣ (3), ΜΑΝΤΖΟΣ, ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, ΝΙΚΑΣ, ΝΙΚΟΥ (2), ΠΑΣΣΑΛΗΣ.

 

Βίσενι / Višeni / Вишени. Μετονομάστηκε σε Βυσσινιά και στη συνέχεια σε Βυσσινέα. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Βυσσινιά. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Βιτσίου, του νομού Καστορίας. Καταγράφεται σε φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα, στα τέλη του 15ου αιώνα. Πρόκειται για ένα γλωσσικά μακεδονικό χωριό. Οι κάτοικοί του ήταν στο σύνολο τους χριστιανοί που είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Ο πληθυσμός του συμμετείχε στις 20 Ιουλίου του 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Η στρατιωτική φρουρά του χωριού χτυπήθηκε επιτυχώς από τους ένοπλους αυτονομιστές. Λίγες μέρες αργότερα ο οθωμανικός στρατός προχώρησε σε αντίποινα και έκαψε τα περισσότερα σπίτια του χωριού. Σκότωσε επίσης επτά χωρικούς. Οι έλληνες αντάρτες θεωρούσαν το χωριό εχθρικό. Το Μάιο του 1908 τα σώματα των Δικώνυμου-Μακρή και Νίκου Ανδριανάκη επιτέθηκαν στο Βίσενι, σκότωσαν 30 κατοίκους και έκαψαν 25 σπίτια. Το 1912 ζούσαν εδώ σχεδόν 1.000 Μακεδόνες. Μετανάστες από τον οικισμό που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ δήλωσαν, στις εκεί αρχές, άλλοι πως είναι εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης μερικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 ο πληθυσμός είχε μειωθεί σε 700 περίπου άτομα. Την περίοδο του μεσοπολέμου η κρατική ασφάλεια θεωρούσε το σύνολο σχεδόν των κατοίκων, ως άτομα ανθελληνικών φρονημάτων. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αρκετοί από τους κατοίκους εντάχθηκαν στις οργανώσεις της Αριστεράς και τελικά βρέθηκαν με την πλευρά των ηττημένων. Οι πιο πολλοί από αυτούς κατέφυγαν το 1949 στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 250-300 άτομα. Η δημογραφική μείωση συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες.

 

Πηγές

Вишани / Костурско: 82 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Vissani, χριστιανοί ορθόδοξοι: 960 [Synvet 1878, 55].

Βέσιανη Καστορίας: «Χωρίον έχον 1.000 χριστιανούς, εκκλησίαν, σχολείον αρρένων, κρήνας» [Σχινάς 1886, 246].

Višeni (Višani) [Αυστριακός Χάρτης].

Вишени/ Костурска каза, 1.150 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 265].

Viseni (Visani), λειτουργία εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Vicheni / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 1.280 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με δύο δασκάλους και 101 μαθητές [Brancoff 1905, 182-183].

Βύσσιανι, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Βύσιανι Καστορίας: «950 σχισματικοί βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910, 101].

Βίσανη καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βύσανη Καστορίας, 960 άτομα (460 άρρενες και 500 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Βύσανη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Вишени, 200 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920, 19].

Βύσανη Καστορίας, 700 άτομα (241 άρρενες και 459 θήλεις) - 175 οικογένειες [Απογραφή 1920, 308].

Ρευστοποιήθηκαν 13 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 199].

«Η κοινότης Βύσανης, μετονομάζεται εις κοινότητα Βυσσινιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Βύσανη εις Βυσσινιά» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Βυσσινιά (Βύσανη) Καστορίας, 642 άτομα (249 άρρενες και 393 θήλεις). Υπήρχαν δύο πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 620 και ετεροδημότες 22. Επίσης 17 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928, 285].

Βύσσιανη, υπήρχαν 140 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Βυσσινέα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 684 (294 άρρενες και 390 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 669 [Απογραφή 1940, 391].

Вишени: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски 1998 B, 11].

Βυσσινιά, 664 κάτοικοι, εκ των οποίων 650 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β [Στατιστική 1945].

Το 1945 υπήρχαν 15 φυγάδες από τη Βυσσινιά, που είχαν περάσει στη Γιουγκοσλαβία και είχαν χαρακτηριστεί ως άτομα «με έντονη κομιτατζηδική και αυτονομιστική δράση». Ονομαστικά αναφέρεται από το χωριό ως γνωστή αυτονομίστρια η Βέρα Μπάλιου [Κολιόπουλος Β, 128, 142].

