Skip to main content

ψα-ψαψαμίτι

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

ψα-ψαψαμίτι

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 22.4.2017

προσθήκες: 11.7.2017

ψα

λίγο ~ ψα Καστοριά

ψα

που ~ ψα Τσακώνικα | ψε Τσακώνικα | ψια Τσακώνικα

ψαγνοφαΐα η

κρεατοφαγία (λόγιο) ~ ψαγνοφαΐα Κύπρος

ψάζου

αδυνατίζω ~ ψάζου Λήμνος

ψάθα η

τα φυτά Typha latifolia, Typha angustata (αφράτο, ράπη, ράπι, ρένα, κυπελισός) & Butomus umbellatus (μπλιτσίνι) ~ ψάθα Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ψαθί Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κέρκυρα, Κύθηρα, Πάρος, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα

ψάθα η

αρχαία ΨΙΑΘΟΣ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 | ψάθινο πλέγμα | αντρικό ψάθινο καπέλο ~ ψάθα Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Άρτα, Γρεβενά, Εύβοια, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Καρδίτσα, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κέρκυρα, Κοζάνη, Λάρισα, Λέσβος, Μαγνησία, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Πιερία, Πόντος, Ρόδος, Σέρρες, Τσακώνικα, Φιλιππούπολη | ψάθθα Λυκία | ψάττα Ρόδος | ψιάθα Ρόδος | ψιάθη Χάλκη ~ ουδέτερο: ψαθί Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ίμβρος, Λέσβος, Μέγαρα,  Πόντος, Ρόδος Τσακώνικα | ψαθίν Κύπρος, Νάξος, Πόντος, Ρόδος | ψιαθί Ρόδος | ψαχίν Κύπρος ~ υποκοριστικό: ψαθάκ του Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Σέρρες | ψαθάκι το Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1920, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λευκάδα, Ρόδος | ψαθάκιν το Ρόδος | ψαθίτσα η Ρόδος | ψαθόπον το Πόντος | ψαθούλα η Σαρακατσάνικα

ψαθαρκά η

ψάθα | καλαμωτή ~ ψαθαρκά Κύπρος | ψαχαρκά Κύπρος

ψαθάς ο

που φτιάχνει ή πουλάει ψάθες και ψάθινα | ψαθοποιός (λόγιο) | ψαθοπώλης (λόγιο) ~ ψαθάς Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998, Ίμβρος

ψαθένιος

ψάθινος ~ ψαθένιος Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Πρωία 1934 ~ θηλυκό: ψαθένια Πρωία 1934 ~ ουδέτερο: ψαθένιο Πρωία 1934

ψαθιάζου

βάζω σε σειρά ~ ψαθιάζου Πιερία

ψαθίλας ο

τόπος κατάφυτος από ψαθί ~ ψαθίλας Κέρκυρα

ψάθινος

φτιαγμένος από ψάθα ~ ψάθενος Νάξος | ψάθινος Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Νάξος | ψιάθινος Πρωία 1934 ~ θηλυκό: ψάθινη Legrand 1882, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψιάθινη Πρωία 1934 ~ ουδέτερο: ψάθινο Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψάχενον Κύπρος | ψιάθινο Πρωία 1934

ψαθκιάς ο

ποικιλία σταριού ~ ψαθκιάς Κύπρος | ψαχάς Κύπρος

ψαθολούρι το

αρρώστια των μωρών με πόνο στην κοιλιά και διάρροια ~ ψαθολούρι Αρκαδία

ψαθούρα η

ψάθα (πλέγμα) ~ ψαθούρα Νάξος

ψαθούρι

στρωματσάδα ~ ψαθούρι Κρήτη

ψαθούρι το

τηγανίτα | λουκουμάς | δίπλα | κουλούρι με σουσάμι ~ ψαθθούριν Λυκία | ψαθούρι Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Σύρος, Χίος | ψαθύρ Πόντος | ψαθύριν Πόντος

ψαθοχόρταρτον το

χόρτο κατάλληλο για να πλεχτεί ψάθα ~ ψαθόχορταρον Πόντος

ψαθόχορτο το

χόρτο που χρησιμοποιείται στην καλαθοπλεκτική ~ ψαθόχορτο Χίος ~ ψαθόχουρτου Ίμβρος, Πιερία, Σέρρες

ψαθυρεύω

φτιάχνω ψαθύρια (ψαθούρια) ~ ψαθυρεύω Πόντος

ψαθυρίσκιν το

ψαθούρι, ψαθύρι ~ ψαθυρίσκιν Πόντος

ψάθωμα το

πλέγμα από ψάθα | σκέπασμα με ψάθα ~ ψάθωμα Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

ψαθώνω

σκεπάζω με ψάθωμα | πλέκω σε σχήμα ψάθινου πλέγματος ~ ψαθόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1910 | ψαθώνω Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος ~ ψαθώνομαι Somavera 1709, ΑΠΘ 1998

ψαθωτός

που είναι φτιαγμένος από ψάθα ή που μοιάζει με πλέγμα ψάθας ~ ψαθωτός Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: ψαθωτή Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ψαθωτό Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαΐα α

ερημιά | ξεραΐλα ~ ψαΐα Τσακώνικα

ψαΐλα η

βοσκημένο λιβάδι | χώρος για τα ζώα πρόχειρα περιφραγμένος ~ ψαΐλα Αρκαδία, Λακωνία

ψαϊλώνω

διανυκτερεύω με το κοπάδι στην ύπαιθρο ~ ψαϊλώνω Αρκαδία, Λακωνία

ψακάδα η

πίκρα, πικράδα ~ ψακάδα Βάλληνδας 1887 | ψιακάδα Λέσβος

ψακάζω

ψακώνω ~ ψακάζω Χίος

ψακατερής

φαρμακερός ~ ψακαντέρης Κρήτη | ψακατερής Κρήτη | ψακωτερός Κρήτη | ψιακαντέρης Κρήτη | ψιακατερής Κρήτη

ψακής

φαρμακερός | πικρός ~ πιακής Κρήτη | ψακής Κρήτη | ψιακής Κρήτη ~ ουδέτερο: ψιακό Ίμβρος

ψακί το

φαρμάκι, δηλητήριο (λόγιο) | πίκρα, πικράδα ~ ψακί Πρωία 1934, Κριαράς 1995, Αϊβαλί, Θάσος, Κάλυμνος, Κρήτη, Κως, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι, Νάξος, Νίσυρος, Χίος | ψατζίν Κύπρος | ψιάκι Somavera 1709, Βλαστός 1931 | ψιακί Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Κριαράς 1995 | ψιακίν Λυκία | ψιατσί Λέσβος ~ θηλυκό: ψάκα Κρήτη, Κως | ψακή Βάλληνδας 1887, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Λέσβος, Κρήτη, Νίσυρος, Ρόδος | ψατζή Κύπρος | ψιάκα Ίμβρος, Κρήτη | ψιακή Βάλληνδας 1887, Ανδριώτης 1983, Ίμβρος, Κύθνος, Λέσβος, Ρόδος, Χάλκη | ψιατσή Λέσβος

ψάκι το

το φυτό Aconitum napellus, στριγγλοβότανο | το φυτό Vinca herbacea (?) ~ ψάκι Ηπίτης 1910, Γεννάδιος 1914 | ψατσίν Χίος | ψιάκι Ηπίτης 1910 | ψιακί Heldreich 1926 ~ θηλυκό: πιακή Κρήτη | ψιακή Κρήτη | ψακιά Θάσος

ψακίν το

εκλεκτό φαγητό ~ ψακίν Λυκία

ψακίτης ο

φαρμακερό μανιτάρι ~ ψακίτης Κρήτη

ψακός

πικρός ~ ψακός Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι | ψιακός Ίμβρος ~ θηλυκό: ψιακιά Ίμβρος ~ ουδέτερο: ψιακό Ίμβρος

ψακοτάρι το

το φυτό Arum creticum ~ ψακοτάρι Heldreich 1926

ψακουβουτανίννου

ψακώνω ~ ψακουβουτανίννου Λυκία

ψακούρα η

λαιμαργία ~ ψακούρα Καστελλόριζο

ψακουριάζω

τρώω λαίμαργα ~ ψακουριάζω Καστελλόριζο

ψακούτης

δηλητηριώδης (λόγιο) ~ ψακούτης Δημητράκος 1950 | ψιακούτης Δημητράκος 1950 ~ θηλυκό: ψακούτα Δημητράκος 1950 | ψιακούτα Δημητράκος 1950 ~ ουδέτερο: ψακούτικο Δημητράκος 1950 | ψιακούτικο Δημητράκος 1950 ~

