Skip to main content

Πληθυσμιακά – τοπογραφικά της Δυτικής Αττικής (1819-1907) [2008]

 

Πληθυσμιακά – τοπογραφικά της Δυτικής Αττικής (1819-1907)

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Αγία Τριάδα

Trias (Triada) [Karte von Attika 1900 XXΙV].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1896: Αγία Τριάδα Αχαρνών 91 [Χουλιαράκης 1974, 174].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Αγία Τριάς, πέντε ώρες και τριάντα λεπτά των Αθηνών, τρεις ώρες του Μενιδίου, διαλυμένη μονή [Νουχάκης 1901, 61].

Ασπρόβρυση

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1907: Ασπρόβρυσι Αχαρνών 37 [Χουλιαράκης 1974, 263].

 

Βαρυμπόπι (Βαριμπόμπη)

Varibopi [Karte von Attika 1900 XX].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Βαρυμπόπι Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Βαρυμπόπι Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 111, 127].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1907: Βαρυμπόπι Αχαρνών 48 [Χουλιαράκης 1974, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Βαριμπόπι, νοτιοανατολικά της Χασιάς, αγροικία [Ραγκαβής 1853 Ι, 297].

Περιηγητές --> Barimpompi ή Bary Bobi (προφέρεται Variboby), πύργος στους πρόποδες της Πάρνηθας [Gell 1819, 23].

Αρβανίτες --> Βαρμπόπι, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]. Βαρυμπόπι, αλβανικό χωριό που έχει το όνομα του ιδρυτή του [Γέροντας 1984, 25].

Τοπωνυμικά --> Αν και είναι γνωστή η ύπαρξη του επωνύμου Βαριμπόπης [Καμπούρογλου 1889, 326, 351], κάτι που το επισημαίνει ο Σαρρής [Σαρρής 1928, 156], ο Φουρίκης πιστεύει (κατά τη γνώμη μου λαθεμένα) πως το τοπωνύμιο είναι μεν αλβανικό, αλλά όχι κτητορικό και προέρχεται εκ της «ιδιότητος του εδάφους» [Φουρίκης 1930, 117]. Ο Γιοχάλας αντίθετα σημειώνει την ύπαρξη του επωνύμου Variboba και σε αλβανόφωνο χωριό της Καλαβρίας [Γιοχάλας 2002, 20]. Το επώνυμο Βαρυμπόπης διατηρείται και σήμερα στην Αττική. Με το όνομα Baribob υπάρχουν στην Αλβανία τρία τοπωνύμια: Ένα χωριό στην περιοχή Fier (50 υψόμετρο), ένας έρημος οικισμός στην περιοχή Përmet (350 υψόμετρο) και μία ορεινή θέση στην περιοχή Kolonië (2.250 υψόμετρο). Στην Ελλάδα υπάρχουν άλλα τρία χωριά που είχαν το όνομα Βαρυμπόπη και μετονομάστηκαν: Η Μακρακώμη Φθιώτιδος, η Δάφνη του δήμου Αυλώνος Ευβοίας και το Μοναστήριον του δήμου Αετού Μεσσηνίας (τα δύο τελευταία είναι αρβανιτοχώρια).

 

Ζούνο

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Ζούνον, τέσσερις ώρες των Αθηνών, τριάντα πέντε λεπτά του Ασπροπύργου. Παραθερίζουν βλαχοποιμένες [Νουχάκης 1901, 74].

Καλύβια Χασιάς

Kalyvia [Karte von Attika 1900 VI].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Καλύβια Χαστιάς Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Καλύβια Χασιάς (Χαστιάς) Φυλής. ΦΕΚ 32/8.12.1845: Καλύβια Φυλής (έδρα) [Χουλιαράκης 1973, 111, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Καλύβια Φυλής (έδρα) 1.507. 1889: Καλύβια Φυλής (έδρα) 1.499. 1896: Καλύβια Χασιάς Φυλής (έδρα) 2.012. 1907: Ασπρόπυργος Φυλής (έδρα) 2.339 [Χουλιαράκης 1974, 50, 109, 175, 264].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Καλύβια, δύο ώρες από Χασιά, 785 κάτοικοι [Σταματάκης 1846, 1]. Καλύβια Χασιάς, δύο ώρες βορειοδυτικά (?) της Χασιάς, 163 σπίτια, 828 κάτοικοι. Έχει μία λίμνη και ένα έλος. Παράγει δημητριακά, κρασί και βελανίδια [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Ασπρόπυργος, τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά των Αθηνών. Υπάρχει ταχυδρομικό γραφείο, ελληνικό σχολείο, αστυνομικό τμήμα και ειρηνοδικείο. Τα Καλύβια Χασιάς μετονομάστηκαν σε Ασπρόπυργο τον Αύγουστο του 1900. Οι κάτοικοί της προέρχονται από τη Χασιά [Νουχάκης 1901, 74-75].

Περιηγητές --> Τα μεγάλα καλύβια της Kastia, βρίσκονται στο κέντρο του Θριασίου Πεδίου [Gell 1819, 21]. Τα Kalybia of Kasha ήταν μερικές διεσπαρμένες αγροικίες [Dodwell 1819 I, 521].

Αρβανίτες --> Σύμφωνα με τα επίσημα απογραφικά στοιχεία του 1879, το 96,3% των κατοίκων του δήμου Φυλής (της Χασιάς και των Καλυβιών) είχαν χαρακτηριστεί ως «μη λαλούντες την ελληνική» [Απογραφή 1879]. Οι Αρβανίτες των Καλυβιών προέρχονται από τη Χασιά [Μπίρης 1960, 308]. Προπολεμικά στον Ασπρόπυργο οι γέροι μιλούσαν αρβανίτικα [Τσίγκος 1991, 57].

