Skip to main content

θλαφτή-θρωπάρι

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

θλαφτή-θρωπάρι

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 10.4.2017

προσθήκες: 11.7.2017

θλαφτή

ζεστή ~ θλαφτή Ιωάννινα ~ ουδέτερο: θλαφτό Ιωάννινα

θλιβερακός

θλιβερός ~ θλιβερακός Πόντος | φλιβερακός Πόντος ~ επίρρημα: θλιβερακά Πόντος | φλιβερακά Πόντος

θλιβερός

λυπητερός | δυστυχισμένος (λόγιο) ~ θλιβερός Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Παξοί, Πόντος, Ρόδος | θλιερός Κάρπαθος | φλιβερός Πόντος, Ρόδος | χλιβερέ Τσακώνικα | χλιβερός Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κρήτη, Μάνη, Ρόδος ~ θηλυκό: θλιβερή Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | χλιβερή Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θλιβερό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | χλιβερό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ επίρρημα: θλιβερά Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Πόντος | θλιερά Κάρπαθος | φλιβερά Πόντος | χλιβερά Πρωία 1933, Τσακώνικα

θλιβητερός

θλιβερός ~ θλιβητερός Χίος ~ επίρρημα: θλιβητερά Χίος

θλιβός

θλιβερός ~ θλιβός Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θλιβή Δημητράκος 1938 ~ επίρρημα: θλιβά Δημητράκος 1938, Πωγώνι

θλίβω

στεναχωρώ | πιέζω | αρχαία ΘΛΙΒΩ, άγνωστης ετυμολογίας, Beekes 2010 ~ θλίβγω Somavera 1709 | θλίβω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Σαράντα Εκκλησιές | χλίφου Τσακώνικα ~ θλίβγομαι Somavera 1709, Καστελλόριζο | θλίβομαι Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Πόντος | θλίομαι Νίσυρος | θλίφκομαι Ηπίτης 1908, Πόντος | θλίφκουμαι Πόντος | θλίομαι Κάρπαθος, Καστελλόριζο | φλίβομαι Πόντος | φλίνομαι Πόντος | φλίφκουμαι Πόντος | φλίουμαι Πόντος | χλίβομαι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Μάνη | χλιβούμενε Τσακώνικα | χλίβουμι Καρδίτσα | χλιφούμενε Τσακώνικα

θλιμμένος

λυπημένος | στενοχωρημένος | αντίθετο: χαρούμενος ~ θλιμένος Βλαστός 1931 | θλιμμένος Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα Κάρπαθος, Κως, Λακωνία, Πόντος, Χίος | θλιούμενος Κάρπαθος | θριμμένος Κύπρος | φλιγμένος Πόντος | φλιμμένος Πόντος | χλιμμένος Thumb 1912, Μάνη, Κύπρος ~ θηλυκό: θλιμμένη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα Χίος ~ ουδέτερο: θλιμμένο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα Χίος ~ επίρρημα: θλιμμένα Βεντότης 1790, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θλιουχάρανου του

μεγάλη χάλκινη χύτρα με δυο χερούλια ~ θλιουχάρανου Ίμβρος

θλιφτικά τα

τα πένθιμα ρούχα ~ θλιφτικά Πρωία 1933

θλιφτικός

λυπημένος | στενοχωρημένος ~ θλιφτικός Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θλιφτική Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θλιφτικό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θλιφτός

θλιφτικός ~ θλιφτός Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κρήτη ~ θηλυκό: θλιφτή Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θλιφτό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ επίρρημα: θλιφτά Κρήτη |χλιφτά Τσακώνικα

θλίψη η

μεγάλη λύπη | βαθιά μελαγχολία | πένθος (λόγιο) ~ θελίψη Μύκονος | θιλίψη Μύκονος | θλίψη Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Κάρπαθος, Κάσος, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Νίσυρος, Πάρος, Πόντος, Ρόδος, Χίος | θλίψι Thumb 1912 | χλίψη Πρωία 1933, Αρκαδία, Λευκάδα, Ρόδος | χλίψι Thumb 1912 ~ πληθυντικός: θλίψες Κάρπαθος, Λακωνία, Σμύρνη

θλίψιμο το

εξάρθρωση (λόγιο) ~ θλίψιμο Σαράντα Εκκλησιές

θλουμάριν το

μανάρι ~ θλουμάριν Κάρπαθος | φλουμάρι Κρήτη ~ θηλυκό: θλουμάρα Κάρπαθος

θλοφτή η

κρυψώνα ~ θλοφτή Κάλυμνος

θλόφτω

κρύβω ~ θλάβγω Ικαρία | θλόβγκω Κως | θλόφτω Κάλυμνος | χλόφτω Κάλυμνος

θλόψιμο το

κρύψιμο ~ θλόψιμο Κάλυμνος | χλόψιμο Κάλυμνος

θμαίνου

στεναχωριέμαι | νευριάζω ~ θμαίνου Ίμβρος

θνεύου

νευριάζω (λόγιο) | θυμώνω ~ θνεύου Ίμβρος

θνήση η

ζημιά ~ θνήση Κάρπαθος

θνιμός

θυμός | κάκιωμα ~ θνιμός Ίμβρος

θόγαλα το

ανθόγαλο ~ αθόαλαν Πόντος | αθόγαλα Πόντος | αθόγαλον Πόντος | θόγαλα Πόντος | θόγαλαν Πόντος | θόαλαν Πόντος ~ υποκοριστικό: θογαλόπον Πόντος

θογαλίζω

διαχωρίζω ανθόγαλο και άπαχο γάλα ~ θογαλίζω Πόντος

θογαλότανον το

ξινόγαλο ~ θογαλότανον Πόντος

θογαλοχάβιτζον το

φαγητό που γίνεται με αλεύρι και ανθόγαλο ~ θογαλοχάβιτζον Πόντος

θοδωρίζω

νηστεύω από κάθε τροφή την πρώτη, την καθαρή βδομάδα της μεγάλης σαρακοστής (εκείνο το Σάββατο είναι του Αγίου Θεοδώρου) ~ θοδωρίζω Πόντος

θοδώρισμαν το

η νηστεία της πρώτης βδομάδας της μεγάλης σαρακοστής ~ θοδώρισμαν Πόντος

θολάδα η

θολότητα (λόγιο) | ζαλάδα | λασπόνερο ~ θελάδα Κρήτη | θολάδα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Καλαβρία, Τσακώνικα | χολάδα Καλαβρία

θολαίνω

θολώνω ~ θελαίνω Κρήτη | θολαίνω Βλάχος 1659, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Καλαβρία | χολαίνω Καλαβρία ~ μετοχή: θολωμένο Καλαβρία

θολάρι το

θόλος | θολωτός τάφος ~ θολάρι Βλαστός 1931, Κύθηρα, Ρόδος | θολάριν Κάλυμνος, Κάρπαθος, Ρόδος ~ αρσενικό: θόλαρος Ρόδος

