Skip to main content

Συνέντευξη του Δημήτρη Λιθοξόου στη Mirka Velinovska στο μακεδονικό πολιτικό περιοδικό Focus / Фокус [2005]

 

Συνέντευξη του Δημήτρη Λιθοξόου στη Mirka Velinovska

στο μακεδονικό πολιτικό περιοδικό Focus / Фокус (20/5/2005)

 

Τι σας παρακίνησε, τι σας ενέπνευσε να καταπιαστείτε με την έρευνα μιας περιόδου γνωστής σαν ελληνικός αγώνας για τη Μακεδονία;

Τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου “ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας”, δημοσιεύτηκαν (σε μια πρώτη μορφή) σαν χωριστά άρθρα, στο περιοδικό Zora, το διάστημα 1995 – 1996. Το περιοδικό Zora ήταν εκείνη την περίοδο το δημοσιογραφικό όργανο του Ουράνιου Τόξου, της πολιτικής οργάνωσης των Μακεδόνων της Ελλάδας, και εγώ ήμουν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού. Τα άρθρα αυτά αποσκοπούσαν να αντικρούσουν τον ελληνικό εθνικό μύθο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου και να διαφωτίσουν την πρωτοπορία της μακεδονικής μειονότητας και τους λίγους μη εγκλωβισμένους στα ιδεολογικά δεσμά του ελληνικού εθνικισμού έλληνες πολίτες για το τι πραγματικά είχε συμβεί. Τα κίνητρα μου επομένως ήταν πολιτικά και προέκταση της ως τότε δεκάχρονης διαδρομής μου ως συγγραφέα κειμένων για την ιστορία των μειονοτήτων στη χώρα μου και τους διωγμούς που είχαν υποστεί αυτές από το ελληνικό κράτος.

Μόνον οι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με την έρευνα γνωρίζουν ποια είναι τα συναισθήματα, όταν κάποιες προκαταλήψεις, προηγούμενη γνώση και πιστεύω, τεθούν υπό αμφισβήτηση από στοιχεία τα οποία παρουσιάζονται μπροστά τους. Είχατε εσείς διλήμματα και αντιστάσεις απέναντι στα νέα αποκαλυφθείσα γνώση;

Για έναν ευρωπαίο διανοούμενο, που δεν γνωρίζει σε βάθος την ελληνική κοινωνία, είναι αδύνατον να καταλάβει τις συνέπειες του ιδεολογικού μηχανισμού παραγωγής, συντήρησης και αναπαραγωγής του ελληνικού εθνικού μύθου, μετά από συνεχή και κανονική λειτουργία 150 ετών, επί του τρόπου σκέψης των σύγχρονων ελλήνων υπηκόων. Η ιστορία, η λαογραφία και η γλωσσολογία στην Ελλάδα δεν λειτουργούν ως επιστήμες, αλλά σαν τμήματα του εθνικού ιδεολογικού μηχανισμού, που σε τελευταία και απλουστευτική (πλην όμως αληθινή) ανάλυση επέβαλαν την άποψη ότι οι κάτοικοι του ελληνικού κράτους, είναι όλοι Έλληνες και μάλιστα απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.

Και οι πλέον καλόπιστοι δημοκράτες, είναι κάτοχοι μιας τέτοιας “μόρφωσης”, που πήραν από το εκπαιδευτικό σύστημα, το διάβασμα μη σχολικών βιβλίων και την έντυπη ή ηλεκτρονική δημοσιογραφία, ώστε όσον αφορά τα λεγόμενα “εθνικά ζητήματα”, οι απόψεις τους δεν διαφέρουν επί της ουσίας, από εκείνες των οπαδών των ακροδεξιών οργανώσεων.

Οι ίδιες οι μειονότητες, που μπορούν να καταλάβουν το φιλομειονοτικό λόγο, έχουν επί γενιές υποστεί την τρομοκρατία του δάσκαλου, του παπά, του χαφιέ, του χωροφύλακα, του δικαστή, του πολιτικού, του δημοσιογράφου και φοβούνται – στην πλειοψηφία τους - να ακούσουν.

