Skip to main content

θερακωμένος-θκιος

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

θερακωμένος-θκιος

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 10.4.2017

προσθήκες: 11.7.2017

θερακωμένος

ανδρειωμένος | θηριώδης (λόγιο) | παλιάνθρωπος ~ θερακωμένος Ηπίτης 1908, Πόντος | θιρακουμένους Καρδίτσα | θιριακουμένους Γρεβενά

θερακωτός

θερακωμένος ~ θερακωτός Ηπίτης 1908, Πόντος

θεραπεμένος

καλοθρεμμένος | γερός, δυνατός ~ θεραπεμένος Πάρος | θιραπαμένους Σέρρες ~ θηλυκό: θιραπαμέν Σέρρες ~ ουδέτερο: θιραπαμένου Σέρρες

θεραπίδα η

εξάνθημα (λόγιο) ~ θεραπίδα Χίος

θεραπίνα η

κέστρα | σφυρί του γλύπτη ~ θεραπίνα Ηπίτης 1908

θεραπός ο

υπηρέτης (λόγιο) ~ θεραπός Πόντος

θεργίστικος

θηριώδης (λόγιο) ~ θεργίστικος Βλάχος 1659, Lange 1708

θεριαγκάθι

φλεγμονή γύρω από το νύχι | παρανυχίδα (λόγιο) | καλαγκάθι, καλάγκαθο, τριγυρίστρα | οίδημα στους αδένες του λαιμού ~ θεριαγκάθι Βλαστός 1931, Κάρυστος, Μέγαρα | θεριάγκαθον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | θηριάγκαθου Σάμος, Σουφλί

θεριάγκαθο το

το φυτό Carlina gummifera, αγκαθομάστιχο, αγριομαστίχα, αγριομαστιχιά, ατρακλίδα, δραχτύλι, καλάγγουρο, καλαγκάθι, κολλάγκαθο, κολλίνα, κεφάλι, κολλιά, μαστιχομάραθο, μαστιχιά, μαστιχάγκαθο, μαστίχα του αγκαθιού, χαμολεό, χαμολιά, χαμολιός ~ θεριάγκαθο Δημητράκος 1938 |

θεριακή η

αντίδοτο σε φαρμάκι | το αφιόνι ~ θερακή Πόντος | θεργιακή Βλάχος 1659, Lange 1708 | θεριακή Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Λευκάδα | θεριατσή Μέγαρα | θηριακή Germano 1622, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Άνδρος, Κοζάνη | θηριατσή Κύπρος ~ ουδέτερο: θεριάκιν Κάρπαθος

θεριακλής ο

μανιώδης καπνιστής | μανιώδης φίλος του καφέ | τούρκικο tiryak ~ θεϊριακλής Μάνη | θεργιακλής Καπετανάκης 1962 | θερζακλής Κάλυμνος | θεριακής Κρήτη | θεριακιλής Θεσπρωτία, Κρήτη | θεριακλής Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θήρα, Κάρπαθος, Καστοριά (πόλη), Κρήτη, Λυκία, Νίσυρος, Πωγώνι | θεριατζής Κρήτη | θιριακλής Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Σέρρες, Χαλκιδική | τεριακλής Ανδριώτης 1983, Λυκία ~ θηλυκό: θεριακλίνα Κρήτη | θεριακλίδισσα Πρωία 1933 | θεριακλού Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θιριακλού Σέρρες

θεριακλίδικος

του θεριακλή ~ θεριακλήδικος Κριαράς 1995 | θεριακλίδικος ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: θεριακλήδικη Κριαράς 1995 | θεριακλίδικη ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: θεριακλήδικο Κριαράς 1995 | θεριακλίδικο ΑΠΘ 1998 | θιριακλίθκου Σέρρες ~ επίρρημα: θεριακλήδικα Κριαράς 1995 | θεριακλίδικα ΑΠΘ 1998

θεριακλίκι το

το πάθος του θεριακλή | τούρκικα tiryaklık ~ θεριακιλίκι Κρήτη | θεριακλήκι Καπετανάκης 1962 | θεριακλίκι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Θήρα, Κρήτη, Μύκονος, Νίσυρος | θεριακλίκιν Κάρπαθος, Νίσυρος | θιριακλίκ Ίμβρος | τεριακλίκι Δημητράκος 1938

θεριακό το

θεομηνία (λόγιο) ~ θεριακό Βλαστός 1931

θεριακός

πολύ δυνατός ~ θεριακός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεριακή Δημητράκος 1938 | θεριακούσα Πελοπόννησος ~ ουδέτερο: θεριακό Δημητράκος 1938, Αρκαδία

θεριακούκου

θεριεύω ~ θεζακούκου Τσακώνικα | θεριακούκου Τσακώνικα

θεριακώνω

θεριεύω ~ θεϊριακώνου Μάνη | θερακώνω Πόντος | θεριακώνω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983 ~ θερακούμαι Πόντος | μετοχή: θεϊριακουμένος Μάνη | θερακωμένος Πόντος | θεριακωμένος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Αρκαδία, Ηλεία, Καππαδοκία, Κορινθία, Μάνη, Μεσσηνία | θεριοκωμένος Βούρμπιανη | θηριακουμένους Γρεβενά, Ιωάννινα, Λυκία, Μαγνησία, Φθιώτιδα

θεριάλε το

η περίοδος που απαγορεύεται το κυνήγι ~ θεριάλε Κύθηρα

θεριαντρούκλας ο

μεγαλόσωμος άντρας ~ θεριαντρούκλας Κύθηρα

θέριεμα το

εξαγρίωση (λόγιο) | αύξηση (λόγιο) ~ θέργιεμα Βλάχος 1659 | θέριεμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ αρσενικό: θερεμός Κάρπαθος

θεριεύω

μεγαλώνω πολύ | δυναμώνω πολύ | ψηλώνω πολύ | εξαγριώνομαι (λόγιο) ~ θεϊρεύου Μάνη | θερεύγκω Κάρπαθος | θερεύω Πόντος | θερζεύγω Νίσυρος | θεριέβω Βλαστός 1931 | θηριεύγου Λυκία | θηριεύου Σάμος | θεριεύγω Καστελλόριζο, Νίσυρος, Τσακώνικα | θεριεύω Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κρήτη, Πόντος, Ρόδος | θερκεύω Κύπρος | χερκεύω Κύπρος ~ θερεύκουμαι Πόντος ~ μετοχή: θεριακωμένος Ρόδος | θεριεμένος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | θερκεμένος Κύπρος | χερκεμένος Κύπρος