Вишени: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 159 παιδιά του χωριού και 8 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 52].

Βυσσινέα Καστορίας: 472 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 98].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 267, 1971: 260, 1981: 229, 1991: 157, Υψόμετρο 900 [Σταματελάτος, 150].

 

Λαογραφικά [182-184]

 

1. Παλάβωσε το ζουρλό - μουρλάθηκε (Залуде лудо - полуде)

Τραγούδησε ο Βάσιλ Στούμποφ από το χωριό Βίσενι Καστοριάς (Слусана от Васил Стумбов от село Вишени Костурско).

 

Παλάβωσε το ζουρλό, μωρέ, χάζεψε - Залуде лудо, море, полуде

μήτε στο σπίτι μένει, μωρέ μήτε έξω - ни дома седи, ни надвор

Δώστε του δυνατό , μωρέ, ρακί - Дајте му, море, ракија

ίσως το ζουρλό, μωρέ, να κοιμηθεί! - белким ќе лудо, море, да заспи!

Του δώσανε δυνατό, μωρέ, ρακί, - Дале му лјута, море, ракија,

πιο πολύ το παλαβό ζουρλάθηκε. - повек се лудо, море, залуде.

Δώστε του κρασί μωρέ, κόκκινο - Дајте му вино, море, црвено

ίσως το ζουρλό, μωρέ, να κοιμηθεί! - белким ќе лудо, море, да заспи!

Του δώσανε κρασί, μωρέ κόκκινο - Дале му вино, море, црвено

πιο πολύ το ζουρλό, παλάβωσε. - повек се лудо, море, залуде.

Δώστε του νεαρή , μωρέ, νυφούλα, - Дајте му млада, море, невеста,

ίσως, το ζουρλό, μωρέ να κοιμηθεί! - белким ќе лудо, море, да заспи!

Του δώσανε νεαρή, μωρέ, νυφούλα - Дале моѕ млада, море, невеста

ξάπλωσε το ζουρλό, μωρέ, δεν ξύπνησε. - Ка легна лудо, море, не стана.

 

2. Ποιος σου αγόρασε το φουστάνι (Кој ти купи фустано)

Τραγούδησε ο Τόμα Γκίλεφ από το χωριό Βίσενι Καστοριάς (Слусана от Тома Гилев от село Вишени Костурско).

 

Ώι, κοριτσάκι, της μαμάς, γλυκούλικο , - Ој, момиче мамино, цуцино,

Πάσχα γεννημένο, γεννημένο, - на Великден родено, родено,

του Άη Γιώργη βαφτισμένο. - на Гјоргјовден крстено.

Ωραίο όνομα σου βάλανε, - Лично ти име туриле,

ωραίο όνομα, Μαρία. - лично ти име, Марија.

Ώι, κοριτσάκι, γλυκούλικο της μαμάς, - Ој, момиче, мамино цуцино,

ποιος σου αγόρασε το φουστάνι; - кој ти купи фустано?

"Ε, βρε παλαβό παλικάρι, - "Е, бре лудо да младо,

μου το αγόρασε ο πατέρας σου, - купил ми го татко твој,

που θα γίνει ο πεθερός μου!" - шо ќе ми стани свекор мој!"

Ώι κοριτσάκι της μαμάς, κόκκινο, - Ој, момиче мамино, румено,

ποιος σου αγόρασε τη μαντήλα; - кој ти купи шемија?

"Ε, μωρέ παλαβό παλικάρι, - "Е, море лудо да младо,

την αγόρασε η μάνα σου, - купи ми е мајка ти

που θα γίνει η πεθερά μου!" - шо ќе ми стани свекрва!"

 

3. Βαριές πληγές από τούρκικο βόλι (Љути рани от турски куршум)

Τραγούδησε ο Μίλος Ποπ Ντίμιτροφ από το χωριό Βίσενι Καστοριάς (Слусана от Милош Поп Димитров от село Вишени Костурско).