θόλη η

θολάδα ~ θόλη Κύπρος

θολιάζω

θολαίνω ~ θολιάζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θολιάρης

θολωμένο κρασί ~ θολιάρης Νάξος

θολιασμένο

μουντόχρωμο ~ θολιασμένο Βλαστός 1931

θολίθρι το

θολός ορίζοντας (από την υγρασία) ~ θολίθρι Κέρκυρα

θολικό το

θόλος | κελί μοναστηριού με θόλο ~ θολικό Βλαστός 1931, Πρωία 1933

θολικός

θολωτός (λόγιο) ~ θολικός Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θολική Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θολικό Δημητράκος 1938

θολίν το

το μελάνι της σουπιάς ~ θολίν Κάρπαθος

θόλιτρα τα

ξηροί καρποί ~ θόλιτρα Λήμνος

θολοθτιάτζω

ψήνω στη χόβολη ~ θολοθτιάτζω Καλαβρία | χολοφτιάτζω Καλαβρία

θολοκάρθι το

το μέρος πίσω από τον ουρανίσκο ~ θολοκάρθι Τσακώνικα

θολομαχώ

δεν βλέπω καλά ~ θολομαχώ Πόντος

θολόνερο το

θολό νερό ~ θολονέρι Δημητράκος 1938 | θολόνερο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θουλουνέρ Πιερία

θολόπερκα η

είδος πέρκας ~ θολόπερκα Κάλυμνος

θολόρρεμα το

θολό ρέμα (ποτάμι) ~ θιαλόριμα Σάμος | θολόρρεμα Δημητράκος 1938

θολός

θαμπός | σκοτεινός | αντίθετο: διαυγής (λόγιο) | αρχαία ΘΟΛΟΣ, άγνωστης ετυμολογίας, Beekes 2010 ~ θελέ Τσακώνικα | θελός Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Αρκαδία, Αχαΐα, Δελβίνο, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κάρπαθος, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Πόντος, Προύσα, Πωγώνι | θιλός Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Σάμος, Σαρακατσάνικα | θολό Καλαβρία | θολός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Du Cange 1688, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Κεφαλονιά, Μάνη, Νίσυρος, Πόντος | θουλός Κοζάνη, Λυκία, Σιάτιστα | χολό Καλαβρία ~ θηλυκό: θελή Πρωία 1933, Αρκαδία, Δελβίνο, Πωγώνι | θιλή Καστοριά, Κοζάνη | θολή Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θουλή Κοζάνη ~ ουδέτερο: θελό Πρωία 1933, Αρκαδία, Δελβίνο, Ηλεία, Προύσα, Πωγώνι | θελόν Κάρπαθος | θιλό Καστοριά, Κοζάνη | θολό Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Κρήτη, Λακωνία | θουλό Κοζάνη ~ επίρρημα: θελά Αχαΐα, Τσακώνικα | θολά Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, ΑΠΘ 1998, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Κύπρος, Λακωνία

θόλος ο

τρούλος | κουμπές | βότα | καμάρι | αρχαία ΘΟΛΟΣ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θόλος Germano 1622, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Legrand 1882, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Κάρπαθος, Νίσυρος, Πελοπόννησος, Ρόδος, Χιμάρα, Χίος | θόλους Λυκία, Πιερία ~ ουδέτερο: τολ Πόντος

θολοσκότεινα

μισοσκόταδο | σούρουπο ~ θολοσκότεινα Βάλληνδας 1887, Πάρος

θολόσταση η

σούπα με νερό, αλεύρι και μπαχαρικά | αλευροζούμι ~ θολόσταση Κρήτη

θολόσταχτη η

αλισίβα ~ θελόσταχτη Αρκαδία, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Μεσσηνία | θιλόσταχτ Αιτωλοακαρνανία, Σάμος, Σουφλί, Φθιώτιδα | θλόσταχτ Σέρρες | θολόστακτη Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Άνδρος | θολόσταχτη Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά | θολόστιαση Καλαβρία | θουλόσταχτ Σέρρες | φολόστιαση Καλαβρία | χολόστιαση Καλαβρία | χολόττιαση Καλαβρία ~ ουδέτερο: θελόσταχτο Ηλεία, Λακωνία | θελόσταχτον Κάρπαθος | θολόστακτο Βουρλά | θολόσταχτο Δημητράκος 1938, Μέγαρα, Κάλυμνος, Κως, Λέρος, Νίσυρος, Πάρος ~ πληθυντικός: θελόσταχτα τα Κορινθία | θολόστακτα Κίμωλος

θολοσύνη

θολότητα (λόγιο) ~ θολοσύνη Germano 1622, Somavera 1709

θολούρα η

έλλειψη διαύγειας | αχνός που ανεβαίνει από τη γη (από την πολύ ζέστη) | ομιχλώδης καιρός ~ θελούρα Αρκαδία, Θεσπρωτία, Κάρπαθος, Κορινθία | θιλούρα Γρεβενά, Σουφλί | θολούρα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύπρος, Μάνη | θουλούρα Αιτωλοακαρνανία, Θάσος, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Κοζάνη

θολούρας ο

στραβούλιακας ~ θολούρας Θεσπρωτία

θόλους η

ο θόλος του φούρνου ~ θόλους Πιερία

θολοχτάποδο το

είδος χταποδιού ~ θολοχτάποδο Κεφαλονιά

θόλωμα το

θόλωση (λόγιο) | δύση ~ θέλουμα Γρεβενά, Καστοριά, Τσακώνικα | θέουμα Τσακώνικα | θόλωμα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Θεσπρωτία, Καλαβρία, Τσακώνικα | θόλωμαν Πόντος | χόλημα Καλαβρία | χόλωμα Καλαβρία ~ πληθυντικός: θιλώματα Καστοριά

θολωμαδκιά

θόλωμα ~ θολωμαδκιά Κύπρος | θολωμαθκιά Κύπρος

θολώνω

κάνω κάτι θολό ~ θελαίνω Κάρπαθος | θελούκου Τσακώνικα | θελώνου Μάνη | θελώνω Πρωία 1933, Αρκαδία, Δελβίνο, Κρήτη, Κορινθία, Λακωνία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Πόντος, Τσακώνικα | θεούκου Τσακώνικα | θιλώνου Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα | θολόνω Σκαρλάτος 1857 | θολώνου Μάνη | θολώννω Καλαβρία | θολώνω Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709,Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κύθηρα, Πόντος, Τσακώνικα | θουλώνου Καρδίτσα, Πιερία | θεώνω Τσακώνικα | χολώννω Καλαβρία ~ θελούμαι Πόντος | θελώνομαι Μάνη | θολούμαι Πόντος | θολώνομαι Somavera 1709 | χολώννομαι Καλαβρία ~ μετοχή: θελαμένος Κρήτη | θελωμένος Πόντος | θολωμένο Καλαβρία | θολωμένος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Πόντος | θουλουμένους Πιερία

θολωσιά η

θόλωμα | κατέβασμα λασπόνερου από το ρέμα ~ θιλουσιά Γρεβενά, Καστοριά | θολωσιά Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Θεσπρωτία

