Skip to main content

θεαγιάτικος-θεπιστίν

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

θεαγιάτικος-θεπιστίν

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 10.4.2017

προσθήκες: 11.7.2017

θεαγιάτικος

θεομάγκουφος ~ θεαγιάτικος Μάνη

θεάζομαι

φοβάμαι ~ θεάζομαι Μάνη

θεάζου

εντυπωσιάζω (λόγιο) ~ θεάζου Μάνη

θέαλλη η

θύελλα (λόγιο) | αρχαία ΘΥΕΛΛΑ, ινδοευρωπαϊκό *dheuh2- Beekes 2010 ~ θέαλλη Κύπρος | θύελλα Κύπρος

θεανάλατος

χωρίς καθόλου αλάτι ~ θεανάλατος Κάρπαθος

θεάνοιχτος

ορθάνοιχτος ~ θεάνοιχτος Κύθηρα

θεάπλωρος

ορθάνοιχτος ~ θεάπλωρος Κύθηρα ~ θηλυκό: θεάπλωρη Κύθηρα ~ ουδέτερο: θεάπλωρο Κύθηρα ~ επίρρημα: θεάπλωρα Κύθηρα

θεάσκημος

πολύ άσχημος ~ θεάσκημος Κάρπαθος | θιάσκημος Κάρπαθος

θέγω

ελπίζω ~ θέγω Καππαδοκία

θεια

θεία (λόγιο), άμια, τσάτσα | Buck List: 2.52, aunt ~ θεια Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Βιθυνία, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Δαρδανέλια, Ζάκυνθος, Ημαθία, Θάσος, Θεσπρωτία, Θράκη, Ιωάννινα, Καλαβρία, Καππαδοκία, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κύθνος, Κρήτη, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Μαγνησία, Μέγαρα, Μεσσηνία, Πιερία, Πόντος, Ρόδος, Σέρρες, Σκύρος, Τήλος, Φιλιππούπολη, Χιλή | θεία Μάνη, Πόντος | θκεια Βελβεντό, Κύπρος, Ρόδος, Χίος | τειά Μαγνησία, Σαράντα Εκκλησιές | τεία Απουλία | τζεία Πόντος | τσεία Καλαβρία | ττεια Ρόδος ~ υποκοριστικό: θειάτσα Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Πιερία, Προύσα | θειίτσα Πόντος | θειούδα Θάσος | θείτζα Somavera 1709 | θειίτζα Πόντος | θείτσα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άρτα, Δελβίνο, Μαγνησία, Σαράντα Εκκλησιές, Στενήμαχος

θειάκω η

θεια ~ θειάκα Σέρρες | θειάκου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Καρδίτσα, Κοζάνη, Λάρισα, Σαρακατσάνικα | θειάκω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Δελβίνο, Αχαΐα, Θεσπρωτία, Λακωνία ~ υποκοριστικό: θειακούλα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Ηλεία, Ιωάννινα, Λευκάδα, Μεσσηνία

θειάτσα η

κυρούλα ~ θειάτσα Προύσα

θειαφάδ του

θειαφίλα ~ θειαφάδ Ίμβρος ~ θηλυκό: κειαϊθία Τσακώνικα | ταφία Τσακώνικα

θειαφένιος

θειαφοκίτρινος ~ θειαφένιος Βλαστός 1931

θειαφί

το κίτρινο χρώμα του θειαφιού ~ θειαφί Somavera 1709, Βλαστός 1931

θειάφι το

θείο (λόγιο) | αρχαία ΘΕΙΟΝ, ινδοευρωπαϊκό *dhues- Beekes 2010 ~ δειάφι Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Θήρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λευκάδα, Νάξος, Νίσυρος | θειαφ Ίμβρος, Ιωάννινα | θειάφι Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κύμη, Μήλος | θιάφι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983 | θκειάφιν Κύπρος | κειάθι Τσακώνικα | κειάιθι Τσακώνικα | κειαφ Ήπειρος, Καρδίτσα | κειάφι Τσακώνικα | τάφι Τσακώνικα | τειαφ Ιωάννινα, Τήνος | τειάφι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αρκαδία | τεάφι Lange 1708 | τιάφι Somavera 1709, Ηπίτης 1908 ~ θηλυκό: θεάφη Du Cange 1688 | δειάφη Κριαράς 1995 | τεάφη Du Cange 1688, Lange 1708

θειαφίζω

ψεκάζω, ραντίζω, πασπαλίζω ή καπνίζω με θειάφι ~ δειαφίζω Ζάκυνθος, Λευκάδα, Νάξος, Νίσυρος | θειαφίζου Κύμη | θειαφίζω Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | θιαφίζω Πρωία 1933 | κειαθίζου Τσακώνικα | κειαϊθίζου Τσακώνικα | κειαφίζου Καρδίτσα | ταφίζω Τσακώνικα | τιαφίζω Ηπίτης 1908 ~ θειαφίζομαι ΑΠΘ 1998