θερίζω

κόβω σιτηρά και χόρτα με το δρεπάνι (ή με μηχανή) Buck List: 8.32, mow, reap ~ ετερίτζω Απουλία | θερίζζω Καλαβρία | θερίζου Αμοργός, Μάνη, Τσακώνικα | θερίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μεσσηνία, Νίσυρος, Νότια Εύβοια, Παξοί, Πόντος, Ρόδος, Τήλος, Τσακώνικα | θιρίζου Αιτωλοακαρνανία, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Λέσβος, Σάμος, Σέρρες, Σουφλί, Χαλκιδική | θερίντζω Κάρπαθος | θερίτζω Καλαβρία | ιτερίτζω Απουλία | σεζίντου Τσακώνικα | σερίντου Τσακώνικα | σερίτζω Καλαβρία | τερίτζω Απουλία | τιρίτζω Απουλία | χερίζω Ρόδος ~ θερίγομαι Πόντος | θερίζομαι Somavera 1709, ΑΠΘ 1998, Αμοργός | θερίουμαι Πόντος | θιρίζουμι Καστοριά ~ μετοχή: θερισμένος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | θιρσμένους Καστοριά | τεριμμένο Απουλία

Θερινός ο

ο μήνας Θεριστής ~ Θερινός Πόντος | Θερνός Πόντος | Θιρνός Ίμβρος

θερινόσυκον το

πρώιμο σύκο που ωριμάζει τον Ιούλιο ~ δερνόσυκο Πόντος | θερινόσυκον Πόντος | θερνόσυκο Πόντος

θεριό το

θηρίο (λόγιο) | φίδι | οχιά | αρχαία ΘΗΡ, ινδοευρωπαϊκό *ghueh1r- Beekes 2010 ~ θεζίε Τσακώνικα | θεργιό Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708 | θεϊριό Μάνη | θερί Thumb 1912 | θερίε Τσακώνικα | θερίν Πόντος | θερίο Δελβίνο | θεριό Portius 1635, Du Cange 1688, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Ήπειρος, Θεσπρωτία, Θήρα, Ικαρία, Καππαδοκία, Κάρυστος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μεσσηνία, Μήλος, Μύκονος, Νότια Αλβανία, Πάργα, Πάρος, Πωγώνι, Ρόδος, Σίκινος, Σίφνος, Σύρος, Φολέγανδρος, Χάλκη, Χίος | θερίο Legrand 1882, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Πόντος, Ρόδος | θερίον Κάρπαθος, Κύπρος, Πόντος, Ρόδος, Τσακώνικα | θεριόν Somavera 1709, Κάρπαθος, Ρόδος | θεργκόν Κάρπαθος | θερκόν Κύπρος | θηριό Δημητράκος 1938 | θηριόν Λυκία θηρίου Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα ~ αρσενικό: θερίος Καστοριά (πόλη) | θερκός Κύπρος ~ θηλυκό: θέρισα Κέρκυρα | θερκούνα Κύπρος | θερούνα Κύπρος ~ υποκοριστικό: θεργαλάκι Πάρος | θεριουλάκι Κρήτη, Μύκονος, Νάξος, Πάρος ~ μεγεθυντικό: θέριακας Ίμβρος

θεριομάρα

μεγαλοσύνη (λόγιο) | ευρωστία (λόγιο) ~ θεριομάρα Βλαστός 1931

θεριόνερο το

πλημμύρα ρέματος ~ θεριόνερο Πόντος

θεριοπολεμώ

θηριομαχώ (λόγιο) ~ θεργιοπολεμώ Βλάχος 1659

θερίος

δυνατός | γιγαντόσωμος (λόγιο) | θηριώδης (λόγιο) ~ θερίος Δελβίνο, Ηλεία, Μάνη, Κύθηρα, Πόντος | θηριός Μαγνησία ~ θηλυκό: θερίεσσα Πόντος

θεριοσάλεμα το

πολύ ζωηρό παιδί ~ θεριοσάλεμα Πάρος

θεριοσκοτωμένος

σκοτωμένος από θεριό ~ θεριοσκοτωμένος Κάρπαθος

θεριοφάς ο

που τρώει το θεριό (το φίδι): ο πελαργός ~ θεριοφάς Πάρος

θεριοφωλιά

η φωλιά του θεριού ~ θεργιοφωλιά Βλάχος 1659

θεριοφωλιά η

φωλιά θεριού ~ θεριοφωλιά Somavera 1709 | θηριοφωλιά Legrand 1882

θεριόχορτο το

το φυτό Bryonia cretica, αγριόκλημα, αγριοκολοκυθιά, αγριοπεπονιά, αμπελουρίδα, ποντικοστάφυλο, φαρμακιά, φιδόχορτο ~ θεριόχορτο Δημητράκος 1938, Πάρος | θηριόχορτο Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Κύθνος

θεριόψαρο το

το πολύ μεγάλο ψάρι | σκυλόψαρο | φάλαινα ~ θεριόψαρο Κύθηρα | θεριόψαρον Κάρπαθος | θιριόψαρου Σάμος

θερισά η

θανατικό ~ θερισά Κοζάνη

θερισκιώνας ο

θεριστής ~ θερισκιώνας Κύπρος

θέρισμα το

θερισμός (λόγιο) | Buck List: 8.41, crop, harvest ~ θέριγμαν Πόντος | θέριμα Καλαβρία | θέριμαν Πόντος | θέρσμα Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά | θέρισμα Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Μάνη, Ρόδος, Τσακώνικα | θέρισμαν Πόντος, Ρόδος | σέζισμα Τσακώνικα | τέριμμα Απουλία ~ υποκοριστικό: θερισματάκι Ρόδος | θερισματάκιν Ρόδος ~ πληθυντικός: θερίμματα Καλαβρία | θέρτα Ίμβρος, Λέσβος | θιρίσματα Καστοριά

θερισμάρα η

τσιρλιό | διάρροια (λόγιο) ~ θερισμάρα Μάνη

θερισμάτ

χωράφι έτοιμο για θέρισμα ~ θερισμάτ Πόντος

θερισταπιδιά η

η απιδιά που κάνει τα θεριστάπιδα ~ θερισταπιδιά Ηλεία

θεριστάπιδο το

απίδι που ωριμάζει τον Θεριστή (Ιούνιο) ~ θεριστάπιδο Ηλεία ~ πληθυντικός: θεριστάπδα Ήπειρος | θιρστάπδα Ιωάννινα | θιρτάπδα Ιωάννινα

θεριστήρι το

μικρό δρεπάνι ~ θεριστήρι Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θεριστής ο

που θερίζει ~ θεριστά Τσακώνικα | θεριστή Τσακώνικα | θεριστής Germano 1622, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Ηλεία, Καλαβρία, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Θήρα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κρήτης, Μάνη, Πόντος, Ρόδος, Χίος | θιρστής Ίμβρος, Κοζάνη, Σέρρες, Τρίκαλα | σεζική Τσακώνικα | σερική Τσακώνικα | σεριτή Τσακώνικα ~ θηλυκό: θερίστρα Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Ρόδος | θερίστρια Somavera 1709, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Χίος ~ πληθυντικός: θεριστάδες Meursius 1614, Du Cange 1688, Lange 1708, Δημητράκος 1938, Πόντος | θεριστάντ Πόντος | θιρστάδις Σέρρες