 

Έι, καλέ γιαγιά, καλή γιαγιά, - Еј море бабо, жална бабо,

ωχ, αμάν, αμάν, - ох, аман, аман,

πες στην Ελένκα - иди кажи на Еленка

να βγει εδώ πάνω, - да излези тука горе,

ώι, λέλε, λέλε, - ој, леле, леле,

εδώ πάνω, στο δάσος, - тука горе, во гората,

κρύο νερό να φέρει, - да донеси студна вода,

κρύο νερό από το πηγάδι, - студна вода кладенчева,

από το πηγάδι, βρυσομάνα, - кладенчева, изворова,

να δροσίσει την καρδιά μου, - да олади мжко срце,

να πλύνει τις βαριές πληγές, - да измие љути рани,

βαριές πληγές ανοιχτές, - љути рани раносани

ανοιχτές από τούρκικο βόλι. - раносани турски куршум.

 

1903-1908

Σε έκθεση του στρατιωτικού ακολούθου της Γαλλίας George Dupon, διαβάζουμε: «Στις 16 (Αυγούστου 1902) στη Βίσανη, 10 χιλιόμετρα βορείως της Καστοριάς, μια συμμορία 22 ανταρτών κτύπησε απόσπασμα της τουρκικής χωροφυλακής. Σκοτώθηκαν 5, οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν, μόλις 8 κατόρθωσαν να διαφύγουν» [Δραγούμης, λδ'].

Από το χωριό Βίσενι καταγόταν ο Терпен Марков, στέλεχος των αυτονομιστών, δάσκαλος στη Θεσσαλονίκη [Силянов A].

Στις αρχές Αυγούστου 1902 πραγματοποιήθηκε στη Βίσενη συνάντηση των τοπικών αρχηγών των αυτονομιστών των περιφερειών Καστοριάς-Φλώρινας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, δέχθηκαν επίθεση από στρατιωτικό οθωμανικό απόσπασμα, το οποίο έβαλε φωτιά στο σπίτι που βρίσκονταν οι αυτονομιστές, καθώς επίσης και σε άλλα γειτονικά σπίτια. Οι αμυνόμενοι πραγματοποίησαν έξοδο, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κόλε, κάτοικος του χωριού [Dakin, 95-96].

Το ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου 1903, επαναστάτες Μακεδόνες επιτέθηκαν με επιτυχία στην οθωμανική φρουρά που στάθμευε στο χωριό [ΔΙΣ, 89].

Αυτής της επίθεσης ηγήθηκαν οι Ίβαν Πόποφ (Иван Попов) από το Σεστέοβο (Шештеово) και Βασίλ Τσακαλάροφ (Васил Чекалоров), μαζί με τους καθοδηγητές του χωριού. Η δύναμη των επιτιθέμενων ανερχόταν σε 300 άτομα. Η μάχη κράτησε τρεις ώρες και έληξε όταν οι στρατιώτες διέφυγαν, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι της νύχτας που είχε έρθει. Πέντε στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ δεν υπήρξαν απώλειες τσετών [Силянов A, 302 και Documents and Materials, έγγραφο ΙΙΙ 91].

Στις 21 Αυγούστου 1903 ο στρατός αφού πήρε πρώτα ζωοτροφές από την Καστοριά, πήγε κατευθείαν «εις Βύσανην, χωρίον σχισματικόν, την οποίαν κατεύκασεν» [Δραγούμης, 601].

Από τα 200 σπίτια του χωριού μόνο 13 δεν κάηκαν. Σκοτώθηκαν οι κάτοικοι: Дине Исков (65 ετών), Гиле Сотиров (73 ετών), Сито Бакрачев (81 ετών), Поп Коцо (70 ετών), Келе Лејка (60 ετών), Дино Калков (85 ετών) [Documents and Materials, έγγραφο ΙΙΙ 91].

Επίσης δολοφονήθηκε κυνηγημένος στο δάσος, από ένα λοχία και δυο στρατιώτες, ο εβδομηντάχρονος Гиле Гилев [Силянов A, 422].

Στις 26 Αυγούστου 1903 ο Δραγούμης γράφει: «Εν Βύσσανη και Μπόλας επί του όρους Βίτσι συμπλοκή εγένετο. Οι λυσταντάρται υπέστησαν πολλάς απώλειας, τα γυναικόπαιδα οδηγήθησαν υπό του στρατού και ετράφησαν» [Δραγούμης, 254].

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1903 σύμφωνα με είδηση νομαρχιακής εφημερίδας, παραδόθηκαν στις αρχές 29 επαναστάτες με τα όπλα τους από το χωριό Βύσσιανη [Δραγούμης, 330].