θειαφίλα η

η μυρουδιά του θειαφιού ~ θειαφίλα

θειάφισμα το

το να θειαφίζει κανείς ~ θειάφισμα Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | θιάφισμα Πρωία 1933

θειαφιστήρι το

σύνεργο για το θειάφισμα ~ θειαφιστήρι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | τειαφστήρ Τήνος

θειαφοκέρι το

φιτίλι αλειμμένο με θειάφι | σούλφανο ~ θειαφοκέρι Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος | θειαφοκέριν Κάρπαθος | θειαφουκέρ Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα | θκειαφοτσέριν Κύπρος | θκειαφουκέρ Σάμος | διαφοκέρι Somavera 1709 | τειαφουκέρ Ιωάννινα

θειαφοκίτρινος

που έχει το κίτρινο χρώμα του θειαφιού ~ θειαφένιος Βλαστός 1931

θειαφόξυλο

σπίρτο ~ θειοφόξυλο Βλαστός 1931

θειαφόπετρα η

θειούχος τώφος (λόγιο) ~ θειαφόπετρα Ηπίτης 1908

θειαφουντινικές ου

ντενεκές με τρύπιο καπάκι που βάζουν μέσα θειάφι ~ θειαφουντινικές Ίμβρος

θειαφουπάν του

πανί βουτηγμένο σε λειωμένο θειάφι (το χρησιμοποιούσαν σαν σπίρτο) ~ θειαφουπάν Ίμβρος

θειαφουσάκλου του

αραιοϋφασμένο σακούλι για θειάφισμα ~ θειαφουσάκλου Σάμος

θειάφωμα το

θειάφισμα ~ θειάφωμα Ηπίτης 1920

θειαφώνω

θειαφίζω ~ θειαφόνω Ηπίτης 1908 | θειαφώνω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεΐζω

λατρεύω κάποιον σαν θεό ~ θεΐζω Κύπρος

θεϊκός

που αναφέρεται ή προέρχεται από τον θεό | θείος (λόγιο) ~ θεϊκό Τσακώνικα | θεϊκός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη ~ θηλυκό: θεϊκή Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κάρπαθος | θεϊκιά Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: θεϊκό Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Νάξος | θεϊκόν Κάρπαθος | θεϊκού Τσακώνικα ~ επίρρημα: θεϊκά Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Αρκαδία

θειόνω

θειαφίζω ~ θειόνω Legrand 1882

θειος ο

θείος (λόγιο) | μπάρμπας | Buck List: 2.51, uncle ~ θείο Καλαβρία | θειος Portius 1635, Βλάχος 1659, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Βιθυνία, Ημαθία, Θάσος, Θεσπρωτία, Θράκη, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Λάρισα, Λυκία, Μέγαρα, Σέρρες, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Χιλή | θείος Πόντος | θκειος Βελβεντό, Κύπρος, Χίος | τείο Απουλία | τσείο Καλαβρία ~ υποκοριστικό: θειίτσος Πόντος | θειόκας Σέρρες | θειούλης Κριαράς 1995 | θκειούλλης Κύπρος

θέισσα η

θεά ~ θέισσα Κύπρος

θειτσίτκους

που ανήκει ή προορίζεται για μεγάλες γυναίκες, για θείτσες ~ θειτσίτκους Σέρρες ~ θηλυκό: θειτσίτκ Σέρρες ~ ουδέτερο: θειτσίτκου Σέρρες

θέκαλος ο

που θέλει το καλό σου ~ θέκαλας Πόντος | θέκαλος Πόντος

θεκιάζω

βάζω το μελίσσι στην κυψέλη ~ θεκιάζω Κάρπαθος | θθεκιάντζω Κάρπαθος | θθηκιάντζω Κάρπαθος