ψακόχορτο το

πικρό αγριόχορτο ~ ψακόχορτο Κρήτη | ψιακόχορτου Ίμβρος

ψάκωμα

φαρμάκωμα, δηλητηρίαση (λόγιο) | πικράδα, πικρίλα ~ ψάτζεμαν Κύπρος | ψάκωμα Πρωία 1934, Κριαράς 1995, Κρήτη ~ ψιάκουμα Ίμβρος | ψιάκωμα Somavera 1709, Πρωία 1934, Κριαράς 1995, Κρήτη

ψακώννου

περιδρομιάζω ~ ψακώννου Λυκία

ψακωντέ η

πικράδα, πικρίλα ~ ψακωντέ Κρήτη | ψιακωντέ Κρήτη

ψακώνω

φαρμακώνω, δηλητηριάζω (λόγιο) | πικραίνομαι ~ ψακώννου Λυκία | ψακώννω Νίσυρος, Ρόδος | ψακώνου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σαμοθράκη | ψακώνω Βάλληνδας 1887, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Κρήτη, Κύθνος, Κως, Νάξος, Πάρος, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Ρόδος, Χίος | ψατζεύκω Κύπρος ~ ψιακώννου Λυκία | ψιακώνου Ίμβρος, Λέσβος, Σέρρες | ψιακώνω Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Κύθνος, Κρήτη, Μύκονος, Χάλκη | ψιακώννω Κως, Ρόδος, Χίος ~ ψακώννουμαι Ρόδος | ψακώνομαι Καστελλόριζο | ψακώνουμι Θάσος | ψατζεύκουμαι Κύπρος | ψιακώνουμι Λέσβος | ψιακώνομαι Somavera 1709 ~ μετοχή: ψακωμένος Βάλληνδας 1887, Ικαρία, Κρήτη, Νάξος, Νίσυρος | ψατζεμένος Κύπρος | ψιακουμένους Λέσβος | ψιακωμένος Somavera 1709

ψακωτήρα η

φυτό με φαρμακερό χυμό ~ ψακωτήρα Ρόδος ~ ουδέτερο: ψακωτάρι Κρήτη | ψιακωτάρι Κρήτη

ψαλάζω

ψαλιδίζω ~ ψαλάζω Χάλκη

ψαλάσσω

τσιμπολογώ | ψιλοτρώω ~ ψαλάσσω Κρήτη | ψιαλάσσω Κρήτη

ψαλάφε η

ψαλάφεμα ~ ψαλάφε Πόντος ~ αρσενικό: ψαλάφες Πόντος

ψαλάφεμα το

αίτηση (λόγιο) ~ ψαλάφεμα Πόντος | ψαλάφεμαν Πόντος | ψηλάφεμαν Πόντος

ψαλαφίον το

ψαλάφεμα ~ ψαλαφίον Πόντος

ψαλαφώ

ζητώ ~ ψαλαφώ Ηπίτης 1910, Πόντος | ψηλαφώ Πόντος ~ ψαλαφίουμαι Πόντος | ψηλαφίουμαι Πόντος ~ μετοχή αρσενικό: ψαλαφεμένος Πόντος | ψηλαφεμένος Πόντος ~ μετοχή θηλυκό: ψαλαφεμέντζα Πόντος | ψηλαφεμέντζα Πόντος ~

ψαλδουκουφτός ου

ζικζακωτός ~ ψαλδουκουφτός Ίμβρος

ψάλημα το

διάβασμα ~ ψάλημα Καππαδοκία

ψάλι το

εξάρτημα του σαμαριού ~ ψάλι Λευκάδα

ψάλιας ο

μεγάλο ψαλίδι, ψαλίδα ~ ψάλιας Κάρπαθος

ψαλίδα η

άλλο όνομα της σαρανταποδαρούσας (Scolopendra) ~ ψαλία Τσακώνικα | ψαλίγια Καππαδοκία | ψαλίδα Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Γρεβενά, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Νίσυρος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα

ψαλίδα η

η δαγκάνα του κάβουρα ~ ψαλίδα Ηπίτης 1910, Νάξος

ψαλίδα η

το έντομο Forficula auricularia ~ ψαλία Τσακώνικα | ψαλίδα Σκαρλάτος 1835, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Λυκία, Μέγαρα, Τσακώνικα, Πιερία, Σέρρες, Χαλκιδική, Χίος | ψαλίθρα Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Νάουσα ~ αρσενικό: ψάλιδος Πόντος

ψαλίδα η

ψαλιδάρης ~ ψαλίδα Κριαράς 1995

ψαλίδα η

ψαλιδονούρα (Anas acuta) ~ ψαλίδα Ηπίτης 1910, Απαλοδήμος 1988, Ορεστιάδα

ψαλιδάκι το

το φυτό Plantago coronopus, κορακοπόδι, κυπαρισσάκι, κυπαρισσόχορτο, περδικοπάτημα, πετεινόχορτο, χηνοπόδι ~ ψαλιδόχορτο Heldreich 1926, Κέρκυρα

ψαλιδάρης ο

το πουλί Milvus milvus, λούπης, λούπος, ψαλίδα ~ ψαλιδάρης Κριαράς 1995 ~ ψαλιδιάρης

ψαλιδάς ο

που φτιάχνει ψαλίδια ~ ψαλιδάς Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931 | ψαλλιάς Κύπρος

ψαλιδάς ο

ψαλιδονούρα (Anas acuta) ~ ψαλιδάς Απαλοδήμος 1988 | ψαλλιδάς Κύπρος

ψαλιδάφτι το

αφτί ζώου σημαδεμένο (κομμένο) με ψαλιδιά ~ ψαλιδάφτι Κρήτη

ψαλίδι το

Buck List: 9.24, scissors, shears | αρχαία ΨΑΛΙΣ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ ατσαλίντι Απουλία | σπαλίθι Καλαβρία | σπαλίσι Καλαβρία | τσαλίδι Απουλία |τσαλίντι Απουλία | σφαλίντι Απουλία | σφσαλίντι Απουλία | φσαλίντι Απουλία |  ψαλί Κως, Ρόδος, Τσακώνικα | ψαλίδ Αιτωλοακαρνανία, Άνδρος, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καππαδοκία, Καρδίτσα, Καστοριά, Πόντος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σκύρος, Φωκίδα | ψαλίδι Corona Preciosa 1527, Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Du Cange 1688Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Βουρλά, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Πόντος, Ρόδος, Τσακώνικα | ψαλίδιν Κύπρος, Πόντος | ψάλιδο Πόντος |   Χάλκη | ψαλίν Κάρπαθος | ψαλίρι Καππαδοκία | ψαλλίδιν Κύπρος | ψαλλίιν Κύπρος | ψαλλίν Κύπρος | ψαλλντίδι Ρόδος | ψιαλί Ρόδος | ψιαλίν Ρόδος ~ μεγεθυντικό: ψαλία Κάρπαθος, Ρόδος, Τσακώνικα | ψαλιά Ρόδος | ψαλίγια Καππαδοκία | ψαλίδα Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Du Cange 1688Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Δελβίνο, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύθηρα, Μαγνησία, Πόντος, Πιερία, Πωγώνι, Σέρρες, Τσακώνικα, Χαλκιδική | ψαλλία Κύπρος | ψαλλίδα Κύπρος | ψαλλντίδα Ρόδος | ψιαλία Ρόδος ~ υποκοριστικό: σπαλιθιούκι Καλαβρία | ψαλιάκιν Κάρπαθος | ψαλδάκ Μαγνησία | ψαλιδάκι Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κέρκυρα | ψαλιδόπλλον Πόντος

ψαλιδιά η

κόψιμο με ψαλίδι | είδος ναυτικού κόμπου ~ ψαλδιά Γρεβενά, Καστοριά, Φωκίδα | ψαλιγιά Χάλκη | ψαλιδέα Πόντος, Τσακώνικα | ψαλιδιά Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Καστελλόριζο | ψαλιδία Ζάκυνθος, Τσακώνικα | ψαλιέα Κάρπαθος | ψαλιριά Καππαδοκία

ψαλιδιάζω

ψαλιδίζω ~ ψαλιδάζω Πόντος | ψαλιδιάζω Βλαστός 1931 | ψαλλιδκιάζω Κύπρος

ψαλιδιάρης ο

το πουλί Milvus milvus ~ ψαλιδάρης Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ακαδημία 2016 | ψαλιδιάρης ψαλιδάς Απαλοδήμος 1988, Ακαδημία 2016

ψαλιδίζω

κόβω με το ψαλίδι | λογοκρίνω (λόγιο) ~ σπαλιθίτζω Καλαβρία | ψαλιδίζου Τσακώνικα | ψαλιδίζω Βλάχος 1659, Lange 1708, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Πόντος, Ρόδος, Τσακώνικα | ψαλιίντζω Κάρπαθος ~ ψαλιδίζομαι Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: ψαλιδισμένος Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Ακαδημία 2016

ψαλιδίννου

ψαλιδίζω ~ ψαλιδίννου Λυκία

ψαλίδισμα

κόψιμο με το ψαλίδι | λογοκρισία (λόγιο) ~ ψαλιδίασμαν Πόντος | ψαλίδισμα Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Τσακώνικα | ψαλίδισμαν Πόντος

ψαλιδιστός

ψαλιδωτός ~ ψαλιδιστός Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Δελβίνο ~ θηλυκό: ψαλιδιστή Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Δελβίνο ~ ουδέτερο: ψαλιδιστό Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Δελβίνο

ψαλιδίτα η

κάποιο χόρτο με ψαλιδωτά φύλλα ~ ψαλιδίτα Πόντος

ψαλιδίτζα η

το έντομο ψαλίδα (Forficula auricularia) ~ ψαλιδίτζα Πόντος

ψαλιδόγλωσσος

πολυλογάς, φλύαρος (λόγιο) ~ ψαλιδόγλωσσος Βλαστός 1931, Πρωία 1934, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: ψαλιδόγλωσση ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: ψαλιδόγλωσσο ΑΠΘ 1998

ψαλιδοκέρι το

σύνεργο για το σβήσιμο των κεριών και τον καθαρισμό της καύτρα τους ~ ψαλιδοκέρι Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | ψαλιδουκέριν Λυκία

ψαλιδοκόβω

κόβω με το ψαλίδι ~ ψαλιδικόβω Βλαστός 1931

ψαλιδοκούρεμα το

κακολογία (λόγιο) ~ ψαλιδοκούρεμα Ζάκυνθος

ψαλιδοκουρεύτρα

κακολόγα (λόγιο) ~ ψαλιδοκουρεύτρα Ζάκυνθος

ψαλιδοκουρεύω

κακολογώ (λόγιο) ~ ψαλιδοκουρεύω Ζάκυνθος

ψαλιδόκωλος

ντυμένος γελοία ~ ψαλιδόκωλος Μέγαρα | ψαλλιδόκωλος Κύπρος

ψαλιδολογώ

κορφολογώ τα κλήματα ~ ψαλιδολογώ Κύθηρα

ψαλιδονούρα η

το πουλί Anas acuta, θαλασσοπάπι, θαλασσόπαπια, κιλκιρίκι, μαυρονούρα, σουβλακίδα, σουβλοκώλα, σουβλοκώλι, σουφλοκώλι, σουβλοπάπι, σουβλόπαπια, σφηνοκώλα, τσουφλουκώλα, τσουφλοκώλι, χελιδονάτη, χελιδονωτό, χελιδονούρα, ψαλίδα, ψαλιδάς , ψαλλιδάς ~ ψαλιδονούρα Απαλοδήμος 1988 | ψαλλιονούρα Κύπρος ~ αρσενικό: ψαλλιδονούρης Κύπρος | ψαλλιονούρης Κύπρος

ψαλιδόξυλον το

το ξύλινο ψαλίδι της σκεπής ~ ψαλιδόξυλον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882

ψαλιδόχορτο το

το φυτό Adiantum Capillus-Veneris, αγριαγγουριά, γένια, βροδοτρίχι, βροντοτρίχι, μαλλιόχορτο, μουνοτρίχι, περιπλοκάδι, πηγαδόχορτο, πολυτρίγι, πολυτρίχι, τριχόχορτο ~ ψαλιδόχορτο Κρήτη, Λευκάδα | ψαλιθόχορτο Heldreich 1926, Αμοργός

ψαλιδόχορτο το

το φυτό Statice sinuata (του Μάη το λουλούδι, προβάκι, προβάσι, προβάτσα, προβάτσι, σταθώρι) ~ ψαλιδόχορτο Heldreich 1926, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Κέρκυρα | ψαλιόχορτον Κάρπαθος

ψαλίδω η

γυναίκα φλύαρη και αθυρόστομη ~ ψαλίδω Πελοπόννησος

ψαλιδωτό το

ψαλιδονούρα (Anas acuta) ~ ψαλιδωτό Απαλοδήμος 1988

ψαλιδωτός

που έχει σχήμα ανοιγμένου ψαλιδιού ~ ψαλδουτός Σέρρες | ψαλιδωτός Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: ψαλδουτιά Σέρρες | ψαλιδωτή Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ψαλδουτό Γρεβενά, Σέρρες | ψαλιδωτό Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαλλιωτόν Κύπρος

ψαλίζω

ψαλιδίζω ~ ψαλίζω Χάλκη

ψαλίθρα η

έντομο που τρώει τα σιτάρια και τα λαχανικά ~ ψαλίθρα Πιερία

ψαλίθρα η

χόρτο για πίτα ~ ψαλίθρα Καρδίτσα

ψαλίκουρας ου

το έντομο Gryllotalpa vulgaris, αγγουραφάς, αγγουροκόφτης, αγγουροφάγος, κολοκυθάς, κολοκυθοκόφτης, κρεμυδοφάγος, μπαμπούγερας, πρασάγγουρας ~ ψαλίκουρας Σέρρες

ψαλίκουρδα η

θαλασσινό μαμούνι που πετά και πηδάει στις ακρογιαλιές ~ ψαλίκουρδα Βλαστός 1931

ψαλικουρίδα η

ψαλίδα (σαρανταποδαρούσα) ~ ψαλικουρίδα Μέγαρα

ψαλικουρίδα η

ψαλιδόγλωσσος (φλύαρος) ~ ψαλικουρίδα Μέγαρα

ψαλιμουδίζω

σιγομουρμουρίζω ~ ψαλιμουδίζω Κρήτη

ψάλιος

λεπτός | αδύνατος ~ ψάλιος Κύπρος ~ ουδέτερο: ψάλιον Κύπρος

ψαλιούλι το

ψαλίδι ~ ψαλιούλι Τσακώνικα

ψαλιρίστρα το

χελιδόνι ~ ψαλιρίστρα Καππαδοκία

ψαλιτάρ

εγγράμματος (λόγιο) ~ ψαλιτάρ Καππαδοκία

ψαλκούρ του

μικρό μαμούνι ~ ψαλκούρ Λήμνος

ψαλλέτσω

ψάλλω ~ ψαλλέτσω Πόντος

ψαλλί το

λεπίδα σουγιά ή μαχαιριού ~ ψαλλί Νίσυρος | ψαλλίν Νίσυρος ~ θηλυκό: ψάλα Κάρπαθος

ψαλλιδόκομπος ο

ο κόμπος ψαλιδιά ~ ψαλλιδόκομπος Κύπρος

ψαλλίζω

ψάλλω ~ ψαλλίζω Ικαρία

ψαλλίσκω

ψάλλω ~ ψαλλίσκω Καππαδοκία

ψαλλουκίντζω

μουρμουρίζω | γκρινιάζω ~ ψαλλουκίντζω Κάρπαθος

ψάλλω

τραγουδώ θρησκευτικούς ύμνους | αρχαία ΨΑΛΛΩ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ ψάλλου Καππαδοκία, Σέρρες, Τσακώνικα | ψάλλω Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Επτάνησα, Ήπειρος, Καππαδοκία, Κάρπαθος, Κως, Προύσα, Τσακώνικα | ψάου Τσακώνικα | ψάω Τσακώνικα | ψέλλω Δελβίνο ~ ψάλλομαι Somavera 1709, ΑΠΘ 1998 | ψάρκομαι Κύπρος | ψάρκουμαι Κύπρος ~ μετοχή: ψαλμένος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790

ψάλμα το

τα κόλλυβα ~ ψάλμα Θεσπρωτία

ψάλμα το

τραγούδι | μελωδία (λόγιο) | διάβασμα ~ ψάλμα Βλάχος 1659, Legrand 1882, Καππαδοκία ~ υποκοριστικό: ψαλματάκι Βλάχος 1659

ψαλμάδα η

ψάλμα ~ ψαλμάδα Μύκονος

ψαλμοκατάρα η

αφορισμός | ο ψαλμός του Δαυίδ κατά των κλεφτών ~ ψαλμοκατάρα Βλαστός 1931 | ψαρμοκατάρα Χίος

