Skip to main content

Το σχέδιο της εξέγερσης [2000]

 

Το σχέδιο της εξέγερσης

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Νέα Ανατολή (14.9.2000)

 

Τον Ιούλιο του 1820 ο Αλέξανδρος Α΄ και ο Καποδίστριας δίνουν εντολή στον Αλέξανδρο Υψηλάντη να προχωρήσει στο τελευταίο στάδιο προετοιμασίας της “ελληνικής επανάστασης”.

Ο Υψηλάντης λαμβάνει επισήμως από τον τσάρο δίχρονη άδεια για “λουτροθεραπεία στο εξωτερικό”. Στην πραγματικότητα ξεκινά για τη Βεσσαραβία όπου θα εργαστεί για τη στρατιωτική προπαρασκευή της εξέγερσης.

Μια σημαντική ιστορική μαρτυρία του ότι ο Υψηλάντης αναχώρησε όχι για “λουτροθεραπεία στην Ευρώπη” αλλά σε διατεταγμένη αποστολή, με ενδιάμεσο σταθμό τη Βεσσαραβία, μας παρέχει μία επιστολή της τσαρίνας Ελισάβετ γραμμένη τις μέρες εκείνες σε μία δεσποινίδα της αυλής της:

Σας είμαι υπόχρεος, δεσποινίς, που με ειδοποιήσατε για την προσεχή αναχώρηση του Υψηλάντη. Αν και πια δεν έχω κανένα δέμα να του δώσω, θα ήμουνα ενθουσιασμένη να τον αποχαιρετήσω και σας παρακαλώ να του πείτε να έρθει αύριο το μεσημέρι να με δει ή σ’ όποια άλλη ώρα που θα του ταίριαζε. Όπως έβλεπα πως η αποστολή του ανεβάλλετο από μέρα σε μέρα, έδωσα το γράμμα μου για τον κόμιτα Βιτγκεστάιν στη σύζυγό του, πριν από οχτώ περίπου μέρες”.

Όπως προκύπτει λοιπόν από τα ανωτέρω, η τσαρίνα γνώριζε την “αποστολή” του Υψηλάντη και τη μετάβασή του στη Βεσσαραβία (στη ρώσικη επαρχία που συνόρευε με τη Μολδαβία) όπου θα συναντούσε τον κόμη Βιτγκεστάιν, τον εκεί δηλαδή αρχιστράτηγο των ρωσικών στρατευμάτων. Δήλωνε μάλιστα “ενθουσιασμένη” με την αποστολή του.

Ο Υψηλάντης περνάει πρώτα από την Οδησσό, πόλη με σημαντική ρωμαίικη εμπορική παροικία και πολυπληθή τοπική Εφορία της Φιλικής. Εκεί λαμβάνει μια επιστολή του Αναγνωσταρά που τον πληροφορεί πως ο Μοριάς σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του μπορεί να αντιπαραθέσει 30.400 άντρες απέναντι σε μία δύναμη 12.800 μουσουλμάνων.

Στην Οδησσό τον επισκέπτεται στις 22 Αυγούστου, ερχόμενος από την Πετρούπολη όπου έχει συναντηθεί με τον Καποδίστρια, ο γραμματέας του ρωσικού προξενείου της Πάτρας και στέλεχος της Φιλικής Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος. Στη μεταξύ τους συζήτηση ο Υψηλάντης διατυπώνει τη σκέψη να κατέβει στο Μοριά και να κηρύξει από εκεί την “επανάσταση”. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι κάθετα αντίθετος. Υποστηρίζει πως το κίνημα πρέπει να ξεκινήσει από τη Μολδοβλαχία. Αυτό κατά τη γνώμη του παρουσίαζε τρία πλεονεκτήματα. Πρώτον, οι Οθωμανοί έχοντας σε απόσταση αναπνοής από τις εξεγερμένες παραδουνάβιες ηγεμονίες τη ρωσική στρατιά της Βεσσαραβίας, δεν θα μετακινούσαν τις δυνάμεις τους προς ένα εξεγερμένο νότο. Δεύτερον, ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων υποψιαζόμενος, λόγω της γεωγραφικής γειτνίασης Μολδοβλαχίας και Βεσσαραβίας, τη ρώσικη υποστήριξη προς το κίνημα, θα συνέχιζε με μεγαλύτερο πείσμα τον κατά της Πύλης αγώνα του. Και τρίτον, για τον ίδιο λόγο οι Μοραΐτες και οι Ρουμελιώτες θα εύρισκαν τη δύναμη να ξεσηκωθούν.

Αρχές Οκτωβρίου ο Υψηλάντης βρίσκεται στο Ισμαήλ της Βεσσαραβίας και συνεδριάζει με στελέχη της Φιλικής για τον τόπο και το χρόνο της εξέγερσης. Στη σύσκεψη αυτή παρευρίσκονται εκτός άλλων και οι Ξάνθος, Παπαφλέσσας, Περραιβός, Ίπατρος καθώς και ο διοικητής του ρώσικου στόλου στο Δούναβη Παπαδόπουλος Κορφινός.