θέκλα η

κουτσομπόλα ~ θέκλα Πόντος

θέκλα η

όμορφη ~ θέκλα Θήρα

θέκλα η

φωταγωγός (λόγιο) ~ θέκλα Ηπίτης 1908, Πόντος

θεκλέας

αστείος (λόγιο) | χαϊδεμένος ~ θεκλέας Πόντος ~ θηλυκό: θεκλού Πόντος

θεκλεία η

χάιδεμα ~ θεκλεία Πόντος

θεκλέσα τα

τα κουτσομπολιά ~ θεκλέσα Πόντος

θεκλεύουμαι

αστειεύομαι (λόγιο) | κουτσομπολεύω ~ Πόντος

θέλα η

θολούρα | το θόλωμα της όρασης ~ αθέλα Λακωνία | θέλα Ζάκυνθος, Λακωνία, Σάμος

θέλα η

καταρράκτης (ματιού) ~ θέλα Βλαστός 1931

θελάζω

δαμαλίζω (εμβολιάζω με δαμαλίδα), φελιάζω ~ θελάζω Πόντος

θελέα η

τυλίχτρα νήματος ~ θελέα Πόντος

θελείνεμον το

θέληση ~ θελείνεμον Πόντος

θελεκιάζω

κουμπώνω | κάνω κουμπότρυπες ~ θελεκιάζω Πόντος

θελέσα

μάταια (λόγιο) | εκούσια (λόγιο) ~ θελέσα Πόντος

θελέσης ο

άσχημος | μεγαλόσωμος και τεμπέλης ~ θελέσης Βλαστός 1931, Ιωάννινα

θελεσινά

θεληματικά | εκούσια (λόγιο) ~ θελεσινά Πόντος

θελέσπι το

θεριό | θεόρατος | κάτι το ογκώδες ~ θελέσι Λευκάδα | θελέσπι Αρκαδία | θελέσπιο Θεσπρωτία | θιλέσπιου Ιωάννινα ~ αρσενικό: θιλέσπιους Ιωάννινα ~ θηλυκό: θελέσπια Κέρκυρα

θεληκάρης ο

κριάρι που γίνεται πατέρας μόνο θηλυκών αρνιών ~ θεληκάρης Κάρπαθος

θεληκαρτσένικοι οι

θηλυκοί και αρσενικοί μαζί ~ θεληκαρτσένικοι Κάρπαθος

θέλημα το

επιθυμία (λόγιο) | εξυπηρέτηση (λόγιο) ~ θέλεμαν Πόντος | θέλημα Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ήπειρος, Θήρα, Θράκη, Ιθάκη, Καππαδοκία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κορσική, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Νότια Εύβοια, Ρόδος, Τσακώνικα, Χάλκη | θέλμαν Πόντος | θέλημαν Λυκία, Πόντος, Ρόδος | θέλμα Καστοριά, Σάμος | τέλημμα Απουλία ~ πληθυντικός: θιλήματα Καστοριά

θεληματάρης

υποχείριος (λόγιο) | που κάνει θελήματα | πεισματάρης ~ θεληματάρης Germano 1622, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Πόντος | θεληματάρος Βλαστός 1931 | θελματάρης Πόντος | θελματάρτς Πόντος ~ θηλυκό: θεληματάρα Πόντος | θεληματαριά Somavera 1709 | θελματερία Πόντος ~ πληθυντικός: θεληματάροι Du Cange 1688 ~ ουδέτερο: θεληματάρικον Πόντος | θελματέρικον Πόντος

θεληματάρης ο

ο πρώτος μούστος που βγαίνει, πριν πατηθούν ακόμα τα σταφύλια ~ θεληματάρης Κάρπαθος

θεληματάρικος

θεληματάρης ~ θεληματάρικος Somavera 1709

θεληματεύω

συγκατανεύω (λόγιο) | υπακούω (λόγιο) ~ θεληματέβω Βλαστός 1931 | θεληματεύω Δημητράκος 1938, Κρήτη

θεληματίζω

λέω σε κάποιον να μου κάνει ένα θέλημα ~ θεληματίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θεληματικός

ηθελημένος (λόγιο) | αντίθετο: αθέλητος ~ θεληματικός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος ~ θηλυκό: θεληματική Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεληματικό Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: θεληματικά Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Πόντος, Τσακώνικα | θελματικά Πόντος | θιληματικά Πιερία

θελημός ο

θέληση (λόγιο) ~ θελημός Αμοργός

θέληση η

διάθεση (λόγιο) | βούληση (λόγιο) | επιθυμία (λόγιο) ~ θέληση Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Επτάνησα, Ήπειρος, Μάνη, Πόντος, Τσακώνικα | θέλησι Thumb 1912

θελησιά η

παράστημα (λόγιο) ~ θελησιά Κύπρος

θελητής ο

προαιρετικός (λόγιο) | μάγος ~ θελητής Δημητράκος 1938

θελητικός

που έχει τη θέληση για κάτι ~ θελητικός Βλαστός 1931

θέλι

ίσως (λόγιο) ~ θέλι Κύθηρα

θελκοβολέα η

το γένος των γυναικών ~ θελκοβολέα Πόντος

θελματέας

που δουλεύει όσο θέλει ~ θελματέας Πόντος ~ θηλυκό: θελματού Πόντος

θελματοπλέρωτος

πεισματάρης ~ θελματοπλέρωτος Πόντος

θελομπούρα η

θολωμένο υγρό ~ θελομπούρα Αχαΐα

θέλος το

θέληση ~ θέλος Μέγαρα

θέλουντα

ηθελημένα (λόγιο) ~ θέλουντα Ίμβρος

θέλσιμον το

θέληση ~ θέλσιμον Πόντος

θέλω

επιθυμώ (λόγιο) | βούλομαι (λόγιο) | χρωστώ | αρχαία ΘΕΛΩ & ΕΘΕΛΩ ινδοευρωπαϊκό *hgWhel- Beekes 2010 | Buck List: 16.61, will, wish ~ θέβω Τσακώνικα | θέλου Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Βελβεντό, Ημαθία, Ήπειρος, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Σάμος, Σέρρες, Σκύρος, Σουφλί, Τσακώνικα, Φθιώτιδα | θέλω Corona Preciosa 1527, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Άνδρος, Κάρπαθος, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αδριανούπολη, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Ηλεία, Καλαβρία, Κάρπαθος, Κάσος, Κέρκυρα, Κίμωλος, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Κύπρος, Λακωνία, Λευκάδα, Νάξος, Πόντος, Ρόδος, Σύμη, Τσακώνικα, Χίος | θέου Μάνη, Τσακώνικα | θέω Νάξος, Τσακώνικα | θω Χίος | ιτέλω Απουλία | σέλω Απουλία | τέλου Τσακώνικα | τέλω Απουλία, Καλαβρία | τέου Τσακώνικα | χέλω Κύπρος, Ρόδος