Στις 20 Μαΐου 1905 τα σώματα των Γιώργου Δικώνυμου-Μακρή και Φιλώτα (Φιλόλαος Πηχεών) μετά από επίθεση στην Πρεκοπάνα, ανέβηκαν στο Βίτσι όπου έπιασαν αιχμάλωτους 18 χωρικούς, οι μισοί από τους οποίους ήταν από το χωριό Βίσενι και οι άλλοι μισοί από το χωριό Μπλάτσα.

Ο Μόδης περιγράφει ως εξής το γεγονός: «Μακρής και Πηχεών είχαν μια παράξενη αλλά χαρακτηριστική διαφορά της εποχής, που την έλυσαν με σολομώνειο σοφία. Είχαν πιάσει κάμποσους χωρικούς από δυο χωριά της Καστοριάς, που ήταν τώρα στην απόλυτη κυριαρχία των κομιτατζήδων και είχαν γίνει κρησφύγετά τους. Γύριζαν απ' το παζάρι του Μοναστηρίου. Ο Μακρής ήθελε να τους "πελεκήσει". Ο Πηχεών έφερε αντιρρήσεις. Συμβιβάστηκαν. Τους χώρισαν σε δυο ομάδες και πήρε ο καθένας από μία. Εκείνοι που έπεσαν στη μερίδα του Πηχεών γύρισαν στα χωριά και στα σπίτια τους. Οι άλλοι... Ήταν ριζικό τους» [Μόδης Β, 280].

Ο ίδιος ο Μακρής, μιλάει για το ριζικό των 18 αιχμαλώτων: «Στις 20 περίπου Μαΐου του 1905 έπιασα στην κορυφογραμμή του Βιτσίου μαζί με το Φιλώτα δεκαοχτώ Βουλγάρους κομιτατζήδες προπαγανδιστές από τα χωριά Βουλγαρομπλάτσι και Βίσσανη. Τότε όμως διαφωνήσαμε ο Φιλώτας κι εγώ. Εκείνος ήθελε να μη τους σκοτώσουμε, κι εγώ επέμενα να τους σκοτώσουμε. Αποφασίσαμε λοιπόν να τους μοιράσουμε. Εγώ πήρα τους εννιά που ήταν από το Βουλγαρομπλάτσι, φανατικό βουλγαρικό χωριό, και τους αποκεφάλισα αμέσως. Ο Φιλώτας επήρε άλλους εννιά από το χωριό Βίσσανη και τους άφησε ελεύθερους. Όταν αποκεφαλίζαμε τους Βουλγάρους, ο Φιλώτας είχε κρυφτή, για να μη βλέπη το θέαμα» [Μακρής, σ. 96].

Σε έγγραφο του προξένου Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκη προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, διαβάζουμε πως τον Ιανουάριο του 1906 δολοφονήθηκε κοντά στην Καστοριά ένα μέλος του αντίπαλου κομιτάτου «εκ Βυσίνης», από εκεί μέλη του εκτελεστικού της ελληνικής οργάνωσης της πόλης [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 51, 26/1/1906].

Το ΕΜΠΡΟΣ πληροφορεί στις αρχές Φεβρουαρίου τους αναγνώστες του, πως στις 29 Ιανουαρίου «εις την επαρχίαν Καστορίας και εν τω χωρίω Βισάνι εφονεύθη εις διαβόητος κομιτατζής» [ΕΜΠΡΟΣ, 2.2.1906, σ. 4].

Η ίδια εφημερίδα τον Δεκέμβριο του 1906 δίνει την είδηση για μη επιτυχή έρευνα στρατιωτικού αποσπάσματος στο χωριό, προς ανεύρεση τσέτας. Από τα γραφόμενα γίνεται φανερό πως υπήρχε στο χωριό καταδότης που είχε ενημερώσει τόσο τις οθωμανικές αρχές όσο και την ελληνική οργάνωση για τη θέση της κρυψάνας και την τσέτα: «Εις το σχισματικόν χωρίον Βύσσανι της επαρχίας Καστορίας ευρίσκετο ο διαβόητος λήσταρχος Κούζος μετά της συμμορίας του. Στρατιωτικόν απόσπασμα σπεύσαν εκύκλωσε την οικίαν εντός της οποίας ευρίσκετο ο Κούζος μετά των συμμοριτών του. Στρατιώται δε εισελθόντες εις την οικίαν επεχείρησαν έρευναν, αλλ' ουδένα ευρόντες ήρξαντο ανασκάπτοντες το έδαφος εις τον σταύλον, όπως ανακαλύψωσιν υπάρχοντα εκεί κρυψώνα, εν ω είχον κρυβή οι κομιτατζήδες. Ανέσκαψαν επί αρκετήν ώραν το έδαφος, αλλ' ουδέν ανακαλύψαντες ανεχώρησαν άπρακτοι. Αν είχον την υπομονήν ολίγον ακόμη να ανασκάψωσι το έδαφος προς πάχνην θα ανεκάλυπτον τον κρυψώνα και ούτω θα κατεστρέφετο και ο Κούζος και οι συμμορίται του» [ΕΜΠΡΟΣ, 15.12.1906, σ.4].

