Skip to main content

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Ζα

 

Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Ζα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Ζαγκάρι / Zagari/ Загари. Μετονομάστηκε σε Άγιος Ζαχαρίας. Ερήμωσε πριν τον πόλεμο. Παλιό βλαχοχώρι του Γράμμου που εγκαταλείφθηκε από το χριστιανικό πληθυσμό του και ξανακατοικήθηκε από μουσουλμάνους Αλβανούς. Οι τελευταίοι, γύρω στα εξήντα άτομα, υποχρεώθηκαν μέχρι το 1924 να φύγουν από την Ελλάδα. Φαίνεται πως στη συνέχεια το χωριό έγινε για λίγο τόπος θερινής διαμονής Αρβανιτόβλαχων.

 

Πηγές

Ζαγάρι: «Χωρίον έχον 20 οικογενείας Τουρκαλβανών» [Σχινάς 1886].

Zagari [Αυστριακός Χάρτης].

Ζαγάρι καζά Καστορίας, μουσουλμανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζαγάρι Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Γιανοβαίνης [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Ζαγάρι Καστορίας, 66 άτομα (37 άρρενες και 29 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ζαγάρι, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 8 οικογένειες μουσουλμάνων (40 άτομα) [Πελαγίδης].

«Ο συνοικισμός Ζαγάρι της κοινότητος Γιαννοβαίνης μετονομάζεται εις Άγιος Ζαχαρίας» [ΦΕΚ 179 / 30.8.1927].

Άγιος Ζαχαρίας (Ζαγάρι) Καστορίας, 31 άτομα (22 άρρενες και 9 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Και οι 31 ήταν ετεροδημότες [Απογραφή 1928].

Ζαγάρι (Άγιος Ζαχαρίας), υπήρχαν 8 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων αλβανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Загар: Οικισμός βοσκών Βλάχων το 1912. Έρημο το 1940 [Симовски].

Άγιος Ζαχαρίας, έρημο [Στατιστική 1945].

Άγιος Ζαχαρίας: «Ο οικισμός του Αγίου Ζαχαρία βρισκόταν σε μικρή απόσταση και λίγο βορειότερα από το Λινοτόπι και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ένας περιφερειακός οικισμός του Λινοτοπίου και όχι ως μία ιδιαίτερη και ανεξάρτητη κοινότητα. Το όνομά του θα πρέπει να προήλθε κατά πάσα πιθανότητα από τη σωζόμενη μέχρι και σήμερα μεταβυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ζαχαρία (16ος αι.), η οποία στα χρόνια ακμής των βλαχοχωριών του Γράμμου ήταν το καθολικό μοναστήρι στο όνομα του Προφήτη Ζαχαρία. Μετά την ερήμωση του Λινοτοπίου, στον Άγιο Ζαχαρία δημιουργήθηκε ένας οικισμός μουσουλμάνων Αλβανών, οι οποίοι φέρονται να μετέτρεψαν την εκκλησία σε τζαμί και ο νέος οικισμός τους ονομάστηκε Ζαγάρ ή Ζαγκάρι» [Κουκούδης 2000, σ. 397].

 

Ζαγκορίτσανη / Zagoričani / Загоричани. Μετονομάστηκε Βασιλειάς. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Βασιλειάδα. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αγίων Αναργύρων, του νομού Καστορίας.

Καταγράφεται σε φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν ένα μεγάλο χριστιανικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Πριν το Ίλιντεν τα 2/3 του χωριού είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Οι κάτοικοί του πρωτοστάτησαν στην αυτονομιστική επανάσταση. Τα αντίποινα των Οθωμανών υπήρξαν σκληρά. Στις 15 Αυγούστου 1903 η Ζαγκορίτσανη κάηκε από το στρατό και αρκετοί χωρικοί σκοτώθηκαν. Στις 25 Μαρτίου 1905 το χωριό δέχτηκε τη μεγαλύτερη επίθεση που πραγματοποίησαν τα ελληνικά σώματα, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα. Σχεδόν 200 μισθοφόροι, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, σκότωσαν περισσότερα από πενήντα άτομα (μεταξύ των οποίων υπήρχαν γέροι, γυναίκες και παιδιά) και έκαψαν όσα σπίτια και αποθήκες είχαν απομείνει όρθια από το Ίλιντεν. Τα σώματα αναχώρησαν μόνο όταν πλησίασε ο  οθωμανικός στρατός. Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη σκόρπισε φρίκη σε όλη την Ευρώπη και αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις της ελληνικής εμπλοκής στο μακεδονικό ζήτημα.

Το 1912 ζούσαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 2.300 άτομα. Μετανάστες από το χωριό που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις εκεί αρχές, άλλοι πως είναι εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν πολλές οικογένειες στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 32 οικογένειες χριστιανών προσφύγων από τον Πόντο. Το 1928 υπήρχαν στη Ζαγκορίτσανη σχεδόν 700 Μακεδόνες και 100 πρόσφυγες. Το σύνολο των γηγενών κατοίκων της ήταν για τις αρχές ασφαλείας άτομα δεδηλωμένων ανθελληνικών φρονημάτων. Άνθρωποι από τον οικισμό προσχώρησαν στα χρόνια της κατοχής στην Οχράνα και στην Ταξιαρχία του Αιγαίου. Τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί Μακεδόνες του χωριού εντάχθηκαν στις αριστερές οργανώσεις  και στο Δημοκρατικό Στρατό. Όσοι από αυτούς δεν σκοτώθηκαν, με το τον τερματισμό των επιχειρήσεων πέρασαν τα σύνορα και ζήτησαν καταφύγιο στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Загоричани / Костурско: 71 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Zagoritzani, χριστιανοί ορθόδοξοι: 2.700 [Synvet 1878].

Ζαγορίτσανη Καστορίας: «Κωμόπολις οικουμένη υπό 2.500 χριστιανών, έχουσα δε εκκλησίαν, τρία σχολεία, ων το εν βουλγαρικόν, βρύσεις και χάνια» [Σχινάς 1886].

Zagoričani (Zagorec) [Αυστριακός Χάρτης].

Загоричани/ Костурска каза, 3.300 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Ζαγοριτσάνη: «Κωμόπολη με πληθυσμό άνω των 3.000 κατοίκων. Ήδη πριν το 1903 οι κάτοικοι της Βασιλειάδας ήταν στην πλειοψηφία τους εξαρχικοί (350 εξαρχικές οικογένειες έναντι 130 πατριαρχικών). Στα επόμενα χρόνια τυπικά η επικράτηση της εξαρχικής παράταξης ήταν πλήρης» [Γούναρης].

Zagoritzani, λειτουργία πατριαρχικού και εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Zagoritchani / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 3.144 εξαρχικοί Βούλγαροι, 480 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 48 Βλάχοι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με τρεις δασκάλους και 310 μαθητές και ενός πατριαρχικού με δύο δασκάλους και 35 μαθητές [Brancoff 1905].

Ζαγοριτσάνη, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Ζαγορίτσαινα: «Εκ των υπαρχουσών εν αυτή δύο εκκλησιών η μία κατελήφθη υπό των Βουλγάρων τω 1891 η δ' ετέρα τω 1901» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Ζαγοριτσάνη Καστορίας: «500 ορθόδοξοι Έλληνες υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1903 και 2.500 σχισματικοί βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Ζαγορίτσανη καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζαγοριτσάνη Καστορίας, 2.320 άτομα (1.178 άρρενες και 1.142 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Ζαγοριτσάνη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Μπόμπιστα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Загоричани, 300 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Ζαγοριτσάνη Καστορίας, 1.105 άτομα (423 άρρενες και 682 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν 96 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Ζαγοριτσάνη γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 33 προσφυγικές οικογένειες (112 άτομα) [ΕΑΠ].

Ζαγοριτσάνη, ήρθαν 32 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο. Το 1928 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 34 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 1.567 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

«Η κοινότης Ζαγοριτσάνης, μετονομάζεται εις κοινότητα Βασιλειάδος και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Ζαγοριτσάνη εις Βασιλειάς» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Βασιλειάς (Ζαγοριτσάνη) Καστορίας, 735 άτομα (311 άρρενες και 424 θήλεις). Υπήρχαν 72 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (39 άρρενες και 33 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 713, ετεροδημότες 19 και 3 αλλοδαποί [Απογραφή 1928].

Ζαγοριτσάνη (Βασιλειάς), υπήρχαν 180 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Βασιλειάς Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 1.247 (578 άρρενες και 669 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 617 [Γρηγορίου].

Загоричани: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και προσφύγων Μικρασιατών το 1940. Κατά τον εμφύλιο σκοτώθηκαν 62 κάτοικοι του χωριού. Με τη λήξη των εχθροπραξιών 242 άτομα κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης [Симовски].

Βασιλειάς, 1.136 κάτοικοι, εκ των οποίων 910 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 226. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 43. Ευρίσκονται εις φυλακή δυνάμει ενταλμάτων 55. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 128. Παρατηρήσεις: Έφυγαν 11 το 1941, 4 το 1942, 13 το 1944, 15 το 1945 Αύγουστον [Στατιστική 1945].

Загоричани: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 174 παιδιά του χωριού και 11 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 52].

Βασιλειάς Καστορίας: 720 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 754, 1971: 479, 1981: 502, 1991: 458, 2001: 432.

Υψόμετρο 820 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Σημείωση: Τα στοιχεία για τη σφαγή των κατοίκων του χωριού από τα ελληνικά σώματα, στις 25 Μαρτίου 1905, λόγω της σημασίας του γεγονότος και του μεγέθους των αποσπασμάτων, δίνονται χωριστά.

 

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα για την πολιτικοθρησκευτική κατάσταση που επικρατούσε στη Ζαγκορίτσανη υπάρχει στα απομνημονεύματα του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη: «Τα Χριστούγεννα του 1901 πήγα στη Ζαγορίτσανη. Εκεί είχαμε δυο παπάδες δικούς μας, ένα δάσκαλο και μερικούς άλλους, μα όλοι ήταν τρομοκρατημένοι. Φιλοξενήθηκα στο σπίτι του παπά Γιώργη και τα μεσάνυχτα θα κάναμε τη λειτουργία. Γράφω στους Βουλγάρους να μου στείλουν τα κλειδιά της εκκλησίας. Μου γράφουν "Πρώτα θα λειτουργήσωμε εμείς και ύστερα σεις". Τους απαντώ "Πρώτα εγώ και ύστερα σεις". Ήταν εκεί και ο Τσακαλάρωφ με το σώμα του και ο Μήτρος Βλάχος. Εξήντα άντρες και χώρια οι χωρικοί. "Θα σπάσω" τους λέω "την πόρτα να μπω μέσα". Ακόμα τότε δεν είχαν αποφασίσει να με σκοτώσουν. Ήταν ο πρώτος χρόνος που είχα πάει. Μου στέλνουν λοιπόν επιτροπή από το χωριό να με πείση ότι είναι καλύτερα να λειτουργήσουν αυτοί πρώτα. "Όχι" τους απαντώ "η εκκλησία έγινε με Ελληνικό φιρμάνι από το Ελληνικό Πατριαρχείο και εγώ είμαι αρχιερεύς. Λοιπόν πρώτος θα λειτουργήσω". Τότε σηκώθηκαν και έφυγαν χωρίς να μου δώσουν τα κλειδιά. "Εμίν" φωνάζω στον καβάση μου "πήγαινε στον καϊμακάμη, να πης να μας στείλη στρατό". Αυτοί τάκουσαν και μου στείλαν τα κλειδιά. Έτσι μεσάνυχτα πήγα συνοδευόμενος από δυο δικούς μας ανθρώπους, με το ρεβόλβερ στο χέρι, και ο Εμίν με το γκρα. Κάθε φορά που είχαμε να στρίψωμε στο δρόμο, στη στροφή ο Εμίν γύριζε το γκρα κατά πάνω έτοιμος, σημαδεύοντας. Στην εκκλησία έβαλα το ρεβόλβερ μου στην πέτσινη θήκη του και ξέχασα μάλιστα, θυμούμαι, τον πετεινό σηκωμένο. Μα ευτυχώς δεν συνέβη δυστύχημα. Πίσω από το θρόνο ήταν ένας δικός μας που στάθηκε όλη την ώρα με το πιστόλι στο χέρι. Έτσι λειτούργησα και φθάσαμε στα Άγια. Τότε όμως ήρθαν οι Βούλγαροι κι άρχισαν να φωνάζουν "Γρήγορα, οι Γραικομάνοι να τελειώσουν". Εγώ όμως λειτούργησα, έδωσα αντίδωρο κι έτσι φύγαμε. Άμα φτάσαμε στο σπίτι ο παπά-Γιώργης έκανε το σταυρό του. "Όλοι οι κακούργοι ήταν εδώ" είπε. Η πρώτη λειτουργία στη Ζαγορίτσανη αλήθεια άγρια. Μα έτσι επιβλήθηκα» [Καραβαγγέλης, 11-12].

Το Φεβρουάριο του 1903, συλλαμβάνονται από στρατιωτικό απόσπασμα στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, που βρίσκεται κοντά στη Ζαγκορίτσανη, στα δυτικά, τρεις άντρες της τσέτας του Τσέτχου, νοσηλευόμενοι εκεί με τραύματα, καθώς επίσης ο ηγούμενος Καλλίνικος. Μετά από έρευνα, βρέθηκαν στο μοναστήρι πολλά πολεμοφόδια [ΕΜΠΡΟΣ, 24.2.1903, σ. 3].

Στις 11 Μαρτίου 1903 γίνεται γνωστό πως «εν Ζαγοριτσάνη εδολοφονήθη τη 9η Μαρτίου εις των θερμοτέρων οπαδών της ορθοδοξίας Κόλες υπό του υιού του Σπύρου, κατ' ειδήσεις της Νομαρχίας» [Δραγούμης, 40].

Στις 17 Ιουνίου 1903 βρέθηκε απαγχονισμένος έξω από τη Ζαγκορίτσανη ο εξαρχικός Γ. Σπάθης. Στο λαιμό του υπήρχε κρεμασμένη επιγραφή που έλεγε ότι σκοτώθηκε από τον οπλαρχηγό Ανδρέου, γιατί παράδωσε το όπλο του στο στρατό [Δραγούμης, 152, 156].

Οι κάτοικοι της Ζαγκορίτσανης συμμετείχαν μαζικά στην επανάσταση του Ίλιντεν. Προχωρώντας σε αντίποινα εναντίον του χωριού, ο οθωμανικός στρατός έκαψε όλα τα σπίτια του [Documents and Materials].

 Η πράξη αυτή σημειώθηκε στις 15 Αυγούστου 1903. Σύμφωνα με το Силянов το ασκέρι έκαψε 630 σπίτια και 30 παιδιά που βρέθηκαν μέσα σε αυτά [Силянов Α, 422].

Κατά ανέκδοτες μαρτυρίες, προερχόμενες από κατοίκους του ίδιου του χωριού, οι Οθωμανοί σκότωσαν τότε τους: Никола Шоклев 60 ετών, Дине Манонва 67 ετών, Стерјо Которенец 58 ετών, Ване Лефков 60 ετών, Јованица Лефкова 57 ετών, Васил Поп Димитров 80 ετών, Умче Лјаковкин 65 ετών, Калја Гитрова 60 ετών, Умче Пишмаров 70 ετών, Умче Пишмаров 88 ετών, Фроса Кирова 38 ετών, Гина Калкатранова 50 ετών, Насе Чулев 75 ετών, Вангел Шпатов 68 ετών, Типо Џожев 75 ετών, Гиле Цимуга 85 ετών [Selo Zagoričani].

Σχολιάζοντας το γεγονός ο μητροπολίτης Καραβαγγέλης γράφει ικανοποιημένος σε επιστολή του: «Την επαύριον ο στρατός μετά μεγάλης ευσυνειδησίας κατελθών εις Ζαγοριτσάνην επυρπόλησεν αυτήν» [Δραγούμης, 601].

Στις 29 Αυγούστου 1903, ο μισθοφόρος του μητροπολίτη Καραβαγγέλη και των Οθωμανών Βαγγέλης Στρεμπενιώτης, πηγαίνει στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων και φέρνει στην Κλεισούρα «τους ιερείς και προκρίτους σχισματικούς της Ζαγοριτσάνης, οίτινες εζήτησαν συγγνώμην από του Αρχιερέως υποσχεθέντες ότι θα είναι στο εξής πιστοί εις την ορθοδοξίαν» [Δραγούμης, 272].

Θυμάται σχετικά ο δεσπότης: «Κι άλλοι πάλι, Βούλγαροι αυτοί, μου γράφουν μαζί με δικούς μας από ένα μοναστήρι πάνω από τη Ζαγορίτσανη, των Αγίων Αναργύρων, και με ικετεύουν. "Σώσε μας". Τότε βρήκα ευκαιρία και τους έβαλα και μου κάναν αναφορές ότι επιστρέφουν στην ορθοδοξία και ανήκουν πια στο Πατριαρχείο» [Καραβαγγέλης, 23-24].

Το Σεπτέμβριο του 1903, ο Δραγούμης σημειώνει δύο διαφορετικές παραδόσεις όπλων στις οθωμανικές αρχές, από κατοίκους του χωριού Ζαγκορίτσανη [Δραγούμης, 274, 288].

Εκείνες τις μέρες συλλαμβάνεται από το στρατό και φυλακίζεται η δασκάλα στη Ζαγκορίτσανη Μασλίνα, «η σημαιοφόρος του Τσακαλάρωφ» [Δραγούμης, 621].

Στις 9 Ιανουαρίου 1904 τσέτα σκοτώνει τέσσερις γυναίκες, «επί τω λόγω ότι παρά τας περί του εναντίου διαταγάς του Κομιτάτου κατώκησαν εν παραπηγήμασιν εν Ζαγοριτσάνην» [Δραγούμης, 424 και Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 55, 15.1.1904].

Προκειμένου να αποκτήσει την προστασία των μεγάλων δυνάμεων, «ολόκληρον (!) το χωρίον Ζαγορίτσανη», στις 12 Ιανουαρίου 1904 υποβάλει προς τον Καϊμακάμη Καστοριάς αναφορά για να ασπασθεί τον καθολικισμό [Δραγούμης, 420].

Πριν και μετά το Ίλιντεν, σκοτώθηκαν οι εξής τσέτες καταγόμενοι από τη Ζαγκορίτσανη: Кузе Стефов, Петре Погончев, Кузо Погончев, Дине Џунзуров, Коле Гранчаров, Томе Новачков, Коле Качев, Гугулј Томев, Илија Шиплев [Selo Zagoričani].

Στις 23 Φεβρουαρίου 1905, ελληνική ομάδα σκοτώνει κοντά στη Μπόμπιστα πέντε εξαρχικούς, δύο εκ των οποίων ήταν από τη Ζαγκορίτσανη [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 200, 23.2.1905].

Μετά τη σφαγής της 25ης Μαρτίου 1905, εγκαθίσταται στο χωρίο για προστασία των κατοίκων, ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα [ΔΙΣ, 220, 249. Βάρδας Α, 197 και Β, 895].

Τον Ιούνιο του 1905, σύμφωνα με την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, ελληνικό σώμα αιχμαλώτισε στο Βίτσι 17 άτομα. Μεταξύ τους υπήρχαν και χωρικοί από τη Ζαγκορίτσανη. Από αυτούς ελευθερώθηκαν οι δέκα και οι υπόλοιποι φονεύθηκαν [ΕΜΠΡΟΣ 22.6.1905, σ. 4].

Στις 8 Οκτωβρίου 1906 ο μητροπολίτης Καραβαγγέλης, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κώστας, μεταξύ άλλων γράφει από την Καστοριά, σε επιστολή του προς τον έλληνα αρχηγό Τσόντο-Βάρδα: «Εδώ η εργασία βαδίζει καλώς. Κατ' αυτάς εφονεύθησαν υπό των οργάνων μας, εις δάσκαλος και μία διδασκάλισσα καθ' οδόν εκ Ζαγοριτσάνης» [Βάρδας Β, 264].

Στις 2 Νοεμβρίου 1906 μέλος του εκτελεστικού της ελληνικής οργάνωσης Κλεισούρας, έστησε ενέδρα έξω από τη Ζαγκορίτσανη και πυροβόλησε ανεπιτυχώς κατά του κατοίκου της αυτονομιστή Κούζου Καλογιάννη, μυλωνά στο επάγγελμα [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 832, 11.12.1906].

Στις 20 Απριλίου 1907 δολοφονείται, κοντά στην Όλιστα, ένας εξαρχικός βοσκός από τη Ζαγκορίτσανη, φιλικά προσκείμενος στους κομίτες. Σύμφωνα με την είδηση, «οι φονεύσαντες αυτόν διήρπασαν και 20 πρόβατα εκ του ποιμνίου του» [ΕΜΠΡΟΣ, 4.5.1907, σ. 4].

Λίγες μέρες αργότερα, ο εξαρχικός και αυτονομιστής Βασίλης Χατζή Μορέας, «επιστρέφων εκ της ενταύθα αγοράς εις την πατρίδα του Ζαγοριτσάνην, εφονεύθη καθ' οδόν» [ΕΜΠΡΟΣ, 4.5.1907, σ. 4].

Στα τέλη Νοεμβρίου 1907, διαβάζουμε στο ΕΜΠΡΟΣ πως «η εκ του χωρίου Ζαγοριτσάνης Αναστασία διαμένουσα από καιρού εις Καστορίαν ένεκα φόβου, εξαπατηθείσα και μεταβάσα εις Ζαγορίτσανην, εφονεύθη προχθές εκεί» [ΕΜΠΡΟΣ, 28.11.1907, σ. 3].

Στις 30 Αυγούστου 1907, η καλογριά της μονής των Αγίων Αναργύρων επισκέπτεται το Βάρδα. Στη συζήτηση του που έχουν, μεταξύ άλλων του λέει, ότι ανάμεσα στους φονευμένους που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες κατά την επίθεση στη Ζαγκορίτσανη, στις 25 Μαρτίου 1905, υπήρχαν πολλοί πατριαρχικοί: «Πολλοί εκ των φονευθέντων προ 2 ετών εν Ζαγοριτσάνη ήσαν ημέτεροι». Ο Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Όλα ταύτα παράδοξα και πιθανά» [Βάρδας Β, 893].

Μετά την ανακήρυξη του συντάγματος, τον Ιούλιο του 1908, και τη γενική αμνηστεία, το σώμα του Καραβίτη συναντιέται τυχαία κοντά στο Μάκοβο με μια τσέτα. Τη συνάντηση περιγράφει ο έλληνας οπλαρχηγός:

 «Διοικητής τους είναι ο βοεβόδας Κόλεφ από τη Ζαγοριτσάνη. Γνωρίζει καλή την ελληνική και ελληνικά μας χαιρετά. Εκτός από τα ελληνικά του, ο Κόλεφ έχει φάτσα καθαρώς ελληνική, χρώμα σιτόχρουν με πυκνά, μαύρα, κατσαρά γένια, λες και κατάγεται από τη Λάγκα της Μάνης ή από το χωριό μου.

- Μωρέ, συ φαίνεσαι σαν έλληνας, του λέγω.

- Έχει γούστο να με βγάλετε για έλληνα τώρα στο τέλος.

- Έτσι φαίνεσαι τουλάχιστον. Από που είσαι;

- Από τη Ζαγοριτσάνη.

- Και τα ελληνικά που τα έμαθες

- Τα ελληνικά... εγώ δίδασκα ελληνικά. Δεν έχεις ακούσει το "και Χότζα έγινες Δεσπότης»; Έτσι το έφερε η κατάρα» [Καραβίτης, 812-813].

 

Σφαγή 1905 - ΣΚΡΙΠ

«ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΥΠΟ ΕΛΛΗΝΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ - ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠ ΕΥΘΕΙΑΣ ΕΚ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΟΥ ΜΑΣ

ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ 29 Μαρτίου. Εσπερινά τηλεγραφήματα μεταδίδουσι την είδησιν ότι Ελληνομακεδονικόν ισχυρόν σώμα, ίνα τιμωρήση προδοσίας και πολλάς δολοφονίας διαπραχθείσας υπό των κατοίκων του βουλγαρικού χωρίου Τσόγκοριτς (sic) επέδραμε κατ' αυτού και το κατέστρεψε τελείως.

Αι οικίαι του χωρίου πυρπολήθησαν εκ των κατοίκων δε Βουλγάρων μεθ' ων οι Ελληνομακεδόνες συνήψαν λυσσώδη συμπλοκήν εφονεύθησαν εκατόν περίπου. Οι πρόξενοι και ο Τούρκος Καϊμακάμης ανεχώρησαν εκ Μοναστηρίου μεταβαίνοντες επί τόπου. Μ.Χ.» [ΣΚΡΙΠ 30.3.1905, σ. 3].

 

«Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΝ. ΕΝΕΡΓΕΙΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΩΝ - ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠ' ΕΥΘΕΙΑΣ ΕΚ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΜΑΣ

ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ, 31 Μαρτίου. Αι Τουρκικαί αρχαί επελήφθησαν τακτικών ανακρίσεων εις το χωρίον Ζαγοριτσάνη, εις το οποίον συνέβη προχθές η αιματηροτάτη μεταξύ Βουλγάρων και Ελληνομακεδόνων συμπλοκή καθ' ην οι πρώτοι υπέστησαν πανωλεθρίαν, ίνα ανεύρουν τα αίτια τα προκαλέσαντα αυτήν. Τας ανακρίσεις παρακολουθούν και οι Πρόξενοι των Δυνάμεων μετ' ενδιαφέροντος. Μ.Χ.» [ΣΚΡΙΠ 1.4.1905, σ. 3].

 

«ΤΙ ΑΠΕΔΕΙΧΘΗ ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΑΚΡΙΣΕΩΝ. ΠΟΣΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ - ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠ' ΕΥΘΕΙΑΣ ΕΚ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΟΥ ΜΑΣ

ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ, 31 Μαρτίου. Εκ των ανακρίσεων τούτων προέκυψεν ότι το Ελληνομακεδονικόν σώμα το οποίον εισέβαλεν εις Ζαγορίτσανην απετελείτο εκ 200 ανδρών, και ότι εφονεύθησαν 60 Βούλγαροι και ετραυματίσθησαν 7, εκάησαν δε και 10 οικίαι. Μ. Χ.» [ΣΚΡΙΠ 1.4.1905, σ. 3].

 

«ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΚΑΙ ΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑ ΤΑ ΕΝ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗ - ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠ ΕΥΘΕΙΑΣ ΕΚ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

 ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ, 1 Απριλίου. Μόλις εγνώσθη εις την Σόφιαν η καταστροφή υπό Μακεδονικού σώματος των εν Μοναστηρίου Βουλγάρων ληστών μέγας εξεδηλώθη παρά τοις Βουλγάροις ερεθισμός κατά των Ελλήνων.

Αι εφημερίδες της βουλγαρικής πρωτευούσης εξεδόθησαν φέρουσαι πένθος διά την συμφοράν την οποίαν υπέστησαν οι λησταί, γράφουσι δε πάσαι άρθρα σφοδρότατα κατά των Ελλήνων συνιστώσαι την εξόντωσιν της Ελληνικής φυλής ολοκλήρου. Μ. Χ.» [ΣΚΡΙΠ 2.4.1905, σ. 3].

 

«ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΝ

ΚΕΡΚΥΡΑ, 2 Απριλίου (Τηλεγράφημα του ΣΚΡΙΠ). Εκ Κωνσταντινουπόλεως βεβαιούται, ότι πολυάριθμον ελληνικόν σώμα επετέθη και επυρπόλησε το χωρίον Ζαγοριτσάνην πλησίον της Βλαχοκλεισούρας. Κατόπιν της συγκρούσεως του ελληνικού σώματος προς Βουλγαρικήν συμμορίαν, οι Έλληνες νικήσαντες, επυρπόλησαν το χωρίον, εφόνευσαν δε 37 Βουλγάρους και ηχμαλώτισαν 60» [ΣΚΡΙΠ 3.4.1905, σ. 4].

 

«ΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟΥ

ΛΟΝΔΙΝΟΝ, 2 Απριλίου (Αθηναϊκόν Πρακτορείον). Αγγέλουσιν εκ Σόφιας, ότι η καταστροφή της Βουλγαρικής συμμορίας υπό των Ελλήνων εν Ζαγοριτσάνη, προυξένησεν αμέτρητον συγκίνησιν εις τον βουλγαρικόν λαόν. Τινές μάλιστα εφημερίδες φθάνουσι μέχρι του να συμβουλεύωσι βιαιοπραγίας κατά των Ελλήνων, των κατοικούντων την Βουλγαρίαν» [ΣΚΡΙΠ 3.4.1905, σ. 4].

 

«Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΣ ΣΩΜΑΤΟΣ

ΒΟΛΟΣ, 6 Απριλίου (τηλεγραφικώς, του ανταποκριτού μας). Αρχηγός του Μακεδονικού σώματοςτου καταστρέψαντος τους Βουλγάρους της Ζαγοριτσάνης ήτο ο Στέφανος Μάλλιος. Το χωρίον εκυριεύθη υπό των Μακεδόνων μετά πεντάωρον συμπλοκήν, καθ' ην 120 Βούλγαροι εφονεύθησαν και 50 οικίαι της Ζαγοριτσάνης επυρπολήθησαν. Μακεδόνες επληγώθησαν έξ.

Ολίγον ύστερον προσέβαλον τους Μακεδόνας δύο λόχοι Τουρκικού στρατού αλλ' αποκρουσθέντες υπεχώρησαν εις Κλεισούραν» [ΣΚΡΙΠ 7.4.1905, σ. 4].

 

«ΕΚΘΕΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΑ ΤΑ ΕΝ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗ - ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠ' ΕΥΘΕΙΑΣ ΕΚ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ, 6 Απριλίου. Την ευμενή έκθεσιν διά τους Ελληνομακεδόνας τους επιτεθέντας κατά της Ζαγοριτσάνης, την οποίαν εδημοσίευσεν η εφημερίς "Ταχυδρόμος" διαψεύδει σήμερον το βιενναίον Πρακτορείον ισχυριζόμενον ότι αι εκθέσεις των ενεργησασών επιτοπίως ανακρίσεις αρχών είνε κατά των επιτεθέντων Ελληνομακεδόνων. Μ. Χ.» [ΣΚΡΙΠ 7.4.1905, σ. 4].

 

«Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΩΝ - ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΗΜΙΕΠΙΣΗΜΟΣ "ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ"

ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ, 6 Απριλίου (Του συντάκτου του "ΣΚΡΙΠ"). Τα συμβάντα της Ζαγοριτσάνης εις την Μακεδονίαν εξακολουθούν ακόμη να εκτίθενται εις τον ξένον τύπον. Φυσικόν ήτο οι Βούλγαροι να εκμεταλλευθούν ταύτα όπως εξεγείρουν την φιλευσπλαχνίαν του ευρωπαϊκού πληθυσμού προς την οποίαν δεν απέβλεψαν μέχρι τούδε κακουργούντες κατά των Ελλήνων Μακεδόνων. Ούτω διαφοροτρόπως εξετέθησαν αυτάς τας ημέρας τα γεγονότα της Ζαγοριτσάνης, ιδίως εις τα διάφορα Βιενναία φύλλα όσα την έμπνευσιν των έχουν από Βουλγαρικάς πηγάς. Ευτυχώς ευρέθη και μερίς του Γερμανικού τύπου, η οποία διετύπωσεν αμερολήπτως τα συμβάντα ταύτα, μεταξύ αυτής δε συγκαταλέγεται και ο ημιεπίσημος "Ταχυδρόμος" του Βερολίνου...

Εις άλλην στήλην η αυτή εφημερίς δημοσιεύει και την εξής εκ Θεσσαλονίκης αναταπόκρισιν συμπληρωματικήν της ακριβούς αφηγήσεως των συμβάντων εις Ζαγορίτσαναν. Κατά τας γενομένας, λοιπόν, ανακρίσεις εξηκριβώθη, ότι η υπό τον Βάρδαν Ελληνική συμμορία ήτο εκτάκτως ισχυρά, ανερχομένων των μελών της εις 250-350. Εν μέρος της συμμορίας περιεκύκλωσε την εκκλησίαν της Ζαγοριτσάνης και μετά το τέλος της λειτουργίας συνέλαβεν εκ των εκκλησιαζομένων 60 άνδρας, καθ' υπόδειξιν του αρχηγού της συμμορίας Βάρδα.

Οι εισβαλόντες Έλληνες εις το χωρίον έγιναν δεκτοί με πυροβολισμούς και βόμβας, τας οποίας έρριπτον οι Βούλγαροι, κομιτατζήδες μάλιστα, από τα παράθυρα των οικιών. Τούτου ένεκα οι Ελληνομακεδόνες υπεχώρησαν εις τα περί το χωρίον υψώματα και επυροβόλουν καθ' όλων των οικιών. Εις εν κτίριον συνεκεντρώθη μέγας αριθμός κομιτατζήδων και έρριπτον βόμβας άνευ όμως αποτελέσματος. Τέλος ανετινάχθη εις τον αέρα το κτίριον τούτο εξ αναφλέξεως των βομβών και κατέθαψε υπό τα ερείπιά του 4 γυναίκας και 2 παιδία. Εν όλω εφονεύθησαν 60 κομιτατζήδες, αλλά λέγεται, ότι και άλλοι 110 ακόμη εύρον τον θάνατον. Από τους 60 Βουλγάρους αιχμαλώτους οι 27 απελύθησαν, οι άλλοι 33 λέγεται, ότι εφονεύθησαν υπό τριών Κρητών, μελών της ελληνικής συμμορίας, οι ποίοι εξεδικήθηκαν τον φόνον του αδελφού του Βάρδα, συμβάντα υπό του Τσακαράλωφφ (sic) κατά την έκρηξιν του ανταρτικού κινήματος το 1903. Μεγάλην έκπληξινεπροξένησαν τα γεγονότα ταύτα της Ζαγοριτσάνης και επίκειται φόβος επαναλήψεως ομοίων πράξεων, ενώ άλλοι δυνάμενοι να κρίνουν βεβαιούν, ότι η ενέργεια των κομιτατζήδων θα περιορισθή εις την περιφέρειαν της Καστορίας. Κατά διαταγή του Γενικού Επιθεωρητού επίκειται αποστολή στρατευμάτων εις την περιφέρειαν ταύτην, αφ' ενός μεν προς πρόληψιν νέων ταραχών, αφ' ετέρου δε κατά ιδιαιτέραν σύστασιν των ξένων αντιπροσώπων» [ΣΚΡΙΠ 13.4.1905, σ. 1].

 

Σφαγή 1905 - ΕΜΠΡΟΣ

«100 ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΕΣ ΦΟΝΕΥΟΜΕΝΟΙ ΥΠΟ ΕΛΛΗΝΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ - ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΝ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΕΜΠΡΟΣ - ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΟΥ ΜΑΣ

Βιέννη, Τετάρτη πρωία. Εις τας ενταύθα εφημερίδας δημοσιεύονται μακρά τηλεγραφήματα εκ Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινουπόλεως περί νέας καταστροφής ην επήνεγκεν εις μεγάλην βουλγαρικήν συμμορίαν εν ελληνομακεδονικόν σώμα.

Το μακεδονικόν τούτο σώμα ούτινος δεν αναφέρεται ο αρχηγός εισέβαλεν εις το χωρίον Ζαγορίτσανην πλησίον της Καστορίας και έκαυσεν εν μέρος αυτού εις το οποίον είχον καταλύσει βούλγαροι λησταντάρται πλείστας διαπράξαντες δολοφονίας εναντίον αόπλων χριστιανών

Το Ελληνικόν τούτο σώμα συνεπλάκη ακολούθως μετά των ληστανταρτών ενισχυθέντων διά πολλών ακόμη κομιτατζήδων.

Η συμπλοκή εξηκολούθησεν επί πολλάς ώρας, κατ' αυτήν δε εφονεύθησαν περί τους εκατόν βούλγαροι δολοφόνοι.

Το γεγονός τούτο ανεπτέρωσε το φρόνημα και τας ελπίδας των Μακεδονικών πληθυσμών. Δ. Κ.» [ΕΜΠΡΟΣ, 30.3.1905, σ. 4].

 

«Η ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΝ - ΟΙ ΠΡΟΞΕΝΟΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ

Βιέννη, Πέμπτη πρωία. Καθά αναγγέλεται τηλεγραφικώς εκ Μοναστηρίου οι αυτόθι πρόξενοι των Δυνάμεων αναχωρήσαντες έφθασαν εις Ζαγορίτσανην, ένθα ενεργούσιν ανακρίσεις περί της γενομένης αυτόθι συμπλοκής μεταξύ Ελληνομακεδονικού σώματος και ληστρικής βουλγαρικής συμμορίας, ως και προς εξακρίβωσιν του αριθμού των φονευθέντων Βουλγάρων. Περί ζημιών του Ελληνομακεδονικού σώματος ουδεμία πληροφορία υπάρχει. Δ. Κ.» [ΕΜΠΡΟΣ, 31.3.1905, σ. 4].

 

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ - ΑΙ ΝΕΩΤΕΡΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ - ΠΟΣΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ

Ιδιωτικαί πληροφορίαι ληφθείσαι χθες εκ Θεσσαλονίκης αναφέρουσι τας εξής λεπτομερείας περί της μεγάλης συμπλοκής, ήτις εγένετο εις το σχισματικόν χωρίον Ζαγορίτσαινη μεταξύ Ελληνομακεδονικού σώματος και Βουλγαρικής συμμορίας, της οποίας τα αποτελέσματα μας ετηλεγράφησε χθες ο εν Βιέννη συντάκτης μας.

Εντός του χωρίου τούτου είχε καταφύγει πολυάριθμος βουλγαρική συμμορία καταδιωκόμενη υπό των τουρκικών αποσπασμάτων. Πληροφορηθέν τούτο Ελληνομακεδονικόν σώμα έσπευσεν εις την Ζαγορίτσανην και επολιόρκησε το χωρίον εξ όλων των σημείων, καλέσαν συγχρόνως και τους κομιτατζήδες να παραδοθώσιν.

Ούτοι όμως ελπίζοντες ότι θα διέφευγον κατόπιν μικρών διαπραγματεύσεων ωχυρώθησαν εντός των οικιών και ήρχισαν να πυροβολούν κατά των ανδρών του ελληνομακεδονικού σώματος. Επηκολούθησε τότε λυσσώδης συμπλοκή, κατά την οποίαν οι άνδρες του Ελληνομακεδονικού σώματος διά να εξοντώσουν το ταχύτερον τους Βουλγάρους δολοφόνους έθεσαν πυρ εις τας οικίας εντός των οπίων ούτοι είχον οχυρωθή

Τα αποτελέσματα της λυσσαλέας ταύτης συμπλοκής υπήρξαν ολέθρια διά τους Βουλγάρους. Εκατόν ογδοήκοντα εξ αυτών κατά τας ανωτέρω ιδιωτικάς πληροφορίας εφονεύθησαν είκοσι δε οικίαι απετεφρώθησαν. Κατ' άλλην έκδοσιν οι φονευθέντες Βούλγαροι ανέρχονται εις τριακοσίους, ο αριθμός όμως ούτος φαίνεται υπερβολικός.

Βούλγαροι τινές χωρικοί ελθόντες χθες ενταύθα εκ Μοναστηρίου αφηγούνται ότι εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν του Σόροβιτς συνήντησαν τον νομάρχην Μοναστηρίου και τους προξένους των Δυνάμεων, οίτινες μετέβαινον εις Ζαγορίτσινην προς ενέργειαν ανακρίσεων. Καθώς επληροφορήθησαν οι Βούλγαροι ούτοι χωρικοί, οι φονευθέντες κομιτατζήδες ανέρχονται εις 170 η δε κατ' αυτών επίθεσις εγένετο εκ μέρους των Ελλήνων Μακεδόνων προς εκδίκησιν διά την αποτέφρωσιν υπό της εξοντωθείσης συμμορίας των ελληνικών μονών Τσερελόβου και Αγίων Αναργύρων» [ΕΜΠΡΟΣ, 31.3.1905, σ. 3].

 

«Η ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΣ - Η ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΞΕΝΩΝ - ΠΟΣΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΕΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ

Βιέννη, Παρασκευή πρωία. Κατά σημερινά εκ Μοναστηρίου τηλεγραφήματα επανήλθον αυτόθι οι πρόξενοι των Μ. Δυνάμεων οι μεταβάντες εις Ζαγοριτσάνην προ; ενέργειαν ανακρίσεων διά την γενομένην συμπλοκήν μεταξύ Βουλγαρικής συμμορίας και Ελληνομακεδονικού σώματος.

Οι πρόξενοι ούτοι διά των υποβληθεισών εις τας κυβερνήσεις των εκθέσεις βεβαιούσι την συμπλοκήν και αναβιβάζουσι τα θύματα εις εβδομήκοντα νεκρούς και ένδεκα τραυματίας μεταφερθέντας προς νοσηλείαν εις Καστορίαν. Δ. Κ.» [ΕΜΠΡΟΣ, 1.4.1905, σ. 4].

 

«ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ

Βιέννη, Παρασκευή πρωία. Τηλεγραφούσιν εκ Σόφιας ότι ο βουλγαρικός τύπος μετά την αναγγελία της συμπλοκής της Ζαγορίτσανης επιτίθεται δριμύτατα εναντίον της Ελλάδος και των ελληνομακεδονικών σωμάτων.

Επίσης επιτίθενται και εναντίον της Τουρκίας ως μη δυναμένη να παγιώση την τάξιν εν Μακεδονία και να προστατεύση τους... Βουλγάρους. Δ. Κ.» [ΕΜΠΡΟΣ, 1.4.1905, σ. 4].

 

«Η ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΣ ΚΑΙ ΑΙ "ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΠΗΓΑΙ"

Βιέννη, Πέμπτη πρωία. Το ενταύθα "Γραφείον των Τηλεγραφικών Ανταποκρίσεων" διά σημερινού τηλεγραφήματός του διαψεύδει πάντα τα αναμφισβήτητα γεγονότα τα σχετιζόμενα προς την γενομένην εν Ζαγοριτσάνη συμπλοκή μεταξύ του ελληνομακεδονικού σώματος και της βουλγαρικής συμμορίας, ήτις εδολοφόνησεν Έλληνας ιερείς και επυρπόλησεν ελληνικάς μονάς.

Το εν λόγω Πρακτορείον βεβαιοί ότι εν Ζαγορίτσανη ουδεμία συμπλοκή εγένετο και ότι το ελληνικόν σώμα διέπραξε απλώς σφαγάς αθώων και αόπλων χωρικών.

Η είδησις αύτη εντελώς αντίθετος και προς αυτάς ακόμη τας εκθέσεις των μεταβάντων επί τόπου προξένων βέβαιον είνε ότι προέρχεται εκ βουλγαρικής πηγής Δ. Κ.» [ΕΜΠΡΟΣ, 7.4.1905, σ. 4].

 

«Η ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗΣ - ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΝ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΕΜΠΡΟΣ

Θεσσαλονίκη, 9 Απριλίου (εμμέσως). Περί της επιθέσεως του τουρκικού στρατού κατά του ελληνομακεδονικού σώματος υπό τον Στέφανον Μάλλιον παρά την Ζαγορίτσαιναν εγνώσθησαν αι εξής λεπτομέρειαι.

Δύο λόχοι στρατού επετέθησαν καταδιώκοντες το σώμα του Μάλλιου όπερ υπεχώρει προς το όρος της Κλεισούρας χωρίς να πυροβολήση. Η επίθεσις όμως των Τούρκων εγένετο σφοδρά και τότε το σώμα Μάλλιου μετά του σπεύσαντος προς βοήθειαν σώματος του Γκούτα μόλις έφθασεν εις σημείον ένθα ήσαν χιόνες ωχυρώθηκαν και απήντησαν διά σφοδροτάτου πυρός. Οι Τούρκοι μετά δίωρον μάχην υπεχώρησαν εις το δάσος των υπορειών αφήσαντες 15 νεκρούς και ίσους τραυματίας» [ΕΜΠΡΟΣ, 10.4.1905, σ. 4].

 

«ΤΑ ΕΝ ΖΑΓΟΡΙΤΣΑΝΗ

Η "Πολιτική Ανταπόκρισις" πληροφορείται εκ Κωνσταντινουπόλεως, ότι αι τουρκικαί αρχαί διενεργούσιν ανάκρισιν κατά του μητροπολίτου Καστορίας κ. Γερμανού Καραβαγγέλη, θεωρούντες αυτόν αίτιον της εν Ζαγοριτσάνη σφαγής. Οι ιατροί Αργυρόπουλος και Μενέλαος ετέθησαν υπό κράτησιν μίαν εβδομάδα διά την ανάκρισιν. Υπάρχουσι φόβοι συνενοχής και κατά του μητροπολίτου Σισανίου, όστις είχε μεταβή εις Καστορίαν ολίγον προ της σφαγής» [ΕΜΠΡΟΣ, 25.4.1905, σ. 3].

 

Σφαγή 1905 - Times

«11 Απριλίου (νέα ημερομηνία). Ένα επίσημο τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη αναφέρει ότι σύμφωνα με αποδεικτικά στοιχεία των χωρικών, ένα μεγάλο ελληνικό σώμα επιτέθηκε στο χωριό Ζαγκορίτσανη, κοντά στη Βλαχοκλεισούρα, την Παρασκευή και σκότωσε πάνω από 100 άτομα. Ο Καϊμακάμης της Καστοριάς αναχώρησε εκεί προς έρευνα, και για τον ίδιο λόγο ξεκίνησαν για εκεί οι πρόξενοι της Αυστρουγγαρίας και της Ρωσίας» [The Times, 12 Απριλίου 1905].

 

«Βιέννη 13 Απριλίου. Ένα επίσημο τηλεγράφημα από Κωνσταντινούπολη επιβεβαιώνει τις προηγούμενες εκθέσεις για την επίθεση που έγινε από ένα ελληνικό σώμα εναντίον του χωριού Ζαγκορίτσανη. Η έρευνα που πραγματοποιείται από τους προξένους της Αυστρουγγαρίας και της Ρωσίας δείχνει ότι 60 Βούλγαροι σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν επτά, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των παιδιών. Δέκα σπίτια και άλλα δέκα κτήρια κάηκαν. Ιταλοί χωροφύλακες και αξιωματούχοι από την Καστοριά και τη Φλώρινα έχουν μεταβεί επί τόπου» [The Times, 15 Απριλίου 1905].

 

Σφαγή 1905 - Βάρδας

Απόσπασμα μερικώς κρυπτογραφημένης επιστολής του Γιώργου Τσόντου-Βάρδα, χωρίς ημερομηνία και παραλήπτη:

«Επωφελούμενος της αφίξεως και νέων σωμάτων εξ Ελλάδος ως και Καραβίτου, εσκέφθην να επιτεθώμεν κατά της Ζαγοριτσάνης, κέντρου σπουδαίου βουλγαρικού κατά τα μέρη ταύτα (πατρίς του Γιάνκωφ), όπερ καλούσιν οι Τούρκοι "Κιουτσούκ Σόφια", ήτοι μικρά Σόφια.

Πράγματι την πρωίαν της 25ης Μαρτίου αφού ελημεριάσαμεν εις τι πλησίον δάσος την προηγουμένην, πριν εξημερώση, εξεκινήσαμεν και εφθάσαμεν εις το χωρίον. Διηρέθημεν εις δύο τμήματα το μεν το δεξιόν υπό τον κ Μάλλιον, το δε αριστερόν υπ' εμέ. Εκυκλώσαμεν το χωρίον και άμα τη ημέρα ευρέθημεν εις τας πρώτας οικίας. Ήρχισεν η προσβολή κατά τούτων και διάρρηξις των θυρών προς σύλληψιν των κατοίκων, οίτινες ήρχισαν πυροβολούντες μετά των εντός κομιτών, ουδέποτε λειψάντων εκ του χωρίου αυτού.

Εφονεύθησαν πλέον των 60 ανδρών, κατά λάθος 2-3 γυναίκες, εν οις οι ιερείς, διδάσκαλος, διδασκάλισσα και μουχτάρης. Εκάησαν περί τας 20 οικίας, όπου οι εντός αντέστησαν επιμόνως.

Το γεγονός τούτο δεν γνωρίζω αν θα βλάψη διπλωματικώς, διότι κατά την επομένην αφίκοντο εκ Βιτολίων οι Πρόξενοι Ρωσίας και Αυστρίας, αλλ' έπρεπε τούτο να γίνη καθ' ότι πολύ ωφέλησε τον αγώνα μας διότι πανικός κατέλαβε τους Βουλγάρους οίτινες απήλθον εις τας πόλεις πανοικεί ή εκπατριζόμενοι, ενθουσιασμός δε τους ημετέρους και τους Τούρκους οίτινες εμίσουν ειδικώς την κωμόπολιν ταύτην (έχει περί τας 700 οικίας, αλλά κατά την επανάστασην προπέρυσιν, οι Τούρκοι την έκαυσαν και ήδη ολίγας οικίας έχει μεγάλας και καλώς ανοικοδομημένας).

Κατά το τέλος της πράξεως ενεφανίσθη απόσπασμα στρατιωτών όπερ ήρχισε να πυροβολεί, καίτοι δ' ολιγάριθμον επέμενε να μας παρακολουθή αποσυρομένους και ανερχομένους τας προς Β της Ζαγοριτσάνης κορυφάς του όρους Βίτσι. Μη υπάρχοντος όμως πλέον μέρους ηναγκάσθημεν ν' αμυνθώμεν κατά του ερχομένου εκ Καστορίας και κατά του εξελθόντος εκ Κλεισούρας, όπερ ετράπη εις άτακτον φυγήν πληγωθέντων 2-3 στρατιωτών. Η προσβολή αύτη του στρατού, ως πληροφορούμαι, ασφαλώς δεν παρεξηγήθη, τουναντίον εξετιμήθη η ανοχή ημών και κατεδικάσθη η επιμονή του τούρκου αξιωματικού, διότι ενώ ηδυνάμεθα να τους κατακερματίσωμεν δεν το επράξαμεν...

Έλαβον μέρος το σώμα του Μάλλιου όλον, και τα υπό τους οπλαρχηγούς Κούκουλον, Μπούλακαν, Ευάγ. Γαλλιανόν, Γ. Δικόνιμον, Ιωάν. Καραβίτην, Ιωάν. Πάτερον και Καούδην.

Κατά την συμπλοκήν μετά των τούρκων στρατιωτών, παραδειγματικόν θάρρος έδειξαν οι Μπούλακας, Κούκουλος, Δικόνημος, Βασ. Επισκοπάκης, Ευαγ. Νικολούδης, Ελ. Μπιλάλης, Εμμ. Γεωργιλάς, Εμμ. Σκουντρής και Γεώρ. Μιναδάκης ή Λιάπης.

Ουδείς των ημετέρων έπαθέ τι, ο Καραβίτης μόνον διετρυπήθη υπό σφαίρας εις τα ενδύματα παρά την κοιλίαν.

Μέχρι τούδε δεν εφάνη κίνησις στρατού εναντίον ημών, ένεκα της ανωτέρω πράξεως ως αναμένομεν, τι συμβαίνει δεν γνωρίζομεν. Οπωσδήποτε απεσύρθημεν και προφυλασσόμεθα, μόλις δε παρέλθη η πρώτη εντύπωσις θα διανεμηθώμεν εις τα διάφορα τμήματα και θα προσπαθήσωμεν να επωφεληθώμεν της αποθαρρύνσεως των Βουλγάρων» [Βάρδας Α, 97-98].

 

Σφαγή 1905 - Μακρής

«Στην Καλαμπάκα συναντήθηκα με τον Καπετάν Μάλιο, που ήταν αξιωματικός (ανθυπολοχαγός τότε, μα δε ζη πια) και ονομαζόταν Δούκας. Βαδίσαμε μαζί και από τον ίδιο δρόμο φτάσαμε στη Μονή Σισανίου, όπου ηύραμε και το Βάρδα. Εκεί έγινε σύσκεψις όλων των οπλαρχηγών κι αποφασίσαμε να πάμε να καταστρέψουμε τη Ζαγορίτσανη, κέντρο και φωλιά των Βουλγάρων και πατρίδα του περιβόητου αξιωματικού του βουλγαρικού στρατού Γιαγκώφ, που έδρασε και ως καπετάνιος.

Την 25η Μαρτίου του 1905, το βράδυ πήγαμε κει και περιεκυκλώσαμε το χωριό μαζί με τη συμμορία που ήταν μέσα. Το πρωί-πρωί όμως, μόλις πλησιάσαμε, μας ρίξανε από μέσα από τα σπίτια. Εμείς απαντήσαμε και βάλαμε φωτιά απ' όλες τις μεριές και το κάψαμε. Τότε σκοτώθηκαν εκατόν πενήντα πάνω-κάτω Βούλγαροι. Σε λίγο όμως έφτασε τουρκικός στρατός από την Κλεισούρα και την Καστοριά και άρχισε να μας ρίχνη απ' όλες τις μεριές. Εμείς τότε τραβηχτήκαμε προς το βουνό του Λεχόβου απ' όπου εξακολουθήσαμε να χτυπιόμαστε με το στρατό ως το βράδυ. Τη νύχτα φύγαμε προς τα χωριά Λόσνιτσα, Μπογατσικό και Αντριάνοβο, όλοι μαζί και κρυφτήκαμε στα διάφορα σπίτια, που μας φιλοξενούσαν για τέσσερις πέντε μέρες, ως που να πάψη η καταδίωξη του στρατού» [Μακρής 91-92].

 

Σφαγή 1905 - Καραβαγγέλης

«Επειδή στην πυρπόληση των μοναστηριών είχαν λάβει μέρος και πολλοί Βούλγαροι χωρικοί από τη Ζαγορίτσανη, ο Βάρδας απεφάσισε να τους τιμωρήση. Η Ζαγορίτσανη ήταν ένα χωριό από εξακόσια πάνω κάτω σπίτια βουλγαρικά και ελληνικά.

Στην εκκλησία, μια Κυριακή λειτουργούσαν οι Βούλγαροι, μια οι Έλληνες. Στο τέλος οι δικοί μας έμειναν μόνον εξήντα σπίτια κι αυτοί άρχισαν να δειλιούν. Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδας απεφάσισε την τιμωρία τους μου έγραφε και του έστειλα τα ονόματα των δικών μας, για να μην τους πειράξη. Την παραμονή λοιπόν της 25ης Μαρτίου του 1905, κρύφτηκε στο απέναντι του χωριού δάσος με τριακόσιους πάνω κάτω άντρες μεταξύ των οποίων ήταν κι ο καπετάν Καούδης, ο καπετάν Μακρής, ο καπετάν Μπούλακας, ένας ληστής Γαύδας με το παιδί του κι άλλοι πολλοί. Πρωί-πρωί μπαίνουν στο χωριό κι αρχίζει το τουφέκι. Όσους αντιστέκονται τους σκοτώνουν και βάζουν φωτιά στα σπίτια. Εκείνη τη μέρα σκοτώθηκαν εβδομήντα εννιά Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν αλλά πολύτιμοι. Δικοί μας δεν σκοτώθηκαν πολλοί γιατί, εκτός που είχα δώσει εγώ κατάλογο των ονομάτων τους στο Βάρδα, κι οι ίδιοι εφρόντισαν να κρυφτούν, ενώ οι Βούλγαροι χτυπούσαν άγριοι, Πάνω όμως στην αναμπουμπούλα δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίση κανείς τους Έλληνες από τους Βούλγαρους.

Στο μεταξύ φτάνει στρατός από την Καστοριά και σε λίγο κι άλλος από την Κλεισούρα. Άμα επλησίασε αρκετά ο στρατός εφώναξε στους αντάρτες "τεσλίμ" (παραδοθήτε). Οι δικοί μας όμως που είχαν πιάσει τα υψώματα, τραβούν μια μπαταριά κι αμέσως φεύγουν οι Τούρκοι. Το ίδιο και με το στρατό της Κλεισούρας. Έτσι οι δικοί μας έμειναν ελεύθεροι και σεργιάνιζαν σκοτώνοντας όλη μέρα στο χωριό. Μόλις το έμαθαν οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μοναστήρι έσπευσαν αμέσως στη Ζαγορίτσανη. Εκεί το Βουλγαρικό Κομιτάτο είχε δώσει οδηγίες να λένε ότι όλη την καταστροφή την έφερα εγώ και ότι άκουγαν τον Βάρδα να φωνάζη "Σκοτώνετε Βουλγάρους. Γιατί μας πληρώνει ο Μητροπολίτης;" Οι πρόξενοι συγκινήθηκαν, γιατί ήταν και πολλές γυναίκες σκοτωμένες και γράφουν στους πρέσβεις της Κωνσταντινούπολης ότι ο αίτιος αυτής της καταστροφής είναι ο Μητροπολίτης της Καστοριάς και αυτοί κάνουν αμέσως διάβημα στο Σουλτάνο να με σηκώση από εκεί» [Καραβαγγέλης, 40-41].

 

Σφαγή 1905 - Γύπαρης

Από τα απομνημονεύματα του Παύλου Γύπαρη:

«Η επιχείρησις θα εξετελείτο υπό τας δυσκολοτέρας των συνθηκών καθότι, εκτός της χιόνος, η οποία ήτο παχύτατον στρώμα και εκείνης η οποία έπιπτεν, υπερήσπιζον την Ζαγορίτσανην 80 Βούλγαροι καλώς εξοπλισμένοι. Αυτή ήταν η Ζαγορίτσανη, την οποίαν απεφάσισαν οι εκδικηταί να κτυπήσουν αλύπητα την 25ην Μαρτίου του 1905. Ούτω, την 20ήν Μαρτίου συγκεντρωμένοι εγκατέλειπον την μονήν της Παναγίας του Σισανίου, ανήλθον εις το όρος και την επομένην κατήλθον εις την Λόσνιτσαν, όπου διέμειναν επί δύο ημέρας. Την εσπέραν της δευτέρας ημέρας, παραλαβόντες και τροφήν διά δύο ημέρας, εξεκίνησαν διά την Ζαγορίτσανη. Ήρχισε τότε να βρέχη. Από το Τσερίλοβον οι προσελθόντες οδηγοί ωδήγησαν αυτούς. Το σκότος ολοέν επυκνούτο. Αλλά επροχώρουν. Εις τον ουρανόν έτρεμον μικραί λάμψεις φωτίζουσαι αιφνιδίως και εκτυφλωτικώς τας χιονοσκεπείς ανωφέρειας.

Εβρόντα παρατεταμένως και συνεχώς και από καιρού εις καιρόν έτριζε σείων τα πέριξ ο ανίκητος κεραυνός. Αυτοί επροχώρουν, διήλθον επάνω από το Τσερίλοβον, αλλά δεν εσταμάτησαν, διήλθον πλησίον του Κομανίτσι, αλλά και αυτό το άφηκαν οπίσω. Εβάδισαν ούτω αργά, δι' όλης της νυχτός υπό ραγδαίαν βροχήν και επί της στιβαγμένης χιόνος. Περί τα εξημερώματα τέλος, εστάθησαν και ελημέριασαν εντός του δάσους κειμένου μεταξύ Κομανίτσης, Ζαγορίτσανης και Μπόμπιστας, έναντι της μονής των Αγίων Αναργύρων.

Εις το σημείον αυτό έφθασεν εις το λημέρι και ο καπετάν Καραβίτης. Οι εκδικηταί ενισχύθηκαν και από πενήντα οπλοφόρους Μακεδόνας, τους οποίους απέστειλαν οι πρόκριτοι των διαφόρων ελληνικών χωρίων, από τα οποία οι εκδικηταί εξορκίζοντο να προβούν εις παραδειγματικήν κατά της Ζαγοριτσάνης εκδίκησιν.

Οι εκδικηταί παρέμεινον εις τα κελλιά της κατεστραμμένης παρά των Βουλγάρων μονής των Αγίων Αναργύρων. Εκεί βρήκαν άσυλον μέχρι την πρωίαν της 25ης Μαρτίου.

Την πρωίαν της 25ης Μαρτίου ήρχισεν η πορεία προς την Ζαγορίτσανην. Ήτο η πρώτη φορά που ο αριθμός των 197 εκδικητών ήτο τόσον μεγάλος. Εβάδισαν με απόλυτον σιγήν. Ουδείς ωμίλει προς τον άλλον. Πάντες βουβοί και σχεδόν σκυθρωποί μετέβαινον να εκτελέσουν κάτι το οποίον σοβαροί λόγοι επέβαλον εις αυτούς. Ίσως η ανάγκη προς εκδίκησιν των αναρίθμητων εγκλημάτων, τα οποία η βουλγαρική αυτή φωλιά είχε προκαλέσει εις τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, εξ ίσου όμως και η ανάγκη της εξουδετερώσεως του βουλγαρικού ορμητηρίου...

Ο Μάλλιος με τους άντρες του ορίσθη να καταλάβη το ανατολικόν μέρος της Ζαγορίτσανης, ο δε Βάρδας με τους ιδικούς του θα εισήρχοντο διά του δυτικού.

Διά να γίνη δε συγχρόνως η επίθεσις, απεφασίσθη ο σαπλπιγκτής, ο οποίος ακολουθούσε τον αρχηγόν Μάλλιον, όταν κριθή η κατάλληλος στιγμή, να σαλπίση. Ο γενναίος Καλογεράκης προσέθηκεν ότι με το σάλπισμα θα πιστεύσουν ότι έρχεται τουρκικός στρατός και θα σπεύσουν να κρύψουν τα όπλα των, γεγονός που θα απετέλει σπουδαίον πλεονέκτημα.

Όταν τα διάφορα ελληνομακεδονικά σώματα κατέλαβον τας θέσεις των υπό τον Μάλλιον και τον Βάρδα, ο Κουκουλάκης, ο Πούλακας, ο Κλειδής, ο Καούδης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο Δούκας και άλλοι, ως θύελλα επέπεσαν μεσ' την κωμόπολιν της Ζαγορίτσανης, αποφασισμένοι να δώσουν την πρέπουσα τιμωρίαν εις τους αδιορθώτους κομιτατζήδες της Ζαγορίτσανης

Οι κομιτατζήδες εξύπνησαν μέσα στην θύελλα και ήρχισαν να πυροβολούν από τα παράθυρα των οικιών. Οι εκδικηταί κυρίως εναντίον αυτών εστρέφοντο και διά να φέρουν αποτέλεσμα υπεχρεώνοντο να καίνε και τα οικήματα τα οποία είχον μεταβάλει οι κομιτατζήδες εις οχυρώματα.

Αυτά όλα απετέλουν την φρικαλέα εικόνα της Ζαγορίτσανης κατά την 25ην Μαρτίου του 1905. Αι λεπτομέρειαι φρικιαστικαί...

Μεταξύ των άλλων καπετανέων ήτο και ο γέρο-Γκούτας και ο καπετάν Κουτσούκης, ο οποίος έτρεχε πανταχού και έκανε το καθήκον του. Εις μίαν οικίαν εύρον οι εκδικηταί έναν Εβραίο και εφώναζε με στεντώρεια φωνή, ότι δεν είναι Βούλγαρος, αλλά δυστυχώς ουδείς ηνόησεν τ έλεγεν και εφονεύθη, και το παιδί του οποίου, παριστάμενο εις την σκηνήν, παρεφρόνησεν. Ούτω ο νεαρός Ιουδαίος ήρχησε να χορεύη τριγύρω εις το πτώμα του πατρός του, αλλά και αυτόν μία σφαίρα από ένα σπίτι το οποίον ήταν ακόμη κομιτατζήδες και έριχναν πυροβολισμούς, μια σφαίρα έρριξε και τον νεαρό Ιουδαίο επάνω εις το πτώμα του πατρός του» [Βακαλόπουλος Β, 126-127 και Καραβίτης, 230, 242-243].

 

Σφαγή 1905 - Καραβίτης

«Η Ζαγοριτσάνη είναι μεγάλο χωριό, με 300 σπίτια. Είναι πατρίς του βουλγάρου συνταγματάρχου Γιαγκώφ, που επροπαγάνδιζε την ρωσσόφιλη πολιτική εν Μακεδονία, κατά την οποία: "Η Μακεδονία διά τους Μακεδόνας". Ήτο το ρωσσικό δόγμα εις τα Βαλκάνια, που είχε σκοπό να τα μεταβάλη εις μικρά χάπια, διά να τα καταπίνη κανείς ευκολώτερα, όπως έλεγαν τότε. Ο Γιαγκώφ, όπως και πολλοί άλλοι Μακεδονόπαιδες, είχαν προσελκυσθή εις την Βουλγαρία προ πολλών ετών υπό των προνοητικών βουλγάρων (ας τους λέμε πονηρούς), οι οποίοι τους εξεπαίδευσαν διά να τους χρησιμοποιήσουν διά την προπαγάνδαν των προς εκβουλγαρισμόν της Μακεδονίας. Όπως ήτο επόμενον, κατέβαλε τούτος ιδιαιτέραν προσπάθειαν όπως εκβουλγαρίση, οργανώση και εξοπλίση το χωριό του και το κατέστησε πράγματι το φόβητρο της νοτίας πλευράς του Βιτσίου.

Επειδή οι δικοί μου ήταν πολύ κουρασμένοι, ζητώ να μου δοθή το νοτιοδυτικό μέρος του χωριού, να αφήσω 25 άνδρας υπό τον Πάτερο έξω, για απόκρουση εξωτερικής επιθέσεως, στρατού ή κομιτατζήδων και με τους υπολοίπους δέκα να ενεργήσω κρούση εις την νοτίαν άκραν του χωριού διά να αποκαλυφθούν αι κομιτατζηδικαί δυνάμεις. Ανατολικώτερον θα ελάμβαναν θέση ο Μακρής και ο Καούδης και τα λοιπά σώματα θα ενήργουν εκ του ανατολικού σημείου του χωριού.

Πριν εξημερώση καλά, ευρίσκομαι στο ακραίο σπίτι του χωριού και υποθέτω ότι θα έχη κάπου κανένα βουλγαρικό καραούλι. Φθάνω στην πόρτα και βάζω αυτί, ακούω μέσα να ανοιγοκλείνει ένα όπλο. Κοντά μου ευρίσκεται ο Μανώλης Κοπάσης και αγκαλιάζω το αριστερό του χέρι και έτσι αγκαλιασμένοι θα καταβάλουμε μεγαλυτέραν δύναμη να σπάσουμε την πόρτα με μια κλωτσιά. Με την πρώτη κλωτσιά όμως ακούεται ένα "μπαμ" από μέσα και η σφαίρα περνά από την δεξιά μου μασχάλη, την οποίαν αισθάνθηκα σαν ψύλλου τσίμπημα. Κάνω στη μια μπάντα της πόρτας εγώ, στην άλλη ο Κοπάσης και βλέπω τα μούτρα του γεμάτα αίμα. Κάποιο ξύλο παρέσυρε η σφαίρα και κτύπησε τον Κοπάση εις το μέσον των φρυδιών κι έτρεξε το αίμα. Τι διάβολο, λέγω, δίκαννο ήτο και μας πήρε και τους δυο;

Όταν με πήρε η σφαίρα, είχα κλίνει προς τα δεξιά και το σακκάκι είχε κάνει κάποια σούφρα στη μασχάλη.

Όταν στάθηκα στα ίσια και πήγε το σακκάκι στη θέση του, εφαίνετο η μία τρύπα της σφαίρας πάνω στο μαστό και η άλλη εις το βάθος της μασχάλης, δηλαδή όπως εφαίνοντο οι τρύπες έπρεπε να είχε σοβαρό διαμπερές τραύμα εις τον κορμό. Αποσύρθηκα εις την γωνία του σπιτιού και ξεκούμπωσα το σακκάκι μου να ιδώ τι είδους τραύμα ήτο αυτό που μόλις το αισθανόμουν σαν ψύλλου τσίμπημα. Και είδα ένα πέρασμα σφαίρας που αν έριχνε ο καλλίτερος σκοπευτής, δεν ημπορούσε να το επιτύχη. Διότι μόλις είχε μαυρίσει το δέρμα της μασχάλης και του βραχίονος, ωσάν να επέρασε ένα λεπτό πυρωμένο σύρμα και επροξένησε το ίδιο ανεπαίσθητο έγκαυμα και εις τα δύο μέρη. Για ιδές, λέγω με θαυμασμό και δέος, η δύναμη του Άη-Νικόλα!

Με τους πρώτους πυροβολισμούς σημαίνει και ο σαλπιγκτής και η επίθεση γενικεύεται. Καλώ τον βούλγαρο που παρ' ολίγον να με σκοτώση να βγάλη τη γυναίκα και τα παιδιά του έξω, γιατί θα βάλω φωτιά στο σπίτι, να μην καούν, αλλ' αντί απαντήσεως πυροβολεί. Βάζουμε φωτιά και εις μίαν στιγμή που έσκασε μία χειροβομβίδα, ορμά μέσα ο Βασίλης Επισκοπάκης και βγαίνει έξω πνιγμένος από τους καπνούς, αλλά τραβά μισολιποθυμισμένα τα δυό παιδάκια του βουλγάρου. Εις την δευτέραν εισβολή τραβά και τη γυναίκα. Εν τω μεταξύ ο βούλγαρος είχε σκοτωθεί. Τον Επισκοπάκη συνεχάρησαν πάντες διά τον ηρωϊσμό του, διότι με κίνδυνο να σκοτωθή από τον βούλγαρο ή να καή εις την φωτιά, εισέβαλε και έσωσε τα γυναικόπαιδα.

Εις ολίγην ώρα το χωριό μετεβλήθη εις πυροτέχνημα. Με πάταγο καταπίπτουν οι στέγες των σπιτιών για να σωριασθή η ξυλεία τους και να λαμπαδίση καλλίτερα. Όλη τη φρίκη που έχουν σκορπίσει οι βούλγαροι εναντίον των ελλήνων εις την Μακεδονίαν, επί τόσα έτη, την δοκιμάζουν τώρα εις την Ζαγοριτσάνη. Επάνω από 130 σπίτια εκάησαν και ισάριθμοι άνθρωποι εφονεύθησαν, και δεν θα έμενε τίποτε όρθιο αν δεν ενεφανίζετο ο τουρκικός στρατός της Καστοριάς.

Αμέσως ειδοποιούνται τα σώματα να υποχωρήσουν προς βορρά και προς την θέση Βούρβιτσα. Το δικό μου απόσπασμα διέταξα να ακολουθήση ανατολική κατεύθυνση προς την άκρη του χωριού και όταν ξεπεράση τα σπίτια, να τραβήξη προς βορρά και να καλυφθή εις τον καπνό. Παίρνουμε 18 αιχμαλώτους και βαδίζουμε προς τα άνω. Η πλαγιά είναι ανηφορική και γυμνή δένδρων, χωρίς εδαφικάς πτυχώσεις και ανωμαλίας προς κάλυψη και άμυνα. Όταν απομακρυνθήκαμε ολίγο από τους καπνούς, εκάθησα με τους άνδρες μου διά να κρατήσουν άμυνα έως ότου να περάση επάνω το τμήμα που είχα αφήσει καραούλι και που το ειδοποίησα να ακολουθήση από την ανατολική άκρη του χωριού βορείαν κατεύθυνση. Μετ' ολίγον φαίνονται να ανέρχωνται με μίαν άλλη καθυστερημένη ομάδα, οδηγούντες και τους 18 αιχμαλώτους. Από πίσω ανέρχεται και ο Γ. Κλαπάς και σύρει έναν παπά δεμένο με ένα σχοινάκι από τον λαιμό.

Ο Κλάπας έχει το όπλο του οριζοντίως εις τους ώμους και με το αριστερό του χέρι κρατά την άκρη του σχοινιού. Ο παπάς τον ακολουθεί. Δίπλα από εμένα κάθεται ο Θεόδωρος Κουκουλάκης, λοχίας του Πεζικού και οπλίτης του Βάρδα. Μαζί πυροβολούμε κατά των τούρκων και τους κρατούμε εις απόσταση έως ότου ανέλθουν οι άλλοι πιο πάνω. Όταν έφθασε ο Κλάπας εις την γραμμή του ύψους μας, εκ του αριστερού, τότε ο Κουκουλάκης που ήταν αριστερώτερά μου, υψώνει το όπλο και πυροβολεί τον παπά, ευθύς δε αμέσως στρέφει το όπλο προς τα κάτω, προς τη διεύθυνση δηλαδή των τούρκων και δήθεν προσέχει αν η σφαίρα επέτυχε τον τούρκο που εσημάδευσε. Ο παπάς έπεσε σαν κεραυνόπληκτος και ο κλάπας, που ανήρχετο βήμα-βήμα τον ανήφορο σκυφτός και μισοκοιμισμένος, αντελήφθη ότι το σχοινάκι του εσκάλωσε σαν το αρμίδι του ψαρά. Γυρίζει και κυττάζει τον παπά ξαπλωμένο κάτω, τινάζει το σχοινάκι, πάλι σαν ψαράς που τινάσσει το αρμίδι του όταν σκαλώση δεξιά και αριστερά, αλλά ο παπάς είναι νεκρός. Γυρίζει και μας κυττάζει και ρωτά με αγανάκτηση:

- Ποιος έπαιξε (επυροβόλησε), μωρέ, του παπά;

Ο Κουκουλάκης ξαναπυροβολεί κατά των τούρκων και αδιαφορεί διά την ερώτηση του Κλάπα.

Εγώ δεν ημπορώ να κρατήσω τα γέλια και του λέγω:

- Πάρε τώρα το σχοινάκι και τράβα πάνω, πριν φθάσουν οι τούρκοι και πάθης και συ τα ίδια.

Του έδωκα δηλαδή να καταλάβη ότι οι τούρκοι τον εσκότωσαν. Αλλά ο Κλάπας δεν πείθεται, διότι εκεί που βαδίζει κάνει το έδαφος λίγη κοιλότητα και είναι αθέατος από τους τούρκους.

Τι να κάνη τώρα, λύνει το σχοινάκι από τον λαιμό του παπά, το τυλίγει στη μέση του και κατόπιν ρίχνει και αυτός του παπά μία βολή στο στήθος σαν χαριστική και κατόπιν μουρμουρίζει: "Διάολε τσ' αποθαμένους του οπού τον εσκότωσε", μας ρίχνει μια άγρια ματιά και τραβά τον ανήφορο.

Ο Κουκουλάκης, όπως σκοπεύει πάλι προς τα κάτω, στρέφει λίγο το κεφάλι του προς εμένα και κρυφογελώντας μου λέγει:

- Δίκιο έχει ο φουκαράς. Έχασε το μανάρι του.

Όταν απομακρύνθηκαν οι άλλοι, τραβήξαμε και μεις, οι δέκα δικοί μου και κάτι άλλοι, εις τον ανήφορο, το όλον καμμιά εικοσαριά. Οι τούρκοι σκαρφαλώνουν και αυτοί σιγά-σιγά, μας ακολουθούν από τόπον εις τόπο και πυροβολούν. Ακολουθούν γραμμή αριστερώτερά μας, όπου ευρίσκουν πέτρες για προκάλυψη. Μας υποστηρίζει όμως από παραπάνω το άλλο υπό τον Πάτερο τμήμα μου. Και έτσι εφθάσαμε εις την κορυφή χωρίς σοβαράν ενόχληση. Εις την κορυφή είμεθα τώρα όλοι συγκεντρωμένοι και δεν εννοούμε να το κουνήσουμε πριν το βράδυ που θα χωρισθούμε εις διάφορα σημεία.

Οι Τούρκοι πυροβολούν από μακρυά και θα ήσαν ευχαριστημένοι αν εφεύγαμε διά να γράψουν εις την αναφοράν των ότι μας έχασαν εις το πυκνό δάσος. Δεν μπορούν να πλησιάσουν όσον τόπο φθάνει ο γκρας, διότι είναι ο ανήφορος πολύ γυμνός. Έχουν γαντζωθή εις κάτι πέτρες και από εκεί πυροβολούν. Ένας οπλίτης μου, ο Ανδρέας Βαϊλάκης ή Μπαϊλάκης ή Μπάιλος, με ειρωνική διάθεση, όπως είναι πάντοτε όλοι οι Ανωπολίται και εις τας πλέον τραγικάς στιγμάς, λέγει: "Πέστε τωνε, μωρέ, να μην πυροβολούν και βγάλουν κανενός κανένα μάτι!".

Αυτό το άκουσα να λέγεται και εις την Ήπειρο, το 1912, αλλά εδώ είχε την πηγή του και τον Γιατρό που εγνωρίσαμε εις το Ζέλοβο, που ήταν συγγενής του Μπαϊλάκη, όπως θα ιδώμεν αργότερα. Έχω και τον Παύλο Πατρό μαζί μου, ένα σωστό θηρίο εις καρδία και δύναμη. Και εδώ είναι η θέση που ελογχίσθη ο πρωτομάρτυς του Μακεδονικού Αγώνος Γ. Σεϊμένης. Εκτός, λοιπόν, του Ι. Σεϊμένη που ήταν αδελφός του, είναι και ο Πατρός πρώτος του εξάδελφος και γενικώς όλοι οι Ανωπολίται, που είναι σχεδόν οι μισοί του σώματος μου, είναι αδυσώπητοι κατά των Βουλγάρων.

Δεν χωρεί καμμιά επιείκεια. Είναι άνθρωποι που διατηρούν την εκδίκηση του αίματος από γενεάς εις γενεάν. Έπεσαν, λοιπόν, οι δυστυχείς αιχμάλωτοι εις κακά χέρια. Ούτε αρχηγοί μπορούν να τους σώσουν ούτε στρατηγοί. Το ζήτημα είναι προσωπικό του χωριού της Ανωπόλεως. Ο Πατρός διετήρει την λόγχη, ενώ οι άλλοι τις είχαν πετάξει ως περιττό βάρος και εφωδιάζοντο με μαχαίρια Τρικκαλινά. Ο Πατρός είχε και το μαχαίρι και τη λόγχη. Βάζει, λοιπόν, τη λόγχη στο γκρα και αρχίζει να λογχίζη τους αιχμαλώτους στη γραμμή.

-"Δεν τους έφερα για ανάκριση", λέγει, "η απόφαση για κάθε βούλγαρο είναι βγαλμένη, μόνο ήθελα να ποτίσουν το μνήμα του ξαδέρφου μου με το αίμα τους".

Ο Θεόδωρος Κοπάσης ζητεί ως χάρη να του επιτρέψω να σκοτώση έναν που κρατά από το χέρι. "Μόνον στα πεταχτά, του λέγω, δηλαδή θα τον πυροβολήσης στην τρεχάλα, και άμα σου φύγη, καλά κάνε με τον Πατρό". Κάμνω νεύμα εις τον βούλγαρο να φύγη τον κατήφορο, προς το χωριό, για να βγη από τον κύκλο που είχαμε σχηματίσει και να του ρίξη ο Θ. Κοπάσης. Ο βούλγαρος, που φαίνεται εγνώριζε τη γλώσσα, σαλτάρει κάτω, αλλά άμα βγήκε από τον κύκλο, τρέχει με ελιγμούς, διά να μη δίνη στόχο σταθερό. Πυροβολεί ο Κοπάσης, τίποτα, και μαζί με τον Κοπάση πενήντα άλλοι ακόμη.

Βρε, τι έκανα, λέγω, με το αστείο αυτό θα χαλάσουν οι άνδρες μου όλα τους τα φυσίγγια. Του κάκου φωνάζω και ξελαρυγγιάζομαι: "Πάψετε πυρ!". Παρακολουθούν οι σφαίρες τον βούλγαρο, τον σκονίζουν γύρω πραγματικώς σαν χαλάζι, ενώ εγώ παρακαλούσα να γλυτώση γιατί είχα αρχίσει να τον λυπάμαι για το χτυποκάρδι που θα τον είχε πιάσει. Εν τέλει έφυγε. Πάρα κάτω ήσαν οι τούρκοι στρατιώται της Καστοριάς, που προσπαθούσαν να μας πλησιάσουν χωρίς να το κατορθώνουν και χώθηκε στη γραμμή τους» [Καραβίτης, 230-237].

 

Σφαγή 1905 - Καούδης Απομνημονεύματα

«Εν τω μεταξύ είχαμε καταστρώσει το σχέδιον να πάμε να κτυπήσουμε τη Ζαγοριτσάνη, διότι από εκεί εγίνοντο αι εξορμήσεις των Βουλγάρων, το λέγαν δεύτερη Σόφια, και μας είχε στείλει ο Δεσπότης ένα κατάλογο διά να πιάσομε περί τους είκοσι και να τους τιμωρήσομε. Ο δεσπότης είχεν ένα που επήγαινε και έλεγε τι εγένετο στη Ζαγοριτσάνη και ποιοι είναι οι αρχηγοί και οι καπεταναίοι του χωρίου, εκείνον τον άνθρωπον - ως εμπήκαμε στη Ζαγοριτσάνη - εβγήκε και πρώτος που τον ηύρε ήτον ο Καλογεράκης και τον επήρε και του έδειχνε τα σπίτια των διαγεγραμμένων, όπου είχε ο κατάλογος που μας είχεν στείλει ο Δεσπότης, κ' εκεί, όπου τον είχε ο Καλογεράκης κοντά του και τον οδήγα, πήγε ο Κουκουλάκης και τον εσκότωσε. Ο καημένος ο Καλογεράκης τι να κάμει, ήλθεν και με βρήκε με παράπονο και μου το είπε.

Τέλος, τη δεύτερη μέρα με ειδοποίησεν ότι το βράδυ πρέπει να συγκεντρωθούμεν όλοι στο μοναστήρι κάτωθι της Κλεισούρας και μεταξύ Κομανίτσοβο και Κλεισούρας κ' έναντι του βουλγαρικού χωρίου Μπόμπεκι, το μοναστήρι ήτο μέσα σ' ένα δάσος. Ήλθεν και ο Μάλλιος με κάπου εξήντα άνδρες. Ο Βάρδας είχε τη γνώμην ότι θα γυρίσομε τα ίδια ζάλα πίσω, πράμα αδύνατον, διότι στο μεταξύ ήταν δυο χωριά βουλγαρικά, η Μπόμπεκη και η Μπόμπεκη (:Μπόμπιστα), κ' επιπλέον η Κλεισούρα που είχε ένα τάγμα στρατό και δεν ήτο δυνατόν να μη βγει να μας κόψει το δρόμο και όμως με όλας τας υποδείξεις μου ο Βάρδας επέμενε, ο Μάλλιος δεν εμίλιε, διότι πρώτη φορά που ήλθεν και δεν ήξευρε. Τέλος, διά της επιμονής του δεν εμπόρεσα να τονε πείσω και με υποχρέωσε και έστειλα τέσσερα παιδιά έναντι της Κλεισούρας εν περιπτώση γυρίζαμεν τα ίδια ζάλα και βγει στρατός από την Κλεισούρα να μασε κόψει το δρομο, να πιάσουν μάχη, να μας ευκολύνουν να γυρίσομε πίσω.

Τέλος, εκινήσαμε και επήγαμε εξημερώματα στη Ζαγοριτσάνη. Ο Μάλλιος επήγεν από το βόρειον μέρος κ' εμείς από το νότιον, αλλ' ως εφθάσαμεν στην είσοδον του χωριού να ένας χωρικός έβγαινε, τον πιάσαμε, του λέμε να μασε δείξει το σπίτι του μουχτάρη, του προέδρου δηλαδή. "Νε ζνάιμου", δεν το ξέρω. "Μωρέ δεν ξεύρεις στο χωριό σου το σπίτι του μουχτάρη; "Νε ζνάιμ". Είχαμεν οδηγό ένα που τον είχε τσομπάνο ο γούμενος του μοναστηριού στο Τσιρίλλοβο, ονόματι Χρίστος, και ήξευρε τα βουλγάρικα και του έλεγε, αλλά εκείνος εξακολουθούσε: "Νε ζνάιμ". "Ε, κερατά", τον άρχισα στο ξύλο, άρχισε τις φωνές. Απέναντι από ένα σπίτι μας άρχισαν τις τουφεκιές, αμέσως άρχισεν το κακό. Όσα σπίτια επυροβολήσανε, όλα εκαήκανε. Ως φαίνεται ήτο συμμορία κομιτατζήδων μέσα και επτά σπίτια που εκάναν αντίσταση τα έκαψαν. Έγινε μεγάλο κακό, διότι αφηνίασαν μερικοί και δεν ακούγανε. Ο Πούλακας με την παρέα του, ο Κουκουλάκης, ο Σκουντρής, όποιον ευρίσκανε τον σκότωναν, εφώναζεν ο Βάρδας, αλλά δεν τον άκουγαν.

Εγώ ήμουν κοντά στον Βάρδα διά να μην τον αφήσω να εκτίθεται, εφοβούμουν να μην σκοτωθεί. Ο Καραβίτης, αφού τον ετσίμπησε κάποια σφαίρα, εζάρωσε. Ο Μάλλιος από το βόρειον μέρος του χωριού δεν ηύρεν αντίστασιν κ' έκανε όμορφα και καλά τη δουλειά του, εμάζεψε καμίαν εικοσαριά άτομα μαζί κι ένα παπά και τους πήρε μαζί του.

Κατά τις δέκα, έντεκα η ώρα βγήκε ένας λόχος στρατού από την Καστοριά και μας έκοψε το δρόμο - που ήθελαν να γυρίσει πίσω τα ίδια ζάλα - κ' έτσι θέλοντας και μη του Βάρα επιάσαμε το προς Βορράν βουνό. Εγώ είχα τον Νίσταρη με τέσσερις άλλους άντρες στείλει και είχαν πιάσει το βουνό προς Τσερέσιντζα, το δυτικό μέρος, μη τυχόν βγουν από κει Βούλγαροι τίποτα ή στρατός να μασε κτυπήσει, και αναγκάστηκα και τον επερίμενα στην άκρη του χωριού ως που ήλθεν. Κ' επολέμουν με τον στρατόν, διότι όλον κ' επροχώρει. Ανεβήκαμε, το βουνό πλιο πάνω έκανε ίσχιωμα, και είχαν μαζευτεί εκεί και του Μάλλιου το σώμα με τους αιχμαλώτους του. Εκεί πάλι έγινε άσχημο μακελειό. Ήτον καμία εικοσαριά - εκεί, λέει, είχαν σκοτώσει τον Σεϊμένη πριν οι Βούλγαροι - ένας συγγενής του Σεϊμένη έβαλε τη λόγχη στο όπλο και τους ελόγχισεν όλους. Ένας έφυγε τον κατήφορο και τον ρίξαμε κάμποσες τουφεκιές, αλλά δεν έπεσεν, μόνο που έφτασε στο στρατό» [Καούδης, 96-99].

 

Σφαγή 1905 - Επιστολή Καούδη

Απόσπασμα επιστολής της 10.10.1931 του Θύμιου Καούδη προς τον Γιώργο Τσόντο-Βάρδα:

«... Στην επίθεση της Ζαγορίτσανης ήμουν μαζί και μάλιστα τη νύκτα εκείνη στο μοναστήρι όπου εκινήσαμε είχα διαφωνήσει μαζί σου διότι εγώ εθεώρουν αδύνατον να υποχωρήσουμε στο ίδιο μέρος, υποδύκνεια το βουνό όπου επιάσαμε στο τέλος θέλοντας και μη διότι ήλθε ο στρατός από κάτω και μας έκοψε την υποχώρηση προς εκεί αλλά αφού επέμεινες έστειλα το Σαμανίκα με τέσσερα άλλα παιδιά και κρατούσαν το βουνό το προς νότον της Κλεισούρας δια να παρεμποδίσουν το στρατό της Κλεισούρας, τον δε Νίσταρη με τρία άλλα παιδιά στείλαμε από το μέρος της Φλωρίνης ή Τσερέσνιτζας και μάλιστα όταν κάμαμε σινιάλο να φύγει, επετέθη των Τούρκων προς τον Κάμπο και έπειτα ήλθε από πίσω μας και μάλιστα εγώ τον επερίμενα και ήλθαμε τελευταίοι εκεί όπου έβαλες τον Γιατρό και ελόχισεν εκείνους που είχε φέρει ο Μάλλιος. Εγώ δε εκείνη την ημέρα ήμουν πάντοτε κοντά σου και μάλιστα μια στιγμή όταν καταγίνονταν να χαλάσουν ένα σπίτι πέτρινο καινούργιο με επέπληξες διότι σου είπα να προφυλάγεσαι, μα είναι άλλοι άνδρες καλύτεροι από εμάς και μαζί χτυπήσαμε και μας άνοιξαν το πρώτο σπίτι και αν δεν απότομα, τον πρώτο εκείνο που μας άνοιξε, χαστούκιζε ο Στέφος, διότι του ζήταγε να μας δείξει κάποιο σπίτι, μα δε θυμάμαι, νομίζω του παπά και σου είπε ότι δεν ξεύρει» [Αρχείο Βάρδα, φακ. 6].

 

Σφαγή 1905 - Ράπτης

«Ο Πούλακας, ο Καραβίτης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο γέρων Γκούτας και όλοι οι εκδικηταί δεν γνωρίζουν πλέον τι πράττουν».

«Έσκουζον και ωλόλυζον και εις τας πεντακοσίας οικίας του χωρίου. Η προ μιας ώρας ειρηναία σιγή μετεβλήθη εις κραυγάς παραφρονησάντων ανθρώπων. Εζήτουν σωτηρίαν και δεν εύρισκον. Η φυγή ήτο αδύνατος, ο οίκτος είχεν εκλείψει ολοτελώς. Η τελεία απελπισία».

«Από δέκα εξ ετών και επάνω να μη μείνη κανείς ζωντανός. Αυτή ήτον η εντολή»

«Η Ζαγορίτσανη είχε μεταβληθή εις φρενοκομείον μανιακών».

«Χορτάσαμε την ημέραν αυτήν να σφάζωμεν, (από ημερολόγιό ενός άντρα του Πούλακα)».

«Θυμάμαι πως περνάγαμε τους δρόμους του χωριού για να φύγουμε και σε κάθε δρόμο εύρισκες 8-10 πτώματα γυναίκες και παιδιά να μοιρολογούνε (Ηλίας Καπετανάκης)» [Ράπτης, 333, 334, 338, 343].

 

Σφαγή 1905 - Κλειδής

«Έφευγε το φως. Μια φωτιά για διακόσιους στης παγωνιάς το ξενύχτι. 24/3.

Κινήσαν ξημέρωμα με σκυμμένα τα μούτρα μην ανταμώνουν στον αέρα. Η τελευταία εικόνα της μέρας, μια φέτα της άσπρης παγωμένης λίμνης. Μόλις νύχτωσε άρχισαν την τελευταία τρεχάλα που σταμάτησε στην κορφή. Σύρθηκαν απλωμένοι σ' όλο το μήκος κι είδαν κάτω τα φώτα της Ζαγορίτσανης. Το τελευταίο φως της ζωής της. Όλη τη νύχτα έμειναν ξαπλωμένοι, ακίνητοι να κοιτούν. Μια παγωμένη, απόλυτη ησυχία. Δεν ήταν κόλαση. Μούγκρισε ένα μοσχάρι, γάβγισε σκύλος. Δεν ήταν η κόλαση αλλά η πόρτα της. 25/3. Μια απότομη πλαγιά, τρεις λόφοι, μετά μια χαράδρα μικρή και στενή κι ύστερα κάμπος. Το χωριό ήταν πολύ μεγάλο. Οι δρόμοι του φαρδιοί, τα σπίτια μεγάλα και δίπατα τα πιο πολλά, στο βάθος της Καστοριάς η λίμνη γυάλιζε άσπρη.

- Σα σήμερα αδέλφια. Η μέρα της επανάστασης. Ζήτω η ελληνική Μακεδονία.

Χίλια μέτρα απ' την κορφή ως το πρώτο σπίτι. Δασωμένη πολύ απότομη πλαγιά. Οι τρεις λόφοι ήταν στην ίδια γραμμή, σε μήκος οκτακόσια μέτρα ως τη χαράδρα. Όσοι τους κράταγαν έπρεπε να κινούνται πολύ γρήγορα για να μην περάσει κανείς. Χίλια μέτρα. Γρήγορα. Στο Νότιο και Δυτικό οι εξαντλημένοι του Δούκα και του Καραβίτη. Στο ύψωμα μείνανε οχτώ. Γνώριζε μόνο το Λιάπη και τον Καούδη. Μάουζερ, σφαίρες, μπόμπες. Του Γιαγκώφ και του Τσακαλάρωφ το χωριό. Των τριών παιδιών που πιάσανε στην ίδια κορφή το καλοκαίρι. 3 η ώρα κι όμως όλα φαίνονταν καθαρά. 4. Ένας του Δούκα σάλπισε να τους νομίσουν τούρκικο στρατό και να κρύψουν αντί να βγάλουν τα όπλα. Να μπει πανικός. Σάλπισαν θάνατο και σηκώθηκαν.

Το χιόνι έπεφτε ψιθυριστά, χοντρό κι αραιό. Πεντακόσια σπίτια, δυο χιλιάδες άνθρωποι κυκλωμένοι απ' τις σκεπές ως το χιόνι. Το πρώτο σπίτι τινάχτηκε στις φλόγες απ' το Μακρή. Μετά ένα-ένα στη σειρά, η νύχτα έγινε φωτεινότερη από μέρα. Το ουρλιαχτό της Ζαγορίτσανης άργησε πολύ. Σηκώθηκε μαζεμένο, απελπισμένο και τέλος τρελό. Ήταν πάρα πολλοί οι αντάρτες. Φάνηκαν αμέσως απ' το πόσο γρήγορα κινήθηκαν όταν κατάλαβαν, πιάσανε στέγες και παράθυρα και ρίχνανε σφαίρες και μπόμπες. Καθήλωσαν κιόλας τους λίγους του Κουκουλάκη δεξιά στο νεκροταφείο και όρμησαν σε μεγάλη ομάδα προς το ύψωμα. Κανείς δεν το έφθασε. Κράτησε τα μάτια στο στόχαστρο. Το ύψωμα ήταν στο σκοτάδι κι οι άλλοι στο φως. Ο τελευταίος έφθασε μέχρι πενήντα μέτρα. Ήταν ολόγυμνος στ’ απανωκόρμι, τεράστιος, νέος, μαλλιά ως τις πλάτες μακριά. Έπεσε η γυναίκα στο πτώμα του και σηκώθη ευθύς. Όλα γύρω της ήταν κόκκινα κιόλας. Έσκισε το πανί απ’ το στήθος της και τα παχιά βυζιά της φωτίστηκαν απ’ τις φλόγες.

- Μπράτες με νία. Αδέλφια μας μωρές. Μη μας καίτε.

Η μπάλα του δίπλα του Μακεδόνα τη βρήκε στο στόμα.

Στο στενό ίσια μπροστά τους το σπίτι καιγόντανε. Γυναίκα με μωρό πήδηξε απ’ το πάνω παράθυρο και το χιόνι κάτω της ήταν φτιαρισμένο, ούτε μισού μέτρου πάχους. Της έφυγε στο τελευταίο πριν το χιόνι μέτρο κι έπεσε από πάνω του. Στο δίπλα ο γέρος βγήκε με μπόγο στην πλάτη. Ο Γκούντας τον σπάθισε, ο μπόγος άνοιξε και τ’ αγόρι γδυτό και μισοκομμένο έκανε μισό βήμα. Δε θα μάθαινε ποτέ να βαδίζει σωστά.

- Ριξ' του Καούδη.

Ο Λιάπης κατέβασε αργά το μάουζερ και το έσωσε χωρίς να σκοπεύσει. Ούρλιαξε και χούφτωσε το Λιάπη να πυροβολήσει στα μάτια του. Του 'κλεισε εκείνος το κεφάλι στις παλάμες και του 'ρίξε πρώτος.

Ο Δούκας του Ζέλενιτς πήρε τ' απέναντι σπίτια της μεγάλης εκκλησίας. Ο πρώτος που του βγήκε ήταν σα γίγαντας, ακόμα ψηλότερος κι απ' τον Δούκα αλλά ο Σερραίος τον έσυρε σαν κόκορα. Έφθασε εκεί ο Κουκουλάκης.

- Που τον πας μωρέ;

- Αιχμάλωτο.

Ο Κουκουλάκης τίναξε τα μυαλά του αιχμάλωτου κι έδειξε στο Δούκα το ύψωμα τους. Κατέβηκε αργά. Τα φαρδιά στενά σχίζανε όλο το χωριό. Όλα τους αναμμένα. Πέρασε τη μεγάλη εκκλησία και κατηφόρισε το μεγάλο δρόμο. Στην άκρη ο γέρος με μεσοφόρι και σκούρο σκούφο κρατούσε κασέλα.

- Είμαι Εβραίος γραικοί. Δεν φταίω. Αφήστε με.

Το σπίτι ήταν κιόλας στις φλόγες. Μια μπάλα από κάπου σταμάτησε στο στήθος του. Βγήκε ξοπίσω το παιδί κι έμεινε πάνω απ’ το πτώμα όρθιο, έπειτα γέλασε δυνατά και τρελό πια άρχισε να χορεύει το νεκρό πατέρα γύρω.

- Κανείς μωρές; Ρίχτε του ένας.

Δεν άκουγε κανέναν κανείς. Πάνω απ’ τις μπόμπες, τις σφαίρες και τα ουρλιαχτά υψώθηκε μόνο η φωνή του Τσόντου. Τόσο δυνατή που την άκουσε η μισή Ζαγορίτσανη.

- Από δεκάξι και πάνω κανείς ζωντανός.

- Μάικο' μ.

Το παιδί βγήκε απ' τις φλόγες με αναμμένη την πλάτη. Το θάψανε στο χιόνι δυο δικοί και το σήκωσαν. Κουνιόταν. Ούρλιαξε - μάνα κι ο δικός του στήριξε το μπιστόλι.

- Άντε στου Καλογεράκη.

Κι ο Καούδης είχε κατέβει απ' το ύψωμα. Του 'δειξε προς τα κει που οι δρόμοι τέλειωναν και σχηματίζονταν σαν πλατεία. Ο Γιάννης Καλογεράκης πανύψηλος, φαρδύς, με τη μακριά γενειάδα ν' ανεμίζει, μάζευε κει ανήμπορους δυο-δυο μες στις μασχάλες, αψηφώντας του Βάρδα και της νυχτιάς κάθε κίνδυνο. Στο χιόνι δεν του γλιστρούσαν όπως στα σανίδια του Ζέλενιτς. Στο πρώτο βήμα η σφαίρα σφύριξε στ' αυτί κι έπεσε. Η δεύτερη πήρε ξώφαλτσα τον Καλογεράκη που άφησε το γέρο κι έπιασε το μπράτσο του. Έριξε πριν ακόμα δει στο παράθυρο. Ήταν στα δεκάξι αλλά τους είχε στο φως των πυρκαγιών. Δεν το πέτυχε παρά μόνο στην τέταρτη. Το είδε να πετά το όπλο ψηλά και να τινάζει τα μπράτσα σα να παραδίνεται και την επόμενη στιγμή να βουτά απ' το παράθυρο αργά. Μέρα. Είδε τις στέγες γεμάτες εχθρούς. Αν όλοι είχαν κάνει ό,τι αυτός κι είχαν αφήσει το ύψωμα, θα έπαιρναν στο λαιμό τους ζωές συντρόφων. Μόνο από το ύψωμα είχαν ορατότητα να τους κατεβάσουν από τις στέγες.

Η στέγη έπεφτε αλλά το σπίτι ήταν το τελευταίο, τον κάμπο πίσω του δεν έπρεπε να τον φτάσει κανείς ζωντανός. Ένας πετάχτηκε απ' την πόρτα. Η πλάτη του είχε φωτιές.

- Γκούντα προδότη.

Τον πρόλαβε ο Πλατής με το γιαταγάνι. Κύλησε ως τη βρύση το βουλγάρικο κεφάλι. Στράφηκε γρήγορα με πολλούς στο απέναντι στενό. Στο μεγάλο σπίτι όποιος σίμωνε, οι μέσα πέταγαν μπόμπα. Καθήλωσαν το Δούκα, τον Κουκουλάκη, το Σκαλίδη, ο Βάρδας ήταν πολύ πιο κοντά και θα 'τρωγε την επόμενη μπόμπα στο κεφάλι. Κολλημένος στο χιόνι κι ο Καραβίτης, αιμορραγούσε ο Γαλλιανός. Νικολούδης, Πούλακος, Πάτερος, δεν μπορούσαν να σηκώσουν ούτε το κεφάλι. Όρμησε με τον Καούδη πίσω του, από μέσα δε φαίνονταν κανείς. Κάποιο χέρι όλο και πέταγε μπόμπα. Ούτε να τους βγάλουν, ούτε να μπουν, ούτε να φύγουν, έσκασε μία δίπλα του και τον σκέπασε όλον το χιόνι της. Είδαν όλοι μαζί πως έπρεπε ένας να θυσιασθεί, μόλις του πέταγαν, να μπαίναν οι υπόλοιποι. Σηκώθηκαν όλοι μαζί και όρμησαν, την είδε να έρχεται και στον αέρα διπλώθηκε, απλώθηκε και βούτηξε προς την πόρτα. Μπήκε πρώτος ο Νικολούδης. Όλοι μέσα.

Είχαν ανεβεί στο ταβάνι και τους έριξαν από κει χωρίς να βλέπουν. Ήταν τόσο σωστά οι κάτω κολλημένοι στους τοίχους, που δεν πέτυχαν κανέναν. Τέντωσαν τα μπράτσα όλοι μαζί και στο ταβάνι ακούστηκαν βογκητά. Νικολούδης, Καραβίτης, Πούλακας πέρασαν τα μαχαίρια στο στόμα και σκαρφάλωσαν απ' τη σκάλα. Βγήκαν οι υπόλοιποι. Στο άλλο στενό αγκαλιάστηκε με τον Σκουντρή. Κράταγε μόνο μαχαίρι. Το Σεπτέμβρη τον είχαν κάψει ζωντανό.

- Δέκα Κλειδή. Μου μένουν σαράντα.

Ο Καλογεράκης πάλευε ακόμα μόνος στους δρόμους. Η πλατεία είχε γεμίσει γέρους, τραυματίες, γυναίκες. Κοντά στο Γιάννη φθάσανε δέκα μαζί δικοί. Στο παράθυρο φώναζαν γυναίκες.

- Μπράτες. Μπράτες.

Οι άντρες από μέσα δε βγαίνανε. Οι δέκα πέταξαν κιόλας τη φωτιά. Δε δίστασε ο Καλογεράκης ούτε κάτω από το παράθυρο.

- Βγάλτε μωρά και γυναίκες μωρές. Δεν τα πειράζουμε. Βγάλτε τα έξω.

Δε βγήκε κανείς κι οι φλόγες πια φθάσαν στον ουρανό, στις ανταύγεις τους σβόλοι το χιόνι, μικροί σαν παιχνίδια παιδιού,

- Βγήτεεε...

Στην πόρτα της φωτιάς, ο Γιάννης όρμησε. Του κλώτσησε το πόδι και τον καβάλησε στις πλάτες. Όλο το σπίτι έπεσε. Έμεινε ακόμα μια στιγμή και γύρισε στο ύψωμα. Ρίχνανε πάλι όσους περπάταγαν στο χιόνι. Πάσχιζαν οι Μακεδόνες να φανούν αντάξιοι. Ήταν νέοι. Τότε ακούστηκε.

Στα βόρεια του χωριού πιάνουν οχτώ και ζητούν να τους δείξουν ακριβώς τα σπίτια που υπάρχουν οι ένοπλοι. Αρνούνται και εκτελούνται. Τότε διέταξε ο Γ. Τσόντος.

- Κάψτε τα όλα.

Η ομίχλη πυκνή, έκρυβε και το λίγο φως της μέρας. Στο ύψωμα φέρανε τραυματίες. Ο Καραβίτης είχε αίμα στη μέση και τη Μασχάλη. Τους βλαστήμαγε. Τους το 'σκασε και γύρισε πίσω. Γρήγορα ήρθε το κουτί με τα φάρμακα της Αθήνας, αλλά μόλις τα δάχτυλα άφηναν το καυτό κοντάκι, πάγωναν αμέσως. Ο γιος του Γκούντα σπάθισε το κεφάλι παπά και το πέταξε στη φωτιά. Το μισό χωριό ήταν κιόλας στις φλόγες. Μπήκαν από την πόρτα και πέσαν στα πόδια τους τρεις γυναίκες και δώδεκα παιδιά. Ψάξανε όμως και σύραν έξω δύο. Τον ένα τον αναγνώρισε Μακεδόνας. Φώναξε,

 - Όχι αιχμάλωτο. Τον γνωρίζω. Σφάξτε τον.

Πέσαν στο πάτωμα οι γυναίκες και τα παιδιά, ένα πήδαγε γδυτό απ’ τη μέση και κάτω, ξυλιασμένο, βύζαινε το δάκτυλο με μανία κι όπως χοροπηδούσε τον κοίταζε. Χάμω ασπροκόκκινο σεντόνι και το τραπέζι έσκασε από ψηλά δίπλα τους. Γύρισε πάλι στο ύψωμα. Πονούσε αλλά δεν αιμορραγούσε στο τόσο κρύο. Κινήθηκαν για να συμπτυχθούν προς τις τρεις κορφές της Ζαγορίτσανης, καρούλι φώναξε πως απ' της Κλεισούρας τη μεριά φάνηκαν φέσια κι αν κάνουν και πως βγαίνουν κι αυτοί της Καστοριάς, θα γίνουν οι Τούρκοι τρεις χιλιάδες. Η πείνα, το κρύο, η νύστα, είχαν γίνει όλα μαζί μια ζάλη που κούναγε το κορμί. Κοίταξε κάτω τελευταία φορά. Όλα είχαν τελειώσει. Κόκορας ψυχομαχούσε και πετάγονταν, τίναζε το λαιμό, ένας τον πάτησε βαθιά στο χιόνι. Ενώθηκαν και μετριόντουσαν. Έσπιν, Ψιλάκης, Μανωλαράκης, Γρύλος, Ταγκρούλιας, Κουτάκης, Καπαρός, Μπονάτσος. Όλοι εντάξει. Κάποιους ο σύντροφος τους άφησε να του φύγουν.

Φθάσανε στο ύψωμα όλοι. Η μπόμπα η τελευταία έπεσε στην πλατεία ανάμεσα στους κόπους του Γιάννη Καλογεράκη. Ούρλιαξε ο δράστης. Το είδε πολύ αργά. Το τελευταίο κεφάλι στο χιόνι. Έτσι σκότωναν οι Μακεδόνες, Είπε ο Ηλίας.

- Παναγία μου. Πρώτη φορά είδα τέτοιο αποκεφαλισμό.