θέμα το

εργάτης (λόγιο) ~ θέμα Καλαβρία ~ πληθυντικός: θέματα Καλαβρία

θέμα το

σταλίκι, σημάδι-σύνορο χωραφιών ~ θέμα Χίος

θεμέλια τα

ορίζοντας (λόγιο) ~ θεμέλια Κάρυστος | θεμέλλια Νίσυρος

θεμέλιο το

αρχαία ΘΕΜΕΛΙΟΝ, ινδοευρωπαϊκό *dheh1- Beekes 2010 ~ θεμέλ Πόντος | θεμέλι Καππαδοκία, Λυκία, Τσακώνικα | θεμέλιε Τσακώνικα | θεμέλιο Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Βιθυνία, Ήπειρος, Κεφαλονιά, Μάνη, Προύσα, Ρόδος, Τσεσμές | θεμέλιν Πόντος | θεμελίο Πόντος | θεμέλιον Κάρπαθος, Κύπρος, Ρόδος | θεμελίον Πόντος | θέμελο Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Αχαΐα, Ιθάκη, Μάνη | θέμιλου Ιωάννινα, Φθιώτιδα | θιμέλιν Λυκία | θιμέλιου Ίμβρος ,Καστοριά | τεμέλι Καππαδοκία | τεμέλιν Πόντος | τεμέλιον Πόντος | χεμέλιο Ρόδος | χεμέλιον Ρόδος ~ αρσενικό: θεμελιός Κύπρος | θεμέλιος Κύπρος ~ πληθυντικός: θέμελα Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κύπρος | θέμελη τα Κύπρος | θεμέλια Αρτάκη, Βιθυνία, Ζάκυνθος, Θήρα, Θράκη, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Πόντος, Ρόδος | θέμιλα Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία | θιμέλια Καστοριά | τεμέλα Πόντος | τεμέλεα Πόντος

θεμελιόπετρα η

θεμέλιος λίθος (λόγιο) ~ θεμελιόπετρα Κέρκυρα | θεμελόπετρα Αρκαδία

θεμέλιωμα το

θεμελίωση (λόγιο) ~ θεμέλιωμα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κάρπαθος ~ πληθυντικός: θιμιλιώματα Μαγνησία

θεμελιώνω

φτιάχνω θεμέλια ~ θεμελιούκου Τσακώνικα | θεμελιώνου Μάνη | θεμελιώννω Κάρπαθος, Νίσυρος | θεμελιώνω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Τσακώνικα | θεμελώνω Πόντος | θιμιλιώνου Καστοριά, Πιερία | τεμελώνω Πόντος ~ θεμελιούμαι Πόντος | θεμελιώνομαι Germano 1622, Somavera 1709, Μάνη ~ μετοχή: θεμελιωμένος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Βιθυνία, Κεφαλονιά | θεμελομένος Πόντος | θιμιλιουμένους Καστοριά, Σουφλί

θέμπερα

προς τα εδώ ~ θέμπερα Πόντος

θεμωνοκώλιν το

η βάση της θημωνιάς ~ θεμωνοκώλ Πόντος | θεμωνοκώλιν Πόντος

θεμωνοστάλεκο το

θεμωνοστάτες ~ θεμωνοστάλεκο Δελβίνο

θεμωνοστάσι το

θεμωνότοπος ~ θεμωνοστάσι Αρκαδία

θεμωνοστάτες ο

κάθετο ξύλο θημωνιάς, που γύρω του στοίβαζαν τα στάχυα ~ θεμωνοστάτες Πόντος

θεμωνοτόπι το

κυκλικός ξερότοιχος που στο εσωτερικό του έβαζαν τα δεμάτια που ήταν για αλώνισμα ~ θεμωνοτόκι Τσακώνικα | θεμωτόκι Τσακώνικα | θεμωνοτόπι Αρκαδία

θεμωνότοπος ο

ο χώρος δίπλα στο αλώνι όπου θημωνιάζουν τα στάχια ~ θεμωνότοπος Κύθηρα, Μέγαρα, Χάλκη

θεμωνοφύλακας ο

μισθωτός που πρόσεχε τις θημωνιές από τα ζώα και τη φωτιά ~ θεμωνοφύλακας Μέγαρα

θέξιμον το

τοποθέτηση (λόγιο) ~ θέξιμον Πόντος

θεόβαρος

πολύ βαρύς ~ θεόβαρος Μάνη

θεοβλαβούμενος

θεοσεβής (λόγιο) ~ θεοβλαβούμενος Πρωία 1933 ~ θηλυκό: θεοβλαβούμενη Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: θεοβλαβούμενο Πρωία 1933 ~ επίρρημα: θεοβλαβούμενα Πρωία 1933

θεοβλόγητος

ευλογημένος από το θεό ~ θεοβλόγητος Βλαστός 1931

θεόβουδο το

μεγάλο βόδι | πολύ κουτός ~ θεόβουϊδο Κύθηρα | θεόβουδο Πάρος

θεοβούνι το

μεγάλη πέτρα ~ θεοβούνι Ηλεία

θεόβρετος

σε κατάρα: που να τον βρει η θεία κρίση ~ θεόβρετος Βλαστός 1931, Θεσπρωτία, Λευκάδα | θιόβριτους Ιωάννινα

θεογέλαστος

κακότροπος ~ θεογέλαστος Ζάκυνθος

θεογελάστρια

πονηρή | έξυπνη ~ θεογελάστρια Τσακώνικα

θεογιάδα α

θεογελάστρια ~ θεογιάδα Τσακώνικα

θεογκαλώ

επικαλούμαι τον θεό | φωνάζω οργισμένα ~ θεογκαλιώ Κάρπαθος | θεογκαλώ Κύθνος, Νίσυρος, Ρόδος | θεοκαλώ Νίσυρος | θιογκαλώ Ρόδος ~ θεογκαλιώμαι Μάνη | θεοκαλιέμαι Αχαΐα, Ηλεία | θεοκαλεγκούμενε Τσακώνικα ~ μετοχή: θεογκαλεμένος Κάρπαθος | θεογκαλεσμένος Λευκάδα |

θεόγουβος

μουγκός ~ θεόγουβος Μάνη

θεογούρουνο το

μεγάλο γουρούνι (λέγεται και σαν βρισιά) ~ θεογούρουνο Ζάκυνθος

θεόγυμνος

ολόγυμνος | τσίτσιδος ~ θεόγδυμνος Πρωία 1933, Ζάκυνθος | θεόγυμνος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: θεόγυμνη Πρωία 1933, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, | θεόγδυμνη Πρωία 1933 ~ θεόγυμνο: θεόγυμνο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | θεόγδυμνο Πρωία 1933

θεογυναικάτσα η

ερμαφρόδιτος (λόγιο) ~ θεογυναικάτσα Ζάκυνθος

θεοδοσμένος

ο δοσμένος από τον θεό ~ θεοδοσμένος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεοδοσμένη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεοδοσμένο Δημητράκος 1938

θεοδύναμος

πολύ δυνατός ~ | θεοδύναμος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεοδύναμη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεοδύναμο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεοζαλιά η

τρέλα ~ θεοζαλιά Βλαστός 1931

θεόζουρλος

θεότρελος ~ θεόζουρλος Μάνη

θεοκάζανο το

πολύ μεγάλο καζάνι ~ θεοκάζανο Παμπούκης 1988

θεοκαθαρισμένα

πολύ καλά καθαρισμένα ~ θεοκαθαρισμένα Πάρος

θεοκαμωμένος

θεοποίητος (λόγιο) ~ θεοκαμωμένος Βλάχος 1659

θεοκάμωτος

θεόσταλτος (λόγιο) ~ θεοκάμωτος Βλαστός 1931

θεοκάραβο το

μεγάλο καράβι ~ θεοκάραβο Κύθνος

θεοκαταραμένος

θεοκατάρατος ~ θεοκαταραμένος Κεφαλονιά

θεοκατάρατος

ο καταραμένος από τον θεό ~ θεοκατάρατος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κύπρος, Μάνη, Μέγαρα, Πόντος | θιουκατάρατους Καστοριά ~ θηλυκό: θεοκατάρατη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μέγαρα | θιουκατάρατ Καστοριά ~ ουδέτερο: θεοκατάρατο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μέγαρα | θιουκατάρατου Καστοριά

θεοκερατάς

μεγάλος κερατάς ~ θεοκερατάς Ζάκυνθος, Μάνη | θιουκιρατάς Σαρακατσάνικα

θεόκλειστος

κατάκλειστος | αντίθετο: ορθάνοιχτος ~ θεόκλειστος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Μάνη ~ θηλυκό: θεόκλειστη Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεόκλειστο Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016

θεοκούζουλος

θεότρελος ~ θεοκούζουλος Κρήτη

θεόκουτος

πολύ κουτός ~ θεόκουτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Κεφαλονιά ~ θηλυκό: θεόκουτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: θεόκουτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

θεόκουφος

εντελώς κουφός ~ θεόκουφος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Μάνη ~ θηλυκό: θεόκουφη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο θεόκουφο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεοκοφούμενε

κουράζομαι πολύ ~ θεοκοφούμενε Τσακώνικα

θεοκρέμαστος

χωρίς προστασία ~ θεοκρέμαστος Ρόδος

θεόκυλλος

ανάπηρος (λόγιο) | αρχαία ΚΥΛΛΟΣ, ινδοευρωπαϊκό (?) Beekes 2010 ~ θεόκυλλος Κάρπαθος

θεόλιαμα το

λέγεται σαν βρισιά ~ θεόλιαμα Κύθηρα | θεόλιμα Κύθηρα

θεόλωλος

τρελός ~ θεόλωλος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Κύθηρα, Χίος | θεόλωλλος Κάρπαθος | θεόλωλλντος Ρόδος | θιόλουλους Λυκία, Σάμος ~ θηλυκό: θεόλωλη Κύθηρα ~ ουδέτερο: θεόλωλο Κύθηρα

θεομάγαζο το

μεγάλο μαγαζί ~ θεομάγαζο Παμπούκης 1988, Ζάκυνθος

θεομάγκουφος

μαγκούφης | παντέρημος ~ θεομάγκουφος Μάνη

θεομιλώ

παραμιλώ ~ θεομιλώ Κάρπαθος

θεομόναχος

μονάχος | έρημος ~ θεομόναχος Κεφαλονιά, Νάξος

θεόμουγκος

μουγκός ~ θεόμουγκος Μάνη

θεόμουρλος

θεότρελος ~ θεόμουρλος Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος ~ θηλυκό: θεόμουρλη Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεόμουρλο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεομπαίχτης ο

απατεώνας (λόγιο) ~ θεομπαίχτης Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θήρα, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Λευκάδα, Μάνη, Νίσυρος, Ρόδος | θεομπλέχτης Ρόδος | θιομπαίχτης Κως | θιομπαίχτς Τρίκαλα ~ θηλυκό: θεομπαίχτισσα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θεομπαίχτρα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεονήστικος

τελείως νηστικός ~ θεονήστικος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ηλεία, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κύπρος, Λευκάδα, Νίσυρος, Ρόδος, Χίος | θιονήστικους Λυκία~ θηλυκό: θεονήστικη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θεονήστικια ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: θεονήστικο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεοξούριστος

σπανός ~ θεοξούριστος Αχαΐα, Κύπρος, Πόντος | θεοξύριστος Πόντος | θιοξούρστους Σάμος

θεόξυλο το

μεγάλο ξύλο ~ θεόξυλο Κύθνος

θεοπάλαβος

θεότρελος ~ θεοπάλαβος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ρόδος | θεοπάλαλος Πόντος | θεοπάλλαρος Κάρπαθος, Καστελλόριζο | θιουπάλαβους Καρδίτσα ~ θηλυκό: θεοπάλαβη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεοπάλαβο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεοπάπλωμα το

μεγάλο πάπλωμα ~ θεοπάπλωμα Κεφαλονιά

θεόπελλος

θεοπάλαβος ~ θεόπελλος Κύπρος

θεοπλερώματα τα

τιμωρίες από το θεό ~ θεοπλερώματα Κέρκυρα

θεοπλέρωτος

τιμωρημένος από το θεό ~ θεοπλέρωτος Κέρκυρα

θεοποντή η

δυνατή βροχή | κακοκαιρία ~ θεοποντή Βλαστός 1931, Αρκαδία, Κεφαλονιά ~ ουδέτερο: θεοπόγκι Τσακώνικα | θεοπόντι Βλαστός 1931, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Κεφαλονιά, Μάνη | θιουπόντ Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Μαγνησία | θιουπότ Σάμος | θιουπούντ Μαγνησία

θεόπουλο το

το πουλί του ουρανού (όχι αυτό που είναι στο κλουβί) ~ θεόπουλο Αρκαδία, Αχαΐα ~ θιόπουλου Ιωάννινα

θεόραβδο το

μεγάλο ραβδί ~ θεόραβδο Κύθνος

θεορατικός

διαπρεπής (λόγιο) ~ θεορατικός Κάρπαθος

θεόρατος

υπερμεγέθης (λόγιο) ~ θεόρατε Τσακώνικα | θεόρατος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Κάρπαθος, Μάνη | θεούρατος Μάνη | θεούριος Λευκάδα | θεώρατος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Thumb 1912 | θωράτος Κύπρος | θιόρατους Λυκία, Σάμος ~ θηλυκό: θεόρατη Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα ~ ουδέτερο: θεόρατο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θεσπρωτία, Θήρα | θεώρατον Κύπρος

θεορίχνω

καταριέμαι ~ θεορίχνω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αχαΐα, Κύθηρα | θιορίχνου Σάμος, Σαρακατσάνικα

θεορίχτης

εικονοκλάστης (λόγιο) ~ θεορίχτης Βλαστός 1931

θεόριχτος

θεοκατάρατος ~ θεόριχτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεόριχτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεόριχτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεορκίζω

ορκίζω στο όνομα του θεού | ξορκίζω ~ θειορκίζω Κύπρος | θεορκίζω Ζάκυνθος ~ θεορκίζουμαι Ζάκυνθος