Στις 3 Οκτωβρίου 1907 ο Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του πως η ελληνική οργάνωση είχε όντως στρατολογήσει στις τάξεις της «τον Θωμά Χρήστου εκ Βίσανης» [Βάρδας Β, 966].

Στα τέλη Φεβρουαρίου όπως προκύπτει από δύο ειδήσεις του ΕΜΠΡΟΣ πρέπει να πραγματοποιήθηκε συμπλοκή μεταξύ τσέτας και στρατιωτικού αποσπάσματος μέσα στο χωριό Βίσενι (αναγράφεται ως Βιχάνι Καστορίας και Βίνανι Καστορίας). Κατά τη σύγκρουση υπήρξαν τόσο νεκροί, όσο και αιχμάλωτοι «κομιτατζήδες» [ΕΜΠΡΟΣ, 26.2.1908, σ. 4 και 2.3.1908, σ. 3].

Το χωριό Βίσενι δέχεται ελληνική επίθεση την Άνοιξη του 1908. Ο Βλάχος σημειώνει: «Τολμήσασαι ελληνικαί συμμορίαι προσβάλουν κατά Μάιον (1908) τα χωρία της περιφερείας Κορεστίων Βύσανην και Κωστενέτσι, τα οποία εθεωρούνται μέχρι τούδε απρόσιτα, κατόπιν δε αντιστάσεως, την οποίαν προέβαλον οι κάτοικοι, πυρπολούνται οικίαι και φονεύονται οι ένοικοι αυτών, μεταξύ των οποίων και γυναίκες» [Βλάχος, 512].

Η επίθεση αυτή έγινε στις 26 Μαΐου 1908 από τα σώματα του Γιώργου Δικώνυμου-Μακρή και του Νίκου Ανδριανάκη. Οι Έλληνες σκότωσαν 30 εξαρχικούς κατοίκους και έκαψαν 20 σπίτια. Τα σώματα έφυγαν όταν τους επιτέθηκε στρατιωτικό απόσπασμα, το οποίο και σκότωσε τους αντάρτες Κώστα Κριθαρά Βασίλη Στυλιοδάκη [Τσάμης, 415. Dakin, 484. ΔΙΣ, 289. Βακαλόπουλος Β, 336].

Την επίθεση αυτή την περιγράφει και ο ίδιος ο Μακρής:

«Κατά το σούρουπο της άλλης μέρας αναχωρήσαμε για το Βίτσανι κι έπειτα από μιάμιση ώρα βρισκόμαστε απέξω. Εκεί πετύχαμε καμιά δεκαριά χωριάτες Βουλγάρους, άντρες και γυναίκες, τους οποίου πήραμε μαζί μας και τους είπαμε να προπορεύονται για να μπούμε στο χωριό. Κι αυτό το χωριό βρίσκεται σε ένα λεκανοπέδιο και περιστοιχίζεται από ισχυρούς λόφους. Ένα τέταρτο απόσταση από εκεί κατά τον νοτιά βρισκόταν δύο στρατιωτικές σκηνές, στις οποίες έμεναν 60 στρατιώται, μέσα δε στο χωριό βρισκόνταν και 10 έφιπποι χωροφύλακες, που περνούσαν τυχαίως από αυτά τα μέρη. Εμείς όλα αυτά δεν τα ξέραμε, ούτε μας είχαν πει τίποτα και οι χωριάτες που πιάσαμε. Μόλις λοιπόν μπήκαμε, οι Τούρκοι άρχισαν να μας πυροβολούν και οι χωριάτες τότε πήραν θάρρος κι άρχισαν να φωνάζουν για να ξεσηκώσουν το χωριό εναντίον μας. Τότε διέταξα και τους καθαρίσανε όλους. Πολεμούσαμε μισή ώρα, εν τω μεταξύ όμως είχαμε αρχίσει να βάνωμε φωτιά και στα σπίτια. Αλλά σε λίγο έφτασε κι άλλος στρατός από την Καστοριά και τότε αναγκαστήκαμε να αποσυρθούμε, επειδή φοβηθήκαμε να μη μας κυκλώσουν. Σε αυτή τη μάχη σκοτωθήκανε δύο από τους άνδρες του Ανδριανάκη. Ο Β. Στυλιοδάκης, Κρητικός, και ο Αθηναίος Κωνσταντίνος Κριθαράς, επιλοχίας της μουσικής, και οι δύο γενναία παιδιά, και πληγώθηκε ένας. Από τους κατοίκους σκοτώθηκαν 25 άνδρες και γυναίκες, κάηκαν δε καμιά εικοσαριά σπίτια» [Μακρής, 172-173].