Από αυτή την άποψη, το να μιλάς για γλωσσικές, πολιτιστικές ή εθνικές μειονότητες που ζουν και καταπιέζονται στην Ελλάδα, είναι σαν να βαράς γροθιά στο μαχαίρι. Χάνεις τους γνωστούς και τους φίλους σου, πολλές φορές και τους συγγενείς σου. Θεωρείσαι εχθρός της κοινότητας και πράκτορας των εχθρών. Είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο ανηφορικό μονοπάτι που μπορείς να το ανεβείς μόνο με τη συντροφιά λίγων “καταραμένων”.

Εσείς κατά την ανάλυση των ντοκουμέντων καταλήξατε στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική πολιτική εκείνης της εποχής είχε σαν σκοπό να διαστρεβλώσει τον χαρακτήρα της επανάστασης του Ίλιντεν, να το εμφανίσει σαν Βουλγαρικό πολιτικό παιχνίδι και ότι δεν είχε μαζικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι δεν είχε ευρύτερη αποδοχή. Μήπως ο σκοπός αυτών των θέσεων ήταν να κρύψει το γεγονός ότι οι επαναστάτες ήταν Μακεδόνες και ότι είχαν Μακεδονική εθνική συνείδηση;

Την εποχή εκείνη, η ηγεσία του ελληνικού κράτους, θεωρούσε ότι σε ενδεχόμενη μελλοντική διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο σλαβόφωνος πληθυσμός θα επιθυμούσε την ένταξη του στη Βουλγαρία. Οι επιτυχίες εξάλλου της βουλγαρικής Εξαρχίας ήταν ήδη πολύ σημαντικές. Θεώρησε λοιπόν το Ίλιντεν ως βουλγαρικό κίνημα. Από το 1904 και μετά, όταν οι ελληνικές ένοπλες ομάδες άρχισαν να έρχονται σε άμεση επαφή με το μακεδονικό πληθυσμό (για να τον τρομοκρατήσουν), κατάλαβαν στην αρχή οι έλληνες αξιωματικοί και στη συνέχεια τα στελέχη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ότι εκτός από το βουλγαρικό κόμμα, στη Μακεδονία αναπτυσσόταν ένα κίνημα με σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες”.

Η ελληνική κρατική πολιτική στις αρχές του 20 αιώνα είχε καλά προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει την νέα Βαλκανική ανακατάταξη. Την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την υποδέχτηκε προετοιμασμένη. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε ότι στρατηγικά έπαιξε πολύ καλά. Και είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί επέλεξε για αυτό το σκοπό ανθρώπους από την Κρήτη;

Η αλήθεια είναι ότι την περίοδο του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα (1903 – 1908), παρά την επιθετική πολιτική του απέναντι στο μακεδονικό πληθυσμό, με την αποστολή των μισθοφορικών συμμοριών, το ελληνικό κράτος ήταν στρατιωτικά ανέτοιμο να αναμετρηθεί με την οθωμανική αυτοκρατορία και γι αυτό δεν επιθυμούσε καμιά αλλαγή συνόρων, γεγονός που θα απέβαινε εις βάρος των επιδιώξεών του. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1909, οι έλληνες αξιωματικοί κάλεσαν τον ηγέτη του ελληνικού εθνικισμού στην Κρήτη, Ελευθέριο Βενιζέλο, και τον ανέδειξαν σε πολιτικό αρχηγό τους. Ο Βενιζέλος είναι εκείνος που έθεσε τους στόχους της ελληνικής επεκτατικής πολιτικής και οργάνωσε στρατιωτικά και διοικητικά το ελληνικό κράτος για επεκτατικό πόλεμο στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία.

Οι μισθοφορικές ελληνικές ομάδες, τροφοδοτήθηκαν περισσότερο με άνδρες από την ορεινή Κρήτη και δευτερευόντως από τη Μάνη, επειδή στις δύο αυτές γεωγραφικές περιοχές η φτώχεια και οι ληστές περίσσευαν.