θολωτικός

~ θολωτικός Βεντότης 1790

θόμαλλη η

ιλαρά, μπέμπελη ~ θόμαλλη Χάλκη

θομαρέα η

η μυρουδιά του θυμαριού ~ θομαρέα Πόντος

θομαρόστυπα τα

τουρσιά που έχουν μέσα θυμάρι ~ θομαρόστυπα Πόντος

θόνης

αδιάφορος (λόγιο) ~ θόνης Λευκάδα

θονόν το

θημωνιά ~ θονόν Πόντος

θόουλια τα

τα κοιλώματα της κηρήθρας ~ θόουλια Ρόδος

θόρυβος ο

δυνατοί ήχοι ή συγκεχυμένες δυνατές φωνές | αρχαία ΘΟΡΥΒΟΣ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θόρυβος Somavera 1709,Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Επτάνησα, Ικαρία, Νάξος | θόρυβους Καστοριά

θου το

θήτα (λόγιο) ~ θου ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θουλουγύρσμα του

ο θόλος του φούρνου ~ θουλουγύρσμα Πιερία

θουλουγυρστός ου

θολωτός (λόγιο) ~ θουλουγυρστός Πιερία

θουλούδια τα

τα νερά που μένουν μετά το πλύσιμο των ρούχων ή των πιατικών ~ θουλούδια Πιερία

θουλουπλέγου

μισοκοιμάμαι ~ θουλουπλέγου Ίμβρος

θουλουπλεύου

θυμάμαι αμυδρά ~ θουλουπλεύου Ίμβρος

θουλούρια τα

θουλούδια ~ θουλούρια Πιερία

θουλουστός

θολωτός (λόγιο) ~ θουλουστός Πιερία

θούμαλλες οι

γρουμπούλια στα πόδια, σαν ρεβίθια ~ θούμαλλες Κάρπαθος

θούμενο το

μέτρο χωρητικότητας δημητριακών, ίσο με σαράντα τέσσερα κιλά ~ θούμενο Καλαβρία ~ τούμενο Απουλία, Καλαβρία

θουμουράζω

θρυμματίζω ~ θουμουράζω Πόντος | χουμουράζω Πόντος ~ χουμουράγομαι Πόντος | χουμουράουμαι Πόντος

θούπος ο

το πουλί Otus scops, ασκάλαφος, γκιόνης, νυχτοπούλι, κλωσσός, σκλόπα, σκουλέπα, σκουλούπα, χαροπούλι, χουχουριστής ~ θούπος Κύπρος ~ ουδέτερο: θουπίν Κύπρος | χουπίν Κύπρος

θραβαλιάζω

σπάω | ανακατεύω ~ θραβαλιάζω Θήρα, Λευκάδα, Πάρος

θραβαλικό το

βαβούρα | θόρυβος | καταστροφή (λόγιο) | κατακερματισμός (λόγιο) ~ θραυαλικόν Βάλληνδας 1887 | θράβαλε Τσακώνικα | θραβαλητέ Τσακώνικα | θραβαλικό Άνδρος, Πάρος, Τήνος

θράβαλο το

τρίμμα (λόγιο) | θραύσμα (λόγιο) | σπασμένο κομμάτι | ξερό φύλλο ~ θράβαλ Ίμβρος | θράβαλο Άνδρος, Θήρα, Πάρος | θράβαλου Σάμος | θραύαλον Βάλληνδας 1887 | θράψαλο Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Θήρα, Κρήτη, Μάνη, Μύκονος | θράψαλον Βάλληνδας 1887 ~ πληθυντικός: θραύαλ οι Ίμβρος

θράκα η

αναμμένα κάρβουνα | αθρακιά ~ θράκα Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κορινθία, Κύθηρα, Κύμη, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Πόντος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα, Φθιώτιδα | θράκη Θεσπρωτία | θρακιά Δημητράκος 1938, Ίμβρος ~ ουδέτερο: θράκι Δελβίνο

θρακαλέα η

όση ποσότητα αναμμένων κάρβουνων χωρά στο θρακάλιν ~ θρακαλέα Πόντος

θρακάλιν το

φτυάρι με το μεταφέρουν αναμμένα κάρβουνα ~ θοκάρ Πόντος | θρακάλ Πόντος | θρακάλιν Πόντος | θρακάρ Πόντος | θροκάρ Πόντος | φρακάλιν Πόντος |

θρακαλώνω

σκούζω | ρεκάζω ~ θρακαλώνω Θεσπρωτία

θράκι το

αναμμένο κάρβουνο ~ θράκι Ανδριώτης 1983 ~ πληθυντικός: θράκια Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Λευκάδα

θρακιά η

θράκα ~ θρακιά Βλαστός 1931, Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Ιωάννινα, Κύθηρα

θρακιάς

βοριάς ~ θρακιάς Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995

θρακόβολη η

θράκα ~ αθρακόβολη Αρκαδία, Κρήτη | αθρακοβόλη Κρήτη | θραγκοβολή Ηλεία | θρακόβολη Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Αρκαδία, Λακωνία, Μεσσηνία | θρακοβολιά Λακωνία | θρακόβουλ Αιτωλοακαρνανία | θρασκόβολη Λακωνία, Μάνη ~ ουδέτερο: θρακοβόλι Κύμη

θρακοκώλα η

καλαμποκένια ή κριθαρένια κουλούρα ψημένη στη θράκα ~ θρακοκώλα Αρκαδία ~ ουδέτερο: θρακοκούλι Αρκαδία

θρακοπυριά η

θράκα ~ θρακοπυριά Ηλεία ~ ουδέτερο: θρακοπύρι Ηλεία

θράκουνο το

αναμμένο κάρβουνο ~ θράκουνο Κέρκυρα

θράκωμαν το

θράκα ~ θράκωμαν Πόντος | ρθάκωμαν Πόντος

θρακωνιά η

θράκα ~ θρακουνία Lange 1708, Μάνη | θρακουνιά Κέρκυρα | θρακωνιά Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δελβίνο, Ήπειρος

θρακώνω

φυσώ τα κάρβουνα για να ανάψουν | ανάβω | καρβουνιάζομαι ~ αθρακώνω Πόντος | θρακώνω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Πόντος | ρακώνω Πόντος ~ μετοχή: θρακωμένος Δημητράκος 1938

θρακωτός

πυρακτωμένος (λόγιο) ~ θρακωτός Πόντος

θράλατα τα

τρίμματα ~ θράλατα Κάρπαθος

θράλλη η

θραύση (λόγιο) ~ θράλλη Κάρπαθος

θραλλίντζω

κομματιάζω ~ θραλλίντζω Κάρπαθος

θράμμα το

θραύσμα (λόγιο) ~ θράμμα Κύθηρα

θραμπαλάς ο

φραμπαλάς ή φαρμπαλάς | γαλλικό falbala ~ θραμπαλάς Θήρα, Κύθηρα

θραμπεύουμαι

κάνω τσαλίμια | χοροπηδώ (για ζώα) ~ θραμπέβουμαι Βλαστός 1931 | θραμπεύγκομαι Χίος | θραμπεύγομαι Χίος | θραμπεύομαι Χίος