Θεριστής ο

ο Ιούνης | σε μερικά μέρη ο Ιούλης ~ Θεριστής Meursius 1614, Du Cange 1688, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Ιθάκη, Μάνη, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κορσική, Κύθηρα, Κύθνος, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Νότια Εύβοια, Παξοί, Ρόδος, Χίος | Θέρτης Λέσβος | Θερτής Δρόπολη, Θεσπρωτία, Κέρκυρα | Θιρστής Αιτωλοακαρνανία, Αλόννησος, Γρεβενά, Ίμβρος, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία, Σιάτιστα, Σέρρες, Τρίκαλα, Φωκίδα | Θιρτής Καστοριά, Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα

θεριστιάτικο το

θεριστάπιδο ~ θεριστιάτικο Θεσπρωτία

θεριστικό το

τα έξοδα του θερισμού ~ θεριστικό Ρόδος | θεριστικόν Ρόδος | θιρσκό Ίμβρος ~ πληθυντικός: θεριστικά Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Πόντος

θεριστικός

που έχει σχέση με το θέρισμα ~ θερεστικός Somavera 1709, Βεντότης 1790, Δημητράκος 1938 | θεριστικός Βλάχος 1659, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: θερεστική Δημητράκος 1938 | θεριστική Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θερεστικό Δημητράκος 1938 | θεριστικό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θεριστός

θερισμένος ~ θεριστός Κάρπαθος

θεριστοσουκιά η

συκιά που κάνει σύκα από τον Ιούνιο (τον Θεριστή) ~ θεριστοσουκιά Μάνη

θεριστόσουκο το

ο καρπός της θεριστοσουκιάς ~ θεριστόσουκο Μάνη

θέριστρο το

θεριστήρι ~ θέριστρο Βλαστός 1931 | θέριστρον Χίος

θεριτά τα

σιτηρά έτοιμα για θέρισμα | τα σπαρμένα με σιτηρά χωράφια ~ θεριτά Μάνη

θεριώνω

θεριεύω | εξαγριώνομαι (λόγιο) ~ θεριώνω Δημητράκος 1938, Πόντος ~ θεριούμαι ~ μετοχή: θεριωμένος Δημητράκος 1938 ~ μετοχή: θεριωμένος Βλαστός 1931, Κάρπαθος

θερκοπούλλιν το

το πουλί Jynx torquilla, αναγελάστρα, γλωσσάς, γλωσσαράς, καλλιαγός, μυρμηγκοφάγος, μυρμηγκολόγος, στραβολαίμης, σφεντόλι, σφεντούλι, σφοντύλι ~ θερκοπούλλιν Κύπρος

θερκωτός

φιδίσιος ~ θερκωτός Κύπρος

θέρμα τα

θερμές πηγές | ιαματικά λουτρά ~ θερμά Σκαρλάτος 1857, Ρόδος | θέρμα Βάλληνδας 1887, Ανδριώτης 1983, Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

θερμάζομαι

έχω θέρμη (πυρετό) ~ θερμάζομαι Δημητράκος 1938 ~ μετοχή: θερμασμένος Δημητράκος 1938 | θερμιασμένος Κάρπαθος

θερμαίνω

έχω θέρμη (πυρετό) | ριγώ (λόγιο) ~ θερμαίνω Κάρπαθος, Πόντος ~ θερμαίνομαι Αρκαδία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Λευκάδα, Μέγαρα, Μεσσηνία | θερμαίνουμαι Ζάκυνθος | θερμάσκουμαι Πόντος | θιρμαίνουμι Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λήμνος, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Φθιώτιδα ~ μετοχή: θερμασμένος Κάρπαθος | θιρμασμένους Ιωάννινα, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία, Φθιώτιδα

θερμαίνω

η λέξη «θερμαίνω» θεωρείται λόγια, έχει ωστόσο διασωθεί και σαν διαλεκτική | ζεσταίνω ~ θιρμαίνου Μαγνησία, Χαλκιδική | ταρμαίνω Απουλία | τερμαίνω Απουλία | τρεμαίνω Απουλία | τρεμμαίνω Απουλία ~ θιρμαίνουμι Μαγνησία, Στενήμαχος | τερμαίνομαι Απουλία ~ μετοχή: ταρμαμμένο Απουλία | τερμαμμένο Απουλία | τρεμαμμένο Απουλία

θερμαλατιά η

αλάτι διαλυμένο σε ζεστό νερό | ψωμί βουτηγμένο σε νερό (που έχει βράσει μαζί με λάδι, σκόρδο και αλάτι) ~ θερμαλατιά Λευκάδα | θερμαλατία Ζάκυνθος

θέρμαμα το

πυρετός (λόγιο) | ζέστη ~ θέρμαμα Βλάχος 1659, Μάνη | θέρμασμα Κέρκυρα

θερμάου

θερμαίνω (λόγιο) ~ θερμάου Κύμη

θερμάρι το

δοχείο για να ζεσταίνουν νερό ~ θερμάρι Βλαστός 1931 | θιρμάρ Κοζάνη, Λέσβος, Πιερία ~ υποκοριστικό: θιρμαρούλ Κοζάνη

θερμασιά η

ζέστη | πυρετός (λόγιο) | ελονοσία (λόγιο) ~ θερμασά Δελβίνο, Κοζάνη, Σάμος, Σκόπελος | θερμασέα Πόντος | θερμασία Ζάκυνθος, Τσακώνικα | θερμασιά Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Βούρμπιανη, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Λευκάδα, Πωγώνι, Σαράντα Εκκλησιές | θερμασία Μέγαρα | θιρμασιά Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Χαλκιδική Χαλκιδική | θιρμασκιά Βελβεντό | τέρμαση Απουλία ~ πληθυντικός: θερμασιές Πωγώνι | θιρμασιές Καστοριά

θερμασιοχόρτι το

θερμοβότανο ~ θερμασιοχόρτι Πωγώνι | θιρμασόχουρτου Μαγνησία

θέρμασμα το

ρίξιμο καυτού νερού στις ελιές πριν πιεστούν στο λιοτρίβι~ θέρσμα Ίμβρος | θέρμασμα Κύθηρα

θερμασμένος

πυρωμένος | με πυρετό ~ θερμασμένος Βλαστός 1931 | θιρμασμένους Κοζάνη

θερμασοβότανο το

θερμοβότανο ~ θερμασοβότανο Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983 | θερμασοβότανον Σκαρλάτος 1857 | θιρμασουβότανου Πιερία, Χαλκιδική