ψαλμοκαταριέμαι

αφορίζω ~ ψαλμοκαταριέμαι Βλαστός 1931

ψαλμός ο

το μνημόσυνο και το τραπέζι που γίνεται μετά το μνημόσυνο ~ ψαλμός Πόντος

ψαλμουδιά η

ψαλμωδία (λόγιο) ~ ψαλιμουδιά Κέρκυρα | ψαλμουδιά Somavera 1709, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | ψαλμουδία Αρκαδία, Λέσβος, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα, Χίος | ψαλμουθκιά Κύπρος | ψαρμουδιά Ζάκυνθος, Ρόδος | ψαρμουθκιά Κύπρος | ψαρμουία Κάρπαθος

ψαλμουδιάζω

υμνολογώ (λόγιο) ~ ψαλμουδιάζω Somavera 1709, Βλαστός 1931

ψάλσιμο το

ο τρόπος που ψέλνει κάποιος ~ ψαλσίμ Σάμος | ψάλσιμο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Τσακώνικα | ψάλσιμον Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Πόντος | ψάλσιμου Τσακώνικα | ψάλσμου Σαμοθράκη | ψάλτσιμο Καππαδοκία | ψάλτσμου Καστοριά | ψάρσιμο Ζάκυνθος

ψαλτά

με ψαλμουδιά ~ ψαλτά Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Κριαράς 1995 | ψαρτά Ζάκυνθος

ψαλτερός

τραγουδιστός ~ ψαλτερός Βλαστός 1931

ψαλτήρα η

ψαλτήρι ~ ψαλτήρα Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790

ψαλτήρι το

βιβλίο με ψαλμούς | χώρος στην εκκλησία όπου κάθονται οι ψάλτες ~ ψαλετήρ Καππαδοκία | ψαλιτήρι Παλιά Αθήνα, Αρκαδία, Λακωνία | ψαλτήρ Καστοριά, Πόντος | ψαλτήρι Βλάχος 1659, Somavera 1709,  Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαλτήριν Κύπρος | ψαρτήρι Αστυπάλαια, Ζάκυνθος, Θήρα, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κως, Λέρος, Νάξος, Πόντος, Ρόδος | ψαρτήριν Κάρπαθος, Κύπρος, Πόντος, Ρόδος

ψάλτης

που ψέλνει στην εκκλησία ~ ψάλτα ο Τσακώνικα | ψάλτας Σέρρες | ψάλτες Πόντος | ψάλτης Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Καππαδοκία | ψάλτς Καρδίτσα, Καστοριά | ψάρτης Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κύπρος, Κως, Πόντος, Ρόδος, Τσεσμές ~ θηλυκό: ψάλτρα Somavera 1709, Κριαράς 1995 | ψάλτρια Germano 1622, Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ πληθυντικός: ψαλτάδες Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Κέρκυρα | ψάλτες Δημητράκος 1950

ψαλτικά τα

η αμοιβή του ψάλτη ~ ψαλτικά Germano 1622, Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Αμοργός, Αρκαδία | ψαλτκά Φθιώτιδα ~ ενικός: ψαλτικόν Βεντότης 1790, Πόντος | ψαρτικό Θήρα

ψαλτικά τα

ψαλμωδίες (λόγιο) ~ ψαλτικά Πιερία | ψαρτήρκα Κύπρος

ψαλτική η

η τέχνη του ψάλτη ~ ψαλτική Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Πόντος | ψαρτική Ζάκυνθος

ψαλτικό το

αναλόγιο (λόγιο) ~ ψαλτικό Κύθηρα

ψαλτόπαιδο το

νεαρός ψάλτης ~ ψαλτόπαιδο Βλαστός 1931

ψαλτός

ψαλλόμενος | τραγουδιστός ~ ψαλτός Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983 ~ θηλυκό: ψαλτή Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950

ψάμα το

σκούπισμα | σφούγγισμα ~ ψάμα Τσακώνικα

ψαμίκι

ακριβώς (λόγιο) ~ ψαμίκι Νίσυρος | ψαμίκιν Νίσυρος

ψάνα η

χλωρός καρπός δημητριακών (ωμός ή καβουρντισμένος) ~ ψάνα Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα, Φωκίδα | ψάνη Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Λακωνία, Λευκάδα | ψιάνα Θεσπρωτία

ψανιάζω

αρχίζει να σκληραίνει ο καρπός (για στάρια) ~ ψανιάζου Αιτωλοακαρνανία | ψανίζου Αιτωλοακαρνανία | ψανιάζω Αρκαδία, Ηλεία ~ μετοχή: ψανιασμένος Αιτωλοακαρνανία

ψάνιασμα του

ωρίμασμα ~ ψάνιασμα Αιτωλοακαρνανία

ψανίζουμαι

σιχαίνομαι ~ ψανίζουμαι Κύπρος

ψανίζω

πυρώνω | ξεραίνομαι ~ ψανίζω Δελβίνο, Θεσπρωτία ~ ψανίζομαι Θεσπρωτία

ψάνιο το

φαγητό από καβουρντισμένα χλωρά στάχυα με σταφίδες ~ ψάνιο Ζάκυνθος

ψανισκιάρης

σιχασιάρης ~ ψανισκιάρης Κύπρος

ψανός

βραστερός | εύθραυστος (λόγιο) ~ ψανός Ανδριώτης 1983, Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Λευκάδα, Μαγνησία, Σάμος, Φθιώτιδα, Φωκίδα | ψάνιος Κεφαλονιά, Λακωνία | ουψανός Σάμος ~ θηλυκό: ψανή Λευκάδα | ψάνια Πελοπόννησος ~ ουδέτερο: ψάνιο Πελοπόννησος | ψανό Λευκάδα, Σάμος

ψάνος το

σιχασιά, σιχαμάρα ~ ψάνος Κύπρος

ψάξιμο το

αναζήτηση (λόγιο) | έρευνα (λόγιο) ~ ψάξιμο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα | ψάξιμον Somavera 1709, Legrand 1882 | ψάξμου Αιτωλοακαρνανία, Σέρρες

ψάρα η

το φυτό αγριόμπιζο ~ ψάρα Κεφαλονιά, Κρήτη, Λευκάδα

ψάρα η

φραντζόλα ψωμί | πίτα ~ ψάρα Αλιβέρι, Αλόννησος, Σάμος, Σκόπελος, Σκύρος

ψαραγάνα η

το μικρό κόκαλο του ψαριού ~ ψαραγάνα Δημητράκος 1950

ψαραγκάθι το

ψαροκόκαλο ~ ψαραγκάθι Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995 | ψαράγκαθο Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995

ψαραγορά

ιχθυαγορά (λόγιο) ~ ψαραγορά Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαραγούδουρας ου

φυτό του γένους Hypericum ~ ψαραγούδουρας Ίμβρος

ψαράδ του

ψαρίλα ~ ψαράδ Ίμβρος

ψαράδα η

γκριζάδα, σταχτάδα, σταχτεράδα, μολυβάδα ~ ψαράδα Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931

ψαράδικο το

ιχθυοπωλείο (λόγιο) | ψαροκάικο ~ ψαράδικο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαράδικον Somavera 1709 | ψαράικον Κάρπαθος | ψαράτικο Ζάκυνθος

ψαράδικος

που ανήκει ή αναφέρεται στον ψαρά ~ ψαράδικος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: ψαράδικη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ψαράδικο Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαραδοσύνη η

ψαρική ~ ψαραδοσύνη Πάρος

ψαραετός ο

το πουλί Pantion haliaetus, ασπρογέρακας, βουτηχτής, ψαρογέρακο, ψαροπούλι ~ ψαραετός Απαλοδήμος 1988, Ακαδημία 2016

ψαραίνω

γκριζάρω, ασπρίζω ~ ψαραίνω Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κάρπαθος, Κρήτη, Νάξος | ψαριαίνω Πελοπόννησος

ψαράκι το

το φυτό Samolus valerandi, πατσινόχορτο ~ ψαράκι Legrand 1882, Heldreich 1926, Κέρκυρα

ψαράκι το

ψαρονέφρι ~ ψαράκι Νίσυρος | ψαράκιν Νίσυρος

ψαρακώνομαι

ξεγυμνώνομαι ~ ψαρακώνομαι Κύθηρα

ψαράρης ο

ψαράς ~ ψαράρης Κύπρος

ψαράς ο

αλιέας (λόγιο) | Buck List: 3.66, fisherman ~ οψαράς Πόντος | ψαρά ο Τσακώνικα | ψαράς Corona Preciosa 1527, Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Καστοριά, Κέρκυρα, Κίμωλος, Κύθνος, Λακωνία, Λήμνος, Μεγανήσι, Νίσυρος, Παξοί, Πόντος, Ρόδος ~ θηλυκό: ψαράδαινα Legrand 1882, Βλαστός 1931 | ψαράδενα Somavera 1709 | ψαράδισα Βλαστός 1931 | ψαρού Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Thumb 1912, Βλαστός 1931 | ψαρούδισα Βλαστός 1931

