Ελληνικός Αντιμακεδονικός Αγώνας. Τόμος πρώτος (1903-1905)

 









 



 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

 

ελληνικοσ

αντιμακεδονικοσ

αγωνασ

 

α΄

 

Από το ΄Ιλιντεν στη Ζαγκορίτσανη

(1903 - 1905)

 

 

 


Περιεχόμενα

 

Εισαγωγή

Η επανάσταση του ΄Ιλιντεν

Οι δέκα κρητικοί μισθοφόροι του Καραβαγγέλη

Η αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών

Η σύλληψη του Κώτα

Η συμμορία του Παύλου Μελά

Ο ματωμένος γάμος

Η είσοδος της συμμορίας του Βάρδα

Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη

Επίλογος

Βιβλιογραφία

 

 


Εισαγωγή

 

 

Ε

λληνικό αντιμακεδονικό αγώνα, χαρακτηρίζω την περίοδο εκείνη που στην ελληνική εθνική ιστορία είναι γνωστή ως μακεδονικός αγώνας. Πρόκειται για ένα σημαντικό κεφάλαιο της νεότερης βαλκανικής ιστορίας, που η ελληνική ιστοριογραφία το έχει παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να καθιστά αγνώριστη την ιστορική αλήθεια, κατασκευάζοντας ένα εξ ολοκλήρου μυθικό αφήγημα, δομημένο σε διάφορα ψεύδη, διαγράφοντας σχεδόν τα ιστορικά γεγονότα.

Φυλλομετρώντας τη σχετική εθνική (: εθνικιστική) ελληνική βιβλιογραφία, βρίσκουμε έναν χαρακτηριστικό εκλαϊκευτικό «ορισμό» του λεγόμενου μακεδονικού αγώνα, στο βιβλίο του Παύλου Τσάμη:

Ο Μακεδονικός Αγών αποτελεί λαμπρή σελίδα της ιστορίας του ΄Εθνους, άγνωστη ακόμα στο πολύ κοινό, μολονότι πραγματεύεται μία από τις πιο δοξασμένες και μεγαλόπνοες προσπάθειες, που κατέβαλε η ελληνική φυλή. Ο αγώνας αυτός μπορεί να θεωρηθή σαν δεύτερος σημαντικός σταθμός στην εθνική ζωή, ύστερα από το 1821. Φαντάζει σαν μια φωτιά που, καίγοντας και φωτίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη την Μακεδονία, στάθηκε ικανή να την κρατήση ελληνική. Ο Μακεδονικός Αγών έχει να επιδείξη αφάνταστες αυτοθυσίες και απαράμιλλους ηρωισμούς, σημειώνει δε μία περίοδο ανατάσεως του ΄Εθνους.[1]

Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται και το σχετικό απόσπασμα ενός εθνικού (:εθνικιστή) ιστορικού, του Απόστολου Βακαλόπουλου:

Η θέση των Μακεδονομάχων, που με το αίμα τους στοίχειωσαν τη χώρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι στο πλάγι των αγωνιστών του 1821. Αν εκείνοι ανέστησαν το ελληνικό κράτος, αυτοί ανανέωσαν τους ηρωισμούς των και συμπλήρωσαν το έργο εκείνων. Πραγματικά ο ιστορικός που θεωρεί τα γεγονότα της εκατονταετίας 1821-1921 ξεχωρίζει τρεις μεγάλους σταθμούς: την επανάσταση του 1821, τον Μακεδονικόν αγώνα (τέλη 19ου - αρχές 20ού αι.) και την εξόρμηση του 1912-1913. Ο δεύτερος σταθμός που φτάνει στην ύψιστή του ακμή στα 1904 - 1908, γιατί τότε συστηματοποιείται και κορυφώνεται ο Μακεδονικός αγώνας, είναι συνεχής και έντονος, πλούσιος σε ηρωικές θυσίες, αλλά και σε επιτεύγματα.[2]

Για μια θεωρούμενη τόσο σημαντική εθνικά ιστορική περίοδο, έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία η γνώμη ενός κορυφαίου ηγέτη του ελληνικού πολιτικού συστήματος, του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και ο τελευταίος, λοιπόν, θεωρεί το μακεδονικό αγώνα μία από τις λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας του ΄Εθνους: τον αιματηρό και πολύπλευρο αγώνα του Μακεδονικού Ελληνισμού για να διασφαλίσει την εθνική του ταυτότητα και να αποκτήσει την ανεξαρτησία του.[3]

Αν επιχειρήσουμε να ενοποιήσουμε τα ανωτέρω, τότε θα λέγαμε πως ως μακεδονικός αγώνας θεωρείται στην ελληνική εθνική ιστορία ο ηρωικός αγώνας των Ελλήνων της Μακεδονίας κατά το διάστημα 1904-1908, για τη διατήρηση της εθνικής τους ταυτότητας και την ανεξαρτησία τους. ΄Ενας αγώνας που από εθνική άποψη πρέπει να θεωρείται ο δεύτερος σημαντικός σταθμός, μετά την επανάσταση του ’21.