θερμαστέ

που υποφέρει από τον πυρετό ~ θερμαστέ Τσακώνικα

θέρμη η

κάποιο μαμούνι ~ θέρμη Βλαστός 1931, Μάνη

θέρμη η

πυρετός (λόγιο) | ρίγος (λόγιο) | ελονοσία (λόγιο) | ζέστη ~ θέρμ Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Φωκίδα | θέρμα Πόντος | θέρμε Πόντος | θέρμη Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αχαΐα, Δελβίνο, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Λευκάδα, Λυκία, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Λακωνία, Νάξος, Παξοί, Πάργα, Ρόδος, Σέρρες | θιρμ Στενήμαχος | τέρμη Απουλία, Μύκονος ~ πληθυντικός: θέρμες Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Νότια Εύβοια, Χιμάρα | θέρμις Ιωάννινα, Καστοριά

θερμιάζω

πλένω εσωτερικά τα άδεια βαρέλια του κρασιού με ζεστό νερό και μυρωδικά ~ θερμιάζω Ρόδος

θέρμιασμα το

το πλύσιμο των βαρελιών του κρασιού με ζεστό νερό και μυρωδικά ~ θέρμιασμα Ρόδος | θέρμιασμαν Ρόδος

θερμίζω

έχω πυρετό | περιχύνω με καυτό νερό ~ θερμίζω Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος, Κύθηρα, Κύμη, Χίος | θερμούκου Τσακώνικα | θιρμίζου Ίμβρος ~ μετοχή: θιρμσμένους Ίμβρος

θερμνιάζου

ρίχνω καυτό νερό στα λιόπανα (στο λιοτρίβι) ~ θερμνιάζου Μάνη ~ θερμνιάζομαι Μάνη

θερμό το

προζύμι ~ θερμό Καππαδοκία

θερμό το

το ζεστό νερό ~ θερμό Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Λήμνος, Μύκονος, Νίσυρος, Ρόδος, Τσακώνικα | θερμόν Germano 1622, Κεφαλονιά, Κρήτη, Μάνη, Ρόδος | θιρμόν Λυκία | σομό Τσακώνικα ~ αρσενικό: θερμός Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύμη, Λακωνία, Λήμνος, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Σέρρες, Σιάτιστα, Χιμάρα, Χίος | θιρμός Αιτωλοακαρνανία, Βελβεντό, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Χαλκιδική

θερμοβότανο

το φυτό Erythraea centaurium (Chironia centaurium), αλοή, μεγάλο φαρμακούλι, θερμασοβότανο, θερμοχόρταρο, θερμόχορτο, κινινόχορτο, ριγόχορτο, φλουσκούνι ~ θερμοβότανο Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θερμοβότανον Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | θιρμουβότανου Καστοριά, Χαλκιδική

θερμόγιο το

διαλείπων πυρετός (λόγιο) ~ θερμόγιο Κεφαλονιά

θερμοζάχαρη η

ζάχαρη διαλυμένη σε ζεστό νερό ~ θερμοζάχαρη Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Λευκάδα | θιρμουζάχαρ Μαγνησία, Σαρακατσάνικα

θερμόκαψα η

καύσωνας (λόγιο) ~ θερμόκαψα Μάνη

θερμολατειά η

δυνατή φωτιά που κάνει καλή θράκα ~ θερμολατειά Θεσπρωτία

θερμολογάω

ρίχνω καυτό νερό ~ θερμολογάω Κέρκυρα, Κύθηρα | θιρμουλουώ Σάμος ~ θερμολογιούμαι Ζάκυνθος

θερμολόι το

τσουκάλι για ζέσταμα νερού ~ θερμολόι Κεφαλονιά

θερμολοιμικό το

λοιμώδης πυρετός ~ θερμολένικο Τσακώνικα | θερμολοιμικό Κέρκυρα | θερμολοίμικον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882

θερμολούννω

λούζω με ζεστό νερό ~ θερμολούννω Κύπρος

θερμόμελι το

ρόφημα με μέλι και ματζουράνα ή ζεστό ρακί με ζάχαρη ~ θερμόμελι Χίος

θερμόξυλον το

είδος τζιτζιφιάς ~ θερμόξυλον Πόντος

θερμοπούλα η

όχι υψηλός πυρετός ~ θερμοπούλα Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882

θερμοργιάζομαι

έχω διαλείποντα πυρετό (πυρετός που ανεβαίνει το βράδυ και κατεβαίνει το πρωί) ~ θερμοργιάζομαι Κεφαλονιά

θερμοριάζομαι

έχω πυρετό ~ θερμοριάζομαι Λευκάδα

θερμός

ζεστός | αρχαία ΘΕΡΜΟΣ, ινδοευρωπαϊκό *gwher-mo- Beekes 2010 ~ θαρμός Θήρα | θερμός Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Κύπρος, Μάνη, Πόντος | ταρμό Απουλία | θιρμός Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Σέρρες, Φθιώτιδα | τερμό Απουλία | τρεμμό Απουλία ~ θηλυκό: θερμή Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: θερμό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θερμόν Κάρπαθος ~ επίρρημα: θερμά Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Πόντος

θερμός ο

μπουγάδα ~ θερμός Μέγαρα

θερμοσποδιά η

χόβολη ~ θερμοσποδιά Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θερμόστακτη η

χόβολη ~ θερμόστακτη Ηπίτης 1908, Ήπειρος | θερμόσταχτη Κέρκυρα

θερμούλα η

είδος ακίνδυνης μέδουσας ~ θερμούλα Μύκονος

θερμουλιά η

θέρμη (πυρετός) ~ θερμουλιά Πάρος

θερμούνου

θερμνιάζου ~ θερμούνου Μάνη

θερμούτσα η

χόβολη ~ θερμούτσα Κέρκυρα

θερμούτσικος

υπόθερμος (λόγιο) ~ θερμούτσικος Δημητράκος 1938 ! θηλυκό: θερμούτσικη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θερμούτσικο Δημητράκος 1938

θερμοχάρανο το

χαράνι (καζάνι) για να ζεσταίνουν νερό ~ θερμοχάρανο Πάρος | θιρμοχάρανου Σάμος

θερμοχόρταρο το

θερμόχορτο ~ θερμόχορτο Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά

θερμόχορτο το

το φυτό θερμοβότανο | το φυτό Erythræa tenuiflora, αλοή, μικρό καλογεράκι, κιαμόχοντε, πιαμόχορτε, φαρμακούλι ~ θερμόχορτε Τσακώνικα | θερμοχόρτι Heldreich 1926, Δρόπολη | θερμόχορτο Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Άνδρος, Κύθηρα | θερμόχορτον Ηπίτης 1908, Κύπρος | θιρμουχόρτ Καστοριά, Ιωάννινα