Η είδηση για την επίθεση στο χωριό Βίσενι δημοσιεύεται και στην εφημερίδα Times του Λονδίνου. Εδώ γίνεται λόγος για δολοφονία οκτώ γυναικών και δύο ανδρών και τον τραυματισμό δύο γυναικών [The Times, June 10, 1908].

Λίγες μέρες αργότερα η εφημερίδα ανεβάζει τον αριθμό των θυμάτων σε δεκατρείς νεκρούς (εννέα άνδρες και τέσσερις γυναίκες) και τέσσερεις τραυματίες (όλοι άνδρες) [The Times, June 15, 1908].

Τελικά οι Times επανέρχονται στην ελληνική επίθεση στο χωριό Βίσενι με περισσότερες λεπτομέρειες: «Ένα άλλο επίτευγμα των Ελλήνων στην περιοχή αυτή ήταν μια επίθεση από ένα σώμα περίπου 30 ή 40 ανδρών, υπό το γνωστό Καπετάν Μακρή, στο χωριό Vishani στις 7 Ιουνίου (νέα ημερομηνία). Πριν την είσοδο στο χωριό, σκότωσαν εννέα γυναίκες που εργάζονταν στα χωράφια. Στο χωριό σκότωσαν τέσσερις άνδρες, τραυμάτισαν τρεις γυναίκες και έβαλαν φωτιά σε τέσσερα σπίτια, αλλά η περαιτέρω καταστροφή εμποδίστηκε μερικώς από τρεις περαστικούς χωροφύλακες που άνοιξαν πυρ» [The Times, July 3, 1908]

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1903-1911 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής 14 άτομα:

Mitre Stayan το 1903.

Christoff Iote και Spiros Tirpoff το 1905.

Constantin Christoff, Pando Damianoff, Gani Ganas, Vassil Goleff, Mitre Kostoff, Damian Marceoff, Gheorghi Pando και Ivan Vasileff το 1907.

Alanas Vasileff το 1909.

Nicola Christoff το 1910.

Ghighor Anasthasoff το 1911.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1906-1923 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής 36 άτομα:

Petroff Kanzan, Christo Kastoff και Anastas Krsteff το 1906.

Yovan Dimitri, Panajoti Kirste, Damian Kouzman, Nichola Mitre, Petre Pando, Yovan Vasil και Nicoli... ... Stoyanoff το 1909

Thomas Hristoff και Athanasoff Kouzman, Stoyan Comeff, Spiro Dimitroff, Turpen Gheorghieff, Ivan Illeheff, Ghiorgi Marcoff, Dimitri Placoff, Hadjioff Spiroff, Anastas Toleff, Anastas Vassileff το 1910.

Panaydt Christoff, Ghiorgi Dimitroff και Hristo Nicoloff το 1911.

Nicola Pando το 1912.

Pandelis... Constant., Anastas Constantin..., Gligor Cosina το 1913.

Kristo Anastas, Petro Pando, Andrea Stefanos, Yanni Tryfos, Stefo Vassoliff το 1914.

Cosmas Pastenaris το 1915.