Τους είπαν στο τελευταίο πριν τα υψώματα σπίτι

- Τους λύκους μωρές σπλαχνίζεστε; αν ζήσουν θα φάνε τα πρόβατα. Όσους αφήσατε, μαχαίρι στην καρδιά σας.

Τρέχαν μαζί αιχμάλωτοι είκοσι εφτά. Οι Τούρκοι τους φθάσανε στο χωριό κι ο Βάρδας έστειλε Μακεδόνες να τους κρατήσουν, κίνησε και τους διακόσιους ανάμεσα στους δυο εχθρούς, τους μάζεψε στα τελευταία πίσω βήματα σωστά και κλείσανε όπως ο κύκλος στο χορό. Σε μια ώρα σκαρφάλωσαν και βρέθηκαν στην ίδια της νύχτας τους κορφή δεξιά. Εκεί ψηλά, μακριά απ' της μάχης τη φωτιά, χωρίς τη ζέστη της πια, στο κρύο έμειναν λίγοι όρθιοι. Το αίμα και ο ιδρώτας έκαναν μια κρούστα πάγου που τα δάχτυλα δεν την έσπαγαν. Είχαν κι αυτά ξυλιάσει. Από το πως πάγωνε το σάλιο και η ανάσα, είχαν μάθει τους βαθμούς να μετρούν κι αν τούτη της πείρας η κλίμακα ήταν σωστή, ναι. Ήταν μείον σαράντα. Κοίταξε κάτω τις φωτιές και μπρος τις άσπρες σαν κύματα κορφές και πάγωσε κι άλλο. Φέρανε τους είκοσι επτά μπροστά στον Βάρδα. Ο πρώτος παπάς. Ήταν κιόλας στην κόλαση όλοι.

- Γιατί γίνατε Βούλγαροι μωρές;

- Έλληνες Βάρδα ως το Ίλιντεν. Σαν τότε μας κάψαν οι Τούρκοι, δυο μείνανε δρόμοι. Δεν τον πήραμε μεις. Μας βάλανε μέσα.

- Γιατί δεν βγήκατε;

- Γιατί 'ρθατε μόνον σήμερα. Του Ευαγγελισμού. Αργήσατε Βάρδα. Σε πρόλαβαν.

Στον κατήφορο της πλαγιάς τους ρίξανε. Ο παπάς σηκώθηκε παραπατώντας ο Γκούντας του ξανάριξε μα ο παπάς δεν ξανάπεσε, κινήθηκε προς τον Γκούντα με χέρια ανοιχτά, τέσσερις σφαίρες κι όμως προχώραγε με μάτια γουρλωμένα να πνίξει, έφτασε τον Γκούντα κι έγειρε πάνω του». [Κλειδής, σ. 209-215].

 

Σφαγή 1905 - Brailsford

«Υπάρχουν ελάχιστα βουλγαρικά χωριά στις αμφισβητούμενες κεντρικές περιοχές που δεν τα επισκέφτηκε κάποια ελληνική συμμορία δίχως να αφήσει πίσω της δυο και τρία ή δέκα και δώδεκα πτώματα σχισματικών, που θυσιάστηκαν στη διάρκεια της τελετής του προσηλυτισμού. Το chef d'oeuvre αυτής της ελληνικής εκστρατείας επιτεύχθηκε στη Ζαγκορίτσανη, ένα μεγάλο βουλγαρικό χωριό κοντά στην Κλεισούρα, το οποίο, όπως το Μόκρενι, έπαιζε ηγετικό ρόλο στην εξέγερση του 1903 και όπως το Μόκρενι κάηκε από τους Τούρκους. Μια ελληνική συμμορία, η οποία λέγεται ότι πρέπει να αριθμούσε πάνω από διακόσιους άνδρες υπό την ηγεσία τριών Ελλήνων ένστολων αξιωματικών, το αιφνιδίασε κατά τη διάρκεια της νύχτας (6-7 Απριλίου 1905 / νέα ημερομηνία) χρησιμοποιώντας σαλπίσματα, τα οποία έκαναν τους κατοίκους να υποθέσουν ότι τουρκικός στρατός έκανε γυμνάσια στην περιοχή. Έκαψε δέκα σπίτια και είκοσι οκτώ παραπήγματα, που είχαν οικοδομηθεί καταμεσής των ερειπίων της τελευταίας μεγάλης πυρκαγιάς. Τραυμάτισε επτά άτομα και σκότωσε όχι λιγότερα από εξήντα, ανάμεσά τους επτά γυναίκες, είκοσι δύο άτομα πάνω από εξήντα χρονών και πέντε παιδιά κάτω των δεκαπέντε. Υπήρχε σημαντικός όγκος στοιχείων που έδειχναν ότι οι τοπικές τουρκικές αρχές είχαν μυηθεί σ’ αυτή τη σφαγή, ενώ ορισμένες συμπτώσεις φαίνεται να ενοχοποιούν τον αρχιεπίσκοπο της Καστοριάς. Είναι εντελώς σαφές ότι κανενός είδους σύγκρουση ή πρόκληση δεν προηγήθηκε αυτού που ήταν απλά μια σκόπιμη σφαγή. Ο μόνος λόγος επιλογής της Ζαγκορίτσανης ήταν το γεγονός ότι είναι ένα ένθερμο πατριωτικό κέντρο των Βουλγάρων και δεν είχε υπακούσει στα κελεύσματα του Έλληνα αρχιεπισκόπου να επιστρέψουν στο πατριαρχικό μαντρί» [Brailsford, 254-255].

 

Σφαγή 1905 - Σόνισεν

«Εδώ στην Καστοριά, καθώς και στην Έδεσσα, οι προσπάθειες της ελληνικής Εκκλησίας να καταπιέσει το επαναστατικό κίνημα ήταν εντυπωσιακές. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, οι Έλληνες παπάδες, συνοδευόμενοι από τον τουρκικό στρατό, εξαπέλυαν σωφρονιστικές επιχειρήσεις καίγοντας τα χωριά και εκτελώντας τους άντρες. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, οι άνθρωποι εδώ ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένοι με την ελληνική Εκκλησία. Σε αυτή την περιοχή άλλωστε ανήκε και το χωριό που έγινε γνωστό για τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της πρόσφατης ιστορίας της Μακεδονίας, γνωστό ακόμη και στους Ευρωπαίους ως Ζαγοριτσάνη. Εκεί λοιπόν οι παπάδες δωροδόκησαν έναν Τούρκο αξιωματικό να ερευνήσει εξονυχιστικά το χωριό. Οι χωρικοί φοβήθηκαν και έκρυψαν τον οπλισμό τους, ώστε να μην μπορούν να τον βρουν, άμεσα τουλάχιστον. Μετά απ' αυτό, ένα σημείωμα στάλθηκε στους γεροντότερους του χωριού, που το υπέγραφε τάχα "ένας φίλος" και τους προειδοποιούσε ότι θα υπάρξει κι άλλη έρευνα μέσα σε λίγες ημέρες, και μάλιστα αυστηρότερη. Οι πιο πολλοί χωρικοί έθαψαν τα όπλα τους.

Τη συγκεκριμένη ημερομηνία όλοι οι χωρικοί βρίσκονταν στην εκκλησία, άκουσαν σάλπιγγα και είδαν κάποιους οπλισμένους να πλησιάζουν, πίστεψαν ότι η προειδοποίηση ήταν αληθινή και ότι ο στρατός είχε έρθει για έρευνα.

Ξαφνικά ένα πυροβόλο ακούστηκε, οι σφαίρες θρυμμάτισαν τα παράθυρα της εκκλησίας και δώδεκα άνθρωποι από το εκκλησίασμα έπεσαν νεκροί. Οι πιστοί άρχισαν να τρέχουν σαν τρελοί από το φόβο τους και καθώς προσπαθούσαν να βγουν έξω, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από εκατό στρατιώτες από τους οποίους μερικοί φορούσαν ελληνική στολή και τρεις από τους επικεφαλής ήταν έλληνες αξιωματικοί.

Συνολικά, εξήντα από τους κατοίκους της Ζαγοριτσάνης θανατώθηκαν, και μάλιστα πέντε ήταν παιδιά κάτω των δεκαπέντε, εφτά ήταν γυναίκες, από τις οποίες οι δυο σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Από την εποχή της εξέγερσης (: Ίλιντεν) λίγα ήταν τα σπίτια που είχαν μείνει άθικτα, δέκα δε από αυτά τα έκαψαν μαζί με οχτώ αχυρώνες. Όλα έγιναν μέρα και αρκετά κοντά σε έναν μεγάλο σταθμό χωροφυλακής απ’ όπου μπορούσε να ακουστεί κάθε πυροβολισμός. Και όλα αυτά στο όνομα του Χριστού από τους εκπροσώπους της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους συχνά οι Ευρωπαίοι πρόσφεραν υποστήριξη και συμβουλές όταν αφουγκράζονταν "τη θέληση του λαού"» [Σόνισεν, 209-210].

 

Σφαγή 1905 - Λεβίδης

Τηλεγράφημα του πρόξενου Μοναστηρίου Σ. Λεβίδη προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών στις 28 Μαρτίου 1905:

«Βάρδας ενισχυθείς, ηγούμενος 100 ανδρών, επετέθη 25 Μαρτίου Ζαγοριτσάνης, ένθα, ως λέγεται, υπήρχον κομίται. Κάτοικοι ωπλισμένοι αντέστησαν. Ημέτεροι κατηγανακτησμένοι εξ εμπρησμού τριών ημετέρων μονών εφόνευσαν υπέρ 50 κατοίκους, καύσαντες είτα πολλάς οικίας απεχώρησαν. Στρατιωτικόν απόσπασμα ετράπη εις καταδίωξιν, ημέτεροι εδήλωσαν διά σημείων ταυτότητά των, αποσπάσματος εξακολουθούντος προχωρή, ημέτεροι επυροβόλησαν, φονευθέντων δύο στρατιωτών καταδίωξις ανεκόπη.

Είδησις προυξένησε βαθείαν και οδυνηράν εντύπωσιν ενταύθα Αρχαίς. Βαλής είπε σήμερον εμπιστευτικώς ημετέρω διερμηνεί ενώπιον στρατηγού Χαδή πασσά επινεύσαντος ότι, αν ημέτερα σώματα περιωρίζοντο εξόντωσιν Βουλγαρικών συμμοριών Τουρκία θα ήτο ευχαριστημένη, αλλά τοιαύται σφαγαί ανόητοι προκαλούσαι αγανάκτησιν πάντων περιάγουσιν αυτήν εις δύσκολον θέσιν. Πρόξενος Ρωσσίας και Αυστρίας μεταβαίνουσιν αύριον πρωί επί τόπου, ελθόντες σήμερον Προξενείον εποίησαν ταυτόσημον δήλωσιν κυρίω Κοντογούρη, εμού απουσιάζοντος, ότι αποφάσει Πολιτικών Παρέδρων κατόπιν τελευταίων αποπειρών εν Μοναστηρίω ένοχοι τοιούτων ενεργειών θα δικασθώσιν υπό εκτάκτου ποινικού δικαστηρίου και αυστηρώς τιμωρηθώσι. Παρεκάλεσαν δε Ελληνικόν Προξενείον μεταχειρισθή επιρροήν επί Ελληνικού στοιχείου πόλεως προς πρόληψιν επαναλήψεως ομοίων κακουργημάτων, κύριος Κοντογούρης απήντησεν ότι Προξενείον μετά αγανακτήσεως καταδικάζον τοιαύτας πράξεις και αγνοούν εντελώς αν ως είπε Ρώσσος Πρόξενος υπάρχει ενταύθα τοπική οργάνωσις αδυνατεί αναλάβη ευθύνην περί παρεμποδίσεως πράξεων ων δράσται είναι αυτώ πάντες άγνωστοι, αλλ' ότι εν γένει ως μέχρι τούδε θα εξακολουθήση να χρησιμοποιεί πάσαν επιρροήν αυτού προς κατευνασμόν υφισταμένης φυλετικής έχθρας» [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 1142, 28.3.1905].

 

Σφαγή 1905 - Προξενείο Αυστρουγγαρίας

Έγγραφο 25, Μοναστήρι 12 Απριλίου 1905 (νέα ημερομηνία):

«Από πληροφορίες που εδόθησαν από το Συνταγματάρχη Αλμπέρτα και τον ανθυπολοχαγό Γκαστόλντι, τον Ιταλό αξιωματικό που υπηρετεί στη Φλώρινα, φαίνεται ότι κατά τον τελευταίο μήνα οι κάτοικοι της Ζαγορίτσανης και των πέριξ χωρίων είχαν πληροφορίες ότι επίκειται επίθεση από τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν γνωστό ότι συγκεντρώνονται σε σχεδόν άβατες περιοχές περί το Λέχοβο και την Μπελκαμένη και όχι μόνο εζήτησαν προστασία από τις αρχές προφορικώς και γραπτώς, αλλά ο ανθυπολοχαγός Γκαστόλντι επέστησε την προσοχή στον καϊμακάμη Φλώρινας για τον επικείμενο κίνδυνο.

Όμως οι αρχές αδράνησαν και περιορίστηκαν να στείλουν για προστασία ένα στρατιωτικό απόσπασμα στη Ζαγορίτσανη, όπου ο επικεφαλής αξιωματικός πληροφόρησε τους χωρικούς ότι δεν υπήρχε λόγος επιφυλακής και αν ένα σώμα ανδρών πλησιάσει το χωριό υπό τον ήχο της σάλπιγγας, θα πρέπει να ξέρουν ότι είναι τουρκικό απόσπασμα. Οι χωρικοί φάνηκε ότι καθησύχασαν, αλλά στις 6 το πρωί της 7ης τρέχοντος ο ήχος της σάλπιγγας ακούστηκε και δεν υποψιάστηκαν τον κίνδυνο, μέχρι που μια συμμορία 300 ανθρώπων, αποτελούμενη από τους πατριαρχικούς των χωριών Στρέμπενο, Μπλατς και των περιοχών Καστοριάς και Κοζάνης και έχοντας επικεφαλής τρία άτομα με στρατιωτικές στολές, άρχισαν να κυκλώνουν το χωριό, και τότε οι χωρικοί αντελήφθησαν την κατάσταση.

Στη διάρκεια της μιάμισης ώρας που ακολούθησε οι απροστάτευτοι χωρικοί έγιναν θύματα της ελληνικής συμμορίας, θανατώθηκαν δε από όπλα, λόγχες, τσεκούρια και δυναμίτη.

Εν τω μεταξύ όμως ένας αγγελιοφόρος στάλθηκε στη Βλαχοκλεισούρα για βοήθεια...

Η συμμορία τότε αποτραβήχθηκε προς το αρχηγείο της στα βουνά του Λεχόβου, παίρνοντας μαζί της περί τους 25 αιχμαλώτους. Ο στρατός στη συνέχεια, μετά από μικρή καταδίωξη, εγκατέλειψε την προσπάθεια να καταδιώξει τους αντάρτες λόγω του δύσβατου εδάφους.

Το σύνολο των άθαφτων πτωμάτων που επιθεωρήθηκαν από το Συνταγματάρχη και τους δύο Προξένους ήταν 62, συμπεριλαμβανομένων 6 γυναικών και 2 παιδιών, τα τελευταία δε πριν σφαχθούν είχαν λογχισθεί και σε μια περίπτωση μάλιστα διαπιστώθηκε ότι μια ολόκληρη οικογένεια ξεκληρίστηκε από τις βόμβες δυναμίτη που ρίχθηκαν από τις οπές του τοίχου στο φτωχόσπιτό τους.

Επίσης κάηκαν 14 σπίτια και άλλοι τόσοι αχυρώνες. Οι Έλληνες έσφαξαν επίσης και αρκετά ζώα. Έξι χωρικοί στάθηκαν μάρτυρες της σφαγής που έλαβε χώρα στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα».

 

Έγγραφο 27, Μοναστήρι 12 Απριλίου 1905 (νέα ημερομηνία):

«Ο καϊμακάμης της Καστοριάς βρέθηκε πρώτος στη Ζαγορίτσανη, ενημέρωσε δε μόνο με ένα σύντομο τηλεγράφημα, ώστε και ο Γενικός Διοικητής ούτε κατά τη διάρκεια της Κυριακής (η σφαγή στο χωριό έγινε το πρωί της Παρασκευής) ενημερώθηκε, παρά για μερικά καμένα και λίγους νεκρούς, κι αυτές οι πληροφορίες προέρχονταν κυρίως από αφηγήσεις διασωθέντων χωρικών...

Το μεγαλύτερο μέρος του χωριού βρίσκεται ακόμα από την προπέρσινη εξέγερση σε ερείπια ή έχει πρόχειρα διορθωθεί. Τώρα όμως και άλλα 10 σπίτια και 28 αχυρώνες κάηκαν. Η ελληνική συμμορία ξεθεμελίωσε το χωριό το πρωί της 7ης τρέχοντος μηνός, αφού επετέθη το χάραμα από πολλές πλευρές ταυτόχρονα. Οι τρεις αρχηγοί είχαν ελληνικές στολές με κάπα, 15 άνδρες ήταν με στολή και οι υπόλοιποι, χωρικοί από τα περίχωρα. Όταν οι κάτοικοι άκουσαν σάλπιγγες, πίστεψαν ότι ένα τμήμα του στρατού έφθασε στο χωριό, πολλοί μάλιστα βγήκαν να τους υποδεχθούν, αλλά αμέσως πυροβολήθηκαν. Οι Έλληνες έβγαλαν αυτούς και όσους άλλους μπόρεσαν από τα σπίτια, καθώς και γυναικόπαιδα, και τους σκότωσαν κατά βάρβαρο τρόπο. Άλλα σπίτια, που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, τα ανατίναξαν με δυναμίτη ή τα πυρπόλησαν. Επίσης δε, περί τους 20 άνδρες οδηγήθηκαν στο βουνό, όπου και σφαγιάσθηκαν. Ταυτόχρονα πήραν λάφυρα, πλιατσικολόγησαν και εκβίασαν για χρήματα.

Μ' αυτό τον τρόπο έδρασε η συμμορία επί τρεις ολόκληρες ώρες και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα είχαν φονευθεί αν δεν προλάβαινε να έρθει ο ανθυπολοχαγός της Χωροφυλακής Νεζίρ εφέντη με 40 άνδρες από το παρακείμενο χωριό Κομανίτσεβο και τότε μόνο οι Έλληνες αποσύρθηκαν στα βουνά. Μια μικρή μόνο αψιμαχία έγινε με τους άνδρες του Νεζίρ και τους στρατιώτες που έρχονταν απ' την Κλεισούρα, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Καταδίωξη δεν έγινε.

Ο καϊμακάμης της Καστοριάς έφθασε το Σάββατο και παρέμεινε μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, όπου όμως ξαναεπέστρεψε μετά από τηλεγραφική διαταγή του Βαλή. Επειδή σκοτώθηκε ο μουχτάρης, το χωριό έμεινε χωρίς ηγεσία και ο λοχαγός Μανέρα αναγκάστηκε να επιβάλει την τάξη.

Οι κάτοικοι εντωμεταξύ αρνήθηκαν να θάψουν τους νεκρούς μέχρι την άφιξη των αρχών.

Πήγαμε αμέσως μετά την άφιξή μας από σπίτι σε σπίτι και είδαμε αρκετά πτώματα, όπως και τραυματίες. Το σύνολο των νεκρών ήταν 60, εκ των οποίων 53 άνδρες και 7 γυναίκες. Επίσης, εφονεύθησαν και αρκετά παιδιά. Είδαμε επίσης αρκετά διαμελισμένα από βόμβες και κοντινούς πυροβολισμούς πτώματα. Σε ένα σπίτι είδαμε μια πενταμελή κατακρεουγημένη οικογένεια. Η συμμορία τους έριξε βόμβα δυναμίτη. Ένα κοριτσάκι 5 ετών που έφευγε απ' το σπίτι σκοτώθηκε με λόγχη. Ένας από τους παπάδες εφονεύθη με λογχισμούς. Παντού υπήρχαν βίαια φονευθέντες, από πυροβολισμούς και λόγχες. Μια αβάσταχτη μυρωδιά από τα καμένα και τα αλλοιωμένα πτώματα απλωνόταν σε όλο το χωριό. Παρ' όλα αυτά πήγαμε συνοδευόμενοι από μια τεράστια μάζα ανθρώπων σε όλα τα μέρη του χωριού για να καθησυχάσουμε, όσο ήταν δυνατόν, τους κατοίκους. Στο τέλος διατάξαμε την ταφή των νεκρών. Από τους τραυματίες οι δύο ήταν γυναίκες και το ένα κορίτσι.

Διανυκτερεύσαμε στη Ζαγορίτσανη, όπου και πληροφορηθήκαμε από τους χωρικούς καθώς κι από τους αντιπροσώπους των γύρω χωριών για τον πανικό που κυριάρχησε στη γύρω περιοχή. Τα χωριά Μπόμπιστα και Μπομπόκι εγκαταλείφθηκαν και οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν, ζητούσαν δε απεγνωσμένα προστασία. Στα χωριά που περάσαμε δεν βρήκαμε ούτε έναν άνθρωπο.

Επίσης, από όλα τα βουλγαρικά χωριά της περιοχής οι κάτοικοι έφυγαν, τα δε χωριά Βίσενη, Μπούγκαρμπλατς, Πρεκοπάνα, Πρεκοπάνα, Τσερέσνιτσα, Όλιστα και άλλα μας παρέδωσαν γραπτές διαμαρτυρίες, όπου μας παρακαλούσαν να τους προστατέψουμε για να αποφύγουν τα ίδια.