θεός ο

αρχαία ΘΕΟΣ, ινδοευρωπαϊκό *dh(e)h1s- Beekes 2010 | Buck List: 22.12, God ~ θεγός Thumb 1912, Θράκη, Καππαδοκία, Πόντος | θεό Καλαβρία, Τσακώνικα | Θεός Βλάχος 1659,Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θεός Germano 1622, Portius 1635, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Βιθυνία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Νότια Εύβοια, Πόντος, Ρόδος, Τήλος, Χίος | θέος Ζάκυνθος | θες Πιερία, Πόντος | θιγός Ιωάννινα, Σαμοθράκη, Σουφλί | Θιος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θιος Legrand 1882, Thumb 1912, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Βελβεντό, Ιθάκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καππαδοκία, Κάρπαθος, Κάσος, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κως, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Μάνη, Νάξος, Πιερία, Ρόδος, Σάμος, Σέρρες, Σουφλί, Χαλκιδική, Χίος | θκιος Καστελλόριζο, Κύπρος, Ρόδος | θο Τσακώνικα | θος Κοζάνη, Λήμνος, Πόντος, Σιάτιστα | ιχιός Μάνη | σεό Απουλία, Καλαβρία | τεό Απουλία | τιό Απουλία ~ θηλυκό: θεά Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ υποκοριστικό: θεουλάκης Δελβίνο | Θεούλης Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θεουλλντάκι Ρόδος | θεουλλντάκιν Ρόδος

θεοσέντονο το

μεγάλο σεντόνι ~ θεοσέντονο Κεφαλονιά

θεοσήμαδος

γεμάτος σημάδια ~ θεοσήμαδος Μάνη

θεοσκόταδο το

βαθύ σκοτάδι ~ θεοσκόταδο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ηλεία, Κεφαλονιά | θεοσκόταδον Κύπρος | θεοσκότιδο Κεφαλονιά | θιουσκόταδου Σάμος

θεοσκοτεινιά η

θεοσκόταδο ~ θεοσκοτεινιά Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεοσκότεινος

κατασκότεινος ~ θεοσκόκεινε Τσακώνικα | θεοσκότεινε Τσακώνικα | θεοσκότεινος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Κύπρος, Μάνη ~ θηλυκό: θεοσκότεινη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεοσκότεινο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θεοσκότεινον Κάρπαθος ~ επίρρημα: θεοσκότεινα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κάρπαθος, Κύθνος | θιουσκότνα Ίμβρος

θεοσκοτωμένος

πολύ κουρασμένος | αποκαρδιωμένος | άπιστος ~ θεοσκοτωμένος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα | θεοσκοτουτέ Τσακώνικα, Χίος | θεοσκοτωτέ Τσακώνικα | θιουσκουτουμένους Κοζάνη, Μαγνησία, Σαρακατσάνικα ~ θηλυκό: θεοσκοτωμένη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μέγαρα | θιουσκουτουμέν Κοζάνη ~ ουδέτερο: θεοσκοτωμένο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μέγαρα | θιουσκουτουμένου Κοζάνη ~ επίρρημα: θεοσκοτωμένα Αρκαδία

θεοσκοτώνουμαι

έχω χτυπήσει άσχημα ~ είμαι πολύ κουρασμένος ~ θεοσκοτώνουμαι Ηλεία

θεόσκυλος ο

μεγάλος σκύλος ~ θεόσκυλος Κεφαλονιά

θεόσογο το

θεϊκή γενιά ~ θεόσογο Παμπούκης 1988

θεόσπιτο το

μεγάλο σπίτι | αρχοντόσπιτο ~ θεόσπιτο Ζάκυνθος, Κεφαλονιά

θεόσταλτος

σταλμένος από το θεό ~ θεόσταλτος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ θηλυκό: θεόσταλτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ θεόσταλτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

θεοσταυρωμένο το

το υγιές και αρτιμελές νεογέννητο ~ θεοσταυρωμένο Νίσυρος

θεοστήριχτος

στηριζόμενος από το θεό ~ θεοστήριχτος Πρωία 1933 ~ θηλυκό: θεοστήριχτη Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: θεοστήριχτο Πρωία 1933

θεόστραβος

στρεβλός (λόγιο) | τυφλός ~ θεόστραβος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά, Μάνη, Ρόδος | θεόστραος Κάρπαθος, Κύπρος ~ θηλυκό: θεόστραβη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεόστραβο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: θεόστραβα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεοταμένος

θεομάγκουφος ~ θεοταμένος Μάνη

θεοταρνανάς ο

μεγάλη σύγχυση ~ θεοταρνανάς Ζάκυνθος

θεοτικό το

έργο που θεωρείται πως προέρχεται από το θεό ~ θεοτικό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Λακωνία