Dina Agas και Maria Naoumes Ognenos το 1923.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Βυσσινιά. Σκοτώθηκε μετά τη Βάρκιζα από χωροφύλακες του εκεί σταθμού χωροφυλακής χωρίς αιτία η Ελένη Τσιούλου. Φυλακίστηκαν το Σεπτέμβρη 1946 οι: Α. Τάσσος, Π. Λούρος, Κ. Κάλκος, Χ. Δρούγος, Α. Καρατόλης, Θ. Τσιάπας. Εξορίστηκε ο Α. Λεκίμης. Βασανίστηκαν με ξυλοδαρμό από χωροφύλακες οι: Δ. Κλιάφας, Λ. Σπύρος, Π. Σπύρος, Α. Πούφης, Πίλκα Πούφκα, Δημητρούλα Πούφκα, Δημητρούλα Κάλκου, Ν. Περνίκης, Α. Σιόλου, Δ. Ήλκου, Α. Ήλκου, Μ. Ήλκου, Καλλιόπη Παρτσενάρη, Μ. Μέλιου, Ευδοξία Μέλιου, Άγνω Πάσου, Ι. Ανδρέου. Καταδιωκόμενοι δημοκρατικοί 15. Κάηκαν με όλα τα υπάρχοντά τους το Σεπτέμβρη 1946 τα σπίτια: Α Πάντσιου, Σ. Σπάσου, Κ. Σιόλου, Γ. Κάλκου, Ν. Μέλιου, Κ. Παρασκευάρη, Γρ. Τάσκου, Γ. Ανδρέου, Ν. Μίλκου, Γρ. Τσιούλη» [46-47].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΔΡΕΟΥ (3), ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΓΕΡΓΙΝΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΓΚΙΚΑΣ, ΔΙΚΑΙΟΛΑΚΟΣ, ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΚΑΣΑΡΗΣ, ΚΑΦΕΤΖΗΣ, ΚΟΥΝΟΥΠΗΣ, ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, ΜΑΣΣΙΝΗΣ, ΜΗΛΙΟΣ (2), ΜΠΑΡΠΑΛΙΟΣ, ΜΠΑΤΣΙΟΣ, ΝΑΒΑΚΟΣ, ΠΑΝΤΣΙΟΣ (3), ΠΑΠΑΤΟΛΗΣ, ΠΑΠΠΟΥ, ΡΕΣΑΙΚΟΣ (2), ΡΕΣΙΝΗΣ, ΣΕΚΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ (2), ΣΙΔΟΣ (2), ΣΙΩΠΟΒΟΥ (2), ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΤΟΣΚΟΣ, ΤΟΤΟΝΙΔΗΣ, ΤΡΑΙΑΝΟΣ, ΤΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΤΣΙΤΣΙΑΣ (2).

 

Βιτάνι / Vitani / Витани. Μετονομάστηκε σε Βοτάνι και στη συνέχεια σε Βοτάνιον. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος του νομού Καστορίας. Οι χριστιανοί ελληνόφωνοι κάτοικοί του δεν αναμιχθήκαν στα αιματηρά γεγονότα της περιόδου 1903-1908.

 

Πηγές

Vicani [Αυστριακός Χάρτης].

Витанъ / Костурска каза, 80 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 80].

Βιτάνι: εξελληνισμένο βουλγάρικο χωριό [Δραγούμης].

Βητάνη: Ελληνικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Ελληνικόν κατά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Γλώσσα ελληνική. Υπάρχουν 12 ελληνικαί οικογένειαι (101 ψυχαί). Λειτουργία ενός ελληνικού αρρεναγωγείου με ένα διδάσκαλο [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Βιτάνι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βυτάνη Καστορίας, 107 άτομα (59 άρρενες και 48 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Βυτάνη Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Χρούπιστας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Βιτάνιον Καστορίας, 99 άτομα (48 άρρενες και 51 θήλεις) [Απογραφή 1920, 311].

«Ο συνοικισμός Βίτανι της κοινότητος Αμμουδάρας μετονομάζεται εις Βοτάνι» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Βοτάνι (Βιτάνιον) Καστορίας, 107 άτομα (60 άρρενες και 47 θήλεις). Υπήρχαν δύο πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 86, ετεροδημότες 20 και ένας αλλοδαπός [Απογραφή 1928, 284].

Βοτάνιον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 141 (71 άρρενες και 70 θήλεις) [Απογραφή 1940, 390].

Витан: Οικισμός χριστιανών Ελλήνων (Κατσαούνηδων) τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски 1998 B, 11].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 21 [Γρηγορίου, 150].

