Skip to main content

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Γ-Ε

 

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Γ-Ε

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Γιανόβενι / Janoveni / Јановени. Μετονομάστηκε σε Γιαννοχώριον. Στην απογραφή του 2001 ήταν ένας μικρός οικισμός του δήμου Νεστορίου, του νομού Καστορίας. Για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο είχε ερημώσει. Ήταν ένα χριστιανικό χωριό που βρισκόταν πάνω στο Γράμμο, σε υψόμετρο 1.030 μέτρων. Οι κάτοικοί του είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι περισσότεροι τους ωστόσο γνώριζαν ελληνικά και αλβανικά. Ήταν ένα χωριό πιστό στο πατριαρχείο. Το 1912 είχε πληθυσμό περίπου 500 άτομα. Ο ίδιος αριθμός κατοίκων υπήρχε και το 1928. Το χωριό κάηκε δύο φορές. Μία στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο και μία στην κατοχή από τους Γερμανούς. Αρκετοί από εδώ εντάχθηκαν στις αριστερές οργανώσεις. Στο τέλος του εμφυλίου ο οικισμός εγκαταλείφθηκε. Πολλοί κάτοικοί του κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Γιαννοβένι Καστορίας: «Χωρίον έχοντος 240 χριστιανούς» [Σχινάς 1886].

Janoveni [Αυστριακός Χάρτης].

Яновени / Костурска каза, 490 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Jannoveni, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Yanoveni / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 448 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 30 μαθητές [Brancoff 1905].

Γιαννόβαινι, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Γιανόβαινι Καστορίας: «485 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γιανοβένι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Το χωριό ήταν πατριαρχικό και κάηκε κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο [Силянов / Спомени, 579].

Γιαννοβαίνη Καστορίας, 436 άτομα (192 άρρενες και 244 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γιανοβαίνη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Ζαγάρι και Λειβάδι [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Јановени, 80 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γιαννοβαίνη Καστορίας, 416 άτομα (157 άρρενες και 259 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Γιαννοβαίνης, μετονομάζεται εις κοινότητα Γιαννοχωρίου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γιαννοβαίνη εις Γιαννοχώριον» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].

Γιαννοχώρι (Γιαννοβαίνη) Καστορίας, 481 άτομα (186 άρρενες και 295 θήλεις). Υπήρχαν δύο πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 456, ετεροδημότες 19 και αλλοδαποί 6 [Απογραφή 1928].

Γιαννοχώριον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 467 (194 άρρενες και 273 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 154 [Γρηγορίου].

Јановени: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Το χωριό Яновене κάηκε το 1942 από τους Γερμανούς [Мичев].

Γιαννοχώριον, 460 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Γιαννοχώριον Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].

Στην απογραφές του 1991 και του 2001 απογράφηκαν αντίστοιχα εδώ 24 και 17 άτομα.

Υψόμετρο 1040 [Υψομετρική Κατανομή].

 

1903-1908

Στις 22 Ιουλίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει πως το Γιαννόβενι είναι ένα από τα λίγα «βουλγαρόφωνα» χωριά που «δεν επεσκέφθησαν αι συμμορίαι» [Δραγούμης, 196].

Αναφορά στους κατοίκους του χωριού, υπάρχει σε επιστολή του ανθρώπου της ελληνικής οργάνωσης παπά Σταύρου Τσάμη από το Πισοδέρι, προς τον Παύλο Μελά, Ο παπα-Σταύρος μεταξύ άλλων σημειώνει σχετικά: «Οι κομίται τώρα δραπετεύουν εις Ελλάδα, και διά τον Τσακαλάρωφ λέγουν ότι θα αναχωρήση με τους υλοτόμους εκ Γιαννοβένης, διά τούτο πρέπει να προσέχη η Αστυνομία» [Δραγούμης, 618].

Στις 20 Ιουλίου 1906 το σώμα του Τσόντου-Βάρδα μπαίνει για πρώτη φορά στο πατριαρχικό μακεδονικό χωριό. Ο έλληνας αρχηγός σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Αναχωρούμεν και μετά 3 ώρας φθάνομεν εις Γιαννόβενην, ης προθύμως εξέρχονται οι κάτοικοι, μόλις ειδοποιήθησαν, είναι κάλλιστον ημέτερον χωρίον. Καθήμεθα ολίγον προ της εκκλησίας, πίνομεν ύδωρ και μετά λημεριάζομεν εις το απέναντι δάσος» [Βάρδας Β, 77].

Μια βδομάδα αργότερα η ελληνική ομάδα ξαναμπαίνει στο χωριό. Οι κάτοικοι φοβούνται ότι η παρουσία της ελληνικής ομάδας θα προκαλέσει οθωμανικά αντίποινα: «Ανεχωρήσαμεν τέλος διά Γιανόβενην, όπου μόλις εφθάσαμεν ο μουχτάρης, εξελθών μας έφερα την καταστροφήν, ότι δήθεν ο στρατός θα έλθη να κυκλώση το χωρίον, διότι το έχουσιν υπό δυσμένειαν οι οθωμανοί ώστε να μη σταματήσωμεν ουδέ στιγμήν να πίωμεν ύδωρ» [Βάρδας Β, 87].

Από το Γιανόβενι ήταν ο οπλαρχηγός Μπέλος, ο οποίος στρατολογήθηκε από το Βάρδα. Ο Μπέλος και οι άντρες του φέρονταν στους χωρικούς της περιοχής «ως κλέφτικα μπουλούκια» [Βάρδας Β, 111-112].

Ο ίδιος ο Μπέλος χαρακτηρίζεται από τον έλληνα αρχηγό σαν «αγράμματος, δειλός και όλως ανίκανος, εάν μη και φιλοβούλγαρος» [Βάρδας Β, 140].

Επίσης η ελληνική οργάνωση είχε συγκροτήσει ομάδα υπό την αρχηγία του Ισιδώρου Σιδέρη από το χωριό Γιανόβενι, η οποία δρούσε το 1908 στην περιοχή Πόπολε Καστοριάς [ΔΙΣ, 287].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Γιαννοχώρι. Ξυλοκοπήθηκαν οι: Ν. Κατσαμάνης, Η. Κουνέλας. Φυλακίστηκαν οι: Ν. Χατζής, Δ. Μίσιος, Η. Γραβάλας, Α. Σιούκας».

 

Γκάλιστα / Gališta / Галишта. Μετονομάστηκε σε Ωμορφοκκλησιά και στη συνέχεια σε Ομορφοκκλησιά. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αγίας Τριάδος, του νομού Καστορίας. Ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων. Το σύνολο του πληθυσμού είχε ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι χριστιανοί είχαν διχαστεί σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Αρκετοί κάτοικοι συμμετείχαν στο αυτονομιστικό κίνημα και γνώρισαν στη συνέχεια τα αντίποινα της οθωμανικής διοίκησης αλλά και της ένοπλης ελληνικής οργάνωσης. Μετανάστες από τη Γκάλιστα που έφτασαν στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις αμερικανικές αρχές, άλλοι πως ήταν εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως ήταν εθνικά Βούλγαροι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 350 χριστιανοί και 400 μουσουλμάνοι. Μέχρι το 1924 οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν περίπου 350 γηγενείς Μακεδόνες και 120 πρόσφυγες. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου αρκετές οικογένειες γηγενών, λόγω της πολιτικής δράσης τους, κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Galista, χριστιανοί ορθόδοξοι: 900 [Synvet 1878].

Γκάλιστα Καστορίας: «Χωρίου οικουμένου υπό 400 χριστιανών και 250 Οθωμανών, έχοντος δε αρχαίαν βυζαντινήν εκκλησίαν» [Σχινάς 1886].

Gališča [Αυστριακός Χάρτης].

Галища / Костурска каза, 600 χριστιανοί Βούλγαροι και 160 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Galista, λειτουργία πατριαρχικής εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Galichta / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 720 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με δύο δασκάλους και 41 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκάλλιστα, μικτό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό μετά. Εκ των 80 οικογενειών προσήλθαν οι 30 [Έγγραφο 4278].

Γκάλιστα: «Η εκκλησία από του 1902 κατείχετο υπό των Βουλγάρων. Η πλειοψηφούσα όμως μερίς των κατοίκων μετά το σύνταγμα προσήλθεν επισήμως εις την ορθοδοξίαν χειροτονηθέντος και έλληνος ιερέως. Η εκκλησία κατέχεται υπό των Βουλγάρων» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Γκάλλιστα Καστορίας: «228 ορθόδοξοι Έλληνες, 180 βουλγαρίζοντες και 350 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκάλιστα καζά Καστορίας, μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκάλιστα Καστορίας, 763 άτομα (397 άρρενες και 366 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκάλιστα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Δρανίτσι και Ραδιγκόσδη [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Галишта, 95 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 55 μουσουλμάνων Σλάβων [Милојевић 1920].

Γκάλιστα Καστορίας, 596 άτομα (270 άρρενες και 326 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Γκαλίστη γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 32 προσφυγικές οικογένειες (118 άτομα) [ΕΑΠ].

Γκάλλιστα, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 40 οικογένειες μουσουλμάνων (400 άτομα) και ήρθαν 45 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 34 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 2.144 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

«Η κοινότης Γκαλίστης, μετονομάζεται εις κοινότητα Ωμορφοκκλησιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γκάλιστα εις Ωμορφοκκλησιά» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Ωμορφοκκλησιά (Γκάλιστα) Καστορίας, 406 άτομα (157 άρρενες και 249 θήλεις). Υπήρχαν 113 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (48 άρρενες και 65 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 391, ετεροδημότες 9 και αλλοδαποί 6 [Απογραφή 1928].

Γκαλίστα (Ωμορφοκκλησιά), υπήρχαν 82 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 81 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών και μία αλβανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Ομορφοκκλησιά Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 569 (250 άρρενες και 319 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 149 [Γρηγορίου].

Галишта: Οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Ωμορφοκκλησιά, 569 κάτοικοι, εκ των οποίων 280 ήταν σλαυόφωνοι [Στατιστική 1945].

Галишта: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 21 παιδιά του χωριού και 3 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 50-52].

Ομορφοκκλησιά Καστορίας: 270 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 251, 1971: 153, 1981: 87, 1991: 109, 2001: 47.

Υψόμετρο 800 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Τα πρώτα στελέχη των αυτονομιστών στο χωριό ήταν οι Манјо Лјондовски, Горги Рисино και Целе Теофичејно [Selo Gališta].

Στις 5 Μαΐου 1903 ο οθωμανικός στρατός σκότωσε 15 αυτονομιστές στην Γκάλιστα [Dakin, 131].

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει πως χωρικοί από το χωριό Γκάλιστα παραδώσανε τα όπλα τους στην κυβέρνηση [Δραγούμης, 272].

Τον Ιούλιο του 1905 επτά χριστιανοί κάτοικοι του χωριού Γκάλιστα, δολοφονήθηκαν από άγνωστους, ενώ επέστρεφαν στο χωριό τους από το βδομαδιάτικο παζάρι της Χρούπιστας [ΣΚΡΙΠ, 25.7.1905, σ. 3 και 28.7.1905, 6. 3].

Το Φεβρουάριου του 1906 βρέθηκε σκοτωμένος έξω από το χωριό ο πατριαρχικός Γ. Θεμελής [ΕΜΠΡΟΣ, 6.3.1906].

Το «σχισματικό» χωριό Γκαλιστά επανήλθε στην ορθοδοξία «κατόπιν των ενεργειών του οπλαρχηγού Ζάκα» το Μάιο 1907 [ΕΜΠΡΟΣ, 24.5.1907, σ. 4].

Τέλος στα τέλη Οκτωβρίου 1907 γίνεται γνωστό πως ένας κομιτατζής, ονόματι Μανιός, σκοτώθηκε από κάποιο οθωμανό στη Γκάλιστα [ΕΜΠΡΟΣ, 31.10.1907].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Το 1907 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής τρία άτομα:

Cuzma Janas, Dimitre Constantin και Vanil Sterio.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1910-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής εννέα άτομα:

Jan Paskal, Manol Hristo, Nikolas Hristo, Janako Stila, Vassil Nasse, Cosma Ghiorghi, Steris Sascaloff το 1910.

Leonidas Dimitroff Kushaff το 1912.

Ilia Naco το 1913.

 

Selo Gališta - κάτοικοι 1940

Κατάλογος 446 κατοίκων του χωριού Γκάλιστα το έτος 1940 (Список на жителите на село Галишта во 1940 година).

Τα ονόματα των αρχηγών 78 οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Кочо Ајновски (9), Гиро Илиевски (2), Илиа Илиевски (5), Фоти Илиевски (5), Фота Паигану (4), Коле Скамангов (9), Ване Јовков (7), Мичо Колокатранов (5), Ристо Колакатранов (2), Стрио Колокатранов (5), Петро Трповски (4), Насо Трпвцки (7), Коле Начевски (4), Фоти Костовски (6), Коле Пасковски (11), Гиро Гуанишев (7), Горго Димирков (5), Стево Папагјанушев (7), Горго Папагјанушев (5), Мичо Папанушев (5), Мичо Михаловски (7), Митра Папаганева (1), Гиро Папаганов (5), Митко Андреевски (5), Стерио Андреевски (7), Коле Карапов (5), Ристо Расов (8), Никола Андреев (7), Фоти Темелков (5), Михали Радос (5), Пандо Андреевски (7), Трпо Терезијов (7), Насо Терзијов (6), Стефо Терзиов (6),Кале Терзиов (11), Ленка Дубовска (2), Нумо Стамбулџиев (7), Вангел Андреев (6), Коле Кичевски (7), Коле Миновски (6), Ламбро Влахов (4), Кузо Влахов (4), Стерио Логов (9), Зиска Врапчевска (1), Гани Караганов (8), Пандо Неновски (3), Ристо Влахов (8), Коле Драгатов (5), Михо Благата (6), Стево Логов (4), Васил Ганушев (9), Горго Ландов (6), Доне Денебуков (9), Васил Лапчев (5), Кузо Лаков (6), Панагот Лаков (5), Насе Лаков (3), Тимко Кировски (8), Сидери Мишов (4), Никола Типов (7), Глигор Насков (8), Васил Драгота (6), Ристо Костов (6), Андов Палашев (5), Павло Палашев (6), Ташо Палашев (8), Ване Ајновски (6), Ване Палашев (5), Кало Насков (2), Насо Живков (5), Кало Доковски (7), Мањо Даковски (8), Доне Костовски (7), Вангел Митушев (5), Петро Ѓ. Ѓанушев (6), Петро Ѓанушев (1), Пандо Папазисов (5).

 

Selo Gališta - μέλη της Οχράνα (1942-1943)

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 13 άτομα:

Христо Кочов, Андон Лјаков, Паскал Терзиев, Атанас Папазисовски, Атанас Кировски, Ване Аиново, Панде Папазисовски, Паскал Папазисовски, Ламбро Папазасовски, Трпе Папазисовски, Динка Мисоска, Ицо Костовски, Атанас Лјаковски.

 

Selo Gališta - μέλη του ΕΛΑΣ (1943-1945)

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ (Список на учесниците во ЕЛАС).

Σύνολο 4 άτομα:

Горги Лјондов, Коста Костандиновски, Никола Марковски, Пандо Тодоровски.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Ομορφοκκλησιά. Ξυλοκοπήθηκαν οι: Λ. Τέρπου, Δ. Παπαϊωάννου, Α. Παπαϊωάννου, Φ. Ηλιού, Α. Παπαζήσης, Γ. Παπαζήσης, Α. Παλάσης, Π. Γιαννούσης, Α. Λιάκου. Όλοι αυτοί κακοποιήθηκαν από ένοπλους της μοναρχοφασιστικής συμμορίας του καπετάν Ανδρέα. Φυλακίστηκαν οι: Γ. Κωνσταντινίδης και Γ. Αναστασιάδης, Γ. Σαββίδης και Μ. Ανδρέου. Το χωριό μπλοκαρίστηκε 3 φορές από κρατικά όργανα και ένοπλους μοναρχοφασίστες κατά διάφορα χρονικά διαστήματα».

 

Selo Gališta - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού (1947-1949)

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 6 άτομα:

Илија Палаш, Димитри Типо, Тодор Папазис, Петро Јануш, Васил Јануш, Саве Спировски.

 

Selo Gališta - φυγάδες

Κατάλογος των φυγάδων από το χωριό Γκάλιστα μεταξύ των ετών 1941-1949 (Список на пребегнатите лица од село Галишта од 1941 до 1949 година).

Αναφέρονται οι 22 αρχηγοί οικογενειών και εντός παρενθέσεως το σύνολο των μελών κάθε οικογένειας που πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Η λίστα αναφέρει συνολικά 80 άτομα:

Για Τσεχοσλοβακία (Во Цешка): Васил Јануш (3), Зоица Палас (3), Петро Јануш (4).

Για Πολωνία (Во Полска): Илија Костовски (4).

Για Σοβιετική Ένωση (Во СССР): Дора Попазисоски (3), Илија Балас (3).

Για Βουλγαρία (Во Бугарија): Глигор Папазисовски (6), Манјо Палаш (4), Ставре Кочоски (5), Колукотрони Штерјо (3), Пандо Папазисовски (3), Паскал Папзисовски (3), Ламбро Папазисовски (3), Трпе Терзеивски (3), Атанас Лјаковски (4), Динка Мишока (5), Ицо Кастовски (3).

Για Γιουγκοσλαβία (Во Југославија): Зоица Јануш (3), Атанас Папазисовски (4), Андон Палажов (3), Вангел Костовски (5), Горги Аинис (3).

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΙΝΗΣ, ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ (2), ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (2), ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ (2), ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ, ΗΛΙΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (2), ΛΙΩΓΟΣ, ΜΗΡΤΣΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, ΠΑΛΑΣΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΑΠΑΛΑΜΠΡΟΥ, ΡΑΠΤΗΣ, ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ, ΤΥΠΟΥ, ΧΑΤΖΗΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ.

 

Γκάμπρες / Gabreš / Габреш. Εξελληνίστηκε σε Γαβρέσι και στη συνέχεια σε Γάβρος. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Κορεστίων, του νομού Καστορίας. Το σύνολο του των κατοίκων του είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Ήταν επίσης χριστιανοί ορθόδοξοι. Μέχρι το 1903 σχεδόν όλοι πέρασαν σταδιακά στην εξαρχική παράταξη. Πολλοί από το Γκάμπρες συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν. Στο χωριό μπήκαν τα σώματα του Παύλου Μελά και του Γιώργου Τσόντου-Βάρδα. Μετανάστες από το Γκάμπρες που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ δήλωσαν στις εκεί αρχές, άλλοι πως είναι εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 650 άτομα. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης μερικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 ζούσαν στον οικισμό σχεδόν 470 Μακεδόνες. Οι αρχές ασφαλείας θεωρούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων ως άτομα ανθελληνικών φρονημάτων. Την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, άτομα από το χωριό εντάχθηκαν στις αριστερές οργανώσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς κατέφυγαν τελικά σαν πολιτικοί πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταξύ των απογραφών 1981 και 1991, οι πιο πολλοί κάτοικοι του Γάβρου μετοίκησαν στο Νέο Οικισμό.

 

Πηγές

Γκάμπρες: Γκαμπρέσι Καστορίας: «Χωρίον έχον 300 χριστιανούς και εκκλησίαν» [Σχινάς 1886].

Gabreš [Αυστριακός Χάρτης].

Габрешъ / Костурска каза, 455 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Gabres, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γάβρεση: «Το 1902 κατοικούνταν από 62 εξαρχικές και 28 πατριαρχικές οικογένειες, οι οποίες μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, δήλωσαν προσχώρηση στην εξαρχία» [Γούναρης].

Gabreche / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 600 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 53 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκαμπρέσι: «Εκηρύχθη σχισματικόν οριστικώς τω 1903» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Γκαμπρές Καστορίας: «318 ορθόδοξοι Έλληνες διατελούντες υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1906» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γαμπρέσι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γαμπρέσι Πρεσπών, 648 άτομα (323 άρρενες και 325 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γαμπρέσι Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Габреш, 100 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γαβρέσι Καστορίας, 509 άτομα (201 άρρενες και 308 θήλεις) - 112 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν οκτώ περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

«Η κοινότης Γαβρεσίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Γάβρου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γάβρεσι εις Γάβρος» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Γάβρος (Γαβρέσι) Καστορίας, 405 άτομα (178 άρρενες και 227 θήλεις). Υπήρχαν 7 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (4 άρρενες και 3 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 400, ετεροδημότες 4 και ένας αλλοδαπός. Επίσης 67 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Γαβρέσιον (Γάβρος), υπήρχαν 88 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Γάβρος Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 384 (185 άρρενες και 199 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 390 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 94 [Γρηγορίου].

Габреш: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912, όσο και το 1940 [Симовски].

Γάβρος, 355 κάτοικοι, εκ των οποίων 340 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 35. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 35. Παρατηρήσεις: Έφυγαν με Γκότσεφ [Στατιστική 1945].

Γνωστοί κομμουνιστές και αυτονομιστές από το χωριό ήταν ο Ναούμ Πέιος και ο Μιχάλης Κεραμιτζής [Κολιόπουλος Α, 157, 159, 168, 257 και Β, 140, 160].

Στις αρχές του 1946 υπήρχαν 40 κάτοικοι του χωριού, φυγάδες στη Γιουγκοσλαβία, λόγω της αυτονομιστικής τους δράσης [Κολιόπουλος Β, 128].

Габреш: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 87 παιδιά του χωριού και 5 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 50-52].

Γάβρος Καστορίας: 447 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 107, 1971: 75, 1981: 91, 1991: 10, 2001: 7.

Υψόμετρο 810 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Οθωμανοί στρατιώτες και βασιβουζούκοι λεηλάτησαν την Άνοιξη του 1902 το χωριό: «Αι οθωμανικαί αρχαί, πλην της διώξεως των συμμοριών, αι οποίαι έδρων εις τας ευρωπαϊκάς επαρχίας της Τουρκίας, εξετράπησαν εις βιαιότητας και ωμότητας εναντίον του ιθαγενούς βουλγαρικού και βουλγαροφρονούντος στοιχείου της Μακεδονίας, περί της εκτάσεως και του χαρακτήρος των οποίων μαρτυρεί η διαρπαγή του χωρίου Γαβρέσι και η πυρπόλησις του χωρίου Σμαρδέσι της Καστορίας κατά Απρίλιον (1902)» [Βλάχος, 269].

Το Μάιο του 1903 ο Τσακαλάροφ και 35 άνδρες του βρήκαν κατάλυμα στο Γκάμπρες [Δραγούμης, 122].

Στις 16 Μαρτίου 1904, Ο Παύλος Μελάς και οι αξιωματικοί Αλέξανδρος Κοντούλης, Αναστάσιος Παπούλας και Γεώργιος Κολοκοτρώνης, μαζί με τους άνδρες που τους συνοδεύουν στη διερευνητική αποστολή τους, βρίσκονται στο χωριό Γκάμπρες. Ο Μελάς περιγράφει εκτενώς σε επιστολή προς τη γυναίκα του Ναταλία όσα είδαν, είπαν και έπραξαν οι ελληνες αξιωματικοί στο χωριό:

 «Η ώρα είναι 3 το πρωί όταν φθάνομεν εις τον μύλον τον επί του ποταμού του ρέοντος έξω από το Γαβρέσι και κατά μήκος της δημοσίας οδού Μοναστηρίου. Εξυπνούμεν τον μυλωνάν και μας οδηγεί εις το χωριό. Εισερχόμεθα κατ' αρχάς εις το σπίτι της οικογενείας ενός των παλληκαριών του Κώτα. Μας ανοίγει την αυλόθυραν μία νέα χωρική η οποία μας φωτίζει με δάδα. Η αυλή είναι αρκετά μεγάλη. Μέσα της τρέχουν σαν τρελά πλήθος μικρών γουρουνιών, κατσικιών και αρνιών που εξυπνήσαμεν και ετρόμαξαν. Εις τον εξώστην του χαγιατιού προβάλουν λογιών λογιών τρομαγμένα γυναικόπαιδα, γέροντες, γριές, νέοι, παιδιά, καμιά δεκαπεντεριά. Μόλις αναγνωρίζουν τον Κώταν αμέσως γέλια και χαρά διαδέχονται την ανησυχίαν. Είναι απερίγραπτος η ευτυχία που προκαλεί η παρουσία και επάνοδος του Κώτα. Τον λατρεύουν όλα αυτά τα χωριά, διότι πράγματι εμπόδισε, διά της παρουσίας του και μόνον, τους Βουλγάρους να τα ψευδοεπαναστατήσουν και έτσι τα έσωσαν από την καταστροφήν των Τούρκων.

Ανερχόμεθα και ημείς εις το χαγιάτι και τα "ντόμπρο βέτσερ" (καλησπέρα) των γυναικών (δεν γνωρίζουν λέξιν ελληνικά) και τα "καλώς ωρίσατε αδέλφια" των ανδρών δίνουν και παίρνουν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα γουρουνάκια, με τα σκυλάκια, τα κατσικάκια και τα προβατάκια, αποτελούν μια καλήν πατριαρχικήν οικογένειαν...

Επί τέλους βλέπομεν ότι είναι πάρα πολύ πολυμελής διά να μείνωμεν εκεί και ο Κώτας μας χωρίζει εις τρία μέρη και μας ορίζει τρία καταλύματα. Αυτός, ημείς και ο Πύρζας πηγαίνομεν εις ενός προύχοντος το σπίτι. Έχει δύο πατώματα, είναι μάλλον μεγάλη εκ χώματος και ξύλων οικοδομή, της οποίας το μέσον αποτελεί ένα υπόστεγον χωριζόμενον δι' ενός πατώματος. Εις το ισόγειον έχουν στάβλους, τας αποθήκας κλπ. Εις το πρώτον πάτωμα είναι τα δωμάτιά τους και εις το χαγιάτι έχουν τους εργαλειούς των, μαγειρεύουν, πλύνονται (είναι καθαρώτατοι). Ημάς μας οδηγούν εις ένα καθαρώτατον λευκόν δωμάτιον με λαμπράν φωτιά. Εις την μεγάλην γωνιά καίουν τρεις κορμοί δένδρων, είναι δε στρωμένον με παχυτάτους τάπητας εγχωρίους. Μας φέρουν καφέ και κοιμώμεθα αμέσως.

Σήμερα εξύπνησα εις τας 8 π.μ. Μας φέρουν καφέ... Εις τας9 1/2 πηγαίνω με τον Κολοκοτρώνην εις το σχολείον του χωριού. Τούτο κατέχει ένα αρκετά μεγάλον αλλά πτωχικόν δωμάτιον εις τον πρώτον όροφον ενός παλαιού σπιτιού και θερμαίνεται από σιδηράν θερμάστραν. Ολόγυρα είναι θρανία επί των οπίων κάθονται αρκετά στοιβαγμένα 50 περίπου αγόρια και εις το άκρον ενός θρανίου 6-7 κορίτσια ως 11 ετών. Ένας μαύρος ξύλινος πίναξ είναι το μόνον κόσμημα της τάξεως. Ο διδάσκαλος είναι νέος 25-30 χρόνων, κοντός, αμούστακος, κόκκινος, με ανοικτήν και έξυπνον φυσιογνωμίαν. Μισθοδοτείται από την Μητρόπολιν 15 λίρας το έτος. Είναι έγγαμος και έχει 3 παιδιά. Τα γράμματα τα έμαθεν εις τον Παρνασσόν, όταν επί δεκαετίαν εχρημάτισε πηλοφόρος εις τας Αθήνας. Ομιλεί αρκετά καλά τα ελληνικά. Αφού πρώτον του εδείξαμεν ενδιαφέρον διά το άτομόν του και διά την εργασίαν του, τον συνεχάρημεν διά την τάξιν την οποίαν ετήρει. Και τωόντι, μόλις εισήλθομεν εις την τάξιν, όλοι εσηκώθησαν και εκάθησαν μόνον όταν τους διέταξεν ο διδάσκαλος. Αν και ήσαν 50 τον αριθμόν, δεν ηκούετο κανείς θόρυβος εις την τάξιν. Τα χέρια και πρόσωπά των ήσαν καθαρά, ως επίσης και τα βιβλία και τα τετράδιά των. Εβάλαμεν 2-3 παιδιά να αναγνώσουν και εδιάβασαν τελείως καλά, αλλά δεν εννοούσαν όλα όσα εδιάβαζαν. Κατόπιν τους έκαμεν από αυτήν την παναθεματισμένην τεχνολογίαν, την οποίαν επίσης εγνώριζαν καλά. Τον συνεβουλεύσαμεν να μη κοπιάζη αυτός και τα παιδιά με την ευλογημένην αυτήν πληγήν των παιδιών, αλλά να τους κάμνη ομιλίας. Έπειτα υπαγόρευσα εις ένα την εξής φράσιν: "Ο Έλλην πρέπει να είναι καλός πατριώτης διά να ελευθερώση την πατρίδαν" και την έγραψεν αρκετά καλά. Όταν εφεύγαμεν, έδωκεν ο Γιώργος εις τον διδάσκαλον ένα χρυσό πεντόφραγκον, εγώ δε ένα μετζίτι διά να μοιράση εις τα παιδιά και όταν ήλθε να μας αντεπισκεφθή εις το σπίτι μας, του εδώσαμεν άλλο ένα, ενώπιον των προυχόντων, διά να αγοράση χαρτί διά το σχολείον. Του παρεστήσαμεν το ύψος της αποστολής του και τον απεχαιρετήσαμεν.

Όταν επεστρέψαμεν ήτον η ώρα του φαγητού. Πριν στρώσουν, ήλθε μια νέα με μίαν χαλκίνην λεκάνην και ισταμένη προ εκάστου εξ ημών μας έχυνε νερό διά να νίψωμεν τα χέρια μας. Διά το πρόγευμα, επί του σιφρά, εκτός του αφθονωτάτου κρασιού, δεν είχε τίποτε άλλο από τρεις πήτες, την μίαν επάνω σεις την άλλην. Η πρώτη ήτο καμωμένη με αραβόσιτον, αυγά και γάλα, η δευτέρα με τυρί και η τρίτη με κρομμύδια και άλλα χορταρικά. Σε βεβαιώ ποτέ δεν έφαγα και έπια τόσον.

Το απόγευμα περί τας 5 μ.μ., κατόπιν προσκλήσεως του Κώτα, συγκεντρώθησαν εις το δωμάτιόν μας 12 προύχοντες. Εις αυτούς ζωηρότατα, ευγλωττότατα και πειστικώτατα - μετέφρασε (στους αξιωματικούς) ο Πύρζας - ωμίλησε μακεδονικά, ο Κώτας. Τους είπε πολλά, αλλά περιορίζομαι να σου ειπώ ότι ήσαν όλα σύμφωνα με τας ιδέας μας, ο δε τόνος της φωνής του και το ύφος του έδεικνυον ότι τα έλεγε ειλικρινώς. Όλοι οι προύχοντες ενθουσιάστηκαν και συμφώνησαν με τον Κώταν. Μετά τον Κώταν τους ωμίλησεν ο Αλέκος (Κοντούλης) με τη συνήθη βαθείαν του λογικήν και φρόνησιν, επίσης δε και πολλοί άλλοι τους ωμίλησαν πολύ ωραία εις τρόπον ώστε ν' αυξήσουν τον ενθουσιασμόν των. Εγωιστικώς φερόμενος θα σου κάμω μίαν μικράν περίληψιν του λόγου τον οποίον εξεφώνησα προ της μακεδονικής αυτής βουλής, διά να γνωρίζης υπό ποίον πνεύμα ομιλώ εις τους αδελφούς μας. "Αδελφοί, ημείς που ήλθαμεν από τας Αθήνας διά να σας βοηθήσωμεν, εφέραμεν μαζί μας μόνον αγάπην, πατριωτισμόν και παλληκαριά. Με αυτά μόνον και με τα όπλα, που θα σας φέρωμεν αν τα θελήσετε, θα σας βοηθήσωμεν να υπερασπισθήτε κατά των ατιμιών των Τούρκων. Ημείς δεν θα σας βιάσωμεν να μας ακολουθήσετε, όπως σας έκαμαν οι Βούλγαροι. Αυτοί σας ανάγκαζαν να πωλήτε και τα βώδια σας διά να τους δώσετε χρήματα δι' όπλα. Αλλά αφού έπαιρναν τα χρήματά σας, όχι μόνον όπλα δεν σας έδιδαν, αλλά το καλοκαίρι διά της βίας σας εσήκωσανμόνον και μόνον διά να δείξουν εις την Ευρώπην ότι η Μακεδονία είναι βουλγαρική και ολόκληρος επανεστάτησε. Και αφού έκαμαν έτσι το κέφι τους, άφησαν τους Τούρκους και έκαψαν τα χωριά σας. Ημείς όπλα θα δώσωμεν δωρεάν εις όσους μας ζητήσουν. Αλλά και εκείνους που δεν θα μας ζητήσουν, θα τους αγαπώμεν και θα τους προστατεύωμεν. Ημείς δεν θα βγάλωμεν μάτια, ούτε αυτιά θα κόψωμεν, ούτε θα κρεμάσωμεν κανένα. Αλλά, ένας δικός μας άμα δολοφονήται, αμέσως θα σκοτώνωμεν ένα ένοχον εχθρόν, Δεν θα κρυπτώμεθα, όπως οι άτιμοι Σαράφωφ, Τσακαλάρωφ και λοιποί. Αλλά θα πολεμούμε στήθος με στήθος και πρώτα θα πέφτωμεν ημείς και έπειτα εσείς. Η πολιτική μας εφέτος είναι η εξής. Πρέπει να εμποδίσωμεν τους Βουλγάρους να κάμουν πάλιν κακουργήματα και την ιδίαν περσινήν ψευδοεπανάστασιν. Διότι ο κόσμος όλος κονεύει να πιστεύση ότι εδώ μέσα μόνον Βούλγαροι είναι. Αυτό πρέπει να γίνη εφέτος. και του χρόνου εργαζόμεθα διά την ελευθερίαν κλπ. κλπ.". Βεβαίως αυτός ο πολιτικός λόγος δεν είχε αξιώσεις, αλλά λεγόμενος με τόνον και ελικρίνιαν δεν ημπορεί παρά να τους έκαμεν εντύπωσιν. Η συνάθροισις διελύθη και απεκομίσαμεν αμφοτέρωθεν λαμπράς εντυπώσεις. Σε βεβαιώ ότι θα ήθελα να παρευρίσκεσο εις την συνάθροισιν αυτήν.

Όλοι οι προύχοντες (ομιλούν όλοι κάλλιστα τα ελληνικά) εκάθοντο κάτω σταυροπόδι, από το ένα μέρος του δωματίου. Από το άλλο ημείς επίσης σταυροπόδι. Ο Κώτας με την φανταστικήν στολήν του (φορούσε ένα είδος τουρκικής στολής), γονατιστός ενώπιόν των τους ωμιλούσε με πολύν ενθουσιασμόν και πολλήν διπλωματίαν διά τα διάφορα ζητήματά μας. Όταν έφθασεν εις το ζήτημα της ελευθερίας τους έκαμε την εξής ευφυεστάτην παραβολήν. "Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Εκλέξατε εσείς ποίον θέλετε. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν. Είναι δρόμος που βαστά 30 ημέρας και είναι γεμάτος αγκάθια που θα μας γδάρουν ως που να φθάσωμεν εκεί. Ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα εις 3 ημέρας και είναι ωραίος και καθαρός".

Αφού έφυγαν οι άνθρωποι, εκαθήσαμεν και ημείς και εφάγαμεν καλά, πολύ ευχαριστημένοι από την υποδοχήν. Όλοι μας απήντησαν ότι πιστεύουν αληθινά ότι ημείς θα τους δώσωμεν ασφάλειαν εφέτος και του χρόνου ελευθερίαν. Εις τας 10 την νύκτα εφύγαμεν διά την Ρούλιαν, την πατρίδα τού Κώτα. Οι χωρικοί μας προσέφεραν μουλάρια και εξεκινήσαμεν μ' ένα καιρόν εξαίσιον" [Μελάς, 238-243].

Στις 8 Νοεμβρίου 1904 ο υπολοχαγός Γιώργος Κατεχάχης (Ρούβας), που μόλις είχε μπει στη Μακεδονία με το σώμα του, ως ο νέος αρχηγός των ελληνικών ομάδων μετά το θάνατο του Μελά, έλαβε επιστολή από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη που τον πληροφορούσε να προσέχει γιατί στο χωριό Γκαμπρές των Κορεστίων βρισκόταν ο Μήτρος Βλάχος με τους άντρες του [Καραβίτης, 144].

Ο Κατεχάκης θα βρεθεί κάποια στιγμή αργότερα κοντά στο Γκάμπρες και ο Δημήτρης Νταλίπης που βρισκόταν στο σώμα και καταγόταν από εκεί, θα του προτείνει να μπουν στο χωριό. Ο Καούδης όμως απέτρεψε την είσοδο, καθώς θεωρούσε το χωριό εχθρικό και την ενέργεια επικίνδυνη [Καραβίτης, 168].

Στο Γκάμπρες θα μπει για λίγο ο Καραβίτης με την ομάδα του, πάλι μετά από προτροπή του Νταλίπη, που επιθυμούσε «να κάμη την εμφάνιση του ως καπετάνιος» στους συγχωριανούς του [Καραβίτης, 246].