Η σύσκεψη σχεδόν ομόφωνα αποφασίζει – σε πλήρη αντίθεση με όσα εξαιρετικά σημαντικά είχε υποστηρίξει ο Παπαρρηγόπουλος στον Υψηλάντη – να ξεκινήσει η εξέγερση από το Μοριά και συγκεκριμένα από τη Μάνη (όπως συνέβη και στα Ορλοφικά). Η εξέγερση έπρεπε να αρχίσει γύρω στις 10 Δεκεμβρίου. Γι’ αυτό το λόγο ο Παπαφλέσσας αναλαμβάνει να μεταφέρει διαταγή προς το Φιλικό Γιώργο Πάνου στις Σπέτσες, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να βρίσκεται μέσα σε έξι βδομάδες από τη σύνταξη της επιστολής ένα καλά αρματωμένο καράβι στην Τεργέστη για να παραλάβει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και να τον μεταφέρει στη Μάνη.

Ταυτόχρονα οι αρματωλοί και μέλη της Φιλικής Γιωργάκης Ολύμπιος και Σάββας Καμινάρης, έπρεπε ηγούμενοι ενός μισθοφορικού στρατού να προχωρήσουν στα τέλη Νοεμβρίου σε κίνημα αντιπερισπασμού στη Μολδοβλαχία. Έπρεπε επίσης να επιδιωχθεί εξέγερση των Σέρβων.

Ο Παπαδόπουλος Κορφινός αναλάμβανε τη δημιουργία μικρού στόλου που θα δρούσε στο Δούναβη και τον Προύθο. Αρκετοί από τους παρευρισκόμενους πήραν εντολή να μεταβούν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας για να προετοιμάσουν την εξέγερση. Ιδιαίτερο βάρος έπεσε στον Παπαφλέσσα που ως πληρεξούσιος του Υψηλάντη έπρεπε να πάει μετά τις Σπέτσες στο Μοριά και να προετοιμάσει το έδαφος.

Από το Ισμαήλ ο Υψηλάντης μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Βεσσαραβίας Κισίνοβο (ή Κισινιόφ) και εγκαθίσταται στο σπίτι της παντρεμένης με τον Κατακάζη αδελφής του, όπου το μετατρέπει σε αρχηγείο του. Ξαφνικά στις 24 Οκτωβρίου και ενώ ο μηχανισμός της Φιλικής έχει κινηθεί για την υλοποίηση των αποφάσεων της σύσκεψης του Ισμαήλ, ο Υψηλάντης ανακοινώνει ότι το σχέδιο ματαιώνεται. Το νέο σχέδιο προβλέπει να ηγηθεί ο ίδιος εξέγερσης στη Μολδοβλαχία και διασχίζοντας τα Βαλκάνια να κατέλθει στην Ελλάδα επικεφαλής των στρατευμάτων που θα συγκέντρωνε. Νέα ημερομηνία ορίζει τη 15η Νοεμβρίου αλλά σύντομα ανακοινώνει νεα αναβολή για την ερχόμενη άνοιξη.

Τι μεσολάβησε όμως και άλλαξε το σχέδιο; Γιατί επιλέχθηκε η Μολδοβλαχία και όχι ο Μοριάς; Η απόφαση αυτή ήταν απόφαση του Υψηλάντη ή των ανωτέρων του;

Λεπτομέρειες του τελικού στρατιωτικού σχεδίου για την εξέγερση στη Μολδοβλαχία μας δίνει ο Νικόλαος Υψηλάντης (που θα λάβει μέρος στα επερχόμενα γεγονότα ως στρατιωτικός διοικητής) στα απομνημονεύματα του:

Φυλάμε ακόμη”, γράφει, “τις γραπτές υποσχέσεις του προδότη Σάββα, που είχε αναλάβει να πάρει το Giurgew και το Rustzuc, να περάσει στη Βουλγαρία και να ξεσηκώσει εκεί τους χριστιανούς, να βοηθήσει να καταληφθεί το Ada Cale από τον καπετάν Γιωργάκη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν αποφασισμένο, ο καπετάν Γιωργάκης, μόλις θα καταλάμβανε το Ada Cale, θα ξεσήκωνε το στρατιωτικό σώμα του Tzerni George στη Σερβία. Ο Σάββας έπρεπε να ξεσηκώσει τους Βουλγάρους. Οι Μαυροβούνιοι ήδη ενημερωμένοι όφειλαν, αμέσως μόλις μάθαιναν το νέο της εξεγέρσεως αυτών των δύο επαρχιών, να προσπαθήσουν να ενωθούν μ’ αυτές. Ο καπετάν Φαρμάκης θα έμενε στη Βλαχία για να υποστηρίξει τον Θεόδωρο Βλαδιμιρέσκου ώσπου να πλησιάσουν οι Υψηλάνται και να μπουν στη Βλαχία, αφού θα είχαν ενισχυθεί από τον Καραβιά στη Φωξάνη. Τότε θα πήγαινε να ενωθεί μαζί τους και θα τον οδηγούσαν στη Ζιμνίτσα στο κτήμα τους, όπου, με τα πλοία που ήσαν προετοιμασμένα θα διέσχιζαν το Δούναβη για να περάσουν στην άλλη πλευρά, αφήνοντας τον Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου, τον Χατζή-Πρόντανο (τους δύο Μακεδόνσκι κτλ.) στη Βλαχία για να καλύψουν τα νώτα τους και να χρησιμεύσουν συγχρόνως και για εφεδρεία. Χρήματα είχαν διατεθεί για όλα αυτά, τα πάντα ήσαν έτοιμα, όλα είχαν πετύχει πλήρως, έγραψαν στους Υψηλάντες να περάσουν.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Νικόλαος Υψηλάντης, υποστηρίζει ότι είχε προετοιμαστεί όχι απλά μία ελληνική αλλά μια πανβαλκανική εξέγερση κατά της Πύλης. Από ποιόν; Από τον αδελφό του Αλέξανδρο; Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Μαυροβούνιοι, Ρωμιοί και Αρβανίτες θα ακολουθούσαν τον Υψηλάντη εάν δεν πίστευαν ότι πίσω του βρίσκονται τα ρώσικα όπλα;