Χθες επιστρέψαμε μέσω Σόροβιτς, αφού σ' όλη τη διαδρομή μας υποδεχόταν πολύς κόσμος και ζητούσε την προστασία μας.

Σήμερα μαζί με τον Βαλή, μοιράσαμε τις παρακλήσεις των χωρικών στους διπλωματικούς αντιπροσώπους, όπου ζητούσαν να είμαστε αμείλικτοι στην καταδίωξη των ληστών, όπως και να αποσταλούν στρατεύματα για την καταδίωξη τους...

Η ελληνική συμμορία, σύμφωνα με τα λεχθέντα των κατοίκων και του λοχαγού Μανέρα, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει καλά την επαρχία του, στρατολόγησε από τα ακόλουθα μέρη: Λέχοβο, Στρέμπενο, Κλεισούρα, Καστοριά, Μπελκαμένη, Κοζάνη, Μπλατς και Σιάτιστα περί τα 150 άτομα» [Μετάφραση Κώστα Καίσαρη. Παρατίθεται από το Γιώργο Πετσίβα, ως σημείωση στα Απομνημονεύματα του Καραβίτη, σ. 238-239].

 

Σφαγή 1905 - Патеров

Σύμφωνα με το Βούλγαρο Илия Патеров, στις 25 Μαρτίου 1905 σφάζονται από τους Έλληνες στο χωριό οι εξής (εντός παρενθέσεως πόσο ετών ήταν το θύμα): Ноле Дуков (100), Таси Рапов (50), Мите Лазов (56), Кузо Самарджията (48), Иван Колокотронкин (25), Яни Кандзов (58), Христо Кандзов (48), Ицо Маразето (60), Мите Филцов (50) Мище Иоткин (75), Стоян Костандов (40), Киряко Сапунаров-Палячо (47), Петър Шпатов (20), Ноле Манчев (70), Гиро Василев-Моди (20), Мите Погончев (70), Петър Мацурев (55), Сидо Вулев (51), Никола Блачев (54), ο γιος του Георги (17), Марко Вангеловски-Калфата (75), Яне Курувешов (60), Гило Курувешов (45), Таси Курувешов (40), Зисо Димовичин (75), ο γιος του Петре (14), Яне Зафираков (20), Мите Констандинкин (50), Георги Ронза (65), Георги Тагаров (26) Христо Темов (63), Димитр Кондев (40), Дине Цуцулев (45), Кузо Дрендов (76), Дине Колев (25), Коле Юнако (18), Филе Гйончев (50), 38) о γιος του Стоян (20), Яко Евреина (70), Пандевица Миталкова (25) Търпа γυναίκα του δολοφονημένου Васил Чичов (45), Тана Кандзов (14), Ангелина κόρη του Кузо (10), Елена κόρη του Кузо (7), Мария κόρη του Кузо (4) και η μητέρα τους Султана (40).
Επίσης τουφεκίζονται από τους Έλληνες στο βουνό Βέρμπιτσα (Врбица) οι: Поп Стефан (60), Вангел Гацов (70), Никола Костандов (75), Кузо Нанов (55), Кузман Костандов (75), Мите Шклифа (65), Ванук Киров (50), Коле Илко Дуков (30), Васил Чичов (55), Наум Мишков Драшката (65), Андон Печитиков (50), Янчо Туруфиев (50), Наки Калешин (47) και Коста Шефов (65) [Патеров, 4].

 

Σφαγή 1905 - Δραγούμης

Στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, υπάρχει το κατωτέρω ανυπόγραφο ντοκουμέντο με τίτλο «Αι εν Ζαγοριτσάνη σφαγαί» και ημερομηνία 19 Απριλίου 1905:

«Εξηκριβώθη ότι υπό του σώματος του υπολοχαγού του πεζικού Στεφάνου Δούκα εν Ζαγοριτσάνη διεπράχθησαν σφαγαί κατά αόπλων πληθυσμών, και ότι ουδεμία συμπλοκή εγένετο προς Βουλγάρους, διότι Βούλγαροι δεν είχον καταφύγει εις Ζαγορίτσανην.

Εφονεύθησαν οι εξής: Φίλιππος Γκιών, ορθόδοξος ελληνίζων, και ο υιός αυτού Στογιάν. Οι αντάρται τους ελήστευσαν συγχρόνως λαβόντες 150 λίρας. Κοσμάς Σαμαρτζής, σχισματικός, μετά πενταμελούς οικογενείας του (εσφάγησαν). Βάνε Κολοκοτρόνης, σχισματικός εκ φόβου. Αναστάσιος Ράπτης, σχισματικός. Γιάννης Κάντζος, μουχτάρης σχισματικός. Χρήστος Κάντζος, σχισματικός, αδελφός του προηγουμένου, έκαυσαν και τας οικίας των. Νικόλαος Κωστάντσας, σχισματικός, 65 ετών. Γιάννης Κωστάντσας (του πήραν και 40 λίρας). Κυριάκος Σαπουνάρας, σχισματικός. Μανώλης Δούκας (85 ετών) σχισματικός. Νικόλαος Δούκας, σχισματικός. Παπαστέφανος, σχισματικός. Νικόλαος Φιλίππου, ορθόδοξος. Γεώργιος Φιλίππου (υιός), ορθόδοξος. Πέτρος Ματσούρης, σχισματικός. Δημ. Λάζου, σχισματικός. Τέσσερις ξένοι ελληνόβλαχοι. Μάρκος Κάλφας, ορθόδοξος 70 ετών. Δημήτρ. Κόντος, σχισματικός. Χρ. Ναούμ, ορθόδοξος. Κωνστ. Μπούας, ορθόδοξος. Κ. Χ. Τσουτσουλίδης ελληνοδιδασκαλοσ, ούτινος ο πατήρ εδολοφονήθη υπό των Βουλγάρων. Σύζυγος Παντελή Μητάλκα. Αργυρ. Μόδης, σχισματικός. Αντώνιος Πατσιτίκωφ. Γιάννης Κοροβέσης, ορθόδοξος. Αναστάσιος Κοροβέσης, ορθόδοξος, ο αδελφός των [είναι] μοναχός εν τη Μονή Πεντέλης. Β. Τσίτσος, 55 ετών, σχισματικός, μετά της γυναικός του. Δημ. Κωνστάντας, σχισματικός. Γεώργ. Ρόνζας εξηκοντούτης σχισματικός. Χρήστος Μάζαρης, εξηκοντούτης ορθόδοξος. Μανώλης Μάντσης, ογδοηκοντούτης, σχισματικός. Ναούμ Χαντζή Μωρέας εξηκοντούτης σχισματικός. Πέτρος Τύρπου, σχισματικός. Δημ. Φίλτσας, σχισματικός. Δημ. Κωνσταντίνου, σχισματικός. Δημ. Πογώνης, ορθόδοξος 75 ετών. Ιωαν. Τορωφίας, ορθόδοξος, 60 ετών. Κοσμάς Νάνος, ορθόδοξος 65 ετών. Εις Εβραίος Γιακής ονόματι εκ Καστορίας. Κατά τας προς με πληροφορίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Καραβαγγέλη, η Ζαγορίτσανη κατοικείται υπό ορθοδόξων και υπό σχισματικών, και αμφότεροι εκκλησιάζονται εν τω αυτώ ναώ εναλλάξ. Δεν ήτο δε κέντρον βουλγαρισμού ως παρίσταται, μόλον ότι είνε πατρίς του Γιανκώφ, ούτινος οι συγγενείς εισίν έλληνες ορθόδοξοι, πρωτοξάδελφος δε αυτού ο φονευθείς Φίλιπ. Γκιων ορθόδοξος.

Εκ των φονευθέντων μόνον περί τους 5 ήσαν ίσως θανάτου άξιοι ως υποκινηταί του κομιτάτου. Οι δε φονευθέντες ορθόδοξοι έχουσι συγγενείς και εις τα περίχωρα και εννοείται οποίον αίσθημα φρίκης κατέλαβε αυτούς προς τα ελληνικά σώματα παρ’ ων ανέμεναν προστασίαν ζωής, τιμής, περιουσίας»[Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, υποφακ. 206. 1. 2].

 

Σφαγής επίλογος - Φιλώτας

Τέσσερις μέρες μετά τη σφαγή, στις 29 Μαρτίου, στη μονή του Αγίου Δημητρίου, κοντά στο χωριό Λόσνιτσα, οι άντρες του Μάλλιου καυγαδίζουν για τη μοιρασιά των λάφυρων. Ο Φιλόλαος Πηχίων (καπετάν Φιλώτας) σημειώνει στο ημερολόγιο του:

«Ενταύθα όμως επήλθε μικρά τις ρήξις μεταξύ του αρχηγού Μάλλιου και των υπαρχηγών Ντίμπρα και Φιλώτα εκ του εξής επεισοδίου. Το πλείστον των ανδρών εξέφραζον παράπονα διότι ενώ αυτοί κατά την επίθεσιν της Ζαγοριτσάνης εφύλαττον σκοποί έξω και εις μεμακρυσμένα σημεία οι εισελθόντες προέβησαν και εις λεηλασίας και μάλιστα ανέφερον πολλά ονόματα ανδρών, οίτινες είχον ωρολόγια, αρχαία νομίσματα και διάφορα χρυσαφικά τα οποία άμα τη προσκλήσει κατέθεσαν πάντες ίνα εξ ίσου διαμοιρασθώσιν.

Ο αρχηγός επέμενεν όπως ταύτα διαμοιρασθώσιν ως ταύτα διανέμονται οι λησταί ήτοι αυτός να λάβη το τετραπλάσιον, οι υπαρχηγοί το διπλάσιον, οι οπλαρχηγοί το τριπλάσιον και ανά εν μερίδιον οι άνδρες, εγώ όμως ως και ο Ντίμπρας εδηλώσαμεν ότι τοιούτον μερίδιον δεν θέλομεν επίσης δε και ο Γκούτας ηρνήθη να λάβη ειπόντες να διανεμηθώσι μεταξύ των ανδρών. Τούτο όμως δυσαρέστησε τον αρχηγόν όστις το εξεδήλωσε διά τρόπου αποτόμου» [Εφημερίδα Δυτική Μακεδονία (Καστοριάς), 25/5/1930].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1906-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής έντεκα άτομα:

Spiro Georgeff, Dune Nesseff, Joan Dimitri, Georgi J. Zouznroff και Giani V. Zouznroff το 1906.

Kuzma Schalioff, Grigor Atanas και Marko Janeffτο 1907.

Grigor Janakeff και Spiro Jantcheff το 1910.

Petre Vaughel το 1913.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1906-1922 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής εννέα άτομα:

Joan Dimitri, Georgi J. Zouznroff και Giani V. Zouznroff το 1906.

Ivan Nanmoff, Spiro Giorgieff, Trifon Vangeloff, Grigor Atanas και Marko Janeff το 1907.

Anna Labrou το 1922.

 

1914

«Η εφημερίς "Βόλια", όργανον του κόμματος των Σταμπουλωφικών Γεννάδιεφ, εις το φύλλον της 27 Σεπτεμβρίου γράφει εν ανταποκρίσει εκ Καστορίας τα εξής:

"Προ τριών ημερών στρατιωτικόν απόσπασμα υπό τας διαταγάς υπολοχαγού, ούτινος αγνοεί το όνομα, μετέβη εις Ζαγορίτσανην, όπου, κατόπιν πολλών βιαιοπραγιών, έδειρε μέχρι θανάτου τους εξής χωρικούς έχοντας ηλικίαν υπέρ τα 50 έτη: Ναούμ Τσέκωφ, Αλέξην Δόλεφ, Σίδο Κοροδένωφ, Βάννε Κορολίγκι και Κυριάκ Μυτάκωφ χωλόν. Ο λόγος δι' ον τους έδειρεν είνε ότι οι υιοί αυτών δεν επαρουσιάσθησαν να υπηρετήσωσι εις τον Ελληνικόν στρατόν. Κατά συνέπειαν ούτοι είνε ακόμη Βούλγαροι. Ο τελευταίος εκ των δαρθέντων απέθανεν ήδη και των λοιπών η κατάστασις είναι κρίσιμος. Όλοι είναι ετοιμοθάνατοι. Επίσης επιέσθη και η νύμφη του Σίδη Κοροδένωφ, ήν ηπείλησεν ότι θα την υπανδρεύσουν με Έλληνα στρατιώτην εάν δεν επιστρέψη ο σύζυγος της να καταταχθή εις τον Ελληνικόν στρατόν» [ΕΜΠΡΟΣ, 4.10.1914, σ. 2].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Βασιλειάδα. Στις 9 Απρίλη 1945 περικυκλώθηκε το χωριό από Αραπάδες και Εθνοφύλακες. Κάλεσαν το λαό για να τους μιλήσουν. Από τη συγκέντρωση άρπαξαν 72 πολίτες στο σχολείο για να τους μιλήσουν. Ακόμα βρίσκονται στις φυλακές και τα ξερονήσια. Βασανίστηκαν με τον πιο σκληρό τρόπο οι γυναίκες: Ευδοξία Σουγκάρση, Βασιλ. Μαρκοπούλου, Ελένη Λιοτίκα, Ελισσάβετ Κοτόρη, Σουλτάνα Δούκα, Σοφία Δούκα, Ελένη Τύπου, Ελένη Σουλτάντση, Χρυσάνθη Σουλτάντση, Ελένη Γάου, Αγγελική Σπάντσιου, Βασιλική Πισμίρη, Ελευθερία Πισμίρη, Ελευθερία Κιοτσούκη, Μαριάνθη Στεφάνου, Καλλιόπη Δούκα, Σοφία Σιδέρη, Όλγα Βλατσάνη, Μαρία Παπαγρηγορίου. Πλιατσικολογήθηκαν όλα τα σλαυομακεδόνικα σπίτια, από αποσπάσματα και ένοπλους μοναρχοφασίστες. Αρπάχτηκαν πάνω από 2.000 πρόβατα και 250 μεγάλα ζώα. Κάψαν 1 σπίτι και 2 αχυρώνες. Οι περισσότεροι άνδρες αναγκάστηκαν να φύγουν σε διάφορα μέρη».

 

Κλειδής

«Η Ζαγορίτσανη ονομάστηκε Βασιλειάδα αλλά λίγο ησύχασε. Ο Βασίλης Κίτσιος έχει το τελευταίο πριν τα υψώματα σπίτι και συγκεντρώνει ό,τι μπορεί για το χωριό. Ποιο ήταν το ύψωμα τους, το Στρίλετς και Σίμοβα Νίβα έχουν 1076 μ. ύψος. Εκείνη η εκκλησία - τα Εισόδια - χτίστηκε το 1861 πάνω σε αρχαίο ναό. Κάποια σπίτια είναι ακόμα καμένα. Ποιο ήταν το ύψωμά τους, εκεί που σήμερα είναι το υδραγωγείο, κλείνουν και τα τρία στην ίδια γραμμή το χωριό και μπροστά απ' τη Βασιλειάδα η λίμνη γυαλίζει.

- Πότε ησυχάσαμε, ποτέ. Αν εκείνοι του πέντε, ήταν εγκληματίες, ο στρατός μας στον εμφύλιο τι ήταν, φόρτωσε το χωριό στα καμιόνια, πέρασε απ' αυτή τη χαράδρα και τους εκτέλεσε. Πόσους, λένε τριακόσιους. Γιατί, γιατί έλεγαν ότι είναι Βούλγαροι και Εαμίτες. Γι αυτό. Πόσα κάψανε το πέντε, είκοσι σπίτια, εκατό, ο στρατός έκαψε το μισό χωριό. Άι, ποιος θα τα γράψει αυτά, Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες,

- Εδώ όλα τα κάνει η πολιτεία. Έφερε τους πρόσφυγες, σύμφωνοι, Έλληνες. Σαν ήρθαν λέγανε εμάς Βούλγαρους. Πάμε στην Αστυνομία, λένε, γιατί τι είστε, ακούς φίλε, τρώγαμε και ξύλο. Μετά μοιράζουν τα κτήματα. Οι πρόσφυγες τα καλά, εμείς τα άχρηστα.

Στον εμφύλιο πολλοί πέρασαν τα σύνορα. Ήρθανε φέτος και βρίσκουν την περιουσία τους καταπατημένη. Τώρα δεν έχουν τίποτα. Ποιος διχάζει τον Ελληνισμό, ποιος μας φωνάζει "Βούλγαρους" στα γήπεδα, ποιος διχάζει και γιατί, το χωριό είναι όμορφο και πλούσιο σήμερα. Περνάμε καλά αλλά η πίκρα μου... τι να γράψεις, δε γίνεται τίποτα με γραφτά. Η καρδιά του Μακεδόνα γράψε πως κλαίει. Όλα στην Ελλάδα τα βλέπουν μετά τη γιορτή. Όταν είναι αργά» [Κλειδής, 221-222].

 

Selo Zagoričani - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των κατοίκων του χωριού Ζαγκορίτσανη το έτος 1940 (Список на жителите на село Загоричани во 1940 година).

Περιέχει τα ονόματα των αρχηγών 170 μακεδονικών οικογενειών (841 άτομα) που ζούσαν στο χωριό το 1940, τα μέλη κάθε οικογένειας και το που βρέθηκαν αυτά μετά τον εμφύλιο πόλεμο:

1. Палјов Пандо, έξι άτομα. Τρία κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία, και από ένα στην Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Σοβιετική Ένωση.

2. Пишмаров Пандо, έξι άτομα. Πέντε κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Βουλγαρία.

3. Каракатрон Вани, πέντε άτομα. Κατέφυγαν όλοι στη Βουλγαρία.

4. Тутун Ицо, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Ρουμανία.

5. Палјво Димитар, επτά άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

6. Гечов Палјо, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

7. Которенчев Бури, έξι άτομα. Δύο έμειναν στο χωριό, τρία κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία και ένα στην Ουγγαρία.

8. Белјова Цилка, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

9. Муткин Тоде, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

10. Плјака Блаже, πέντε άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Ρουμανία.

11. Спиров Цилјо, τέσσερα άτομα. Έφυγαν στην Τουρκία.

12. Спиров Мино, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα έφυγε στην Αμερική.

13. Џуров Танас, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε, δύο κατέφυγαν στη Ρουμανία, ένα στη Ρουμανία και ένα στην Πολωνία.

14. Блачин Цилјо, εννέα άτομα. Έξι παρέμειναν στο χωριό και τρία κατέφυγαν στη Βουλγαρία.

15. Делчев Мите, οκτώ άτομα. Πέντε παρέμειναν στο χωριό και τρία κατέφυγαν στη Ρουμανία.

16. Јоров Гјорги, τρία άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

17. Сидов Стојче, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

18. Стрезов Тикле, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

19. Валивачаров Гоче, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

20. Гранчаров Мите, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

21. Гранчаров Бури, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

22. Тукарова Славка, πέντε άτομα. Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

23. Калја Мани, έξι άτομα. Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

24. Чамкин Илјо, πέντε άτομα. Κατέφυγαν στη Βουλγαρία.

25. Чамкина Филја, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

26. Качов Цилјо, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

27. Драмчов Дине, οκτώ άτομα. Έξι παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση.

28. Стефанов Марко, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

29. Попниколов, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

30. Карадинов Коста, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

31. Лјолин Кузо, έξι άτομα. Ένα παρέμεινε στο χωριό, τέσσερα κατέφυγαν στη Ρουμανία και ένα στην Πολωνία.

32. Кафеджиов Цилјо, πέντε άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, ένα στη Γιουγκοσλαβία και ένα μετανάστευσε στην Αυστραλία.

33. Бадала Дине, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

34. Бадала Гавро, τέσσερα άτομα. Δύο κατέφυγαν στη Ρουμανία, ένα στη Γιουγκοσλαβία και ένα παράμεινε στο χωριό.

35. Гошев Циле, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

36. Канзов Гоче, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

37. Мачев Филе, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

38. Шабанчев Мите, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

39. Шабанчев Гоче, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

40. Тунтов Гјорги, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

41. Палев Коле, τέσσερα άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε και ένα στη Γιουγκοσλαβία.

42. Шапатов Дине, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

43. Мочев Ице, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

44. Пишмаров Тоде, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

45. Пишмаров Мите, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στην Πολωνία.

46. Костандов Илјо, έξι άτομα. Τρία σκοτώθηκαν, ένα πέθανε, ένα παρέμεινε στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Βουλγαρία.

47. Костандов Мише, τρία άτομα. Ένα παρέμεινε στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

48. Нанов Туше, δέκα άτομα. Τέσσερα παρέμειναν στο χωριό, πέντε κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Ρουμανία.

49. Вазлова Гочка, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

50. Васов Ристо, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα έφυγε στην Τουρκία.

51. Лјолев Уме, οκτώ άτομα. Επτά παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

52. Манчев Митрула, επτά άτομα. Έξι παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

53. Манчев Трифун, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

54. Турофија Спиро, έξι άτομα. Πέντε παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

55. Андончов Томе, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

56. Киров Которче, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

57. Паса Ицо, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε και πέντε παρέμειναν στο χωριό.

58. Реджов Саво, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

59. Реджов Колјо, ένα άτομο. Κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

60. Панчев Ставро, πέντε άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Βουλγαρία και ένα στη Ρουμανία.

61. Шклифов Ице, πέντε άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό και τρία κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

62. Султанчив Доне, πέντε άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία και ένα μετανάστευσε στην Αμερική.