Σύμφωνα με λίστα που βρίσκεται στο αρχείο του Τσόντου-Βάρδα, στο Γκαμπρέσι δεν υπήρχε «πλην του αδελφού του Νταλίπη ουδείς άλλος ημέτερος» [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 17-19].

Στο ίδιο αρχείο, σχετικά με τα φρονήματα των κατοίκων του Γκάμπρες, βρίσκουμε την εξής πληροφορία: «... εις το Γκαμπρέσι, όπου και ο τελευταίος ημέτερος και άλλοτε διδάσκαλος Γκίζος ανεχώρησε δι' Αμερικήν» [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 4].

Ο Γιώργος Μακρής θεωρούσε τον Παπαμήτρο εκ Γάβροβου, ως έναν από τους προδότες-υπεύθυνους για το θάνατο του Παύλου Μελά [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 6].

Στις 29 Αυγούστου 1905 ο Τσόντος-Βάρδας μπαίνει με το σώμα του στο Γκάμπρες. Διαβάζουμε σχετικά στο ημερολόγιό του: «Καθ' όλην την ημέραν μένομεν άνευ ουδεμίας ειδήσεως. Προς το εσπέρας μεταβαίνει ο Νταλίπης εις το χωρίον του, προειδοποιεί και μετέβημεν, πολλοί χωρικοί μας υποδέχονται μετά φαινομενικής προθυμίας, η οποία άγνωστον κατά πόσον είναι αληθής, διότι πρώτη φοράν γίνεται εις Ελληνικόν σώμα. Τοποθετούμεν σκοπούς εις τα διάφορα σημεία και διανεμόμεθα εις τας οικίας ανά 6 όπως φάγωμεν διότι είμεθα εντελώς νηστικοί. Επειδή δε είναι του Αγίου Ιωάννου (Νηστευτού) δεν ευρίσκει τις μαγειρευμένον τίποτε και καταφεύγομεν εις σαλάτας κ.τ.ό. Μοι λέγουσιν ότι οι κομίται ειδοποίησαν διά γυναικών ότι θα έλθωσιν εις το χωρίον, δεν δίδω πολλήν πίστην, εν τούτοις διά παν ενδεχόμενον εξέρχεται ο Γ. Κλάπας και ο Π. Γύπαρης μετά των υπ' αυτόν και καταλαμβάνει επίκαιρον θέσιν. Συνομιλώ μετά διαφόρων και την νύκτα εξερχόμεθα του χωρίου» [Βάρδας Α, 206-207].

Ο Βάρδας με τους άντρες του λημεριάζει κοντά στο χωριό. Την άλλη μέρα, στις 30 Αυγούστου 1905, γράφει στο ημερολόγιό του: «Ατυχώς ένεκα αμελείας ή παρεξηγήσεως ο Νταλίπης δεν κατόρθωσε να μας εύρη σφακτά και οι άνδρες δεν έφαγον κρέας, από της 24ης, εισί δ' ως εκ τούτου εξανλημένοι εκ των συχνών πορειών. Διά τούτο πάντες γογγύζουσι κατά τούτου, δεν είχεν έλθει δ' ακόμη μέχρι της μεσημβρίας ο άρτος όν παρήγγειλα να ζυμώσωσιν εκ καθαρού αλεύρου σίτου, πληρώσας δι' αυτό. Αποφασίζω να μεταβώσι 3 άνδρες εις το χωρίον και ο Νταλίπης μετά του συγχωρίου του αντάρτου Μήτσου ίνα εύρωσι κρέας, παρασκευάσωσιν αυτό και την εσπέραν κατέλθομεν να δειπνήσωμεν. Μόλις ανεχώρησαν οι ανωτέρω έφθασεν ο άρτος και ύδωρ, διότι δεν έχει εις το λημέρι, υπό 2 γερόντων κομισθέντα. Γράφω έκθεσιν του 2ου 15ημέρου του παρελθόντος μηνός και επιστολήν εκτεταμένην διά Βιτόλια αισιοδοξών διά τα Κορέστια, Ενώ όμως σχεδόν είχον περατώσει ταύτας, ακούονται σφοδροί πυροβολισμοί εκ των υπερκειμένων Δυτικών ορέων Σμαρδεσίου, εις ους ανταποκρίνονται οι σκοποί ημών. Δράττομεν τα όπλα και τρέχομεν προς την κορυφήν, οι πυροβολισμοί είναι πολλοί καθ' όλην την κορυφογραμμήν, άπαντες επαναληπτικών όπλων. Ομοίως ακούονται τοιούτοι και εις το χωρίον, όπου νομίζομεν ότι είναι στρατός και ίσως επυροβόλησε τους μεταβάντας διά το φαγητόν εκεί. Μετά πολλού κόπου ανερχόμεθα την απότομον και βραχώδη κλιτύν, φθάνομεν τινες, ολίγοι όμως, εις την οφρύν, ο ατρόμητος όμως Γ. Κλάπας πρώτος ανέρχεται εκ του αριστερού άκρου εις το υψηλότερον σημείον και αμέσως βάλλεται υπό ενεδρεύοντος κομίτου δεξιόθεν εις την καρδίαν και πίπτει άπνους, χάνω δ' ένα των γενναιοτέρων ανδρών μου. Εξακολουθούμεν το διαρκές πυρ κατά των υψηλοτέρων σημείον διότι δεν βλέπομεν ουδένα, εκτός μόνον του κρότου και των σφαιρών ας ακούομεν, επίσης και τας φωνάς "Ούρα!". Προς στιγμήν κλονιζόμεθα ότι θα μας αναγκάσωσι να κατέλθωμεν. Τέλος όμως διά φωνών και ενθαρρύνσεων προς τους άνδρας και συνεχών πυροβολισμών μένομεν κύριοι του υψώματος, εφ ου όμως δεν δυνάμεθα να ανέλθωμεν, διότι υπάρχει εις καλήν απόστασιν άλλο υψηλότερον όπερ κατείχον αυτοί και εξ ου έβαλλον. Επήλθεν η νυξ, αλλά πλήρης φωτός εκ της σελήνης, σύρομεν τον νεκρόν του ατυχούς Κλάπα χαμηλότερον, αφαιρούμεν τον οπλισμόν αυτού και ό,τι άλλο είχε και τον ρίπτομεν εντός συστάδας δένδρων, όπως ει δυνατόν μη ευρεθή υπό των κομιτών αργότερον και κρεουργηθή. Κατερχόμεθα προς το λημέριον, προς ανεύρεσιν πολλών ειδών μας, άτινα είχομεν εγκαταλείψει προς ελάφρυνσιν. Ευρίσκομεν και τους Π. Πατρόν, βαρέως τραυματισμένον εις το δεξιόν βραχίονα, έχει θραυσθή, και τον Πάνον Τσαουσέλον ή Ξηρομερίτην εις τους λόφους της έδρας. Επιδένει τας πληγάς αυτών ο Πύρζας και κατερχόμεθα χαμηλότερον, μη γνωρίζοντες τι να πράξωμεν και που να βαδίσωμεν άνευ οδηγού. Απουσιάζουσι δε και οι κατεβάντες εις το χωρίον. Ενώ αφ' ετέρου οι όντες σκοποί κατά την έναρξην της συμπλοκής μας λέγουσιν ότι κομίται είχον κυκλώσει το χωρίον και επυροβόλουν. Τέλος αποφασίζομεν να κατέλθωμεν μετά προφυλάξεως εις το χωρίον και να πληροφορηθώμεν εκ τινος των κατοίκων τα διατρέξαντα εκεί. Εισέρχονται τινες και κατορθώσι να εύρωσι 2 χωρικούς, οι οποίοι διηγούνται ότι πολυπληθείς κομίται εκύκλωσαν το χωρίον, ότι οι ημέτεροι εξήλθον, αλλ' άγνωστον που διηυθύνθησαν, οι δε κομίται εισελθόντες έφαγον το φαγητόν, είπον δ' εις τους χωρικούς να κλεισθώσιν εις τας οικίας των, όπερ σημαίνει ότι είχον μετ' αυτών χωρικούς, ους δεν ήθελον να ίδωσιν οι Γκαμπρεσιώται. Μη δυνάμενοι να παραλάβωμεν τους πληγωμένους, τους εμπιστευόμεθα εις τον ένα χωρικόν, εις ον δίδω 1 εικοσόφραγκον, εξάδελφον του Νταλίπη ονόματι Βαγγέλην, τον δε άλλον παραλαμβάνομεν ως οδηγόν. Εκκινούμεν βαδίζοντες επί μιας γραμμής και εις μεγάλην απόστασιν, διευθυνόμεθα Β.Α., διερχόμεθα τον ποταμόν εις ον ολισθήσας πίπτει ο Λάκης Πύρζας και βρέχεται όλος. Μόλις δε είχομεν απομακρυνθή ολίγον πυροβολούμεθα εκ μικράς αποστάσεως υπό των ενερδευόντων κομιτών, χωρίς να απολέσωμεν στιγμήν απομακρινόμεθα εκ της θέσεως μας και ύστερον μετατιθέμενοι από θέσεως εις θέσιν κι από δένδρου εις δένδρον και πυροβολούντες απομακρυνόμεθα, άνευ ουδενός ατυχήματος, ελλείπουσιν όμως 3 εκ των ανδρών οίτινες μετά του οδηγού φαίνεται ηκολούθησαν άλλην διεύθυνσιν. Βαδίζομεν την λοιπή νύκτα, διότι τα ανωτέρω εγένοντο περί το μεσονύκτιον και φθάνομεν τα εξημερώματα εις τι δάσος Ανατολικώς του χωρίου Ρούλια» [Βάρδας Α, 207-209].

Την είσοδο των Ελλήνων στο Γκάμπρες και τη σύγκρουση ανάμεσα στη μακεδονική τσέτα και το ελληνικό σώμα περιγράφει στο ημερολόγιό του και ο Λάκης Πύρζας. Στις 29 Αυγούστου γράφει: «Την ημέρα μείναμε εις το λημέρι Πιόιτε, ετοιμάστηκαν τρεις Κρητικοί να φύγουν και ο Λάκης εκ Μοναστηρίου του οποίου ο αρχηγός έδωσε φύλλο πορείας. Εις τας 10 κατέβηκε ο Δαλίπης και τσάκωσε τον αδελφό του να ειδοποιήσει εις το χωριό διά καταλύματα. Εις τας 11 1/2 αναχωρήσαμε από το λημέρι, εις την μία πήγαμε εις το χωρίο Γαπρέση, μας έκαμαν καταλύματα, φάγαμε λίγο ψωμί. Εις τις 5 αναχωρήσαμε διά το λημέρι η Ψηλή Τούμπα. Μας έστειλαν γράμμα από την Ποσδέβιστα ότι μας δέχονται ευχαρίστως» [Πύρζας, 66].

Την επομένη, στις 30 Αυγούστου, ο Πύρζας γράφει: «Την ημέρα μείναμε εις το λημέρι Ψηλή Τούμπα. Μας έφεραν νερό από το Γαπρέση, το μεσημέρι ξανά μαγείρεψαν. Ο Δαλίπης κατέβηκε εις το χωρίο με 4 παιδιά να μαγειρέψουν κρέας. Οι περισσότεροι κοιμόνταν. Εις τας 11 είχα ξυπνήσει, άναψα ολίγη φωτιά να ψήσω ένα καφέ, μόλις φούσκωνε ο καφές να τον βγάλω, μας έριξαν την πρώτη μπαταριά, η ώρα 11 και 20 λεπτά, από πάνω μας. Είπα του Δημ. Τσάπανου και Σπανού, ετοιμαστείτε παιδιά και εξακολούθησα τον καφέ μου. Μας έριξαν τη δεύτερη όταν είχα χύσει τον καφέ στο φλιτζάνι. Μας έριξαν και την τρίτη. Τρεις φορές ρούφηξα και έχυσα τον καφέ. Έδωσα τον τσεσβέ του Σπανού, επειδή φώναξε ο αρχηγός τις πέτρες να πιάνουμε. Του Δ. Τσοπάνου είπα να τραβήξει απάνω και εγώ τράβηξα με το Σήφη τον Κρητικό να πιάσουμε τις πέτρες. Οι άλλοι έτρεξαν πάνω, έριξα μόν μία, ο Σήφης έφυγε, κατόπιν είδα να φεύγει ο Λούκος, τον ρώτησα που πηγαίνεις, δεν τον άκουσα τι μου είπε. Πήρα το Σπανό και τράβηξα τον ανήφορο. Καθ' οδόν αντάμωσα το Σταύρο Ιωάννη και το Στατιστινό. Απάνω παιδιά, τους είπα από μία ώρα, μακριά ακούγονται μερικοί πυροβολισμοί. Σταθήκαμε ολίγο εκεί. Αφού νύχτωσε μαζί με τους άλλους κατεβήκαμε. Άμα φθάσαμε πλησίον του αρχηγού, ήταν με δύο άλλους σε μία πέτρα. Αριστερά δεν υπήρχε κανείς, άφησα το σάκο και την κάπα, πήρα τον ανήφορο και βγήκα ψηλά αριστερά του αρχηγού. Από κάτω μας έριχναν οι κομίτες. Φοβάμαι μήπως είναι στρατός από το Κονομπλάτι, διότι ο Δαλίπης με τα παιδιά πολεμούσαν. Όλο επαναληπτικά μας έριχναν από κάτω. Κατόπιν ήλθαν πλησίον μου τρία παιδιά, του Σκλαβούνου υπαξιωματικοί. Έως την 1/2 ώρα μας έριχναν και κατόπιν έφυγαν οι Βούλγαροι διότι φοβήθηκαν, αν και είχαν τέτοια οχυρά θέση, πέτρες μεγάλες και ήσαν εις ψήλωμα, ενώ δεν είμεθα πολλοί, έως 13 άνδρες, είχαμε ανέβει πάνω διότι και το όλο είμεθα 28 άνδρες. Άμα έπαυσαν το πυρ και αποσύρθηκαν, περίμεναν κάμποσα λεπτά, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Πήραν το μακαρίτη Κλάπα και τον κατέβασαν ολίγο παρακάτω. Ο αρχηγός κατέβηκε κάτω με το Μιχάλη και ένα Κρητικάκη, να ζητήσουν τις κάπες και τους σάκους. Μου είπαν να περιμένω να φέρουν τον Κλάπα παρακάτω να τους πω να τον βάλουν εις κάτι κλαριά. Άμα έφεραν τον Κλάπα, τον ταίριαξαν εις τα κλαριά, τους είπα να περιμένουν και άμα ακούσουν την σφυρίχτρα μου να κατέβουν. Κατέβηκα κάτω, αντάμωσα τον Αρχηγό, του είπα περί Κλάπα, βρήκα τα πράγματα. Σφύριξα τρεις φορές να κατέβουν οι άλλοι, είδα ότι ήταν πληγωμένοι ο Πάνος πίσω στο παχύ κρέας, στα δυο ποδάρια τον είχε πάρει η σφαίρα. Ο Παυλής Πατέρας εις το δεξί χέρι μεταξύ του ώμου και της μεσαίας κλειδώσεως του χεριού εις το ψαχνό κρέας. Ο δε Δημ. Τσάπανος ήταν πληγωμένος εις το αριστερό χέρι, είχε δύο πληγές, μία εις τον ώμο και μία άλλη ολίγο παρακάτω έως 2-3 δάχτυλα. Το κεφάλι του, το πρόσωπο και όλο το χέρι ήταν με αίματα χτυπημένος από τις πέτρες. Έδεσα πρώτα την πληγή του Παυλή Πατέρα, με βοήθησε ο Σήφης, κατόπιν έδεσα την πληγή του Πάνου, με βοήθησε ο λοχίας Στάθης. Κατόπιν έδεσα την πληγή του Δημ. Τσάπανου, με βοήθησε ο Παύλος. Κατεβήκαμε εις το χωριό Γαπρέση, ζυγώσαμε εις το χωριό, εις δύο σπίτια μόνο είδαμε φως. Μας έβγαλαν λίγο νερό, πήραμε δυο χωρικούς, τους βγάλαμε έξω από το χωριό όπου ήταν ο αρχηγός. Ο ένας χωρικός, ο Βαγγέλης, εξάδελφος του Δαλίπη. Δώσαμε το όπλο του μακαρίτη Κλάπα, αφήσαμε τους δύο πληγωμένους, τον Παυλή και τον Πάνο, διότι δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Του έδωσε ο αρχηγός ένα εικοσόφραγκο του Βαγγέλη, διά να κρύψει τους πληγωμένους, να τους πάει εις την Καστοριά. Ρωτήσαμε τον Δαλίπη, τι γίνεται με τα παιδιά. Μας είπε ότι βγήκαν από το χωριό, δεν ξέρουμε τι γίνεται. Πήραμε τον άλλο χωρικό ως οδηγό και κατεβήκαμε προς τα κάτω του χωριού. Πως περνούσαμε το ποτάμι, φωνάξαμε γρήγορα να περνούν, γλίστρησα και έπεσα καθιστά, εις το ποτάμι είχε και πολύ νερό, ήταν σαν γούρνα, εις τη μέση απάνω βράχηκα. Ευτυχώς ο Πέτρος Γούλας μου έδωσε το χέρι και με τράβηξε. Μόλις βγήκα το τουφέκι μου βράχηκε. Ο αρχηγός μου είπε, άιντε τώρα ζήτησε ένα μαντήλι να σκουπίσεις το όπλο. Ο αρχηγός μου έδωσε το μαντήλι, σκούπισα τη μηχανή. Κατόπιν παρατήρησα ότι και παραπάνω ήταν βρεγμένο. Πήρα το μαντήλι του Σπανού από το κεφάλι, καθώς σκούπιζα το όπλο μου. Μας έπεξαν μια μπαταριά από το δεξιό μέρος, κατόπιν από το αριστερό. Εις δύο μέρη μας είχαν πιασμένο το δρόμο. Αμέσως τους πετάξαμε και εμείς και προχωρούσαμε και πότε να τους ρίχναμε. Χάσαμε τον οδηγό όπου είχαμε. Χάσαμε και το Σηφη, τον Ιωάννη και ένα κρητικάκι. Μείναμε χωρίς οδηγό. Ούτε από μας ήξερε κανείς το μέρος. Στραβά κουτσά ανέλαβα εγώ, είπα του αρχηγού να τραβήξουμε διά το λημέρι απάνω από το Τύρνοβο. Πήραμε τον ανήφορο. Το πρωί μόλις φτάσαμε εις το βουνό η Ψηλή Κορυφή (Βίσακιο Βερ), απέναντι της Ρούλιας» [Πύρζας, 66-67].

Στις 4 Σεπτεμβρίου γίνεται γνωστό στο Βάρδα πως «οι κομίται εφόνευσαν τους 2 τραυματίας τους εις Γκαμπρέσι αφεθέντας» [Βάρδας Α, 216].