Ποιοι είχαν “διαθέσει” τόσα χρήματα για μια γενικευμένη αναταραχή στα Βαλκάνια, και ποιοι ήταν αυτοί που όταν θεώρησαν πως όλα ήταν έτοιμα “έγραψαν στους Υψηλάντες να περάσουν”;

Μήπως το γράμμα αυτό έφτασε στο Κισίνοβο, στα χέρια του Υψηλάντη, το απόγευμα της 17ης Φεβρουρίου 1821, ημέρα Πέμπτη και το μετέφερε ταχυδρόμος από το Τροπάου, οπού βρισκόταν ο τσάρος και ο Καποδίστριας;

Κατά “φοβερή σύμπτωση”, ο Καποδίστριας που υποτίθεται ότι είχε να μάθει νέα του Αλέξανδρου Υψηλάντη από τότε που αυτός είχε πάρει άδεια για “λουτροθεραπεία στο εξωτερικό”, εκτός από υπουργός Εξωτερικών είχε αναλάβει προσωρινά και το υπουργείο Βεσσαραβίας!

Ο Υψηλάντης είχε κατά τη δική του έκφραση στήσει στην πρωτεύουσα της Βεσσαραβίας τη “σκηνή του πολέμου”. Συνομιλητής του ήταν η ανωτάτη ρώσικη στρατιωτική διοίκηση. Και όχι απλώς συνομιλητής του αλλά και συμπαραστάτης του. Ας σταθούμε σε ορισμένες μαρτυρίες που πιστοποιούν αυτό.

Ο κυβερνήτης της Βεσσαραβίας στρατηγός Ιβάν Ιζνόφ, ήταν ευνοϊκά διατεθειμένος απέναντι στον Υψηλάντη και το επιτελείο του, σύμφωνα με το ρώσο ιστορικό Αρς.

Ο διοικητής της 16ης μεραρχίας στρατηγός Μιχαήλ Ορλόφ ήταν προσωπικός φίλος του Υψηλάντη. Σε επιστολή προς τον πεθερό του στρατηγό Ραγιέφσκι έχει απροκάλυπτα διατυπώσει τη γνώμη και επιθυμία του: “Αν άφηναν τη 16η μεραρχία να απελευθερώσει την Ελλάδα αυτό δεν θα ήταν άσχημο. Έχω 16 χιλιάδες άνδρες υπό τα όπλα, 36 πυροβόλα και 6 συντάγματα Κοζάκων. Δεν μπορεί να αστειευτεί κανείς μαζί τους. Συντάγματα ένδοξα, πυρόλιθοι της Σιβηρίας. Το τούρκικο ατσάλι θα έσπαζε πάνω τους”. Η επιστολή αυτή έχει γραφτεί στις 9 Ιουλίου 1820. Την εποχή δηλαδή που ο Υψηλάντης έπαιρνε επισήμως άδεια για “λουτροθεραπεία”, η ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία συζητούσε ήδη το ενδεχόμενο ρωσο-τουρκικού πολέμου προς υποστήριξη της σχεδιαζόμενης εξέγερσης.

Ο Ξάνθος προμηθεύεται όπλα και κανόνια στο Ισμαήλ από το στρατηγό Τουσκόφ.

Λίγες μέρες μετά την είσοδο του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και συγκεκριμένα στις 4 Μαρτίου, ο διοικητής της Οδησσού Α. Λανζερόν πληροφορεί τον επιτελάρχη της δεύτερης ρωσικής στρατιάς του Νότου Π. Κισελιόφ ότι χορήγησε πάνω από 300 διαβατήρια σε εκείνους που πήγαιναν να καταταχτούν στα σώματα του Υψηλάντη.

Ο ίδιος δε ο Π. Κισελιόφ έγραφε στις 14 Μαρτίου στον Α. Ζακρέφσκη: “Τι εποχή είναι αυτή που ζούμε, αγαπητέ Ζακρέφσκη! Τι θαύματα γίνονται κι έχουν να γίνουν ακόμη! Ο Υψηλάντης πέρασε τα σύνορα και τ’ όνομά του έμεινε πια στους απογόνους. Οι Έλληνες διαβάζουν την προκήρυξή του και κλαίνε με λυγμούς και τρέχουν μ’ ενθουσιασμό να ταχθούν κάτω από τις σημαίες του. Ο Θεός να τον βοηθήσει στην ιερή υπόθεση, θα ήθελα να προσθέσω: και η Ρωσία”.

Από τις ιστορικές αυτές πληροφορίες προκύπτει λοιπόν ότι η στρατιωτική διοίκηση στη Βεσσαραβία περίμενε τη διαταγή του τσάρου για να υποστηρίξει ένοπλα το κίνημα του Υψηλάντη.