Μετονομασία --> Απόφαση μετονομασίας: «Βασιλικόν διάταγμα 16.10.1899 (ΦΕΚ 228/18.10.1899). Ο οικισμός Καλύβια του δήμου Φυλής μετωνομάσθη εις Ασπρόπυργος (επαρχία Αττικής)» [Χουλιαράκης 1973, 204].

Άρνηση της Επιτροπείας Τοπωνυμίων για δεύτερη μετονομασία: «Καλύβια Χασιάς (Ασπρόπυργος). Αρ. 143 (23 Ιουλίου 1915).- Επί του υπ’ αρ. 22466 εγγράφου του υπουργείου της 26 Μαΐου.- Επιστρέφεται η υπ’ αρ. 187 αναφορά του προέδρου του κοινοτικού συμβουλίου Ασπροπύργου μετά των συνημμένων αυτή. Προ τινων εζητήθη η μετονομασία του εν τω Θριασίω πεδίω χωρίου Καλυβιών της Χασιάς κ’ επροτάθη τότε να δοθή εις αυτό το όνομα του αττικού δήμου Θρίας, του οποίου η θέσις είναι εξηκριβωμένη και είναι γνωστόν ότι το χωρίον έκειτο εις τη ν περιοχήν αυτού. Αλλ’ ένεκα της δυσφήμου σημασίας, ην έχει το όνομα τούτο εις την αλβανική γλώσσαν, οι κάτοικοι απέστεργον αυτό, και ούτως ωνομάσθη το χωρίον Ασπρόπυργος. Η εκλογή του ονόματος τούτου ήτο ευστοχωτάτη, διότι είναι ελληνικόν και εύφωνον, δεν ωρίσθη δ’ αυθεραίτως, αλλ’ ελήφθη εκ τοπωνυμίας θέσεώς τινος του χωρίου. Επειδή δ’ ο Ασπρόπυργος είναι στάσις του σιδηροδρόμου και εις δημόσια γράμματα συχνάκις παρέχεται αφορμή να μνημονεύεται ως έδρα αρχών, μέχρις εσχάτων δε και ελληνικού σχολείου, το όνομα έγινε γνωστότατον και η χρήσις αυτού ημπεδώθη, λησμονηθέντων των Καλυβιών της Χασιάς. Τις λοιπόν χρεία της νέας μεταβολής, την οποίαν απεφάσισε το κοινοτικόν συμβούλιον, προτείναν να μετονομασθή Θριάσιον; Το ότι δεν έχει ιστορικήν σημασίαν ο Ασπρόπυργος δεν είναι σοβαρός λόγος ουδέ θα προσλάβη τοιαύτην σημασίαν μετονομαζόμενος Θριάσιον. Το από του ονόματος Θρία εσχηματισμένον επίθετον Θριάσιον κυριολεκτείται επί του όλου πεδίου της Ελευσίνος, του οποίου εν σημείον κατέχει ο Ασπρόπυργος, και ούτε είναι δυνατόν το Θριάσιον πεδίον να συμπτυχθή διά της αποφάσεως του κοινοτικού συμβουλίου εις μόνην την περιοχήν του Ασπροπύργου, ούτε πάλιν ο Ασπρόπυργος να εξαιρεθή του Θριασίου πεδίου, όπερ περιλαμβάνει και την Μαγούλαν και άλλους συνοικισμούς. Όθεν ο Ασπρόπυργος πρέπει να διατηρήση το κάλλιστον όνομα αυτού» [Πολίτης 1920, 12-13].

 

Καματερό

Kamatero [Karte von Attika 1900 VI].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Καματερόν Χαστιάς. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Καματερόν Φυλής. ΦΕΚ 32/8.12.1845: Καματερόν Αχαρνών [Χουλιαράκης 1973, 111, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Καματερό Αχαρνών 199. 1889: Καματερό Αχαρνών 246. 1896: Καματερό Αχαρνών 264. 1907: Καματερόν Αχαρνών 285 [Χουλιαράκης 1974, 50, 108, 174, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Καματερόν, δύο ώρες από Χασιά, 103 κάτοικοι [Σταματάκης 1846, 1]. Καματερόν, δύο ώρες νοτιοανατολικά της Χασιάς, 29 σπίτια, 123 κάτοικοι. Παράγει δημητριακά και κρασί [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Καματερόν, μία ώρα και τριάντα λεπτά των Αθηνών, σαράντα λεπτά του Μενιδίου [Νουχάκης 1901, 61].

Αρβανίτες --> Προπολεμικά στο Καματερό μιλούσαν αρβανίτικα [Τσίγκος 1991, 57].

Τοπωνυμικά --> Ο Λάμπρου επιχειρεί να συνδέσει το τοπωνύμιο Καματερό με το βυζαντινό οίκο των Καματηρών [Λάμπρου 1896, 163]. Ο Φουρίκης διαφωνεί και σημειώνει πως καματερός αγρός είναι «αγρός σκληράς γης επιμόχθως καλλιεργούμενος» [Φουρίκης 1929, 84]. Συνοικία με το όνομα Καματερό βρίσκουμε και στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας. Το επώνυμο Καματερός διατηρείται και σήμερα στην Αττική.

 

Κουκουβάουνες

Kukuvaones [Karte von Attika 1900 V].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Κουκουβάουνες Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Κουκουβάουνες Φυλής. ΦΕΚ 32/8.12.1845: Κουκουβάουνες Αχαρνών [Χουλιαράκης 1973, 111, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Κουκουβάουνες Αχαρνών 515. 1889: Κουκουβάουνες Αχαρνών 590. 1896: Κουκουβάουνες Αχαρνών 707. 1907: Κουκουβάουναις Αχαρνών 815 [Χουλιαράκης 1974, 50, 108, 174, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Κουκουβάουναις, δύο ώρες από Χασιά, 165 κάτοικοι [Σταματάκης 1846, 1]. Κουκουβάουνες, δύο ώρες νοτιοανατολικά της Χασιάς, 61 σπίτια, 282 κάτοικοι. Παράγει δημητριακά και κρασί [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Κουκουβάονες, μία ώρα και τριάντα λεπτά των Αθηνών, σαράντα λεπτά του Μενιδίου [Νουχάκης 1901, 61].