Η είδηση της συμπλοκή στο Γκάμπρες, γίνεται γνωστή στον αθηναϊκό τύπο μετά από δέκα μέρες.

Το ΣΚΡΙΠ μεταξύ άλλων γράφει πως πριν ο Νταλίπης φτάσει στο χωριό, έστειλε πρώτα 15 άντρες να καταλάβουν το όρος Καλιά. Αυτός δε με τους υπόλοιπους μπήκε στον οικισμό και «συνέλαβε τρεις εκ των φανατικωτέρων σχισματικών κατοίκων τους οποίους προσεπάθησε να νουθετήση επιπλήξας αυτούς διά την περίθαλψίν των προς τους κομιτατζήδες. Εις απάντησιν οι σχισματικοί εξύβρισαν τον οπλαρχηγόν, όστις πάραυτα τους εθανάτωσε» [ΣΚΡΙΠ, 11.9.1905, σ. 3].

Στην εκτέλεση των τριών αιχμαλώτων επανέρχεται η εφημερίδα την άλλη μέρα. Αφού πρώτα σημειώνει ότι έγινε γνωστό πως επικεφαλής του σώματος ήταν ο ίδιος ο Βάρδας, επαναλαμβάνει πως το σώμα «συνέλαβε και τρεις αιχμαλώτους, τους οποίους, αφού ματαίως προσεπάθησε να νουθετήση εθανάτωσεν» [ΣΚΡΙΠ, 12.9.1905, σ. 3].

Το ΕΜΠΡΟΣ, αν και έχει εκδότη του τον Δημήτρη Καλαποθάκη, τον πρόεδρο του μακεδονικού κομιτάτου της Αθήνας, καθυστερεί να πληροφορήσει τους αναγνώστες του για τη μάχη στο Γκάμπρες:

«Την 30ην (Αυγούστου) προς το χωρίον Γκαμπρέσι εγένετο πεισματώδης συμπλοκή εναντίον πολλών κομητατζήδων, οίτινες υπό τον Μήτρον Βλάχον κατέλαβον επικαιροτάτας θέσεις και υψηλάς κορυφάς ορέων, οπόθεν έτοιμοι ήσαν να επιπέσωσι κατά του ελληνικού σώματος. Η συμπλοκή απέβη κατά των Βουλγάρων εκτοπισθέντων. Ατυχώς εκ των Ελλήνων εφονεύθη ο Γ. Κλάψας ο πρωτοστατών εις πάσαν τολμηράν και ηρωικήν πράξιν και ετραυματίσθησαν οι ισάξιοι του Γ.Κλάψα, Παύλος Πάτρας και Π. Τσαουσέλος. Τους δύο τούτους τραυματίας έθεσεν προς νοσηλείαν εις το χωρίον μη υπαρχόντος κατά την περιφέρειαν τούτου ουδενός ορθοδόξου, ελήφθησαν δε και αι σχετικαί υπέρ των τραυματιών προφυλάξεις υπό του Βάρδα». Τέλος γράφει πως η τσέτα του Μήτρου Βλάχου, όταν έμαθε για τους δύο ελληνες τραυματίες, επέστρεψε στο χωριό και τους σκότωσε [ΕΜΠΡΟΣ, 18.9.1905, σ. 3-4].

Πέντε μέρες αργότερα το ΕΜΠΡΟΣ παρουσιάζει νέες λεπτομέρειες της συμπλοκής, που άντλησε όπως γράφει από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων Γύπαρη και Κουντουράκη. Εδώ γίνεται λόγος για 28 συνολικά αντιπάλους εχθρούς. Ο Γιώργος Κλάπας κατάφερε να «φονεύση ιδία χειρί τρεις Βουλγάρους ότε σφαίρα εχθρική τον εύρεν εις την καρδίαν και τον έρριψεν άπνουν». Η τύχη των δύο ελλήνων πληγωμένων και νοσηλευόμενων στο χωριό επιβεβαιώνεται. Τους σκότωσαν κατόπιν προδοσίας [ΕΜΠΡΟΣ, 23.9.1905, σ. 3-4].

Η εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, αλλά και ο Καραβίτης υποστήριξαν αργότερα πως ο ένας από τους δύο τραυματίες, ο Πάτρας, αυτοκτόνησε για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των αντιπάλων [ΣΚΡΙΠ, 15.10. 1905, σ. 3 και Καραβίτης, 378]. Την άποψη αυτή αποδέχτηκε και ο Μόδης [Μόδης Α, 194].

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1905 ο Βάρδας μαθαίνει από χωρικούς στη Ρούλια, «ότι ο Μήτρος Βλάχος διαρκώς κάθηται εις Γκαμπρέσι την νύκτα και την ημέραν εξέρχεται». Ο έλληνας αρχηγός γράφει σχετικό γράμμα στον Καραβαγγέλη: «Έγραψα εις τον Μητροπολίτην να ενεργήση διά στρατού να κτυπηθή ο Μήτρος Βλάχος εις Γκαμπρέσι ή αν είναι δυνατόν να μας τον προδόση αντί αδράς αμοιβής ο αδελφός του Νταλίπη Φλώρος, όταν εξέρχεται εις το λημέρι να μας υποδείξη ποίον» [Βάρδας Α, 227-229].

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1905 ο Βάρδας σημειώνει πως τάγμα κυνηγών (αβτζή ταμπούρ), δύναμης 150 ανδρών, θέλησε να μπει στο Γκάμπρες. «Οι εντός κομίται και οι κάτοικοι νομίσαντες ότι ήσαν αντάρτες επυροβόλισαν κατ' αυτών και ο πυροβολισμός διήρκεσεν επί πολλάς ώρας, ότε ένεκα του σκότους και της βροχής διέφυγον οι κομίται. Ο στρατός εφόνευσεν τον πρωτόγερον και συνέλαβεν τους προεστούς εν οις και τον αδελφόν του Νταλίπη, ους μετέφερεν εις Φλώριναν» [Βάρδας Α, 241].

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης απαντά στην επιστολή του Βάρδα περί κομιτών στο Γκάμπρες και του ζητάει να εισβάλει εκεί αυτός με το σώμα του. Ο Βάρδας σχολιάζει πως η πρόταση του είναι άξια απορίας, καθώς είναι γνωστό «πως μας υποδέχονται μετά πυροβολισμών» [Βάρδας Α, 250].

Το 1906-1907 υπήρχε στο Γκάμπρες στρατιωτική φρουρά 60-70 ανδρών [Καούδης, 125, 132 και Βάρδας Β, 40, 80, 805].

Σε αναφορά του προς το υπουργείο Εξωτερικών, ο πρόξενος Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκης σχολιάζει το θάνατο του Νταλίπη: «Ο Δημήτριος Νταλίπης εκ Γκαμπρές καταγόμενος ήτο γενναίος και αρκούντος ικανός οπλαρχηγός, γνωρίζων καλώς τα μέρη και τα χωρία και υπό την έννοιαν ταύτην επαρκώς χρήσιμος. Το κύριον προσόν αυτού τε και του Παύλου Κύρου εκ Ζελόβου καταγομένου ήτο ότι ήσαν εγχώριοι, επομένως εγκρατείς των λαλουμένων γλωσσών, γνώσται του τόπου και των κατοίκων» [Προξενείο Μοναστηρίου, 11.12.1906, έγγραφο 832].

Στις 4 Απριλίου 1907 η ελληνική οργάνωση θεωρεί το Γκάμπρες εξ ολοκλήρου σχισματικό. Δικούς της ανθρώπους θεωρεί μόνο την οικογένεια του Νταλίπη [Βάρδας Β, 591].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1906-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής πέντε άτομα:

Ilia Zisso το 1906.

Pavle Ditchoff, Giro Jane Pandoff και Jane Toloff το 1910.

Ilia Yanoff το 1912.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1907-1923 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής έντεκα άτομα:

Nicola Kosta το 1907.

Tole Filipp και Tisso Ilo το 1909

Toanusi Stairo το 1910.

Dimitrios Hristou, Stoyan Illia, Emmanuel Markoff, Hristo Traiko, Illia Zerpen, Petros Papadopoulos το 1916.

Maria Craleva το 1923.

 

Γκέρλενι / Grleni / Грлени. Μετονομάστηκε σε Χιονάτον. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Χιονάτο. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ακριτών του νομού Καστορίας. Εδώ ζούσαν περίπου 700 μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική.  Οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν μέχρι το 1924 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Στη θέση τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Το 1928 ζούσαν εδώ 330 πρόσφυγες.

 

Πηγές

Γκάρλιανη Καστορίας: 150 οθωμανοί [Σχινάς 1886].

Grleni [Αυστριακός Χάρτης].

Гърлени / Костурска каза, 600 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Γκάρλιανι Καστορίας: «600 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκάρλιανη καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκέρλιανη Καστορίας, 700 άτομα (388 άρρενες και 312 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκέρλιανη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Грлени, 130 σπίτια μουσουλμάνων Βλάχων [Милојевић 1920].

Γκέρλιανη Καστορίας, 738 άτομα (412 άρρενες και 326 θήλεις) - 138 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν δύο περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Γκέρλιανη γραφείου Καστορίας, έγινε καθαρά προσφυγικός οικισμός. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 87 προσφυγικές οικογένειες (331 άτομα) [ΕΑΠ].

Γκέρλιανη, μουσουλμανικός οικισμός, έφυγαν 110 οικογένειες μουσουλμάνων (710 άτομα) και ήρθαν 87 οικογένειες προσφύγων: 58 από τη Μικρά Ασία και 29 από τον Πόντο. Την περίοδο 1931-1934 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 86 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 3.927 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

«Η κοινότης Γκέρλιανης, μετονομάζεται εις κοινότητα Χιονάτου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γκέρλιανη εις Χιονάτον» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Χιονάτον (Γκέρλιανη) Καστορίας, 326 άτομα (154 άρρενες και 172 θήλεις). Υπήρχαν 323 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (153 άρρενες και 170 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 324 και 2 ετεροδημότες. Επίσης 13 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Χιονάτον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 363 (181 άρρενες και 182 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 371 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 78 [Γρηγορίου].

Грлени: Οικισμός μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός προσφύγων Μικρασιατών το 1940 [Симовски].

Χιονάτον, 363 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Χιονάτον Καστορίας: 324 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 210, 1971: 165, 1981: 194, 1991: 124, 2001: 155.

Υψόμετρο 960 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΡΜΟΥΤΙΔΗΣ, ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΡΤΑΝΙΔΗΣ, ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, ΒΕΡΒΕΡΑΚΗΣ, ΓΙΑΖΗΤΖΙΔΗΣ (3), ΓΙΑΖΙΤΖΙΔΗΣ (2), ΓΙΑΝΑΣΜΟΓΛΟΥ (2), ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ, ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ (3), ΚΑΡΑΛΙΩΤΗΣ, ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑΣ (2), ΚΕΚΙΛΟΓΛΟΥ (3), ΚΕΣΙΔΗΣ, ΚΩΣΤΗΣ (3), ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΝΩΛΙΔΗΣ (1), ΜΕΣΕΛΙΔΗΣ, ΜΠΕΡΜΠΕΡΑΚΗΣ (2), ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ (2), ΠΑΠΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, ΠΥΡΓΕΛΗΣ, ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ (2), ΣΑΡΟΓΛΟΥ, ΣΚΕΤΕΡΗΣ (2), ΤΟΥΝΤΑΣ, ΤΡΥΓΟΥΤΗΣ (3), ΤΣΙΓΑΝΗΣ, ΧΑΡΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

 

Γκόρεντσι / Gorenci / Горенци. Μετονομάστηκε σε Κορησός. Στην απογραφή του 2001 ήταν ένας οικισμός του δήμου Αγίων Αναργύρων, του νομού Καστορίας. Καταγράφεται σε φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων. Οι χριστιανοί είχαν διαιρεθεί σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Οι τελευταίοι αποτέλεσαν στόχο των ένοπλων ελληνικών ομάδων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 μουσουλμάνοι και 1.200 χριστιανοί. Όλοι οι μουσουλμάνοι μετανάστευσαν υποχρεωτικά στην Τουρκία μέχρι το 1924. Στη θέση τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε πρόσφυγες, κυρίως Μικρασιάτες. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν σχεδόν 1.200 ντόπιοι Μακεδόνες και 400 πρόσφυγες. Δεν υπήρξαν δημογραφικές αρνητικές επιπτώσεις λόγω του εμφυλίου πολέμου.

 

Πηγές

Геренджи / Костурско: 98 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Gorista, χριστιανοί ορθόδοξοι: 1.800 [Synvet 1878].

Γκορέντσι Καστορίας: «Χωρίον οικούμενον υπό 3.000 ψυχών, ων το 1/4 εισίν οθωμανοί, και έχον εκκλησίαν, σχολείον αρρένων και θηλέων, τέμενος, ικανόν αριθμόν κρηνών, χάνια, καφείον και 2 κλιβάνους» [Σχινάς 1886].

Gorenci [Αυστριακός Χάρτης].

Горенци / Костурска каза, 1.800 χριστιανοί Βούλγαροι και 550 Τούρκοι [Кънчов 1900].

Gorentzi, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Gorentzi / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 768 εξαρχικοί Βούλγαροι, 1.672 πατριαρχικοί Βούλγαροι, 180 Βλάχοι και 60 Τσιγγάνοι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με δύο δασκάλους και 37 μαθητές και τριών πατριαρχικών με τέσσερις δασκάλους και 155 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκορέντσι: «Περιέχει ευαρίθμους οικογενείας βουλγαριζούσας, αίτινες από καιρού εις καιρόν παρέχουσι τοις ορθοδόξοις πράγματα» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Γκόρεντσι Καστορίας: «2.080 ορθόδοξοι Έλληνες, 70 σχισματικοί βουλγαρίζοντες και 850 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκόρεντσι καζά Καστορίας, μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκορέντση Καστορίας, 1.731 άτομα (825 άρρενες και 906 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκορέντη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Απόφασις Υπουργείου Εσωτερικών 38200/31-10-1919 (ΦΕΚ 69/ 5.11.1919: «Ο οικισμός και η κοινότης Γκορέντσης μετωνομάσθησαν εις οικισμόν και κοινότητα Κορησού (επαρχία Καστορίας)».

Горенци, 300 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 200 Τούρκων [Милојевић 1920].

Κορησός Καστορίας, 1.921 άτομα (872 άρρενες και 1.049 θήλεις) - 471 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν 26 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Κορυσσός γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 88 προσφυγικές οικογένειες (358 άτομα) [ΕΑΠ].

Γκόρεντσι, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 75 οικογένειες μουσουλμάνων (650 άτομα) και ήρθαν 87 οικογένειες προσφύγων: 5 από τη Θράκη, 67 από τη Μικρά Ασία και 15 από τον Πόντο. Το 1928 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 100 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 2.790 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

Κορησός Καστορίας, 1.468 άτομα (621 άρρενες και 847 θήλεις). Υπήρχαν 252 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (109 άρρενες και 143 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 1.431, ετεροδημότες 29 και αλλοδαποί 9. Επίσης 217 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Κορησσός, υπήρχαν 330 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 30 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Κορησός Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 1.627 (740 άρρενες και 887 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 1.791 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 514 [Γρηγορίου].

Горенци: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων το 1912. Κατά το μεσοπόλεμο είκοσι μακεδονικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Κορησσός, 1.552 κάτοικοι, εκ των οποίων 775 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις ρευστή μάλλον. Έδρασαν αντεθνικώς 165. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 14. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 151. Παρατηρήσεις: Έφυγαν με Γερμανούς [Στατιστική 1945].

Горенци: Μεταξύ Μαρτίου 1948 και Αυγούστου 1950, η ελληνική διοίκηση πήρε 25 παιδιά από το χωριό στο ίδρυμα της βασίλισσας Φρειδερίκης «Αγία Τριάδα» στη Θεσσαλονίκη [Мартинова, 50-52].

Κορησός Καστορίας: 1.835 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 1.136, 1971: 988, 1981: 1.105, 1991: 1.105, 2001: 1.309.

Υψόμετρο 720 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στις 26 Μαρτίου 1903 διαβάζουμε στο ημερολόγιο του Δραγούμη πως οι κομίτες έδιωξαν τον πατριαρχικό δάσκαλο Γκορέντσης. Η πληροφορία προέρχεται μάλλον από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, που σε επιστολή του δίνει και το όνομα του δασκάλου: Κ. Παπά-Γεωργίου [Δραγούμης, 62 και 542].

Στις 11 Αυγούστου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει, μετά τα αντίποινα των Οθωμανών εναντίων των αυτονομιστών, πως οι «οι σχισματικοί της Γκορέντσης ζήτησαν να γυρίσουν ορθόδοξοι». Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει σε αναφορά του, πως ο σχισματικός ιερέας Γκορέντσης ζήτησε μετάνοια και το έλεος της εκκλησίας [Δραγούμης, 221 και 608].

Στις 10 Απριλίου 1904 τσέτα σκοτώνει το δραγάτη στο χωριό Γκορέντση, έναν πατριαρχικό ονόματι Νικόλαο [Δραγούμης, 476].

Στις 26 Ιουνίου 1905 ο Βάρδας πληροφορείται με επιστολή, πως οι Ντόγρης και Κουτσούκης έπιασαν τον οθωμανό δραγάτη στο δάσος της Γκορέντσης, τον κράτησαν δε και τον φιλοδώρησαν για να πάρουν πληροφορίες για τις κινήσεις των αντιπάλων [Βάρδας Α, 152].

Στις 20 Ιουλίου 1905 ο Βάρδας γράφει στο ημερολόγιό του: «Είχον γράψει εις Γκορέντσην να μας δεχθώσι, το εσπέρας μου απαντώσι ότι οι Τούρκοι κάτοικοι φυλάττουσι την νύκτα, και ότι ο στρατός είναι πλησίον, ένεκα του Κομανίτσοβου» [Βάρδας Α, 172].

Ο Νικόλαος Βλάχος στηριζόμενος σε αρχειακές ελληνικές πληροφορίες, γράφει πως το 1907 «πυρπολούνται οικίαι και θανατούνται κάτοικοι εις τα χωρία... Λουβράδες, Οσνίτσανην, Μογγίλαν, Στρέμπενον και Γκορέντζην του καζά Καστορίας» υπό ελληνικών σωμάτων [Βλάχος, 438].

Το Μάιο του 1907 έξω από το Μαύροβο «εφονεύθη εις χωρικός εκ του χωρίου Γκόρεντσι» [ΕΜΠΡΟΣ, 28.5.1907, σ. 4].