ψαράς ο

πλατύ και ρηχό καλάθι που είχαν οι πλανόδιοι ψαράδες ~ ψαράς Κέρκυρα

ψαράς ο

το πουλί ψαρολόγος (Alcedo atthis) ~ ψαράς Βλαστός 1931

ψαράτα

κατά μήκος ~ ψαράτα Πάρος

ψαρατός ο

το πουλί ψαρολόγος (Alcedo atthis) ~ ψαρατός Βλαστός 1931, Χίος

ψαργά

αποβραδίς ~ ψαργά Κύθηρα

ψαργαδινός

χτεσινοβραδινός, ψεσινός ~ οψαργαντινός Κύθηρα | ψαργαδινός Κρήτη, Κύθηρα | ψαργάτινος Κρήτη

ψαρέγκλα η

το πουλί Motacilla alba, κωλοσούσα, σεισούρα, σεισουράδα, σεισουρήθρα, τσιλιβίθρα, σουρσουράδα, σουσουράδα ~ ψαρέγκλα Αρκαδία, Μεσσηνία

ψαρέλα η

πίτα δίχως φύλλο ~ ψαρέλα Βοιωτία

ψαρέλς ου

γυμνός ~ ψαρέλς Βοιωτία

ψάρεμα η

αλιεία (λόγιο) ~ οψάρεμαν Πόντος | ψάρεμα Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ικαρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Λέρος, Μεσσηνία, Νίσυρος, Παξοί, Τσακώνικα | ψάρεμμα Σκαρλάτος 1835 | ψάρευμα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910 | ψάριμα Καστοριά, Λέσβος

ψαρερός

πολύψαρος, πλουσιόψαρος ~ ψαρερός Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931 ~ θηλυκό: ψαρερή Legrand 1882

ψαρές

ψαρίλα ~ ψαρές Χαλκιδική

ψάρες οι

λαθούρια για φάβα ~ ψάρες Κύθηρα

ψαρευτής

ψαράς ~ ψαρεφτής Βλαστός 1931

ψαρευτική η

ψαρική ~ ψαρευτική Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

ψαρευτός

ψαρεμένος ~ ψαρευτός Ηπίτης 1910

ψαρεύω

αλιεύω (λόγιο) ~ οψαρεύω Πόντος | ψαρέβκω Ρόδος | ψαρέβω Βλαστός 1931 | ψαρεύγιω Ρόδος | ψαρέγκου Τσακώνικα | ψαρεύγκω Κάρπαθος | ψαρεύγω Βλάχος 1659, Somavera 1709, Thumb 1912, Καστελλόριζο, Κύπρος, Ρόδος, Τσακώνικα | ψαρεύου Καστοριά | ψαρεύκω Κύπρος | ψαρεύω Germano 1622, Portius 1636, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Επτάνησα, Ζάκυνθος, Λακωνία, Μεσσηνία, Ρόδος ~ ψαρεύγομαι Somavera 1709 ~ ψαρεύομαι Somavera 1709, ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: ψαρεμένος Germano 1622, Somavera 1709 | ψαρευμένος Βεντότης 1790

ψαρή η

τεμπελιά ~ ψαρή Μύκονος, Σάμος, Χίος

ψαρί το

γκρίζο χρώμα ~ ψαρί Ηπίτης 1910

ψάρι το

ιχθύς (λόγιο) | Swadesh List: 45, fish | Buck List: 3.65, fish | ALE List 26 fish ~ ασσάρι Απουλία | ασσάρι Απουλία | ασπάρι Καλαβρία | ασφάρι Απουλία | ασφσάρι Απουλία | ατσάρι Απουλία | αφσάρι Απουλία | οψάρ Πόντος | οψάριν Πόντος | ψάζι Τσακώνικα | ψαρ Αιτωλοακαρνανία, Αδριανούπολη, Άνδρος, Άρτα, Αρτάκη, Βογατσικό, Βοιωτία, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καβάλα, Καππαδοκία, Καστοριά, Κοζάνη, Κυδωνία, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Μάδυτος, Μύκονος, Πιερία, Ορεστιάδα, Προύσα, Σάμος, Σαράντα Εκκλησιές, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκύρος, Σουφλί, Τήνος, Φθιώτιδα, Φιλιππούπολη, Φωκίδα, Χαλκιδική | ψάρη Corona Preciosa 1527 | ψάρζι Τσακώνικα | ψάρι Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Βουρλά, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Ικαρία, Ηλεία, Κάλυμνος, Καππαδοκία, Κάρπαθος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύμη, Κως, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Πόντος, Ρόδος, Σίφνος, Σύμη | ψάριν Κάρπαθος, Κύπρος, Λυκία, Πόντος, Ρόδος, Τσακώνικα ~ υποκοριστικό: ασπαρούκι Καλαβρία |οψαρόπον Πόντος | ψαζούλι Τσακώνικα | ψαράκ του Κοζάνη, Σέρρες | ψαράκιτο Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λακωνία, Λέρος, Νάξος, Ρόδος | ψαράκιν το Κάρπαθος | ψαρίτζα η Πόντος | ψαρούδ του Ίμβρος, Σέρρες | ψαρούδιν το Κύπρος | ψαροπουλούιν το Κύπρος | ψαρούιν το Κύπρος | ψαρούλι το Τσακώνικα ~ μεγεθυντικό: ψάρακας ο ΑΠΘ 1998, Γρεβενά, Μύκονος | ψάρακλας ο Ακαδημία 2016 | ψαρίνα η Θάσος | ψαρόνα η Σάμος | ψαρούα Τσακώνικα | ψαρούκλα η Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κύθηρα, Ρόδος

ψάρι το

ψαρονέφρι ~ ψαρ Άνδρος, Ίμβρος, Φωκίδα | ψάρι Ανδριώτης 1983, Κάλυμνος, Κύθνος

ψαριά η

αλίευμα (λόγιο) | ~ ψαριά ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαριά η

κοπάδι ψαριών ~ ψαριά Ανδριώτης 1983

ψαριά η

ψαρίλα ~ οψαρέα Πόντος | ψαριά Ρόδος

ψαρίδα η

το ψάρι Leuciscus cephalus, δροσίνα, κεφάλι, κέφαλος, κεφαλόψαρο, κλένι, κλωνίτσα, τσαϊλάκι, τυλιανός, τυλινάρι, χασκώνα ~ ψαρίδα

ψαριέρα η

ψηστιέρα για ψάρια ~ ψαριέρα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995

ψαρίζω

ψαραίνω, γκριζάρω ~ ψαρίζω Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βλαστός 1931

ψαρικά τα

τα σύνεργα του ψαρέματος | ψάρια και θαλασσινά ~ ψαρικά Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016

ψαρική η

η τέχνη του ψαρά ~ ψαρική Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ρόδος | ψαριτζή Κύπρος

ψαρικό το

κάθε ψάρι ή θαλασσινό που τρώγεται ~ οψαρικόν Πόντος | ψαρικό Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998 | ψαρικόν Βεντότης 1790, Πόντος | ψαρκό Σάμος

ψαρικός

ψαρίσιος ~ ψαρικός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950 ~ θηλυκό: ψαρική Δημητράκος 1950 ~ ουδέτερο: ψαρικό Δημητράκος 1950

ψαρίλα η

η μυρουδιά του ψαριού ~ ψαζία α  Τσακώνικα | ψαρία α Τσακώνικα | ψαρίλα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαρίλιας Κέρκυρα | ψαρουλλά Κάρπαθος | ψαρουλλέα Κάρπαθος

ψαρίσιος

που σχετίζεται με τα ψάρια ~ ψαρήσιος Δημητράκος 1950 | ψαρίσιος Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θηλυκό: ψαρίσια Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ψαρίσιο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαρίτσινος

ψαρίσιος ~ ψαρίτσινος Κέρκυρα

ψαρλαδερόν το

δοχείο που έβαζαν το ψαρόλαδο ~ ψαρλαδερόν Πόντος

ψαρόβαρκα η

η βάρκα του ψαρά ~ ψαρόβαρκα Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαροβελονιά η

είδος βελονιάς κεντήματος ~ ψαροβελονιά Κρήτη ~ ψαρουβιλουνιά Μαγνησία

ψαρόβιολα η

το φυτό γεράνι (?) ~ ψαρόβιολα Κρήτη

ψαροβότανο το

το φυτό Verbascum thapsus, καλάνθρωπος, σκλόνος, σπλόνος, φλόμος ~ ψαροβότανο Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995 | ψαροβότανον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910 | ψαρουβότανου Ιωάννινα