θερμώνω

έχω θέρμη (πυρετό) ~ θερμώνω Βλάχος 1659, Lange 1708

θερμωτός

που έχει λίγο πυρετό ~ θερμωτός Πόντος

θερόκαλο το

το φυτό Thymelaea hirsuta, άγρια γερόκλαδα, άγριο θερόκαλο, αφινοκαλιά, ήμερο θερόκαλο, θροκαλιά, ποδόχορτο, φυτιλίκι ~ θερόκαλο Γεννάδιος 1914, Πρωία 1933, Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Αθήνα | χερόκαλο Γεννάδιος 1914

θεροκοπώ

εξαγριώνομαι (λόγιο) ~ θεροκοπώ Πόντος

θεροκοπώ

θερίζω ~ θεροκοπώ Δημητράκος 1938

θέρος ο & το

το θέρισμα | η εποχή του θερίσματος ~ θέρε Τσακώνικα | θέριος Κάρπαθος | θέρο Ζάκυνθος, Ηλεία, Καλαβρία | θέρος Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Βούρμπιανη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Κύπρος, Κως, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Πόντος, Ρόδος | θέρους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Θράκη, Ίμβρος, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Λέσβος, Μελένικο, Πιερία, Σκόπελος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκύρος, Σουφλί | σέζι Τσακώνικα | σέρι Τσακώνικα | σέρε Τσακώνικα | σέρο Καλαβρία | τέρο Απουλία | χέρος Ρόδος ~ πληθυντικός: θέρη (τα) Καλαβρία | θέρητα (τα) Θήρα, Κάρπαθος, Κρήτη, Νίσυρος, Πάρος | τέρη (τα) Απουλία

θερτιάτικη η

ποικιλία αχλαδιάς που τα φρούτα γίνονται τον  Ιούνιο ~ θερτιάτικη Δελβίνο

θέρωτρα τα

τα δώρα που δίνει ο γαμπρός στη νύφη, πριν το γάμο, όταν παίρνει την προίκα ~ θέρετρα Πόντος | θέρωτρα Δημητράκος 1938, Πόντος | θώρετρα Πόντος

θέση η

αρχαία ΘΕΣΙΣ, ινδοευρωπαϊκό *dheh1- Beekes 2010 ~ θές Ίμβρος, Λήμνος, Σιάτιστα | θέση Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ηλεία, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Νίσυρος, Μάνη, Πόντος ~ υποκοριστικό: θισί Ίμβρος | θισούδ Ίμβρος

θέσια τα

τα σουσούμια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου ~ θέσια Ηπίτης 1908, Ιωάννινα

θέσκουρας ο

που έχει την όψη νεκρού ~ θέσκουρας Καστοριά (πόλη)

θεσούρα η

ξάπλα ~ θεσούρα Κρήτη

θετό το

κομμάτι σαπούνι που το έβαζαν σαν υπόθετο (για τη δυσκοιλιότητα) ~ θετό Ήπειρος

θέτω

η λέξη «θέτω» θεωρείται λόγια, έχει ωστόσο διασωθεί και σαν διαλεκτική | βάζω | ξαπλώνω | πλαγιάζω | κοιμάμαι ~ θήκνω Καππαδοκία | θήκω Πόντος | θέκνω Καππαδοκία | θέκου Σέρρες | θέκω Πόντος | θέννω Νίσυρος, Σύμη | θέρκω Ικαρία | θέτου Ίμβρος | θέτω Κάρπαθος, Κρήτη, Νάξος, Χίος | θέττω Νίσυρος | θέχνω Ρόδος | θέχτω Ρόδος | θώχτω Κάρπαθος ~ μετοχή: θεσμένος (: ξαπλωμένος, κοιμισμένος) Κρήτη | θιμένους Ίμβρος

θεωλής

όμορφος ~ θεωράτος Κύπρος

θεωρατικός

εμφανίσιμος (λόγιο) | όμορφος | θεόρατος ~ θεωρατικός Θήρα, Λυκία, Κρήτη | θεωρητικός Καστοριά (πόλη), Πόντος | θεωρτκός Λευκάδα | θεωράτος Κύπρος ~ θηλυκό: θεωρητικιά Καστοριά (πόλη) | θεωρητικέσσα Πόντος

θηκάρι το

θήκη μαχαιριού ή σπαθιού ~ θεκάρ Πόντος | θεκάριν Πόντος | θηκάζι Τσακώνικα | θηκάρι Meursius 1614, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Λακωνία, Τσακώνικα | θηκάριν Meursius 1614, Κύπρος | θκαρ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ευρυτανία, Θεσπρωτία, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Σουφλί, Χαλκιδική | θοκάρ Πόντος | θοκάριν Ηπίτης 1908, Πόντος | φεκάρι Πόντος | φηκάρι Meursius 1614, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Απουλία, Αρκαδία, Κέρκυρα, Κορινθία, Λακωνία, Νάξος, Τσακώνικα, Χίος | φουκάρι Ζάκυνθος, Καλαβρία, Κρήτη ~ πληθυντικός: θηκάρια Du Cange 1688,

θηκαρίζω

βάζω στο θηκάρι ~ θηκαριάζω Βεντότης 1790, Legrand 1882 | θηκαρίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 | φηκαρίζω Βλαστός 1931

θηκαρούκου

μαραίνομαι (για κομμένα χόρτα) ~ θηκαρούκου Τσακώνικα

θηκαρώνω

βάζω στη θήκη ~ θηκαρώνω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 | φηκαρώνω Βλαστός 1931

θήκη η

αρχαία ΘΗΚΗ, ινδοευρωπαϊκό *dheh1- Beekes 2010 ~ θέκα Σάμος | θηκ Λήμνος, Σιάτιστα | θήκη Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Λακωνία | θήτση Μέγαρα, Τσακώνικα

θήκια τα

έντυπες προσκλήσεις γάμου ~ θήκια Ιωάννινα

θηκιάζω

βάζω στη θήκη| στοιβάζω | καζαντίζω | μεταφυτεύω (λόγιο) ~ θεκιάζω Σαράντα Εκκλησιές | θηκιάζου Σάμος, Χαλκιδική  | θηκιάζω Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Ηλεία, Λακωνία | θητσάζω Μέγαρα, Χίος ~ μετοχή: θηκιασμένος Βεντότης 1790

θήκιασμα το

το βάλσιμο στη θήκη | το βάλσιμο του μελισσιού στο κουβέλι (κυψέλη) ~ θήκιασμα Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908 | θθήκιασμα Κάρπαθος