Το φόνο αναφέρει την 1η Ιουνίου ο πρόξενος Δημαράς στον Έλληνα υπουργού Εξωτερικών: «Την 17ην Μαΐου εφονεύθη υπό Βουλγάρων μεταξύ Μαυρόβου και Γκορέντσης ο εκ Γκορέντσης ομογενής Κούζος Τσικριτσής» [Προξενείο Μοναστηρίου, 1.6.1907, έγγραφο 354].

Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους δολοφονήθηκε «ο σχισματικός Τράικο Δανδανώφ εκ Γκορέντσης» [ΕΜΠΡΟΣ, 8.12.1907, σ. 4].

Σύμφωνα με πληροφορία του Ντόγρα, που υπάρχει στο αρχείου του Τσόντου-Βάρδα, «Το σώμα Αθαν. Σκλαβούνου πήρε από το Λέχοβο μία Βουλγάρα και την εφόνευσεν Αυτή ήτο από το χωρίον Γκόρεσκο και την είχε φέρει, εις Λέχοβον ο Τοσούμ Βέης, Τούρκος εκ του ιδίου χωρίου» [Αρχείο Βάρδα, φ. 6].Βοεβόδας της περιοχής καταγόμενος από το χωριό Γκορέντση ήταν ο Τσούλκος (: Τσούλκοφ) [ΕΜΠΡΟΣ, 31.10.1907, σ. 3].

Το Μάιο του 1909 η τσέτα του βοεβόδα Τσούλκωφ μπήκε στο Γκορέντση και κατέλαβε με τη βία την πατριαρχική εκκλησία [ΕΜΠΡΟΣ, 18.5.1909, σ. 3].

Τέλος τον Αύγουστου του 1909 για να αποφύγουν εκ μέρους του οθωμανικού στρατού «έρευνα εις Γκορέντσαν άπαντες οι χωρικοί κατέφυγον εις το όρος» [ΣΚΡΙΠ, 16.7.1909, σ. 4].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Κορησσός, Κακοποιήθηκαν από χωροφύλακες και μπράβους μοναρχοφασίστες οι: Θ. Χρηστίδης, Λ. Βάσος, Π. Τούρνας, Βαρσάμης, Κ. Μπαλίλας, Γ. Σακελλαρίδης, Α. Στούμπος, Ζ. Ζάχου, Κ. Κυριάκου, Δ. Χαλκιάς, Π. Μήτσιας, Γ. Καρπινιώτης, Κ. Θεμελής, Κ. Τσιούρας, Δ. Χατζής, Α. Καραγιάννης, Ν. Αντωνιάδης, Μ. Βασιλείου, Λ. Γούσιος, Α. Βαγγελίδης, Δ. Παπαϊωαννίδης, Κ. Γογούσης, Μ. Γουγούσης, Φ. Ψαρρός, Σ. Τσιότρας, Γ. Τσιότρας, Μ. Τσιότρας, Κ. Στυλιάδης, Α. Στυλιάδης, Ι. Αντωνιάδης, Β. Βελίδης, Γ. Κωνσταντινίδης, Β. Κίσαλος, Π. Χριστίδης, Σ. Μπότσιας, Κ. Πασίμης, Σ. Σκύκος, Χ. Μπάτσιος, Α. Κορεντζής, Μ. Λιόλιος, Π. Τοροφίας, Μ. Σαπουντζή, Αγγελική Στούμπου, Α. Κολομπέσκος. Δολοφονήθηκαν οι: Β. Καμπούρης και Χαράλαμπος. Εξορίστηκαν οι: Α. Στούμπος, Α. Βάσος, Γ. Σακελλαρίδης, Χ. Καραμάνος, Κ. Δημάδης, Μ. Καραμάτας. Φυλακίστηκαν οι: Δ. Καμπούρης, Ν. Καμπούρης, Λ. Καμπούρης, Κ. Λασιάμης, Α. Κορεντίδης, Ν. Μίχου, Γ. Μίχου, Π. Τσιστάνης, Χ. Μπάτσιος, Μ. Λιόλιος, Η. Πνεμονίδης, Μ. Κελέσης, Α. Κάλας, Χ. Ταρτούφας, Δ. Βαγενάς, Π. Παπάντος, Γ. Τσιβίτης. Φυλακίστηκαν και απολύθηκαν άλλοι 75. Καταδιώκονται 12».

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΓΑΠΑΛΙΔΗΣ, ΑΔΑΜΙΔΗΣ, ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΜΠΑΝΗΣ (4), ΑΜΑΣΑΣ, ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ (2), ΑΝΤΩΝΙΟΥ (5), ΑΞΙΩΤΗΣ, ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΑΧΡΑΝΑΣ, ΑΧΡΑΝΗΣ (3), ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, ΒΑΣΣΟΥ, ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ, ΒΕΛΛΙΔΗΣ (12), ΒΛΑΧΟΣ, ΒΛΕΤΣΙΟΣ, ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ, ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, ΓΑΚΙΑΣ, ΓΕΡΟΣ, ΓΕΡΟΥ (2), ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (5), ΓΙΑΝΝΑΚΑΣ, ΓΚΟΓΚΟΣ, ΓΟΣΙΑΣ, ΓΟΥΓΟΥΣΗΣ (7), ΓΟΥΣΗΣ, ΔΑΛΚΟΥΡΑ (2), ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ, ΔΗΜΑΡΑΣ, ΔΗΜΑΡΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΕΛΑΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ(3), ΖΑΧΟΣ (5), ΗΛΙΟΥ, ΘΕΜΕΛΗΣ (2), ΘΕΟΔΩΡΟΥ, ΙΝΤΖΙΔΗΣ (2), ΚΑΛΕΑΣ, ΚΑΛΕΜΑΝΗΣ, ΚΑΛΛΙΝΤΕΡΗΣ, ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ (4), ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ (7), ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΣ, ΚΑΡΥΩΤΗΣ (2), ΚΑΣΤΙΑΣ, ΚΑΤΣΑΡΟΣ (3), ΚΕΤΣΕΜΕΝΙΔΗΣ (3), ΚΟΖΙΝΑΣ (2), ΚΟΖΙΝΗΣ (1), ΚΟΚΚΑΛΕΝΙΟΣ, ΚΟΚΚΙΝΙΔΗΣ (14), ΚΟΚΚΙΝΟΣ (4), ΚΟΛΛΑΡΑΣ, ΚΟΛΛΙΑΣ, ΚΟΝΤΟΣ, ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ, ΚΟΡΕΝΤΣΙΔΗΣ (3), ΚΟΡΤΣΕΛΙΔΗΣ (2), ΚΟΥΖΙΝΑΣ, ΚΟΥΚΑΣ, ΚΟΥΚΟΥΦΙΚΑΣ, ΚΡΕΠΕΝΙΩΤΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (5), ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (13), ΚΩΤΣΙΔΗΣ, ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, ΛΑΖΑΡΟΥ, ΛΙΑΚΗΣ, ΛΙΛΙΟΣ (3), ΛΙΟΛΙΟΣ (5), ΜΑΛΛΑΣ, ΜΑΤΡΑΚΑΣ, ΜΑΥΡΙΔΗΣ (2), ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ (4), ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΔΗΣ (2), ΜΕΛΛΙΔΗΣ, ΜΕΛΛΙΟΣ (2), ΜΗΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΗΤΣΙΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, ΜΙΧΟΣ (6), ΜΟΓΚΑΣ, ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, ΜΟΥΧΑΡΕΜΗΣ (2), ΜΠΑΝΤΗΣ (3), ΜΠΑΣΔΑΡΑΣ, ΜΠΑΤΖΑΚΗΣ, ΜΠΑΤΣΙΟΣ (2), ΜΠΕΛΕΓΑΚΗΣ (9), ΜΠΟΡΙΚΑΣ, ΜΠΡΕΝΤΑΣ, ΝΑΝΟΣ, ΝΑΝΤΣΙΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ (3), ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΤΑΛΛΑΣ (3), ΠΑΙΤΑΡΙΔΗΣ, ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΠΑΠΑΔΑΜ, ΠΑΠΑΔΑΜΙΑΝΟΣ, ΠΑΠΑΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (4), ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (2), ΠΑΠΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ (5), ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, ΠΑΠΑΠΑΝΤΟΣ, ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΠΑΡΑΔΙΑΣ (3), ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΙΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΝΕΥΜΟΝΙΔΗΣ (5), ΠΟΥΡΝΑΡΑΚΗΣ (2), ΠΡΩΤΟΓΕΡΟΣ (2), ΡΑΚΚΟΥ (3), ΣΑΒΒΙΔΗΣ (2), ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ, ΣΑΛΤΖΟΓΛΙΔΗΣ, ΣΑΜΑΡΑΣ, ΣΑΜΠΑΝΗΣ, ΣΑΠΟΥΝΤΖΗΣ (3), ΣΑΡΡΗΣ, ΣΑΡΡΟΣ, ΣΙΑΜΑΤΑΣ, ΣΙΔΗΡΑΣ, ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΙΛΗΜΑΝΗΣ, ΣΙΝΑΣ, ΣΙΟΛΑΣ, ΣΙΟΛΔΑΣ, ΣΙΟΛΔΑΣ, ΣΙΟΥΤΑΡΗΣ (2), ΣΙΟΥΤΚΑΣ, ΣΚΑΠΑΡΓΙΩΤΗΣ, ΣΚΗΠΟΣ, ΣΚΥΒΑΛΟΣ, ΣΟΛΑΤΣΑΡΗ (2), ΣΟΛΑΤΣΙΑΡΗΣ, ΣΠΥΡΙΔΗΣ (3), ΣΠΥΡΟΥ, ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ (2), ΣΤΟΥΜΠΟΣ (9), ΣΤΥΛΙΑΔΗΣ (5), ΤΑΓΑΡΑΣ, ΤΑΓΚΟΣ, ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ (4), ΤΖΑΧΑΛΗΣ (5), ΤΖΙΟΛΑΣ, ΤΖΙΩΛΑΣ, ΤΟΛΟΣ (4), ΤΟΡΟΦΙΑΣ (3), ΤΟΥΣΚΑΣ, ΤΡΑΙΑΝΟΣ (2), ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΤΡΙΧΑΚΗΣ, ΤΡΥΦΩΝΙΔΗΣ, ΤΣΑΓΚΑΔΟΥΡΑΣ, ΤΣΑΛΙΟΣ (2), ΤΣΑΠΟΣ (2), ΤΣΕΛΙΟΣ, ΤΣΙΓΑΡΑΣ, ΤΣΙΚΡΙΤΣΗΣ, ΤΣΙΟΠΡΑΣ (2), ΤΣΙΠΟΣ, ΤΣΙΤΣΙΜΙΔΗΣ (2), ΤΣΙΤΣΙΠΑΝΗΣ (5), ΤΣΙΦΟΡΑΣ (5), ΤΣΟΒΡΑΣ, ΤΣΟΠΡΑΣ (11), ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ, ΦΙΛΙΟΣ, ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, ΦΙΤΖΙΟΣ (4), ΧΑΛΚΙΔΗΣ, ΧΑΡΙΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (2), ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗΣ, ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (2), ΨΩΜΑΔΑΚΗΣ (9).

 

Γκόρνο Πάπρατσκο / Gorno Papratsko / Горно Папратско. Μετονομάστηκε σε Άνω Φτεριάς και στη συνέχεια σε Πτεριά. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αλιάκμονος (μετονομάστηκε το 2004 δήμος Μεσοποταμίας) του νομού Καστορίας. Μέχρι το 1924 ζούσαν εδώ περίπου 450 μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν μέχρι το 1924 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν στην Τουρκία. Στη θέση τους το ελληνικό κράτος εγκατέστησε 180 πρόσφυγες από τον Πόντο.

 

Πηγές

Πάπρασκον Καστορίας: «Χωρίον κείμενον παρά την οδόν και έχον δύο συνοικίας, ων η μεν άνω έχει 60 οικογενείας οθωμανικάς και κείται επί λόφου, η δε κάτω 15 οικογενείας Βουλγάρων και δύο υδρομύλους» [Σχινάς 1886].

Grn. Papratsko [Αυστριακός Χάρτης].

Папратско Горно / Костурска каза, 330 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Άνω Πάπρασκον Καστορίας: «350 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Άνω Πάπρασκον καζά Καστορίας, μουσουλμανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Παπράτσκον (Άνω και Κάτω) Καστορίας, 442 άτομα (245 άρρενες και 197 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Παπράτσκον (Άνω και Κάτω) Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Горно Папратско, 50 σπίτια μουσουλμάνων Σλάβων [Милојевић 1920].

Άνω Παπράτσκον Καστορίας, 351 άτομα (194 άρρενες και 157 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Πάπρεσκον γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 49 προσφυγικές οικογένειες (194 άτομα) [ΕΑΠ].

Πάπρατσκο, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 60 οικογένειες μουσουλμάνων (450 άτομα) και ήρθαν 50 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 66 κλήροι αγροτικής γης, έκτασης 3.903 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

Οι περισσότεροι πρόσφυγες που ήρθαν μιλούσαν ποντιακά [Χατζησαββίδης].

«Η κοινότης Παπράτσκου, μετονομάζεται εις κοινότητα Φτεριάς και οι συνοικισμοί της αυτής κοινότητος Άνω Παπράτσκον και Κάτω Παπράτσκον εις Άνω Φτεριάς και Κάτω Φτεριάς» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Άνω Φτεριάς (Άνω Παπράτσκον) Καστορίας, 181 άτομα (84 άρρενες και 97 θήλεις). Υπήρχαν 181 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (84 άρρενες και 97 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 178 και ετεροδημότες 3 [Απογραφή 1928].

Πτεριά Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 312 (161 άρρενες και 151 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Горно Папратско: Οικισμός μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Άνω Φτεριά, Κάτω Φτεριά και Ακόντιον, 511 κάτοικοι, εκ των οποίων 91 ήταν σλαυόφωνοι [Στατιστική 1945].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 51 [Γρηγορίου].

Πτεριά Καστορίας: 275 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 333, 1971: 247, 1981: 269, 1991: 207, 2001: 165.

Υψόμετρο 820 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

 Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ (3), ΔΕΜΕΡΤΣΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ (2), ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ (4), ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗΣ, ΚΑΤΣΑΡΟΣ (2), ΚΟΣΕΤΣΙΔΗΣ, ΚΟΤΑΝΙΔΗΣ (2), ΜΑΡΑΓΚΟΖΙΔΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΠΑΡΣΑΛΙΔΗΣ (2), ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ, ΠΙΠΕΡΙΔΗΣ (4), ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ (3), ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΤΟΤΙΚΙΔΗΣ, ΤΟΥΛΚΑΡΙΔΗΣ (3), ΦΙΛΚΟΤΣΙΔΗΣ.

 

Γκόσνο / Gosno / Госно. Μετονομάστηκε σε Λαχανόκηποι. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα μικρό χριστιανικό οικισμό. Οι κάτοικοί του έχουν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής διοίκησης ο πληθυσμός ήταν διχασμένος σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Το 1912 υπήρχαν περίπου 120 κάτοικοι. Το 1928 ο αριθμός τους έφτασε τους 200. Δεν υπήρξε δημογραφική μείωση λόγω του εμφυλίου πολέμου.

 

Πηγές

Γκόσνον Καστορίας: 200 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Gosno [Αυστριακός Χάρτης].

Госно / Костурска каза, 152 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Gosno / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 240 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 20 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκόσνον, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Γκόσνου: «Σχισματικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Ελληνικόν κατά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Ανάγκη ιερέως και καλού διδασκάλου. Υπάρχουν 14 ελληνικαί οικογένειαι (116 ψυχαί) και 2 βουλγαρικαί (16 ψυχαί). Λειτουργία ενός ελληνικού αρρεναγωγείου με ένα διδάσκαλο» [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Γκόζνον Καστορίας: «200 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκόσνον καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκόσνον Καστορίας, 121 άτομα (59 άρρενες και 62 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκόσινον Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Σταρίτσανης [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Госно, 50 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γκόσινον Καστορίας, 161 άτομα (86 άρρενες και 75 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκε μία περιουσία κάτοικου που μετανάστευσε στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

«Ο συνοικισμός Γκόσνον της κοινότητος Σταριτσάνης μετονομάζεται εις Λαχανόκηποι» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Λαχανόκηποι (Γκόσινον) Καστορίας, 196 άτομα (98 άρρενες και 98 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 192 και ετεροδημότες 4 [Απογραφή 1928].

Γκόσνον (Λαχανόκηποι), υπήρχαν 23 ξενόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932].

Λαχανόκηποι Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 264 (141 άρρενες και 123 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Госно: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1940 [Симовски].

Λαχανόκηποι, 273 κάτοικοι, εκ των οποίων 140 ήταν σλαυόφωνοι [Στατιστική 1945].

Λαχανόκηποι Καστορίας: 268 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 255, 1971: 184, 1981: 215, 1991: 202, 2001: 149.

Υψόμετρο 670 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στις αρχές Ιουλίου 1903 τσέτα τραυμάτισε ένα και σκότωσε έξι μουσουλμάνους θεριστές από τη γειτονική Ζαμπέρντενι (Забрдени) «εις το τσιφλίκι Γκόσνο απέχον μίαν ώραν από Χρουπίστης» [Δραγούμης, 177-178].

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1903 κάτοικοι από το Γκόσνο παρέδωσαν στις οθωμανικές αρχές τα όπλα τους [Δραγούμης, 274].

Στις 12 Απριλίου 1907 το σώμα του ανθυπολοχαγού Γρηγόρη Φαληρέα (καπετάν Ζάκα) υποχρέωσε τους κατοίκους του χωριού να υποβάλουν στο μητροπολίτη Καστοριάς αίτηση επιστροφής στο πατριαρχείο [ΔΙΣ, 246].

Την είδηση δημοσίευσε αρχές Μαΐου το ΕΜΠΡΟΣ, σημειώνοντας πως το Γκόζνο ήταν ένα από τα φανατικότερα σχισματικά χωριά [ΕΜΠΡΟΣ, 4.5.1907, σ. 3].

Την επαναφορά του χωριού Γκόσνο στο πατριαρχείο, «τη ενεργεία του αρχηγού Ζάκα», αναφέρει την 1η Ιουνίου ο πρόξενος Δημαράς στον Έλληνα υπουργού Εξωτερικών [Προξενείο Μοναστηρίου, 1.6.1907, έγγραφο 354].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Βασανίστηκαν και διώκονται οι: Σ. Παπάς, Ν. Δηνάδης, Α. Δηνάδης, Α. Παπαχρήστου, Γ. Γάκης, Β. Καραγιαννίδης, Ε. Δηνάδης, Α. Ζάρκος, Θ. Γράντζος, Α. Γράντζος, Η. Γράντζος, Γ. Σταυρίδης, Π. Σταυρίδης, Θ. Μπατσέλας και Χ. Παπαλάμπρου, γιατί είναι δημοκράτες κι έχουν πάρει ενεργό μέρος στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Φυλακίστηκαν οι δημοκράτες: Ν. Παπάς και Α. Ζάρκος. Έγιναν 7 μπλόκα και έρευνες. Πλιατσικολογήθηκαν πολλά σπίτια δημοκρατικών».