Περιηγητές --> Το 1675 οι Cacovaones είναι ένα χωριό σε ένα ελαιώνα, κοντά στην Αθήνα [Spon 1724 II, 146]. Στο χωριό Kukubanes υπάρχει ελαιώνας [Gell 1819, 106]. Το χωριό Koukoubages πήρε το όνομα του από το πουλί κουκουβάγια [Dodwell 1819 I, 523]. Οι Koukouvaones, είναι ένα χωριό τριάντα σπιτιών [Hobhouse 1817 I, 360].

Αρβανίτες --> Φουβάια ή Κουκουβάονες, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]. Το αρβανίτικο ιδίωμα στις Κουκουβάουνες ανήκει στην ίδια γλωσσική ομάδα με το Μενίδι, τα Κιούρκα, το Κακοσάλεσι και το Καπανδρίτι [Φουρίκης 1933, 50]. Οι Αρβανίτες στις Κουκουβάουνες συσχετίζονται με τους Αρβανίτες του Μενιδίου [Μπίρης 1960, 234]. Προπολεμικά στις Κουκουβάουνες οι γέροι μιλούσαν αρβανίτικα [Τσίγκος 1991, 57].

Τοπωνυμικά --> Το μεν χωριό ήταν γνωστό μεταξύ των Αρβανιτών με το όνομα Fuvaje (Φουβάγιε), ο δε κάτοικός του Fuvajat ή Fuvajot και έναρθρα Fuvajati ή Fuvajioti (Φουβαγιάτης ή Φουβαγιώτης) [Φουρίκης 1930, 123]. Στην Αττική υπάρχουν σήμερα τα επώνυμα Βουβάκης και Κουκουβάος.

Μετονομασία --> Απόφαση μετονομασίας: «Βασιλικόν Διάταγμα 17.1.1957 (ΦΕΚ 11/24.1.1957). Ο συνοικισμός Κουκουβάουνα της κοινότητος Κουκουβαούνων, μετονομάζεται Μεταμόρφωσις και η ομώνυμος κοινότης, κοινότης Μεταμορφώσεως» [Χουλιαράκης 1976, 120].

 

Κουσίζο

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1907: Κουσίζον Αχαρνών 40 [Χουλιαράκης 1974, 263].

 

Λιμικό

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1896: Λημικό Αχαρνών 145. 1907: Λοιμικόν Αχαρνών 28 [Χουλιαράκης 1974, 174, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Λημικόν, πέντε ώρες και τριάντα λεπτά των Αθηνών, τρεις ώρες του Μενιδίου [Νουχάκης 1901, 61].

Τοπωνυμικά --> Ο Φουρίκης θεωρεί πως το Λιμικό είναι παραφθορά υπό των Αλβανοφώνων στο «Ελληνικό» [Φουρίκης 1929, 83, 122].

 

Λιόπεσι

Liopesi [Karte von Attika 1900 XX].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Λιόπεσι Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Λιόπεσι Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 111, 127].

Ο Λάμπρου συνδέει το τοπωνύμιο με το όνομα Λιόπα, ενός φύλαρχου Αλβανού [Λάμπρου 1896, 188].

Αρβανίτες --> Λιόπεσι, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]. Λιόπεσι, αλβανικό χωριό που έχει το όνομα του ιδρυτή του [Γέροντας 1984, 25].

Τοπωνυμικά --> Ο Φουρίκης πιστεύει μεν ότι το τοπωνύμιο είναι αλβανικής προέλευσης, πλην όμως «το lopë και τα εκ τούτου τοπωνύμια ουδεμίαν έχουσι σχέσιν προς το lopë (αγελάς) ή προς το όνομα φυλάρχου Lopa, αλλά σημαίνουσί τι σχετικόν προς τας ιδιότητας του εδάφους και δη των ορέων» [Φουρίκης 1929, 83, 122]. Με το όνομα Λιόπεσι υπάρχουν δύο ακόμα μετονομασμένα αρβανιτοχώρια: η Παιανία Αττικής και η Γοννούσα Σικυωνίων Κορινθίας. Τοπωνύμιο Ljopesi υπάρχει στο Γαύριο Άνδρου [Γιοχάλας 2000, 339].

 

Λιόσια (Λιόση)

Epano Liossia [Karte von Attika 1900 VI].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Λιόσι Χαστιάς. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Λιόσι Φυλής. ΦΕΚ 32/8.12.1845: Παλαιά Λιόσια Αχαρνών [Χουλιαράκης 1973, 111, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Παλαιά Λιόσια Αχαρνών 403. 1889: Παλαιά Λιόσια Αχαρνών 467. 1896: Παλαιά Λιόσια Αχαρνών 428. 1907: Άνω Λιόσια Αχαρνών 788 [Χουλιαράκης 1974, 50, 108, 174, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Λιόσια, μία ώρα και τριάντα λεπτά από Χασιά, 177 κάτοικοι [Σταματάκης 1846, 1]. Λιόσα, μία ώρα και τριάντα λεπτά νοτιοανατολικά της Χασιάς, 33 σπίτια, 166 κάτοικοι. Παράγει δημητριακά και κρασί [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Παλαιά Λιόσια, δύο ώρες των Αθηνών, τριάντα λεπτά του Μενιδίου. Είναι κατάφυτο από διάφορα δέντρα. Κάτοικοι που έφυγαν από εδώ ίδρυσαν τα Νέα Λιόσια [Νουχάκης 1901, 61-62].

Αρβανίτες --> Λιόσι, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]. Ο φύλαρχος Λιόσης ήταν ιδρυτής του χωριού και δερβενοφύλακας [Μπίρης 1960, 90]. Λιώσα (και όχι Λιόσα), αλβανικό χωριό που έχει το όνομα του ιδρυτή του [Γέροντας 1984, 25]. Τη χρήση του «l», αντί του «u» ή του «v», σε ορισμένες λέξεις, σημείωνε ο Σάλταρης στο αρβανίτικο γλωσσικό ιδίωμα στα Λιόσια [Σάλταρης 1986, 493]. Προπολεμικά στα Άνω Λιόσια μιλούσαν αρβανίτικα [Τσίγκος 1991, 57].

Τοπωνυμικά --> Ο Λάμπρου συσχετίζει σωστά το τοπωνύμιο με τον αλβανό φύλαρχο Λιώσα [Λάμπρου 1896, 184]. Ο Φουρίκης διαφωνεί με αυτή την ερμηνεία και σημειώνει: «εξήτασα γέροντα ποιμένα, εκ Μουλκίου, ομιλούντα μόνον την Αλβανικήν και έμαθον ότι Liosh, ενάρθρως ljosh-i λέγεται πάσα ομαλή επί των ορέων θέσις, εν η φύεται άφθονον και κατάλληλον προς βοσκήν χόρτον» [Φουρίκης 1929, 129]. Το επώνυμο Λιόσης και Λιώσης διατηρείται και σήμερα στην Αττική.

 

Μαούνια

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Μαούνια Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Μαούνια Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 111, 127].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Μαούνια, αγροικία [Ραγκαβής 1853 Ι, 297].

Το επώνυμο Μαούνης διατηρείται και σήμερα.

Μενίδι (Μενίδη)

Menidi [Karte von Attika 1900 V].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Μενίδι Αχαρνών (έδρα). ΦΕΚ 22/18.9.1840: Μενίδι Φυλής. ΦΕΚ 32/8.12.1845: Μενίδι Αχαρνών (έδρα) [Χουλιαράκης 1973, 111, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Μενίδιον Αχαρνών (έδρα) 2.168. 1889: Μενίδιον Αχαρνών (έδρα) 2.550. 1896: Μενίδιον Αχαρνών (έδρα) 2.973. 1907: Μενίδι Αχαρνών (έδρα) 3.546 [Χουλιαράκης 1974, 50, 108, 174, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Μενίδιον, μία ώρα και τριάντα λεπτά από Χασιά, 1.121 κάτοικοι [Σταματάκης 1846, 1]. Μενίδιον, μία ώρα και τριάντα λεπτά νοτιοανατολικά της Χασιάς, 263 σπίτια, 1.058 κάτοικοι. Έχει ένα χρήσιμο ποτάμι, μία γέφυρα, τρία ρυάκια και ένα μεγάλο δάσος. Παράγει δημητριακά και κρασί [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Μενίδιον, δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά των Αθηνών. Υπάρχει ταχυδρομικό γραφείο, ελληνικό σχολείο, αστυνομικό τμήμα και ειρηνοδικείο [Νουχάκης 1901, 61].

Περιηγητές --> Το 1675 το Mainidi είναι ένα χωριό σε ένα ελαιώνα, κοντά στην Αθήνα [Spon 1724 II, 146]. Το Menithi είναι η μεγαλύτερη κωμόπολη της Αττικής, με τριακόσια πενήντα σπίτια [Hobhouse 1817 I, 360]. Το Menidi, δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο. Οι κάτοικοί του ζουν κόβοντας καυσόξυλα από την Πάρνηθα [Gell 1819, 23]. Το Menidi είναι ένα όμορφο χωριό, κοντά στο οποίο βρίσκονται τρεις τύμβοι [Dodwell 1819 I, 522]. Το Menidhi είναι το μεγαλύτερο χωριό στην Αττική μετά τη Khassia. Αποτελείται κυρίως από μικρά δίπατα σπίτια, περιβάλλεται δε από έναν ελαιώνα και μερικά περιβόλια. Στη βόρεια πλευρά του χωριού υπάρχει πηγή με άφθονο νερό [Leake 1835 II, 417].

Σε επιστολή του πάπα Innocentii III προς τον πρώτο Λατίνο επίσκοπο της Αθήνας Berardo, γραμμένη το 1208, μεταξύ ορισμένων τοπωνυμίων της Αττικής βρίσκουμε και το Menidi [Tafel 1839, 460].

Αρβανίτες --> Μενίδι, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]. Το αρβανίτικο ιδίωμα του Μενιδίου ανήκει στην ίδια γλωσσική ομάδα με τις Κουκουβάουνες, τα Κιούρκα, το Κακοσάλεσι και το Καπανδρίτι [Φουρίκης 1933, 50]. Οι Αρβανίτες του Μενιδίου συσχετίζονται με τους Αρβανίτες στις Κουκουβάουνες [Μπίρης 1960, 234]. Τη χρήση του «l», αντί του «u» ή του «v», σε ορισμένες λέξεις, σημείωνε ο Σάλταρης στο αρβανίτικο γλωσσικό ιδίωμα στο Μενίδι [Σάλταρης 1986, 493]. Προπολεμικά στο Μενίδι μιλούσαν αρβανίτικα [Τσίγκος 1991, 57].

Τοπωνυμικά --> Τοπωνύμιο προερχόμενο κάποιον Μενίδη, ιδρυτή του οικισμού. Με το ίδιο όνομα υπάρχει χωριό στον Αμβρακικό κόλπο. Το επώνυμο Μενίδης διατηρείται και σήμερα στην Αττική.

Μετονομασία --> Απόφαση μετονομασίας: «Απόφασις Υπουργείου Εσωτερικών 14700/16.4.1915 (ΦΕΚ 149/2048.1915). Ο οικισμός και η κοινότης Μενιδίου, μετωνομάσθησαν εις οικισμόν και κοινότητα Αχαρνών (επαρχία Αττικής)» [Χουλιαράκης 1975, 115].

