Skip to main content

7. Ο ματωμένος γάμος

 

Ο ματωμένος γάμος

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Μετά το θάνατο του Μελά, το Μακεδονικό Κομιτάτο ορίζει ως νέο γενικό αρχηγό τον κρητικό ανθυπολοχαγό πεζικού Γεώργιο Κατεχάκη (Ρούβα). Ο Κατεχάκης περνάει τα σύνορα στις 20 Οκτωβρίου, επικεφαλής ομάδας 25 αντρών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται οι Κορεστιάνοι Δημήτρης Νταλίπης και Σίμος Στογιάννης, ο Σερραίος Δούκας Γαϊτατζής και οι Κρητικοί Παύλος Γύπαρης και Ιωσήφ Κουντουράκης.

Στις 27 Οκτωβρίου βρίσκεται κοντά στο χωριό Κοσταράντζα όπου συναντιέται με τις ομάδες του Καούδη και του Καραλίβανου. Όλοι μαζί, μετά διήμερη παραμονή, μεταβαίνουν στη Μπλάτσα [Blaca]2. Εκεί, οι Πύρζας και Καραλίβανος με τους άντρες τους, φεύγουν για να επιστρέψουν στην Ελλάδα, οι δε Κατεχάκης και Καούδης με τους υπόλοιπους πάνε στο Λέχοβο, όπου βρίσκονται το βράδι της 29ης Οκτωβρίου.

Στο Λέχοβο, έρχονται και τους συναντούν οι Πούλακας και Βρανάς με τους άντρες τους. Όλοι μαζί τώρα φτάνουν τα 36 άτομα. Εκεί, μαθαίνουν στις 9 Νοεμβρίου, από δυο καταδότες απ’ το χωριό Ζέλενιτς [Zelenič]3, έναν τουρκαλβανό χωροφύλακα ονόματι Σούλιο και ένα χριστιανό ονόματι Γραμμενόπουλο, ότι την Κυριακή 14 Νοεμβρίου, ο εξαρχικός παπάς του Ζέλενιτς παντρεύει την ανιψιά του. Ο Κατεχάκης αποφασίζει, με τη σύμφωνη γνώμη όλων, να ματώσει το γάμο.

Σάββατο βράδι, έρχεται ο Σούλιος και τους οδηγεί στο χωριό του.

Το ένα μέρος του σώματος υπό τον Κατεχάκη κυκλώνει το χωριό απ’ έξω, ο δε Καούδης με τους υπόλοιπους μπαίνει μέσα, και με τις οδηγίες του Σούλιου, τοποθετεί τους άντρες γύρω απ’ τη γειτονιά που θα κτυπούσε.

Φτάνουν στο σπίτι του παπά. “Εισερχόμεθα μέσα, σημειώνει ο Καραβίτης, αλλά δεν ευρίσκουμε παρά μία γριά. Ίσως να είναι η παπαδιά. Με τη γριά δεν μπορεί να συνεννοηθή κανείς. Ότι και να της πουν εκείνοι που γνωρίζουν την γλώσσα της, δεν ακούν τίποτα άλλο από "νε ζναμ" (δεν γνωρίζω)”.4

Προφανώς ο γάμος γινόταν σε άλλο σπίτι. Χωρίς να βιάζονται, το ρίχνουν στο πλιάτσικο. “Εγέμισε το σπίτι όλη η παρέα του Πούλακα, λέει ο Καούδης. Ανέβηκα πάνω και τί να ιδώ, μια σάλα μεγάλη και την παπαδιά να στέκει στη μέση της σάλας τρομαγμένη, να κρατεί μια λάμπα να έχουν δύο - τρία μπαούλα ανοιγμένα και σκορπισμένα ρούχα και να ψάχνουν, άλλοι τα ρούχα και άλλοι τες γωνίες για λάφυρα”.5

Ψάχνουν στο χωριό και βρίσκουν το σπίτι του Στογιάν Γκότεφ. Εκεί γινόταν ο γάμος. Από μέσα ακουγόταν μουσική και τραγούδι. Ο Δούκας, γράφει ο Κλειδής, “κτύπησε κι είπε στη γλώσσα της γυναίκας πως είναι καλεσμένος. Του άνοιξε, τη μαχαίρωσε και τους άνοιξε. Μπήκαν οχτώ και φθάσανε τη σκάλα. Τέσσερις την ανέβηκαν και στάθηκαν στην κλειστή πόρτα του σπιτιού, τέσσερις μείνανε στο πρώτο σκαλί να προσέχουν…Βγήκε και άλλη γυναίκα. Στο πρώτο σκαλί τη μαχαίρωσαν”.6