Αυτός ωστόσο ο «ηρωικός αγώνας» υπάρχει μόνο στα βιβλία των ελλήνων ιστορικών. Εκείνο που συνέβη στην πραγματικότητα, μόνο αισθήματα ντροπής και θλίψης μπορεί να γεμίσει την πλειοψηφία των νεοελλήνων πολιτών.

Ο ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας, όπως πρέπει να λέγεται, είναι η συστηματική προσπάθεια που κατέβαλε το ελληνικό κράτος στις αρχές του αιώνα, για να χτυπήσει το εθνικό - δημοκρατικό αυτονομιστικό κίνημα των Μακεδόνων.

Στον αγώνα αυτόν, το ελληνικό κράτος και εθνικιστικό παρακράτος, συμμάχησε με το οθωμανικό κατεστημένο της εποχής. Λεφτά και όπλα διατέθησαν άφθονα, για τη συγκρότηση και αποστολή συμμοριών σε μη κατοικούμενα από Έλληνες μακεδονικά εδάφη, για να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και να ανακόψουν τη διαδικασία της μακεδονικής εθνογένεσης.

Οι ελληνικές μισθοφορικές συμμορίες, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, έσφαξαν, βίασαν και πλιατσικολόγησαν. ΄Εσπειραν τη φρίκη και το θάνατο στα μακεδόνικα χωριά και προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να εμποδίσουν την ανάπτυξη της εθνικής μακεδονικής ιδεολογίας και τον δημοκρατικό - αυτονομιστικό αγώνα των Μακεδόνων.

Στις σελίδες που ακολουθούν, με βάση τα δημοσιευμένα απομνημονεύματα και ημερολόγια των ελλήνων «μακεδονομάχων», καθώς επίσης και ένα πλήθος από ελληνικά ανέκδοτα ιστορικά ντοκουμέντα, παρουσιάζεται για πρώτη φορά η αντιμακεδονική φύση αυτού του αγώνα.

Στην ουσία πρόκειται για ένα ταξίδι επιστροφής, από το μύθο στην ιστορία.


 

 

Η επανάσταση του ΄Ιλιντεν

 


 

Σ

τις 20 Ιουλίου 1903 (με το παλαιό ημερολόγιο), ημέρα εορτής του προφήτη Ηλία, ξέσπασε στη Μακεδονία η επανάσταση που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως ΄Ιλιντεν (Илинден).

Το ΄Ιλιντεν προετοιμάστηκε μεθοδικά από την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ στα ελληνικά), γνωστή στους Μακεδόνες ως Внатрешна Македонска Револуционерна Организација ( Βνάτρεσνα Μακεντόνσκα Ρεβολουτσιόνερνα Οργκανιζάτσια ή ΒΜΡΟ) και στην Ευρώπη ως Internal Macedonian Revolutionary Organisation (IMRO). Η συμμετοχή του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, τόσο του εξαρχικού όσο και του πατριαρχικού, ήταν σχεδόν καθολική στις περιοχές όπου ξέσπασε η επανάσταση (κυρίως στη Δυτική Μακεδονία).

Το ΄Ιλιντεν αντιμετωπίστηκε εχθρικά από το ελληνικό κράτος, τα προξενικά όργανα του οποίου συνεργάστηκαν με τους Οθωμανούς για την κατάπνιξή του. Η έκρηξη ενός επαναστατικού κινήματος που αγωνιζόταν για τη δημιουργία ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους τρόμαξε το ίδιο Τούρκους και ΄Ελληνες. Οι πρώτοι έχαναν το ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας τους και οι δεύτεροι την κληρονομιά από πιθανή αποσύνθεση του μεγάλου άρρωστου αδελφού.

Η επανάσταση του ΄Ιλιντεν πνίγηκε στο αίμα. Πατριαρχικός κλήρος και σπιούνοι της ελληνικής κυβέρνησης τέθηκαν στην υπηρεσία του οθωμανικού στρατού και των βαζιβουζούκων. Πυρπολήσεις χωριών, φόνοι άμαχων γυναικόπαιδων και πλιάτσικο των πάντων, ήταν η απάντηση του οθωμανικού κράτους. ΄Ολη η Ευρώπη βρέθηκε στο πλευρό των μακεδόνων επαναστατών, εκτός της Ελλάδας που τους αποκήρυξε και τους συκοφάντησε.

Ο έλληνας αναγνώστης που θα προσφύγει σήμερα στην ελληνική περί μακεδονικού βιβλιογραφία, θέλοντας να σχηματίσει μια άποψη για το ΄Ιλιντεν, θα διαβάσει τα εξής ψεύδη:

α) Το ΄Ιλιντεν ήταν ένα βουλγάρικο κίνημα που εκδηλώθηκε στη δυτική Μακεδονία το καλοκαίρι του 1903.