Αυτή ακριβώς περίμενε και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης όταν στην πρώτη του προκήρυξη προς τους εξεγερμένους έγραφε: “κινηθείτε ω φίλοι και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαια μας”.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό το ότι ο Υψηλάντης στέλνει στις 23 Φεβρουαρίου, μέσω των ρώσων προξένων του Ιασίου και του Βουκουρεστίου, μήνυμα στο ρώσο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνοφ που τον καλεί να “είναι άγρυπνος” και να διαμαρτυρηθεί σε περίπτωση που τα οθωμανικά στρατεύματα θα επιχειρήσουν να παραβιάσουν τις ρωσο-τουρκικές συνθήκες και να εισβάλουν στις ηγεμονίες. Του στέλνει επίσης και έξι επιστολές να παραδώσει σε στελέχη της Φιλικής στην Κωνσταντινούπολη, με τις οποίες ζητά να κινηθεί ο μηχανισμός της Εταιρείας και να προβεί σε πράξεις δολιοφθοράς στην Οθωμανική Πρωτεύουσα (να βάλουν φωτιά στην Πόλη, να βυθίσουν το στόλο και άλλα).

Το ότι πίσω από τον ίδιο και τη Φιλική Εταιρεία βρισκόταν η ρωσική κυβέρνηση, το αναφέρει απροκάλυπτα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης σε επιστολή του στο σέρβο ηγεμόνα Μίλος Οβρένοβιτς. Η επιστολή αυτή, που κομιστής της ήταν ο Φιλικός Αριστείδης Παπάς, δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της, αλλά στα χέρια του σουλτάνου, ενοχοποιώντας έτσι ανοιχτά τον τσάρο και αποκαλύπτοντας τα σχέδιά του.

Για τον Αλέξανδρο Υψηλάντη προσωπικά όλα βαίνουν καλώς μέχρι τη στιγμή που ο Αλέξανδρος Α΄, που βρίσκεται στο συνέδριο στο Λέυμπαχ, παίρνει επιστολή του από το Ιάσιο γραμμένη στις 24 Φεβρουαρίου, με την οποία τον ενημερώνει επισήμως πως ηγείται κινήματος, για την απελευθέρωση των Ελλήνων, του υποβάλει την παραίτηση του από το ρωσικό στρατό και του ζητά τη βοήθεια της Ρωσίας για να απαλλαχθεί η Ευρώπη από τα οθωμανικά “τέρατα”.

Σύμφωνα με τη διήγηση του Καποδίστρια στη Λουλού Τυρχάιμ, μόλις ο τσάρος διάβασε την επιστολή “πήδηξε από τη χαρά του και χειροκροτώντας είπε: μπράβο νεαρέ μου! Αυτό το ονομάζω εγώ: Ό,τι πρέπει! Έπειτα από μια ώρα πήγε ο τσάρος στον Μέττερνιχ και δυο ώρες αργότερα διέταξε τον Καποδίστρια να γράψει στον Υψηλάντη ( στις 14 Μαρτίου) ένα κεραυνοβόλο γράμμα, όπου απεδοκίμαζε κατηγορηματικά τον Υψηλάντη και τον απειλούσε βαριά”.

Φαίνεται” πως οι απειλές που εκτόξευσε ο Μέττερνιχ για την αντίδραση της Αυστρίας και των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, σε περίπτωση που η Ρωσία βοηθούσε τους εξεγερμένους, “υποχρέωσαν” τον τσάρο όχι μόνο να κρατήσει ουδέτερη στάση αλλά και να προβεί σε επίσημη “αποκήρυξη” του Υψηλάντη και του κινήματος του.

Ο Υψηλάντης όταν παρέλαβε τη συνταγμένη από τον Καποδίστρια επιστολή “αποκήρυξής” του, αντίγραφο της οποίας είχε παραδώσει ο Στρογκάνοφ στο σουλτάνο, έμεινε εμβρόντητος. Δεν πίστευε στα μάτια του όταν διάβαζε πως “Ο Αυτοκράτωρ ουδεμίαν, ούτε αμέσως ούτε εμμέσως παρέξει υμίν συνδρομήν, διότι, επαναλαμβάνομεν λέγοντες, ήθελεν είσθαι ανάξιον αυτού το υποσκάπτειν τα θεμέλια της τουρκικής αυτοκρατορίας δια επονειδίστου και εγκληματικής ενεργείας μυστικής εταιρείας”.

Από υποψήφιος ηγεμόνας της Ελλάδας ο Υψηλάντης αισθάνεται να μετατρέπεται με μιας σε αποδιοπομπαίο τράγο. Μια βαθιά πίκρα προδοσίας τον πλημμυρίζει.

Αυτή ακριβώς τη βαθιά πίκρα θα εκφράσει αργότερα σε επιστολή του προς την κυρία Ραζουμόφσκι, όταν μετά τη συντριβή των ονείρων του, της γράφει από την Αυστρία: “Εάν θέλετε να σας γράφω και να μου γράφετε, μη μεταχειρίζεστε πια το όνομα του φίλου (: Καποδίστρια). Είναι μια λέξη που μου κάνει κακό. Το ξέρετε πολύ καλά, ότι είχα ένα φίλο. Ε! λοιπόν, θα φρίξετε… μ’ επρόδωσε! ”.

Όταν ο Μέττερνιχ έγραφε στις 21/12/1821 στον πρεσβευτή του στην Πετρούπολη, πως είχε “πάνω από είκοσι αποδείξεις ότι ο Καποδίστριας και ο Υψηλάντης ασχολούνται ήδη από το 1819 με τη μελλοντική εξέγερση” και πως “τώρα βέβαια ο ένας θα κατηγορεί τον άλλο, ότι δεν έμεινε πιστός στη συμφωνία”, είχε εν μέρει δίκιο. Εν μέρει, γιατί ο Υψηλάντης τήρησε όσα είχε συμφωνήσει να κάνει.

Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται σχετικά με την “αποκήρυξη” είναι αν ο Αλέξανδρος Α΄ και ο Καποδίστριας πίστευαν ότι η Αυστρία και οι άλλες δυτικές δυνάμεις θα επέτρεπαν στη Ρωσία να υποστηρίξει μία εξέγερση που είχε σχεδιάσει εκείνη για να προχωρήσει σε διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή τη σκέψη θα μπορούσαν να κάνουν αδαείς και αφελείς άνθρωποι. Ούτε όμως ο τσάρος, μήτε πολύ περισσότερο ο Καποδίστριας είχαν δείξει πως ήταν άνδρες με τέτοια χαρακτηριστικά. Η εμπειρία και η ευφυΐα τους ήταν δεδομένη. Δεδομένη άρα, περισσότερο ή λιγότερο, θα πρέπει να είχαν και την αντίδραση του Μέττερνιχ.

Αν τα πράγματα έχουν έτσι, προκύπτει ένα σημαντικό ερώτημα. Το σχέδιο που νόμιζε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για “ρώσικο σχέδιο” ήταν ολόκληρο το σχέδιο ή μόνο ένα τμήμα του; Και αν όχι ποιο ήταν το συνολικό σχέδιο των Αλεξάνδρου Α΄- Καποδίστρια για το ’21;

Η ρώσικη στρατηγική αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ελληνορθόδοξου (: γκραικο-αρβανίτικου) κράτους-προτεκτοράτου στο νότιο άκρο της βαλκανικής. Ενός μικρού, τεράστιας όμως γεωπολιτικής σημασίας, μισοανεξάρτητου κράτους υποταγμένου στη ρώσικη πολιτική.

Τα γεωγραφικά όρια αυτού του κράτους τα περιγράφει επακριβώς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στην απαντητική επιστολή του προς τον τσάρο (στα τέλη Μαρτίου 1821), μετά την αποκήρυξή του. Ο Υψηλάντης θεωρώντας ότι, ως ελάχιστο για την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Πύλη πρέπει “να ληφθεί η αυτονομία της Πελοποννήσου, όλης της Στερεάς και των Νήσων”, όχι μόνο υπενθυμίζει στον τσάρο ότι είναι μέτοχος της ρώσικης πολιτικής αλλά ταυτόχρονα του ζητά να τον αφήσει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο ρόλος όμως του Υψηλάντη στο ρώσικο σχεδιασμό ήταν διαφορετικός από αυτόν που τον είχαν κάνει να πιστέψει πως είχε.

Αυτό που απασχολούσε τον τσάρο και τον Καποδίστρια ήταν απ’ την αρχή να ξεσηκωθεί η Ελλάδα, να κατορθώσει δηλαδή η Φιλική να εξεγείρει το Μοριά, τη Ρούμελη και τα νησιά. Όλες ωστόσο οι ειδήσεις απ’ την Ελλάδα οδηγούσαν στο ίδιο συμπέρασμα. Η Ελλάδα θα ξεσηκωνόταν μόνο αν πίστευε ότι η Ρωσία άρχισε τον πόλεμο κατά του σουλτάνου.

 

Ο Παπαφλέσσας που ήταν ο κύρια επιφορτισμένος από τα στελέχη της Φιλικής να εξεγείρει το Μοριά, αυτό ακριβώς το καθολικό αίτημα αντιμετώπισε: πρώτα η Ρωσία.

Στη σύσκεψη των στελεχών της Φιλικής του Μοριά στη Βοστίτσα (Αίγιο) στα τέλη Ιανουαρίου 1821, ο Παπαφλέσσας βεβαίωσε σαν πληρεξούσιος του Υψηλάντη, ότι πίσω από το κίνημα βρίσκεται ο ίδιος ο τσάρος. Όμως τα λόγια μόνο δεν έφταναν για να πείσουν τους αρχιερείς και τους προύχοντες. “Είσαι απατεώνας και εξωλέστατος που οδηγεί το έθνος στην καταστροφή για να πλουτίσεις από τις αρπαγές”, του απάντησε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. “Τα λόγια σου είναι άστατα, ιδιοτελή και σχεδόν μπερμπάντικα κι αν στηριχθούμε σ’ αυτά παίρνουμε το έθνος στο λαιμό μας”, συμπλήρωσε ο Ανδρέας Ζαίμης.

Κάθετα αντίθετους βρήκε ο Παπαφλέσσας και τους Δεληγιανναίους στα Λαγκάδια. “Τον είπομεν, γράφει ο Καννέλος Δεληγιάννης, ότι ημείς με τους εδικούς σου λόγους και με του Υψηλάντη τα ονειροπολήματα και με τας ξηράς και ανυπάρκτους υποσχέσεις δεν είμεθα ανόητοι, μήτε απελπισμένοι να καταστρέψωμεν την πατρίδαν μας”.

Αυτό ακριβώς το κλίμα, που συνάντησε ο Παπαφλέσσας στο Μοριά ήταν ήδη γνωστό στον Τσάρο και τον Καποδίστρια και το έλαβαν σοβαρά υπόψη στο σχεδιασμό τους. Η Ρωσία δεν είχε σκοπό να επαναλάβει τα Ορλοφικά σε μια εποχή που είχε απέναντι της μια Ευρώπη σύμμαχο της Πύλης.

