Skip to main content

Σημειώσεις για τη ρωμαίικη και την ελληνική γλώσσα και τέσσερις λέξεις του βασικού λεξιλογίου (Swadesh List 100)

 

Σημειώσεις για τη ρωμαίικη και την ελληνική γλώσσα

και τέσσερις λέξεις του βασικού λεξιλογίου (Swadesh List 100)

 

Δημήτρη Λιθοξόου

25.1.2016

Η λίστα του Swadesh, που πήρε το όνομα της από τον αμερικανοεβραίο γλωσσολόγο Morris Swadesh (1909-1967), συγκροτείται από επιλεγμένες έννοιες του βασικού λεξιλογίου. Οι ερευνητές γλωσσολόγοι που ασχολούνται με τη λεξικοστατιστική, έχουν πια καταλήξει σε μία λίστα 207 λέξεων-εννοιών, που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση (και την εύρεση σχέσεων ή μη) μεταξύ των γλωσσών. Ο ίδιος ο Swadesh, στο τέλος περιόρισε των αριθμό των λέξεων σε 100, σε μια λίστα που δημοσιεύτηκε (μετά το θάνατό του) το 1971.

Για το χαρακτηρισμό των αρχαίων λέξεων ως «προελληνικών - μη ινδοευρωπαϊκών», «ελληνικών», «ινδοευρωπαϊκών» ή «αβέβαιης ετυμολογίας», χρησιμοποιώ το «Etymological Dictionary of Greek» (Brill, 2009), του καθηγητή της συγκριτικής ινδοευρωπαϊκής γλωσσολογίας, στο Πανεπιστήμιο του Leiden, Robert Stephen Paul Beekes.

Τις αρχαίες ελληνικές λέξεις (σύνθετες και παράγωγα) τις αντλώ από το «Επίτομον Ελληνικόν Λεξικόν» του Αντωνίου Γιάνναρη (Αθήναι 1892), που στηρίζεται κυρίως στο κλασικό έργο «Greek-English Lexicon» των Henry George Liddell και Robert Scott. Για την ακριβή ορθογραφία των λέξεων, καθώς χρησιμοποιώ μονοτονικό, ο αναγνώστης θα πρέπει να καταφύγει στα προαναφερόμενα λεξικά.

Τις λέξεις της καθαρεύουσας και της δημοτικής τις παίρνω κυρίως από το λεξικό του Δημητράκου. Για τις τελευταίες, χρησιμοποιώ επίσης πολλά διαλεκτικά λεξικά.

Η «ορθογραφία» της ρωμαίικης γλώσσας, είναι εκείνη που υπάρχει στα λεξικά. Προσωπικά, θα προτιμούσα τη γραφή τους με φωνητική γραφή και λατινικούς χαρακτήρες, καθώς οι ελληνικοί χαρακτήρες και η «ιστορική ορθογραφία» υπηρετούν μόνο το εθνικό αφήγημα και δεν έχουν καμιά άλλη αξία.

Η ρωμαίικη ή δημοτική ή ιδιωτική γλώσσα, όπως πολλές ζωντανές γλώσσες καταγράφεται για πρώτη φορά σε μεσαιωνικά κείμενα. Στην περίπτωση της ρωμαίικης, οι λέξεις της πρωτοεμφανίζονται στα κείμενα της λεγόμενης βυζαντινής δημώδους γραμματείας, ανάκατα με λόγιες λέξεις. Το γεγονός ότι τις πρωτοσυναντάμε σε μεσαιωνικά κείμενα, δεν σημαίνει ότι οι λέξεις αυτές δημιουργήθηκαν το μεσαίωνα. Τότε, κάποιοι λόγιοι, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν στα έργα τους και «χυδαίες» λέξεις, από το λαϊκό λεξιλόγιο, που μέχρι τότε το περιφρονούσαν. Η ηλικία αυτών των λέξεων, που σιγά-σιγά καταγράφονται, μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ο αιώνα, μας είναι άγνωστη. Ο χρόνος της πρώτης καταγραφής τους από τους λόγιους, δεν σημαίνει πως είναι και ο χρόνος που πλάστηκαν από το λαό. Πολλές από αυτές (στις διάφορες παραλλαγές τους) μπορεί να είναι πανάρχαιες. Ο χαρακτηρισμός τους λοιπόν, από τους εθνικά έλληνες φιλόλογους και γλωσσολόγους, ως λέξεων μεσαιωνικών (καθώς δεν υπάρχουν σε παλαιότερα έργα) είναι αυθαίρετος, κόντρα στη λογική και υπηρετεί μόνο το εθνικό αφήγημα. Επιπλέον, η προσπάθεια να ετυμολογηθούν συνδεόμενες (πάση θυσία) με την ελληνική αρχαιότητα, οδηγεί συχνά σε παρετυμολογικές ακροβασίες, πέρα από τα όρια της σοβαρότητας.

Τα εθνικά κινήματα στην Ευρώπη, είχαν στο πρόγραμμα τους την αντικατάσταση της λατινικής (που ήταν η επαγγελματική γλώσσα της καθολικής εκκλησίας) με τις επιμέρους λαϊκές γλώσσες. Με τη δημιουργία των εθνικών κρατών, κάποιες διάλεκτοι από τις γλώσσες αυτές καλλιεργήθηκαν, από τα δημόσια εκπαιδευτικά συστήματα, και δημιουργήθηκαν οι σύγχρονες εθνικές γλώσσες.