Αν εξαιρέσουμε την ηγεσία των ελληνικών συμμοριών, που βρισκόταν στα χέρια ελλήνων αξιωματικών και υπαξιωματικών, οι οποίοι και εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία, τα μέλη των ομάδων πήγαιναν να κινδυνεύσουν στη Μακεδονία, γιατί ο μισθός του μισθοφόρου ήταν ιδιαίτερα υψηλός. Το ότι οι λίρες του μισθού τους, ήταν το βασικό κίνητρό τους, αυτό φάνηκε σε πολλές περιπτώσεις όπου ολόκληρες ομάδες διαλύθηκαν γιατί αργούσε η μισθοδοσία από την Αθήνα.

Όλοι αυτοί οι μισθοφόροι βέβαια, την πρώτη φορά που περνούσαν τα σύνορα, πίστευαν ότι πάνε να προστατεύσουν έλληνες αγρότες της Μακεδονίας, τους οποίους τρομοκρατούσαν βουλγάρικες ένοπλες ομάδες. Αυτό τους έκανε να αισθάνονται στην αρχή, εκτός από μισθοφόροι και “στρατιώτες του έθνους”. Σύντομα καταλάβαιναν ότι εκεί που πηγαίνανε δεν υπήρχαν Έλληνες, αλλά ένας λαός με άλλο πολιτισμό και άλλη γλώσσα που έπρεπε να τον τρομοκρατούν για να δηλώνει υποταγή στον έλληνα πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Τότε νομίζω ότι έχαναν τα προσχήματα απέναντι στη συνείδησή τους.

Δίπλα στους Κρητικούς, στον αντιμακεδονικό αγώνα ήταν ενταγμένα και κακοποιά στοιχεία πληρωμένοι εγκληματίες, διωγμένοι από το κομιτάτο του ΒΜΡΟ όπως είναι ο Βαγγέλης και ο Κότας. Αυτοί, την συμμετοχή τους στον αγώνα τον δικαιολογούνε σαν αγώνα κατά του προσηλυτισμού; Στον αγώνα του Πατριαρχείου κατά της Εξαρχίας; Σε αυτή τη λογική τους ονομάζεται απλά συμμορίτες.

Η σύγκρουση στη Μακεδονία, ήταν χρυσή ευκαιρία για πολλούς ληστές, ανεξαρτήτως μητρικής γλώσσας, να προσφέρουν τις υπηρεσίες στην ελληνική πλευρά που βρισκόταν και στην πιο δύσκολη θέση. Οι έλληνες αξιωματικοί αγνοούσαν τον τόπο, δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους ντόπιους, ήταν σαν το ψάρι έξω από το νερό. Ήταν οι μόνοι που είχαν ανάγκη από μισθοφόρους και γι αυτό πλήρωναν καλά. Οι μη ληστές ντόπιοι Μακεδόνες που εντάχθηκαν ως μισθοφόροι (οπλίτες, αγγελιοφόροι ή πράκτορες) στις ελληνικές συμμορίες, νομίζω πως “πούλησαν την ψυχή τους στο διάολο”.

Για τη δική σας επίσημη ιστορία οι Μακεδονομάχοι έγραψαν μια από τις ποιο ένδοξες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας. Κατά τη δική σας εκτίμηση εκείνοι δεν είναι τίποτα περισσότερο από κοινούς συμμορίτες και φονιάδες. Μήπως όμως και σήμερα ακόμη αυτοί στις ιστορικές μνήμες αναφέρονται ως ρομαντικοί ήρωες;

Για δέκα εκατομμύρια Έλληνες, όλοι αυτοί είναι ήρωες που αγωνίστηκαν αφιλοκερδώς για να ελευθερώσουν τους έλληνες κάτοικους της Μακεδονίας από την τουρκική σκλαβιά και να εμποδίσουν μια δεύτερη χειρότερη βουλγάρικη. Το βιβλίο μου, το έχει πνίξει στην Ελλάδα μια συνωμοσία σιωπής. Αυτή η συνωμοσία σιωπής έχει πνίξει και κάποια άλλα έργα των ελάχιστων φιλομειονοτικών συγγραφέων, όπως έχει πνίξει και κάθε είδηση για τα αιτήματα ή τη δράση των πολιτικών κινήσεων των εθνικών και των γλωσσικών μειονοτήτων στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι που γνωρίζουν ή θέλουν να μάθουν κάτι περισσότερο από τον ελληνικό εθνικό μύθο, είναι στην Ελλάδα από ελάχιστοι έως λίγοι.

Έχω την εντύπωση ότι η Ελληνική εκκλησία, ο υψηλός της κλήρος ιστορικά ήταν στενά συνδεδεμένος με τις στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Καραβαγγέλης στηριζόταν στους αξιωματικούς και ζητούσε στρατιωτική δύναμη για να σωφρονίσει τους εξαρχικούς και να γυρίσουν στην Κανονική πειθαρχεία και στο Πατριαρχείο. Και σήμερα κάποιοι μεγαλοσχήμονες της εκκλησίας διαδηλώνουν με μαχητικότητα και φανατισμό. Μήπως εδώ έχουμε να κάνουμε με παράδοση, ιδιαιτερότητα ή συμφέρον;

Το ελληνόφωνο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, είχε εχθρό στη Μακεδονία εκείνη την περίοδο, τη βουλγαρική Εξαρχία. Αυτή ήταν που σταδιακά αποκτούσε οικονομική και ιδεολογική δύναμη εις βάρος του. Η συμμαχία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της ελληνικής κυβέρνησης βασιζόταν στην ύπαρξη του κοινού βούλγαρου εχθρού. Αυτή η συμμαχία ήταν τακτική και όχι στρατηγική. Η επέκταση του ελληνικού κράτους εις βάρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, μετέφερε ταυτόχρονα ορθόδοξους πληθυσμούς που βρίσκονται υπό την εξουσία του πατριαρχείου στην εξουσία της ελληνικής εθνικής εκκλησίας. Το πατριαρχείο υπήρξε ιστορικά ένα από μεγάλα θύματα του ελληνικού εθνικισμού, καθώς τελικά βρέθηκε με ένα ποίμνιο λίγων χιλιάδων ανθρώπων στην Κωνσταντινούπολη.

Από την άλλη, ο ρόλος της ελληνικής εκκλησίας, μπορεί να ειδωθεί μόνο μέσα στα πλαίσια των σημαντικών επιμέρους ηγετικών δυνάμεων του ελληνικού εθνικισμού. Η ελληνική εκκλησία υπήρξε και παραμένει από τις πιο επιθετικές δυνάμεις του ελληνικού εθνικισμού, κάτι που το υπενθυμίζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Στην Ελλάδα η εκκλησία αποτελεί σημαντικό τμήμα αυτού που αποκαλείται βαθύ κράτος.

Μπορείτε προς χάρη των αναγνωστών μας να μας αποκαλύψετε τη περιέχει το περίφημο ημερολόγιο του Τσόντου – Βάρδα για το οποίο λέτε ότι η Ελληνική πολιτική με μεγάλο ζήλο το κρύβει για είναι επιζήμιο.

Το ημερολόγιο του Τσόντου – Βάρδα, μετά την ανακοίνωση στον επίλογο του βιβλίου μου, ότι θα χρησιμοποιηθεί ως βάση για την αφήγηση των γεγονότων της περιόδου 1906 - 1908 που θα αποτελούσαν και το δεύτερο τόμο, αποσύρθηκε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, με την αστεία δικαιολογία ότι βράχηκε και ήθελε συντήρηση. Το σημαντικό με αυτό το ημερολόγιο, είναι ότι ο αρχηγός των ελληνικών συμμοριών περιγράφει για όλο αυτό το διάστημα και σε καθημερινή βάση, ό,τι συνέβαινε στην ομάδα του και στις ομάδες που βρισκόντουσαν κάτω από τη διοίκησή του. Έτσι ο ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας, μέσα από τη σχολαστικότητα των σημειώσεων ενός στρατιωτικού, που έδινε μεγάλη σημασία στην καταγραφή κάθε λεπτομέρειας, ξετυλίγεται σαν μυθιστόρημα. Το ευτύχημα είναι ότι το ντοκουμέντο αυτό είχε φωτοτυπηθεί και εκδόθηκε ολόκληρο πριν από λίγους μήνες, σε ένα πολυσέλιδο τρίτομο έργο, από το Γιώργο Πετσίβα, του ίδιου ανθρώπου που εξέδωσε στα ελληνικά τη μετάφραση του βιβλίου του Κρίστε Μισίρκωφ, “Μακεδονικές Υποθέσεις”.

Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου σας είναι οι υποσημειώσεις όπου περιγράφετε λεπτομέρειες από την απογραφή του πληθυσμού των Μακεδονικών χωριών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημείο διαπίστωσης της υπαγωγής Εξαρχία- Πατριαρχείο, όπου οικογένειες εξαρχικών εκλαμβάνονται ως εχθροί του Ελληνικού αγώνα. Σε αυτή τη λογική μπορείτε να μας εξηγήσετε τη εννοεί η Ελληνική πολιτικοί όταν αναφέρεται στους Μακεδόνες, ονομάζοντάς τους σλαβόφωνους ή ντόπιο πληθυσμό;

Στην Ελλάδα υπάρχει μία συντριπτικά κυρίαρχη άποψη, η οποία αποτελεί και τμήμα του ελληνικού εθνικού μύθου. Σύμφωνα με αυτή στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εθνικές αλλά ούτε και γλωσσικές – πολιτιστικές μειονότητες. Το πολύ – πολύ που μπορεί να αντέξει ο ελληνικός εθνικισμός, είναι πως κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί μέσα στη διάρκεια των αιώνων, έχασαν προσωρινά τη γλώσσα τους ή αναγκάστηκαν να μάθουν και μια άλλη ξένη γλώσσα. Πρόκειται για κάποια δίγλωσσα υπολείμματα ελληνικών πληθυσμών που πρέπει το γρηγορότερο να μιλούν μόνο ελληνικά. Αυτή είναι μια πολιτική που οι ρίζες της βρίσκονται στα μέσα του 19ου αιώνα. Από τότε ξεκίνησε και ο αγώνας εξελληνισμού κάθε αλλόφωνου. Έτσι οι Τούρκοι ονομάζονται επισήμως έλληνες μουσουλμάνοι και οι Μακεδόνες ντόπιοι δίγλωσσοι. Για την Ελλάδα δεν υπάρχει μακεδονική και τουρκική εθνική μειονότητα.

Αν η επίσημη Αθήνα στις αρχές του 20 αιώνα, είχε συνειδητοποιήσει ότι τον αγώνα της για τη Μακεδονία θα πρέπει να τον κάνει χωρίς τη βοήθεια του Μακεδονικού λαού, τότε στον σημερινό της αγώνα για το όνομα διαφαίνεται η πρόθεση να κρύψει το ιστορικό γεγονός ότι προσάρτησε εδάφη με πόλεμο τα οποία δεν ήταν δικά της. Για αυτό σήμερα η Ελλάδα διαφωνεί για το όνομα Μακεδονία;

Όταν ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τη Μακεδονία, το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε ένα τεράστιο πρόβλημα. Οι χριστιανοί Έλληνες της Μακεδονίας αποτελούσαν το ένα τέταρτο περίπου του πληθυσμού, το οποίο ήταν μάλιστα συγκεντρωμένο στα νότια διαμερίσματα. Στη νότια Ελλάδα αυτό ποτέ δεν έγινε γνωστό, αλλά η ελληνική διοίκηση των νέων βόρειων επαρχιών, αντί για απελευθερωμένους Έλληνες είχε υπό την εξουσία της πληθυσμούς που μιλούσαν στην πλειοψηφία τους μη ελληνικά, αλλά μακεδόνικα και τούρκικα και δευτερευόντως βλάχικα, εβραίικα, τσιγγάνικα και αλβανικά.

Ο πληθυσμός της Μακεδονίας που μιλούσε μακεδόνικα (χριστιανοί και μουσουλμάνοι) αποτελούσε και την μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα.

Για να μπορέσει να αλλοιώσει αυτή την κατάσταση, το ελληνικό κράτος οργάνωσε και κατόρθωσε να εκδιώξει τη δεκαετία του 1920 δεκάδες χιλιάδες εξαρχικούς Μακεδόνες στη Βουλγαρία και όλους τους μουσουλμάνους (Μακεδόνες, Τούρκους, Αλβανούς, Βλάχους, Τσιγγάνους ακόμη και Έλληνες) στην Τουρκία. Στη θέση τους εγκατέστησε εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες από την Τουρκία (οι περισσότεροι των οποίων ήταν Έλληνες).

Ένα δεύτερο κτύπημα δόθηκε στο εθνικό κίνημα των Μακεδόνων που αγωνίστηκε την περίοδο 1946 – 1949 μαζί με το ΚΚΕ εναντίον του ελληνικού στρατού. Αρκετές χιλιάδες Μακεδόνες, κυρίως από τις περιοχές Καστοριάς και Φλώρινας πέρασαν τότε τα σύνορα. Οι έλληνες κομμουνιστές επέστρεψαν όλοι, αλλά οι Μακεδόνες (όσοι ακόμα ζουν) δεν μπορούν μέχρι σήμερα να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

Παρόλα αυτά παρέμεινε στην Ελλάδα μια πολυπληθής μακεδονική μειονότητα, ένα τμήμα της οποίας, παρά την κρατική τρομοκρατία δεκαετιών, αυτό προσδιορίζεται ως εθνική μακεδονική μειονότητα, έχει συγκροτήσει την πολιτική οργάνωση Ουράνιο Τόξο και μέσα σε ένα πολιτικά εχθρικό περιβάλλον έχει κατέβει τα τελευταία χρόνια, σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για το Ευρωκοινοβούλιο.

Όλα αυτά, ή τα περισσότερα, είναι άγνωστα ή εν μέρει γνωστά και διαστρεβλωμένα από το μέσο έλληνα πολίτη.

Οι Έλληνες, για να μείνουμε μόνο στα τελευταία δεκατρία χρόνια, βλέπουν στην τηλεόραση, ακούνε στο ραδιόφωνο και διαβάζουν στις εφημερίδες, στα περιοδικά και στα βιβλία, ότι δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος, δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα και βέβαια δεν υπάρχει μακεδονική μειονότητα. Υπάρχει ένα κρατίδιο, με πολλούς λαούς (εκτός Μακεδόνων) το κρατίδιο των Σκοπίων, που οι εχθροί της Ελλάδας, οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις, που πάντα επιβουλεύονται την χώρα μας, κατασκεύασαν για να το χρησιμοποιήσουν στο μέλλον εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

Αυτό το απόλυτο ψεύδος, που ο άρρωστος ελληνικός εθνικισμός έχει επιβάλει ως αλήθεια, στο σύνολο σχεδόν του ελληνικού λαού, έχει οδηγήσει πλέον την ελληνική ηγεσία σε αδιέξοδο, γιατί ο πραγματικός συμβιβασμός σχετικά με το όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η αποδοχή δηλαδή της του συνταγματικού ονόματός της, θα θεωρηθεί ως προδοσία. Αν πάλι η πολιτική ηγεσία του τόπου, αναιρέσει κάποια από τα μεγάλα ψέματα που προπαγάνδιζε τόσα χρόνια, και επιχειρήσει να ψελλίσει κάποιες αλήθειες, θα είναι σαν να ξεκινούσε το ξήλωμα ενός πουλόβερ, το ξήλωμα ενός εθνικού μύθου αποτελούμενο από ψέματα που δεν έχουν τέλος. Κάτι που φαντάζει για την ίδια και την αξιοπιστία της σαν εφιάλτης.