ψαρογάρος ο

παστή σαρδέλα ~ ψαρογάρος Κρήτη

ψαρογένης

γκριζογένης ~ ψαρογένης Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος

ψαρογενίζω

έχω γκρίζα γένια ~ ψαρογενίζω Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931

ψαρογέρακο το

ψαραετός (Pantion haliaetus) ~ ψαρογέρακο Απαλοδήμος 1988

ψαρόγι το

γκρίζα γη | αμμουδερός τόπος ~ ψαρόγ Πάρος |  ψαρόγι Πάρος ~ θηλυκό: ψαλμόγια Σάμος | ψαρόα Πάρος | ψαρόγα Πάρος

ψαροδόλι το

δόλωμα για ψάρια ~ ψαροδόλι Βλαστός 1931

ψαρόδχτου του

δίχτυ που χρησιμοποιούσαν «κατά του ματιάσματος» ~ ψαρόδχτου Λήμνος

ψαροζούμιν το

σούπα ψαριού | σάλτσα για ψάρια ~ οψαροζούμ Πόντος | οψαροζούμιν Πόντος | ψαροζούμιν Πόντος ~ αρσενικό: ψαρόζωμος Καππαδοκία | ψαρόζμους Κοζάνη

ψαροθρόφος ο

ιχθυοτρόφος (λόγιο) ~ ψαροθρόφος Βλάχος 1659

ψαροθύμαρους

ποικιλία θυμαριού ~ ψαροθύμαρους Ίμβρος

ψαροκάικο το

καΐκι για ψάρεμα ~ ψαροκάικο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαροκάικον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910

ψαροκάλαθο

καλάθι για να βάζουν τα ψάρια ~ ψαροκάλαθο Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | ψαροκάλαθον Ηπίτης 1910

ψαροκάλαμο το

καλάμι για ψάρεμα ~ ψαροκάλαμο Βλαστός 1931

ψαροκαλύβα

καλύβα του ψαρά ~ ψαροκαλύβα Βλαστός 1931

ψαροκασέλα η

κασέλα για να βάζουν ψάρια | άσχημη γυναίκα ~ ψαροκασέλα ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Μεσσηνία

ψαροκέφαλο το

το κεφάλι του ψαριού ~ ψαροκέφαλο Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | ψαροκέφαλον Ηπίτης 1910 ~ θηλυκό: ψαροκεφαλή Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

ψαροκέφαλος

κουτός, χαζός ~ ψαροκέφαλος Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950

ψαροκόκαλο το

κόκκαλο ψαριού | σχέδιο ύφανσης ~ ψαροκόκαλο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κύθηρα | ψαροκόκαλον Somavera 1709, Βεντότης 1790 | ψαροκόκκαλο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950 | ψαροκόκκαλον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Κάρπαθος | ψαροκοκκαλούιν Κύπρος | ψαρουκόκαλου Καρδίτσα, Πιερία

ψαρόκολλα η

ιχθυόκολλα (λόγιο) ~ ψαρόκολλα Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Λυκία | ψαρόκουλλα Καρδίτσα, Κοζάνη

ψαροκόλλυβα τα

διάφορα όσπρια βρασμένα μαζί ~ ψαροκόλλυβα Κρήτη

ψαροκουτέλικον

ζώο με ψαρό (γκρίζο) κούτελο ~ ψαροκουτέλικον Χίος

ψαροκόφινο το

κοφίνι για τα ψάρια | κιούρτος ~ ψαροκόθινε το Τσακώνικα | ψαροκόφινο Βλαστός 1931, Ζάκυνθος ~ ψαροκόφινον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910

ψαρόλαδο το

ιχθυέλαιο (λόγιο) | μουρουνόλαδο ~ ψαρδάλιν Πόντος | ψαρλάδ Πόντος |  ψαρλάδιν Πόντος | ψαρόλαδο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λευκάδα | ψαρόλαδον Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Πόντος | ψαρόλαδου Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη | ψαρόλαο Ρόδος | ψαρόλαον Ρόδος | ψαρουλάδ Μαγνησία

ψαρολεπίδα η

ή ξεροβούλα, σημάδι στην ελιά, από προσβολή δάκου ~ ψαρολεπίδα Δημητράκος 1950

ψαρολίμανο το

μικρό λιμάνι που δένουν ψαράδικα ~ ψαρολίμανο Ακαδημία 2016

ψαρολίμνη η

διβάρι, βιβάρι, ιχθυοτροφείο (λόγιο) ~ ψαρολίμ Πόντος | ψαρολίμνη Germano 1622, Portius 1636, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931

ψαρολόγος

το πουλί Alcedo atthis, βασιλοπούλι, θαλασσοπούλι, κυριαρήνα, περγιαλίτης, σαρδελοφάγος, ψαράς, ψαροπούλι, ψαροφάγος ~ ψαρολόγος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Κέρκυρα ~ ουδέτερο: ψαρολόγι Απαλοδήμος 1988 | ψαρολόι Απαλοδήμος 1988

ψαρολόγος ο

π πλανόδιος πωλητής ψαριών ~ ψαρολόγος Κέρκυρα

ψαρολογώ

ψαρεύω ~ ψαρολογώ Βάλληνδας 1887, Βλαστός 1931, Ήπειρος | ψαρολοώ Κάρπαθος

ψαρολόημα το

ψάρεμα ~ ψαρολόημα Κάρπαθος

ψαρομάλλης ο

γκριζομάλλης ~ ψαρομάλλης Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θεσπρωτία | ψαρόμαλλος Δημητράκος 1950 ψαρουμάλλς Καρδίτσα ~ θηλυκό: ψαρομάλλα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

ψαρομαλλούσης

ψαρομάλλης ~ ψαρομαλλούσης Κεφαλονιά

ψαρομανάβης ο

χοντρέμπορος ψαριών ~ ψαρομανάβης Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998

ψαρομάτης ο

γαλανομάτης ~ ψαρομάτης | ψαρουμάτς Ίμβρος

ψαρομάχαιρο το

μαχαίρι για το καθάρισμα των ψαριών ~ ψαρομάχαιρο Κριαράς 1995

ψαρομήλιγγος

που έχει γκρίζους κροτάφους ~ ψαρομήλιγγος Κρήτη

ψαρομούστακος ο

γκριζομούστακος ~ ψαρομούστακος Βλαστός 1931

ψαρόμυαλος

κουτός, χαζός ~ ψαρόμυαλος Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος

ψαρονέφρι το

χοιρινό φιλέτο δίπλα από τη ραχοκοκαλιά ~ ψανουρέφ Στενίμαχος | ψαρονέβρι Ηπίτης 1910, Ηλεία, Κύμη | ψαρονέφρι Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λακωνία, Λευκάδα, Τσακώνικα | ψαρουνέρ Πιερία | ψαρουνέφ Βελβεντό, Γρεβενά, Καστοριά | ψαρουνέφτ Καστοριά

ψαρόνι το

το πουλί Sturnus vulgaris, γκαραβέλι, γκάρκουλο, ζαραβέλι, ζουρζούρι, καραβέλι, καναροπούλι, κουρκουβέλι, μαυροπούλι, σβορίγκι, σβορίκι, τσιβικάδα, τσιρκόνι, τσιρόνι, χειμώνι | αρχαίο ΨΑΡ, άγνωστης ετυμολογίας, Beekes 2010 ~ ψαρόνι Somavera 1709, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Απαλοδήμος 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ρόδος, Τσακώνικα | ψαρόνιν Ρόδος | ψαρώνι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882 ~ αρσενικό: ψαρουνάς Μαγνησία

ψαρόνμα του

νήμα για ράψιμο διχτυών ~ ψαρόνμα Ίμβρος

ψαροντουφεκάς ο

που ψαρεύει με ψαροντούφεκο ~ ψαροντουφεκάς ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαροτουφεκάς Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | ψαροτουφεκκάς Κύπρος

ψαροντούφεκο το

όπλο που ρίχνει καμάκι (για υποβρύχιο ψάρεμα) ~ ψαροντούφεκο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαροτούφεκο Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | ψαροτούφεκκον Κύπρος

ψαροξέρασμα το

ξερατό (εμετός) μετά από ψαροφαγία | ανυπόληπτος (λόγιο) | μικρόσωμος και καχεκτικός ~ ψαροξέρασμα Κέρκυρα, Ζάκυνθος | ψαρουξέρασμα Ίμβρος