θεοτικός

θεϊκός ~ θεοτικό Τσακώνικα | θεοτικός Germano 1622, Somavera 1709, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος, Πόντος, Ρόδος | θιουτκός Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σέρρες ~ θηλυκό: θεοτικέσσα Πόντος | θεοτική Somavera 1709, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο | θεοτικιά Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | θιουτκιά Γρεβενά, Κοζάνη ~ ουδέτερο: θεοτικό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Κύθηρα | θιουτκό Γρεβενά, Κοζάνη, Σάμος ~ πληθυντικός: θεοτικά τα (θρησκευτικά βιβλία, εικόνες, ευχές, εξορκισμοί) Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Νάξος | θιουτκά Καστοριά, Σαρακατσάνικα ~ επίρρημα: θεοτικά Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709, Δημητράκος 1938, Κρήτη, Κύπρος, Πόντος, Ρόδος | θιουτκά Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Καστοριά

θεοτούμπης ο

ψευδοευλαβής (λόγιο) | κερατάς ~ θεοτούμπης Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Θήρα, Κύπρος

θεότρελος

τελείως τρελός ~ θεότρελλος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938 | θεότρελλντος Ρόδος | θεότρελος Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κεφαλονιά, Θήρα | θιότρελους Λυκία~ θηλυκό: θεότρελλη Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938 | θεότρελη Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα ~ ουδέτερο: θεότρελλο Δημητράκος 1938 | θεότρελο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα ~ επίρρημα: θεότρελα Ακαδημία 2016

θεότσιτσος

θεόγυμνος ~ θεότσιτσος Κάρπαθος, Ρόδος | θιότσιτσους Σάμος

θεότυφλος

θεόστραβος ~ θεότυφλος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κεφαλονιά, Κύθνος ~ θηλυκό: θεότυφλη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεότυφλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεουλάκι το

αστέρι ~ θεουλάκι Μέγαρα

θεουλίδια τα

βρισιές, χριστοπαναγίες ~ θεουλίδια Κέρκυρα

θεούρι το

κάτι πολύ μεγάλο | μεγαλόσωμος και ανόητος μαζί ~ θεούζι Τσακώνικα | θεούρι Αρκαδία, Λακωνία, Μάνη, Τσακώνικα ~ θηλυκό: θεούρα Μάνη

θεούσα η

υπερβολικά θρησκευόμενη ~ θεούσα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη | θιούσα Σάμος

θεοφάνερος

ολοφάνερος ~ θεοφάνερος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεοφάνερη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεοφάνερο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεόφοβος

θεοφοβούμενος ~ θεόφοβος Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Πόντος ~ θηλυκό: θεόφοβη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεόφοβο Δημητράκος 1938

θεοφοβούμενος

που φοβάται μην παραβεί τις θρησκευτικές εντολές ~ θεοφοβούμενος Germano 1622, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Κάρπαθος, Πόντος | θιοφουβούμενους Καστοριά ~ θηλυκό: θεοφοβούμενη Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θιοφουβούμεν Καστοριά ~ ουδέτερο: θεοφοβούμενο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θιοφουβούμενου Καστοριά

θεόφτηνος

πολύ φτηνός ~ θεόφτηνος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεόφτηνη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεόφτηνο Δημητράκος 1938

θεόφτωχος

πολύ φτωχός ~ θεόφτωχος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Πόντος | θέφτωχος Πόντος ~ θηλυκό: θεόφτωχη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θεόφτωχο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016

θεοφχησμένος

που έχει την ευχή του θεού ~ θεοφχησμένος Νάξος

θεοφωνάρα η

πολύ δυνατή φωνή ~ θεοφωνάρα Ζάκυνθος

θεόχαζος

πολύ χαζός ~ θεόχαζος Παμπούκης 1988

θεοχάλαστος

που καταστράφηκε από το θεό ή εκείνος που (μακάρι) να καταστραφεί από το θεό ~ θεοχάλαστος Πόντος

θεοχάραχτα τα

ορνιθοσκαλίσματα (λόγιο) [για άσχημα γράμματα ] ~ θεοχάραχτα Κάρπαθος

θεοχαρισμένος

χαριτωμένος | όμορφος ~ θεοχαρισμένος Μύκονος

θεοχαρίτωτος

που έχει πολλές χάρες ~ θεοχαρίτωτος Πόντος

θεόχαρος

που έχει τη χάρη του θεού ~ θεόχαρος Πόντος

θεόχτιστος

καλά χτισμένος ~ θεόχτιστος Ηπίτης 1908, Πόντος ~ επίρρημα: θεόχτιστα Κύθηρα

θεόψηλος

πολύ ψηλός ~ θεόψηλος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεόψηλη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θεόψηλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεόψυχα

ολόψυχα ~ θεόψουχα Τσακώνικα | θεόψυχα Ζάκυνθος, Θήρα, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Πελοπόννησος, Πάρος

θεπέκ το

μεγάλος αετός ~ θεπέκ Πόντος

θεπέσα τα

μαϊμουδίσματα | καραγκιοζιλίκια ~ θεπέσα Πόντος

θεπιστίν το

η κουβέντα (κάθε τόσο) για το ίδιο πράγμα ~ θεπιστίν Κάρπαθος