Απόφαση Επιτροπείας Τοπωνυμιών για τη μετονομασία: «Αρ. 29 (24 Σεπτεμβρίου 1914).- Επί του υπ’ αρ. 32552 εγγράφου του υπουργείου της 23ης Αυγούστου.- Επιστρέφεται η υπ’ αρ. 23724 π. έ. αναφορά του νομάρχου Αττικής και Βοιωτίας της 14ης Αυγούστου. Το Μενίδι κατέχει την θέσιν των αρχαίων Αχαρνών, καίτοι δε το σημερινόν όνομα, διατηρούν την μνήμην παλαιάς ηπειρωτικής ίσως οικογενείας, είναι ευφωνότατον, και εις τους επιστήμονας γνωστόν διά τον εν αυτώ θολωτόν μυκηναϊκόν τάφον, τον του Μενιδίου λεγόμενον, η απόφασις ουδέν ήττον του κοινοτικού συμβουλίου, όπως αναλάβη το αρχαίον όνομα είναι ορθή, τοσούτον μάλλον καθ’ όσον μετά την κατάργησιν του δήμου το όνομα εξαλείφεται εκ του επισήμου διοικητικού ονοματολογίου. Όθεν η Επιτροπεία υποβάλλει γνώμην περί εγκρίσεως αυτής » [Πολίτης 1920, 13].

 

Μονή Κλειστών

Kliston [Karte von Attika 1900 XXΙV].

 Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 22/18.9.1840: Μονή Κλειστών Φυλής. ΦΕΚ 32/8.12.1845: Μονή Κλειστών Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Μονή Κλειστού Φυλής 13. 1889: Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ή Κλειστών Φυλής 12. 1896: Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Κλειστών Φυλής 10 [Χουλιαράκης 1974, 50, 109, 175].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Μονή Κλειστών, διατηρούμενη [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Μονή Κλειστών, «Η Κοίμησις της Θεοτόκου», τέσσερις ώρες των Αθηνών, τριάντα πέντε λεπτά του Ασπροπύργου. Το μοναστήρι κτίστηκε το 1240. Βρίσκεται μέσα σε μια απότομη χαράδρα της Πάρνηθας, στα 450 μέτρα. Από εδώ ξεκινά το καταστραμμένο υδραγωγείο της «βασίλισσας Γιαννούλας» [Νουχάκης 1901, 74].

Περιηγητές --> Είκοσι τρία λεπτά από Kasha υψώνεται ένας γκρεμός με μερικά ερείπια τειχών, που αποτελούνται από μικρές πέτρες και κονίαμα, τα οποία προφανώς είναι ηλικίας μόνο μερικών εκατοντάδων ετών. Υπάρχει επίσης εδώ ένα ρέμα. Αυτά τα ερείπια στο βράχο και το ρέμα τα ονομάζουν Janoula, από μία πραγματική ή φανταστική κυρία με αυτό το όνομα, θεωρούν δε πως εδώ ήταν ένα αρχαίο υδραγωγείο. Στη Kasha έχουν πολλές παραδόσεις σχετικά με αυτή την ισχυρή αρχόντισσα, υπάρχει μάλιστα ένα ερειπωμένο σπίτι, που όντας μεγαλύτερο από τα κοινά αγροτόσπιτα, πιστεύουν πως ήταν το παλάτι της [Dodwell 1819 I, 505].

 

Μονομάτι (Μονομάτη)

Monomati [Karte von Attika 1900 V].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Μονομάτι Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Μονομάτι Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 111, 127].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Μονομάτι, νοτιοανατολικά της Χασιάς, αγροικία [Ραγκαβής 1853 Ι, 297].

Περιηγητές --> Το χωριό Micro Monommatia βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού Icarius [Gell 1819, 49].

Το επώνυμο Μονομάτης διατηρείται και σήμερα.

 

Μπέλιζα

 Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1907: Μπέλιζα Αχαρνών 13 [Χουλιαράκης 1974, 263].

 

Ντράπεζα

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Δράπεζα, έξι ώρες των Αθηνών, πέντε ώρες του Ασπροπύργου. Παραθερίζουν βλαχοποιμένες [Νουχάκης 1901, 74].

 

Σαλονίκη

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1896: Σαλονίκι Αχαρνών 7. 1907: Σαλονίκι Αχαρνών 56 [Χουλιαράκης 1974, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Σαλονίκη, τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά των Αθηνών, μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά του Μενιδίου.

Το επώνυμο Σαλονίκης διατηρείται και σήμερα.

Τατόι (Τατόη)

Tatoi [Karte von Attika 1900 XX].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Τατόι Αχαρνών. ΦΕΚ 22/18.9.1840: Τατόι Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 111, 127].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Τατόιον Αχαρνών 130. 1889: Τατόιον Αχαρνών 112. 1896: Τατόιον Αχαρνών 274. 1907: Τατόι ή Δεκέλεια Αχαρνών 197 [Χουλιαράκης 1974, 50, 108, 174, 263].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Τατόι (Δεκέλεια), βορειοανατολικά της Χασιάς, αγροικία [Ραγκαβής 1853 Ι, 297]. Δεκέλεια ή Τατόιον, τέσσερις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά των Αθηνών, δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά του Μενιδίου. Υπάρχει ταχυδρομικό γραφείο και τηλεγραφείο. Ανήκε μέχρι το 1871 στην οικογένεια Σ. Σούτσου, έκτοτε δε περιήλθε στην κυριότητα της βασιλικής οικογένειας, η οποία το χρησιμοποιεί ως θέρετρο. Το δάσος του είναι εξωραϊσμένο, τα δε οικήματα καινούρια και ωραία [Νουχάκης 1901, 61-63].