63. Безов Димитри, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στην Πολωνία.

64. Безов Лјако, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

65. Филактидов Колјо, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

66. Францев Палјо, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

67. Грков Мите, δύο άτομα. Ένα σκοτώθηκε και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

68. Лјутика Цилјо, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

69. Лјутика Насо, πέντε άτομα. Τρία κατέφυγαν στη Ρουμανία και δύο στην Πολωνία.

70. Лјутика Ицо, τέσσερα άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

71. Лјутика Петре, επτά άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τρία παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

72. Кочев Ламбро, τέσσερα άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Ρουμανία.

73. Џидрин Тоде, έξι άτομα. Τέσσερα σκοτώθηκαν και δύο παρέμειναν στο χωριό.

74. Краков Дичо, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε, δύο παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

75. Лјолкин Џоко, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

76. Лјола Мите, επτά άτομα. Ένα σκοτώθηκε και έξι παρέμειναν στο χωριό.

77. Влашов Стерјо, πέντε άτομα. Τέσσερα παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

78. Валивичаров Дине, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

79. Карамачов Кузо, επτά άτομα. Ένα σκοτώθηκε και έξι παρέμειναν στο χωριό.

80. Калја Томе, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

81. Ичков Цилјо, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

82. Поп Марко, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

83. Пројков Колјо, πέντε άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Βουλγαρία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

84. Долјов Лексо, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τέσσερα παρέμειναν στο χωριό.

85. Гјоргов Кузо, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τρία παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση.

86. Стерјова Мишевица, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

87. Марков Блажев, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τρία παρέμειναν στο χωριό.

88. Франгов Коле, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε, δύο παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Ρουμανία.

89. Долев Туле, επτά άτομα. Ένα σκοτώθηκε και έξι παρέμειναν στο χωριό.

90. Донев Ице, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

91. Попова Мара, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τέσσερα παρέμειναν στο χωριό.

92. Темелкова Мара, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Ρουμανία.

93. Панчова Николица, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

94. Личкина Тана, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

95. Шалев Ице, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

96. Шалев Тоди, επτά άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, δύο παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Ρουμανία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

97. Лјумбов Наси, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Βουλγαρία.

98. Фуфал Ване, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε και πέντε παρέμειναν στο χωριό.

99. Вангелова Гјоргивица, τέσσερα άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, ένα παρέμεινε στο χωριό και ένα κατέφυγε στην Πολωνία.

100. Јончев Димитар, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τρία παρέμειναν στο χωριό.

101. Галанов Вангел, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

102. Руфалов Ангелче, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

103. Калојанов Туше, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

104. Калојанова Николица, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

105. Слин Уме, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

106. Велина Мара, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τρία παρέμειναν στο χωριό.

107. Прлјо Симо, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

108. Пашипчев Цилјо, πέντε άτομα. Τέσσερα έφυγαν στην Τουρκία και ένα στη Σοβιετική Ένωση.

109. Пашан Елче, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τέσσερα παρέμειναν στο χωριό.

110. Джаков Ставро, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

111. Орупчев Пандо, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

112. Чучов Таки, τρία άτομα. Ένα σκοτώθηκε και δύο παρέμειναν στο χωριό.

113. Чучов Ендрико, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

114. Динов Илјко, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

115. Плјастов Кузо, πέντε άτομα. Τέσσερα παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

116. Чулив Ване, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε, τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

117. Сугарчев Лексо, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

118. Чулин Дине, έξι άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό και τέσσερα κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση.

119. Мишевичин Коле, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

120. Попов Ице, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

121. Костовчев Саво, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

122. Цуцур Коле, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

123. Ѕафирачев Ице, δέκα άτομα. Ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στο χωριό, έξι κατέφυγαν στη Ρουμανία και δύο στη Γιουγκοσλαβία.

124. Зафирачев Панде, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στο χωριό και τέσσερα κατέφυγαν στη Ρουμανία.

125. Канзов Ристо, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

126. Шапазова Диновица, ένα άτομο. Παρέμεινε στο χωριό.

127. Цилјулев Тоде, τέσσερα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

128. Колјангин Лексо, επτά άτομα. Ένα παρέμεινε στο χωριό και έξι κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

129. Цуцилев Панајот, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τέσσερα παρέμειναν στο χωριό.

130. Цуцулева Пандовица, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

131. Калјов Дине, επτά άτομα. Πέντε παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

132. Шалева Јане, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία και ένα στην Πολωνία.

133. Колешка Вангел, τέσσερα άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Βουλγαρία και ένα μετανάστευσε στην Αμερική.

134. Лјумбов Гјека, δύο άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

135. Васов Рандо, επτά άτομα. Ένα παρέμεινε στο χωριό, πέντε κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση και ένα στη Γιουγκοσλαβία.

136. Васов Коле, οκτώ άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και πέντε μετανάστευσαν στην Αμερική.

137. Дафинкина Спирка, τέσσερα άτομα.

138. Бошова Филја, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε, δύο παρέμειναν στο χωριό, δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Ρουμανία.

139. Бошов Ване, πέντε άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, δύο παρέμειναν στο χωριό και ένα κατέφυγε στη Ρουμανία.

140. Караџов Гиро, επτά άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, ένα παρέμεινε στο χωριό και τέσσερα κατέφυγαν στη Ρουμανία.

141. Диев Илјо, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε και πέντε παρέμειναν στο χωριό.

142. Брзев Цилјо, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε και πέντε παρέμειναν στο χωριό.

143. Брзев Геле, τέσσερα άτομα. Κατέφυγαν όλοι στη Γιουγκοσλαβία.

144. Миталјкова, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

145. Диов Генчо, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τέσσερα κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

146. Модев Гиро, δέκα άτομα. Τέσσερα έφυγαν στην Τουρκία και έξι μετανάστευσαν στην Αμερική.

147. Камбуров Трпо, τέσσερα άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό και ένα έφυγε στη Τουρκία.

148. Ваканчев Кузо, έντεκα άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, επτά παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία και ένα στην Πολωνία.

149. Буцова Гочка, τέσσερα άτομα. Ένα σκοτώθηκε και τρία παρέμειναν στο χωριό.

150. Шиника Мите, εννέα άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

151. Драмчев Ставро, έξι άτομα. Τρία παρέμειναν στο χωριό, ένα κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση και δύο στη Ρουμανία.

152. Цимурев Стерјо, έξι άτομα. Τρία κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και τρία στη Ρουμανία.

153. Чулев Блаже, δύο άτομα. Ένα σκοτώθηκε και ένα κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

154. Оклјов Павле, έξι άτομα. Δύο σκοτώθηκαν και τέσσερα μετανάστευσαν στην Αμερική.

155. Говедаров Спиро, επτά άτομα. Δύο σκοτώθηκαν, ένα παρέμεινε στο χωριό, τρία κατέφυγαν στη Ρουμανία και ένα στην Πολωνία.

156. Смагалиев Пандо, έξι άτομα. Πέντε κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Ρουμανία.

157. Бачев Кузо, πέντε άτομα. Κατέφυγαν όλοι στη Γιουγκοσλαβία.

158. Гачев Ване, πέντε άτομα. Κατέφυγαν όλοι στη Γιουγκοσλαβία.

159. Попов Саво, πέντε άτομα. Τέσσερα κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και ένα στη Ρουμανία.

160. Гочев Лазо, οκτώ άτομα. Κατέφυγαν όλοι στη Γιουγκοσλαβία.

161. Суклев Дине, πέντε άτομα. Ένα σκοτώθηκε, ένα παρέμεινε στο χωριό, δύο κατέφυγαν στη Ρουμανία και ένα στη Γιουγκοσλαβία.

162. Брулов Блаже, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

163. Манчев Гилјо, έξι άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

164. Шабанчев Гјорги, έξι άτομα. Ένα σκοτώθηκε και πέντε παρέμειναν στο χωριό,

165. Стилјов Ламбо, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

166. Пујчев Мите, πέντε άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

167. Пандов Ване, τέσσερα άτομα. Δύο παρέμειναν στο χωριό και δύο κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία

168. Лјутиков Гјорги, δύο άτομα. Έμειναν και πέθαναν στο χωριό

169. Костандинов Гиорги, τρία άτομα. Κατέφυγαν όλοι στη Γιουγκοσλαβία.

170. Костадинов Михајло, τρία άτομα. Παρέμειναν στο χωριό.

 

Selo Zagoričani - ένοπλα μέλη της βουλγαρικής Οχράνα

Список на вооружените лица од Бугарската Охрана

Σύνολο 116 άτομα: Бури Которчев, Пандо Палев, Мите Палев, Гјечо Палев, Крсто Теохарев, Кузо Стефанов, Пандо Плјака, Вангел Плјака, Христо Плјака, Методи Митев, Тоди Делчев, Гјорги Блаченов, Коста Карадинов, Кузо Лолев, Христо Тунтев, Ставро Дранчев, Стефо Дранчев, Ламбро Дранчев, Бабала Коста, Бабала Гавро, Дине Гошев, Сотир Гошев, Ламбро Сидеров, Анге Сидеров, Гоче Сидеров, Саво Цанка, Колјо Цанка, Аргир Франчев, Филе Мачев, Гјорги Стефанов, Мите Шабанов, Гоче Шабанов, Ице Шабанов, Колјо Палев, Мити Пишмаров, Тоди Пишмаров, Пандо Пишмаров, Илјо Костандов, Тплјо Андончев, Мишо Костандов, Гјелчо Нанев, Ване Нанев, Павле Нанчев, Ване Манчев, Уме Лолев, Ангел Торофил, Димитри Беза, Ламбе Беза, Димитри Пунчев, Блажо Чулев, ВасилЧулев, Доне Солтанчев, Киро Калја, Мите Грков, Ицо Лјотика, Насо Лјотика, Сотир Лјотиков, Методи Жидро, Петре Ничев, Гјорги Мочев, Сотир Фалеф, Трпо Фалеф, Гјорги Лјолев, Мане Лјолев, Киро Которчев, Сиво Кирчев, Насе Дучев, Гјорги Костандов, Трифон Типоа, Колјо Фелактидов, Спиро Шишков, Ицо Шишков, Ангел Пашомов, Мите Велјов, Кузо Темелков, Гјорги Попов, Ване Пандев, Стево Буцев, Мане Шклифов, Ламбо Шалев, Колјо Шалев, Насе Лјумбов, Илјо Гошев, Христо Тепоа, Илјо Орев, Блажо Марков, Методи Франгов, Павле Пројков, Коста Рофел, Толјо Рофел, Петре Влаханчев, Генчо Диев, Колјо Станоев, Цилјо Борзев, Бури Борзев, Мите Борзев, Манев Васил, Ганчов Васил, Гиро Каражов, Сиво Миталјков, Дине Миталјков, Блажо Вангелов, Стево Вангелов, Гочо Вангелов, Коста Цуцулев, Лексо Цуцулев, Панајот Цуцулев, Коле Ушлев, Саво Попов, Гјорги Орев, Говедаров Спиро, Пандо Зиферачев, Ристо Зиферачев, Блажо Бушкин, Васил Лјузов.

 

Selo Zagoričani - μέλη του ΕΛΑΣ και της Ταξιαρχίας του Αιγαίου

Список на учесниците во ЕЛАС - Егејска Бригада

ΕΛΑΣ: Дине Суклев και Фили Дафеджиов.

Ταξιαρχία: Васил Чулев, Ангел Туруфија, Сото Фалја, Трпче Фалја, Алаксо Сугарчев, Пандо Палјов, Геле Пачам, Димитар Гигулев, Блажо Вангелов, Гиро Модев, Ставро Фанчев, Стефо Вангелов.

 

Selo Zagoričani - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ από το χωριό Ζαγκορίτσανη (Список на учесниците во Демократската Армија на Грција од село Загоричани).

1. Пандо Палјов. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

2. Диевскиа Ангел. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1947.

3. Пандо Пишмаров. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

4. Костандиновски Никола. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1947.

5. Васил Чулев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

6. Лјутиков Сотир. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο βουνό Πάικο.

7. Гјорги Чулев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Πολωνία.

8. Говедаров Ангел. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

9. Толјо Андончев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

10. Шабанов Ристо. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

11. Кузо Нанев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

12. Шуклев Илјо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

13. Ване Нанев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Γράμμο. Το 1949 κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

14. Шабанов Ламбро. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

15. Уме Пишмаров. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Πολωνία.

16. Франжев Методи. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Γράμμο. Εκτελέστηκε στην Κοζάνη.

17. Стефо Драмчев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

18. Калојанов Коста. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Εκτελέστηκε στην Κοζάνη.

19. Колјо Станов. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

20. Буцев Стефо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Εκτελέστηκε στην Κοζάνη.

21. Мите Пунжев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Πήρε το δρόμο της προσφυγιάς.

22. Шклифов Маноли. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Εκτελέστηκε στην Κοζάνη.

23. Стојна Палева. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

24. Смангалиев Петре. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

25. Цилја Тунтова. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

26. Миталјков Гјорги. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Βίτσι.

27. Тана Прајкова. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

28. Типоев Трифун. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Βίτσι.

29. Илјо Орев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

30. Дуковски Ангелчо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Βίτσι.

31. Мане Орев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

32. Долев Гјечо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

33. Ангел Драмчев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

34. Кастандинов Васо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Γράμμο. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

35. Дота Цуцулева. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Πολωνία.

36. Вангелов Стефо. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

37. Костандинов Михајло. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Πολωνία.

38. Вангелов Гочо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

39. Христо Калја. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

40. Бецова Веса. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

41. Бода Лјутикова. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

42. Джидровски Димитар. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

43. Ване Гашчев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

44. Джидровски Ламбро. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Εκτελέστηκε στην Θεσσαλονίκη.

45. Саво Попев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

46. Джидровски Стево. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

47. Леско Клјачев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

48. Манчевски Ангел. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

49. Блажов Ванчо. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

50. Петличков Гјорги. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

51. Гјорги Стефанов. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Έφυγε το 1949 στην Αμερική.

52. Шалев Петар. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

53. Гиро Модев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Έφυγε το 1949 στην Αμερική.

54. Манчева Динка. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

55. Соте Гошев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Γράμμο. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

56. Бочев Мите. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Βίτσι.

57. Пандо Модев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

58. Сиов Атанас. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1947 στο Βίτσι.

59. Гјорги Костандов. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

60. Зафираков Ламбро. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

61. Кузо Миталјков. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

62. Калев Филјо. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο.

63. Мите Миталјков. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

64. Спасов Доли. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Σκοτώθηκε.

65. Ване Лјутиков. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

66. Христо Манчев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

67. Халира Манчев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

68. Блаже Лјолкев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

69. Уме Лјолев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

70. Сотир Фалев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

71. Ване Севдин. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

72. Уме Лјубев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

73. Анче Костандов. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στη Βουλγαρία.

74. Доне Султанчев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

75. Ангелчо Султанчев. Στρατολογήθηκε το 1948. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

76. Ицо Плјастов. Στρατολογήθηκε το 1948. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

77. Блаже Виканчев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

78. Стојна Орова. Στρατολογήθηκε το 1948. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Πολωνία.

79. Лексо Согрчев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

80. Милка Шугарчева. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

81. Бода Чурова. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

82. Ламбо Седелчев. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Πολωνία.

83. Томе Кедеров. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

84. Анче Сидеров. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

85. Гјорги Сидеров. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση.

86. Кирјако Чулев. Στρατολογήθηκε το 1946. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

87. Илјо Шклифов. Στρατολογήθηκε το 1947. Πολέμησε κυρίως στο Βίτσι. Το 1949 κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία.

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ (2), ΑΡΜΕΝΗΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΗΣ (4), ΔΟΛΗΣ (2), ΔΟΥΚΑΣ (4), ΔΡΑΜΑΣ (2), ΔΩΜΟΥ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, ΖΑΧΟΣ (3), ΙΩΑΝΝΟΥ (3), ΚΑΛΑΣ, ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗΣ, ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ (4), ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ, ΚΑΝΤΖΙΟΣ, ΚΑΝΤΖΟΣ (4), ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ, ΚΑΦΕΣ, ΚΙΤΣΙΟΣ (3), ΚΛΕΙΟΥΣΗΣ, ΚΟΛΚΙΔΗΣ, ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, ΚΩΤΣΚΟΣ, ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, ΛΙΟΥΖΑΣ (2), ΜΑΝΤΣΗΣ (3), ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΜΑΣΤΟΡΙΔΗΣ (5), ΜΟΤΣΚΟΣ, ΜΟΥΤΗΣ, ΜΠΑΜΠΑΛΑΣ, ΜΠΑΡΤΖΟΣ (4), ΜΠΕΖΑΣ, ΜΠΙΡΤΣΟΣ, ΜΠΟΣΗΣ (2), ΜΠΟΥΚΟΝΗΣ, ΜΠΟΥΣΙΟΣ, ΜΠΟΥΤΣΗΣ (3), ΜΠΟΥΤΣΚΟΣ, ΝΟΤΑΣ (2), ΟΥΣΛΙΟΣ, ΠΑΛΙΟΣ (3), ΠΑΝΤΟΥΛΗΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΠΑΡΤΣΗΣ, ΠΑΣΙΑΣ (2), ΠΕΤΛΙΤΣΚΑΣ, ΠΕΤΡΟΥ (2), ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ (15), ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ (5), ΣΑΜΟΥΚΑΣΙΔΗΣ, ΣΙΑΜΠΑΝΗΣ (2), ΣΙΑΠΑΖΗΣ, ΣΙΒΑΣ, ΣΠΑΝΙΔΗΣ, ΣΠΑΝΤΣΗΣ, ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΠΥΡΟΥ (4), ΣΤΑΜΠΑΣΙΔΗΣ, ΣΤΕΦΑΝΟΥ, ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΣΤΟΙΤΣΗΣ (2), ΣΤΡΕΖΟΣ (3), ΤΖΗΜΑΣ (2), ΤΖΩΓΑΣ, ΤΟΡΟΦΙΑΣ, ΤΟΥΝΤΗΣ (2), ΤΣΑΚΙΡΗΣ, ΤΣΑΠΑΡΑΣ (3), ΤΣΕΛΙΟΣ, ΤΣΙΜΟΥΡΑΣ, ΤΣΙΤΣΗΣ (3), ΤΣΟΥΤΣΟΥΛΗΣ, ΤΥΠΟΑΣ, ΦΑΛΛΙΑΣ, ΦΡΑΓΓΟΣ (2), ΦΡΑΓΚΟΣ, ΦΥΛΑΚΤΙΔΗΣ (2), ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, ΧΑΤΣΙΟΣ.

 

Ζαμπάρντενι / Zabrdeni / Забрдени. Μετονομάστηκε σε Μελάνθιον. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Μελάνθιο. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος του νομού Καστορίας. Μέχρι το 1924 ζούσαν εδώ περίπου 600 μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν μέχρι το 1924 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν στην Τουρκία. Στη θέση τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 320 πρόσφυγες από τον Πόντο.

 

Πηγές

Ζαμπουρδένι Καστορίας: «Χωρίου οικουμένου υπό 450 τουρκαλβανών και έχοντος τέμενος, κρήνας και άθλιον χάνιον» [Σχινάς 1886].

Zabrdeni [Αυστριακός Χάρτης].

Забърденъ / Костурска каза, 300 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Ζαμπούρδενι Καστορίας: «500 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Ζαμπουρδένι καζά Καστορίας, μουσουλμανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζαμπύρδενη Καστορίας, 579 άτομα (300 άρρενες και 279 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Ζαμπύρδενη Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Βύστιτσας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Забрдени, 100 σπίτια μουσουλμάνων Σλάβων [Милојевић 1920].

Ζαμπύρδανη Καστορίας, 592 άτομα (309 άρρενες και 283 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ζαμπέρδινη γραφείου Καστορίας, έγινε καθαρά προσφυγικός οικισμός. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 72 προσφυγικές οικογένειες (309 άτομα) [ΕΑΠ].

Ζαμπέρδενη, μουσουλμανικός οικισμός, έφυγαν 70 οικογένειες μουσουλμάνων (600 άτομα) και ήρθαν 69 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 95 κλήροι αγροτικής γης, έκτασης 4.657 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

«Ο συνοικισμός Ζαμπύρδενη της κοινότητος Βυτσίστης μετονομάζεται εις Μελάνθιον» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].

Μελάνθιον (Ζαμπύρδενη) Καστορίας, 320 άτομα (157 άρρενες και 163 θήλεις). Υπήρχαν 315 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (152 άρρενες και 163 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 317 και ετεροδημότες 3 [Απογραφή 1928].

Μελάνθιον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 567 (289 άρρενες και 278 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 123 [Γρηγορίου].

Забрдени: Οικισμός μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Μελάνθιον, 560 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Μελάνθιον Καστορίας: 446 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 372, 1971: 240, 1981: 260, 1991: 235, 2001: 218.

Υψόμετρο 820 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΜΕΞΙΖΟΓΛΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΔΟΥΛΚΕΡΙΔΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, ΚΟΤΙΔΗΣ (2), ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ (8), ΟΥΣΤΑΜΠΑΣΙΔΗΣ (2), ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ, ΣΠΥΡΙΔΗΣ, ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΤΟΚΑΤΛΙΔΗΣ (9), ΤΣΟΛΑΚΙΔΗΣ, ΦΑΤΣΑΛΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ.