Skip to main content

3. Η σφαγή των χτιστάδων από τα Κορέστια

 

Ελληνικός Αντιμακεδονικός Αγώνας

 

μέρος δεύτερο (1905-1908)

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

3. Η σφαγή των χτιστάδων από τα Κορέστια

 

Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα НОВА ЗОРА Οκτώβριος 2015


 

Μετά τη σφαγή στη Ζαγορίτσανη ή Ζαγκορίτσανη1 [Загоричани / Βασιλειάδα]2 της Καστοριάς, το μεγάλο ελληνικό ένοπλο σώμα, για να αποφύγει την καταδίωξη του οθωμανικού στρατού, διασπάται σε άλλα μικρότερα, τα οποία σκορπίζουν και λημεριάζουν στην ευρύτερη περιοχή.

Ο κρητικός υπολοχαγός Γιώργος Τσόντος (καπετάν Βάρδας) στήνει το επιτελείο του στο μεγάλο ρωμαίικο3 χωριό Βογατσικό ή Μπογκάτσικο [Богацко]4 του καζά Καστοριάς (Костурска).

Ο κρητικός οπλαρχηγός Γιώργος Δικώνυμος (καπετάν Μακρής), με τους άντρες του, βρίσκει κατάλυμα νότια, στο χωριό Δριάνοβο ή Ντριάνοβο [Дрјаново / Δρυόβουνο]5 του καζά Ανασελίτσας ή Νασελίτσας [Населичка].

Κι ενώ η είδηση για τη Ζαγκορίτσανη κάνει τον πολιτισμένο κόσμο να παγώσει από την ελληνική θηριωδία, ο εμπνευστής της6, μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ζητάει με επιστολή που στέλνει στο Βάρδα «και άλλο αίμα». Τον ειδοποιεί πως μια ομάδα χτιστάδων από τα χωριά των Κορεστίων [Корешта], που ετοιμάζεται να πάει να βρει δουλειά στη Θεσσαλία, θα περάσει από τα μέρη που εκείνος λημεριάζει. Χαρακτηρίζει τους οικοδόμους, «κομιτατζήδες»7 και ζητάει από τον έλληνα αξιωματικό να τους πιάσει και να τους εκτελέσει.

Με τη σειρά του ο Βάρδας στέλνει γράμμα στον Μακρή, που είναι στο Ντριάνοβο, τον ενημερώνει για όσα γράφει ο Καραβαγγέλης και τον διατάζει να πάει αυτός να βρει τους χτιστάδες και να τους «αποκεφαλίσει».

Ο Μακρής, μόλις νυχτώνει, παίρνει τους είκοσι άντρες του και κατευθύνεται νοτιοανατολικά. Περνάει έξω από τη Σέλιτσα [Селица / Εράτυρα]8 και μετά ανεβαίνει στο Κοντσικό ή Κόνσκο [Конско / Γαλατινή].9 Εκεί βρίσκει το δάσκαλο του χωριού, που του δείχνει πού πρέπει να στήσει καρτέρι για να τους πιάσει. Η ενέδρα στήνεται το πρωί της 1 / 14ης Απριλίου.10

Ο Μακρής πιάνει έντεκα Μακεδόνες, δέκα από τη Ζουπάνιστα [Жупаништа / Άνω Λεύκη]11 και έναν από το Γκάμπρεσι ή Γκάμπρες [Габреш / Γάβρος]12 της Καστοριάς, μαζί με τα πέντε άλογα που έχουν αυτοί μαζί τους.

Το απόγευμα, ένας από τους δεμένους αιχμαλώτους λύνεται και καταφέρνει να φτάσει κυνηγημένος στο Κόνσκο. Εκεί βρίσκει έναν τούρκο δραγάτη (αγροφύλακα) από τη Σιάτιστα [Шатиста],13 που περνάει τυχαία από κει και ζητάει την προστασία του. Ο Μακρής φτάνει ύστερα από λίγο. Παίρνει με το ζόρι το φυγάδα από το δραγάτη. Του δίνει μάλιστα και γράμμα προς την οθωμανική διοίκηση στη Σιάτιστα, με το οποίο και αναλαμβάνει την ευθύνη για την πράξη. Στη συνέχεια επιστρέφει στους άλλους αιχμαλώτους, που τους ανακρίνει, με βασανιστήρια.

Δυο αδέλφια από τη Ζουπάνιστα, ο Ναούμ και ο Λάζος Αποστολίδης (όπως είναι το εξελληνισμένο του επώνυμο) παρακαλάνε για τη ζωή τους, λέγοντας πως ο ένας είναι γαμπρός του Δημήτρης Νταλίπη (οπλαρχηγού της ελληνικής οργάνωσης) και οι δύο δε είναι γνωστοί του δεσπότη Καστοριάς. Το βράδυ ο Μακρής οδηγεί τους Μακεδόνες, εκτός από τους δύο προαναφερόμενους που τους κρατάει για περαιτέρω εξακρίβωση, σε μια ρεματιά για να τους ξεπαστρέψει. Μέσα στο σκοτάδι, ένας κατορθώνει να ξεφύγει. Οι Έλληνες σκοτώνουν στη ρεματιά επτά κι αφήνουν, νομίζοντας πως είναι σκοτωμένος, έναν βαριά τραυματισμένο (εκείνον από το Γκάμπρες).

Ο Μακρής γράφει πως τους τουφέκισαν.14 Ο Θύμιος Καούδης λέει πως τους λήστεψαν και ύστερα τους έσφαξαν. Σφάζοντας μάλιστα έναν, έσπασε το σπαθί του Μακρή, σπαθί που του το είχε χαρίσει στην Αθήνα ο έλληνας αξιωματικός Γιώργος Κολοκοτρώνης.15

Το πρωί ο Μακρής επιστρέφει με τους άντρες του και τους δυο αιχμαλώτους στο Ντριάνοβο. Ο Μακρής πηγαίνει μετά στη μονή Σισανίου, όπου συναντάει τον Βάρδα και τον ενημερώνει για τη σφαγή και για τους δυο, από τη Ζουπάνιστα, που κρατάει. Στη συνέχεια επικοινωνούν με τον Καραβαγγέλη, ο οποίος τους λέει να αφήσουν τους αδελφούς Αποστολίδη, γιατί «είναι δικοί μας». Τελικά ο Μακρής τους αφήνει ελεύθερους, αφού όμως πρώτα τους «ελευθερώνει» και από τις είκοσι λίρες που έχουν επάνω τους.16

Στις 11 Απριλίου η εφημερίδα «Εμπρός»17, με τη γνωστή καθυστέρηση της εποχής όσον αφορά τις ειδήσεις, «ενημερώνει» τους αναγνώστες της, πως κοντά στο χωριό «Κοντσικό» έγινε συμπλοκή ανάμεσα στο σώμα του Μακρή και μιας «βουλγάρικης συμμορίας».18 Κατά τη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν δύο Έλληνες και τραυματίστηκαν τέσσερις. Η «συμμορία» κατά το «Εμπρός» είχε επτά νεκρούς, ενώ πιάστηκαν και τέσσερις αιχμάλωτοι. Οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή.

Για σύγκρουση με κομίτες, έγραψαν και οι άλλες εφημερίδες.19 Τα ψέματα20 του ελληνικού τύπου διαψεύσθηκαν όμως, λίγους μήνες αργότερα από μια ελληνική εφημερίδα, το «Νέον Άστυ», όταν αναδημοσίευσε μεταφρασμένα, προφανώς για λόγους δημοσιογραφικού ανταγωνισμού, ορισμένα επίσημα έγγραφα βρετανών διπλωματών, από την επίσημη αγγλική εκδοτική σειρά που ήταν τότε γνωστή και ως Blue Books Κυανή Βίβλος στα ελληνικά).

Στις 28 Νοεμβρίου 1905 λοιπόν, το «Νέον Άστυ» δημοσιεύει ένα έγγραφο του πρόξενου της Βρετανίας στο Μοναστήρι McGregor, με ημερομηνία 13 / 26 Απριλίου 1905, προς τους ανωτέρους του, όπου αποκαλύπτει τι έγινε στο Κόνσκο. Εδώ οι έντεκα από τα Κορέστια, χαρακτηρίζονται άοπλη ομάδα χτιστάδων που πήγαινε να δουλέψει στη Λάρισα, και περιγράφεται η σύλληψη, ο βασανισμός τους, ο φόνος των επτά και η τύχη των άλλων. Καταλήγει μάλιστα λέγοντας πως ο αρχηγός των Ελλήνων, δηλαδή ο Μακρής, «φορούσε ελληνική στρατιωτική στολή και τα χαρακτηριστικά του τα περιέγραψε με λεπτομέρειες αυτός που κατόρθωσε να διαφύγει».

 

1 Zagoričani. Και Ζαγοριτσάνη ή Ζαγορίτσανη στις ελληνικές πηγές. Μεγάλο χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Πριν το Ίλιντεν τα 2/3 του χωριού είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Οι κάτοικοί του πρωτοστάτησαν στην αυτονομιστική επανάσταση. Τα αντίποινα των Οθωμανών υπήρξαν σκληρά. Στις 15 Αυγούστου 1903 η Ζαγκορίτσανη κάηκε από τον στρατό και αρκετοί χωρικοί σκοτώθηκαν. Στις 25 Μαρτίου 1905 το χωριό δέχτηκε τη μεγαλύτερη επίθεση που πραγματοποίησαν τα ελληνικά σώματα, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα. Σχεδόν 200 μισθοφόροι, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, σκότωσαν περισσότερα από πενήντα άτομα (μεταξύ των οποίων υπήρχαν γέροι, γυναίκες και παιδιά) και έκαψαν όσα σπίτια και αποθήκες είχαν απομείνει όρθια από το Ίλιντεν. Τα σώματα αναχώρησαν μόνο όταν πλησίασε ο οθωμανικός στρατός. Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη σκόρπισε φρίκη σε όλη την Ευρώπη και αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις της ελληνικής εμπλοκής στο μακεδονικό ζήτημα. Μεταξύ των ετών 1906-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές «εθνικά Μακεδόνες» έντεκα άτομα. Το 1912 υπήρχαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 2.300 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, πολλές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 32 οικογένειες χριστιανών προσφύγων από τον Πόντο. Το 1928 μετονομάστηκε Βασιλειάς. Το 1928 ζούσαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 700 Μακεδόνες και 100 πρόσφυγες. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο σκοτώθηκαν 62 κάτοικοι του χωριού. Με τη λήξη των εχθροπραξιών 242 άτομα κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

2 Μέσα σε αγκύλη αναγράφονται τα παλαιά ονόματα των χωριών στη μακεδονική γλώσσα και στη συνέχεια, με ελληνικά, οι (για εθνικούς λόγους) μετονομασίες τους από την ελληνική διοίκηση.

3 Τους αναφερόμενους σε άλλα έργα μου ως «ελληνόφωνους» της Μακεδονίας, χαρακτηρίζω εδώ, καθώς αυτό ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα, ως «Ρωμιούς». Έτσι εξάλλου και αυτοπροσδιορίζονταν. Η μητρική γλώσσα των Ρωμιών της Μακεδονίας είναι η βόρεια διάλεκτος της ρωμαίικης γλώσσας. Η ρωμαίικη γλώσσα (Romaic στη διεθνή βιβλιογραφία και Rumca στα τουρκικά) απαγορεύτηκε, με άρθρο στο Ελληνικό Σύνταγμα του 1911, να χρησιμοποιείται στις δημόσιες υπηρεσίες. Η σημερινή γλώσσα που ονομάζεται «νέα ελληνική», είναι μια κατασκευασμένη διαχρονικά γλώσσα, από το εκπαιδευτικό σύστημα του ελληνικού κράτους, με ένα λεξιλόγιο κατά τα 2/3 νεκραναστημένων λέξεων, που οι φιλόλογοι άντλησαν από τα λεξικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Οι «Ρωμιοί» είναι μια πολιτισμική και όχι μια εθνική κοινότητα. Από την άλλη, χαρακτηρίζονται εδώ εθνικά «Έλληνες» οι αρχηγοί και τα μέλη των ένοπλων μισθοφορικών ομάδων που, ανεξάρτητα από τη μητρική τους γλώσσα, μάχονται στη Μακεδονία για να υλοποιήσουν τα σχέδια του Ελληνικού Βασιλείου. Γι’ αυτό σε όλο το έργο γίνεται λόγος για «ρωμαίικα» χωριά, αλλά για «ελληνικές» ένοπλες μισθοφορικές ομάδες ή σώματα (ή συμμορίες όπως αυτοαποκαλούνται).

4 Vogaciko ή Bogacko. Στα ελληνικά Βογατσικό(ν). Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Χρούπιστα (Hrupišta) του кαζά Καστοριάς. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.350 πατριαρχικοί Ρωμιοί.

5 Drjanovo. Δριάνοβο(ν) και Δρυάνοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 660 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Δρυόβουνο και το 1940 Δρυόβουνον.

6 Οι πρεσβευτές της Ρωσίας και της Αυστρίας κατήγγειλαν στην Υψηλή Πύλη τους μητροπολίτες Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, Πελαγωνείας Ιωακείμ Φορόπουλο και Σισανίου Σεραφείμ Σκαρούλη, «ως συμπράττοντες μετά των ελληνικών συμμοριών της Μακεδονίας και ως ηθικούς αυτουργούς της καταστροφής» του χωριού Ζαγκορίτσανη. Βλ. Εφημερίδα «Ακρόπολις», Τρίτη, 19 Απριλίου 1905.

7 Ο Βάρδας σημειώνει πως οι Έλληνες έλεγαν «κομίτες» τους αντάρτες και «κομιτατζήδες» τους φιλικά προσκείμενους στους «κομίτες. Βλ. Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 6.

8 Selica, Selce, Selsko. Σέλιτσα, Σέλτζε και Σιέλτσα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του ναχιγιέ Σιάτιστα ή Σάτιστα (Šatista) του καζά Ανασελίτσας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.600 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Κατωχώρι και το 1928 Εράτυρα.

9 Konsko. Κόνσκο, Κοντσικό(ν) και Κωντσικό(ν) στις ελληνικές πηγές. Χωριό του ναχιγιέ Σιάτιστα ή Σάτιστα του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 κατοικούσαν εδώ σχεδόν 1.000 άτομα. Ο οικισμός μετονομάζεται Γαλατινή το 1927.

10 Την εποχή εκείνη για τις ορθόδοξες εκκλησίες ίσχυε το παλαιό (Ιουλιανό) ημερολόγιο, ενώ για τους καθολικούς το νέο (Γρηγοριανό). Τα δυο ημερολόγια έχουν μεταξύ τους 13 ημέρες διαφορά. Έτσι η 1η Απριλίου του παλαιού ημερολογίου, είναι η 14η του νέου ημερολογίου. Όλες οι ημερομηνίες των ελληνικών εφημερίδων και των εγγραφών των ελληνικών προξενείων, το εξεταζόμενο εδώ διάστημα 1905-1908, είναι με το παλαιό ημερολόγιο. Στην Ελλάδα το νέο ημερολόγιο καθιερώθηκε το Μάρτιο του 1924.

11 Županišta. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζουπάνιστα και Ζιουπάνιστα. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Καστοριάς. Η Ζουπάνιστα συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και κάηκε γι’ αυτό από τον οθωμανικό στρατό. Τότε κάηκαν τα 120 σπίτια του χωριού και σκοτώθηκαν δώδεκα άτομα. Το 1912 και το 1928 ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 550 και 500 άτομα. Πολλοί κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν στο τέλος του εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Άνω Λεύκη. Μεταπολεμικά το χωριό ερήμωσε, όταν όσοι είχαν απομείνει στη Ζουπάνιστα μετοίκησαν κυρίως στο Όρμαν και την Καστοριά.

12 Gabreš. Στα ελληνικά το βρίσκουμε σαν Γκάμπρες, Γκαμπρές, Γκαμπρέσι, Γαβρέσι, Γάβρεση, Γαβρέσιον. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Κορεστίων του καζά Καστοριάς. Πολλοί από το Γκάμπρες συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν. Μεταξύ των ετών 1906-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» πέντε άτομα. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 650 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται Γάβρος. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί κάτοικοί του γίνονται πολιτικοί πρόσφυγες.

13 Šatista, Satista, Sačišta. Και Σιάτιστα στα ελληνικά. Έδρα του ομώνυμου ναχιγιέ, του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του οικισμού ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 6.300 άτομα.

14 Μακρής, σ. 92

15 Καούδης, σ. 100

16 Τα ονόματα των δύο αδελφών και κάποιες πληροφορίες για την πράξη βρίσκονται στις σημειώσεις του Βάρδα. Εκεί υπάρχει και επιστολή του Κ. Κατσιά από τη Γαλατινή, με ημερομηνία 11 Ιουνίου 1930, όπου θυμίζει στον Βάρδα, πως ο Μακρής είχε φτάσει εκεί με δεκαεπτά άνδρες για να συλλάβει αυτούς που πήγαιναν στη Θεσσαλία. Κατά την αιχμαλωσία τους γράφει «συνέβησαν πολλά επεισόδια», τα οποία αφορούν την ιστορία του χωριού, η δε «περιγραφή τους απαιτεί πολύ χρόνο και κόπο». Βλ. Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 6.

17 Ο διευθυντής της αθηναϊκής εφημερίδα «Εμπρός» Δημήτρης Καλαποθάκης ήταν και πρόεδρος του Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου, χωρίς αυτό να είναι δημόσια γνωστό. Του Κέντρου δηλαδή που στρατολογούσε και χρηματοδοτούσε (με τη συνδρομή του ελληνικού κράτους, αλλά και ιδιωτών) τις ελληνικές ένοπλες μισθοφορικές ομάδες που δρούσαν στη Δυτική Μακεδονία. Τα γραφεία του Εμπρός στην Αθήνα ήταν ταυτόχρονα και κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Όλες οι πληροφορίες των ελλήνων αξιωματικών και οπλαρχηγών, που δρούσαν στη Δυτική Μακεδονία, περνούσαν πρώτα από τα χέρια του Καλαποθάκη. Οι σφαγές και οι δολοφονίες που πραγματοποιούσαν οι Έλληνες εκεί, ήταν όλες γνωστές στο Εμπρός. Γι’ αυτό και οι «ειδήσεις» για τα μακεδονικά πράγματα που δημοσιεύονταν σε αυτή την εφημερίδα, όταν παραποιεί ή αντιστρέφει τα γεγονότα, δεν οφείλονται σε λάθος πληροφόρηση, αλλά εντάσσονται στον πόλεμο της προπαγάνδας, που έδινε το ελληνικό κομιτάτο. Σε αυτό το ιδεολογικό μέτωπο, που σφυρηλατούσε το εθνικό φρόνημα στο εσωτερικό της χώρας και προσπαθούσε να επηρεάσει την κοινή γνώμη στο εξωτερικό, το λεξιλόγιο των αρθογράφων, είναι παρόμοιο με εκείνο των πολεμικών ανακοινωθέντων.

Οι πέντε πρώτες σε κυκλοφορία ελληνικές εφημερίδες ήταν κατά σειρά, το Μάιο του 1905, οι: Χρόνος, Εμπρός, Καιροί, Σκριπ και Ακρόπολις. Το Εμπρός ήταν πρώτο σε κυκλοφορία στην Αθήνα.

18 Ο ελληνικός τύπος της εποχής, όταν αναφέρεται σε πολιτικά αυτονομιστές και σε θρησκευτικά εξαρχικούς Μακεδόνες τους χαρακτηρίζει «Βούλγαρους», όταν δε αναφέρεται σε εκκλησιαστικά πατριαρχικούς Μακεδόνες τους ονομάζει «Έλληνες». Ένα μακεδονικό χωριό, όταν είναι εξαρχικό, ονομάζεται «βουλγάρικο». Όταν όμως το ίδιο, τρομοκρατημένο από τη δράση των ελλήνων μισθοφόρων, δηλώνει υποταγή στο Πατριαρχείο, βαφτίζεται διά μαγείας «ελληνικό». Αυτή ήταν η ελληνική ορολογία της εποχής και σε αυτή έχουν επιστρέψει ξανά οι σύγχρονοι έλληνες μακεδονολόγοι.

19 Στις 10 Απριλίου η εφημερίδα «Αθήναι» γράφει πως παρά το χωριό «Κούντσικο» δόθηκε μεγάλη μάχη ανάμεσα στο σώμα του Μακρή και σε ληστές «Βούλγαρους». Σύμφωνα με την «είδηση», έξι ληστές σκοτώθηκαν, ενώ οι άλλοι το έσκασαν για να σωθούν. Στις 13 Απριλίου η εφημερίδα «Καιροί», γράφει για σύγκρουση στο ίδιο μέρος, ανάμεσα στην ομάδα του Μακρή και εικοσαμελή συμμορία, που κράτησε πέντε ώρες. Το αποτέλεσμα της «μάχης», σύμφωνα με την εφημερίδα, ήταν δυο νεκροί και πέντε ελαφρά τραυματίες από την πλευρά των Ελλήνων, ενώ οι αντίπαλοι άφησαν φεύγοντας έξι νεκρούς και δύο που αιχμαλωτίσθηκαν.

20 Ο Σταμάτης Ράπτης πλάθει στην «Ιστορία» του (σ. 469) ένα παραμύθι για «μια σπείρα λαθρεμπόρων όπλων» που συνεργάζεται με τους κομίτες, τους οποίους συλλαμβάνει ο Μακρής κοντά στο «Κοντσικό». Κατά τον έλεγχο που τους κάνει, βρίσκει σε μεγάλα κοφίνια με φρούτα που έχουν μαζί τους, να υπάρχουν μέσα κρυμμένα όπλα. Τους ζητάει εξηγήσεις γι’ αυτό και καθώς δεν παίρνει πειστικές εξηγήσεις τους «τιμωρεί παραδειγματικά».