Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από απορ-απω

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 15.3.2021

αναθεώρηση: 6.6.2021

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

a

b

c

d

e

 

 

απόρα

Ρόδος

μπόρα

 

 

απόρα

Ρόδος

ραδίκι

 

 

αποραβδίζω

Κρήτη

ραβδίζω

 

 

αποράθτω

Καλαβρία

ξεράβω

 

δ

απόρακας [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Τήνος

άκανθα

 

 

αποράκι

& Κρήτη

αποράκι

 

 

αποράκι

η τελευταία (και με λίγα γράδα) απόσταξη της ρακής: απόρακο, απορέμι, απόρακου, απουκαμούς, απουράκ, ποράκ, πόρακος

αποράκι

 

 

απόρακο

Αχαΐα, Θήρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Μεσσηνία

αποράκι

 

 

απόρακου

Σάμος

αποράκι

 

 

αποράστω

Καλαβρία

ξεράβω

 

 

αποράττω

Καλαβρία

ξεράβω

 

 

αποράω

Καλαβρία

μαθαίνω

 

 

απορβαδίς

Κοτύωρα*

αποβραδίς

 

 

αποργελώ

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

περιγελώ

 

 

απόργκα

Καλαβρία

καταβολάδα

 

 

απόργμα

Βελβεντός, Γρεβενά, Μαγνησία, Σάμος, Σιάτιστα

έκτρωμα

 

 

απορδαλιά

Λευκάδα

κοκορεβιθιά

 

 

απορέγγια

Καλαβρία

νωρίτερα

 

 

απορέλλια

Καλαβρία

νωρίτερα

 

 

απορέμι

Οινόη*

αποράκι

 

 

απορέννω

Καλαβρία

μαθαίνω

 

 

απόρευτος

Αχαΐα

άβατος

 

 

απόρευτος

Κερασούντα*, Κορινθία, Τραπεζούντα*

φτωχός

 

δ

απόρευτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

άπορος

 

 

απορημάζομαι

Μάνη

ερημώνω

 

δ

απορημάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ρημάζω

 

 

απορηχαίνω

Βουρλά*

χαλαρώνω

 


 

 

απορθνίζω

Μύκονος

ρουθουνίζω

 

 

απορθουνίζω

Μύκονος

ροχαλίζω

4

λ

απορία

Buck List 17.43 | αγνωσία, αραή

απορία

 

 

απορίγνω

Ηλεία

αποβάλλω

 

 

απόριζα

Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*

σύρριζα

 

 

αποριζζής

Νίσυρος

σύρριζα

 

 

απορίζωμαν

Σάντα*

ξερίζωμα

 

 

αποριζώνω

Κερασούντα*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Τρίπολη*, Χαλδία*

ξεριζώνω

 

 

απορίθτω

Καλαβρία

αποβάλλω

 

 

απόριμα

Χαβουτσί*

αποβολή

 

 

απόριμα

Κεφαλονιά

ψωλόχυμα

 

δ

απόριμα [Βλαστός 1931]

Ζάκυνθος, Ηλεία, Καλαβρία, Μεσσηνία

έκτρωμα

 

 

αποριμάδι [Βλαστός 1931]

 

έκτρωμα

 

 

αποριμνάω

Κύπρος

ξενοιάζω

 

 

αποριμνίζω

Κύπρος

ξενοιάζω

 

 

αποριμνώ

Κύπρος

ξενοιάζω

 

 

αποριξιά

Πάργα, Παξοί

αποβολή

 

 

αποριξίδι

Πάργα

έκτρωμα

 

 

αποριξίμι [Βλαστός 1931]

 

έκτρωμα

 

δ

αποριξιμιό [Βλαστός 1931]

 

έκτρωμα

 

 

απορισμένος

Κως

απελπισμένος

 

 

απορίσσω

Καλαβρία

αποβάλλω

 

 

απορίστω

Καλαβρία

αποβάλλω

 

 

απορίτζω

Καλαβρία

αποβάλλω

 

 

απορίφτω

Σάντα*

αποβάλλω

 

 

απορίχια

Μύκονος

βρούβες

 

 

απορίχνομαι

Κρήτη

παραμελούμαι

 

 

απορίχνου

Μάδυτος*, Μάνη

αποβάλλω

 

 

αποριχτός

Άνδρος

παραμελημένος

 

 

αποριψιμιός

Κύπρος

διωγμένος

 

 

αποριψιμιός

Κρήτη

παραπετάμενος

 

 

απόρκιγμαν

Κερασούντα*, Χαλδία*

εξορκισμός

 

 

απορκίζω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

εξορκίζω

 

 

απόρκισμαν

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Χαλδία*

εξορκισμός

 

 

απόρμα

Καρδίτσα, Τρίκαλα

έκτρωμα

 

 

απορνιούμαι

Ρόδος

απαρνούμαι

 

 

απορνό

Ρόδος

πρωί

 

 

απορνόν

Ρόδος

πρωί

 

 

απορός

Κύπρος

έκπληκτος

 

 

άπορος

Ρόδος

αδύνατος

 

 