θραπίνα

σφυρί με δόντια (σύνεργο του πετρά) ~ θραπίνα Τήνος, Χίος | θραψίνα Χίος

θράππα η

γκλαβανή, κλαβανή, καταπακτή (λόγιο) | γαλλικό trappe ~ αγράππα Κύθνος, Ρόδος | δράππα Κάρπαθος | θράππα Κάρπαθος, Κύπρος | θράπφα Κάλυμνος, Νίσυρος | τράππα Κάρπαθος, Κύπρος | θρύππα Κύπρος ~ αρσενικό: θρούππος Κύπρος

θρασά

ζωηρά | βιαστικά ~ θρασά Δημητράκος 1938

θρασά η

θρασίλα ~ θρασά Κρήτη

θρασέας

πολύ αδύνατος ~ θρασέας Κύθηρα

θράσεμα το

φούντωμα | ανάπτυξη (λόγιο) ~ θράσεμα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 | θράσιμα Αιτωλοακαρνανία

θρασεύω

φουντώνω | αναπτύσσομαι (λόγιο) ~ θρασέβω Βλαστός 1931 | θρασεύου Αιτωλοακαρνανία | θρασεύω Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ήπειρος, Λευκάδα ~ μετοχή: θρασεμένος Βλαστός 1931 | θρασιμένους Λέσβος

θράσια

μάταια (λόγιο) | άδικα ~ θράσια Μέγαρα, Πωγώνι

θρασίλα η

άσχημη μυρουδιά | μυρουδιά ψοφιμιού ~ θρασίλα Κύθηρα

θρασίμι το

ψοφίμι ~ θνασίμι Δημητράκος 1938 | θρασίμ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Σαρακατσάνικα |θρασίμι Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ήπειρος, Κύθηρα, Λευκάδα, Μεσσηνία | θραψίμι Ήπειρος | χρασίμι Δημητράκος 1938

θράσιος

άγριος ~ θράσιος Βάλληνδας 1887

θράσιος

ανώφελος | μάταιος (λόγιο) | αδικοχαμένος ~ θράσε Τσακώνικα | θράσιος Ηλεία, Κέρκυρα, Κορινθία, Λακωνία, Μεσσηνία, Μέγαρα ~ θηλυκό: θράσια Μέγαρα ~ ουδέτερο: θράσιο Μέγαρα

θράσιος

λαίμαργος (λόγιο) | πεινασμένος | νηστικός ~ θράσιος Μύκονος, Παξοί ~ θηλυκό: θράσια Μύκονος ~ ουδέτερο: θράσιο Μύκονος

θράσιος

φτωχός | κοντός ~ θράσιος Ζάκυνθος

θράσιος

ψόφιος ~ θράσιος Αρκαδία, Κορινθία, Κρήτη, Μεσσηνία | θράσιους Αιτωλοακαρνανία ~ ουδέτερο: θράσε Τσακώνικα | θράσιο Κρήτη, Λακωνία | θράσιου Σαρακατσάνικα

θράσιος

ωμός | άνοστος | άβραστος ~ θράσιος Ανδριώτης 1983, Αρκαδία, Κέρκυρα | θράσκιος Κάρυστος | θράσος Κάρυστος

θράσκεμαν το

πλημμύρα ~ θράσεμαν Πόντος | θράσκεμαν Πόντος

θρασκεύω

πλημμυρίζω ~ θρασκεύω Πόντος ~ μετοχή: θρασκεμένος Πόντος

θρασκιάς

βορειοδυτικός άνεμος | μαΐστρος ~ θρασκέας Πόντος | θρασκιάς Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Χαλκιδική | ρασκέας Πόντος

θράσο

ζώο χωρίς πέδικλο (παστούρα) [για γιδοπρόβατα] ~ θράσο Άνδρος

θρασομανώ

φουντώνω | καυλώνω ~ θρασομανώ Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ήπειρος ~ μετοχή: θρασομανισμένος Ήπειρος

θράσος

άνοστος | σάπιος | ψόφιος | αδικοχαμένος ~ θράσιος Ηλεία, Κέρκυρα | θράσος Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Αχαΐα, Μεσσηνία | θράσσος Καπετανάκης 1962 ~ θηλυκό: θράση Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θράσο Δημητράκος 1938, Κύθηρα, Κύμη, Λευκάδα | θράσου Βόρεια Εύβοια

θρασόσκυλος ο

τεμπελόσκυλο ~ θρασόσκυλος Κύθηρα

θρασότοπος ο

τόπος που δεν έχει καλό κλίμα ~ θρασότοπος Αρκαδία

θρασουλέα η

αβγουλίλα ~ θρασουλέ Κρήτη | θρασουλέα Κρήτη | θρασουλίλα Κρήτη

θρασπέτι το

δραπέτσι, η έντονη γεύση | το πολύ ξινό ~ θρασπέτ Ίμβρος | θραπέτσι Ηπίτης 1908, Νότια Εύβοια

θρατσέα η

το ξερό πηγάδι ~ θρατσέα Μέγαρα

θραυαλεύω

θραύω (λόγιο) | κομματιάζω | αρχαία ΘΡΑΥΩ, άγνωστης ετυμολογίας Beekes 2010 ~ θραυαλεύω Βάλληνδας 1887

θραύαλο το

θραύσμα (λόγιο) | κομμάτι ~ θραύαλο Πάρος

θράφωμαν το

καταστροφή του αμπελιού από καύσωνα ~ θράφωμαν Κύπρος

θράψα η

είδος θάμνου ~ θράψα Σουφλί

θράψα η

ξύλινος βολοκόπος ~ θράψα Βλαστός 1931, Χίος

θράψα η

ποικιλία αμπελιού ~ δράψα Κάρπαθος | θράψα Κάρπαθος, Κύθηρα

θράψα τα

κόκκαλα ~ θράψα Ικαρία

θραψαθύρι το

ποικιλία αμπελιού ~ θραψαθύρι Κρήτη

θράψαλο το

το κεφαλόποδο μαλάκιο Todarodes sagittatus ~ θλάψαρο Σύμη | θράψαλο Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Κρήτη | θράψαλου Μαγνησία, Σάμος ~ αρσενικό: θράψαλος Du Cange 1688, Δημητράκος 1938, Κάρυστος, Κέα, Κύθηρα, Πάρος

θράψαλος

τροφαντός ~ θράψαλος Βλαστός 1931, Κάρυστος

θραψάνη η

θράψαλο (κεφαλόποδο) ~ θραψάνη Βάλληνδας 1887

θραψάρ του

θράψους ~ θραψάρ Πιερία

θραψερός

καλοθρεμμένος | παχουλός | εύθραυστος (λόγιο) | τρυφερός ~ θραψερός Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Θήρα, Ήπειρος | θραψηρός Ηπίτης 1908 | θραψιρός Άρτα, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Τρίκαλα ~ θηλυκό: θραψερή Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: θραψερό Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