Η Ελλάδα θα ξεσηκωνόταν μόνο όταν έβλεπε πως η Ρωσία σήκωνε τα όπλα κατά των Οθωμανών. Στο βαθμό που αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες διεθνείς προϋποθέσεις, η Ελλάδα έπρεπε να ξεσηκωθεί νομίζοντας ότι η Ρωσία σήκωνε τα όπλα. Όταν θα συνειδητοποιούσαν οι εξεγερμένοι στην Ελλάδα την αυταπάτη τους, θα ήταν πλέον αργά και τα χέρια τους βουτηγμένα στο αίμα.

Το κίνημα του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, ήταν μια εντυπωσιακή ρώσικη κίνηση. Το γεγονός ότι η “ελληνική επανάσταση” κηρύχθηκε δίπλα στα ρωσικά σύνορα υπό τα όμματα σχεδόν του ρωσικού στρατού, ότι ηγείτο αυτής ο στρατηγός υπασπιστής του τσάρου, ότι οι ρώσοι αξιωματικοί διευκόλυναν με κάθε τρόπο τη διέλευση πάσης εθνότητας μισθοφόρων από τη Βεσσαραβία στις ηγεμονίες, ότι βρέθηκαν τόσα όπλα για να εξοπλιστούν 13.000 άνδρες (μαζί με αυτούς του Βλαντιμηρέσκου) και τόσα χρήματα για τη μισθοδοσία τους, έκανε όλο τον κόσμο να πιστέψει ότι το επόμενο βήμα ήταν η κήρυξη από τον τσάρο του πολέμου κατά της Πύλης.

Αυτό ακριβώς πίστεψε ο σουλτάνος και άρχισε να σκέφτεται την υπεράσπιση πια της πρωτεύουσας του, αυτό ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων που συνέχισε να αντιστέκεται με υψηλό ηθικό, αυτό και ο λαός στην Ελλάδα που ωθούμενος από τους Φιλικούς ξεσηκώθηκε.

Το κίνημα στις ηγεμονίες ήταν ένας θεαματικός αντιπερισπασμός της Ρωσίας. Τη στιγμή που όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στη Μολδοβλαχία, η Φιλική είχε αθόρυβα βάλει φωτιά στην Ελλάδα.

Η ταχύτητα μετάδοσης των ειδήσεων, το πόσο δηλαδή γρήγορα μπορούσες να μάθεις τα νέα την εποχή εκείνη, είναι ένας σημαντικός παράγοντας για να καταλάβουμε τι ήξερε ο κόσμος κάθε στιγμή. Ο άλλος παράγοντας ήταν ο απόλυτος σχεδόν αναλφαβητισμός που επικρατούσε στα Βαλκάνια. Οι ειδήσεις μέσα στο λαό μεταδίδονταν προφορικά, αργά και διαστρεβλωμένα.

Από το Βουκουρέστι μέχρι την Πάτρα ένα έγγραφο χρειαζόταν περίπου 15 – 20 ημέρες για να φτάσει στον προορισμό του. Οι πολιτικά ενδιαφερόμενοι εγγράμματοι στο Μοριά, ανεξαρτήτως στρατοπέδου, έμαθαν επομένως μεταξύ 9 και 14 Μαρτίου, ότι ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο.

Η αποκήρυξη του Υψηλάντη από τον Τσάρο γίνεται γνωστή στη Μολδαβία στις 28 Μαρτίου. Οι εγγράμματοι ενδιαφερόμενοι στο Μοριά θα μπορούσαν να την πληροφορηθούν από τα μέσα Απριλίου και έπειτα. Τότε όμως είναι πλέον αργά: Μοριάς, Ρούμελη και νησιά έχουν ξεσηκωθεί σχεδόν στο σύνολο τους.

Πέρα από αυτό, η Φιλική είχε στήσει στην Ελλάδα ένα φοβερό μηχανισμό παραπληροφόρησης. Ιδού ορισμένα παραδείγματα:

Σύμφωνα με τον Φραντζή στις 21 Μαρτίου ο Παπαφλέσσας ανακοινώνει ότι “εγέμισε η Μάνη και το Μαραθονήσι από καράβια” (: ρώσικα), στις δε 25 Μαρτίου ότι “πυρπολείται ο σουλτανικός στόλος, ότι δίδεται πυρ εις όλην την Κωνσταντινούπολιν, ότι φονεύεται ο σουλτάνος”.

Ένας διαδοσίας, σύμφωνα πάντα με το Φραντζή, “πληροφορεί” με ενθουσιασμό στους εξεγερμένους της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας), στα τέλη Μαρτίου, ότι είδε με τα μάτια του στην Καλαμάτα να αράζουν 80 καράβια (: ρώσικα) με 20.000 άνδρες οι οποίοι ξεφόρτωσαν και γέμισαν τέσσερα σπίτια άρματα και κανόνια.

Ο Βάμβας αναγγέλλει τον Ιούλιο στους Κουντουριωταίους: “πρέπει να μάθετε ότι η Ρωσία εκήρυξε τον πόλεμο κατά του τυράννου και ότι συμμαχεί με ημάς. Ο κύριος Μυλωνάς, ο ρώσος κόνσουλας της Χίου, μας έφερε την χαροποιάν ταύτην αγγελίαν”.