άπορος

Κοτύωρα*

ανήμπορος

2

λ

άπορος

αδράπανος, αδυναμίας, απόρευτος

άπορος

 

 

απορουβέ

Κρήτη

κλοπή

 

 

απορουθουνίτζω

Κάρπαθος

ρουθουνίζω

 

 

απορουκανία

Κάρπαθος

ροκανίδια

 

 

απορουκανίν

Κάρπαθος

ροκανίδι

 

δ

απόρουχο [Βλαστός 1931]

 

αποφόρι

 

 

αποροφή

Κρήτη

απόστημα

 

 

αποροχάζω

Χαλδία*

ροχαλίζω

 

 

απορπάτητος [Βλαχος 1659]

 

αδιάβατος

 

 

απορπάτιστος [Portius 1635]

 

αδιάβατος

 

 

απορπίζζομαι

Κως

απελπίζομαι

 

 

απορπίζζω

Νίσυρος

απελπίζω

 

δ

απορπίζομαι [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κάλυμνος, Κρήτη

απελπίζομαι

 

 

απορπίζου

Τσακωνιά

απελπίζω

 

 

απορπίζουμαι

Ζάκυνθος, Κύπρος

απελπίζομαι

 

δ

απορπίζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Άνδρος, Αρκαδία, Θήρα, Ικαρία, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος, Νάξος, Σίφνος, Χίος

απελπίζω

 

 

απορπίντζω

Κάρπαθος

απελπίζω

 

δ

απορπισά [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κρήτη

απελπισία

 

 

απορπισία

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη, Σίφνος

απελπισία

 

δ

απορπισιά [Somavera 1709]

Κάσος, Κρήτη

απελπισία

 

 

απορπισμένα [Somavera 1709]

 

απελπισμένα

 

 

απορπισμένη

Κέρκυρα

γεροντοκόρη

 

 

απορπισμένος [Somavera 1709]

Αμοργός, Κύπρος, Νάξος, Σκύρος

απελπισμένος

 

 

απορπισμός

Κέρκυρα, Κρήτη

απελπισία

 

 

απορπιστέ

Τσακωνιά

απελπισμένος

 

 

απορπιστικός [Somavera 1709]

Κάρπαθος

απελπιστικός

 

 

απορπουνού

Κερασούντα*

πρωινιάτικα

 

 

απορπώ

Κρήτη

απελπίζω

 

δ

απορράχι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απόρραχο

 

δ

απόρραχο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

κράσπεδο λόφου:απορράχι

απόρραχο

 

 

απορρηξιμιόν [Σκαρλάτος 1835]

 

σκουπίδι

4

λ

απόρρητο

αβούρτιν

απόρρητο

 

 

απορρίβγω

Κύπρος

περιφρονώ

 

δ

απόρριγμα [Γούλας 1961]

 

πρόωρο

 

δ

απόρριγμα [Ηπίτης 1908]

Ηλεία, Πάργα

έκτρωμα

 

 

απορριγμένος [Portius 1635]

 

διωγμένος

 

δ

απόρριμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Καλαβρία, Χαβουτσί*

έκτρωμα

 

δ

απορριξιμιό [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

έκτρωμα

 

δ

απορριξιμιός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απορριπτέος

 

λ

απορριπτέος

απορριξιμιός, απορριψιμιός

απορριπτέος

3

λ

απορρίπτω

ανεμούκου, απορρίχνω

απορρίπτω

 

 

απορριφή

Κύπρος

απόστημα

 

δ

απόρριχμα [Γούλας 1961]

 

πρόωρο

 

δ

απόρριχμα [Ηπίτης 1908]

Ήπειρος

έκτρωμα

 

δ

απορρίχνω [Portius 1635]

Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Κάρυστος, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Πάργα

αποβάλλω

 

 

απορρίχνω [Portius 1635]

Κρήτη

απορρίπτω

 

δ

απορρίχνω [Γούλας 1961]

γεννώ πρόωρα: απορρίχτω

απορρίχνω

 

δ

απορρίχτω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απορρίχνω

 

δ

απορριψιμιός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κύπρος

απορριπτέος

 

 

απορτάρω

Κύθηρα

ξεπορτίζω

 

 

απορτάρω

Πάργα

φέρνω

 

 

απόρτο

Κύθηρα

έτοιμο

 

 

απόρτωτος

Νίσυρος

αδέσποτος

 

δ

απορφανεύομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απορφανίζομαι

 

λ

απορφανίζομαι

απορφανεύομαι

απορφανίζομαι

 

λ

απορφάνιση

απορφάνισμα

απορφάνιση

 

 

απορφανίσκουμαι

Χαλδία*

ορφανεύω

 

δ

απορφάνισμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απορφάνιση

4

λ

απορώ

αναθιβάνω, αράζω

απορώ

 

λ

απόρως

άγευτα

απόρως

 

 

απός

Κρήτη, Νάξος, Σέριφος, Σύρος

από

 

 

απός

Κρήτη

μετά

 

 

απός (ο)

Φάρασα*

αλεπού

 

 

αποσαζίδια

Τσακωνιά

σκουπίδια

 