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΑΚΗΣ, ΓΙΑΝΤΣΟΣ (2), ΓΚΡΑΝΤΣΗΣ (2), ΓΚΡΑΝΤΣΙΟΣ, ΓΟΥΔΗΣ (3), ΓΡΑΝΤΣΙΟΣ (3), ΓΡΑΝΤΣΟΣ, ΔΙΝΑΔΗΣ (3), ΖΑΡΜΠΟΣ (2), ΚΑΝΤΣΑΔΗΣ, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ (6), ΚΥΡΟΥ (6), ΜΠΑΤΣΕΛΑΣ, ΜΠΟΥΤΣΙΑΔΗΣ, ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ, ΠΑΠΑΣ, ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ (2), ΠΑΠΠΑΣ (6), ΠΙΠΛΙΟΣ, ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ (2), ΦΙΛΙΑΔΗΣ, ΦΥΣΕΑΣ, ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.

 

Γκράμοστε / Gramošte/ Грамоште. Εξελληνίστηκε σε Γράμμοστα και στη συνέχεια σε Γράμμος και Γράμος. Στην απογραφή του 2001 αποτελούσε ιδιαίτερη κοινότητα του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα μεγάλο χριστιανικό βλάχικο χωριό (τόπος θερινής διαμονής), που σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του και τελικά ερήμωσε. Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής διοίκησης ο πληθυσμός του πρέπει να ήταν γύρω στα 500 άτομα. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου ζούσαν εδώ 300 περίπου Βλάχοι, όλοι δηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων.

 

Πηγές

Gramošte, 120 ρουμανικές οικογένειες [Picot 1875].

Γράμμοστα, «άλλοτε μέγα και καλόν χωρίον καταστραφέν υπό των Αλβανών, έχει νυν 50 οικογενείας χριστιανικάς, 3 εκκλησίας, ύδωρ εκ του παραρρέοντος ποταμού, όστις παρ' αυτό πηγάζει» [Σχινάς 1886].

Gramosti, ομάδα του Γράμμου, στην ανατολική πλαγιά του βουνού, 300 Αρομούνοι [Weigand 1895].

Gramosta [Αυστριακός Χάρτης].

Грамосъ (Грамости) / Костурска каза, 160 Βλάχοι [Кънчов 1900].

Gramoste: 500 Βλάχοι [Papahagi 1905].

Γράμμοστα, επαρχία Χρουπίστης, 400 κουτσοβλαχικές οικογένειες [Αραβαντινός 1905].

Γράμοστα (Gramosta), βλάχικο χωριό [Χάρτης Χρυσοχόου 1909].

Grammosta, λειτουργία πατριαρχικής εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γράμμοστας καλύβαι Καστορίας: «450 ορθόδοξοι Έλληνες (Βλαχόφωνοι)» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γράμμοστα Καστορίας, έρημο [Απαρίθμηση 1913].

Γράμμοστα Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Σλήμνιτσας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Γράμμοστα Καστορίας: θερινή διαμονή [Απογραφή 1920].

«Ο συνοικισμός Γράμμοστα της κοινότητος Άργους Ορεστικού (πρώην Χρουπίστης) μετονομάζεται εις Γράμμος» [ΦΕΚ 179 / 30.8.1927].

Γράμμος (Γραμμοστα) Καστορίας, 13 άτομα (11 άρρενες και 2 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Και οι 13 ήταν ομοδημότες. Επίσης 13 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Γραμμούστα (Γράμμος), υπήρχαν 64 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Γράμος Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 55 (άρρενες). Νόμιμος πληθυσμός 183 [Απογραφή 1940].

Грамушта: Οικισμός χριστιανών Βλάχων το 1912. Οικισμός χριστιανών Βλάχων το 1940 [Симовски].

Γράμμος, έρημο [Στατιστική 1945].

Γράμος Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].

Γράμμουστα, Μετονομάστηκε Γράμμος.  Υπήρξε μεγάλο βλαχοχώρι, σε ύψος 1.450 μέτρα [Κουκούδης].

Γράμος Καστορίας: 28 κάτοικοι [Απογραφή 2001].

 

Γκράτσε / Gališta / Галишта. Μετονομάστηκε σε Φτελιά και στη συνέχεια σε Πτελέα. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Νεστορίου, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα χριστιανικό οικισμό, οι κάτοικοι του οποίου έχουν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής διοίκησης ήταν διχασμένοι σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς. Το Γκράτσε γνώρισε τη βία των ελληνικών σωμάτων. Τόσο το 1912 όσο και το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 320 άτομα. Ο πληθυσμός του αυξήθηκε μέχρι την έναρξη του εμφυλίου σε 470 άτομα. Οι περισσότεροι κάτοικοί του εντάχθηκε στις αριστερές οργανώσεις, συμμετείχαν στις πολεμικές συγκρούσεις και αναγκάστηκαν τελικά να εγκαταλείψουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους, καταφεύγοντας στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εδώ παρέμειναν λιγότερα από εκατό άτομα.

 

Πηγές

Granč (Gröče) [Αυστριακός Χάρτης].

Гръче / Костурска каза, 195 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Grentzi, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γκρέντσι Καστορίας: «198 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Gratche / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 208 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905].

Γρέντσι, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Γορέντσι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκρέντση Καστορίας, 318 άτομα (156 άρρενες και 162 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκρέντση Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Τσούκα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Гроче, 30 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γκρέντση Καστορίας, 287 άτομα (133 άρρενες και 287 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Γκρέντσης, μετονομάζεται εις κοινότητα Φτελιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γκρέντση εις Φτελιά» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Φτελιά (Γκρέντση) Καστορίας, 333 άτομα (166 άρρενες και 167 θήλεις). Υπήρχαν 32 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (16 άρρενες και 16 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 313 και ετεροδημότες 20 [Απογραφή 1928].

Γκρέντση (Φτελιά), υπήρχαν 40 ξενόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932].

Πτελέα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 462 (236 άρρενες και 226 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 112 [Γρηγορίου].

Граче (Грче, Гратче): Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Φτελιά, 472 κάτοικοι, εκ των οποίων 450 ήταν σλαυόφωνοι. Έδρασαν αντεθνικώς 37. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 15. Ευρίσκονται εις φυλακή δυνάμει ενταλμάτων 2. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 22 [Στατιστική 1945].

Πτελέα (Φτελιά) Καστορίας: 83 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 79, 1971: 76, 1981: 69, 1991: 72, 2001: 56.

Υψόμετρο 800 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Τέλη Ιανουαρίου 1903 το ΕΜΠΡΟΣ γράφει για πυρπόληση του χωριού από τους Τούρκους, λόγω συνεργασίας με το κομιτάτο [ΕΜΠΡΟΣ, 31.1.1903, σ. 3].

Στις 22 Ιουλίου 1903 ο Ίων Δραγούμης σημειώνει πως το Γράντσι ήταν ένα «βουλγαρόφωνο» χωριό που δεν είχαν επισκεφτεί οι «συμμορίες» [Δραγούμης, 196].

Το Βάρδα τον απασχολούσε ως αρχηγό, η υπόταξη του «σχισματικού» χωριού Γκρέντσι [Βάρδας Α, 171 και Β, 41, 77, 80, 96].

Στις 29 Ιουλίου 1906 σημειώνει στο ημερολόγιό του πως επιλέχθηκε ο «τελείως αγράμματος και ανίκανος» οπλαρχηγός Μπέλος από τη Σλίμνιτσα, για να υποτάξει το χωριό. Έπρεπε δε να φονευθεί εκεί «ο τσοπάνος Καϊλής και αργότερα άλλοι» [Βάρδας Β, 88, 90, 94].

Ο έλληνας αξιωματικός παίρνει στις 13 Σεπτεμβρίου 1906 γράμμα από άνθρωπο της ελληνικής οργάνωσης στη Βίγλιστα, όπου μεταξύ άλλων του γράφει: «Διά Γκρέντσι, όπως διατάσσετε, τα γεννήματα τα σήκωσαν. Αν θέλετε να σας στείλω τα ονόματα, όπου είναι ανάγκη να χαλασθούν» [Βάρδας Β, 191].

Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, ο ίδιος άνθρωπος του ξαναγράφει: «Διά το Γκρέντσι μας είπεν ο οθωμανός όπου έχει το τσιφλίκι, ο Κώστας Βλάχος και ο Βουλγαροδιδάσκαλος με τον αδελφόν του, και ο μουχτάρης για να ησυχάση το χωρίον αυτό πρέπει να σκοτωθούν» [Βάρδας Β, 201].

Το Μάιο του 1907 το ΕΜΠΡΟΣ πανηγυρίζει για την οριστική επαναφορά «εις την ορθοδοξίαν» του χωριού Γκρέντση, «τη ενεργεία του ιδίου αρχηγού Ζάκα» [ΕΜΠΡΟΣ, 4.5.1907, σ. 3 και 24.5.1907, σ. 4].

Στις 3 Ιουλίου 1907 τα σώματα του υπολοχαγού Νικολάου Πλατανιά (καπετάν Λαχτάρα) και του ανθυπολοχαγού Γιώργου Τόμπρα (καπετάν Ρουπακιά) προσβάλλουν το Γκράτσε. Ο Τσάμης, ο οποίος υποστηρίζει ότι σκοπός της επίθεσης ήταν το κτύπημα του βοεβόδα Καρσάκωφ (καθώς οι Έλληνες είχαν πληροφορίες πως ο προαναφερόμενος βρισκόταν στο χωριό με άντρες του), γράφει πως μόλις τα ελληνικά σώματα μπήκαν στο χωριό, άρχισαν αμέσως να προβαίνουν σε συλλήψεις χωρικών [Τσάμης, 375].

Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, οι άντρες του Καρσάκοφ μαζί με τους κατοίκους του χωριού, οχυρωμένοι μέσα στα σπίτια, άρχισαν να πυροβολούν κατά των Ελλήνων και να μάχονται «μετά λύσσης, βαρέως φέροντες ότι προσεβλήθησαν υπό ελληνων ανταρτών εις αυτό τούτο το οχυρόν κρησφύγετόν των. Ο αγών διεξήχθη σφοδρός από γωνίας εις γωνίαν και από οικίας εις οικίαν, με τελικόν αποτέλεσμα την εξόντωσιν δεκάδος κομιτατζήδων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο περιβόητος βοεβόδας Κορσάκωφ» [ΔΙΣ, 255].

Ο Dakin σημειώνει πως κατά την ελληνική επίθεση σκοτώθηκε ο μουχτάρης, ο παπάς και πέντε ακόμα κάτοικοι [Dakin, σ. 416].

Το ΕΜΠΡΟΣ του προέδρου του Μακεδονικού Κομιτάτου Δημήτρη Καλαποθάκη, έχοντας από τη μια εσωτερική πληροφόρηση και λειτουργώντας από την άλλη ως ημιεπίσημο ελληνικό προπαγανδιστικό όργανο των εθνικών θέσεων, παρουσιάζει ως εξής τα γεγονότα:

«Περί της παρά το χωρίον Γκράτσι των Κορεστίων συμπλοκής, η οποία συνέβη τη 3 Ιουλίου, εγνώσθησαν αι κατωτέρω θετικώταται λεπτομέριαι. Είχε γνωσθή ότι ο τρομερός και αιμοχαρής Βούλγαρος λήσταρχος Καρτσάκωφ είχε κατέλθη εκ των ορεινών του κρυσφυγέτων, ίνα εμπνεύση διά του φόνου και των δηώσεων τον τρόμον εις τα Ελληνικά χωρία και ενθάρρυνσιν εις τα Βουλγαρικά της περιφερείας ταύτης.

Οι Ελληνομακεδόνες οπλαρχηγοί Ρουπακιάς και Λαχτάρας μόλις επληροφορήθησαν τους σκοπούς του Καρτσάκωφ έσπευσαν να συναντηθούν ακολουθούμενοι και από τα παλληκάρια των διά να λάβουν κοινάς αποφάσεις. Η σύσκεψίς των κατέληξεν εις την απόφασιν να μεταβούν εις το χωρίον Γκράτσι, φανατικώτατα σχισματικόν, και αν μεν εκεί συνηντώντο μετά του Καρτσάκωφ να κτυπηθούν με αυτόν, άλλως να αιχμαλωτίσουν τινάς εκ των προυχόντων Βουλγάρων, ίνα έχοντες αυτούς εις χείρας των αναστείλουν την αιμοβόρον ορμήν του Βουλγάρου ληστάρχου απειλούντες και αυτοί θάνατον των αιχμαλώτων ομοφύλων του.

Το σχισματικόν τούτο χωρίον, το οποίον χρησιμεύει ως ορμητήριον των κομιτατζήδων δολοφόνων, κείται εις το βάθος λεκανοπεδίου περί το οποίον υπάρχουν τα επίσης σχισματικά χωρία Τσούκα, Ραδογκότς, Γκάλιστα, Δορινίτσοβο και τα οθωμανικά Νέβανι, Ζεληγκρήτι και Γκερλάνι. Τρεις λόφοι και τινα άλλα υψώματα δεσπόζουν το Γκράτσι.

Οι αρχηγοί Ρουπακιάς και Λαχτάρας περί την δύσιν του ηλίου της 2 προς την 3 Ιουλίου εγκατέλειπον μετά των γενναίων συντρόφων το λημέρι των και έβαινον προς το Γκράτσι. Μετά μακράν δε και επικίνδυνον πορείαν, διότι επρόκειτο επί ώρας να διέλθουν διά κάμπου τινός μηδέν παρέχοντος φυσικόν οχύρωμα, έφθασαν περί το λυκαυγές εις το χωρίον και το περιεκύκλωσαν. Την 5ην δε πρωινήν ώραν αποσπάσματα των δύο σωμάτων εισήλθον εις το χωρίον. Αντίστασις ουδεμία εγένετο, ουδέ εις πυροβολισμός ερρίφθη.

Οι Ελληνομακεδόνες οπλαρχηγοί ήλπισαν ότι θα απεφεύγετο ούτω η αιματοχυσία διά προσωρινής αιχμαλωσίας τινών εκ των κατοίκων. Και όντως συνέλαβον τον διδάσκαλον, τον ιερέα, τον μουχτάρην και εξ άλλους εκ των προεστώτων. Οι κάτοικοι δεν ηδυνήθησαν να αντιταχθούν, διότι δεν εφαντάζοντο ότι Ελληνομακεδονικά σώματα θα ετόλμων να φθάσουν μέχρι της φωλέας εκείνης των ληστών της Βουλγαρίας. Κατόπιν όμως τα πράγματα έλαβον άλλην τροπήν, η οποία ανέδειξε και πάλιν τους Βουλγάρους ασκούντας πάντοτε τας δολοφονικάς των μεθόδους.

Οι Ελληνομακεδόνες χωρίς να χρονοτριβήσουν εξεκίνησαν μετά των αιχμαλώτων διά να επανέλθουν εις το λημέρι των. Μόλις όμως εξήρχοντο του χωρίου απροσδόκητον πυρ ραγδαίον διά επαναληπτικών όπλων εκτοξευόμενον τους υπεδέχθη εκ των δεσποζόντων του Γκράτσι λόφων. Οι αρχηγοί Ρουπακιάς και Λαχτάρας διέταξαν αμέσως επίθεσιν και επί κεφαλής αυτοί οι ίδιοι τεθέντες ώρμησαν κατά των ενεδρευόντων. Ούτοι όμως είχον τόσον ενισχυθή υπό χωρικών σπευσάντων εκ των πέριξ σχισματικών και οθωμανικών χωρίων, ώστε οι Ελληνομακεδόνες ανέκοψαν την έφοδον και διά συγκεντρωμένων πυρών προσεπάθουν κατευθύνοντες ταύτα προς ωρισμένον σημείον να ανοίξουν δίοδον και απέλθουν, καθ' όσον από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο ασφαλώς η άφιξις του τουρκικού στρατού.

Οι Ελληνομακεδόνες ούτω ευρέθησαν εις δυσχερεστάτην θέσιν, την οποίαν επηύξησεν η ανταρσία των αιχμαλώτων, οι οποίοι προσεπάθησαν να δραπετεύσουν. Τούτο τους ηνάγκασεν, ίνα μείνουν ελεύθεροι και εξακολουθήσουν την συμπλοκήν, να φονεύσουν τους αιχμαλώτους, μεθ' ο κυκλικώς βαίνοντες επροχώρουν κατά των εχθρών.

Η συμπλοκή λυσσώδης διήρκεσεν ούτω επί τρεις ώρας, μετά τας οποίας επί του λόφου δι' ου ηδύναντο να απέλθουν παρουσιάσθη ο στρατός. Οι Ελληνομακεδόνες τότε εβάλλοντο πανταχόθεν υπό Βουλγάρων και στρατού. Η θέσις των ήτο δεινή και μόνον η απαράμιλλος ανδρεία των τους έσωσεν. Οι Βούλγαροι άμα τη εμφανίσει του στρατού ολίγον κατ' ολίγον απεχώρησαν, ως συνηθίζουν να κάμνουν πάντοτε, και ούτω οι Ελληνομακεδόνες εμάχοντο πλέον μόνον προς τον στρατόν. Επί δίωρον διήρκεσεν ακόμη η προς τον στρατόν συμπλοκή, ο οποίος τέλος προ της ακαθέκτου ορμής των Ελληνομακεδόνων ηναγκάσθη να υποχωρήση και ούτω ο Ρουπακιάς και ο Λαχτάρας με τα παλληκάρια των θριαμβεύσαντες απήλθον εις το λημέρι των, έχοντες μόνον επτά τραυματίας, εξ ων τους τέσσαρας σοβαρώς. Εκ των κομιτατζήδων εφονεύθησαν 19, άγνωστοι δε είναι αι απώλειαι του στρατού.

Εις τον νέον τούτον θρίαμβον των Ελληνομακεδονικών όπλων συνετέλεσαν εξόχως οι οπλαρχηγοί Στέφος και Σιδέρης, οι οποίοι με απαράμιλλον αυταπάρνησιν μαχόμενοι επί κεφαλής των παλληκαριών των επροξένουν θαυμασμόν αλλά και θάρρος ενέπνεον εις τους συμπολεμιστάς των. Επίσης ο οπλαρχηγός Λυκοβαρδάκης επέδειξεν αξιοθαύμαστον ανδρείαν, καθώς και οι Καλύβας, Νικλάμπος, Μ. Παπαδάκης, Ι. Θεοδωρίδης, Γαλάνης, Αντωνίου, Παντ. Ιωάννου, Μ. Οικονόμου, Ξεν. Χαίρης, Δασκαλόπουλος, Νικολάου και Ρήγας και εν γένει πάντα τα παλληκάρια τα συμμετασχόντα της συμπλοκής απεδείχθησαν ατρόμητα προ του θανάτου» [ΕΜΠΡΟΣ, 15.7.1907, σ. 3-4].