Ο Φιλήμονας γράφει πως ο Γ. Βαρνακιώτης λέει στους Ρουμελιώτες πως “ο αρχηγός του Γένους μας πρίγκιψ Υψηλάντης κυρίευσε την Αδριανέ (: Αδριανούπολη) με το πυρ και τη μάχαιραν, και εντός ολίγου εμβαίνει και εις αυτήν την Κωνσταντινούπολιν”. Και ο Βαρνακιώτης τα λέει αυτά όταν ο Υψηλάντης είναι ήδη αιχμάλωτος των Αυστριακών στο φρούριο του Μούγκατς.

Ο Κολοκοτρώνης στην Αλωνίσταινα “πληροφορεί” στους άντρες του πως “οι Ρούσσοι επήρανε την Ενδρενέ (: Αδριανούπολη) και έως τώρα θα επήρανε και την Πόλιν και μας στέλνουν αρχηγόν εδώ με χρήματα, με μπαγιονέτες δέκα χιλιάδων και με πολεμοφόδια και όπλα”.

Ο Αλ. Κριεζής διηγείται πώς έμαθαν την “πτώση” της Πόλης: “Αγροικούμεν έξω εις το Τρίκερι πυροβολισμούς και κανονιοβολισμούς. Στέλλω άνθρωπόν μου έξω με τη λέμβον να ιδή τι τρέχει και επέστρεψεν ευθύς και φωνάζει: “Τα συχαρίκια!”. Ανέβη εις το κατάστρωμα και μοι λέγει ότι ήλθε γράμμα από το (Άγιον) Όρος γράφοντας ότι εις τας 2 Μαΐου επάρθη η Κωνσταντινούπολις! Ηρχίσαμεν και εκανοβολήσαμεν και ημείς περίπου 30 κανόνια, εκαθήσαμεν εις την τράπεζαν, εφάγαμεν ευθυμούντες και ήμεθα όλοι χαρές”.

Η “αποκήρυξη” επομένως του Υψηλάντη, σε τίποτα δεν επηρέασε την πορεία της εξέγερσης στην Ελλάδα.

Ο αντιπερισπασμός της Μολδοβλαχίας εξανάγκασε τα οθωμανικά στρατεύματα να μάχονται εκεί έως τα τέλη Αυγούστου, αντί να κατέλθουν στο νότο για να αντιμετωπίσουν τους ξεσηκωμένους στο νότο.

Η “αποκήρυξη” του Υψηλάντη δεν ήταν τακτικός ελιγμός, αλλά μια προσχεδιασμένη κίνηση ματ της ρώσικης διπλωματίας στη διεθνή σκακιέρα, η οποία απενοχοποίησε με θεαματικό τρόπο τη Ρωσία σχετικά με την κατηγορία της άμεσης εμπλοκής της στα γεγονότα.

Ενώ η Ρωσία είχε πετύχει το στόχο της, την εξέγερση στην Ελλάδα, η δύση αγαλλίαζε για την “αποκήρυξη” του Υψηλάντη και συνέχιζε το μακάριο ύπνο της.

Τη στιγμή που ο τσάρος και ο Καποδίστριας είχανε ρίξει στάχτη στα μάτια όλης της Ευρώπης, ο Μέττερνιχ, ο πατριάρχης της δυτικής διπλωματίας, πιστεύοντας πως εξανάγκασε τον Αλέξανδρο Α΄ να αποκηρύξει τον Υψηλάντη, έγραφε τυφλωμένος στο ημερολόγιο του: “Ο Αλέξανδρος είναι πιότερο παιδί απ’ όλα τα παιδιά του κόσμου. Όσο για τον Καποδίστρια είναι πια νεκρός. Δε φοβάμαι τους νεκρούς ούτε τα φαντάσματα”.

Απαιτώντας την “αποκήρυξη”, ο Μέττερνιχ κατάπινε το ρώσικο δόλωμα. Το “μικρότερο παιδί του κόσμου” είχε θριαμβευτικά εξαπατήσει το “σοφό” γέροντα διπλωμάτη, ο δε “νεκρός” Καποδίστριας ήταν ήδη υποψήφιος κυβερνήτης του προσχεδιασμένου και ήδη εκκολαπτόμενου “ελληνικού κράτους”.

Ο Υψηλάντης, οδηγούμενος εν αγνοία του, σε μία προαποφασισμένη και αναπόφευκτη για την ευόδωση της ρώσικης πολιτικής θυσία, είχε προσφέρει τη μέγιστη υπηρεσία στον τσάρο και τον Καποδίστρια.

Η ρώσικη διπλωματία περνούσε τώρα στο δεύτερο σκέλος του σχεδίου της για το ’21. Ποιο ήταν αυτό; Το υπονοεί ο Καποδίστριας σε δύο επιστολές του.

Η πρώτη απευθύνεται προς την Ρωξάνδρα Έντλινγκ, στις 26 Μαρτίου 1820, δώδεκα μόλις μέρες μετά την επίσημη “αποκήρυξη”: “Εμείς δεν επιδοκιμάζουμε το γεγονός της επαναστάσεως, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα τηρήσουμε λιγότερο την αυστηρή ουδετερότητα, εκτός αν χρειαστεί η ψυχική παρέμβαση της Ρωσίας για να προστατεύσουμε τους Έλληνες από την εκδίκηση των Τούρκων”.