Περιηγητές --> Στο Tatoe υπάρχει μια πέτρινη βρύση σε ένα δασωμένο λόφο και λίγο πιο πάνω βρίσκονται τα ερείπια ενός αρχαίου τείχους [Hobhouse 1817 I, 361]. Το Tatoi, είναι μία πηγή κοντά σε έναν καταρράκτη, στο πέρασμα για Oropus [Gell 1819, 23]. Υπάρχει μια μικρή ακρόπολη που ονομάζεται Tatoi, η οποία πιθανώς να είναι η αρχαία Deceleia [Dodwell 1819 I, 502].

Αρβανίτες --> Τατόι, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]

Τοπωνυμικά --> Ο Λάμπρου συνδέει το τοπωνύμιο με τον αλβανικό οίκο του Τατόη (αναφορά στο επώνυμο υπάρχει σε έγγραφο του 1552) [Λάμπρου 1896, 188].

Φυλής Φρούριο

Phyle [Karte von Attika 1900 XXΙV].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Φυλής Φρούριον, πέντε ώρες των Αθηνών, πέντε ώρες του Ασπροπύργου. Ερείπια αρχαίου φρουρίου πάνω στον ορεινό δρόμο Αθηνών-Θηβών [Νουχάκης 1901, 74].

Περιηγητές --> Το φρούριο Phyle βρίσκεται πάνω σε ένα ψηλό γκρεμό. Τώρα το λένε και Bigla Kastro. Αυτό ήταν ένα από τα αρχαία κάστρα που υπήρχαν στα σύνορα Αττικής-Βοιωτίας [Gell 1819, 52]. Το αρχαίο κάστρο Phyle βρίσκεται ψηλά πάνω το βουνό, μια ώρα και ένα τέταρτο από τη Kasha, στο δρόμο για τη Θήβα. Είναι προσιτό μόνο από τα νότια και τα ανατολικά. Παραμένει άγνωστο πότε κτίστηκε. Το σύγχρονο όνομά του είναι Argiro-Kastro και όχι Biglia Castro όπως κάποιοι υποστηρίζουν [Dodwell 1819 I, 504].

 

Χασιά

Chasia [Karte von Attika 1900 XXΙV].

Πρώιμα διοικητικά --> ΦΕΚ 80/28.12.1836: Χαστιά Χαστιάς (έδρα). ΦΕΚ 22/18.9.1840: Χασιά (Χαστιά) Φυλής (έδρα). ΦΕΚ 32/8.12.1845: Χασιά Φυλής [Χουλιαράκης 1973, 111, 127, 148].

Κάτοικοι ανά απογραφή --> Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Χασιά Φυλής 609. 1889: Χασιά Φυλής 749. 1896: Χασιά Φυλής 879. 1907: Χασιά Φυλής 1.183 [Χουλιαράκης 1974, 50, 109, 175, 264].

Στατιστικά – χωρογραφικά --> Χασιά, τέσσερις ώρες από την πρωτεύουσα, 587 κάτοικοι [Σταματάκης 1846, 1]. Χασιά, τέσσερις ώρες βορειοδυτικά των Αθηνών, 109 σπίτια, 557 κάτοικοι. Έχει ένα χρήσιμο ρυάκι και ένα μεγάλο δάσος. Παράγει δημητριακά, κρασί, λάδι, μέλι. Υπάρχει δημοτικό σχολείο [Ραγκαβής 1853 Ι, 296]. Χασά, τρεις ώρες των Αθηνών, δύο ώρες του Ασπροπύργου. Εδώ βρίσκονται ερείπια των ανακτόρων «της βασίλισσας Γιαννούλας», όπως τα λένε οι ντόπιοι [Νουχάκης 1901, 74-75].

Περιηγητές --> Στη Casha τα σπίτια είναι καλοχτισμένα και από πέτρα [Hobhouse 1817 I, 241]. Η Kastia είναι ένα μεγάλο χωριό με αρκετές εκκλησίες. Εδώ κοντά βρίσκονται κάποιες αρχαιότητες [Gell 1819, 50]. Η Kasha είναι ένα μεγάλο χωριό. Οι κάτοικοί της ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή ξυλοκάρβουνων, από τα δάση του βουνού, τα οποία πουλάνε στους Αθηναίους [Dodwell 1819 I, 502].

Σε επιστολή του πάπα Innocentii III προς τον πρώτο Λατίνο επίσκοπο της Αθήνας Berardo, γραμμένη το 1208, μεταξύ ορισμένων τοπωνυμίων της Αττικής βρίσκουμε και το Cassas (πριν το Menidi) [Tafel 1839, 460].

Αρβανίτες --> Χασσιά, κάτοικοι Αλβανοί [Καμπούρογλου 1889, 344]. Σύμφωνα με τα επίσημα απογραφικά στοιχεία του 1879, το 96,3% των κατοίκων του δήμου Φυλής (της Χασιάς και των Καλυβιών) είχαν χαρακτηριστεί ως «μη λαλούντες την ελληνική» [Απογραφή 1879]. Προπολεμικά στη Χασιά οι γέροι μιλούσαν αρβανίτικα [Τσίγκος 1991, 57].

Μετονομασία --> Απόφαση μετονομασίας: «Απόφασις Υπουργείου Εσωτερικών 34943/28.7.1915 (ΦΕΚ 273/11.8.1915). Ο οικισμός και η κοινότης Χασιάς, μετωνομάσθησαν εις οικισμόν και κοινότητα Φυλής (επαρχία Αττικής)» [Χουλιαράκης 1975, 117].

Απόφαση Επιτροπείας Τοπωνυμιών για τη μετονομασία: «Αρ. 139 (22 Ιουλίου 1915).- Επί του υπ’ αρ. 19867 εγγράφου του υπουργείου της 9ης Μαΐου.- Επιστρέφεται η υπ’ αρ. 6754 π. έ. αναφορά της νομαρχίας Αττικής και Βοιωτίας μετά των συνημμένων αυτή. Η Χασιά της Αττικής απέχει μεν ικανόν διάστημα, περί τας 2 ½ ώρας, του φρουρίου της Φυλής, ης το όνομα έφερεν ο καταργηθείς δήμος, του οποίου ήτο πρωτεύουσα. Αλλά ουδείς συνοικισμός κείται μεταξύ του σημερινού χωρίου και του αρχαίου φρουρίου. Επειδή δε το όνομα Χασιά ως κοινόν και εις άλλους τόπους και τουρκικόν (σημαίνον βασιλικήν ιδιοκτησίαν) αναγκαίον είναι ν’ αντικατασταθή δι’ άλλου, δεν κρίνομεν άτοπον την απόφασιν του κοινοτικού συμβουλίου Χασιάς περί αποδόσεως εις την κοινότητα του ονόματος της Φυλής, αφού μάλιστα τούτο δεν είναι όνομα αρχαίας πόλεως, αλλά φρουρίου και αττικού δήμου, εις ου την περιοχήν κατά πάσαν πιθανότητα περιελαμβάνετο η θέσις ένθα το σημερινόν χωρίον» [Πολίτης 1920, 12].

Σημείωση:

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της απογραφής του 1879 στους δήμους Αχαρνών (Μενίδιον, Καματερόν, Κουκουβάουνες, Λιόσια Παλαιά, Τατόιον) και Φυλής (Καλύβια, Χασιά, Μονή Κλειστού) υπήρχαν 2.711 και 2.037 «μη λαλούντες την ελληνική», επί συνόλου 3.415 και 2.129 κατοίκων αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της απογραφής του 1907, στο δήμο Αχαρνών (Μενίδι, Άνω Λιόσια, Ασπρόβρυσι, Βαρυμπόπι, Κουκουβάουναις, Καματερόν, Κουσίζον, Λοιμικόν, Μπέλιζα, Σαλονίκι, Τατόι ή Δεκέλεια) επί συνόλου 5.853 κατοίκων, υπήρχαν 3.577 που μιλούσαν την «ελληνική», 2.272 που μιλούσαν την «αλβανική» και 4 που μιλούσαν άλλη γλώσσα [Απογραφή 1907, 8-9].

Spon 1724: Voyage d'Italie, de Dalmatie, de Grece, et du Levant, fait aux annees 1675 & 1676, par Jacob Spon et George Wheler, Tome premier & Tome second, Rutgert Alberts, La Haye, 1724 .

Gell 1819: The itinerary of Greece; containing one hundred routes in Attica, Boeotia, Phocis, Locris, and Thessaly. By Sir William Gell member of the Royal Academy of Berlin, and of the Society of Delittanti, London, Printed for Rodwell and Martin, New Bond Street, 1819.

Hobhouse 1817: A Journey through Albania and other provinces of Turkey in Europe and Asia to Constantinople, during the years 1809 anh 1810, by J. C. Hobhouse, Philadeplhia 1817.

Dodwell 1819: A classical and topografhical tour through Greece, by Edward Dodwell, London 1819.

Pouqueville 1827: Voyage De La Grèce, par F. C. H. L. Pouqueville, consul général de France auprès d'Ali pacha de Janina, membre de l'Académie des inscriptions et Belles Lettres de l'Institut de France; avec cartes, vues et figures: deuxième édition, revue, corrigée et augmentée, tome cinquième, Paris, Chez Firmin Didot Père et Fils, Libraires, Rue Jacob No 24, MDCCCXXVII.

ΦΕΚ 80 / 28.12.1836, ΦΕΚ 22 / 18.12.1840 και Νόμος ΚΕ' / 5.12.1845: Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, υπό Μιχαήλ Χουλιαράκη, τόμος πρώτος - μέρος Ι, Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών, Αθήναι 1974.

Leake 1835: Travels in Northern Greece, by William Martin Leake, F.R.S. & c. in four volumes, London J. Rodwell, New Bond Street, 1835.

Tafel 1839: De Thessalonica eiusque agro dissertatio geographica, Scripsit Theophilus Lucas Frid. Tafel, Berolini, Apud Georgium Andream Reimerum, 1839.

Leake 1841: The topography of Athens and the Demi - Vol. I The topography of Athens & Vol. II The Demi of Attica. Second edition, by William Martin Leake, member of the Society of Delittanti, honorary member of the Royal Academy of Berlin, corresponding member of the Royal Institute of Paris. London, printed for the Author, & Sold by J. Rodwell, New Bond Street, 1841.

Σταματάκης 1846: Πίναξ χωρογραφικός της Ελλάδος, περιέχων τα ονόματα, τας αποστάσεις και τον πληθυσμόν των Δήμων, Πόλεων Κωμοπόλεων και Χωρίων. Ερανισθείς εκ διαφόρων επισήμων εγγράφων της Β. Κυβερνήσεως και εκδοθείς υπό Ι. Δ. Σταματάκη, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Γ. Βλασσαρίδου, 1846.

Ραγκαβής 1853: Τα Ελληνικά, ήτοι περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της αρχαίας και νέας Ελλάδος, συνταχθείσα υπό Ιάκωβου Ρ. Ραγκαβή εις τρεις τόμους, ων ο Α' διαλαμβάνει την Στερεάν, Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα, ο Β' την Πελοπόννησον και ο Γ' τας νήσους τας τε ελευθέρας και μη, και τον πίνακα, και εκδοθείσα υπό Κωνσταντίνου Αντωνιάδου, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, κατά την οδόν Ερμού αριθ. 214, 1853-1854.

Σουρμελής 1854: Αττικά ή περί δήμων Αττικής εν οις και περί τινων μερών του Άστεως, υπό Διονύσιου Σουρμελή, έκδοσις πρώτη, εν Αθήναις, τύποις Αλεξάνδρου Κ. Γκαρπολά, 1854.