θράψη η

θραύση (λόγιο), σπάσιμο | μεγάλη καταστροφή | κοσμοχαλασιά | αρχαία ΘΡΑΥΣΙΣ, άγνωστης ετυμολογίας Beekes 2010 ~ θράψη Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Κέρκυρα, Κύθνος, Μεγανήσι

θράψη η

φωτιά | πυρκαγιά (λόγιο) | ο αχνός που ανεβαίνει από τη γη όταν έχει πολύ ζέστη ~ θράψη Κόρινθία, Μέγαρα

θράψους ου

το δέντρο Fraxinus ornus, μέλεγος, μελιά, μέλιγο, μέλιο, μελιός, φλαμούρι, φλαμουριά, φράξος, φράσο ~ θράψους Βελβεντό, Γρεβενά, Κοζάνη ~ ουδέτερο: θράψου Σουφλί

θραψώνω

σβαρνίζω | βολοκοπώ ~ θραψώνω Βάλληνδας 1887, Βλαστός 1931, Χίος

θρέγου

θραύομαι (λόγιο) ~ θρέγου Βελβεντό,

θρέμιλα τα

ερείπια (λόγιο) ~ θρέμιλα Σάμος

θρέμμα το

ό,τι έθρεψε ή τρέφει κάποιος | θρεφτάρι | αρχαία ΘΡΕΜΜΑ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θρέμμα Somavera 1709,Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θήρα, Κως, Πιερία, Ρόδος | θρέμμαν Λυκία, Πόντος, Ρόδος,

θρεμμάρι το

θρεφτάτι ~ θρεμμάρι Ηπίτης 1908 | θρεμμάριν Κάρπαθος

θρέμπελα τα

λέξη άγνωστης σημασίας, ακολουθεί πάντα το ρήμα τρώω («τρώω τα θρέμπελα», «έφαγα τα θρέμπελα») | σημαίνει: προσπάθησα πολύ ~ θρέμπελα Αρκαδία, Μεσσηνία

θρέμπο το

το φυτό Micromeria nervosa, έσοπος, ίζοπο ~ θρέμπο (ήμερο) Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Θήρα

θρεφερός

καλοθρεμμένος ~ θρεφερός Βλάχος 1659, Lange 1708

θρεφητερός

θρεφερός | θρεπτικός (λόγιο) ~ θρεφητερός Portius 1635, Du Cange 1688, Lange 1708

θρεφιάρικο

θρεπτικό (λόγιο) ~ θρεφιάρικο Βούρμπιανη

θρεφίζω

θρέφω ~ θρεφίζω Πόντος

θρεφίκια τα

τροφεία (λόγιο) ~ θρεφίκκια Βλάχος 1659 | θρεφτίκια Χίος

θρεφτάρι το

ζώο που το ταΐζουν καλά, για να το σφάξουν | μανάρι | παχύς άνθρωπος ~ θρεφτάρι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Νίσυρος | θρεφτάριν Κάρπαθος, Νίσυρος | θριφτάρ Αιτωλοακαρνανία, Ημαθία, Καρδίτσα, Κοζάνη, Τρίκαλα | θριφτάριν Λυκία

θρέφτης

που ταΐζει, που φέρνει την τροφή ~ θρέφτης Legrand 1882, Βλαστός 1931 | θρεφτής Βλάχος 1659

θρεφτικός

θρεπτικός (λόγιο) ~ θρεφτικός Germano 1622, Βλάχος 1659, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θρεφτό το

θρεφτάρι ~ θρεφτό Βλαστός 1931, Κως, Μάνη, Νάξος, Νίσυρος | θρεφτόν Σκαρλάτος 1857, Κύπρος | θριφτό Ίμβρος, Λέσβος, Πιερία, Σάμος

θρεφτός

θρεμμένος ~ θρεφτός Βεντότης 1790, Ανδριώτης 1983, Λακωνία

θρέφω

τρέφω | εκτρέφω (λόγιο) | γαλουχώ (λόγιο) | αρχαία ΤΡΕΦΩ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θρέβγω Νίσυρος, Τσακώνικα | θρέβου Πιερία | θρέβω Καππαδοκία, Κέρκυρα, Πόντος | θρέφου Γρεβενά, Καστοριά, Μάνη, Σάμος, Σέρρες | θρέφτω Πόντος | θρέφω Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος, Λευκάδα, Νίσυρος, Πόντος, Ρόδος | ρθέβω Πόντος | ρθέφτω Πόντος | σέφου Τσακώνικα ~ θρέφομαι Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, ΑΠΘ 1998, Κρήτη | θρέφουμι Καστοριά ~ μετοχή: θρεμμένος Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709,Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Κρήτη, Κως, Μάνη, Ρόδος | θριμμένους Καστοριά

θρεψερός

καλοθρεμμένος | καρπερός ~ θρεψερός Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θρεψερή Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θρεψερό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θρέψη η

αρχαία ΘΡΕΨΙΣ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θρέψη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θρέψιμο το

θρέψη ~ θρέψιμο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μάνη | θρέψιμον Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882 | θρέψμου Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά | σέψιμο Τσακώνικα

θρέω

τρίβω ~ θρέω Κάρυστος, Κύθηρα

θρηνερός

θρηνώδης (λόγιο) ~ θρηνερός Βλαστός 1931, Πρωία 1933 ~ θηλυκό: θρηνερή Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: θρηνερό Πρωία 1933

θρηνίζω

θρηνώ ~ θηρνίζω Πόντος | θρηνίζου Μάνη, Σέρρες, Σιάτιστα | θρηνίζω Κύπρος, Πόντος | ρθηνίζω Πόντος ~ θερνίουμαι Πόντος | θρηνίζομαι Μάνη | θρηνίζουμαι Κύπρος | θρηνίζουμι Κοζάνη | θρηνίουμαι Πόντος

θρηνίσκω

θρηνώ ~ θρηνίσκω Κύπρος

θρηνισμός ο

θρήνος ~ θρηνισμός Κύπρος

θρηνολόγι

θρήνος ~ θρηνολόγι Βλαστός 1931

θρηνολογώ

θρηνώ ~ θζηνογού Τσακώνικα | θρηνολογάω Δημητράκος 1938 θρηνολογώ Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θρήνος ο

κλάμα, κλάψιμο | μοιρολόι | αρχαία ΘΡΗΝΟΣ, προελληνικό (?) Beekes 2010 ~ θρήνε Τσακώνικα | θρήνος Βλάχος 1659, Somavera 1709,Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, θρήνος ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Θήρα, Κάρπαθος, Μάνη, Πόντος, Ρόδος | θρήνους Καστοριά, Σιάτιστα

