Skip to main content

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Κ

 

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Κ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Καλέβιστα / Kalevišta / Калевишта. Μετονομάστηκε σε Καλή Βρύση. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ακριτών, του νομού Καστορίας. Ήταν ένα πατριαρχικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Τόσο το 1912 όσο και το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 400 άτομα. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου αρκετοί κάτοικοι του χωριού προσχώρησαν στο στρατόπεδο της Αριστεράς. Μεταπολεμικά το χωριό ερήμωσε. Οι μισοί περίπου κάτοικοί του βρέθηκαν ως πολιτικοί πρόσφυγες σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και οι υπόλοιποι σκόρπισαν στις πόλεις Καστοριά, Θεσσαλονίκη, Άργος Ορεστικό, Ξάνθη, Λάρισα και σε κάποια χωριά της περιοχής.

 

Πηγές

Καλέβιστα Καστορίας: 150 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Kalevišča [Αυστριακός Χάρτης].

Калевища / Костурска каза, 455 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Callevichta, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Kalevichta / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 400 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 20 μαθητές [Brancoff 1905].

Καλλέβιστα, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Καλλέβιστα Καστορίας: «400 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Καλέβιστα καζά Καστορίας [Χάρτης Κοντογόνη].

Καλέβιστα Καστορίας, 443 άτομα (249 άρρενες και 194 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Καλέβιστα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Όμοτσκον [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Калевишта, 55 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Καλέβιστα Καστορίας, 368 άτομα (178 άρρενες και 190 θήλεις) - 75 οικογένειες [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Καλεβίστης, μετονομάζεται εις κοινότητα Καλής Βρύσης και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Καλέβιστα εις Καλή Βρύση» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Καλή Βρύση (Καλέβιστα) Καστορίας, 392 άτομα (167 άρρενες και 225 θήλεις). Υπήρχε ένας πρόσφυγας που ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 366, ετεροδημότες 23 και 3 αλλοδαποί. Επίσης 70 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Καλή Βρύση Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 305 (126 άρρενες και 179 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 381 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 151 [Γρηγορίου].

Калевишта: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Καλή Βρύση, 300 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Калевишта: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 48 παιδιά από το χωριό και δύο παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 50-52].

Καλή Βρύση Καστορίας: 85 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Από την απογραφή του 1961 μέχρι και εκείνη του 1991 ο οικισμός δεν απογράφεται χωριστά.

Καλή Βρύση Καστορίας: 67 κάτοικοι [Απογραφή 2001].

Υψόμετρο 1180 [Υψομετρική Κατανομή].

 

1903-1908

Για πρώτη φορά ο Τσόντος-Βάρδας και οι άντρες του μπαίνουν στο χωριό στις 20 Ιουλίου 1906. Ο Βάρδας γράφει στο ημερολόγιό του τις πρώτες εντυπώσεις του: «Οι κάτοικοι ομιλούν την Βουλγαρικήν και Αλβανικήν, ως τα πλείστα των πέριξ χωρίων, οι άνδρες δε κάλλιστα την Ελληνικήν, δεικνύουσι πολλήν προθυμίαν, και φαίνονται αρκετά καλοί, αν και έχουσιν αγροφύλακα και ποιμένας τούρκους, και πέριξ οθωμανικά χωρία. Δεν έχουσιν όμως ίδει αντάρτας πλην Γκούντα, όστις εισήλθεν ολίγας ώρας διαβαίνων, ίνα πάρη άρτον, χωρίς ουδεμίαν άλλην ομιλίαν και ημών. Εξ αυτών μανθάνω ότι ούτος ακολουθείται υπό 90 ανδρών κακώς ενδεδυμένων και τροφοδοτείται δωρεάν, λέγων μάλιστα ότι: "Δεν είμαι Βάρδας να πληρώνω, τα παίρνω με την πάλαν, είμαι δε εκ μέρους της Κυβερνήσεως και όχι του Κομιτάτου, και παίρνω ολίγα λεπτά, αν δε δεν εισέλθω εις Κορέστια θα μου τα κόψωσι"» [Βάρδας Β, 76].

Ο Βάρδας μπόρεσε και στρατολόγησε μερικούς κατοίκους του χωριού [Βάρδας Β, 183].

Το σώμα του Βάρδα διανυκτερεύει ξανά στη Καλέβιστα στις 15 Σεπτεμβρίου 1906. Εκεί ο έλληνας αρχηγός φώναξε στο κατάλυμά του τους προύχοντες του χωριού για να τους επιπλήξει: «Είχον καλέσει τους προέχοντας, έκαμον αυτοίς τινάς παρατηρήσεις και είτα κατά την κακήν συνήθειάν μου απεκοιμήθην ενώ ακόμη αυτοί δεν διελύθησαν» [Βάρδας Β, 196].

Πέντε μέρες αργότερα, ο Βάρδας, που βρίσκεται με τους άντρες του στην Κιούτεζα, παίρνει γράμμα από τον κοινοτάρχη του χωριού Καλέβιστα: «Εκ Καλεβίστης έλαβον επιστολή του μουχτάρη εις απάντηση της ιδικής μου, δι ης ηπείλουν τον μουχτάρην και αζάδες, ότι αν δεν παύσωσι τας παλαιάς των μεθόδους να διαιρώσι το χωρίον και να δημιουργώσι δίκας προς εκμετάλλευσιν χρηματικήν, θα πάθωσιν. Γράφει ότι κακώς με επληροφόρησαν άτιμοι (δεν γνωρίζω τίνας υπαινίσσεται), ότι αυτοί πταίουσιν, ως δύναμαι να πληροφορηθώ από τους γέροντας του χωρίου, όπερ έχει 60 οικίας, και "Αν δεν πασχίζωμεν διά κάθε συμφέρον του χωρίου εγώ δεν την θέλω την ζωήν μου". Μετά αφήγησιν διαφόρων βασάνων άτινα έχουσιν ως εκ της θέσεως των, λέγει ότι δεν τους ακούουν, ούτε αγγελιαφόρον βάλλουν και εξ ανάγκης στέλλουν πάντοτε τον Σπύρον (γελαδάρην), Ούτε εννοούν να πληρώσουν, αυτοί ιδίως όπου φωνάζουν. "Ημείς δίδομεν παραίτησιν διά να μην βλαφθή και εντροπιασθή κανείς και ειδοποιείς αυτούς που μας κατηγορούν και διορίζουν άλλους, ημείς πηγαίνομεν εις την ξενιτειάν. Μόνο σε παρακαλούμεν να εξετασθούν οι δουλειές καλώς και ύστερον πράξε ό,τι θέλεις"» [Βάρδας Β, 206-207].

 

Selo Kalevišta - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των κατοίκων του χωριού Καλέβιστα το έτος 1940 (Список на жителите на село Калевишта во 1940 година)

Περιέχει τα ονόματα των αρχηγών 65 μακεδονικών οικογενειών (351 άτομα) που ζούσαν στο χωριό το 1940, τα μέλη κάθε οικογένειας και το που βρέθηκαν αυτά μετά τον εμφύλιο πόλεμο:

1. Палјо Кирјаковски, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στην Ελλάδα και τέσσερα κατέφυγαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

2. Васил Костандинов, πέντε άτομα. Τέσσερα κατέφυγαν στην Ουγγαρία και ένα στη Ρουμανία.

3. Хараламб Гершов. Το 1948 κατέφυγε στην Ανατολική Ευρώπη και το 1954 μετανάστευσε στην Αμερική.

4. Васил Јановски, οκτώ άτομα. Ένα παρέμεινε στην Ελλάδα, έξι κατέφυγαν στην Ουγγαρία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

5. Поп Јани, δέκα άτομα. Πέντε παρέμειναν στην Ελλάδα και πέντε κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση.

6. Нико Карабина, τρία άτομα. Ένα σκοτώθηκε και δύο παρέμειναν στην Ελλάδα.

7. Христо Карабина, εννέα άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

8. Мавровски Јани, επτά άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

9. Цугов Никола, πέντε άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, δύο παρέμειναν στην Ελλάδα και ένα κατέφυγε στην Πολωνία.

10. Цугова Ваноница, τρία άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

11. Мавровски Илија, επτά άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

12. Велјовска Стефановица, πέντε άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, δύο παρέμειναν στην Ελλάδα και ένα κατέφυγε στην Τσεχοσλοβακία.

13. Вилјовски Михо, επτά άτομα. Κατέφυγαν στη Ρουμανία.

14. Велјовски Фоти, τέσσερα άτομα. Κατέφυγαν στη Ρουμανία.

15. Кочовски Аристиди, τέσσερα άτομα. Ένα παρέμεινε στην Ελλάδα, δύο κατέφυγαν στην Ουγγαρία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

16. Кочовски Христо, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στην Ελλάδα και τέσσερα κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία.

17. Кочовски Анастасиа, πέντε άτομα. Τρία κατέφυγαν στη Ρουμανία, ένα στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

18. Кочовски Панајот, επτά άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη).