δ

αποσάζομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

στολίζομαι

 

 

αποσάζου

Τσακωνιά

κουράζομαι

 

 

αποσάκια

Κάρπαθος

αποσκευές

 

 

αποσαμαρώνω

Χαλδία*

ξεσαμαρώνω

 

 

αποσαπζίου

Τσακωνιά

αποσαπίζω

 

δ

αποσαπίζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

αποσαπζίου

αποσαπίζω

 

 

αποσαπουνίδα

Κρήτη

απολειφάδι

 

 

αποσαπουνίδι

Κρήτη

απολειφάδι

 

δ

αποσάπουνο [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κρήτη, Χίος

απολειφάδι

 

δ

αποσαρίδι [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

σκουπίδι

 

δ

αποσαρίδια [Ηπίτης 1908]

Ζάκυνθος

σκουπίδια

 

δ

αποσάριδο [Βλαστός 1931]

Αρκαδία

σκουπίδι

 

 

αποσάρωμα [ΙΛΝΕ 1939]

 

σκουπίδι

 

δ

αποσάρωμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

σκούπισμα

 

δ

αποσαρώνω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

σκουπίζω

 

δ

αποσασμένος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

στολισμένος

 

 

αποσβελιάζω

Μέγαρα

σιγοσβήνω

 

δ

απόσβεστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποκαΐδια

 

δ

αποσβεστώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κάσος

απασβεστώνω

 

δ

αποσβήνω [Βλαστός 1931]

 

ξεσβήνω

 

δ

αποσβήνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σβήνω

 

δ

αποσβήνω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

εξαφανίζομαι

 

δ

απόσβηση [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σβήσιμο

 

δ

απόσβησμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σβήσιμο

 

 

αποσβηστός

Μύκονος

αποσβολωμένος

 

δ

απόσβηστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σβηστός

 

 

αποσβολάρα

Κέρκυρα

τσάπα

 

 

αποσβολωμένος

& Βουρλά*, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Νάξος, Σύρος

αποσβολωμένος

2

δ

αποσβολωμένος [Βλαστός 1931]

ανασβολωμένος, αποσβηστός, αποσβουλωμένος, απουσβουλουμένους

αποσβολωμένος

 

 

αποσβολώννω

Κάρπαθος, Νίσυρος

αποσβολώνω

 

δ

αποσβολώνομαι

αποξυλώνομαι, αποσβολώνουμαι, αποσβουλώνουμαι, απουσβουλώνουμι, κοπανίζομαι

αποσβολώνομαι

 

 

αποσβολώνουμαι [Βλαστός 1931]

 

αποσβολώνομαι

 

δ

αποσβολώνω [Σκαρλάτος 1835]

αποσβολώννω, αποσβουλώνω, απουσβουλώνου, ποσβολώννω

αποσβολώνω

 

 

αποσβουλωμένος

Μεσσηνία

αποσβολωμένος

 

 

αποσβουλώνουμαι

Μεσσηνία

αποσβολώνομαι

 

 

αποσβουλώνω

Μεσσηνία

αποσβολώνω

 

 

αποσεζίντου

Τσακωνιά

αποθερίζω

 

δ

αποσέλλωμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ξεσέλωμα

 

δ

αποσελλώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ξεσελώνω

 

 

αποσεπαίνω

Κόνιτσα

αποκρύπτω

 

 

απόσερα

Τσακωνιά

απόθερα

 

 

απόσερε

Τσακωνιά

αποθέρισμα

 

 

αποσερίντου

Τσακωνιά

αποθερίζω

 

 

αποσέρνω [Βλαστός 1931]

Πάργα

σέρνω

 

 

αποσή

Κως

εποχή

 

 

απόση

Κάλυμνο, Κύπρος

απόχη

 

 

αποσηκώνω

Οινόη*

ξεσηκώνω

 

δ

αποσηκώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σηκώνω

 

δ

αποσήμαδος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

επίσημος

 

δ

αποσήμαδος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σημαδεμένος

 

 

απόσι

Καστελλόριζο

απόχη

 

δ

αποσιάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τακτοποιώ

 

δ

αποσιασμένος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τακτοποιημένος

 

 

αποσιασμός

Κρήτη

τακτοποίηση

 

 

απόσιγα [Βλαστός 1931]

 

σιγαλά

 

δ

απόσιγα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

χαμηλόφωνα

 

δ

απόσιγα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

σιγά

 

δ

αποσιγάζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αποσιωπώ

 

δ

αποσίγαρο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποτσίγαρο

 

δ

απόσιγος [Βλαστός 1931]

 

σιγανός

 

δ

αποσιγώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποσιωπώ

 

 

αποσίιν

Κάρπαθος

πεσκέσι

 

 

αποσίμιν

Κάρπαθος

πεσκέσι

 

 

αποσίμπελο

Παξοί

αδύνατον

 

 

αποσίμπελο

Κέρκυρα

πιθανόν

 

 

αποσίμπιλε

Παξοί

αδύνατον

 

δ

αποσιμώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]