Βοτάνι, 136 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Βοτάνιον Καστορίας: 103 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 98].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 91, 1971: 54, 1981: 78, 1991: 71. Υψόμετρο 630 [Σταματελάτος, 141].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Βοτάνι. Κακοποιήθηκαν πολλές φορές οι οικογένειες των ελασιτών Κ. Νασοπούλου, Δ. Δόλα, Λυσιμάχου Παπαδοπούλου. Μπλοκαρίστηκε το χωριό πολλές φορές και πάρθηκαν πολλά τρόφιμα για τη συντήρηση των μοναρχοφασιστικών συμμοριών. Φυλακίστηκαν και αποφυλακίστηκαν οι: Κ. Νασιόπουλος, Τ. Νασιόπουλος, Π. Κολιόπουλος, Σ. Γιαννακόπουλος, Ι. Γιαννακόπουλος, Ι. Γιαννακόπουλος, Θ. Σιδηρόπουλος, Π. Διαμαντόπουλος και Χ. Διαμαντόπουλος. Συνελήφθηκε και κρατείται στις φυλακές Καστοριάς ο Λυσίμαχος Παπαδόπουλος στέλεχος του ΕΛΑΣ, κατηγορούμενος σαν "οχρανίτης". Σκοτώθηκε από ένοπλους μοναρχοφασίστες, στις αρχές του Οκτώβρη 1946 ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, μεσάνυχτα, μέσα στο σπίτι του. Πολλοί δημοκρατικοί για να αποφύγουν τις διώξεις αναγκάστηκαν να εκπατριστούν» [52].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΣΑΡΗΣ, ΚΙΤΣΙΟΣ, ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΚΟΤΤΑΣ (2), ΚΟΥΤΣΟΜΙΧΑΣ, ΚΥΡΙΑΖΙΔΗΣ, ΜΙΧΑΛΑΚΑΣ, ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ (4), ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ , ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΣΤΕΡΓΙΟΥ, ΤΕΡΨΟΠΟΥΛΟΣ.

 

Βίτσιστα / Vičišta / Вичишта. Μετονομάστηκε σε Νίκη. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος του νομού Καστορίας. Μέχρι το 1924 ζούσαν εδώ περίπου 300 μουσουλμάνοι Αλβανοί, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν από τη χώρα. Στη θέση τους το ελληνικό κράτος εγκατέστησε 130 πρόσφυγες από τον Πόντο.

 

Πηγές

Βίτσιστα Καστορίας: 150 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Večišta [Αυστριακός Χάρτης].

Вичища (Вичани, Вицани) / Костурска каза, 160 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900].

Βίτσιστα Καστορίας: «200 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Βίτσιστα καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βύτσιστα Καστορίας, 303 άτομα (164 άρρενες και 139 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Βύστιστα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Ζαμπύρδενη [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Вичишта, 35 σπίτια μουσουλμάνων Αλβανών [Милојевић 1920].

Βύτσιστα Καστορίας, 318 άτομα (171 άρρενες και 147 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Βίτσιστα γραφείου Καστορίας, έγινε καθαρά προσφυγικός οικισμός. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 38 προσφυγικές οικογένειες (131 άτομα) [ΕΑΠ].

Βίτσιστα, μουσουλμανικός οικισμός, έφυγαν 35 οικογένειες μουσουλμάνων (250 άτομα) και ήρθαν 40 οικογένειες προσφύγων: μία από τη Μικρά Ασία και 39 από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 45 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 1.966 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

Βύτσιστα Καστορίας, 123 άτομα (55 άρρενες και 68 θήλεις). Υπήρχαν 121 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (54 άρρενες και 67 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 122 και ένας ετεροδημότης [Απογραφή 1928].

Βύτσιστα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 261 (131 άρρενες και 130 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 49 [Γρηγορίου].

Вичишта: Οικισμός μουσουλμάνων Αλβανών το 1912. Οικισμός χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Βύτσιστα, 260 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Βύτσιστα Καστορίας: 214 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Διά διατάγματος της 11.5.54 μετωνομάσθη Νίκη (ΦΕΚ 101, τ. Α΄ 1954).

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 206, 1971: 107, 1981: 65, 1991: 69, 2001: 55.

Υψόμετρο 900 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

 Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΓΟΥΡΖΟΥΛΙΔΗΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΚΩΤΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΣΙΜΠΛΙΔΗΣ.