Skip to main content

Το ρωμαίικο - αγγλικό - αρβανίτικο λεξικό του Leake - λέξεις που αρχίζουν από ε, ζ, η


 

Το ρωμαίικο - αγγλικό - αρβανίτικο λεξικό του Leake

 

Λέξεις που αρχίζουν από ε, ζ, η

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Το λεξικό (ή γλωσσάρι, λόγω του μεγέθους) που παρατίθεται εδώ, βρίσκεται στις σελίδες 293-362 του βιβλίου του William MartinLeake, Researches in Greece, το οποίο τυπώθηκε στο Λονδίνο το 1814.

Για τη δημιουργία του ο συγγραφέας χρησιμοποίησε εκτός από τις λέξεις που συγκέντρωσε ο ίδιος, δύο παλαιότερα γλωσσάρια: Ένα τρίγλωσσο (ρωμαίικα – βλάχικα – αλβανίτικα) του Θεόδωρου Καβαλιώτη από τη Μοσχόπολη και ένα άλλο μεταγενέστερο τετράγλωσσο (ρωμαίικα – βλάχικα – βουλγαρικά – αλβανίτικα), προφανώς του Δανιήλ Μοσχοπολίτη. Το τελικό κείμενο επιμελήθηκε και εμπλουτίστηκε από τον Ευστράτιο, τον αλβανό δάσκαλο του Leake.

Σύμφωνα με το Leake, το λεξικό του περιέχει τις περισσότερες από τις λέξεις που ήταν τότε σε κοινή χρήση στη ρωμέικη (δημοτική νέα ελληνική) και στην αρβανίτικη (αλβανική) γλώσσα . Χρησιμοποίησε επίσης, όπως σημειώνει, την πιο λαϊκή φόρμα της ρωμέικης γλώσσας.

Στη στήλη με τα αρβανίτικα (αλβανικά), ο Leake χρησιμοποιεί πλάγια γράμματα όταν χρειάζεται για να δηλώσει διαφοροποίηση της προφοράς. Τα σημαντικότερα πλάγια που χρησιμοποιεί, και που τα αντικαθιστώ εδώ, αντιστοιχούν: το e με το ë της σύγχρονης αλβανικής γλώσσας, το s με το sh, το tz με το c και το n με το nj.

Ο Leake υπογραμμίζει το γράμμα i όταν αυτό ακούγεται ως j (γι). Εδώ το i αντικαθίσταται με j.

Τα κεφαλαία γράμματα που βάζει ο Leake δίπλα σε κάποιες αλβανικές λέξεις, σημαίνουν δάνειο - κατά την γνώμη του - από την αντίστοιχη γλώσσα: H. (Hellenic), L. (Latin), l. L. (low Latin), F. (French), It. (Italian), S. (Saxon), G. (Gothic), T. (Turkish), Sc. (Sclavonian), R. (Romaic).

Τέλος, διατηρώ την ορθογραφία του Leake για τη ρωμέικη (πλην του πολυτονικού) και την αγγλική γλώσσα.

Ε

εβδομάδα,

week,

ghjave.

εγγίζω,

I interest, touch, offend,

 -

εγγράφως,

in writing,

ishkrùarë.

εγχέλι,

eel,

gjalë.

έδαφος,

ground, floor, pavement,

trùal.

εδώ,

here,

këtù.

έθνος,

nation, tribe,

milèt.

είδησις,

notice, intelligence,

nàkël T.

εικόνα,

image, church-picture,

kòrë.

ειρήνη,

peace,

pak L.

ειρηνεύω,

I make peace,

bën pak.

I am at peace,

kam pak, jam tenkhà.

εκεί,

there,

atjè.

εκκλησία,

church,

kìsë.

ελαία,

olive,

ul -pl. ulìn.

ελάτι,

fir-tree,

vge.

ελάφι,

deer, stag,

dre m. -a. drèri.

ελαφρά,

lightly,

lè.

ελαφρύνω,

I make light, become light,

lecòn.

ελεύθερος,

free,

azàt.

ελέφαντας,

elephant,

fil T.

ελεφάντινον,

ivory,

fildisì.

ελπίδα,

hope,

spërèsë L. It.

ελπίζω,

I hope,

shpërenj.

εμβάζω,

I introduce, insert.

 -

εμβαίνω,

I enter,

khunj, runj -

εμπαίνω,

pl. khùra, rùra.

εμμέσως,

mediately, by mediation.

 -

εμπερδαίνω,

I imbroil, perplex,

gatërònj.

εμπερδεύω,

εμπέρδεμα,

perplexity,

gatërì.

εμπροστά, ομπρός,

before,

përpàra.

ένζυμος,

fermented,

igatùarë.

ενθυμούμαι,

I remember,

kuindònj.

έξαφνα,

suddenly,

daxafisht.

έξοδον,

expense.