Ανέρχομαι, διηγείται ο Καραβίτης, εις την σκάλα. Με ακολουθούν κάμποσοι, ο ένας πίσω από τον άλλο…Ανοίγω την πόρτα, είναι γεμάτη γυναίκες. Με την πρώτη ματιά διακρίνεται η νύφη από τα στολίδια του στήθους της. Κλείω την πόρτα αμέσως και γυρίζω το κλειδί”.7 Πριν κλειδώσει την πόρτα, μαχαιρώνει μια γυναίκα.

Ανοίγουν την πόρτα της κάμαρας που γίνεται το γλέντι και ανοίγουν πυρ σε κάθε κατεύθυνση. Ο Γύπαρης που παίρνει μέρος στη σφαγή, παρομοιάζει την επίθεση της ομάδας, με την επίθεση του γερακιού σε κοπάδι πουλιών. “Εδοκίμαζαν, γράφει, να φύγουν, μα παντού αντίκρυζαν τις μαύρες κάνες των ελληνικών τουφεκιών”.8

Χαμηλά και όσο το δυνατόν οριζοντίως, λέει ο Καραβίτης, διευθύνω το όπλο για να ευρίσκη περισσότερα κορμιά. Εις την στιγμιαία λάμψη κάθε πυροβολισμού φαίνονται τα κορμιά σαν ένα πολύποδο τέρας που ασπαίρει στο αίμα του και εκτείνει προς όλας τας διευθύνσεις χέρια ποδάρια, δίκην πλοκάμων οκταποδιού”.9

Η ελληνική ομάδα ολοκληρώνει τη σφαγή. “Από όσους ήταν εις το σπίτι μέσα κανένας δεν έμεινε γερός. Το όλον ήσαν καμιά τριανταριά”, γράφει ο Καραβίτης.10 Ο Γύπαρης11 διορθώνει τον Καραβίτη, και ανεβάζει τον αριθμό των αιματοκυλισμένων κορμιών που βρίσκονταν καταγής την ώρα που αναχωρούσε η ομάδα, σε 47. Σαράντα άντρες και τρεις γυναίκες νεκροί, είναι ο απολογισμός του Κλειδή.12

Καθ’ όλη τη διάρκεια του μακελειού, το οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα που βρισκόταν στη Νέβεσκα, παραμένει στη θέση του αδρανές. Η κατηγορία για παθητική συνεργασία του με τους έλληνες μισθοφόρους, διατυπώνεται επίσημα, από τους προξένους όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής.

Ο πρόξενος της Αυστρίας στο Μοναστήρι, γράφει χαρακτηριστικά: “Από τη Νέβεσκα στο Ζέλενιτς η απόσταση είναι μισή ώρα. Υπολογίζεται ότι το γεγονός συνέβη κατά τις 9 τη νύκτα και ότι ρίχθηκαν περί τους 200 πυροβολισμοί. Στη Νέβεσκα ο στρατός και οι 10 χωροφύλακες κατ’ εντολή του Μουδίρη έμειναν αδρανείς και επισκέφτηκαν το Ζέλενιτς την επόμενη μέρα”.13

Ο ματωμένος γάμος του Ζέλενιτς είναι η πρώτη μαζική σφαγή που πραγματοποιούν οι έλληνες μισθοφόροι στη Μακεδονία.

1 Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Нова Зора (τεύχος 3, Ιανουάριος 1998, σ. 34-35)

2 Blaca ή Blaca Gr'cko ή Blaca Vlah ή Blatza. Χριστιανικό χωριό του καζά Καϊλαρίων. Ο Кънчов δίνει 2.500 κατοίκους, 1.200 από τους οποίους είναι Έλληνες και 1.300 Βλάχοι. Ο Brancoff δίνει 2.700 χριστιανούς, 1.500 Έλληνες και 1.200 Βλάχους. Το 1913 απογράφονται 3.683 άτομα, το 1920, 399 οικογένειες - 1609 άτομα, και. το 1928, 2239 άτομα. Η ελληνική διοίκηση απογράφει το χωριό ως Βλάστη.

3 Zelenič ή Zeleniče ή Zelenik. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 2.372 ατόμων και τον διακρίνει σε 1.800 χριστιανούς Βούλγαρους, 500 Τούρκους και 72 Τσιγγάνους. Ο Brancoff διακρίνει το χριστιανικό πληθυσμό σε 1.656 εξαρχικούς Βούλγαρους, 192 πατριαρχικούς Βούλγαρους και 102 Γύφτους. Ο Милојевић καταγράφει 310 χριστιανικά σλαβικά και 190 τουρκικά σπίτια. Η πατριαρχική μερίδα αριθμεί 15 οικογένειες [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 2.232, και το 1920, 2219 άτομα. Οι ανταλλάξιμοι Τούρκοι είναι το 1923, 170 οικογένειες - 1.100 άτομα. Τη θέση τους παίρνουν 379 πρόσφυγες - 88 οικογένειες: 53 μικρασιατικές, 25 θρακικές, 10 καυκάσιες [Πελαγίδης]. Το 1928 απογράφονται 1.437 άτομα, 346 από τα οποία είναι πρόσφυγες. Το 1932 καταμετρούνται 353 σλαβόφωνες οικογένειες, 326 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 1.000 σλαβόφωνους, 700 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης και 300 ρευστής.[Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 1.153 άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Σκλήθρον.

4 Καραβίτης, τομ. Α΄, σ. 148.

5 Ευθύμιος Καούδης, Απομνημονεύματα (1903 - 1907), επιμέλεια Άγγελος Χοτζίδης, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 86.

6 Κλειδής, σ. 158 - 159.

7 Καραβίτης, τομ. Α΄, σ. 152.

8 Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Μακεδονικός αγώνας (1904 - 1908) η ένοπλη φάση, Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη, 1987, σ. 86.

9 Καραβίτης, τομ. Α΄, σ. 153.

10 ό.π., σ. 156.

11 Βακαλόπουλος, σ. 88.

12 Κλειδής, σ. 163.

13 Καραβίτης σ. 158, υποσημείωση 168β.


 

Ο ματωμένος γάμος και ο Σαρτζετάκης

 

Στο βιβλίο μου για τον αντιμακεδονικού αγώνα, στο τέλος του κεφαλαίου «ο ματωμένος γάμος», όπου γίνεται λόγος για τη σφαγή στο Ζέλενιτς, γράφω: «Κατά παραξενιά της ιστορίας, ο γαμπρός ονόματι Γκότης, βρέθηκε πίσω απ’ την πόρτα και γλίτωσε. Το ζευγάρι γέννησε ένα κορίτσι. Όταν μεγάλωσε, ένας κρητικός χωροφύλακας που υπηρετούσε στο Ζέλενιτς, το πήρε με το ζόρι, για γυναίκα του. Ο γιος τους, βγήκε βαμμένος αντιμακεδόνας και άρρωστος εθνικιστής. Ο λόγος, για τον πρώην πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη» [Λιθοξόου, 112].

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης απάντησε με επιστολή του (της 28ης Ιανουαρίου 1998) προς την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της Φλώρινας, σημειώνοντας πως το σχετικό απόσπασμα είναι «ψευδέστατο και ολοκληρωτικά χαλκευμένο». Υποστήριξε πως «για να λέγονται τέτοια ψεύδη, χρειάζονται προσόντα μεγαλοαπατεώνων και αδίστακτων πλαστογράφων, που βεβαίως τα διαθέτουν πληθωρικά οι σκοπιανοί προπαγανδιστές και οι εδώ θλιβεροί υπηρέτες τους». Θεώρησε δε πως το σχετικό απόσπασμα «κατασπιλώνει τη μνήμη της μητέρας του» γιατί και από την πλευρά της εκείνος κατάγεται «από γνησίως ελληνική οικογένεια, με εθνική μάλιστα δράση». Μετά τους εις βάρος μου προαναφερόμενους χαρακτηρισμούς (καθώς και άλλους παρόμοιους), ο φανερά ταραγμένος τέως πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας έρχεται στην ουσία του πράγματος και επιχειρεί να αναιρέσει το, όπως το ονομάζει «κατάπτυστο παραμύθι μου», υποστηρίζοντας πως: α) Ο πατέρας της μητέρας του λεγόταν Χρήστος Γώγος, και όχι Γκότης όπως αναφέρεται στο κείμενο μου το όνομα του γαμπρού. Ο Χρήστος Γώγος, που πιθανόν να είχε καταγωγή από το Μοναστήρι (: Μπίτολα), είχε και ένα αδελφό ονόματι Δημήτρη, β) Η μητέρα της μητέρας του, ονόματι Σουλτάνα, ήταν εγγονή του «μακεδονομάχου» Κοσμά Γραμμενόπουλου, γ) Η επίθεση του ελληνικού σώματος στο Ζέλενιτς έγινε για να εξοντώσει εγκληματίες κομιτατζήδες που βρίσκονταν καλεσμένοι στο γάμο, ο δε πρόγονός του Κοσμάς Γραμμενόπουλος δεν ήταν καταδότης, όπως γράφω, αλλά «σύνδεσμος - οδηγός των ελληνικών ομάδων», δ) Η μητέρα του, που δεν ήταν μοναχοπαίδι, γεννήθηκε σύμφωνα με τα στοιχεία της ταυτότητάς της το 1900, τέσσερα δηλαδή χρόνια πριν το γάμο, ε) Ο κρητικός πατέρας του, ήταν ενωμοτάρχης και όχι χωροφύλακας, και δεν πήρε τη μητέρα του με το ζόρι.