19. Нановски Панајот, επτά άτομα. Έξι κατέφυγαν στη Ρουμανία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

20. Кочовски Лаки. Παρέμεινε στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη).

21. Сотир Кочовски, δύο άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα (Λάρισα).

22. Кочовска Софија, δύο άτομα. Ένα παρέμεινε στην Ελλάδα και ένα κατέφυγε στη Ρουμανία.

23. Кочовски Тодор, πέντε άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

24. Ндуловски Васил, επτά άτομα. Δύο παρέμειναν στην Ελλάδα, τέσσερα κατέφυγαν στη Ρουμανία και ένα στην Ουγγαρία.

25. Ндуловски Пандо, τέσσερα άτομα. Δύο σκοτώθηκαν και δύο κατέφυγαν στην Ουγγαρία.

26. Велјовски Гјорги, εννέα άτομα. Ένα σκοτώθηκε, δύο παρέμειναν στην Ελλάδα και έξι κατέφυγαν στη Ρουμανία.

27. Јановски Христо, δεκατρία άτομα. Πέντε παρέμειναν στην Ελλάδα και οκτώ κατέφυγαν στη Ρουμανία,

28. Жутовска Димитрула, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στην Ελλάδα και ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

29. Ндуловски Зисо, οκτώ άτομα. Ένα σκοτώθηκε, δύο παρέμειναν στην Ελλάδα, τέσσερα κατέφυγαν στην Ουγγαρία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

30. Ндулов Никола, πέντε άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη).

31. Фишеов Коста, επτά άτομα. Ένα σκοτώθηκε και έξι παρέμειναν στην Ελλάδα.

32. Мавровски Јани, έξι άτομα. Κατέφυγαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

33. Мавровска Депа, πέντε άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

34. Палјунков Сотир, τρία άτομα. Ένα σκοτώθηκε και δύο κατέφυγαν στην Ουγγαρία.

35. Палјунков Анастас, τρία άτομα. Ένα πέθανε και δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

36. Фишеона Костандина, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τέσσερα κατέφυγαν στην Ουγγαρία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

37. Димитровски Васил, πέντε άτομα. Κατέφυγαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

38. Димитровски Сотир, τέσσερα άτομα. Ένα παρέμεινε στην Ελλάδα και τρία κατέφυγαν στη Ρουμανία.

39. Димитровски Илјо, έξι άτομα. Κατέφυγαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

40. Димитривски Георгиев Сотир, δύο άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

41. Димитривски Георгиев Христо, τρία άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

42. Димитривски Георгиев Мичо, πέντε άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

43. Димитривски Пандо, τρία άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα

44. Димитривски Панајот, εννέα άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα

45. Дараваркина Мита. Κατέφυγε στη Ρουμανία.

46. Димитровски Колјо, επτά άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

47. Кочовски Димитар, τρία άτομα. Παρέμειναν στην Ελλάδα.

48. Леско Петков, τρία άτομα. Κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση.

49. Зековски Васил, πέντε άτομα. Μετανάστευσαν στην Αυστραλία.

50. Филјовски Томе, εννέα άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τρία παρέμειναν στην Ελλάδα, τρία κατέφυγαν στην Ουγγαρία και δύο στη Σοβιετική Ένωση.

51. Гершов Гјорги, έξι άτομα. Δύο πέθαναν, ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στην Ελλάδα, ένα μετανάστευσε στη Βραζιλία και ένα κατέφυγε στην Τσεχοσλοβακία.

52. Јованов Серафим, έξι άτομα. Πέντε παρέμειναν στην Ελλάδα και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

53. Јованов Анастас, δέκα άτομα. Οκτώ παρέμειναν στην Ελλάδα, ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Ρουμανία.

54. Пандо Јованов, δύο άτομα. Ένα πέθανε και ένα κατέφυγε στην Ουγγαρία.

55. Гјумов Колјо, δύο άτομα. Ένα παρέμεινε στην Ελλάδα και ένα κατέφυγε στην Ελλάδα.

56. Шапкаров Сократ, πέντε άτομα. Κατέφυγαν στην Πολωνία.

57. Шапкаров Анастас, έξι άτομα. Κατέφυγαν στη Ρουμανία.

58. Шапкарова Доновица, τέσσερα άτομα. Δύο παρέμειναν στην Ελλάδα και δύο κατέφυγαν στην Πολωνία.

59. Шапкаров Леско, πέντε άτομα. Κατέφυγαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

60. Шапкарова Кирјазица, τρία άτομα. Ένα σκοτώθηκε και δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

61. Костандина Шапкарова, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε και πέντε παρέμειναν στην Ελλάδα.

62. Киров Илја, επτά άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, ένα παρέμεινε στην Ελλάδα και τέσσερα κατέφυγαν στη Ρουμανία.

63. Киров Пандо, τέσσερα άτομα. Τρία κατέφυγαν στην Ουγγαρία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

64. Коров Наум, επτά άτομα. Δύο σκοτώθηκαν και πέντε παρέμειναν στην Ελλάδα.

65. Костопоров Спиро, επτά άτομα. Δύο σκοτώθηκαν και πέντε κατέφυγαν στη Ρουμανία.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Καλή Βρύση. Ξυλοκοπήθηκαν από χωροφύλακες οι: Θ. Βέλιος, Σ. Κωνσταντινίδης, Φ. Κυριακόπουλος. Φυλακίστηκαν οι: Κ. Κύρου, Ν. Καραμπίνας, Σ. Ντούλας, Η. Κύρου».

 

Selo Калевишта - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 57 άτομα

1. Филаре Кирјаковски. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

2. Елена Кирјаковска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

3. Томаи Кирјаковска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

4. Серафим Костандинов. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

5. Гиновски Тилемахо. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

6. Костандина Гиновска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

7. Андреа Гиновски. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1948 στο Βίτσι.

8. Ахилеа Попјанев. Πρώην Ελασίτης. Λοχαγός, εντάχθηκε το 1946, κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

9. Илјо Попјанев. Πρώην Ελασίτης. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

10. Аспасија Попјанева. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

11. Мавровски Илјо. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948. Αιχμαλωτίστηκε τον ίδιο χρόνο.

12. Мавровски Ставро. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

13. Цугов Серафим. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, κατέφυγε το 1949 στην Πολωνία.

14. Велјов Апостол. Πρώην Ελασίτης. Λοχαγός, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

15. Параскеви Велјовска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, σκοτώθηκε τον ίδιο χρόνο στο Γράμμο.

16. Кочовски Христо-Чедо. Πρώην Ελασίτης. Λοχαγός, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1949 στο Γράμμο.

17. Фото Велјов. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

18. Михо Велјов. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1949, κατέφυγε στη Ρουμανία.

19. Рина Велјовска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

20. Ермиони Велјовска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

21. Кочовска Анастасија. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

22. Кочоцски Аристиди. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

23. Кочовска Махи. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

24. Христина Кочовска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Γιουγκοσλαβία.

25. Нановски Алеко. Πρώην Ελασίτης. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

26. Нановска Пинелопи. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

27. Палјунгов Анастас. Πρώην Ελασίτης. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Γιουγκοσλαβία.

28. Сотир Палјунгов. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, τραυματίστηκε στο Γράμμο και νοσηλεύτηκε στην Αλβανία.

29. Ндулов Васил. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1949, κατέφυγε στη Ρουμανία.

30. Ндулов Петро. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι.

31. Ндулов Телма. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι.

32. Жутов Пандо. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

33. Жутова Олимбија. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

34. Анастасија Гиновска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948. Αιχμαλωτίστηκε τον ίδιο χρόνο.

35. Тодор Гиновски. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

36. Ндулов Анастас. Πρώην Ελασίτης. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι.

37. Хрисула Мавровска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

38. Михали Фишеов. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

39. Олимбија Фишеова. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

40. Анастас Димитровски. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στην Πολωνία.

41. Анастасија Димитровска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

42. Александра Димитровска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στην Πολωνία.

43. Петков Јани. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1949, κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

44. Филјовски Лефтер. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

45. Филјовски Аргир. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

46. Сотира Филјовска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι.

47. Спиро Костопоров. Οπλίτης, πέθανε το 1948.

48. Костандина Јованова. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

49. Јованова Ники. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

50. Сократ Шапкаров. Πρώην Ελασίτης. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

51. Шапкаров Мичо. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

52. Шапкарова Олимбија. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

53. Шапкаров Христо. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο.

54. Шапкаров Гјорги, Οπλίτης, εντάχθηκε το 1946, σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο.

55. Параскеви Шапкарова. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1947, κατέφυγε το 1949 στη Σοβιετική Ένωση.

56. Сотир Димировски. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στην Ουγγαρία.

57. Уранија Димировска. Οπλίτης, εντάχθηκε το 1948, κατέφυγε το 1949 στη Ρουμανία.

 

Κέρπενι / Krpeni / Крпени. Στις ελληνικές πηγές ως Κρεπενή. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Μακεδνών, του νομού Καστορίας. Μικρός πατριαρχικός οικισμός, οι κάτοικοι του οποίου είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 70 άτομα. Το χωριό εμφανίζεται έρημο στις ελληνικές απογραφές πληθυσμού που ακολουθούν. Αναφέρεται ξανά μετά το 1961.

 

Πηγές

Crepeni: «Ένα τέταρτο της λεύγας από το Μαύροβο (Mavrovo), αναγνώρισα την Κρέπενη (Crepeni), ο πληθυσμός της οποίας είναι σήμερα όλος κι όλος οκτώ οικογένειες, θλιβερά απομεινάρια μιας κωμόπολης χιλίων κατοίκων, που είχε υποκαταστήσει άλλοτε το Άργος Ορεστικόν (Argos Oresticum). Σε μικρή απόσταση απ' αυτή την πόλη μπορεί να συναντήσει κανείς ευρήματα από την εποχή των Πελασγών. Όπως ο Ορέστης, έτσι κι οι απόγονοι του μοιάζουν να κατατρέχονται από τις μαινάδες. Η πανώλη, ο πόλεμος, ο λιμός, υπονόμευσαν ό,τι απέμεινε από ένα λαό, παραδοσιακά συνδεδεμένο με την ανάμνηση της ανωτερότητας της καταγωγής του. Το ίδιο όπως κι οι αποσυνθεμένες κωμοπόλεις της Αγγλίας, η Κρέπενη διατήρησε τα προνόμια της αποικίας των Αργείων. Εξακολουθεί να αποτελεί την έδρα της επαρχίας και τον τόπο διαμονής των Αρχόντων, ενώ οι ληξιαρχικές πράξεις του βιλαετίου της Καστοριάς (canton de Castoria) καταχωρούνται ακόμη στη στήλη της Κρέπενης, έδρας της Ορεστίδας (Orestide), η αυτονομία της οποίας επέζησε του βασιλείου της Μακεδονίας» [Pouqueville 1826].

Κρεπηνή Καστορίας: 50 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Krpeni [Αυστριακός Χάρτης].

Кръпени / Костурска каза, 70 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Karpeni / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 80 πατριαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905].

Κύρπενι, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Κρεπενή καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Κρεπενή Καστορίας, έρημο [Απαρίθμηση 1913].

Κρεπενή Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Μαυρόβου [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Крпени: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1912. Έρημο το 1940 [Симовски].

Δεν απογράφεται ως χωριστός οικισμός μεταξύ των ετών 1913 και 1971.

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1981: 61, 1991: 115, 2001:145.

Υψόμετρο 650 [Σταματελάτος].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΒΟΥΙΤΣΗΣ, ΔΕΔΕΣ, ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΖΑΤΤΑΣ, ΚΩΤΣΗΣ, ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ, ΜΗΤΡΑΣ (2), ΜΠΟΥΤΑΣΗΣ, ΣΑΝΑΤΣΙΟΣ, ΤΣΙΑΝΑΚΑΣ, ΤΣΙΤΣΙΠΑΝΗΣ.

 

Κίρτσιστα / Krčišta / Крчишта. Μετονομάστηκε Πολυάνεμο και στη συνέχεια Πολυάνεμον. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ακριτών, του νομού Καστορίας. Η πλειοψηφία των κατοίκων του είχε ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική και ως θρησκεία τη χριστιανική. Υπήρχε επίσης μία μικρή μουσουλμανική μειοψηφία που μιλούσε τουρκικά. Οι περισσότεροι χριστιανοί κάτοικοι του χωριού ήταν πιστοί στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 200 χριστιανοί Μακεδόνες και 100 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία το 1924. Το 1928 υπήρχαν στο χωριό 250 Μακεδόνες. Σχεδόν οι μισοί από αυτούς είχαν χαρακτηριστεί από τις αρχές ασφαλείας ως άτομα ανθελληνικών φρονημάτων. Στο τέλος του εμφυλίου το χωριό ερήμωσε. Οι περισσότεροι κάτοικοί του κατέφυγαν ως πολιτικοί πρόσφυγες σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα εγκαταλειμμένα σπίτια  τους, οικογένειες προσφυγικής καταγωγής από την ευρύτερη περιοχή.

 

Πηγές

Κήρτσιστα Καστορίας: 100 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Krčišta [Αυστριακός Χάρτης].

Кърчища / Костурска каза, 385 χριστιανοί Βούλγαροι και 30 Τούρκοι [Кънчов 1900].

Karchista / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 384 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 30 μαθητές [Brancoff 1905].

Κύρτσιστα, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Κίρτσιστα: «Ολόκληρον το χωρίον ελληνικόν. Μόνον εδώ διαμένει ο εργολάβος Αθανάσιος Τσάνου. Είναι φανατικός κομίτης» [Επιστολή Λάκη Πύρζα της 10/1/1904, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη].

Κύρτιστα: «Περιέχει ευαρίθμους οικογενείας βουλγαριζούσας, αίτινες από καιρού εις καιρόν παρέχουσι τοις ορθοδόξοις πράγματα» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Κύρτσιστα Κορυτσάς: «450 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Κίρτσιστα καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Κόρτσιστα Καστορίας, 318 άτομα (147 άρρενες και 171 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Κόρτσιστα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Τέρστικα και Νοβοσέλα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Крчишта, 50 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Κόρτσιστα Καστορίας, 243 άτομα (98 άρρενες και 145 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Κύρτσιστα, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 50 οικογένειες μουσουλμάνων [Πελαγίδης].

«Η κοινότης Κορτσίστης, μετονομάζεται εις κοινότητα Πολυανέμου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Κόρτσιστα εις Πολυάνεμο» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Πολυάνεμον (Κόρτσιστα) Καστορίας, 249 άτομα (111 άρρενες και 138 θήλεις). Υπήρχε ένας πρόσφυγας πού ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 246 και ετεροδημότες 3 [Απογραφή 1928].

Κύρτσιστα (Πολυάνεμος), υπήρχαν 42 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 18 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Πολυάνεμον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 270 (128 άρρενες και 142 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 285 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 61 [Γρηγορίου].

Крчишта: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940. Το 1924 οι μουσουλμάνοι του χωριού μετανάστευσαν στην Τουρκία. Στο τέλος του εμφυλίου  οι μακεδόνες κάτοικοί του κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά το ελληνικό κράτος εγκατέστησε εδώ πρόσφυγες, από τα γειτονικά χωριά Σακ και Ρέβανι [Симовски].

Πολυάνεμος, 273 κάτοικοι, εκ των οποίων 240 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις ρευστή. Έδρασαν αντεθνικώς 9. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 9 [Στατιστική 1945].

Карчишта: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 56 παιδιά από το χωριό [Мартинова, 53].

Πολυάνεμον Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 143, 1971: 59, 1981: 43, 1991: 60, 2001: 63.

Υψόμετρο 960 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στις 21 Ιουλίου 1906 ο Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Χθες ειδοποίησεν διά επιστολής ο Κολίτσης κατά διαταγήν μου εις Κίρτσισταν και σήμερον ήλθεν εκείθεν εις, ο Νικόλαος Ιωάννου, ωμιλήσαμεν αρκετά και υπόσχεται πολλά, ίδωμεν αν θα δυνηθώμεν εκείθεν να κατορθώσωμέν τι» [Βάρδας Β, 78].

Στις 20 Αυγούστου 1906 ο Βάρδας μαθαίνει πως τρεις ντόπιοι αντάρτες που δεν είχε νέα τους βρίσκονται στο χωριό Κίρτσιστα. Σημειώνει δε σχετικά: «Νέα απιστία των εντοπίων ανταρτών, μετέβησαν εκεί δι'  εργασίαν προ 20 και πλέον ημερών και δεν επανέρχονται» [Βάρδας Β, 138].

Στις 13 Σεπτεμβρίου ο ένας από τους αντάρτες πήγε στο εξαρχικό Κωστενέτσι και είπε ότι οι άλλοι δύο άφησαν τα όπλα τους και έφυγαν για την Αθήνα [Βάρδας Β, 191].

Στις 19 Σεπτεμβρίου ο Βάρδας ενημερώνει στην Αθήνα πως οι προαναφερόμενοι τρεις φυγάδες πρέπει «να καταδιωχθώσι υπό των ιδικών μας και ει δυνατόν να θανατωθή ο εις εξ αυτών ως προδόσας παν ό,τι εγνώριζε περί ημών εις Κωστενέτσι» [Βάρδας Β, 202].

Ο έλληνας αρχηγός μπαίνει στο χωριό στις 24 Σεπτεμβρίου 1906. Γράφει για αυτή την επίσκεψη στο ημερολόγιο: «Μετά 1 1/2 ώρας πορείαν εφθάσαμεν εις αυτό, κατέλυσαν εις οικίας, πενόμενοι δεκτοί μετά χαράς, καίτοι είναι εν αυτώ ο οθωμανός επιστάτης και άλλοι δεκατίστε οθωμανοί, αλλ' ο πρώτος διάκειται φιλικώς προς ημάς και εξασφαλίζει και τους άλλους. Πολλούς βλέπω κατά την διάρκειαν της ημέρας και συνομιλώ μετ' αυτών, άπαντες μοι συνιστώσα "να βάλω σειράν" και τούτο διότι έχουσι τα συνήθη πάθη των, ίσως δε και τινας βουλγαρίζοντας, ένεκα της γειτνιάσεως των προς τα σχισματικά χωρία και δη το Κωστενέτσιον. Καλώ τους κηδεμόνας των 3 πρώην ανταρτών και ζητώ να μου παραδώσωσι τα όπλα και ενδύματα αυτών, μετά τινας υπεκφυγές, ότι δικαιούνται δήθεν να λάβωσιν ένα μισθόν ούτοι, μου υπόσχονται ότι θα τα φέρωσιν, ωρισμένως τα πρώτα, διά τα άλλα, τινές έχουσι και άλλοι όχι... Ο Κολίτσης μου προτείνει α) Να αφήσω εκεί μικρόν σώμα εκ 4-5 ανδρών, προς εκτέλεσιν δολοφονιών, να μένη δ' αυτός μετά 2-3 άλλων και να προσλαμβάνη ίσως εντοπίους, ους θα εύρη. β) Εις τούτων ως χρήσιμος διά πολλάς εργασίας να γίνη μισθωτός από τούδε προς 2 εικοσόφραγκα. γ) Να πληρώσω 3 εικοσόφραγκα προς συμπλήρωσιν κρύπτης υπαρχούσης, ην κατέρχομαι και επισκέπτομαι, ύστερον δε να φροντίσωσι διά την κατασκευήν κι άλλης και δ) Να πληρώνηται μηνιαίως ο επιστάτης Τούρκος, χρήσιμος διά πολλάς περιστάσεις, αλλά δεν θέλει να γνωρίζη τούτο το χωρίον. Εγκρίνω πάντα ταύτα, διότι είναι καλά, άλλως τε πρέπει παντού να κάμωμεν δοκιμάς. Το εσπέρας κατά πρόσκλησίν μου έρχονται οι χωρικοί, ομιλώ προς αυτούς επ' αρκετόν, νουθετών και διδάσκων και απειλών, τους ορκίζω, άπαντες γνωρίζουσι κάλλιστα την Ελληνικήν, ως ξενιτευόμενοι εκεί, καίτοι βουλγαρόφωνοι. Δριμέως παρατηρώ και νέους τινάς, οίτινες προ τινος ετραγώδουν άσματα των κομιτών, Καρσάκωφ κ.λ. εις πείσμα των οπαδών μας συγχωρίων των, το αρνούνται και τοις λέγω ότι τους συγχωρώ διά πρώτην και τελευταίαν φοράν. Συνέστησα επιτροπήν, αλλ' επειδή δεν εύρισκον αγγελιαφόρον, ουδενός αποδεχομένου, εκ φόβου, η ώρα παρήρχετο, αφήκα να εύρη ο Κολίτσης, ο οποίος θα μείνη μετά 3 ανδρών Πέτρου και Σταύρου Γούλια εκ Λαμπανίτσης και Ιωάννου Τερζή εκ Κωστενέτσι» [Βάρδας Β, 212-213]

Το Μάρτιο του 1907 η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ πληροφορεί έμμεσα πως το χωριό Κέρτσιστα της Καστοριάς αποτελεί βάση της ομάδας του οπλαρχηγού Πέτρου [ΕΜΠΡΟΣ, 26.3.1907, 6. 4].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1909-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής δέκα άτομα:

Risto Christo, Stephan Momir και Pavle Christo το 1909.

Athanas Petroff, Gligor Sotirof, Kiro Ivanoff και Guergneff Kivo το 1910.

Atanas Dimioff, Nako Dimitroff και Iani Thanas το 1912.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1907-1910 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής εννέα άτομα:

Nicolas Christo, Sotir Christo, Giorgi Ilia, Christo Naoum, Nunio Taigo, Miladan P. Tanahi, Lazo Teniev και  Naoum Vane το 1907.

Lazo Damovski το 1910.

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

 ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ, ΚΟΣΕΤΣΙΔΗΣ, ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΗΣ, ΠΑΠΟΥΤΣΙΔΗΣ, ΠΑΠΟΥΤΣΙΔΟΥ, ΣΑΚΑΛΙΔΗΣ, ΣΙΑΣ, ΤΣΙΛΙΔΗΣ (2).

 

Κοντόρομπι / Kondorobi / Кондороби. Μετονομάστηκε Μεταμόρφωσις. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Μεταμόρφωση. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Βιτσίου, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα χριστιανικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Το χωριό συμμετέχει το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν και ο οθωμανικός στρατός, προχωρώντας σε αντίποινα, καίει όλα τα σπίτια του. Τον επόμενο χρόνο το Κοντόρομπι προσχωρεί στην εξαρχία. Το 1907 ο καπετάν Ζάκας επιτίθεται στο χωριό και σκοτώνει πέντε κατοίκους του. Το 1912 και το 1928, ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 200 και 230 άτομα. Στο μεσοπόλεμο, οι αρχές ασφαλείας θεωρούν το μισό πληθυσμό εμφορούμενο από ανθελληνικά φρονήματα. Μερικοί από τους κατοίκους εντάσσονται κατά τον εμφύλιο στις αριστερές οργανώσεις και καταφεύγουν το 1949, ως πολιτικοί πρόσφυγες, σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Кладорум / Костурско: 59 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Κλοντοράπι Καστορίας: «Χωρίον έχον 250 χριστιανούς, εκκλησίαν και φρέατα» [Σχινάς 1886].

Klandorop [Αυστριακός Χάρτης].

Кондороби / Костурска каза, 190 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Klandorop, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γκλοντορόπ, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό μετά. Προσήλθαν οι περισσότερες οικογένειες [Έγγραφο 4278].

Κλαδοράπ: «Η εκκλησία εκλείσθη τω 1905. Μετά το Σύνταγμα όμως κατελήφθη υπό των Βουλγάρων. Υπάρχει συντεταγμένη ελληνική κοινότης» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Κλαντορόπι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Κονδορόπη Καστορίας, 212 άτομα (108 άρρενες και 104 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Κονδορόπη Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Τειχόλιστας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Кондороби, 75 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Κονδορόπη Καστορίας, 182 άτομα (78 άρρενες και 104 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκε μία περιουσία κάτοικου που μετανάστευσε στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Κονδορόπη Καστορίας, 235 άτομα (107 άρρενες και 128 θήλεις). Υπήρχαν τρεις πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (οι δύο θήλεις). Ομοδημότες ήταν 232, ετεροδημότες 2 και ένας αλλοδαπός [Απογραφή 1928].

Κλαδοράπη, υπήρχαν 40 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 20 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Κοντορρόπη Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 326 (150 άρρενες και 176 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 323 [Απογραφή 1940].

Кондороби: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912, όσο και το 1940 [Симовски].

Κονδορόπη, 341 κάτοικοι, εκ των οποίων 300 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις ρευστή μάλλον. Έδρασαν αντεθνικώς 24. Ευρίσκονται εις φυλακή δυνάμει ενταλμάτων 1. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 22. Παρατηρήσεις: Ένας εξετελέσθη υπό ανταρτών [Στατιστική 1945].

Кондороби: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 49 παιδιά από το χωριό και τρεις παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 50-52].

«Ο συνοικισμός και η κοινότης Κοντορόπης εν τη αυτή επαρχία και τω αυτώ νομώ (Καστορίας), μετονομάζεται συνοικισμός και κοινότης Μεταμορφώσεως» [ΦΕΚ 39 / 9.2.1950].

Μεταμόρφωσις (Κοντορρόπη) Καστορίας: 189 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 220, 1971: 175, 1981: 156, 1991: 211, 2001: 173.

Υψόμετρο 670 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στις 14 Ιουνίου 1903 ο Ίων Δραγούμης σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Εις Κλοντοράπη παρά την Καστορίαν, την 11ην Ιουνίου, βουλγαρική συμμορία Ποπώφ (μετά 50) έκαυσε την οικίαν και τα παραρτήματα του Τζαφέρ όστις είχε τσιφλίκι εκεί (Έκαυσαν και ζώα και αχυρώνες). Οι χωρικοί ανεχώρησαν» [Δραγούμης, 148].

Η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ αναφέρει το γεγονός, γράφοντας ότι οι κομίτες αφού έκαψαν το σπίτι του τσιφλικά Τζαφέρ, μαζί με τους στάβλους και τις αποθήκες, «παρέλαβον μεθ' εαυτών και τους χωρικούς και ούτω κατέλιπον το χωρίον έρημον» [ΕΜΠΡΟΣ, 28.6.1903, σ. 2].

Στις 16 Αυγούστου 1903 το χωριό λεηλατήθηκε από τον οθωμανικό στρατό [Силянов Α, 385 και Dakin, 141].

Φεύγοντας ο στρατός άφησε πίσω του καμένα και τα τριάντα σπίτια του χωριού [Documents and Materials].

Σύμφωνα με το Δραγούμη, στο Κλοντορόπ οι στρατιώτες μόνο της «εκκλησίας εφείσθησαν» [Δραγούμης, 250].

Στις 25 Αυγούστου 1903, 25 κάτοικοι του χωριού «υπετάγησαν εις τας Αρχάς» [Δραγούμης, 254].

Το Κοντόρομπι προσχώρησε στην εξαρχία το Μάιο του 1904 [Силянов Β, 125].

Στις 2 Μαΐου 1905 ο Βάρδας μαθαίνει ότι οι κομίτες σκότωσαν «έναν ημέτερον» εις Κλοντορόμπι [Βάρδας Α, 123].

Το χωριό δέχτηκε επίθεση στα τέλη του 1906 από το σώμα του ανθυπολοχαγού Γρηγόρη Φαληρέα (καπετάν Ζάκα) [ΔΙΣ 223].

Κατά την επίθεση, σύμφωνα με την ιστορία του ΔΙΣ, σκοτώθηκαν πέντε εξαρχικοί πρόκριτοι [Τσάμης, 332].

Το ΕΜΠΡΟΣ δίνει τα ονόματα των νεκρών: Χρ. Σετσοβάρτση αγροφύλακα, Δ. Γκαβαλίτση, Γ. Χρήστου, Δαμιανό Στογιάνου και Μάνη. Χαρακτηρίζει τα θύματα«ανύποπτους χωρικούς» και κατηγορεί για το φόνο τους μία «βουλγαρική συμμορία ληστανταρτών» [ΕΜΠΡΟΣ, 30.11.1906, σ. 4].

Λίγες μέρες αργότερα η εφημερίδα γράφει πως η επίθεση έγινε από το ελληνικό σώμα του Ζάκα και οι σκοτωμένοι (τέσσερις τώρα) ήταν «διαβόητοι σχισματικοί» [ΕΜΠΡΟΣ 5.12.1906, σ. 3].

Σε έκθεση του έλληνα προξένου Μοναστηρίου προς το Υπουργείο Εξωτερικών, η ανωτέρω επίθεση περιγράφεται ως εξής: «Το υπό τον Ζάκαν σώμα επεχείρησεν επίθεσιν κατά του σχισματικού χωρίου Κλανδερόπ ΒΑ της Καστορίας. Αφού διά σχεδιών διήλθε την λίμνην, αφίχθη εις το εν λόγω χωρίον και ήρξατο της επιθέσεως. Οι κάτοικοι αντέταξαν ισχυράν άμυναν και ήρξαντο πυροβολούντες. Κατά την συμπλοκήν εφονεύθησαν εις χωρικός, δέκα δ' έτεροι συνελήφθησαν υπό του σώματος κατηγορούμενοι διά διαφόρους καθ' ημετέρων δολοφονικάς πράξεις και δικασθέντες, επτά μεν απελύθησαν, τρεις δ' εθανατώθησαν» [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 832, 11/12/1906].

Την επίθεση αυτή αναφέρει στα απομνημονεύματά του και ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης [Καραβαγγέλης, 46].

Ο Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στις 5 Φεβρουαρίου 1907, ότι «εις Κλοδορόπ, όπου εφόνευσαν οι ημέτεροι προ καιρού 3-4, ετοποθετήθη στρατός» [Βάρδας Β, 467].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Κοντορόπη. Από τα αποσπάσματα και τα αστυνομικά όργανα βασανίστηκαν κατά διάφορα χρονικά διαστήματα οι περισσότεροι απ' τους κατοίκους. Ύστερα από απόφαση της Επιτροπής Ασφαλείας του νομού Καστοριάς στάλθηκαν εξορία οι δημοκράτες: Γ. Αγγέλου, Κ. Στεργίου, Σιστοβάρη και Λ. Σαλδάρη. Ξυλοκοπήθηκαν μέχρι αιματώσεως απ' τον Ν. Λιακόπουλο, σταθμάρχη Κορησσού και Μ. Κατσαμάκη, αποσπασματάρχη οι αντιφασίστες: Θ. Καραμανίδης, Η. Αγγέλκος, Τ. Φωτεινιώτης, Σ. Μούχος, Ι. Παπαγιάννης και Χ. Στεργίου. Βασανίστηκαν απάνθρωπα απ' τον χωροφύλακα Νιόνιο οι γυναίκες: Ε. Ιωάννου και Χ. Ιωάννου. Έγιναν 8 μπλόκα και 15 έρευνες. Αρπάχτηκαν πράγματα αξίας πάνω από 5 εκατομμύρια δραχμές».

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

 ΑΓΓΕΛΙΚΟΣ, ΑΓΓΕΛΚΟΣ (5), ΑΛΕΞΙΟΥ (2), ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ, ΓΡΑΝΤΣΑΡΗΣ (2), ΙΩΑΝΝΟΥ (3), ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ (3), ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, ΚΑΡΑΤΖΙΟΣ (2), ΜΑΝΤΣΙΟΣ, ΜΙΧΟΥ (2), ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ, ΜΥΛΩΝΑΣ, ΝΑΝΟΣ, ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ (5), ΠΑΡΤΣΑΝΗΣ (7), ΡΟΥΚΑΣ, ΣΑΝΑΚΙΔΗΣ, ΣΙΣΤΟΒΑΡΗΣ (2), ΣΤΕΡΓΙΟΥ (3), ΤΡΑΙΑΝΟΣ, ΤΣΙΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΤΣΩΛΟΣ, ΦΩΤΕΙΝΙΩΤΗΣ (2), ΧΡΗΣΤΟΥ.

 

Κότελτσι / Kotelci / Котелци. Μετονομάστηκε Κοτύλη. Αποτελούσε χωριστή κοινότητα του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα μικρό χριστιανικό οικισμό. Οι κάτοικοί του ήταν ελληνόφωνοι. Σύμφωνα πάντως με έγκυρη πηγή, υπήρχε στο χωριό και αλβανόφωνη γειτονιά. Το 1912 και το 1928 ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 310 και 360 άτομα. Το χωριό εμφανίζεται ερημωμένο μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Οι περισσότεροι κάτοικοί του κατέβηκαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Μανιάκοι και στην πόλη της Καστοριάς.

 

Πηγές

Κοτέλτσε Καστορίας: «Χωρίου οικουμένου υπό 150 χριστιανών και έχοντος εκκλησίαν και άθλιον χάνιον» [Σχινάς 1886].

Kotelci [Αυστριακός Χάρτης].

Котелци / Костурска каза, 160 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900].

Koteleskon, λειτουργία πατριαρχικής εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Koteltzi / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 200 Έλληνες. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 30 μαθητές [Brancoff 1905].

Κοτέλτσι: Ελληνικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Ελληνικόν κατά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Γλώσσα ελληνική. Υπάρχουν 37 ελληνικαί οικογένειαι (305 ψυχαί). Λειτουργία ενός ελληνικού αρρεναγωγείου με ένα διδάσκαλο [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Κοτέλσκον Καστορίας: «200 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Κοτέλσι, καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Κοτέλτσι Καστορίας, 340 άτομα (179 άρρενες και 161 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Κοτέλτσι Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Τούχουλη και Δράνοβον [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Κοτέλτσι Καστορίας, 312 άτομα (145 άρρενες και 167 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Κοτελτσίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Κοτύλης και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Κοτέλτσι εις Κοτύλη» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].

Κοτύλη (Κοτέλτσι) Καστορίας, 364 άτομα (175 άρρενες και 189 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 362 και ετεροδημότες 2 [Απογραφή 1928].

Κοτύλη Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 578 (283 άρρενες και 295 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 85 [Γρηγορίου].

Котелци : Οικισμός χριστιανών Ελλήνων (Κατσαούνηδων) το 1912. Οικισμός χριστιανών Ελλήνων (Κατσαούνηδων) το 1940 [Симовски].

Κοτύλη, 578 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Κοτύλη Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].

Μεταπολεμικά οι κάτοικοι του χωριού μετοίκησαν στο χωριό Μανιάκοι και στην πόλη της Καστοριάς [Νατσούλης].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 9, 1971: 8, 1981: 7, 1991: έρημο.

Υψόμετρο 1.200 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Το σώμα του Τσόντου-Βάρδα μπήκε στο Κότελτσι στις 11 Δεκεμβρίου 1904. Διαβάζουμε για αυτό πως το χωριό ήταν «τσιφλίκι 25 οικ. εις δύο συνοικίας χωριζομένας διά ποταμού και ενωμένας διά γεφύρας εξ ων μία Αλβανική και η ετέρα απλή Ελληνική, πέριξ υψούνται όρη Βόιον (Γουρούσια), κεκαλυμμένα ήδη χιόνος, φέροντα πεύκα, έλατα και οξυάς» [Βάρδας Α, 41].

Μια μέρα πριν την είσοδο των ελλήνων ανταρτών, είχε υπογραφεί πρακτικό από τους κατοίκους του χωριού Π. Κοσμά, Ντίνα Γεώργο (Κωνσταντίνο Γεωργίου), Ηλία Γιάννη, Ντίνα Ντόνο, Ντίνα Γιάννη (Κωνσταντίνο Γιάννη ή Μπάρμπας) και τον αρχηγό του ελληνικού σώματος Γιώργο Βάρδα. Το περιεχόμενο του πρακτικού ήταν το ακόλουθο: «Συνελθόντες σήμερον την 10 Δεκεμβρίου 1904, οι αποτελούντες την επιτροπήν επί παρουσία του Αρχηγού των εν Μακεδονία Ελληνικών Σωμάτων, αποφασίσαμεν και παρεδέχθημεν τα εξής: α) το χωρίον διορίζει σκοπούς (καραούλια) διά την φύλαξιν των σωμάτων οσάκις έρχονται, β) θα χορηγή κατάλυμα εις τα σώματα, γ) θα χορηγή άρτον εις τα σώματα, δ) ο δε Αρχηγός αναλαμβάνει και την υποχρέωσιν να πληρώνει δύο οδηγούς, οίτινες θα είναι και ταχυδρόμοι προς εικοσόφραγκον κατά μήνα έκαστον» [Αρχείο Βάρδα, φ. 17-19].

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1906, ο Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του πως η αλληλογραφία της οργάνωσης καθυστερεί όταν τη μεταφέρουν αγγελιαφόροι από το χωριό Κότελτσι, καθώς οι τελευταίοι έχουν καθυστερήσει να πληρωθούν για αρκετούς μήνες [Βάρδας Β, 182].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Κοτύλη. Μετά την Βάρκιζα σκοτώθηκε από χωροφύλακες ο Θ. Γκούτης. Βασανίστηκαν απάνθρωπα οι: Γ. Ηλίας, Γ. Στεργίου, Π. Αντωνίου, Α. Κοσμάς, και Ν. Νικολάου. Φυλακίστηκε ο Χ. Στεργίου. Μπλόκα έγιναν τρεις φορές. Πλιατσικολογήθηκαν οι: παπάς Ι. Παπαδόπουλος, Ν. Νικολάου, Θ. Στεργίου που του πάρθηκαν 15 γιδοπρόβατα, Γ. Στεργίου 500 οκάδες στάρι, Ε. Θεοδώρου 20 οκάδες βούτυρο, απ' όλο το χωριό 3.000 οκάδες ψωμί».

Στατιστικές πληροφορίες για άλλους οικισμούς
 
Кестриц (Костур): 741 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].
Castoria: «Ο λαιμός της χερσονήσου που ενώνει την Καστοριά με την ξηρά, έχει πλάτος οκτώ οργιές περίπου στο σημείο όπου εισχωρεί μέσα στα νερά της λίμνης, πάνω από τα οποία δεν υψώνεται, στο χαμηλότερο σημείο του, παραπάνω από τρία πόδια, ενώ, απ' ότι φαίνεται, διακόπτεται κι από μια τάφρο. Στενεύει ακόμη περισσότερο αποκτώντας μικρότερη διάμετρο, στο σημείο όπου σήμερα, όπως σίγουρα και άλλοτε, φράσσεται από ένα τείχος με τρεις πλευρικούς πυργίσκους, ανάμεσα στους οποίους ο κεντρικός διαθέτει την πύλη εισόδου της πόλεως. Από εκεί κι έπειτα, το έδαφος, διαχωρισμένο στα δύο, ανηφορίζει προοδευτικά διαμορφώνοντας στα βόρεια και ανατολικά τον Τουρκομαχαλά, με μια θαυμάσια θέα πάνω στο ανατολικό τμήμα της λίμνης, πέρα από την οποία διακρίνουμε απλωμένα στο βάθος χωριά και δέντρα. Από την πίσω πλαγιά της Σπίνας (Spina), στα δυτικά και μεσημβρινά, βρίσκονται τόπους-τόπους σκορπισμένα τα σπίτια των Ελλήνων, ενώ πιο κάτω, πάνω στην ακρολιμνιά εκτείνεται ο Οβραιομαχαλάς (Ovraio-Machale), ή Συνοικία των Εβραίων (Faubourg des Juifs), εκτοπισμένων όπως πάντα στους βουρκότοπους... Δίπλα στο Κέλετρον (Celetrum) αναγέρθηκε μια νέα πόλη, η Καστοριά που αριθμεί σήμερα ένα πληθυσμό χιλίων πεντακοσίων χριστιανικών, τουρκικών και εβραϊκών οικογενειών» [Pouqueville 1826].
Castoria, χριστιανοί ορθόδοξοι: 6.000 [Synvet 1878].
Καστορία Καστορίας: «Πρωτεύουσα ομώνυμου διαμερίσματος (καζά) έχοντος πληθυσμόν 52.000 χριστιανών, 24.000 οθωμανών και 4.000 βουλγαροσλάβων, οικούντα εις 100 χωρία χριστιανικά και 35 οθωμανικά, παράγοντος δε 120 χιλ. κοιλά σίτου, 160 χιλ. κοιλά κριθής και 88 χιλ. κοιλά αραβοσίτου, προς δε 200 χιλ. οκάδας αχύρου και 450 αμάξας χόρτου. Εις άπαν το διαμέρισμα υπάρχουσιν 35 χάνια, 51 κλίβανοι, 40 υδρόμυλοι, 38 αποθήκαι ιδιωτών, 1.200 ημίονοι, 1.300 ίπποι, 400 όνοι, 2.100 βόες και 800 άμαξαι κοιναί, προς δε 11.000 σκαπάναι και 10.000 πτύα. Η πόλις της Καστορίας, η πρότερον καλουμένη Κέλετρον (εκλήθη Καστορία το μεν ένεκεν της οχυρότητος αυτής, το δε ένεκεν των οικοδομηθέντων πύργων και μεταπυργίων) κείται επί του συνάπτοντος την χερσόνησον μετά της ξηράς Ισθμού υποκειμένου της επιφανείας των της λίμνης υδάτων 40-60 μέτρων, όστις πλησίον μεν του αυχένος στενούται, προς δε την χερσόνησον ευρύνεται. Τείχος σπουδαίον και οχυρόν άλλοτε, εχώριζε τον αυχένα από του Ισθμού, έχον πύργουν και μεσοπύργια και ένα μόνον πυλώνα. Εκ των τριών κοινοτήτων της πόλεως ταύτης η μεν χριστιανική εις 11 υποδιαιρουμένη ενορίας, τας και ωραιοτέρας της πόλεως και 4.000 ψυχών περιλαμβάνουσα έχει 4 παιδευτήρια, 2 αρρένων (το ημιγυμνάσιον και το δημοτικόν) και δύο των θηλέων το παρθεναγωγείον και το νηπιαγωγείον). Εκ των 60 περίπου σωζομένων εκκλησιών, ων τρεις, η των Ταξιαρχών, η των Αγίων Αναργύρων και η του Αγίου Στεφάνου, είναι βυζαντινής εποχής, 11 μόνον λειτουργούσι, πασών δε τούτων πρωτεύει η Μητροπολιτική εκκλησία, κειμένη εν τη αυτή αυλή μετά της Μητροπολιτικής κατοικίας, ούσης λίαν ευρυχώρου και περηφανούς. Η Μωαμεθανική κοινότης, ης τα άτομα ομιλούσι και γράφουσι ελληνιστί, και της ελληνικής συνήθως χρήσιν ποιούσι περιλαμβάνουσα περί τας 4.000 ψυχάς, και εις τρεις συνοικίας διαιρουμένη, έχει μόνον μίαν αστικήν σχολήν (Μεχτέπι Ρουσδιέ), συντηρουμένην δαπάναις του δημοσίου, 2 γραμματοδιδασκαλεία, ένα μεδρεσέν και 7 τζαμία, ων το εν κείται εκτός του τείχους, ως τεκές των Μπεκτασίδων. Η δε Ισραηλιτική κοινότης παριλαμβάνουσα 1.000 περίπου ψυχάς έχει μίαν συναγωγήν και εν σχολείον. Εντός του τείχους υπάρχουσι το Διοικητήριον, εν ω εδρεύουσι τα συμβούλια, διάφορα εμπορικά καταστήματα και εργοστάσια, σισυροποιΐας και δύο λουτρώνες. Εκτός δε αυτού, επί του αυχένος, κείται η αγορά, περιλαμβάνουσα υπέρ τα 100 εργαστήρια, 8 καφεία, 12 δημοσίους κλιβάνους και 15 ξενώνες ή χάνια, εν τοις οποίοις δύναται να καταλύσωσι πλέον των δισχιλίων ανδρών. Οι εντός της πόλεως οικούντες υδρεύονται εκ της λίμνης και μόνης διότι το ύδωρ των υπαρχόντων ευαρίθμων φρεάτων δεν είναι προς πόσιν επιτήδειον, οι δε εν τη αγορά εκ των εν αυτή φρεάτων δι' αντλιών ανυψούντες το ύδωρ, διότι το προς νότον του αυχένος μέρος της λίμνης είναι ελώδες. Η πόλις συγκοινωνεί προς την αγορών διά τριών πυλώνων, πλησίον δε του δυτικού κείται ο τηλεγραφικός και ο ταχυδρομικός σταθμός μικρόν απέχων του Διοικητηρίου. Η Καστορία ταχυδρομικώς και τηλεγραφικώς συγκοινωνεί ένθεν μεν προς την Λειψίστην, Στάτισταν, Κοζάνην, Σέρβια, Βέρροιαν και Θεσσαλονίκην, ετέρωθεν δε προς την Κοριτζάν, επαρχίαν Κολώνιας, Λεσκοβίκι και Ιωάννινα. Της αγοράς υπέρκειται βουνόν, ούτινος η κορυφή καλείται τουρκιστή Σεπέτκοϊ, μεταξύ δε των υπερειών αυτού και των δυτικών οχθών της λίμνης διέρχονται δύο οδοί αντιθέτως κατευθυνόμεναι, η μεν βορειοανατολικώς η δε νοτιοδυτικώς, η δε δευτέρα δε είναι αμαξιτός μέχρι Χρουπίστης, κωμοπόλεως δίωρον απεχούσης. Καθ' εκάστην Δευτέραν τελείται εβδομαδιαία αγορά εν Καστορία, εν η συρρέουν αγωροπωληταί ουχί μόνον εκ της επαρχίας Καστορίας, αλλά και εκ των ομόρων επαρχιών. Η τοσούτον οχυρά πόλις Καστορία το μεν 200 π.Χ. έτος παρεδόθη τω πολιορκήσαντι ταύτην στρατηγώ των Ρωμαίων Σουλπικίω, καταστραφείσα δε ανωκοδομήθη υπό του αυτοκράτορος Ιουστινιανού. Υποκύψασα δε και αύτη τον Ι΄ αιώνα μετ' άλλων εις την βουλγαρικήν εξουσίαν, ανεκτήθη τον ΙΑ΄ αιώνα υπό Βασιλέίου του βουλγαροκτόνου και το 1.350 παρεδόθη διά συνθήκης εις τον Κράλην της Σερβίας, αλλά μετ' ολίγον ανακτήθη αύθις υπό των βυζαντίνων» [Σχινάς 1886].
Kastoria (Kostur, Kesrije) [Αυστριακός Χάρτης].
Костуръ / Костурска каза, 300 χριστιανοί Βούλγαροι, 1.600 Τούρκοι, 3.000 χριστιανοί Έλληνες, 300 χριστιανοί Αλβανοί, 750 Εβραίοι και 240 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900].
Kostour (Kastoria) / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 4.000 Έλληνες, 400 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 72 Βλάχοι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με έξι δασκάλους και 61 μαθητές και δύο πατριαρχικών σχολείων με 18 δασκάλους και 850 μαθητές [Brancoff 1905].
Καστορία Καστορίας: «6.000 Έλληνες, 1.250 Μουσουλμάνοι, 700 Εβραίοι. Η Καστορία είναι ιστορικωτάτη πόλις (αρχαίον Κέλετρον) νυν δε πρωτεύουσα του Καζά και έδρα του Έλληνος Μητροπολίτου Καστορίας» [Χαλκιόπουλος 1910].
ΚΑΣΤΟΡΙΑ καζά Καστορίας [Χάρτης Κοντογόνη].
Καστορία Καστορίας, 7.800 άτομα (4.213 άρρενες και 3.587 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].
Καστορία Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Παλαιόν Τσιφλίκιον [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].
Костур, 50 σπίτια χριστιανών Σλάβων, 50 χριστιανών Βλάχων, 900 σπίτια εξελληνισμένων και Ελλήνων, 800 Τούρκων, 50 χριστιανών Τσιγγάνων και 150 Εβραίων [Милојевић 1920].
Καστορία Καστορίας, 6.280 άτομα (3.067 άρρενες και 3.213 θήλεις) [Απογραφή 1920].
Ρευστοποιήθηκαν τρεις περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].
Καστορία, έδρα γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 137 προσφυγικές οικογένειες (588 άτομα) [ΕΑΠ].
Καστοριά, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 242 οικογένειες μουσουλμάνων (829 άτομα) και ήρθαν 121 οικογένειες προσφύγων: 19 από τη Θράκη, 101 από τη Μικρά Ασία και μία από τον Πόντο [Πελαγίδης].
Καστορία Καστορίας, 10.308 άτομα (5.731 άρρενες και 4.577 θήλεις). Υπήρχαν 1.355 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (723 άρρενες και 632 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 8.671, ετεροδημότες 1.531 και 106 αλλοδαποί [Απογραφή 1928].
Καστορία Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 10.181 (5.334 άρρενες και 4.847 θήλεις) [Απογραφή 1940].
Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 2.049 [Γρηγορίου].
Костур: Πόλη γηγενών και προσφύγων Ελλήνων, Μακεδόνων, Βλάχων και Τσιγγάνων 1940 [Симовски].
Δήμος Καστορίας, 6.250 κάτοικοι [Στατιστική 1945].
Καστορία Καστορίας: 9.468 κάτοικοι [Απογραφή 1951].
Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 10.162, 1971: 15.407, 1981: 17.133, 1991: 14.775, 2001: 14.813. Υψόμετρο 700 [Λεξικό ΕΣΥΕ].
 
Vlacho-Cleisoura: «Η πόλη αυτή επονομάστηκε από τους Έλληνες Κοσμόπολη (Cosmopolis), κι εδώ κατοικούν πεντακόσιες οικογένειες Βλάχων Δασσαριτών (Valaques Dassarets), οι περισσότεροι από τους οποίους είναι πρόσφυγες από τη Μοσχόπολη (Moschopolis). Οι κάτοικοί της ισχυρίζονται, ότι οι έποικοι από τους οποίους ιδρύθηκε αυτή, εμφανίστηκαν πάνω στα υψώματα του όρους Σαρακίνα (Sarakina), στο δέκατο πέμπτο αιώνα, μια εποχή κατά την οποία οι Τούρκοι λεηλατούσαν την Μακεδονία. έκαναν τους Χριστιανούς να αποτραβηχτούν πάνω στα απρόσιτα βουνά, ώστε να γλυτώσουν από τον εξανδραποδισμό ή και από τον θάνατο. Έκτοτε, στον πληθυσμό της προστέθηκε κι ένας μεγάλος αριθμός Βλάχων» [Pouqueville 1826].
Klissoura, χριστιανοί ορθόδοξοι: 7.000 [Synvet 1878].
Κλεισούρα ή Βλαχοκλεισούρα Καστορίας: «Κωμόπολις κειμένη επί αποτόμου σέλας του όρους Βίτσι, οικουμένη υπό 1.000 περίπου οικογενειών Ελληνοβλάχων και έχουσα καλάς και ευρυχώρους οικοδομάς, 3 εκκλησίας, 3 χάνια μικράς χωρητικότητος (η νομή μεταφέρεται εκ της πεδιάδος και ως εκ τούτου μεγάλη δυσκολία παρουσιάζεται), ευρύχωρα ελληνικά σχολεία, εμπορικά καταστήματα, παντοπωλεία και βρύσεις αφθόνου ύδατος. Κατά τον χειμώνα σπανίως, και επ' ολίγας μόνον ημέρας, διακόπτεται, των χιόνων ένεκεν, η συγκοινωνία» [Σχινάς 1886].
Клисура / Костурска каза, 3.400 Βλάχοι [Кънчов 1900].
Vlahoklisura [Αυστριακός Χάρτης].
Kostenets, λειτουργία πατριαρχικού και βλάχικου σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].
Κλεισούρα: «Κωμόπολη με εξελληνισμένο βλάχικο πληθυσμό που υπερέβαινε τους 3.500 κατοίκους» [Γούναρης].
Klissoura / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 4.800 Βλάχοι. Λειτουργία τριών πατριαρχικά σχολεία με οκτώ δασκάλους και 300 μαθητές και δύο βλάχικων σχολείων με τέσσερις δασκάλους και 50 μαθητές [Brancoff 1905].
Κλεισούρα, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].
Κλεισούρα Καστορίας: «3.700 ορθόδοξοι Έλληνες και 100 Ρουμανίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910].
Κλεισούρα καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].
Κλεισούρα Καστορίας, 3.200 άτομα (1.658 άρρενες και 1.542 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].
Κλεισούρα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].
Клисура, 700 σπίτια χριστιανών Βλάχων [Милојевић 1920].
Κλεισούρα Καστορίας, 1.477 άτομα (658 άρρενες και 819 θήλεις) - 380 οικογένειες [Απογραφή 1920].
Κλεισούρα Καστορίας, 1.346 άτομα (577 άρρενες και 769 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 1.320 και ετεροδημότες 26. Επίσης 621 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].
Κλεισούρα, υπήρχαν 5 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων αλβανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].
Κλεισούρα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 1.194 (584 άρρενες και 616 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 1.659 [Απογραφή 1940].
Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 404 [Γρηγορίου].
Клисура: Οικισμός χριστιανών Βλάχων το 1912. Οικισμός χριστιανών Βλάχων το 1940 [Симовски].
Κλεισούρα, 1.300 κάτοικοι. Υπήρχαν 1.250 άτομα ελληνικής συνείδησης και 50 ρουμανίζοντες [Στατιστική 1945].
Κλεισούρα Καστορίας: 750 κάτοικοι [Απογραφή 1951].
 