 -

εξορίζω,

I banish,

surgjunìs T.

έξω, όξω,

without, outside,

jàstë.

εντροπή,

shame, dishonor,

turp .

εντροπιάζω,

I shame,

turpënonj.

εορτή,

feast, holiday,

ekrëmtë.

επαινώ,

I praise,

lavdurònj L.

επάνω,

above,

ljart, sìpër.

επανωφόρι,

upper garment.

 -

επιστήμη,

science,

khilm T.

επιτήδειος,

diligent, able, clever,

idòrhsim.

επιτηδεύομαι,

I am ready, dexterous,

me vjen dòrë.

εργαστήρι,

shop.

 -

έργον,

work,

pùnë H.

ερεβίνθι, ροβίθι,

chick-pea,

kìkërë L.

ερεύγομαι,

ructo,

gròmësìnj.

έρημος,

desolate, deserted,

ishkrètë.

έρημον, ερημία,

desert,

shkretëtìrë.

ερημάζω,

I ravage,

shkretònj.

έρχομαι,

I come,

vin L. -p. èrdha.

ερχομός,

coming, arrival,

tàrdhurë.

έρωτας,

love,

eshk - sevdà T. m.

ερωτώ,

I ask, inquire,

pevès -p. pëvèta.

εσώπανον,

lining.

 

εσωφόρι,

under garment,

gjelèk T.

έτοιμος,

ready, prepared,

gatì - khazër T.

ευγάζω,

I put out, take of,

cìer -p. còra -

drive out,

part. cère.

ευγαίνω,

I go out,

dal -p. dòlla.

ευθύς,

immediately,

decàs.

εύκολος,

easy,

ikolàicim -kolài T.

εύμορφος, όμορφος,

handsome,

ibùkur.

ευμορφία,

beauty,

bukurìa.

ευρίσκω,

I find,

gen - p. gèta.

εύρεμα,

finding, something found,

tëgèturë,

treasure found by accident,

khàsnë T.

εφέτος,

this year,

simvjet.

εφετινός,

of, belonging to, this year,

isimvjènmë.

εχθές,

yesterday,

dìe.

εχθεσινός,

of yesterday,

idìenmë.

εχθρός, οχθρός,

enemy,

khasm.

έχθρα,

enmity,

mërì -khasmlëk.

εψές,

yesterday evening,

brëmë.

εψεσινός,

of yesterday evening,

ibrëmshë.

Ζ

ζαβός,

foolish,

imàrrë.

ζάλη,

giddiness,

erëcìrë.

ζαρώνω,

I frown, wrinkle,

zaperònj.

ζάρωμα,

frown, wrinkle, plait,

zaperì.

ζαρωμάδα,

ζαρωματιά,

ζάχαρι,

sugar,

sëkèr T.

ζερβός,

left,

imënger.

ζερβά, ζέρβια,

to the left,

be temënger.

 

on the left hand side,

 

ζεματίζω,

I scald,

përzìnj.

ζέστα,

heat,

tëgròkhet.

ζεσταίνω,

I heat, make hot,

grokh.

ζεστός,

hot,

igròkhet.

ζευγάρι,

yoke of oxen, pair, couple.

 -

ζευγίτης, ζευγαλάτης,

ploughman, husbandman,

buk.

ζηλεύω,

I envy,

zilìs.

ζημία,

injury, damage,

zarar T.

ζουγλός,

maimed, deformed,

icàlë.

ζουμί,

juice, soup, gravy,

lënk.

ζουμερός,

succulent,

më lënk.

ζουρλός,

mad, foolish,

imàrrë.

ζύγι,

measure for weighing,

zik, kantàr It.

ζυγιάζω,

I weigh, balance,

tartìs - zigjàs.

ζυγαριά,

scales, balance,

palànce L. It.

 

veznè T.

ζυμάρι,

leven, paste,

brùmë.

ζυμώνω,

I knead, make bread,

gatùanj.

ζω,

I live,

rronj.

ζωή,

life,

ùmer-ghjètë.

ζώον,

animal, beast,

bankëtì.

ζωντανός,

alive, lively,

igjàllë.

ζωντανεύω,

I bring to life,

gjal.

ζώνω,

I bind, gird myself,

gesh.

ζωνάρι,

girdle,

bres F.

ζωύφι,

animalcule, insect.

 -

Η

ηγούμενος,

abbot, superior of a convent,

gumèn.

ήλιος,

sun,

dìel.

ηλιάζομαι,

I am exposed to,

gròkhem be dìel.

dried by, the sun,

ημέρα,

day,

dìte.

ήμερος,

gentle, peaceable,

ibùtë.

ημερεύω,ημερώνω,

I tame, pacify,

cbut.

ήμισυ, μισόν,

half

mest.

ημπορώ,

I can, am able,

mund.

ηξεύρω,

I know,

di - pl. dìkhita.