ψαροπαγιά η

πάχνη ~ ψαροπαγιά Κεφαλονιά

ψαροπάζαρο το

ψαραγορά ~ ψαροπάζαρο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | ψαροπάζαρον Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910 | ψαρουπάζαρου Λήμνος | ψαρουπάζαρουν Λυκία

ψαρόπετρα η

γκρίζα πέτρα | ψαμμόλιθος (λόγιο) | σχιστόλιθος (λόγιο) ~ ψαρόπετρα Somavera 1709, Βλαστός 1931, Νίσυρος, Πάρος, Χίος

ψαροπίρουνο το

πιρούνι για το φάγωμα του ψαριού ~ ψαροπίρουνο Κριαράς 1995

ψαρόπιτα η

πίτα με ψάρι | πίτα που έχει σχήμα ψαριού ~ ψαρόπιτα Βλαστός 1931 | ψαρόπτα Πιερία, Σαρακατσάνικα

ψαροπούλα η

ψαρόβαρκα | ψαροκάικο | κόρη ψαρά ~ ψαραπούα α Τσακώνικα | ψαροπούλα Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κύθηρα

ψαροπουλητής ο

ιχθυοπώλης (λόγιο) ~ ψαροπούλης Κύπρος | ψαροπουλητής Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βλαστός 1931

ψαροπούλι το

θαλασσοπούλι | το πουλί Pantion haliaetus | ψαροφάγος (Alcedo atthis) ~ ψαροπούλι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Απαλοδήμος 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Λευκάδα | ψαροπούλλιν Κάρπαθος | ψαρόπουλο Ζάκυνθος

ψαροπουλιό το

ιχθυοπωλείο (λόγιο), ψαροπάζαρο ~ ψαροπουλειό Βλάχος 1659 | ψαροπουλειόν Somavera 1709, Legrand 1882, Κύπρος | ψαροπουλιό Βλαστός 1931

ψαρόπουλο το

νεαρός ψαράς ~ ψαρόπουλο Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995

ψαρός

γκρίζος, σταχτής ~ σπαρό Καλαβρία | τσαρό Καλαβρία | ψαζή ο Τσακώνικα | ψαρή ο Τσακώνικα | ψαρής Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Μύκονος, Πελοπόννησος, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Τρίκαλα | ψάρος Θεσπρωτία | ψαρός Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ίμβρος, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λυκία, Μαγνησία, Νάξος, Ρόδος, Χίος | ψαρύς Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983 ~ θηλυκό: ψάρα Θεσπρωτία, Τσακώνικα | ψαρέ Κύπρος | ψαρή Πρωία 1934, Κριαράς 1995 Νίσυρος, Ρόδος, Σάμος | ψαριά Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Καστοριά, Μύκονος, Πελοπόννησος, Σαρακατσάνικα, Φωκίδα ~ ουδέτερο: ψαρί Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άρτα, Καρδίτσα, Καστοριά, Μαγνησία, Μύκονος, Πελοπόννησος, Σέρρες | ψαρό Θεσπρωτία | ψαρόν Κύπρος | ψαρύ Δημητράκος 1950

ψαρός

ψαρόνι ~ ψαρός Portius 1636

ψαροσάνιδον το

πλατιά σανίδα που πάνω της έκοβαν το ψάρι ~ ψαροσάνιδον Πόντος

ψαρόσκαλα η

ιχθυόσκαλα (λόγιο) ~ ψαρόσκαλα Ακαδημία 2016

ψαρόσουπα

σούπα από ψάρια ~ ψαρόσουπα Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος

ψαροσύνη η

ψαροτέχνη ~ ψαροσύνα α Τσακώνικα | ψαροσύνη Βλαστός 1931, Παξοί | ψαρουσύνη Λυκία | ψαρωσύνη Legrand 1882

ψαροταβέρνα η

ταβέρνα που σερβίρει κυρίως ψάρια και θαλασσινά ~ ψαροταβέρνα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαροτέχνη η

η τέχνη του ψαρά ~ ψαροτέχνη Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931

ψαροτόμαρο το

το δέρμα του ψαριού ~ ψαροτόμαρο Πρωία 1934, Δημητράκος 1950

ψαρότοπος ο

νερά κατάλληλα για ψάρεμα ~ ψαρότοπος Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος ~ ουδέτερο: ψαροτόπι ΑΠΘ 1998

ψαρότρατα η

καΐκι που ψαρεύει με τράτα ~ ψαρότρατα Ακαδημία 2016

ψαρούδιν το

σκόρος ~ ψαρούδιν Κύπρος

ψαρουλέα η

ψαρότοπος ~ ψαρουλέα Κύθηρα

ψαρουλιά

ψαρίλα ~ ψαρουλιά Κεφαλονιά | ψαρουλιάς Ηπίτης 1910, Ζάκυνθος, Ιωάννινα

ψαρουλιά η

ποικιλία γκριζωπής ελιάς ~ ψαρουλιά Ίμβρος

ψαρουμύτκου του

ποικιλία αμπελιού ~ ψαρουμύτκου Ίμβρος

ψαρουπατσαβούρα η

πατσαβούρα σε ψαροπουλειό ~ ψαρουπατσαβούρα Ίμβρος

ψαρουρθνάς

που έχει ψαρό μουστάκι ~ ψαρουρθνάς Ίμβρος

ψαρούτζικος

σταχτούτσικος ~ ψαρούτζικος Somavera 1709, Legrand 1882 ~ θηλυκό: ψαρούτζικη Legrand 1882

ψαρουτρίχς

γκριζομάλλης ~ ψαρουτρίχς Ίμβρος

ψαρουφλίδα η

λέπι ψαριού ~ ψαρουφλίδα Ίμβρος

ψαροφαγία η

ιχθυοφαγία (λόγιο) ~ ψαροφαγία Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαροφάγος ο

που τρώει πολλά ψάρια ~ ψαροφάγης Βεντότης 1790, Legrand 1882 | ψαροφάγος Βλάχος 1659, Somavera 1709, Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

ψαροφάγος ο

πουλιά του γένους Egretta & Ardea | το πουλί Alcedo atthis ~ ψαρουφάης Καστοριά | ψαροφαγάς Απαλοδήμος 1988, Ακαδημία 2016 | ψαροφάγος Σκαρλάτος 1835, Απαλοδήμος 1988, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Απαλοδήμος 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαροφάς Κάρπαθος, Κύπρος | ψαροφαάς Κέρκυρα | ψαρουφάγους Έβρος

ψαροφάκι το

το φυτό Lemna Minor ~ ψαροφάκι Heldreich 1926

ψαροφαμελιά η

φτωχή πολυμελής οικογένεια ~ ψαροφαμελιά Χίος

ψαροφέρνω

ψαραίνω, γκριζάρω ~ ψαροφέρνω Βλαστός 1931

ψαροφλλάδα η

το φυτό το φυτό Nerium oleander, ζακούμ, ζακούμι, ζακουμνιά, ζουκούμ, ζουκούμι, ζουχούμ, πικροδάφνη, πρικοδάφνη, ροδόδεντρο, ροδοδάφνη, αροδάφνη, αριοδάφνη, πικροφυλλάδα, πικροφλλάδα, φυλλάδα, σφάκα, σέμα, μπαμτσίνα, φροκαλίδα ~ ψαροφλλάδα Πάρος

ψαρόφτας ο

ζώο με ψαρά (γκρίζα) αυτιά ~ ψαρόφτας Κύπρος ~ θηλυκό: ψαρόφτα Κύπρος

ψαροχέστρα η

όστρια, νοτιάς (γιατί όταν έχει νότιο άνεμο δεν τσιμπάνε τα ψάρια) ~ ψαροχέστρα Κέρκυρα

ψαρόχοιρο το

ψαρονέφρι ~ ψαρόχοιρο Ανδριώτης 1983

ψαρόχοιρος

γκριζομάλλης με κακό χαρακτήρα ~ ψαρόχοιρος Κρήτη

ψαροχώρι το

χωριό με πολλούς ψαράδες ~ ψαροχώρι Ακαδημία 2016

ψαρύνω

ψαραίνω ~ ψαραίνω Πρωία 1934, Κριαράς 1995, Κριαράς 1995

ψάρωμα το

σάστισμα ~ ψάρωμα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ψαρώνω

σαστίζω ~ ψαρώνω Ακαδημία 2016 ~ μετοχή: ψαρωμένος Ακαδημία 2016

ψαρώνω

ψαρεύω ~ ψαρόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1910 | ψαρώνω Somavera 1709