Καμπούρογλου 1889: Μνημεία της Ιστορίας των Αθηνών, δημοσιευμένα υπό Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, τόμος πρώτος, εν Αθήναις, τη αρωγή του Δήμου Αθηναίων, εκ του τυπογραφείου Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου, οδός Οφθαλμιατρείου αριθ. 3, 1889.

Νουχάκης 1890: Νέος χωρογραφικός πίναξ, συνταχθείς και εκδοθείς εγκρίσει του Υπουργείου των Στρατιωτικών, υπό Ιωάννου Εμ. Νουχάκη αξιωματικού του Πεζικού, έκδοσις δευτέρα μετά προσθήκης ενός μέρους εισέτι και βελτιώσεως μετά προσθηκών του δευτέρου μέρους, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου, οδός οφθαλμιατρείου αριθ. 8, 1890.

Karte von Attika 1900: Karte von Attika 1900 nach den auf Veranlassung des Kaiserlich Deutschen Archäologischen Instituts und mit Unterstützung des k. preussischen Ministeriums der geistlichen, Unterrichts- und Medicinal-Angelegenheiten aufgenommen durch Offiziere und Beamte des Königlich Preuss. Generalstabes aufgenommenen und von E. Curtius und J. A. Kaupert herausgegebenen Karte von Attika 1900 / im Auftr. Des Archäologischen Instituts hrsg. von J. A. Kaupert. - 1:100 000. - Berlin : Reimer. - 1900.

Λάμπρου 1896: Σπυρίδων Λάμπρου, Η ονοματολογία της Αττικής και εις την χώραν εποίκησις των Αλβανών, περιοδικό Παρνασσός Α’ (1896).

Νουχάκης 1901: Ελληνική χωρογραφία, Γεωγραφία Ιστορία Στατιστική πληθυσμού και αποστάσεων, συνταχθείσα και εκδοθείσα εγκρίσει της Α. Β. Υ. του Διαδόχου Γενικού Διοικητού του Στρατού, του Υπουργείου των Στρατιωτικών, αναγνωρισθείσα δε παρά του Υπουργείου των Εσωτερικών, υπό Ιωάννου Εμμ. Νουχάκη λοχαγού του Πεζικού, εκδότης Σπυρίδων Κουσουλίνος, εν Αθήναις, παρά τω εκδότη Σπ. Κουσουλίνω, τυπογραφείον-βιβλιοπωλείον παρά τω ναώ των Αγίων Θεοδώρων, 1901.

Καμπούρογλου 1920: Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Τοπωνυμικά παράδοξα, Αθήναι, εκδότης Ιωάννης Δ. Κολλάρος, βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Σταδίου 44, 1920.

Πολίτης 1920: Επιτροπεία των Τοπωνυμίων της Ελλάδος, Γνωμοδοτήσεις περί μετονομασίας συνοικισμών και κοινοτήτων, εκδιδομέναι αποφάσει του υπουργείου των Εσωτερικών, υπό Ν. Γ. Πολίτου προέδρου της επιτροπείας, εν Αθήναις , εκ του τυπογραφείου Δημητρίου Μ. Δελή, οδός Μιλτιάδου αριθ. 1, 1920.

Σαρρής 1928: Ιωάννη Σαρρή, Τα τοπωνύμια της Αττικής, περιοδικό Αθηνά, τεύχος 40 (1928).

Φουρίκης 1929: Πέτρου Φουρίκη, Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Αττικής, περιοδικό Αθηνά, τεύχος 41 (1929).

Φουρίκης 1930: Πέτρου Φουρίκη, Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Αττικής, περιοδικό Αθηνά, τεύχος 42 (1930).

Οδηγός 1930: Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, Οδηγός Αττικής, εν Αθήναις, τύποις «Πυρσού» Α.Ε., 1930.

Φουρίκης 1932: Πέτρου Φουρίκη, Η εν Αττική ελληνοαλβανική διάλεκτος, περιοδικό Αθηνά, τεύχος 44 (1932).

Φουρίκης 1933: Πέτρου Φουρίκη, Η εν Αττική ελληνοαλβανική διάλεκτος, περιοδικό Αθηνά, τεύχος 45 (1933).

Μπίρης 1960: Κώστα Η. Μπίρη, Αρβανίτες οι Δωριείς του Νεώτερου Ελληνισμού, Ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών, Αθήναι 1960.

Χουλιαράκης 1973: Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος Α', μέρος Ι, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Αθήναι 1973.

Χουλιαράκης 1974: Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος Α', μέρος ΙΙ, πραγματικός πληθυσμός των απογραφών 1848-1911, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Αθήναι 1974.

Χουλιαράκης 1975: Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος B', ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Αθήναι 1975.

Χουλιαράκης 1976: Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος Γ', ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Αθήναι 1976.

Γέροντας 1984: Αλεξάνδρου Ηρ. Γέροντα, Οι Αρβανίτες της Αττικής, Αθήναι 1984.

Σάλταρης 1986: Νίκου Ιω. Σάλταρη, Η ζωή των Αρβανιτών, εκδόσεις Γ. Γέρου, Αθήνα, 1986.

Τσίγκος 1991: Αθανασίου Σιδ. Τσίγκου, Κείμενα για τους Αρβανίτες, πρόλογος Αχ. Γ. Λαζάρου, Αθήνα 1991 (τα κείμενα γράφτηκαν προπολεμικά).

Γιοχάλας 2000: Τίτος Π. Γιοχάλας, Άνδρος - Αρβανίτες και Αρβανίτικα, εκδόσεις Πατάκη 2000.

Γιοχάλας 2002: Τίτος Π. Γιοχάλας, Εύβοια - Τα Αρβανίτικα, εκδόσεις Πατάκη 2002.