Η δεύτερη επιστολή προς τον απόλυτα έμπιστό του μητροπολίτη Ιγνάτιο, στις 17 Ιουλίου, είναι περισσότερο αποκαλυπτική: “η επέμβαση της Ρωσίας θα γίνει όχι για να υποστηρίξει τους έλληνες επαναστάτες, αλλά για ν’ αναγκάσει την Πύλη να σταματήσει τις ασυμβίβαστες με την ειρήνη αναταραχές που δημιουργεί με τις καταστροφές και τους φόνους σε βάρος των χριστιανών”.

Η Ρωσία δεν είχε σκοπό να το παίξει “ουδέτερη” περισσότερο από ότι χρειαζόταν. Και αυτό που χρειαζόταν ήταν να αρχίσουν οι σφαγές των χριστιανών. Περιορισμένες σφαγές θα της επέτρεπαν μια περιορισμένη διπλωματική αντιοθωμανική αντεπίθεση. Γενικευμένες σφαγές θα της άνοιγαν το δρόμο για να περάσει στο επιθυμητό: από την κριτική των λόγων στην κριτική των όπλων.

Σύμφωνα με το ρώσικο σχέδιο έπρεπε η κοινή γνώμη της Δύσης να πιέσει τις ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις να παρέμβουν υπέρ των εξεγερμένων χριστιανών. Και αυτή η κοινή γνώμη θα έπραττε τούτο μόνο στο βαθμό που βρισκόταν μπροστά σε γενικευμένες σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού.

Ο σουλτάνος Μαχμούντ Β΄ ήταν ωστόσο ευφυής πολιτικός και δύσκολα θα διολίσθαινε σε πολιτικές γενοκτονίας κατά των χριστιανών υπηκόων του. Έπρεπε λοιπόν να εξαναγκαστεί να ανεχθεί μια λογική αντιποίνων, μια εκδίκηση αίματος εις βάρος των χριστιανών. Και αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο εάν το πρόγραμμα των εξεγερμένων ήταν η εξόντωση των μουσουλμάνων της Ελλάδας. Κι αυτό ακριβώς ήταν το πρόγραμμά τους, όπως σύντομα φάνηκε.

Η γενοκτονία των μουσουλμάνων θα οδηγούσε στην ισλαμική απάντηση, στη γενοκτονία των χριστιανών, που θα επέτρεπε στο ρώσικο στρατό να προχωρήσει σε ιερό πόλεμο εναντίον της Πύλης με τις ευλογίες της χριστιανικής Δύσης.

Οι πρώτες σφαγές του μουσουλμανικού πληθυσμού στην Ελλάδα οδηγούν αναπόφευκτα στα πρώτα αντίποινα, σε σφαγιασμό Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο επωνύμων και υπόπτων συμμετοχής στην εξέγερση, όπως του πατριάρχη Γρηγόριου Ε΄ και ορισμένων αρχόντων Φαναριωτών, αλλά και πολλών ανωνύμων αθώων.

Και τότε η Ρωσία, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις, δείχνει το πραγματικό πρόσωπό της.

Από την εισβολή του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, πέρασαν 67 μέρες μέχρι να επιτρέψει ο τσάρος στα οθωμανικά στρατεύματα να εισέλθουν σε αυτές. Χρειάστηκαν όμως μόνο 63 μέρες από την αποκήρυξη του Υψηλάντη και 47 μέρες από την είσοδο των Οθωμανών στις ηγεμονίες, για να συντάξει ο Καποδίστριας, εκμεταλλευόμενος τα πρώτα κατά των Ρωμιών αντιποίνα, τελεσίγραφο προς το σουλτάνο, με το οποίο ουσιαστικά βάπτιζε τους στασιαστές “επαναστάτες” και δήλωνε πως η Ρωσία “συμφώνως με όλον τον χριστιανισμόν” δεν θα εγκατέλειπε στην εκδίκηση του τυφλού ισλαμικού φανατισμού “τους κατά θρησκείαν αδελφούς αυτής”.

Το τελεσίγραφο επιδίδει στην Πύλη ο ρώσος πρεσβευτής Στρογκάνοφ, για την τότε συμπεριφορά του οποίου, ο οθωμανός υπουργός των Εξωτερικών Ρεϊζ Εφέντης έλεγε χαρακτηριστικά πως “αν αποφασίζαμε να συρθούμε ως το Μπουγιουκντερέ (εκεί που βρισκόταν η ρώσικη πρεσβεία) για να ζητήσουμε συγγνώμη, ο Στρογκάνοφ θα απαιτήσει να πάμε με τα χέρια κάτω και τα πόδια πάνω”.

Το τελεσίγραφο όριζε οκταήμερη προθεσμία στο σουλτάνο για να συμμορφωθεί με τις ρώσικες αξιώσεις. Η απάντηση του σουλτάνου δεν παρελήφθη από το Στρογκάνοφ γιατί καθυστέρησε μία μέρα να επιδοθεί. Στις 14 Ιουλίου ο Στρογκάνοφ μαζί με όλο το προσωπικό της ρώσικης πρεσβείας αναχωρεί με πλοίο από την Κωνσταντινούπολη. Οι ρωσο-τουρκικές διπλωματικές σχέσεις διακόπτονται και ο τσάρος ενισχύει τη ρώσικη στρατιά της Βεσσαραβίας, ανεβάζοντας τον αριθμό των ενόπλων στους 180.000 άντρες.

Το ρώσικο δέος πρόβαλε τώρα στις πραγματικές διαστάσεις του.