θηκιαστή η

γιούκος ~ θηκιαστή Μαγνησία | θκιαστή Σαρακατσάνικα

θήκρα η

θυρίδα ~ θήκρα Ικαρία

θηλέσπιο το

θεριό ~ θηλέσπιο Ηπίτης 1908, Ήπειρος

θηλιά η

βρόχος (λόγιο), βρόχι | κουμπότρυπα ~ θελέα Κύθηρα, Τσακώνικα | θελειά Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ρόδος | θελία Τσακώνικα | θελιά Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Καππαδοκία, Κρήτη, Κύπρος, Σαράντα Εκκλησιές | θελλά Κάρπαθος, Κάσος | θελλέα Κάρπαθος | θηλέα Du Cange 1688, Μέγαρα | θηλειά Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | θηλιά Lange 1708, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ιωάννινα, Κύπρος, Λευκάδα, Λυκία, Μεγανήσι, Παξοί | θηλλειά Κύπρος | θλια Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σιάτιστα, Σουφλί | θυλιά Βεντότης 1790 | φηλιά Κύθνος | φλια Μαγνησία, Σάμος | χηλειά Κύπρος ~ υποκοριστικό: θηλάκι Μάνη | θλίτσα Γρεβενά | φηλάκι Κύθνος ~ πληθυντικός: θλιες Καστοριά

θηλιάζω

κάνω θηλιά | θηλυκώνω | κουμπώνω | κουβαριάζω ~ θελιάζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983 | θελειάζω Δημητράκος 1938 | θηλειάζω Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938 | θελιάζω Βλαστός 1931 | θελιάντζω Κάρπαθος | θηλιάζου Πιερία | θηλιάζω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Λευκάδα | θλιάζου Μαγνησία, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα | θυλιάζω Βεντότης 1790 ~ θηλιάζομαι Λευκάδα ~ μετοχή: θελιασμένος Βλαστός 1931

θήλιασμα το

θηλύκωμα | κούμπωμα ~ θήλιασμα Δημητράκος 1938, Αρκαδία

θηλιαστός

τύπος υφαντού ~ θηλιαστός Πιερία ~ θηλυκό: θηλιαστή Πιερία ~ ουδέτερο: θηλιαστό Πιερία | θλιαστό Σαρακατσάνικα~ επίρρημα: θλιαστά Πιερία

θηλιουχάρανου του

μικρό καζάνι με ένα χερούλι ~ θηλιουχάρανου Ίμβρος

θηλκούρα η

πολλά κορίτσια μαζί ~ θηλκούρα Βούρμπιανη

θηλουτό το

υφαντό με τραβηγμένες θηλιές σε μερικές κλωστές από το υφάδι του ~ θηλουτό Σέρρες

θηλυκάδα η

θηλυκότητα (λόγιο) ~ θηλυκάδα Βλαστός 1931

θηλυκάρα η

νταρντάνα ~ θηλυκάρα Θεσπρωτία

θηλυκαρσένικος

αρσενικοθήλυκος | ερμαφρόδιτος (λόγιο) ~ θηλυκαρσένικος Legrand 1882, Κρήτη

θήλυκας ο

κουμπότρυπα | κουμπί ~ θήλυκας Κύπρος

θήλυκας ο

μαγικός κατάδεσμος σε νύφη ~ θήλυκας Αρκαδία

θηλύκι το

κουμπί | κουμπότρυπα | θηλιά ~ θελέκ Πόντος | θελύκ Πόντος, Προύσα | θελύκι Ηπίτης 1908, Καππαδοκία, Κρήτη, Πόντος | θελύκιν Πόντος | θελύτσι Καππαδοκία | θηλλύτζιν Κύπρος | θηλλύτσιν Κύπρος | θηλύκ Ίμβρος, Πόντος | θηλύκι Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Δελβίνο, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Λακωνία, Μεσσηνία, Παξοί, Πωγώνι, Ρόδος | θηλύκιν Λυκία, Πόντος, Ρόδος | θηλύτσι Μέγαρα, Τσακώνικα | θλυκ Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λευκάδα, Μαγνησία, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Σουφλί, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική ~ θηλυκό: θελέκα Πόντος | θελύκα Πόντος | θηλύκα Πόντος | θλύκα Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι ~ αρσενικό: θήλλυκος ~ υποκοριστικό: θηλκούδ Ίμβρος | θηλυκάκι Κριαράς 1995 | θλύκια Γρεβενά, Καστοριά ~ μεγεθυντικό: θηλύκα Ίμβρος

θηλυκιά η

κόρη, θυγατέρα ~ θηλυκιά Ρόδος

θηλύκιν το

η κούκλα του νήματος ~ θηλύκιν Κάρπαθος | θηλλύτσιν Κύπρος ~ μεγεθυντικό: θήλυκας Κάρπαθος

θηλυκό το

άνθρωπος ή ζώο θηλυκού γένους ~ θελυκό Κύθηρα | θηλκό Καρδίτσα, Σιάτιστα | θηλυκό Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μέγαρα | φηλυκό Κύθνος ~ πληθυντικός: θηλυκά Πρωία 1933

θηλυκό το

μουνί ζώου ~ θηλυκό Ρόδος | θηλυκόν Ρόδος

θηλυκοβότανο το

βοτάνι που τρώγεται από τις γυναίκες που θέλουν να κάνουν κορίτσια ~ θηλυκοβότανο Βλαστός 1931 | σηλυκοβότανε Τσακώνικα

θηλυκογεννώ

γεννώ θηλυκό ~ θηλυκογεννώ Βλάχος 1659, Lange 1708,

θηλυκόκωλος

πούστης ~ θηλυκόκωλος Κέρκυρα

θηλυκονδάκι το

θηλυκωτήρι ~ θηλυκονδάκι Lange 1708

θηλυκονούσης ο

που έχει θηλυκό μυαλό | επινοητικός (λόγιο) ~ θηλυκονούσης Κρήτη

θηλυκοπούλλι το

κορίτσι ~ θελυκοπούλλιν Κάρπαθος | θηλυκοπούλλι Ηπίτης 1908

θηλυκός

που είναι θηλυκού γένους |αντίθετο: αρσενικός | Buck List: 2.24 & 3.13 female ~ θελκός Πόντος | θελυκό Τσακώνικα | θελυκού Τσακώνικα | θελυκός Καππαδοκία, Κάρπαθος, Πόντος | θηλκός Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Μύκονος | θηλυκό Καλαβρία, Τσακώνικα | θηλυκός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Λυκία, Ρόδος | σηλυκό Τσακώνικα ~ θηλυκό: θηλκιά Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Μύκονος | θηλυκιά Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα | θηλυκή Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Καλαβρία | θηλυτσή Κύπρος | φηλυκό Καλαβρία | ~ ουδέτερο: θελυκό Καππαδοκία, Κάρπαθος, Πόντος | θηλκό Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Μύκονος, Σκύρος | θηλυκό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία, Λευκάδα, Μεγανήσι, Μεσσηνία, Νάξος, Σμύρνη

θηλυκοσύνη

θηλυκότητα (λόγιο) ~ θηλυκοσύνη Βλαστός 1931

θηλυκουδάκι το

κοριτσάκι ~ θηλυκουδάκι Μύκονος

θηλυκουριές οι

τα πολλά κορίτσια ~ θηλυκουριές Θήρα

θηλύκους η

κλείδωση (λόγιο) ~ θελήκωση Τσακώνικα | θηλύκους Ίμβρος

θηλυκοχρονιά η

καλή, παραγωγική χρονιά ~ θηλυκοχρονιά Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Χίος

θηλυκόψυχος

δειλός ~ θηλυκόψυχος Δημητράκος 1938

θηλύκωμα το

κούμπωμα | ρεζές ~ θηλίκωμα Somavera 1709 | θηλύκωμα Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κέρκυρα, Λυκία | θηλύκωμαν Λυκία | θλύκουμα Αιτωλοακαρνανία, Πιερία, Σέρρες | θυλήκωμα Βεντότης 1790

θηλυκώνω

κουμπώνω | κάνω θηλιά | τσακώνω ~ δελακώνω Πόντος | θελακώνω Πόντος | θελεκώνω Πόντος | θελυκώνω Ηπίτης 1908, Πόντος, Προύσα | θηλικώνω Germano 1622, Somavera 1709 | θλυκώνου Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Πιερία, Σιάτιστα | θηλυκόνω Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | θηληκώννω Λυκία | θηλυκώνω Lange 1708, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λακωνία, Πόντος | θλυκώνου Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία, Μοσχονήσι, Πιερία, Σέρρες, Σουφλί, Φωκίδα, Χαλκιδική | θλυκώνω Λευκάδα | θυληκώνω Βεντότης 1790 ~ θηλικώνομαι Germano 1622, Somavera 1709 | θηλυκώνομαι ΑΠΘ 1998 | θηλυκώνουμ Σαράντα Εκκλησιές | θλυκώνουμι Καστοριά, Σαρακατσάνικα, Σέρρες ~ μετοχή: θηλικωμένος Germano 1622, Somavera 1709 | θηλκουμένους Ίμβρος | θηλυκωμένος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά | θυληκωμένος Βεντότης 1790 | θλυκουμένους Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά

θηλυκωτήρι το

πόρπη (λόγιο) | κουμπωτήρι | κόπιτσα ~ θηλυκωτάρι Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ήπειρος, Πελοπόννησος | θηλυκωτήρι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Πωγώνι | θλυκουτάρ Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Πιερία | θυληκωτήρι Βεντότης 1790 ~ θηλυκό: θλυκουταριά Μαγνησία

θηλυκωτός

θηλιασμένος | κουμπωτός ~ θηλυκωτός Germano 1622, Βλαστός 1931 | θλυκουτός Αιτωλοακαρνανία, Πιερία ~ θηλυκό: θλυκουτή Πιερία ~ ουδέτερο: θλυκουτό Πιερία ~ επίρρημα: θηλυκωτά Θεσπρωτία | θλυκουτά Πιερία | θλυκουτάκια Πιερία

θήμασμαν το

ποντιακός χορός που χορευόταν στους γάμους ~ θήμασμαν Πόντος

θημερεύγου

ημερεύω ~ θημερεύγου Λέσβος

θημίζω

χορεύω τον χορό θήμασμαν | λέω τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα ~ θημίζω Πόντος

θημισιά η

μοιρασιά στη μέση ~ θημισιά Κάρπαθος

θημισιακός

μισιακός, μεσιακός ~ θημισιακός Κάρπαθος

θήμισμαν το

τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα ~ θήμισμαν Πόντος

θήμισος

θημισιακός ~ θήμισος Κάρπαθος, Ρόδος, Σύμη

θημιστόν το

ο χορός θήμασμαν ~ θημιστόν Πόντος

θημωνιά η

σωρός από δεμάτια σιτηρών ή χόρτου ~ αθεμωνιά Κεφαλονιά, Λευκάδα | αθημουνιά Άρτα, Καρδίτσα | αθημωνιά Λευκάδα | θεμωνέ Κρήτη | θεμωνέα Κύθηρα, Μέγαρα | θεμωνιά Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ανδριώτης, 1983, Αργολίδα, Αχαΐα, Αρκαδία, Δελβίνο, Ηλεία, Θήρα, Κάλυμνος, Κίμωλος, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Προύσα, Πωγώνι, Ρόδος, Σύρος, Χάλκη, Χίος | θεμωνία Καλαβρία, Μάνη, Τσακώνικα | θεμωννιά Νίσυρος | θημονιά Δημητράκος 1938 | θημουνιά Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Διδυμότειχο, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Τρίκαλα, Χαλκιδική  | θημωνέ Κρήτη | θημωνιά Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Μεσσηνία, Ρόδος, Κύπρος, Μεσσηνία | θημωνία Καλαβρία, Κύμη, Τσακώνικα | θιμωνιά Δημητράκος 1938 | θμουνιά Ίμβρος, Λήμνος, Φθιώτιδα | τθημωνία Καλαβρία | χεμωνιά Κύπρος, Ρόδος | χημωνία Καλαβρία | ουδέτερο: θεμών Πόντος | θεμώνιν Πόντος ~ πληθυντικός: θημουνιές Καστοριά ~ υποκοριστικό: θεμιωνούλλα η Κύπρος | θεμονόπον το Πόντος | θεμωνιάστρα Ρόδος | θεμωνιίτσα Ρόδος

θημωνιάζω

φτιάχνω θημωνιές ~ θεμωνάζω Πόντος | θεμωνιάζου Μάνη, Τσακώνικα | θεμωνιάζω Somavera 1709, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Αρκαδία, Δελβίνο, Κρήτη, Λακωνία, Νάξος, Σύρος, Τσακώνικα, Χίος | θημουνιάζου Γρεβενά, Καστοριά, Σιάτιστα | θημωνιάζω Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος | θημωνιάζζω Καλαβρία | θμουνιάζου Ίμβρος, Φθιώτιδα | χημωνιάτζω Καλαβρία ~ θεμωνιάζομαι Somavera 1709 | θημωνιάζομαι Somavera 1709, ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: θεμωνιασμένος Somavera 1709 | θημωνιασμένος Somavera 1709, Βεντότης 1790 | θημωνιασμένους Αιτωλοακαρνανία

θημώνιασμα το

το φτιάξιμο της θημωνιάς ~ θεμωνίαμαν Πόντος | θεμώνιασμα Somavera 1709, Αρκαδία, Κρήτη, Τσακώνικα | θεμωνίασμαν Πόντος | θημώνιασμα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1920, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία

θημωνιαστής

που θημωνιάζει τα σιτηρά ~ θεμωνιαστής Somavera 1709 | θημωνιαστής Somavera 1709 ~ θηλυκό: θεμωνιάστρα Somavera 1709 | θημωνιάστρα Somavera 1709