ψαρωσύνη

ψαρική ~ ψαρωσύνη Σκαρλάτος 1835

ψαρωτή η

είδος βελονιάς ~ ψαρωτή Βλαστός 1931 ~ ουδέτερο: ψαρωτό Βλαστός 1931

ψαρωτικός

που ψαρώνει κάποιον (τον κάνει να σαστίσει) ~ ψαρωτικός Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: ψαρωτική Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ψαρωτικό Ακαδημία 2016

ψας

σαν ~ ψας Κύπρος | ψιας Κύπρος

ψασλίθρα η

φαγώσιμο χόρτο με φύλλα σαν του σκόρδου ~ ψασλίθρα Πιερία

ψαστικώνω

ψακώνω ~ ψαστικώνω Προύσα

ψατέ

σκουπισμένος ~ ψατέ Τσακώνικα

ψατίκα

λήθαργος από φαρμάκωμα ~ ψατίκα Κύπρος

ψατσής

φαρμακωμένος ~ ψατσής Πάρος ~ θηλυκό: ψατσιά Πάρος

ψατσί το

το φυτό Paeonia corallina, αλουπόχορτο, αρκοψατσί, λιγουνιά ~ ψατσί Γεννάδιος 1914

ψαφουρίντου

ψάχνω καλά ~ ψαφουρίντου Τσακώνικα

ψάχαλο το

ψίχουλο ~ τσάχαλο Πρωία 1934 | ψάχαλο Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950 | ψάχαλου Αιτωλοακαρνανία

ψαχάρεμα το

ψάξιμο ~ ψαχάρεμα Πάρος

ψαχαρεύγω

ψάχνω ~ ψαχαρεύγω Πάρος

ψαχατεύου

ψαχουλεύω ~ ψαχατεύου Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Κοζάνη

ψαχνά τα

λαγαρά ~ ψαχνά Ηπίτης 1910, Σάμος

ψαχνάδι το

ψαχνό ~ ψαχνάδι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πόντος ~ θηλυκό: ψαχνάδα Κρήτη | ψάχνη Κρήτη

ψαχνάτος

με πολύ ψαχνό ~ ψαχνάτος Σύρος | ψαχνάτους Ίμβρος

ψαχνία α

ξεραΐλα ~ ψαχνία Τσακώνικα

ψαχνίδα η

πιτυρίδα ~ ψαγνίδα Αρκαδία | ψαχνίδα Somavera 1709, Legrand 1882, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Αρκαδία, Ηλεία, Κάρυστος, Μεσσηνία, Τσακώνικα

ψαχνίζω

ξεψαχνίζω | ψάχνω ~ ψαχνίζω Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Ζάκυνθος, Κύπρος

ψαχνίζω

στεγνώνω ~ ψαγνίζω Μέγαρα | ψαχνίζου Τσακώνικα | ψαχνίζω Μέγαρα

ψαχνό το

κρέας χωρίς κόκκαλο ή ξίγκι ~ ψαγνόν Κύπρος | ψαχνί Βλάχος 1659, Somavera 1709, Κρήτη, Κύθηρα, Νίσυρος, Ρόδος | ψαχνίν Νίσυρος, Ρόδος | ψαχνό Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Λήμνος, Νάξος, Πόντος, Πωγώνι, Φωκίδα | ψαχνόν Germano 1622, Portius 1636, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910 ~ θηλυκό: ψάχνη Κάρπαθος

ψαχνοδοκόκαλα τα

κόκαλα ψητού χοιρινού με ψαχνό πάνω ~ ψαχναδοκόκαλα Μύκονος | ψαχνοδοκόκαλα Μύκονος

ψαχνόπετρα η

εύθραυστη πέτρα ~ ψαχνόπετρα Βάλληνδας 1887

ψαχνορωτώ

ρωτώ συστηματικά και διακριτικά ~ καταρωτώ, ψιλορωτώ ~ ψαχνορωτάω Κέρκυρα | ψαχνορωτώ Βλαστός 1931 | ψαχνουρουτάου Γρεβενά, Σαρακατσάνικα | ψαχνουρουτώ Αιτωλοακαρνανία

ψαχνός

καλοθρεμμένος | σαρκώδης (λόγιο) | χωρίς ξίγκι | ξερακιανός | στεγνός ~ σσιχανό Απουλία | τσιχανό Απουλία | φσιχανό Απουλία | ψαγνός Αρκαδία, Μέγαρα | ψαχνέ Τσακώνικα | ψαχνός Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Γρεβενά, Καστοριά, Κεφαλονιά, Χιμάρα ~ θηλυκό: ψαχνή Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Καστοριά ~ ουδέτερο: ψαχνό Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Καστοριά ~ υποκοριστικό: ψαχνούτζικος Βεντότης 1790, Legrand 1882,

ψαχνούρα η

ψαχνόπετρα ~ ψαχνούρα Βάλληνδας 1887

ψαχνουρώτμα του

συστηματική έρευνα  ~ ψαχνουρώτμα Αιτωλοακαρνανία

ψάχνω

ερευνώ (λόγιο) | αναζητώ (λόγιο) ~ ψάγνω Αρκαδία, Ηλεία | ψάζου Αϊβαλί, Γρεβενά, Κοζάνη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Πιερία | ψάχνου Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λυκία, Σάμος | ψάχνω Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ικαρία, Ρόδος | ψάχου Παλιά Αθήνα, Σάμος, Φθιώτιδα | ψάχω Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1910, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Νάξος ~ ψάζουμι Γρεβενά, Λέσβος | ψάχνομαι Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998 | ψάχομαι Somavera 1709, Δημητράκος 1950 ~ μετοχή: ψαγμένος Ακαδημία 2016 | ψαχομένος Somavera 1709,

ψαχνωμένος

παχύς ~ ψαχνωμένος Βλαστός 1931

ψαχνωτός

παχύς ~ ψαχνωτός Θήρα

ψάχομα το

ψάξιμο ~ ψάχομα Somavera 1709

ψαχουλάω

ψαχουλεύω ~ ψαχουλάω Δημητράκος 1950

ψαχούλεμα το

ανασκάλεμα ~ ψαχούλεμα Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ψαχούλιμα Αιτωλοακαρνανία

ψαχουλευτά

ψαχουλεύοντας | πασπατευτά  ~ ψαχουλεφτά Βλαστός 1931 ψαχουλευτά Πρωία 1934, Ακαδημία 2016

ψαχουλεύω

ανασκαλεύω, σκαλεύω, πασπατεύω ~ ψαχαλεύου Αιτωλοακαρνανία | ψαχαλεύω Κεφαλονιά, Λευκάδα | ψαχλεύου Ηπίτης 1910, Αιτωλοακαρνανία, Ήπειρος | ψαχουλέβω Βλαστός 1931 | ψαχουλέγγου Τσακώνικα | ψαχουλεύγω Τσακώνικα | ψαχουλεύου Γρεβενά | ψαχουλεύω Ηπίτης 1910, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δρόπολη, Θεσπρωτία, Κύθνος, Λευκάδα | ψαχουλλεύγω Χίος | ψιχαλεύω Κύθηρα ~μετοχή: ψαχουλεύοντας Βλαστός 1931

ψαχουλιάρς ου

ψαχουλός ~ ψαχουλιάρς Καρδίτσα

ψαχουλίζω

ψαχουλεύω ~ ψαχουλίζω Ηπίτης 1910, Βλαστός 1931, Πρωία 1934

ψαχουλός

γυρευτικός, ρωτητής | που ψαχουλεύει ~ ψαχλιάς Σάμος | ψαχουλός Βλαστός 1931 | ψαχούλς Σάμος

ψαχόχορτο το

το φυτό Scrophularia lucida ~ ψαχόχορτο Heldreich 1926

ψαχτά

λάου-λάου | κρυφά ~ ψαχτά Βλαστός 1931, Αρκαδία

ψαχτάρ του

ντουλάπι ~ ψαχτάρ Αιτωλοακαρνανία

ψαχτήρι το

που ψάχνει πολύ, για κάτι που τον ενδιαφέρει ~ ψαχτήρι Ακαδημία 2016

ψάχτης

ερευνητής (λόγιο) ~ ψαχτής Somavera 1709, Legrand 1882 ~ θηλυκό: ψάχτρα Somavera 1709 | ψάχτρια Somavera 1709

ψαψαμίτι το

η σαύρα Hemidactylus turcicus, ασκαλαβότης, κλειδί της Παναγιάς, λιοντίρι, μολυντήρι, σαλαβρίχα, σαλαμίθι, σαμαμίθι, σαμάμιθος, σαμάμουθας, σαμιαμίδι, σαμιαμίθι, σιλιγούδι ~ ψαψαμίτι Ικαρία ~ αρσενικό: ψαψάμικας Χίος