θρηνοτράγουδο το

θρηνητικό τραγούδι ~ θρηνοτράγουδο Δημητράκος 1938

θρηνούριν το

θρήνος ~ θρηνούριν Κύπρος

θρηνώ

κλαίω | μοιρολογώ ~ θερνώ Πόντος | θζηνού Τσακώνικα | θρηνού Μάνη | θρηνώ Βλάχος 1659, Somavera 1709,Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Πόντος ~ θρηνιούμι Σιάτιστα | θρηνούμαι Βλάχος 1659, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος

θρησκομάγαζο το

εκκλησία ~ θρησκομάγαζο Παμπούκης 1988

θρήσκος

ιδιαίτερα θρησκευόμενος | αρχαία ΘΡΗΣΚΟΣ, προελληνικό (?) Beekes 2010 ~ θρήσκο Τσακώνικα | θρήσκος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Μάνη, Πόντος, Προύσα | θρήσκους Βελβεντό, Καστοριά, Λέσβος ~ θηλυκό: θρήσκ Καστοριά | θρήσκα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος | θρήσκια Προύσα ~ ουδέτερο: θρήσκο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Προύσα | θρήσκου Καστοριά

θριάλιαγκος ο

το πέτρινο περίφραγμα του αλωνιού ~ θράλκας Ίμβρος | θριάλιαγκος Κύθηρα

θρίβγω

τρίβω ~ θρίβγω Νίσυρος

θρικριάρι το

θρινάκι ~ θρικριάρι Somavera 1709

θριμκή η

ορυμαγδός (λόγιο) ~ θριμκή Λευκάδα

θρινάκι το

ξύλινο σύνεργο για το λίχνισμα | τρικράνι | τριχάλι | κορπολόι | διχερόνι ~ θερινάτσιν Κύπρος | θερνάκι Κάλυμνος | θερνάτζιν Κύπρος | θερνάτσιν Κύπρος | θρενάκι Χίος | θρινάκι Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βλαστός 1931, Αίγινα, Άνδρος, Ικαρία, Κρήτη, Κως, Ρόδος, Χίος | θρινάκιν Ρόδος ~ θηλυκό: θρινάκη Δημητράκος 1938

θρινακιά η

κάθε κίνηση λιχνίσματος με το θρινάκι ~ θρινακιά Ρόδος

θρινί το

θρινάκι ~ θρινί Ρόδος | θρινίν Ρόδος

θρίσσα η

κάποιο βότανο ~ θρίσσα Βάλληνδας 1887

θρίσσα η

τα ψάρια Sardinella aurita και Alosa fallax, σαρδελομάνα ~ θρίσσα Σκαρλάτος 1835, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Πόντος | φρίσσα Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος, Σάμος, Σύρος, Χίος ~ ουδέτερο: θρισσίν Πόντος

θριφτή η

φαγητό από ψιλοτριμμένα κομματάκια ζυμάρι ~ θριφτή Προύσα

 

θρίψα η

παπάρα ~ θρίψα Θεσπρωτία

θριψούρ του

θρεφτάρι ~ θριψούρ Σάμος

θροΐζομαι

ζαλίζομαι | ριγώ (λόγιο) ~ θροΐζομαι Αρκαδία, Μεσσηνία

θροΐλα α

ζαλάδα | φόβος | ρίγος (λόγιο), σύγκρυο ~ θροΐλα Αρκαδία, Μεσσηνία, Τσακώνικα

θροκαλιά η

τα φυτά Thymelaea tartonraira (βροχίστρα, φινοκολιά) και Thymelaea hirsuta (βλ. θερόκλαλο) ~ θροκαλιά Heldreich 1926, Δημητράκος 1938 | θρουκαλιά Σκύρος

θρολακιό το

θραβαλικό ~ θρολακιό Ρόδος | θρολακιόν Ρόδος

θρομύλα η

μεγάλη πέτρα | χοντρή και τεμπέλα ~ θρομύλα Βάλληνδας 1887, Κρήτη, Κύθηρα

θρομύλι

εξάρτημα της ανέμης ~ θρομύλι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κρήτη, Κύθηρα

θρονί το

θρόνος | κάθισμα | καρέκλα | αρχαία ΘΡΟΝΟΣ, προελληνικό (?) Beekes 2010 ~ θρονί Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Μάνη, Μύκονος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Τσακώνικα | θρόνι Lange 1708 | θρονίν Κάρπαθος, Κύπρος, Νίσυρος, Ρόδος | θρουνί Λάρισα, Λέσβος, Σαρακατσάνικα, Σκόπελος, Μαγνησία | θρουνίν Λυκία ~ υποκοριστικό: θρονάκι Portius 1635, Βλάχος 1659,Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882

θρονιάζω

κάθομαι άνετα, χωρίς διάθεση να σηκωθώ | βάζω στο θρόνο (θρονί) ~ θρονιάζου Τσακώνικα | θρονιάζω Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη, Χίος | θρονιάντζω Κάρπαθος | θρουνιάζου Γρεβενά, Λέσβος, Σαρακατσάνικα, Στενήμαχος | θρουνιάνου Λυκία ~ θρονάουμαι Πόντος | θρονιάζομαι Somavera 1709, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα, Κύθηρα, Ρόδος, Σύρος | θρονιάζουμαι Βλαστός 1931, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ρόδος | θρουνιάζομαι Βλαστός 1931 | θρουνιάζουμι Άρτα, Γρεβενά, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία, Σέρρες, Στενήμαχος | θρονιασκούμενε Τσακώνικα | στρουνιάζουμι Ιωάννινα ~ μετοχή: θρονιασμένος Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Ακαδημία 2016

θρόνιαση η

ενθρόνιση (λόγιο) ~ θρόνιαση Κρήτη

θρόνιασμα το

ενθρόνιση (λόγιο) | κάθισμα ~ θρόνιασμα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Σαρακατσάνικα | θρονιάσμα Βλάχος 1659 | θρόνισμαν Λυκία

θρονιασμός

θρόνιασμα ~ θρονιασμός Somavera 1709

θρονιαστής ο

που θρονιάζει ~ θρονιαστής Βεντότης 1790, Legrand 1882, Κάρπαθος ~ θηλυκό: θρονιάστρια Κάρπαθος

θρονίζω

θρονιάζω ~ θρονίζω Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θρουνίζουμαι Ηλεία

θρόνος ο

το κάθισμα του βασιλιά ή του αρχιερέα | πολυτελές κάθισμα ~ θρόνος Germano 1622, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ιθάκη, Κάλυμνος, Καππαδοκία, Κάρπαθος, Μάνη, Πόντος

θρος ο

θρόισμα (λόγιο) | θόρυβος | αρχαία ΘΡΟΣ & ΘΡΟΥΣ, ινδοευρωπαϊκό * dhreu- Beekes 2010 ~ θρος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Ήπειρος

θρουβαλιάζω

θρουβαλίζω ~ θρουαλλιάντζω Κάρπαθος | θρουβαλιάζω Ανδριώτης 1983, Κύθηρα, Χίος

θρουβάλιασμα το

θρυμμάτισμα | κομμάτιασμα ~ θρουβάλιασμα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 | θρουβάλισμα Somavera 1709, Legrand 1882