θημωνίστρια η

θεμωνότοπος ~ θεμωνίϊστρια Μάνη | θημωνίστρα Σύμη

θηριόγνωμος

κακόγνωμος ~ θηριόγνωμος Κέρκυρα

θηριόκουψ η

μεγάλη πείνα ~ θηριόκουψ Σαρακατσάνικα

θηριός

θηριώδης (λόγιο) | δυνατός | γεροδεμένος ~ θηριός Καστοριά | θηρίους Αιτωλοακαρνανία, Πιερία ~ θηλυκό: θηριά Καστοριά ~ ουδέτερο: θηριό Καστοριά

θηριότοπος ο

τόπος όπου ζουν θεριά ~ θηριότοπος Legrand 1882

θηριόψυχος

αγριάνθρωπος | αντρειωμένος ~ θεριόψυχος Δημητράκος 1938 | θηριόψυχος Legrand 1882, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θεριόψυχη Δημητράκος 1938 | θηριόψυχη Δημητράκος 1938 ~ θεριόψυχο Δημητράκος 1938 | θηριόψυχο Δημητράκος 1938

θησαυριστός

πολύτιμος (λόγιο) ~ θησαυριστός Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θησαυριστή Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θησαυριστό Δημητράκος 1938

θησαυρός ο

λογάρι | αρχαία ΘΗΣΑΥΡΟΣ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ Buck List: 11.46, treasure ~ δησαυρέ Τσακώνικα | δησαυρός Μάνη | θησαβρός Βλαστός 1931 | θησαυρέ Τσακώνικα | θησαυρός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αργολίδα, Γρεβενά, Ηλεία, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Καστοριά, Κρήτη, Κύπρος, Πόντος, Τήνος, Χίος ~ ουδέτερο: θησαύρι Λακωνία

θησαυρώνω

θησαυρίζω (λόγιο) ~ θησαυρώνω Κέρκυρα

θιακιά η

ποικιλία ελιάς από την Ιθάκη (Θιακί) ~ θιακιά Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θιακό το

ποικιλία αμπελιού από την Ιθάκη (Θιακί) ~ θιακό Βλαστός 1931, Πρωία 1933

θιαλίσματα τα

στραβόξυλα ~ θιαλίσματα Κύθηρα

θιάμπολα η

χαρταετός (λόγιο) ~ θιάμπολα Κύθηρα

θιαμπόλι το

φλογέρα | βενετσιάνικο fiabuolo ~ θιαμπόλι Κρήτη | φιαμπόλι Κρήτη | χαμπιόλι Κρήτη

θιάρμισμα το

μάτιασμα ~ θιάρμισμα Δημητράκος 1938

θιάσο το

σαβούρα, ζούρα, ντάρα ~ θιάσο Βλαστός 1931

θιβόλι το

πατρόν ~ θιβόλι Πρωία 1933, θιάρμισμα

θίε το

η βρώμα του σώματος ανάμεσα στα δάχτυλα ~ θίε Τσακώνικα

θιλί του

κομμάτι ψωμιού ή πίτας ~ θιλί Άρτα

θιλοσταχτίζου

πλένω τα ρούχα με θολόσταχτη ~ θιλοσταχτίζου Αιτωλοακαρνανία

θιλούρα η

θολούρα ~ θιλούρα Καστοριά ~ πληθυντικός: θιλούρες Καστοριά

θιλύκι το

το φυτό Phillyrea media, αγλαβιτζιά, αγλανιδιά, αγλαντζινιά, αγριομυρτιά, αράφυλλος, γκρέος, γκρεοσιά, γλαντζινιά, εγλενιός, εγλενός, μεγάφυλλος, φλυτσάρι ~ θελλύκι Γεννάδιος 1914 | θιλύκι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θλίκη Σκαρλάτος 1857 | φελλίκι Heldreich 1926, Κεφαλονιά | φελλύκι Γεννάδιος 1914 | φίλλυκας Γεννάδιος 1914 | φιλλύκι Γεννάδιος 1914 | φύλλικα Heldreich 1926 | φυλλίκι Heldreich 1926, Κεφαλονιά

θίμιγκας ο

είδος σκοινιού ~ θίμιγκας Κάρυστος

θιμιλιακός

γερός | δυνατός ~ θιμιλιακός Πιερία

θίναλο το

αμμουδιά | αρχαία ΘΙΣ, προελληνικό (?) Beekes 2010 ~ θίναλο Κέρκυρα

θινία α

η μυρουδιά της μούχλας ~ θινία Τσακώνικα

θινούκου

μουχλιάζω ~ θινούκου Τσακώνικα

θιόν του

ξύλινη σβούρα ~ θιόν Μαγνησία

θιόρανα

ψηλά στα ουράνια ~ θιόρανα Ίμβρος

θιόρανα τα

ψηλά στα ουράνια ~ θιόρανα Ίμβρος

θιόσουστους

πολύ σωστός ~ θιόσουστους Σάμος ~ επίρρημα: θιόσουστα Σάμος

θιουβρουντή η

μπουμπουνητό ~ θιουβρουντή Μαγνησία, Σάμος

θιουγέφυρου του

μεγάλο γεφύρι ~ θιουγέφυρου Ιωάννινα

θιουήλατους

θεοκατάρατος ~ θιουήλατους Σάμος

θιουκάσιλα η

μεγάλη κασέλα ~ θιουκάσιλα Ιωάννινα

θιουνήλατους ου

θεοσκοτωμένος ~ θιουνήλατους Ιωάννινα

θιουπαραδουμένος

θεοσεβής (λόγιο) ~ θιουπαραδουμένος Ίμβρος ~ θηλυκό: θιουπαραδουμέν Ίμβρος ~ ουδέτερο: θιουπαραδουμένου Ίμβρος

θιουρώ

υπολογίζω (λόγιο) ~ θιουρώ Κοζάνη, Πιερία

θιουτσικός

θεϊκός ~ θιουτσικός Σιάτιστα

θιρίγκι το

κάποιο ψάρι της λίμνης ~ θιρίγκι Βλαστός 1931

θιρμαίνουμι

θερμάζομαι ~ θιρμαίνουμι Καστοριά ~ μετοχή: θιρμασμένους Καστοριά

θιρμουκουκλώνουμι

ζεματίζομαι ~ θιρμουκουκλώνουμι Σάμος

θιρμουμπσούρα η

ζεστή στάχτη ~ θιρμουμπσούρα Καρδίτσα

θιρμουτσουκνιδίζουμι

ανησυχώ από κάποια είδηση που ακούω ~ θιρμουτσουκνιδίζουμι Φθιώτιδα

θιρμουχουχλιώμι

χουχουλίζω τα χέρια μου ~ θιρμουχουχλιώμι Σάμος

Θιρνός

Ιούνης ~ Θιρνός Ίμβρος

θισά η

η θέση όπου στοιβάζουν τα σκεπάσματα και τα στρωσίδια ~ θισά Σάμος

θκιος

τουλάχιστον (λόγιον) ~ θιος Χίος | θκιος Χίος | τιος Χίος