Kostenatz, χριστιανοί ορθόδοξοι: 2.400 [Synvet 1878].
Κοσινέτσι: «Χωρίον έχον 200 οικογενείας χριστιανοβουλγάρων» [Σχινάς 1886].
Kostenec [Αυστριακός Χάρτης].
Косинецъ / Костурска каза, 1.360 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].
Kostenets, λειτουργία πατριαρχικού και εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].
Kossinetz / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 1.560 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με δύο δασκάλους και 98 μαθητές [Brancoff 1905].
Κωστενέτσι, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].
Κωστενέτσι: «Δια βεζυρικής διαταγής ετελείτο η λειτουργία εκ περιτροπής μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Τω 1903 όμως κατελήφθη η εκκλησία καθ' ολοκληρίαν υπό σχισματικών» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].
Κωστενέτσι Κορυτσάς: «600 ορθόδοξοι Έλληνες, υποκύψαντες τω 1904 εις την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν, και 483 σχισματικοί Βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910].
Κωστενέτσι καζά Κορυτσάς, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].
Κωστενέτσιον Καστορίας, 1.021 άτομα (521 άρρενες και 500 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].
Κωστενέτσιον Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].
Косенец, 150 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].
Κωστενέτσιον Καστορίας, 563 άτομα (218 άρρενες και 345 θήλεις) - 151 οικογένειες [Απογραφή 1920].
Ρευστοποιήθηκαν 70 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].
Κωστενέτσι γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 12 προσφυγικές οικογένειες (53 άτομα) [ΕΑΠ].
Κωστενέτσι, ήρθαν 11 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο [Πελαγίδης].
«Η κοινότης Κοστενετσίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Ιεροπηγής και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Κοτέλτσι εις Ιεροπηγή» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].
Ιεροπηγή (Κωστενέτσι) Καστορίας, 501 άτομα (223 άρρενες και 278 θήλεις). Υπήρχαν 50 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (26 άρρενες και 24 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 462, ετεροδημότες 32 και 7 αλλοδαποί. Επίσης 49 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].
Κωστενέτσιον (Ιεροπηγή), υπήρχαν 110 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].
Ιεροπηγή Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 507 (237 άρρενες και 270 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 532 [Απογραφή 1940].
Косинец: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1940 [Симовски].
Ιεροπηγή, 458 κάτοικοι, εκ των οποίων 400 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 28. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 23. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 5. Παρατηρήσεις: Έφυγαν με Γκότσεφ [Στατιστική 1945].
Ιεροπηγή Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].
 
Κωστουράζι Καστορίας: 800 χριστιανοί [Σχινάς 1886].
Kostaradža (Koščeerjak) [Αυστριακός Χάρτης].
Костараджа (Кощерякъ) / Костурска каза, 150 χριστιανοί Βούλγαροι και 600 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900].
Costerac, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].
Κοσταράτση: «Πατριαρχικό χωριό με 800 κατοίκους, περίπου 190 οικογένειες» [Γούναρης].
Kostouratch / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 650 Έλληνες. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με δύο δασκάλους και 60 μαθητές [Brancoff 1905].
Κωσταράζι Καστορίας: «800 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].
Κωσταράζι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].
Κωσταράζι Καστορίας, 941 άτομα (501 άρρενες και 440 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].
Κωσταράζι Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].
Κωσταρίζι Καστορίας, 796 άτομα (385 άρρενες και 411 θήλεις) - 189 οικογένειες [Απογραφή 1920].
Κωσταράζι Καστορίας, 798 άτομα (360 άρρενες και 438 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 791 και ετεροδημότες 7. Επίσης 127 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].
Κωσταράζιον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 956 (447 άρρενες και 509 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 1.079 [Απογραφή 1940].
Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 293 [Γρηγορίου].
Костараџа (Костерјак): Οικισμός χριστιανών Ελλήνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Ελλήνων το 1940 [Симовски].
Κωσταράζι, 1.023 κάτοικοι [Στατιστική 1945].
Κωσταράζιον Καστορίας: 941 κάτοικοι [Απογραφή 1951].
 
Куманиче / Костурско: 10 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].
Dolno Komanitchevo / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 880 εξαρχικοί Βούλγαροι & Gorno Komanitchevo / Caza deKostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 480 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 38 μαθητές [Brancoff 1905].
Comanitzovo: «τούρκικο και βουλγάρικο κεφαλοχώρι με εκατόν πενήντα εστίες» [Pouqueville 1826].
Komanitzovon, χριστιανοί ορθόδοξοι: 1.800 [Synvet 1878].
Κομανίτσοβον Καστορίας: 750 χριστιανοί και 250 οθωμανοί [Σχινάς 1886].
Куманичево / Костурска каза, 1.020 χριστιανοί Βούλγαροι και 150 Τούρκοι [Кънчов 1900].
Komanitchovo, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].
Κομανίτσοβο: «Πριν την εξέγερση του Ίλιντεν το χωριό κατοικούνταν από 110-120 πατριαρχικές οικογένειες και 64 εξαρχικές, συνολικά περίπου 900 κάτοικοι. Μετά τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1903 η εξαρχία επικράτησε πλήρως» [Γούναρης].
Κουμανίτσοβον Άνω: «Η εκκλησία κατελήφθη υπό των Βουλγάρων οριστικώς τω 1901» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].
Κουμανίτσοβον Άνω και Κάτω Καστορίας: «300 σχισματικοί βουλγαρίζοντες» (Άνω) και «600 ορθόδοξοι Έλληνες» (Κάτω)» [Χαλκιόπουλος 1910].
Άνω και Κάτω καζά Καστορίας [Χάρτης Κοντογόνη].
Κομανίτσοβον Καστορίας, 1.297 άτομα (661 άρρενες και 636 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].
Κομανίτσοβον Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Τσιρίλοβον [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].
Горно Команичево, 70 σπίτια χριστιανών Σλάβων & Долно Команичево, 150 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 30 Τούρκων [Милојевић 1920].
Κομανίτσοβον Καστορίας, 755 άτομα (326 άρρενες και 429 θήλεις) [Απογραφή 1920].
Ρευστοποιήθηκε μία περιουσία κάτοικου που μετανάστευσε στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].
Κουμανίτσοβον γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 21 προσφυγικές οικογένειες (76 άτομα) [ΕΑΠ].
Κομανίτσοβο, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 30 οικογένειες μουσουλμάνων (260 άτομα) και ήρθαν 23 οικογένειες προσφύγων: 3 από τη Θράκη και 20 από τον Πόντο [Πελαγίδης].
Οι περισσότεροι πρόσφυγες που ήρθαν μιλούσαν ποντιακά [Χατζησαββίδης].
«Η κοινότης Κομανιτσόβου, μετονομάζεται εις κοινότητα Λιθιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Κομανίτσοβον εις Λιθιά» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].
Λιθιά (Κομανίτσοβο) Καστορίας, 642 άτομα (278 άρρενες και 364 θήλεις). Υπήρχαν 59 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (28 άρρενες και 31 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 633, ετεροδημότες 8 και ένας αλλοδαπός [Απογραφή 1928].
Κομανίτσοβον (Λιθιά), υπήρχαν 130 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 50 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων. Υπήρξαν σλαυίζουσαι πριν. Ήδη δεν αποδεικνύονται [Στατιστική 1932].
Λιθιά Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 821 (395 άρρενες και 426 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 884 [Απογραφή 1940].
Куманичево: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].
Λιθιά, 733 κάτοικοι, εκ των οποίων 365 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 46. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 46. Παρατηρήσεις: Έφυγαν το 1944 με Γερμανούς 6. Έφυγαν επί Εαμοκρατίας 3. Έφυγαν 37 μετά τον Μάρτιον του 1945 [Στατιστική 1945].
Λιθιά Καστορίας: 427 κάτοικοι [Απογραφή 1951].