Ο Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στις 15 Αυγούστου 1907 στο ημερολόγιό του, πως «ο Ρουπακιάς μετά την εν Γκρέντσι συμπλοκήν μετά κομιτών και τον θάνατον του Καρσάκωφ, θεωρήσας εαυτόν ικανοποιημένον αρκούντως, επροφασίσθη ασθένειαν, και μετά 5-6 απεσύρθη, είτα δ' ανεχώρησε δι' Ελλάδα, χωρίς να το εννοήσωμεν» [Βάρδας Β, 867-868].

Τέλος, το Μάρτιο του 1908 το ΕΜΠΡΟΣ ανακοινώνει ξανά την «εις την ορθοδοξίαν» επιστροφή του χωριού, τώρα «κατόπιν πολυμόχθων κόπων του καπετάν Λαχτάρα» [ΕΜΠΡΟΣ, 20.3.1908, σ. 4].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Το 1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής πέντε άτομα:

Stefo Dimtri, Vaomn Paoloff, Dimitri Pavloff, Georghi Petroff και Vuola Vangnel.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Το 1916 μετανάστευσε από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη του στο Ellis Island δήλωσε εθνικά Μακεδόνας ο George Vasileff.

 

Selo Grače - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των κατοίκων από το χωριό Γκράτσε κατά οικογένεια το έτος 1940 (Список на жителите од селло Граче по семејства во 1940 година).

Ονοματεπώνυμο του αρχηγού κάθε οικογενείας, αριθμός των μελών της το 1940 εντός παρενθέσεως και τέλος που βρέθηκαν να ζουν τα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο.

Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία: Главинов Јане (3), Шукалов Кузо (8), Шукаров Аргир (7), Шукаров Сотир (4), Иљовски Глигор (6), Главинов Петре (13), Главинов Андон, Иљовски Зицо (3).

Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση: Каралиев Апостол (8).

Κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση: Чоровски Илија (5), Главинов Иљо (3), Шукаловски Н. Доне (4).

Άλλοι κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Чоровски Анастас (5).

Κατέφυγαν στην Ουγγαρία: Чоровски Сотир (7), Чоровски Фиљо (4), Главинов Васил (3), Главинов Павле (6), Старовски Јане (8), Ставроски Христо (5), Ставровски Пасклал (2), Шукалов Т. Пандо (6), Шукалов Јован (6), Шукалов Ѓорги (6), Шукалов Стефо (9), Иљовски Коста (6).

Άλλοι κατέφυγαν στην Ουγγαρία και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Главинов Ѓорги (6).

Κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία: Главинов Кољо (7), Ставровцки Пандо (8), Ставровски П. Никола (9), Шукалов Андон (12), Шукалов Коста (10), Шукалов Мито (9), Ставровски Циле (7).

Άλλοι κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Главинов Кузо (7), Џуваров Паскал (9), Ставровски Нуме (6), Шукалов Мањо (6).

Κατέφυγαν στη Βουλγαρία: Главинов Пандо (7), Шукалов Динко (7).

Κατέφυγαν στη Ρουμανία: Иљовски Доне (7), Главинов Ило (6), Кателиев Ахил (8), Каралиев Нуме (5).

Κατέφυγαν στην Πολωνία: Новев Мичо (5).

Κατέφυγαν άλλοι στην Πολωνία και άλλοι στην Σοβιετική Ένωση: Главинов Панајот (5).

Άλλοι κατέφυγαν στη Ρουμανία και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Иловски Петро (17).

Παρέμειναν στην Ελλάδα: Чоровски Вангел (3), Главинов Кристо (4), Ставровски Никола (6), Ставров Кузо (7), Шукалов Зико (6), Шукалов Пандо (6), Шукалов Сотир (7), Шукалов Марко (5), Иљовски Лазо (6), Иљовски Попјане (11), Иљовски Ѓорги (6), Иљовцки Христо (5), Иљовски Арсен (5), Иљовски Фоти (6), Главинов Попиорги (13), Главинов Кузо (10), Главинов Глигор (5), Кирчовски Хасе (19), Фарцалов Пандо (7), Фарцалов Ѓорги (5).

Άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα και άλλοι μετανάστευσαν στην Αμερική: Ставрев Васил (10), ... (δυσανάγνωστο όνομα - 4 μέλη).

Σύνολο 68 οικογένειες - 463 άτομα.

 

Selo Crače - μέλη της Οχράνα (1942-1943)

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 19 άτομα:

Главинов Пандо, Ставров Пандо, СтавроВ Паљо, Ставров Паскал, Ставрев Крсто, Главинов Ташо, Иљов Зисо, Ставровски Нуме, Шукалов Иљо, Шукалов Спиро, Џуваров Томе, Шукалов Филе, Шукалов Петро, Шукалов Тимјо, Шукалов Доне, Главинов Вангел, Каралиев Нуме, Иљов Васил.

 

Selo Grače - μέλη του ΕΛΑΣ (1943-1945)

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ (Список на учесниците во ЕЛАС).

Σύνολο 32 άτομα:

Чоров Сотир (σκοτώθηκε το 1945 στην Πτολεμαΐδα), Главинов Спиро, Главинов Христо, Главинов Клљо (έφυγε πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Пандо (σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι), Главинов Гиро (σκοτώθηκε το 1946), Главинов Ташо, Ставров Пандо, Ставров Нуме, Ставров Иљо (σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο), Ставров Павле, Ставров Паскал, Ставров Крсто (σκοτώθηκε το 1944), Џуваров Томе (σκοτώθηκε το 1944 στην Ήπειρο), Џуваров Коста (σκοτώθηκε το 1949), Шукаловски Мањо, Шукаловски Иљо (σκοτώθηκε το 1945), Шукаловски Лазо (έφυγε πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Шукаловски Аргир (έφυγε πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукаловски Сотир (έφυγε πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукаловски Филик, Шукаловски Петре, Шукаловски Спиро, Каралиев Наум, Иљовски Доне (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Иљовски Пандо (σκοτώθηκε το 1949 στο Γράμμο), Иљовски Васил (σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι), Иљовски Зицо (έφυγε πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Главинов Христо, Главинов Глигор (σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι), Кирчовски Ѓорги (έφυγε μετανάστης στην Αυστραλία), Кирчовски Вангел.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Φτελιά. Φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν οι αντιφασίστες: Η. Σταυρόπουλος, Π. Σταυρόπουλος, Π. Σταυρόπουλος, Π. Σωπολόπουλος, Α. και Θ. Σωπολόπουλος, Α. και Π. Ηλιόπουλος, Θ. Τσοτσόπουλος και Σ. Σωπολόπουλος. Βασανίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, διώχθηκαν και εξακολουθούν να διώκονται από τους μοναρχοφασίστες και τις αρχές όλοι οι κάτοικοι του χωριού, άνδρες και γυναίκες. Ατιμάστηκαν 30 γυναίκες και κορίτσια από ένοπλους μοναρχοφασίστες όπως η Σοφία Κύρου κλπ. Έγιναν πάνω από 300 μπλόκα και συνεχίζονται. Το χωριό ζει μέρες αγωνίας, τρόμου και οργίων. Πάνω από 20 δημοκράτες εγκατέλειψαν τις οικογένειές τους και σκόρπισαν στα 4 σημεία του ορίζοντα. Πλιατσικολογήθηκαν όλα τα σπίτια. Πολλά ξεκληρίστηκαν. Αρπάχτηκαν δύο χιλιάδες πρόβατα, 46 μεγάλα ζώα, φορτία, βελέντζες, ρούχα κλπ.».

 

Selo Grače - φυλακισμένοι

Κατάλογος των φυλακισμένων 1945-1949 (Список на затворените).

Главинов Кочо (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή επτά χρόνια), Саврова Махи (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή επτά χρόνια), Каралиев Ахил (φυλακίστηκε το 1947), Каралиев Наум (φυλακίστηκε το 1947 - ποινή δέκα χρόνια), Каралиев Христо (φυλακίστηκε το 1947 - ποινή δέκα χρόνια), Ставровски Пандо (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Ставровски Паљо (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Главинов Анастас (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Сукаловски Андон (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Сукаловски Петро (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Ставров Наум (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια).

 

Selo Grače - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού (1947-1949)

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 66 άτομα:

Чоровски Иљо (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Чоровски Кољо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Чоровски Ставро (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Чоровцки Фиљо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Чоровска Ф. Гена (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинов Анастас (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Ουγγαρία), Главинов Пандо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинов Циле (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Βουλγαρία), Главинова Маргарита (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Лазо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинова Софија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Иљо (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Главинов Вангел (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинова Лефтера (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Панајот (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинова Цилка (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Πολωνία), Главинова Митра (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинова Вантија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Ставровски Ѓорги (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ставровски Спиро (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Ставровски Циле (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Ставровски Паскал (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στην Ουγγαρία), Ставровска Дора (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Џуваров Коста (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Џуваров Ѓорги (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаловска Параскева (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ставрев Иљо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Ставрев Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Ставрева Мара (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Шукалов Вангел (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукарова Харила (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукарова Ники (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаров Христо (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаров Лазо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Шукарова Лефтера (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаров Стефо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукаров Н. Лазо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукаров Нацо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукарова А. Кула (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукаров А. Ѓорги (σκοτώθηκε), Шукаров Павле (σκοτώθηκε), Шукаров Доре (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Ουγγαρία), Иљовска Стерја (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Иљовска Марија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Иљовска Докса (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Иљовски Христо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Иљовски Ѓорги (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Иљовски Доне (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Иљовска Хариклија (αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στην Ελλάδα), Иљовски Васил (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Иљовски Пандо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Иљовски Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Главинова Марјанти (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинова И. Марјанти (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинов Глигор (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Кирчов Спиро (πολέμησε στο Γράμμο - έμεινε στην Ελλάδα), Кирчова Дона (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Каралиев Вангел (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Каралиева Уранија (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Каралиев Кољо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Каралиев Апостол (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Каралиев Михали (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Каралиева Евгенија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Ставрева Дора (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε).

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΒΛΑΧΟΣ, ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΚΑΤΣΙΑΜΑΚΗΣ, ΚΥΡΟΥ (2), ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (2), ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΦΑΡΤΣΑΛΑΣ, ΣΟΥΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (6), ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (2).

 

Έζερετς / Ezerec / Езерец. Μετονομάστηκε σε Πετροπουλάκι και στη συνέχεια σε Πετροπουλάκιον. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορέστιδος, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα αμιγώς χριστιανικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου έχουν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι περισσότεροι από αυτούς προσχώρησαν στην εξαρχία. Ελληνικά σώματα επιτέθηκαν αρκετές φορές στο χωριό σκοτώνοντας κατοίκους του και καίγοντας τα σπίτια τους. Το 1912 και το 1928 ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 200 και 250 άτομα. Η πλειοψηφία του πληθυσμού προσχώρησε στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου στις αριστερές οργανώσεις. Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, με τη λήξη των εχθροπραξιών, τα 4/5 των κατοίκων κατέφυγαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Ezerce / Гьоридже: 41 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Εζηρέτσι Καστορίας: 300 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Ezerec [Αυστριακός Χάρτης].

Езерецъ / Костурска каза, 105 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Εζερέτς Καστορίας: «300 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Ezeretz / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 240 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905].

Έζερετς, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Έζερετς: «Σχισματικόν από του 1904 προσήλθεν εις την Ορθοδοξίαν κατά το έτος 1907. Μετά το Σύνταγμα εκηρύχθη και αύθις σχισματικόν» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Ερζερέτση: «Σχισματικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Σχισματικόν και μετά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Ελπίδες υπάρχουν να επανέλθη και πάλιν. Υπάρχουν 23 βουλγαρικαί οικογένειαι (165 ψυχαί). Λειτουργία ενός βουλγαρικού αρρεναγωγείου και ενός βουλγαρικού παρθεναγωγείου» [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Εζερέτσι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Έζερετς Καστορίας, 209 άτομα (98 άρρενες και 111 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Έζερετς Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Λουβράδες [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Језерец, 30 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Έζερετς Καστορίας, 91 άτομα (37 άρρενες και 54 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Έζερετς, μετονομάζεται εις κοινότητα Πετροπουλάκι και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Έζερετς εις Πετροπουλάκι» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Πετροπουλάκη (Έζερετς) Καστορίας, 235 άτομα (103 άρρενες και 132 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 231 και ετεροδημότες 4 [Απογραφή 1928].

Έζερετς (Πετροπουλάκι), υπήρχαν 35 ξενόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932].

Πετροπουλάκιον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 310 (132 άρρενες και 178 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 328 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 48 [Γρηγορίου].

Езерец: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Πετροπουλάκη, 313 κάτοικοι, εκ των οποίων 300 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις ρευστή. Έδρασαν αντεθνικώς 10. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 5. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 2. Παρατηρήσεις: Εξετελέσθησαν 3 υπό ανταρτών [Στατιστική 1945].

Πετροπουλάκιον Καστορίας: 54 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Езерец: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 72 παιδιά από το χωριό [Мартинова, 50-52].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 94, 1971: 49, 1981: 33, 1991: 30, 2001: 35.

Υψόμετρο 990 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στην επανάσταση του Ίλιντεν το 1903, συμμετείχαν από το Έζερετς ως τσέτες οι: Коста Димитровски, Јане Насковски, Атанас Варсамовски, Атанас Сидовски, Христо Томов, Аргир Митов, Атанас Томов, Петре Колевски [Selo Jezerec].

Σύμφωνα με πληροφορία που υπάρχει σε κύριο άρθρο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ με τίτλο «Ο θρίαμβος εν Καστανοχωρίοις», άρθρο που μάλλον είχε γράψει ο Δημήτρης Καλαποθάκης, διευθυντής της εφημερίδας και πρόεδρος του μακεδονικού κομιτάτου της Αθήνας, η πρώτη επίθεση ελληνικής ομάδας στο Έζερετς πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 1904 από τον Αριστείδη Μαργαρίτη και τους δεκαπέντε περίπου άντρες του. Ο Μαργαρίτης, «ατυχώς, είτε εκ κακών εισηγήσεων, είτε εκ της επιθυμίας όπως αποσπάση εκ των προκρίτων χρήματα, εφόνευσέ τινας εξ αυτών προς τιμωρίαν δήθεν της μεταστάσεώς των» [ΕΜΠΡΟΣ, 30.9.1905, σ. 1].

Στις αρχές Ιανουάριο του 1905, οι Βάρδας και Καραλίβανος στέλνουν επιστολή σε άτομα στο Έζερετς και τους ζητούν καταλύματα για τους άντρες τους. Αυτοί απαντούν στους Έλληνες «να μην εισέλθωσιν ούτε να επανέλθωσιν εις το χωρίον διότι δεν τοις εγγυώνται από τους κομίτας» [Βάρδας Α, 56].

Στις 15 Μαρτίου 1905, κατά το Σιλιάνοφ, μία ελληνική ομάδα μπαίνει στο Έζερετς και σκοτώνει οκτώ κατοίκους [Силянов B, 210].

Η πράξη αυτή αναφέρεται στις 11 Απριλίου στο ΕΜΠΡΟΣ. Η εφημερίδα πληροφορεί τους αναγνώστες της, πως η ομάδα του καπετάν Αριστείδη «συνέλαβε δέκα εκ του χωρίου Ιζερέτς τους οποίους και απήγαγε» [ΕΜΠΡΟΣ, 11.4.1905, σ.4].

Τι έκανε αυτούς τους αιχμαλώτους ο καπετάν Αριστείδης, γίνεται γνωστό λίγες μέρες μετά στις στήλες του ΣΚΡΙΠ. Ο έλληνας οπλαρχηγός έκρινε αυτούς τους δέκα «ενόχους και τους ωδήγησεν εις άγνωστον μέρος ίνα ανταποδώση αυτοίς τα ίσα προς ό,τι έπραξαν» [ΣΚΡΙΠ, 14.4.1905, σ.4].

Ο Μιχάλης Τσόντος, οπλαρχηγός και ξάδελφος του Γιώργου Τσόντου-Βάρδα, γράφει από τα Χανιά στον τελευταίο, στις 10 Μαρτίου 1939, ότι όπως θυμάται, το Μάρτιο του 1905 «στα Καστανοχώρια έμειναν οι Αρ. Μαργαρίτης ή καπετάν Πίτας και ο Ταγαρούλιας που πήγε στο Έζερετς και σκότωσε τους απαχθέντες επτά Εζερετσιώτες ή μάλλον τους έξι, γιατί ο ένας διέφυγε τον τουφεκισμό» [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 6].

Για την αλήθεια οι έλληνες αντάρτες, άντρες του καπετάν Αριστείδη, έσφαξαν τους βοσκούς Вангел Томов, Ставре Ставровски, Петре Николовски, Штерјо Сидовски, Штерјо Фотевски, Никола Капера, Штерјо Лјочо και Лазо Лјочо [Selo Jezerec].

Ο Στέφανος Δούκας-Μάλλιος που είχε ζητήσει από κατοίκους της περιοχής καταλύματα, πήρε από αυτούς γραπτή απάντηση στην οποία έλεγαν «ότι δεν ηδύναντο να δεχθώσι καμμίαν συνεννόησιν και μας υπενθύμιζον τας άγριας σφαγάς εννέα αδελφών των, ας ενήργησαν τον Μάρτιον οι Έλληνες αντάρται μετά προηγούμενην δεξίωσιν και περιποίησιν, ης έτυχον εν Έζερετς» [Βάρδας Α, 108].

Αργότερα, στις 5 Μαΐου 1905, ο Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του πως ο Μάλλιος του γράφει «ότι θελήσας να εισέλθη εις τα βουλγαροχώρια εστάθη αδύνατον, διότι μετά την αισχράν πράξιν εν Έζερετς των Αρ. Μαργαρίτη και Μιχ. Ταγαρούλια έχουσιν εξαγριωθή εναντίον μας» Βάρδας Α, 124].

Σύμφωνα με το Βακαλόπουλο, οι ομάδες των Βαγγέλη Βλάχου και Λουκά Κόκκινου το Δεκέμβριο του 1905 και τον Ιανουάριο του 1906 επιτέθηκαν άλλες δύο φορές κατά του Έζερετς [Βακαλόπουλος Β, 145].