Στη δική μας περίπτωση, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Το Ελληνικό Βασίλειο δημιουργήθηκε, χωρίς να έχει προηγηθεί εθνικό κίνημα. Η Φιλική Εταιρεία ήταν όργανο της τσαρικής Ρωσίας και το ’21 ρωσοκινούμενη αντιοθωμανική εξέγερση, βασικά στηριγμένη στους ντόπιους χριστιανούς ληστές. Η «ανεξαρτησία» επιβλήθηκε στο Ναβαρίνο, κυρίως με τα κανόνια του ρωσικού στόλου, όταν τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ είχαν καταπνίξει κάθε ιθαγενή αντίσταση. Ο αρχαιόπληκτος βαβαρός βασιλιάς Όθωνας και οι ομοϊδεάτες συμπατριώτες του λόγιοι, που ηγήθηκαν του εκπαιδευτικού μηχανισμού της χώρας, προσπάθησαν συστηματικά να ξεριζώσουν τις μητρικές γλώσσες των υπηκόων τους και να επιβάλουν μέσω του Ελληνικού Σχολείου μια κατασκευασμένη γλώσσα, που έμοιαζε στη γραφή (και όχι στην προφορά) με τα αρχαία ελληνικά. Η Ρωμαίικη γλώσσα, δηλαδή η πιο σημαντική λαϊκή γλώσσα της περιοχής, χαρακτηρίστηκε από την κρατική ιδεολογία «μιξοβάρβαρη» και «χυδαία». Η λόγια γλώσσα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μια γλώσσα σχεδόν ακατανόητη στους πιστούς, γλωσσικά εμπλουτισμένη με στοιχεία από την ελληνική κλασική αρχαιότητα, έπρεπε να γίνει η γλώσσα των κατοίκων της Ελλάδας. Οι ζωντανές γλώσσες ουσιαστικά κηρύχθηκαν σε διωγμό. Η επιβολή της Καθαρεύουσας, μέσω του σχολείου, ήταν βασικό στοιχείο της κρατικής πολιτικής, για ενάμιση περίπου αιώνα. Αντίσταση σε αυτή την εθνική πολιτική, προέβαλε το κίνημα του Δημοτικισμού, που στηρίχθηκε πάνω στις ανάγκες των λογοτεχνών να χρησιμοποιούν στα έργα τους μια ζωντανή γλώσσα. Η έλλειψη ωστόσο μιας θεωρητικής ανάλυσης, δεν επέτρεψε στους τελευταίους να κατανοήσουν την πραγματική διάσταση της γλωσσικής διαμάχης.

Η γλωσσική μεταρρύθμιση, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, και η «καθιέρωση της δημοτικής», επί της ουσίας σήμαινε πως η ρωμαίικη γλώσσα, βαπτισμένη ως «νεοελληνική» θα αποτελούσε, ως προς τη δομή, την επίσημη γλώσσα. Ωστόσο το λεξιλόγιο της είχε διαχρονικά αντικατασταθεί, κατά τα 2/3, από λέξεις της καθαρεύουσας, απευθείας αντλημένες από τα λεξικά της αρχαίας ελληνικής ή πλασμένες από καθαρευουσιάνους λόγιους, έτσι ώστε να μοιάζουν με αρχαιοελληνικά παράγωγα και σύνθετα. Το μόνο που έχασαν οι καθαρευουσιάνικες λέξεις ήταν τις καταλήξεις τους, που προσαρμόστηκαν σε αυτές της μοραΐτικης ρωμαίικης διαλέκτου.

Στα παλαιότερα λεξικά οι λέξεις διακρίνονταν σε λέξεις της καθαρεύουσας και λέξεις της δημοτικής. Τις τελευταίες δεκαετίες, υπάρχουν λεξικά της σύγχρονης γλώσσας που χαρακτηρίζουν σαν «λόγιες» της παλιές λέξεις της καθαρεύουσας (όπως τα λεξικά του Ανδριώτη και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη), λεξικά που το κάνουν αυτό περιορισμένα (Μπαμπινιώτης) και λεξικά που δεν το κάνουν καθόλου (Κριαράς). Είναι φανερό πως η απόκρυψη αυτής της πληροφορίας, αποκρύπτει το ιστορικό γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού λεξιλογίου μπήκε στο στόμα του λαού βάσει ενός συστηματικού διαχρονικού εθνικού σχεδίου, που αποσκοπούσε να κατασκευάσει την «αδιάσπαστη συνέχεια» της γλώσσας.

 

Swadesh List No 65: bone (υπάρχει και στην τελική λίστα των 100 βασικών λέξεων)

 

Ρωμαίικα

Αρχαία Ελληνικά

Καθαρεύουσα ή Λόγια

 

κόκαλo [κόκαλα: 1527, Corona Preciosa και κόκαλον: 1614 Meursi, Glossarium Graeco-Barbarum] & διαλεκτικά: κόκαλε, κόκαλον, κόκαλος, κόκαλου

οστούν & οστέον [ινδοευρωπαϊκό]

οστούν

παράγωγα και σύνθετα

κακαλωτής, κοκάλα, κοκαλάκι, κοκαλάρα, κοκαλάρι, κοκαλάς, κοκάλας, κοκαλένιος, κοκαλήθρα, κοκάλης, κόκαλης, κοκάλι, κοκαλιάζου, κοκαλιάζω, κοκαλιάρα, κοκαλιάρη(ς), κοκάλιασμα, κοκαλίζω, κοκάλινος, κοκαλίου, κοκάλισμα(ν), κοκαλιστός, κοκαλίστρα, κοκαλιώ, κόκαλο, κοκαλομούνικο, κοκαλόπουτσος, κόκαλος, κοκαλούδιν, κοκαλουτό, κοκαλόχορτο, κοκάλωμα, κοκαλωμένος, κοκαλώνου, κοκαλώνω, κοκαλωτό.

οστάγρα, οστάριον, οστέινος, οστεογενής, οστεοκόπος, οστεουλκός, οστεουλκός, οστεώδης, οστέωσις, όστινος, οστίτης, οστοδοχείον, οστοειδής, οστοθήκη, οστοκατάκτης, οστοκλάστης, οστοκόπος, οστοκοπώδης, οστολογέω, οστολογία, οστολόγος, οστομαχία, οστοποιητικός, οστοφαγέω, οστοφάγος, οστοφανέω, οστοφυής, οστώδης.