Πριν δούμε σημείο-σημείο την αναιρετική επιστολή του, πρέπει να κάνω εδώ μία διευκρίνιση. Η πληροφορία για τη σχέση της μητέρας του Σαρτζετάκη με το ματωμένο γάμο στο Ζέλενιτς, βρίσκεται για πρώτη φορά στο βιβλίο του Κώστα Κλειδή «Με τη λάμψη στα μάτια», που εκδόθηκε το 1984. Εκεί ο Κώστας Κλειδής, εγγονός του «μακεδονομάχου» Στυλιανού Κλειδή, παραθέτει τη μαρτυρία του κατοίκου του Ζέλενιτς Δημήτρη Γώγου. Διηγείται λοιπόν ο Γώγος: «Όταν μεγαλώσαμε, λέμε να πάψει το μίσος. Πως; παντρευτήκαμε και με το καλό ή με το ζόρι γίναμε ένα, κάναμε παιδιά κι εγγόνια, τα καταφέραμε. Πέρασαν χρόνια όμως. Εδώ υπηρετούσε ένας της χωροφυλακής. Ήξερε από βεντέτες. Χανιώτης. Λέει, εγώ θα πάρω μια από εδώ να σταματήσει το μίσος. Την πήρε με το μπιστόλι του. Σηκώθηκε το μισό χωριό. Οι Κρητικοί μας σφάξανε λέγανε, μας παίρνουν τώρα και τις γυναίκες; αυτή όμως τον αγάπησε. Βγάλανε γιο αρεοπαγίτη. Νομίζω διαλέξαμε σωστά» [Κλειδής, 165-166].

Ο Γώγος αναφέρεται σε πατέρα και γιο Σαρτζετάκη, χωρίς να αναφέρει το επώνυμο. Δέκα χρόνια όμως αργότερα, ο Γιώργος Πετσίβας στην έκδοση των απομνημονευμάτων του Γιάννη Καραβίτη, αναπαράγει (από το έργο του Κλειδή) τα λόγια του Γώγου και σημειώνει εντός αγκύλης δίπλα στη λέξη «αρεοπαγίτη» το όνομα: Χρήστος Σαρτζετάκης [Καραβίτης, 161].

Η σχέση λοιπόν της μητέρας του τέως προέδρου με τα γεγονότα στο Ζέλενιτς έχει καταγραφεί από συγγραφείς αναμφισβήτητα ελληνικών εθνικών φρονημάτων. Αλήθεια βέβαια είναι, ότι από το απόσπασμα του Κλειδή δεν προκύπτει ότι από το ζευγάρι που παντρεύτηκε σε εκείνο το γάμο γεννήθηκε η μητέρα του Σαρτζετάκη. Αυτό το υποστήριξα εγώ. Η σχετική πληροφορία μου δόθηκε προφορικά, από διανοούμενο που είχε μελετήσει ιδιαίτερα σοβαρά το ζήτημα και εγώ την ανέδειξα. Υπάρχει περίπτωση λάθους; Για να το λέει ο ίδιος, δεν έχω λόγο να επιμένω, αλλά ας ξαναδούμε το θέμα, σε σχέση με όσα γράφει ο Σαρτζετάκης.

Στον Κλειδή, που αρκετές φορές γράφει - λογοτεχνική αδεία - δυσνόητα, υπάρχει μία ακόμα σημαντική είδηση: «Στον κλήρο του Δημήτρη Γώγου είχε τύχει της νύφης η μικρή αδελφή. 13.11.1904 η Αννέτα ήταν τριών χρονών» [Κλειδής, 167]. Το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι ο Δημήτρης Γώγος παντρεύτηκε την Αννέτα, τη μικρή αδελφή της νύφης του ματωμένου γάμου (που πραγματοποιήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1904) και η Αννέτα ήταν κατά τη σφαγή τριών χρονών. Την αδελφή της Αννέτας την παντρεύτηκε ο Γκότης (όνομα εξελληνισμένο ως προς την κατάληξη), που ήταν ο δεκαεννιάχρονος τότε Григор Готев, γιος του μακεδόνα προύχοντα Стефан Готев [Силянов, 193].

Η νύφη ήταν κόρη του αδελφού του Поп Георги, ενός από τους τέσσερις εξαρχικούς παπάδες του χωριού [Καραβαγγέλης, 20]. Το επώνυμό της δεν υπάρχει στις γραπτές πηγές. Οι Γραμμενόπουλοι ήταν το μόνο πατριαρχικό σόι του χωριού. Ο Κοσμάς Γραμμενόπουλος, ο ένας πρόγονος του Σαρτζετάκη στο χωριό, ήταν αυτός που ειδοποίησε, σύμφωνα με τον Θύμιο Καούδη, για την πραγματοποίηση του γάμου της κόρης του αδελφού του εξαρχικού παπά και ζήτησε την επίθεση του ελληνικού σώματος: «ο Γραμμενόπουλος μου λέει ότι την Κυριακήν θα γίνεται γάμος στο Ζελενίτσι» [Καούδης, 85].

Μετά τη σφαγή φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του στην επίθεση, μέχρι τα τέλη Ιουλίου 1905, μαζί με άλλους πέντε Γραμμενόπουλος και το μισθοφόρο της ελληνικής οργάνωσης τουρκαλβανό Σούλιο ή Σουλεϊμάν [Βάρδας Α, 185].
Ο Δημήτρης Γώγος που παντρεύτηκε την Αννέτα, τη μικρή κόρη του εξαρχικού παπά, πρέπει να είναι ξάδελφος της μητέρας του Σαρτζετάκη και θείος του τελευταίου. Για την αποκατάσταση λοιπόν της αλήθειας, φτάνουμε στα εξής συμπεράσματα: Πρώτον και σημαντικό, η μητρική γλώσσα της μητέρας του πρώην προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν η ελληνική αλλά η μακεδονική ή η κατά τα λεγόμενα του ιδίου «ψευτομακεδονική».

Δεύτερον, ο ένας παππούς του τέως προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο Κοσμάς Γραμμενόπουλος, ήταν πληροφοριοδότης των ελληνικών μισθοφορικών ομάδων. Ο άλλος δε παππούς, ο Χρήστος Γώγος, ήταν θείος του Δημήτρη Γώγου που παντρεύτηκε την μικρή κόρη του εξαρχικού παπά, τη μάνα της οποίας σφάξανε σε εκείνη την επίθεση οι Έλληνες [Κλειδής 162-163].

Τρίτον, δεχόμαστε ως γεγονός (πλην όμως για μας αδιάφορο) ότι ο κρητικός πατέρας Σαρτζετάκης ήταν γαλονάς νωματάρχης και όχι απλός χωροφύλακας όταν παντρεύτηκε.

Κλείνω δε αυτό το κεφάλαιο για το ματωμένο γάμο, αντιγράφοντας τα λόγια του συγγενή του Δημήτρη Γώγου προς τον Κώστα Κλειδή: «Και χίλιοι χωροφύλακες να ’ρθουν αυτό θα φωνάζω. Αθώοι (τα θύματα). Γράψ’ το. Είσαι έγγονας φονιά. Δεν έφταιγε αλλά σκότωσε. Δούκας, Καλογεράκης, Καραβίτης κι ο Κλειδής. Φονιάδες. Θυμάμαι τα ονόματα όσο θα ζω» [Κλειδής, 166].