Οι συγγραφείς της ΔΙΣ του ΓΕΣ υποστηρίζουν πως στις επιθέσεις αυτές έλαβαν μέρος όχι ο Βλάχος, αλλά ο ανθυπολοχαγός Αντώνης Βλαχάκης (καπετάν Λίτσας). Κατ' αυτούς, οι Βλαχάκης και Κόκκινος επιτέθηκαν στο Έζερετς στις 20 Δεκεμβρίου 1905, «επυρπόλησαν δύο οικίας και εφόνευσαν ωρισμένους εκ των φανατικών σχισματικών». Στη δεύτερη ελληνική επίθεση της 1ης Ιανουαρίου «εφονεύθησαν αρκετοί κομιτατζήδες, επυρπολήθησαν διάφοροι οικίαι, ως και μία αποθήκη πυρομαχικών» [ΔΙΣ, 215].

Τις δύο αυτές επιθέσεις περιγράφει στο βιβλίο του και ο Dakin: «Ο Λίτσας και ο Λούκας έμειναν μαζί και επιτέθηκαν (20 Δεκεμβρίου / 2 Ιανουαρίου 1906) στο Έζερετς, προπύργιο των εξαρχικών, όπου έκαψαν δύο σπίτια και πιθανότατα σκότωσαν αρκετούς κομιτατζήδες. Στις 1/14 Ιανουαρίου 1906, έχοντας ακούσει ότι ο Μήτρος Βλάχος βρισκόταν στο Έζερετς, οι δύο αρχηγοί έκαναν ακόμη μια επίθεση στο χωριό. Έριξαν μια βόμβα στο σπίτι όπου κρυβόταν ο Μήτρος Βλάχος και τον τραυμάτισαν, αλλά για άλλη μια φορά ο "ασύλληπτος" αντίπαλος διέφυγε. Το ελληνικό σώμα πέταξε τότε βόμβες και σε άλλα σπίτια και σκότωσε αρκετούς κομιτατζήδες. Ανατίναξαν, επίσης, μια αποθήκη με πυρομαχικά, φυσίγγια και βόμβες. Για άλλη μια φορά οι Τούρκοι έφτασαν στον τόπο της συμπλοκής, οι Έλληνες, όμως (που είχαν ένα νεκρό, τον Κρητικό Δουκάκη, και πέντε τραυματίες) κατάφεραν να διαφεύγουν» [Dakin, 351].

Για την επίθεση της πρωτοχρονιάς του 1906 υπάρχει σχετικό άρθρο στο ΕΜΠΡΟΣ:

«Θετικαί εκ Μακεδονίας ειδήσεις παρέχουν λεπτομερείας της συμπλοκής, η οποία συνέβη μεταξύ του υπό τον αρχηγόν Νάκον Λίτσαν Ελληνομακεδονικού σώματος και της υπό την Μήτρον Βλάχον ληστανταρτικής Βουλγαρικής συμμορίας.

Ο αρχηγός Νάκος Λίτσας πληροφορηθείς ότι ο Μήτρος Βλάχος ευρίσκεται εις το χωρίον Εζερέτς μετέβη περί την 5 πρωϊνήν ώραν, της 1ης Ιανουαρίου και περικύκλωσε το χωρίον. Οι Βούλγαροι ήρχισαν αμέσως πυροβολούντες κατά των οικιών εις τας οποίας ήσαν ωχυρωμένοι. Οι Ελληνομακεδόνες ώρμησαν τότε εντός του χωρίου αντιπυροβολούντες και επλησίαζον ολονέν προς τας οικίας, τας οποίας κατείχον οι Βούλγαροι διά να πυρπολήσουν αυτάς. Αιφνιδίως όμως ευρέθησαν μεταξύ δύο πυρών.

Άλλη βουλγαρική συμμορία ευρισκομένη εις το χωρίον Λοβράδες ειδοποιηθείσα εκ των πυροβολισμών έσπευσε και καταλαβούσα θέσιν οχυράν έξωθεν του χωρίου ήρχισε και αυτή πυροβολούσα κατά των Ελληνομακεδόνων των αψηφούντων την βροχήν των σφαιρών. Οι Ελληνομακεδόνες τότε ωχυρώθησαν και αυτοί και εξ εγγυτάτης αποστάσεως εξηκολούθουν μαχόμενοι επί πολλήν ώραν, ότε τέλος κατέφθασε και ο Τουρκικός στρατός.

Ούτω οι Ελληνομακεδόνες δεχόμενοι πανταχόθεν ραγδαίον πυρ ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν και να σωθούν πάντες εκτός του ανδρείου Γ. Δουκάκη, ο ποίος βληθείς υπό πολλών σφαιρών έπεσε νεκρός. Επίσης μετά του όλου σώματος εσώθη και ο καπετάν Δημητράκης, τραυματισθείς διά σφαίρας επαναληπτικού όπλου εις τον λαιμόν ακινδύνως και ο Γ. Σταμούλης ο οποίος επίσης ετραυματίσθη ακινδύνως εις την χείρα. Εκ των Βουλγάρων εφονεύθησαν πλέον των 10 και ετραυματίσθησαν 7» [ΕΜΠΡΟΣ, 28.1.1906, σ. 3].

Οι οπλαρχηγοί Βλάχος και Κόκκινος επιτέθηκαν πάλι στις 2 Ιουνίου 1906 και όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος «κατάστρεψαν το χωριό Έζερετς» [Βακαλόπουλος Β, 215].

Αυτή η καταστροφή του Έζερετς περιγράφεται στο ΕΜΠΡΟΣ. Οι ομάδες των Λούκα και Βλάχου προσέβαλαν το χωριό καθώς γνώριζαν, σύμφωνα με την αθηναϊκή εφημερίδα, πως εκεί κρύβονταν δεκαπέντε κομιτατζήδες. Ακολούθησε σφοδρή σύγκρουση με τα εξής αποτελέσματα: «Εκ των Ελληνομακεδόνων εφονεύθησαν πέντε και ετραυματίσθησαν τινές. Εκ των 15 κομιτατζήδων και εκ των κατοίκων του χωρίου δεν διέφυγεν ουδείς τον θάνατον εκτός των παιδίων και γυναικών ανερχομένων εις 30 και εκείνων οι οποίοι είχον προφθάση να φύγουν προ του να επιχειρήσουν την ακατάσχετον έφοδον οι Ελληνομακεδόνες. Πάσαι αι οικίαι εντός των οποίων εκρύπτοντο κομιτατζήδες αρνηθέντες να παραδοθώσιν επυρπολήθησαν» [ΕΜΠΡΟΣ, 11.6.1906, σ. 3].

Τρεις μέρες αργότερα το ΕΜΠΡΟΣ συμπληρώνει ότι η συμπλοκή έληξε με την άφιξη και εμπλοκή ενός οθωμανικού στρατιωτικού αποσπάσματος. Κάνει τώρα λόγο για νεκρούς πολλούς στρατιώτες και εννέα κομιτατζήδες. Γράφει επίσης για πέντε πυρπολημένα σπίτια [ΕΜΠΡΟΣ, 14.6.1906, σ. 3].

Δυο βδομάδες μετά, το ΕΜΠΡΟΣ επανέρχεται, ανεβάζει την ελληνική δύναμη σε 75 άνδρες και δίνει ως αρχηγούς τους Λουκά, Βασίλη και Σούλιο. Αναφέρει πως οι επιτιθέμενοι δεν πυρπόλησαν μόνο πέντε σπίτια, αλλά «έκαυσαν το χωρίον». Η στρατιωτική δύναμη ήταν 150 άτομα. Υποτίθεται πως σκοτώθηκαν είκοσι και τραυματίστηκαν διπλάσιοι [ΕΜΠΡΟΣ, 26.6.1906, σ. 4].

Την πληροφορία για «καταστροφή του σχισματικού Έζερετς» από το σώμα των Λούκα-Βαγγέλη (υπόλοιπο της ομάδας Λίτσα-Βλαχάκη), σημειώνει ο Βάρδας στις 13 Ιουνίου 1906 [Βάρδας Β, 224].

Στις 31 Ιουλίου 1906 ο Βάρδας κάνει λόγο και για το σχετικό πλιάτσικο: «ο Λούκας παραλαβών από το Έζερετς αρπαγέντα ζώα απήλθεν εις Ελλάδα προς πώλησιν αυτών» [Βάρδας Β, 95].

Συνολικά οι Έλληνες άρπαξαν από το Έζερετς 1.500 πρόβατα και 60 βόδια [Selo Jezerec].

Εκτός όμως των ελλήνων ανταρτών, στο Έζερετς επιτέθηκε και ο στρατός. Ο πρόξενος Μοναστηρίου Νικόλαος Ξυδάκης με έγγραφό του προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, ενημερώνει τον προϊστάμενό του, πως στις 8 Οκτωβρίου 1906 ο στρατός πολιόρκησε το Έζερετς και σκότωσε πέντε κομίτες [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 717, 14.10.1906].

Εκείνοι οι σκοτωμένοι Μακεδόνες ήταν οι: Васил Славов, Калето Цаколе, Горги Влавов, Христо Доневски και Коле Буре [Selo Jezerec].

Και αυτή την είδηση την βρίσκουμε δημοσιευμένη στο ΕΜΠΡΟΣ και μάλιστα μια μέρα μετά το γεγονός. Η εφημερίδα γράφει για πολιορκία του χωριού από 400 στρατιώτες με 3 πυροβόλα, πέντε νεκρούς κομίτες (μεταξύ τους ο βοεβόδας Τόμα) και επτά πυρπολημένες οικίες [ΕΜΠΡΟΣ, 9.10.1906, σ. 3]

Τέλος, ο ανθυπολοχαγός Γρηγόρης Φαληρέας (καπετάν Ζάκας) εξαναγκάζει στις 27 Απριλίου 1907 τους κατοίκους του Έζερετς να υποβάλουν αίτηση επιστροφής στο πατριαρχείο [ΔΙΣ, 247].

 

Selo Jezerec - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των κατοίκων του χωριού Έζερερτς το έτος 1940 (Список на жителите на село Језерец во 1940 година).

Τα ονόματα των αρχηγών των οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Тодор Насков (12), Готи Минов (4), Марија Зикова (5), Тома Зиков (7), Вангел Николовски (8), Калето Николовски (11), Вангел Насков (12), Киро Насков (4), Штерјо Насков (7), Коста Насков (4), Павло Насков (6), Фоти Николовски (6), Мина Насков (4), Никола Насков (7), Ефтим Насков (6), Васил Миновски (7), Кочо Насковки (7), Ристо Насковски (5), Атанас Насковки (7), Атанас Томов (7), Зико Зиковски (8), Атанас Кирјазовски (5), Димитра Ниновска (5), Андреја Ниновски (4), Никола Ниновски (7), Сотир Ниновски (8), Христо Ниновски (8), Вангел Дуковеки (5), Коста Димитровски (9), Јане Ниновски (5), Штерјо Ниновски (7), Горги Сидировски (8), Зицо Сидидовски (10), Атанас Врсамовски (4), Горге Николовски, Паскал Томевски (8), Андон Томевски (7), Тома Томов (6), Илија Томов (7), Паслкал Ставровски (9), Риса Ставровска (4), Ристо Ставровки (7), Тома Гата (9), Аргир Кирјази (8), Штерјо Карпач (8).

Σύνολο 45 οικογένειες / 302 άτομα.

 

Selo Jezerec - μέλη της Οχράνα (1942-1943)

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 7 άτομα:

Христо Насков (σκοτώθηκε), Паско Насков (σκοτώθηκε), Штерјо Дуката (σκοτώθηκε), Фоти Насковски (σκοτώθηκε), Штерјо Насков, Тодор Насков, Коста Насков.

 

Selo Jezerec - μέλη του ΕΛΑΣ (1943-1945)

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ (Список на учесниците во ЕЛАС).

Σύνολο 10 άτομα:

Зико Зиков, Мито Гата, Мичо Гата, Ставро Минов, Јани Минов, Вангел Наско, Вангел Насков, Никола Минов, Андон Томов (σκοτώθηκε στην Ήπειρο), Никола Атанасов (σκοτώθηκε στην Ήπειρο).

 

Selo Jezerec - συνεργάτες του ΕΛΑΣ στα μετόπισθεν

Соработници на ЕЛАС во позадината

Σύνολο 16 άτομα:

Крсте Насков, Фоти Миновски, Вангел Николовски, Васил Миновски, Фоти Николовски, Лина Наскова, Горги Насков, Анастас Томов, Петре Крпач, Сптир Ноновски, Јани Ниновски, Атанас Варсамовски, Хилеја Томовски, Илија Томов, Андон Томов, Томо Гата.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Πετροπουλάκι. Έγιναν 11 μπλόκα. Σκοτώθηκε με ρόπαλο από ένοπλους των χωριών Λάγγας και Μελανθίου, με αρχηγό τον Ι. Σπυρόπουλο, ο δημοκράτης Χ. Κοτσιόπουλος. Βασανίστηκαν οι δημοκράτες: Δ. Νικολόπουλος, Γ. Μινόπουλος, Β. Νασκόπουλος, Χ. Θωμόπουλος, Π. Γκιάς και η γυναίκα του, Σιδηρούλα Ξηκοπούλου, Ελευθερία Ζηκοπούλου, Ανδρομάχη Βαρσαμοπούλου, Ζωίτσα Βαρσαμοπούλου, Ζωίτσα Μινοπούλου, Μαρία Δυάδη και άλλοι, συνολικά 31. Φυλακίστηκαν οι λαϊκοί αγωνιστές: Κ. Θωμόπουλος, Β. Νασκόπουλος, Ι. Μινόπουλος και Π. Μινόπουλος. Λεηλατήθηκαν όλα σχεδόν τα σπίτια. Τους άρπαξαν 1000 γιδοπρόβατα, 50 βόδια, 4 γουρούνια, 100 βελέντζες, 100 ζεύγη κάλτσες, 500 οκάδες στάρι, 400 οκάδες φασόλια, 350 οκάδες τυρί, 120 οκάδες βούτυρο. Ατιμάστηκαν οι γυναίκες: Δήμητρα Νικοπούλου και Μαρία Θωμοπούλου. Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Νοέμβρη 1946 κάψανε τα σπίτια των δημοκρατικών: Θ. Γκιάτα, Θ. Ζηκόπουλου, Α. Βασαμόπουλου, Ευθ. Νασκόπουλου και Ν. Νασκόπουλου. Τα σπίτια αυτά πλιατσικολογήθηκαν μέχρι βελόνα. Βάλανε φωτιά και σε 5 αχυρώνες. Ξυλοκόπησαν άγρια τον ελασίτη Α. Θωμόπουλο, το δημοκράτη Π. Μηνόπουλο, το γέρο Βαλσαμόπουλο και την Ανδρομάχη Βαλσαμοπούλου. Τραυμάτισαν την Παναγιώτα Θωμοπούλου».

 

Selo Jezerec - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 46 άτομα

1946-1949: Вангел Насков, Димитар Николовски, Тома Зиков, Вангел Насков, Мина Ниновски, Штерјо Ниновски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Александра Ниновска (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Зика Зиковски, Павло Зиковски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Лефтера Зиковска, Леонида Миновски, Јордан Миновски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Левтерија Миновска (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Коста Насковски, Павло Насковски, Димитар Николовски, Шоме Николовски, Димитар Сидровски, Акилеја Николовски, Сократи Томовски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Аргир Томов, Алеко Томов, Глигор Томов (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Атанас Ставровски, Олга Ставроцска (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Штерјо Гета, Мичо Гета, Христо Гета, Паско Гета (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Хилеја Карапачовски, Јани Атанасовски, Горги Коцовски, Констандина Коцовска, Христо Апостоловски, Мите Димитровски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Коста Димитровски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Пандо Димитровски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο).

1948-1949: Лена Карпачовска, Христо Настовски, Никола Ставровски, Коста Томов, Аристиди Сидеровски, Левтера Нинова, Андроника Нонова, Јарна Монова, Маха Сидировска

 

Selo Jezerec - φυγάδες

Κατάλογος των φυγάδων από το χωριό Έζερετς μεταξύ των ετών 1940-1949 (Список на пребегнатите лица од село Језерец од 1940 до 1949 година).

Αναφέρονται οι αρχηγοί των οικογενειών και εντός παρενθέσεως το σύνολο των μελών-προσφύγων κάθε οικογένειας.

Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία: Атанас Томов (4), Риса Томва (2), Атанас Масков (8), Лаке Томов (2), Васил Николовски (6), Васил Моновски (6), Жота Томова (2), Фоти Николовски (5), Стерјо Насков (5), Тимчо Насков (6), Фоти Николовски (2), Мичо Миновскисо (6), Ристо Гото (6), Димитар Гока (5), Никола Николовски (6), Леонида Насковски (2), Политиона Томова (2).

Κατέφυγαν στη Βουλγαρία: Киро Насков (5), Коста Насков (4), Никола Насков (8), Никола Карпачевски (7), Илија Томовски (7).

Κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση: Ставро Ниновски (3), Вангел Насковски (7), Левтера Николовска (2), Костандина Кацова (2), Горги Кацов (2), Ристо Нсков (2), Никола Ставровски (3), Аристиди Ставровски (3), Христо Николовски (3).

Κατέφυγαν στην Πολωνία: Марија Гата (6), Тома Зиков (8), Вангел Николовски (4), Димитар Николовски (6), Констандина Наскова (7), Констандина  Наскова (4), Милја Наскова (5), Павло Насковски (7), Доксија Насковска (2), Констандина Ниновска (2), Филјо Насковски (4), Зико Зиковски (6), Петро Крпачевски (7), Сотир Ниновски Ниновски (7), Ваја Димитровска (5), Гела Ниновска (2), Горги Сидировски (8), Кочо Сидировски (2), Андон Томовски (7), Тома Томов (5), Левтерија Ставровска (2), Риза Ставровска (2), Елена Кирјазо (2), Антигони Кирјазова (2), Афродити Сидировска (2).

Κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία: Лефтера Насковска (4), Кираца Николовска (4), Атанас Варсамовски (2), Јани Николовски (4), Левтера Зикова (2), Ристо Атанасовски (2).

Κατέφυγαν στην Πολωνία: Паскал Кацовски (7), Ристо Атанасовски (4).

Σύνολο 276 άτομα.

 

Selo Jezerec - κάτοικοι μετά τον εμφύλιο

Κατάλογος κατοίκων το έτος 1949 (Список на жители во 1949 година)

Τα ονόματα των αρχηγών των οικογενειών που παρέμειναν στο χωριό και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Крсто Насков (7), Јани Николовски (3), Атанас Кирјазов (8), Павло Монов (2), Горго Минов (4), Андреа Монов (5), Вангел Дуков (5), Паскал Томовски (8), Горго Миновски (9), Димитар Сидировски (2), Зиси Сидировски (8), Аргир Кирјазовски (6), Христо Ставровски (7), Тома Ставровски (2).

Σύνολο 14 οικογένειες / 76 άτομα.

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΔΗΜΟΥ, ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΖΗΣ, ΜΗΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (2).