αστεονέκρωσις, αστεοπλαστία, αστεότομον, οστάγρα, οστάριον, οστε(ο)αρθρικός, οστε(ο)αρθρίτης, οστεάγρα, οστεαλγία, οστεαλγικός, οστεάλευρον, οστεάνθραξ, οστεέλαιον, οστέινος, οστεΐτης, οστεοαραίωσις, οστεοαρθροπάθεια, οστεοβλάσται, οστεοβόρος, οστεογένεια, οστεογένεσις, οστεογονία, οστεογονικός, οστεογόνος, οστεογραφία, οστεογραφικός, οστεοθήκη, οστεοθλάστης, οστεοθλαστικός, οστεοκλασία, οστεοκλάστης, οστεοκλαστικός, οστεόκολλα, οστεοκολπίτις, οστεοκόπος, οστεοκύστις, οστεοκύτταρον, οστεολατυποπαγής, οστεόλιθος, οστεόλιπος, οστεολογία, οστεολογικός, οστεολόγος, οστεολυσία, οστεολυτικός, οστεομαλακία, οστεομελίτις, οστεομετρία, οστεομετρικός, οστεόμορφος, οστεονοσία, οστεοπάθεια, οστεοπεριοστικός, οστεοπεριοστίτις, οστεοπλασία, οστεοπλάστης, οστεοπλαστικός, οστεοπόρωσις, οστεορραγία, οστεορραφία, οστεορρήκτης, οστεορρηκτικός, οστεοσάρκωμα, οστεοσκλήρυνσις, οστεοσπογγίωσις, οστεοστεάτωμα, οστεοσυνθεσία, οστεοτομία, οστεουλκός, οστεοφάγος, οστεόφθισις, οστεοφθορία, οστεοφθόρος, οστεοφυλάκιον, οστεόφυμα, οστεόφυτον, οστεοχονδρίτις, οστεοψαθύρωσις, οστεόω, οστεώ, οστεώδης, οστεωδυνία, οστεωδυνικός, οστέωμα, οστέωσις, οστεωτικός, οστιάριος, οστίτης, οστίτις, οστώδης.

Swadesh List No 75: nose (υπάρχει και στην τελική λίστα των 100 βασικών λέξεων)

 

Ρωμαίικα

Αρχαία Ελληνικά

Καθαρεύουσα ή Λόγια

 

μύτη [μήτη: 1527, Corona Preciosa] & διαλεκτικά: μυτ, μούτη, μούτιν, μυτί, μυτίν.

ρις ή ριν [προελληνικό?]

ρις

παράγωγα και σύνθετα

μυτάκι, μυτάρα, μυταρά(ς), μυτάς, μύτας, μυταζία, μυτάζω, μυταρζά, μυταρία, μ(υ)ταριά, μύταρος ή μύταρους, μυτάρι, μυτάτος, μυτάω, μυτέ, μυτερέ, μυτερώνω, μυτερός ή μυτηρός, μυτιά ή μτια, μυτίαμα, μυτιάζω, μυτίζω, μύτικας, μυτιλής, μυτιστέριν, μυτίτσα, μύτκαρους, μύτκους, μυτόκωλα, μυτομάντιλο ή μυτουμάντιλου, μυτό(ν)γκας, μυτόνκος, μυτόπηχη, μύτος ή μύτους, μυτούδα, μυτούδι, μυτούλα, μυτούρα, μυτοστίμπιδο, μυτώ, μυτώνω, μυτωμένος, μύτωμα, μυτωτός.

ριναυλέω, ρινάω, ρινεγχυσία, ρυνεγχυτέω, ρινεγχύτης, ρινέγχυτον, ρινηλασία, ρινηλατέω, ρινηλάτης, ρινήλατος, ρινόβολος, ρινόκερως, ρινοκολούστης, ρινοκοπέω, ρινοκτυπέω, ρινοκτυπία, ρινολαβίς, ρινόσιμος, ρινότμητος, ρινοτομέω, ρινοφάλιος, ρινοχόος, ρινώλεθρος, ρίον.

ρινάκανθα, ριναλγία, ρινεγκέφαλος, ρινηλάτης, ρινεγχύτης, ρινευρυντήρ, ρινηλασία, ρινηλάτης, ρινήλατος, ρινιατρική, ρινικός, ρινισμός, ρινίτις, ρινόβολος, ρινοβρογχίτις, ρινόβυον, ρινοδακρυϊκός, ρινόκερως, ρινοκοπία, ρινοκοπώ, ρινοκτυπία, ρινοκτυπώ, ρινολαβίς, ρινολαλία, ρινόλιθος, ρινολογία, ρινολογικός, ρινολόγος, ρινόμακτρον, ρινομετρία, ρινομετωπιαίος, ρινομήλη, ρινονέκρωσις, ρινοπλαστία, ρινοπλαστική, ρινορραγία, ρινορραφία, ρινόρροια, ρινοσαλπιγγίτις, ρινόσιμος, ρινοσκλήρημα, ρινοσκόπησις, ρινοσκοπία, ρινοσκοπικός, ρινοσκόπιον, ρινότμητος, ρινοτομία, ρινοτομώ, ρινοτριχία, ρινουλκώ, ρινοφάλιος, ρινοφαρυγγικός, ρινοφαρυγγίτις, ρινοφάρυγξ, ρινόφυμα, ρινοφωνία, ρινοφωνία, ρινοχειλικός, ρινοψία, ρινώλεθρος.

Swadesh List No 168: ashes (υπάρχει και στην τελική λίστα των 100 βασικών λέξεων)

 

Ρωμαίικα

Αρχαία Ελληνικά

Καθαρεύουσα ή Λόγια

 

στάχτη ή στάκτη [1527, Corona Preciosa] & διαλεκτικά: στακτός, σταχτ, σταχτή, σταχτός, στάφτη.

τέφρα ή τέφρη [ινδοευρωπαϊκό]

τέφρα

παράγωγα και σύνθετα

σταχτάδα, σταχταλιάζω, σταχταλίθρα, σταχταρά, σταχτάρ(ι), σταχταριά, σταχαρκά, σταχτεράδα, στάχτερη, σταχτεριά, σταχτερόν, σταχτερός, σταχτί, σταχτιά, σταχτηρός, σταχτής, σταχτιάζω ή σταχτιάζου, σταχτιάρικος, σταχτιάς, στάχτιασμα, σταχτιασμένος, στάχταβους, σταχτιέρα, σταχτίλα, σταχτερό(ν), σταχτόασπρος, σταχτογάλαζος, σταχτογάλανος, σταχτογατζούλα, σταχτογερανός, σταχτοδευτέρα, σταχτοθάλασσος, σταχτοθολιάζω, σταχτοκίτρινος, σταχτοκόκκινος, σταχτοκουλούρα ή σταχτόκλουρα ή σταχτουκλούρα, σταχτοκούλουρο, σταχτολιές, σταχτολόγος, σταχτομάτης, σταχτομάτικος, σταχτόμαυρος, σταχτόνερο ή σταχτόνιρου, σταχτοπάνι ή σταχτόπανο(υ), σταχτοπέπιλης, σταχτοπέπαλος, σταχτόπιτα, σταχτοπίταρο, σταχτοπόδης, σταχτοπούλα, σταχτοπράσινος, σταχτότουρτα, σταχτού, σταχτουμπλιάρας, σταχτουμπαμπαλιάρας ή σταχτουμπαμπαλάρ(η)ς, σταχτομπούτα ή σταχτοπούτα, σταχτόπιτα, σταχτοπιτουράς, σταχτοπράσινος, σταχτοπύρι, σταχτορούφα, σταχτοστράβωση, σταχτοτσικνιάς, σταχτόχλωρος, σταχτούνα, σταχτουριά, σταχτομάρω ή σταχτουμάρου, σταχτόφκιαρο(υ) σταχτοφούρνι, σταχτόχηνα, σταχτωμένος, σταχτώνω ή σταχτώνου, σταχτωπός.

τεφραίος, τεφράς, τεφρήεις, τεφρίζω, τέφρινος, τέφριον, τεφροειδής, τεφρός, τεφρόω, τεφρώδης, τέφρωσις.

τεφραπόπατος, τεφρίτης, τεφροδοχείον, τεφροδόχη, τεφροδόχος, τεφροειδής, τεφροκύανος, τεφρομέλας, τεφρομυελίτης, τεφρός, τεφροσύρτης, τεφρόχρους, τεφρώδης.

Swadesh List No 175: white (υπάρχει και στην τελική λίστα των 100 βασικών λέξεων)

 

Ρωμαίικα

Αρχαία Ελληνικά

Καθαρεύουσα ή Λόγια

 

άσπρος –η -ο [άσπρο: 1527, Corona Preciosa] & διαλεκτικά: ασπρής –ίν, άσπρους, άσπρε, άσπιρος, άσπος, άσπουους, γιάσπρος

λευκός, -ή -όν [ινδοευρωπαϊκό]

λευκός, -ή -όν

παράγωγα και σύνθετα

ασπρά, ασπράα, ασπραγανιά, ασπράγγουρο, ασπραγκάθα, ασπραγκάθι, ασπραγκαθιά, ασπράγκαθο(υ), ασπράγκαθος, ασπραγκάθουλας, ασπράγκονας, ασπράδ(ι), ασπράδα, ασπραδάκι, ασπραδερός, ασπράδι(ν), ασπράδο, ασπραδώνω, ασπράθ, ασπράι, ασπραΐδανο, ασπράιδανο, ασπραίνω, ασπρακάθι, ασπράκι, ασπραλώνι, ασπραμανίτα, ασπραμπάδι, ασπραμπάδικο, ασπράνγκαθου, ασπραουσθιάτικο, ασπραουστιάτης, ασπραουστιάτικο, ασπραπ(ι)διά, ασπράπαρος, ασπράπδου, ασπράπιδο, ασπράρ(ι), ασπραρέα, ασπράρκον, ασπραρόπον, ασπράτα, ασπράτο, ασπράφτα, ασπράφτης, ασπραφτιάζω, ασπραχείλης, ασπράχλαδο, ασπραχλιασμένος, ασπργύριν, ασπρέας, άσπρεσα, ασπριά, ασπρία, ασπριάδα, ασπριγιά, άσπριγμαν, ασπρίδ(ι), ασπρίδα, ασπριδερός, ασπριδίν, ασπριδίτσα, ασπριερός, ασπρίζου, ασπρίζω, ασπρική, ασπρίλα, ασπριλάδι, άσπριμα, ασπρινιάτζω, ασπρινιάτο, ασπρίνου, ασπρίντζω, ασπρίνω, ασπριότη, άσπρισα, ασπρισιά, άσπρισμα(ν), ασπρισματάκι, ασπρισμένος, ασπριστής, άσπριστος, ασπριτζής, ασπρίτσα, ασπρίτσι, ασπριώ, άσπρο, ασπρο(γ)ένης, ασπρο(γ)ή, ασπρό(γ)ι, ασπρο(υ)βόλημα, ασπρο(υ)γούνα, ασπρο(υ)γουνού, ασπρο(υ)λιά, ασπρο(υ)μάλλιασμα, ασπρο(υ)μάτιασμα, ασπρο(υ)μουριά, ασπρο(υ)νόρα, ασπρο(υ)νούρα, ασπρο(υ)πάρ(ι), ασπρο(υ)ρουχού, ασπρο(υ)σκιά, ασπρο(υ)φουστανύσα, ασπρο(υ)χινός, ασπρόα, ασπροάανος, ασπροάγκαθος, ασπροβάλσαμο, ασπροβάλτα, ασπρόβαλτος, ασπροβαριά, ασπροβασίλικο, ασπροβάτσελο, ασπροβδόμαδο, ασπροβελίτσα, ασπροβέλτσα, ασπρόβλιτο, ασπροβόλα, ασπροβολάω, ασπροβόλι, ασπροβόλι(σ)μα, ασπροβολώ, ασπροβορβόρα, ασπρόβορτος, ασπροβοστίτσα, ασπροβόσυκος, ασπροβοτανάτς, ασπροβούνα, ασπροβουνού, ασπροβρακάς, ασπροβράκατος, ασπροβροντή, ασπρόβρουβα, ασπρόβρυση, ασπρόγ(η), ασπρόγα, ασπρόγαβρου , ασπρόγαβρους , ασπρογαλάζιος, ασπρογάλαζος, ασπρογάλανος, ασπρογαλατένιος, ασπρογαλατένιους, ασπρογαλατιάζω, ασπρογαλιά, ασπρογαλιάζω, ασπρογάλιασμα, ασπρογαλιασμένος, ασπρογαλίζου, ασπρογαλίζω, ασπρογάλισμα, ασπρογανιάζω, ασπρογανιαστός, ασπρογαργαρίζω, ασπρογάρτσανου, ασπρόγατος, ασπρογενάτες, ασπρογένης, ασπρογένικος, ασπρογέρακας, ασπρογέρακο, ασπρογέρανος, ασπρόγερας, ασπρόγης, άσπρογης, ασπρόγια, ασπρογιάλι, ασπρόγιασμαν, ασπρογιατρέ, ασπρόγιν, ασπρόγιο, ασπρόγκιοσα, ασπρόγκιοσε, ασπρόγκισα, ασπρόγκισους , ασπρογκοκκινί, ασπρόγλινα, ασπρογλυκάδα, ασπρογλυκοπάτι, ασπρόγλωσσος, ασπρογονιάζω, ασπρογούλι, ασπρόγουνα, ασπρόγουπα, ασπρογυαλίζω, ασπροδαχτυλάτη, ασπροδερός, Ασπροδευτέρα, ασπρόδολος, ασπροδόντης, ασπροέλατο, ασπρόη, ασπρόηη , ασπροθαλασσής, ασπροθαλασσίτης, ασπροθαλασσίτικος, ασπροθαλασσίτισα, ασπροθολιά, ασπρόθολος, ασπρόθουρους, ασπροθύμαρο, ασπρόθυμος, ασπροθύρκους, ασπροθωριάζω, ασπροθωρίζω, ασπρόθωρος, ασπρόι, ασπρόκαβος, ασπροκάθαρος, ασπροκάλα, ασπροκαλάμποκο, ασπροκάλεσε, ασπροκάλεχιος, ασπροκαλιάζω, ασπροκάλιβος, ασπροκαλό(γ)υρος, ασπροκαλτσουνάτος, ασπρόκαμπος, ασπροκάνα, ασπροκάπουλος, ασπροκάρ(ι), ασπροκαρτσουνάτος, ασπροκάρφι, ασπροκάστανος, ασπρόκαστρο, ασπροκάτζικο, ασπροκάτζκον, ασπροκάτζκου, ασπροκατζώ, ασπροκάτθης, ασπροκαύκαλος, ασπροκαύκαρος, ασπροκέντη, ασπροκέντημα, ασπροκεντημένος, ασπροκέντι(ν), ασπροκεράτσουλη, ασπροκέρι, ασπροκέφαλο, ασπροκέφαλος, ασπροκεφαλούδι, ασπροκιτρινιάζω, ασπροκιτρινίζω, ασπροκιτρινισμένος, ασπροκίτρινος, ασπροκιφαλιάζου, ασπροκκλησιά, ασπρόκλαδο, ασπροκογιά, ασπροκοκκινάδα, ασπροκόκκινος, ασπροκόμος, ασπροκοπάω, ασπροκοπώ, ασπροκορίθι, ασπροκόριθο, ασπροκότσινος, ασπρόκουβια, ασπροκουέλα, ασπροκούελος, ασπροκούκουτς, ασπρόκουλας, ασπρόκουλους, ασπροκούμαρο, ασπροκουνουκλιά, ασπρόκουντου, ασπροκουντούρα, ασπροκουντούρης, ασπρόκουρνος, ασπροκουτέλα, ασπροκούτελος, ασπροκουφαλιάς, ασπροκρέατος, ασπροκρέμμυδο, ασπροκρόκινος, ασπροκρόμμυδο, ασπροκρύσταλο, ασπροκώλα, ασπροκωλάκι, ασπρόκωλας, ασπροκώλης, ασπροκώλι, ασπροκωλιά, ασπροκωλία, ασπροκωλιάς, ασπροκωλίδα, ασπροκωλίνα, ασπροκώλινας, ασπροκωλιός, ασπροκωλοβούσα, ασπροκώλοκον, ασπρόκωλος, ασπροκωλοτσά, ασπρολάβ(ι)κον, ασπρολάγαρος, ασπρόλαγια, ασπρόλαδου, ασπρολάθυρο, ασπρολαίμης, ασπρολαίμικος, ασπρόλαιμος, ασπρόλακκος, ασπρολάλουδο, ασπρολαπαθιά, ασπρόλαπας, ασπρόλαπος, ασπρολάχανο(υ), ασπρολέλουδο, ασπρολεύκ(η), ασπρολεύκαδου, ασπρολευκιά, ασπρολέφης, ασπρόλθος, ασπρολιανικό, ασπρολιάτικο, ασπρολιβάνα, ασπρολίβανος, ασπρολίθαρο, ασπρολίθι, ασπρόλιοπρος, ασπρόλιφκου, ασπρολογάω, ασπρολογή, ασπρολόγημα, ασπρολόγι, ασπρολογιά, ασπρολογιά, ασπρολογώ, ασπρόλοτα, ασπρόλουβιας, ασπρολουδιασμένος, ασπρολουδιασμός, ασπρολουλουδιασμένος, ασπρολουλουδίζω, ασπρολούλουδο(υ), ασπρόλουπος, ασπρομάγουλος, ασπρομαθιώ, ασπρομαλλ(ι)ώ, ασπρομάλλη(ς), ασπρομαλλιάζω, ασπρομαλλιάρικη, ασπρομαλλίζω, ασπρομάλλικος, ασπρόμαλλος, ασπρομαλλού, ασπρομαλλούσα, ασπρομαλλούσης, ασπρομάνικος, ασπρομανίταρο(ν), ασπρομανίτς, ασπρομαντίλα, ασπρομαντιλαριά, ασπρομαντιλάτος, ασπρομάντιλη, ασπρομάντιλο, ασπρομαντιλούσα, ασπρομαουλάτος, ασπρομαούλικο, ασπρομάσκαλος, ασπρομάταινα, ασπρομάτη(ς), ασπροματιάζω, ασπρομάτικο, ασπροματού, ασπροματού, ασπρόμαυρο(υ)ς, ασπρομαυροβολούσα, ασπρομαχάω, ασπρομαχώ, ασπρομελανιάζω, ασπρομέλανος, ασπρόμελον, ασπρομηλιγγάτος, ασπρομηλιγγουδάτος, ασπρόμηλο, ασπρομηράτος, ασπρομιταξένιους, ασπρομολόχη, ασπρομοσκάτο, ασπρομόσχαρο, ασπρόμουγκος, ασπρόμουντος, ασπρομούρης, ασπρομουρνιά, ασπρόμουρο(υ), ασπρομουστακιάζω, ασπρομούστακο(υ)ς, ασπρομουστατσάζω, ασπρομουτά, ασπρομουτά(δ)α, ασπρομούτης, ασπρομούτσνους, ασπρομουτσουνιάζω, ασπρομούτσουνος, ασπρομπάμπακους, ασπρομπέλιτσος, ασπρόμτους, ασπρόμυγα, ασπρόμυδο(ν), ασπρομύτης, ασπρομυτίαγμαν, ασπρομύτικος, ασπρόμυτος, ασπρομυτώ, ασπρονέρ(ι), ασπρονήσι, ασπρονόρης, ασπρονούρης, ασπρονούρκους, ασπρόντυμα, ασπροντυμένος, ασπροντύνω, ασπρονυχιάζω, ασπρόνυχος, ασπροξάκι, ασπρόξανθος, ασπρόξινος, ασπρόξλου, ασπροξυλέα, ασπροξυλιά, ασπρόξυλο, ασπρόπαγνη, ασπρόπαγος, ασπροπανιάζου, ασπροπάνιασμα, ασπροπανιασμένος, ασπροπαπούλα, ασπροπάρ(η)ς, ασπροπάρδαλος, ασπροπατάτα, ασπρόπατος, ασπροπατώ, ασπροπέικλος, ασπροπέλατο, ασπροπέουλος, ασπροπερίστερο, ασπροπεταλούδα, ασπροπετεινάριν, ασπροπετεινός, ασπρόπετρα, ασπροπέτσαινα, ασπροπέτσης, ασπροπέτσικον, ασπροπέτσιν, ασπροπετσώ, ασπρόπηλας, ασπροπηλιά, ασπροπηλιερόν, ασπροπηλίζω, ασπρόπηλος, ασπροπικρίδα, ασπροπικροπάτι, ασπροπίπερο, ασπρόπιστος, ασπρόπιτα, ασπρόπλακα , ασπροπλένω, ασπροπλουμιστός, ασπροπλυμένος, ασπροπνίχτης, ασπρόποδα, ασπροποδαράτος, ασπροπόδαρος, ασπροποδαρούσα, ασπροπολίτικο(ν), ασπροποταμήσο, ασπροποτάμησο, ασπροποταμιά, ασπροπόταμος, ασπροπούγγι, ασπροπούδαρος, ασπροπούλι, ασπροπουλιά, ασπροπούλια, ασπρόπουλο, ασπροπούλουδο, ασπροπουμπουλεράτος, ασπρόπουντα, ασπροπούραδος, ασπροπούρναρο, ασπρόπουρους, ασπρόπρασα, ασπροπρασιά, ασπροπρασία, ασπροπράσινος, ασπροπροσωπί(γι)α, ασπροπροσωπιάζω, ασπροπροσωπίζω, ασπροπρόσωπος, ασπροπροσωπώ, ασπροπρούναρο, ασπροράδης, ασπροράδικος, ασπροραπόσιτο, ασπρόραχος, ασπρόρεμα, ασπρόρια, ασπρόριζα, ασπρόρνιθα, ασπροροϊδιά, ασπρορόιδικο, ασπρορομπόλα, ασπρόρουκα, ασπρορουχάδικο, ασπρορούχι, ασπρορουχιά, ασπρορουχία, ασπρόρουχο(υ), Ασπροσάββατο, ασπροσάκουλο, ασπροσάλια(γ)κας, ασπροσαλιάκη, ασπροσάνιδο, ασπροσαπουνίζω, ασπροσαπουνώ, ασπροσέλινο, ασπροσιδερωμένος, ασπροσιερκάς, ασπροσικένιε, ασπροσίκι, ασπροσιλιδονοπαρλάτα, ασπροσιλιόνα, ασπροσίνιζος, ασπροσίρικο, ασπροσιταράτος, ασπροσίταρο, ασπροσιτένιε, ασπροσίτι, ασπροσίτικος, ασπρόσκαρος, ασπρόσκλιδου, ασπροσκόληκο, ασπρόσκου, ασπροσκούληκας, ασπρόσκουτο, ασπροσκούφ(η)ς, ασπρόσοιρος, ασπροσονίζω, ασπροσονιστός, ασπροσουκιά, ασπρόσουκο, ασπρόσουλος, ασπροσπαλαθιά, ασπρόσπορος, ασπρόσταρο(ν), ασπροστάφυλο(ν), ασπρόσταχου, ασπρόστιαρου , ασπροστολίζω, ασπροστολισμένος, ασπρόστους, ασπρόστρατα, ασπροσύγνεφος, ασπροσυκιά, ασπρόσυκο(ν), ασπρόσυλος, ασπροσυννεφιά, ασπροσυννεφιάζω, ασπροσυρμή, ασπροσυρμή, ασπροσώκαρδο, ασπρότε, ασπροτερατσούνα, ασπροτζαγκάτος, ασπρότη, ασπροτιρίπλικο, ασπροτριχάτος, ασπρότριχος, ασπρότρουλος, ασπροτσαγκάτος, ασπροτσέρασο, ασπροτσέρι, ασπροτσεφαλιάζω, ασπροτσέφαλο, ασπροτσέφαλος, ασπροτσήτα, ασπροτσοίλης, ασπρότσουμπλος, ασπρότσουος, ασπρού, άσπρου, ασπρού(γ)ι, ασπρούα, ασπρουάτσι, ασπρουβδόμαδου, ασπρουβδόμαδου, ασπρουβόλ, ασπρουβολάου, ασπρουγάλαζους, ασπρουγαλιάζου, ασπρουγανιάζου, ασπρουγανιασμένους, ασπρουγάς, άσπρουγας, ασπρουγέν(η)ς, ασπρουγερός, ασπρουγόρτσανου, ασπρούδ(ι), ασπρούδα, ασπρουδάκι, ασπρουδάρκον, ασπρουδέρα, ασπρουδερέ, ασπρουδεριά, ασπρουδερός, ασπρούδης, ασπρουδιά, ασπρουδιάζω, ασπρουδίζω, ασπρούδικος, ασπρουδιρός, ασπρουδίτσα, Ασπρουδιφτέρα, ασπρουδίχουρτους, ασπρουδούλα, ασπρουερός, ασπρουκαλάμκου , ασπρουκαλάμπουκου, ασπρουκάλεσιο(υ)ς, ασπρουκάλισους, ασπρουκάνουτους , ασπρουκάντου, ασπρουκέντ, ασπρουκέρ, ασπρουκέφαλους, ασπρουκιτρινίζου, ασπρουκίτρινους, ασπρουκόκικιανους , ασπρουκόκνους, ασπρούκος, ασπρούκου, ασπρουκουπή , ασπρουκουπχιό , ασπρουκουπώ , ασπρουκώλα, ασπρούλα, ασπρουλάδα, ασπρουλάκι, άσπρουλας, ασπρουλέ, ασπρούλης, ασπρουλιά, ασπρούλιαβους, ασπρουλιάζω, ασπρούλιακας, ασπρουλιάνος, ασπρουλιάρ(ι)κους, ασπρουλιάρης, ασπρουλιάρικος, ασπρουλίθ, ασπρούλικος, ασπρούλιος, ασπρουλίτσα, ασπρούλκους, ασπρουλογάου, ασπρουλός, ασπρουλού, ασπρουλουγάου, ασπρουλουγώ, ασπρουμάλς, ασπρουμανίταρου, ασπρουμάνκου , ασπρουμαντλίδα, ασπρουματιάζου, ασπρουμάτιασμα, ασπρουμάτς, ασπρουμύτς, ασπρουνούρκου, ασπρουνούρου, ασπρουντμένους, ασπρουπήλ, ασπρουπλιά, ασπρουπράσνους, ασπρουπρόσουπους, ασπρουρουχάδικου, ασπρουσάνιδου, ασπρουσίταρου, ασπρουσκαμνιά, ασπρουσκιά , ασπρούσκις, ασπρουσνιφιά, ασπρουστάφλου, ασπρουτρέφλας, ασπρουτσάκας, ασπρουτσέρ, ασπρούτσικος, ασπρούτσκους, ασπρουφάσλου , ασπρουφόκαλου , ασπρούχι, ασπρουχόρτ, ασπρουχουματίζου, ασπρουχουμσμένους , ασπρόφακο, ασπροφεγγίζω, ασπροφεγγοβολώ, ασπρόφεγγος, ασπροφέγγω, ασπροφέρνω, ασπροφιτιλέτιν, ασπροφίτιλος, ασπροφιτιλόψας, ασπροφλάμπουρο, ασπροφλοκάτος, ασπροφοράω, ασπροφορεμένος, ασπροφόρετος, ασπροφόρος, ασπρόφορος, ασπροφορούσα, ασπροφορώ, ασπροφουδιασμένα, ασπροφουρώ, ασπροφουφουδιασμένη, ασπροφρύδης, ασπρόφτα, ασπρόφτερος, ασπροφτέρουγος, ασπροφυλλάδα, ασπροφύλλιγμαν, ασπροφυλλίζω, ασπρόφυλλο(ν), ασπροφυλλόπον, ασπροφυλλόριζα, ασπροφυλλώ, ασπροφυρασταράτος, ασπροφυρομάσκαλος, ασπροφυρομύτης, ασπροχαράζω, ασπροχάραμα, Ασπρόχαρο(υ)ς, ασπρόχαρτο, ασπροχεία, ασπροχείλης, ασπροχειλιάζω, ασπροχείλς, ασπροχελιός, ασπροχέλιος, ασπροχινός, ασπροχιονάτος, ασπρόχιονος, ασπροχιουρινιά, ασπροχιώτ(ι)κο, ασπροχλάμπουρο, ασπρόχοιρος, ασπρόχολος, ασπροχόρταρου, ασπροχόρτι, ασπρόχορτο, ασπρόχουμα, ασπρόχουρτου(ς), ασπροχόχλαδος, ασπροχρούσαφο(ν), ασπρόχρυσες, ασπροχρυσή, ασπρόχυλο, ασπρόχωμα, ασπρόψ(ι), ασπρόψαρε, ασπρόψαρο(υ), ασπρόψιους, ασπροψοτερατσούνα, ασπρωτός.

λευκαγής, λευκαία, λευκαίνω, λευκάκανθα, λευκάλφιτος, λευκάμπυξ, λευκανθεμίς, λευκάνθεμον, λευκανθίζω, λευκανίη, λεύκανσις, λευκαντής, λευκαντικός, λευκάργιλλος, λευκάς, λεύκασπις, λευκαχάτης, λευκέα, λευκερινέος, λευκερίνεως, λευκέρυθρος, λευκερυθρόχους, λευκερωδιός, λεύκη, λευκηπατίας, λευκήπειρος, λευκήρετμος, λευκήρης, λεύκινος, λεύκιππος, λευκίσκος, λευκίτης, λευκοβαφής, λευκοβραχίων, λευκόγαιος, λευκόγειος, λευκόγεως, λευκογραφέω, λευκογραφίς, λευκόδαιος, λευκοδέρματος, λευκοδίφθερος, λευκοέρυθρος, λευκόθριξ, λευκοθώραξ, λευκόινος, λευκόιον, λευκόκαρπος, λευκόκαυλος, λευκοκέφαλος, λευκόκηρος, λευκοκόμης, λευκόκομος, λευκοκράμβη, λευκόκρας, λευκοκύμων, λευκόλιθος, λευκόλινον, λευκολόφας, λευκόλοφος, λευκομαινίς, λευκοματίζομαι, λευκομέλας, λευκομέτωπος, λευκομφάλιος, λευκόνοτος, λευκοπάρειος, λευκοπάρυφος, λευκόπεπλος, λευκοπέτηλος, λευκόπετρον, λευκόπηχυς, λευκοπίων, λευκόπλευρος, λευκοπληθής, λευκοποίκιλος, λευκοποιός, λευκόπους, λευκοπρεπής, λευκοπρόσωπος, λευκόπρωκτος, λευκόπτερος, λευκοπτέρυξ, λευκόπυγος, λευκόπυρος, λευκόπυρρος, λευκόπωλος, λευκόπωρος, λευκοργέω, λευκόροδον, λευκόσαρκος, λευκοστεφής, λευκόστικτος, λευκόστολος, λευκόσφυρος, λευκοσώματος, λευκότης, λευκοτριχέω, λευκότριχος, λευκότροφος, λεύκουρος, λευκοϋφής, λευκοφαής, λευκοφανής, λευκόφθαλμος, λευκοφλεγματέω, λευκοφλεγματία, λευκοφλεγματίας, λευκοφλέγματος, λευκοφλεγματώδης, λευκόφλοιος, λευκοφορέω, λευκοφόρος, λεύκοφρυς, λευκόφυλλος, λευκοχίτων, λευκόχλωρος, λευκοχροέω, λευκόχροια, λευκόχροος, λευκόχρυσος, λευκοχρώματος, λευκόχρως, λευκόω, λεύκωμα, λευκωματώδης, λευκών, λεύκωσις.

λευκάγεια, λευκάζω, λευκαιθιοπία, λευκαίνω, λευκάκανθα, λευκάνδρα, λευκάνθεμον, λευκανθής, λευκανία, λευκανιλίναι, λεύκανσις, λευκαντής, λευκαντικός, λευκαντικώς, λευκάς, λεύκασμα, λευκάσπιος, λεύκασπις, λευκαστής, λευκέρυθρος, λευκερωδιός, λεύκη, λευκήρης, λευκίνη, λευκινιμίδιον, λεύκινος, λευκινουρία, λευκισκοειδή, λευκίσκος, λευκισμός, λευκίτης, λευκιτογόρος, λευκιτοφύρης, λευκοβαφής, λευκόβρυον, λευκογαλή, λευκόδενδρον, λευκοδερμία, λευκοδεψία, λευκόδους, λευκοεγκεφαλίτις, λευκοθεραπεία, λευκοθόη, λευκόθριξ, λευκοϊκτίς, λευκόιον, λευκοκύτταρα, λευκοκυτταραιμία, λευκοκυτταρικός, λευκοκυτταρομετρία, λευκοκυττάρωσις, λευκόλιθος, λευκομαΐνη, λευκοματάνθραξ, λευκοματίαι, λευκοματίναι, λευκοματοειδής, λευκοματολύτης, λευκοματόμετρον, λευκοματουρία, λευκοματούχος, λευκοματώδης, λευκομιελίτης, λευκόν, λευκονοστόκιον, λευκονυμφαία, λευκόξανθος, λευκόξενον, λευκοπάθεια, λευκοπαθικός, λευκοπενία, λευκοπλακία, λευκοπλασία, λευκόπους, λευκοπροφυλαξία, λευκόπτερος, λευκοπώγων, λευκορκεΐνη, λευκόρροια, λευκορροϊκός, λευκόσημον, λευκοσίδηρος, λευκοσιδηρουργείον, λευκοσιδηρουργός, λευκοσιδηρούς, λευκοσίνη, λευκότης, λευκότιτλον, λευκοτριχία, λευκότριχος, λευκοττόζωα, λεύκουρος, λευκόφαιος, λευκοφασία, λευκοφλεγμασία, λευκοφόρος, λευκοφορώ, λευκόφρυς, λευκοφυλλίτης, λευκοφύρης, λευκόχαλκος, λευκόχριστος, λευκόχροια, λευκόχρους, λευκόχρυσος, λευκοχρυσοφόρος, λευκόχρωμος, λευκοχρωτία, λεύκοψις, λεύκτρα, λευκώλενος, λεύκωμα, λευκών, λεύκωνες, λευκώς, λευκωσία, λευκωσίνη, λεύκωσις,