θρουβαλίζω

τρίβω | κομματιάζω ~ θρουβαλίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Ηπίτης 1908, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Χίος ~ θρουβαλίζομαι Somavera 1709 | θρουβαλίζουμι Λέσβος ~ μετοχή: θρουβαλισμένος Germano 1622, Somavera 1709

θρουβαλίτης ο

μανιτάρι που κομματιάζεται εύκολα ~ θρουβαλίτης Κρήτη

θρούβαλο το

θρύψαλο | ψίχουλο | τρίμμα (λόγιο) ~ θρουαλλίν Κάρπαθος | θρούαλλον Κάρπαθος | θρούβαλο Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ικαρία, Κρήτη, Κύθηρα, Χίος | θρούβαλον Germano 1622, Lange 1708, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 Μύκονος | θρύβαλου Σάμος | θρύβουλο Μύκονος

θρούβω

θρουβαλίζω ~ θρούβω Κρήτη

θρουλεύω

θρουβαλίζω ~ θρουλεύω Κύθηρα

θρουλί το

θρουλίδι ~ θρουλί Κρήτη ~ πληθυντικός: θρουλιά Κρήτη

θρουλίδι το

κομματάκι | ψίχουλο ~ θρουλίδι Κρήτη

θρουλίζω

τρίβω | λεπταίνω | κομματιάζω ~ θρουλίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Αμοργός, Κρήτη | θρουλλίντζω Κάλυμνος ~ μετοχή: θρουλισμένος Βλάχος 1659

θρούλισμα το

λεπτότητα (λόγιο) ~ θρούλλισμα Lange 1708

θρουλώ

θρουλίζω | θρυμματίζω ~ θρουλώ Κρήτη

θρουμανήθρα η

κάποιο χόρτο ~ θρουμανήθρα Φθιώτιδα

θρουμμαλιάζω

θρουλίζω ~ θουρμουλάζω Πόντος | θουρμουλάζω Πόντος | θουρμουλίζω Πόντος | θρουμμαλιάζω Κρήτη | θρουμμουλάζω Πόντος | θρουμμουλίζω Πόντος | θρουμπουλάζω Πόντος | ρθουμουλάζω Πόντος | ρθουμουλίζω Πόντος ~ θρουμμουλίουμαι Πόντος

θρούμμαλο το

θρύμμα ~ θουρμούλ Πόντος | θρουμμούλ Πόντος | θρούμμαλο Κρήτη | θρουμμούλιν Πόντος | θρουμπούλιν Πόντος | ρθουμουλίζω Πόντος | ρθουμμούλιν Πόντος

θρουμμουλίαμαν το

θρυμματισμός (λόγιο) ~ θρουμμουλίαμαν Πόντος | χαμουρίαμαν Πόντος | χουμουρίαμαν Πόντος

θρούμπα η

άκοπο τόπι πανιού | βιλάρι ~ θρούμπα Βλαστός 1931, Σαρακατσάνικα

θρούμπα η

αντλία (λόγιο), τρόμπα | ανεμορούφουλας | ιταλικό tromba ~ θλούμπα Νίσυρος | θρούμπα Κάρπαθος, Κως, Νίσυρος, Σάμος, Φωκίδα, Χάλκη

θρούμπα η

ζαρωμένη μαύρη ελιά ~ αδρούππα Κύπρος | αθρούππα Κύπρος | θρούμπα Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Ηλεία, Λέσβος, Λευκάδα, Μέγαρα, Μοσχονήσι | θρούπα Χίος ~ ουδέτερο: θρουπί Χίος | θρουπίν Χίος

θρουμπερή η

τόπος με θρουμπιά (θυμάρια) ~ θρουμπερή Κύπρος

θρουμπέρω

αντλώ (λόγιο), τρομπάρω [νερά] ~ θρουμπέρω Κάρπαθος

θρουμπί το

τα φυτό Micromeria graeca (έσαφο, έσοπος), Satureja thymbra, Satureja cuneifolia (μοσχοστουβιά) και Thymbra capitata (γλυμπαριά, θυμάρι, θυμαριά, θυμιό, θύμος, μελιτζίνι, μελτσίνι) ~ γρουμπίν Κύπρος | δρουμπίν Κύπρος | θούμπουρον Πόντος | θρουμ Ιωάννινα | θρουμάριν Κάρπαθος | θρουμπ Σάμος | θρουμπί Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Κέρκυρα | θρούμπι Ηπίτης 1908, Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κύπρος, Νάξος, Νίσυρος, Σύρος, Τσακώνικα | θρούμπιν Κάρπαθος, Κύπρος | θρουμπίν Κάρπαθος | θρύβι Heldreich 1926, Κρήτη | θρύγκι Τσακώνικα | θρύμβι Heldreich 1926, Σίφνος | θρύμπι Λυκία, Πάρος, Τήνος | θρυπ Πάρος | θύμπρι Γεννάδιος 1914 | θύμπιρον Πόντος | θύμπρον Πόντος | θύμπουρον Πόντος | σρύντζι Τσακώνικα | σύγκι Τσακώνικα | σύτζι Τσακώνικα | τρύμπι Λυκία ~ θηλυκό: αθρούμπα Ρόδος | θρούμπα Σκαρλάτος 1835, Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Αμοργός, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Μάνη, Νάξος, Χίος | θρούμπη Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Γεννάδιος 1914, Ανδριώτης 1983, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κως, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Νάξος, Σύμη | θρουμπιά Heldreich 1926, Κέρκυρα | θρούπα Χίος | θρύγκη Τσακώνικα | θρύμπα Heldreich 1926, Κάρπαθος, Κρήτη | θρύμπη Heldreich 1926, Θήρα Κύθηρα, Κύμη, Κως, Λυκία, Νίσυρος, Τήνος | θρώμπα Heldreich 1926, Κεφαλονιά | θρώμπη Γεννάδιος 1914 | σρύγκη Τσακώνικα ~ αρσενικό: θρούμπος Δρόπολη, Κύπρος | θρούμπους Λέσβος | θρύμους Ίμβρος | θρύμπος Πόντος, Σαράντα Εκκλησιές | θρύμπους Λέσβος, Στενήμαχος

θρουμπί το

το πανί του αργαλειού μαζεμένο σε ρολό ~ θρουμπί Ιωάννινα

θρουμπιάζου

μαζεύω το πανί του αργαλειού σε ρολό ~ θρουμπιάζου Ιωάννινα

θρουμπιάζου

σκοτώνω ~ θρουμπιάζου Αιτωλοακαρνανία ~ μετοχή: θρουμπιασμένους Αιτωλοακαρνανία

θρούμπιασμα του

σκοτωμός ~ θρούμπιασμα Αιτωλοακαρνανία

θρουμπίσιος

γινωμένος πάνω στο δέντρο (για καρπό ελιάς) | θυμαρίσιος ~ θρουμπίσιος Μέγαρα ~ θηλυκό: θρουμπίσια Μέγαρα ~ ουδέτερο: θρουμπίσιο Μέγαρα

θρουμπόμελον το

μέλι θυμαρίσιο ~ θρουμπόμελον Κάρπαθος

θρουμποπούλης ο

που πουλάει θρουμπί (θυμάρι) ~ θρουμποπούλης Κύπρος

θρουμπορίγανη η

το φυτό Hyssopus officinalis ~ θρουμπορίγανη Λευκάδα

θρουμπούκ του

θρεφτάρι ~ θρουμπούκ Αιτωλοακαρνανία

θρουμποχώραφον το

χωράφι με θρουμπί (θυμάρι) ~ θρουμποχώραφον Κύπρος

θρουμπώννω

βάζω θρουμπί (θυμάρι) κάπου ~ θρουμπώννω Ρόδος

θρούνα η

το φυτό Bellardia trixago, αγριόλυκος, σταρόλυκος, γυαλόχορτο ~ θρούνα Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Σίφνος

θρούπα η

το φυτό Putoria calabrica ~ θρούπα Δελβίνο

θρούππος ο

θραύση (λόγιο), σπάσιμο ~ θρούππος Κύπρος

θρουφίτσα η

η ακμή του προσώπου | καυλόσπυρο ~ θρουφίτσα Σάμος

θρουφούδιν το

φαγητό που θεωρείται πολύ θρεπτικό ~ θρουφούδιν Πόντος

θροφαντός

γόνιμος (λόγιο) | εύφορος (λόγιο) | τροφαντός | καλοθρεμμένος | χοντρός ~ δροφαντός Κάρπαθος | θρουφανός Πιερία | θροφανός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Θήρα, Κρήτη, Μέγαρα, Πελοπόννησος, Χίος | θροφαντός Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κρήτη, Κως, Νότια Εύβοια, Ρόδος | θρουφαντός Μαγνησία | τρουφανός Πιερία ~ θηλυκό: θροφανή Δημητράκος 1938, Μέγαρα ~ ουδέτερο: θροφανό Δημητράκος 1938, Μέγαρα | θρουφαντό Σάμος | θροφαντό Νίσυρος

θροφάρα η

γουρούνα, σκρόφα ~ θροφάρα Κύθηρα

θροφάρης

θρεφτός | οικόσιτος (για ζώο) ~ θροφάρης Βλάχος 1659 ~ ουδέτερο: θροφάρι Μάνη, Ρόδος | θροφάριν Ρόδος

θροφελιαίνω

ωριμάζω ~ θροφελιαίνω Αρκαδία

θροφερός

θροφαντός ~ θροφελός Αρκαδία | θροφερός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θροφή η

πιτυρίδα ~ δροφή Κύπρος | θροφή Κάρπαθος, Κύπρος, Σύμη

θροφή η

τροφή | θρέψη ~ θροφή Corona Preciosa 1527, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Καστοριά (πόλη), Κέρκυρα, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μεγανήσι, Μύκονος, Ρόδος, Τσακώνικα | θρουφή Ιωάννινα, Καστοριά (επαρχία), Μαγνησία, Σαρακατσάνικα ~ πληθυντικός: θρουφές Καστοριά | θροφές Κρήτη | θροφίματα Κρήτη

θροφός η

κερήθρα ~ θροφός Μέγαρα

θροφός η

τροφός (λόγιο) | παραμάνα ~ θροφός Βλάχος 1659

θρόφος ο

ευρωστία (λόγιο) ~ θρόφος Ηλεία

θρύβω

τρίβω | θρυμματίζω ~ θρύβιω Ρόδος | θρύβγω Καστελλόριζο | θρύβκω Κύπρος | θρύβω Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Πόντος | θρύφτω Πόντος | θύφτω Πόντος | ρθύβω Πόντος | ρθύφτω Πόντος | χρύβιω Ρόδος ~ μετοχή: θρυμμένος Ρόδος

θρυμιάζομαι

φτερνίζομαι ~ θρυμιάζομαι Ικαρία

θρύμμα το

θρύψαλο | τρίμμα (λόγιο) | αρχαία ΘΡΥΜΜΑ, άγνωστης ετυμολογίας Beekes 2010 ~ θρύμα Βλαστός 1931 | θρύμμα Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θεσσαλονίκη, Λέσβος, Πόντος, Ρόδος, Σέρρες, Στενήμαχος, Χαλκιδική, Χίος | θρύμμαν Λυκία, Πόντος, Ρόδος | θύμμα Πόντος | ρθύμμαν Πόντος | χρύμμα Ρόδος | χρύμμαν Ρόδος ~ θηλυκό: θρύμμα Πόντος

θρυμμαλιάννου

θρυμματίζω ~ θρυμμαλιάννου Λυκία

θρυμματιάζω

θρυμματίζω ~ θρυματιάζω Βλαστός 1931

θρυμμάτιασμα

θρυμμάτισμα ~ θρυμάτιασμα Βλαστός 1931

θρυμματίζω

σπάω σε μικρά κομμάτια ~ θρυμματίζω Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ μετοχή: θρυμματισμένος, Ακαδημία 2016

θρυμμάτισμα

κομματιάζω ~ θρυμμάτισμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ θρυμματίζομαι ΑΠΘ 1998

θρυμμούδα η

θρύμμα ~ θρυμμούδα Χαλκιδική

θρύμσα τα

ξερά χόρτα και φύλλα ~ θρύμσα Πόντος

θρύος ο

αρχαία ΘΡΥΟΝ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010, το φυτό δεματιά ή δεματόχορτο ή μαχαιρίδι ή βούτημα ~ θρύος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θρυψαλιάζω

θρυμματίζω ~ θρουψαλιάζω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Χαλκιδική | θρυψαλιάζω ΑΠΘ 1998, Κριαράς 1995

θρύψαλο το

μικρό κομμάτι από κάτι σπασμένο ~ θρούβαλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θρούψαλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θρούψαλου Λέσβος | θρύφουλο Κως | θρύψαλο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ηλεία, Ήπειρος, Θήρα, Κορινθία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος | θρύψαλον Κάρπαθος | θρύψιαλο Αρκαδία, Ηλεία | τρίψαλο Ηλεία, Λευκάδα, Μεγανήσι, Πάργα | τρίψαλου Τρίκαλα

θρύψιμον το

τρίψιμο ~ θρύψιμον Πόντος | ρθύψιμον Πόντος

θρω

θρυμματίζω | κομματιάζω | τρίβω ~ θρύω Πάρος, Σύρος, Χίος | θρω Βλαστός 1931, Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

θρωπάρι

ασημένιο ή χρυσό ανάθημα που έχει χαραγμένο πάνω τη μορφή του θεραπευμένου ανθρώπου ~ θρωπάρι Κεφαλονιά, Κύθηρα | τρωπάρι Κέρκυρα