β) Πήραν μέρος σ’ αυτό κυρίως σλαβόφωνοι σχισματικοί (εξαρχικοί) αγρότες καθοδηγούμενοι από τους κομιτατζήδες.

γ) Ελάχιστοι πατριαρχικοί (σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι αλβανόφωνοι) συμμετείχαν στο ΄Ιλιντεν, κι αυτοί εξαναγκασμένοι από τα κομιτάτα, υπό την απειλή του θανάτου.

δ) Οι αντάρτες χτύπησαν βίαια τόσο τον άμαχο μουσουλμανικό πληθυσμό, όσο και τους πατριαρχικούς.

ε) Τα αιματηρά αντίποινα του οθωμανικού στρατού ήταν αναμενόμενα από την ηγεσία του κινήματος και μάλιστα επιδιωκόμενα, ώστε να προκαλέσουν την ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων της εποχής για την επιβολή μεταρρυθμίσεων.

στ) Σε τελευταία ανάλυση το κίνημα του ΄Ιλιντεν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επανάσταση ή λαϊκή εξέγερση.

΄Ολοι οι έλληνες συγγραφείς που έγραψαν κάτι για το ΄Ιλιντεν, συμφωνούν λίγο ως πολύ στα παραπάνω σημεία, τα οποία και συνιστούν την ελληνική θέση. Η θέση αυτή ωστόσο υπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες και είναι ενταγμένη στην ελληνική προπαγανδιστική συνολική άποψη του ελληνικού κράτους για το μακεδονικό ζήτημα.

Γιατί το ΄Ιλιντεν πρέπει να είναι βουλγαρικό και ψευδεπανάσταση, το αποκαλύπτει ο κορυφαίος αντιμακεδόνας προπαγανδιστής και για δεκαετίες σύμβουλος του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών Ευάγγελος Κωφός, σε εισήγησή του στο συμπόσιο για τα ογδόντα χρόνια του μακεδονικού αγώνα, που συνδιοργάνωσαν το 1984, το ΙΜΧΑ, η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα:

Η εξέγερση του ΄Ιλιντεν έχει πάρει πλέον διαστάσεις στη γιουγκοσλαβομακεδονική ιστοριογραφία ανάλογες εκείνων της αμερικανικής, της γαλλικής και της ελληνικής επανάστασης, γράφει ο Κωφός. ΄Εχει επίσης - συνεχίζει - περιβληθεί το μύθο συγκλονιστικού έπους, που συνδυάζει την παλλαϊκή εξέγερση ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία και την ιδεαλιστική ενατένιση μιας δημοκρατικής και ισόνομης κοινωνίας, με την ενεργητική προβολή της εθνικής ιδιαιτερότητας του «μακεδονικού» λαού. [Και όλα αυτά εξυπηρετούν] όχι μόνο τη σχετική φιλολογία για τη γέννηση του «μακεδονικού» έθνους, αλλά και προσπάθεια απάλειψης οποιασδήποτε βουλγαρικής σύνδεσης μ’ αυτό.[4]

Αν επομένως ενοχλεί το ιστορικό γεγονός μιας λαϊκής μακεδονικής επανάστασης (γιατί εντάσσεται στη διαδικασία της μακεδονικής εθνογένεσης), το υποβαθμίζεις σε βουλγαρική ψευτο - εξέγερση. Στην περίπτωση δηλαδή του ΄Ιλιντεν, η ελληνική ιστοριογραφία εφαρμόζει για πολλοστή φορά το αγαπημένο της δόγμα: εάν τα γεγονότα δεν συμφωνούν μαζί μας, τότε τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα.

Το ΄Ιλιντεν είναι πράγματι για τους Μακεδόνες σημείο αναφοράς και σύμβολο αγώνα, συνδεόμενο με τον εθνικό αυτοκαθορισμό (σύμφωνα με τις σύγχρονες περί εθνογένεσης αντιλήψεις). Αποτελεί την κορυφαία πράξη του αντιοθωμανικού λαϊκού επαναστατικού μακεδονικού κινήματος, που προηγείται και προκαλεί τη μισθοφορική ελληνική αντεπαναστατική επέμβαση, τον ελληνικό δηλαδή αντιμακεδονικό αγώνα.

Στο κεφάλαιο αυτό, το ΄Ιλιντεν ανασυντίθεται με βάση τα σχετικά ανέκδοτα ντοκουμέντα του ιστορικού αρχείου του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Το υλικό αυτό έχουν χρησιμοποιήσει με επιλεκτικές αναφορές και επιλεκτικότερες αποκρύψεις οι έλληνες πανεπιστημιακοί Νικόλαος Βλάχος[5] και Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος[6].

Οι προαναφερόμενοι συγγραφείς επεδίωξαν, εφαρμόζοντας την προκρούστεια μέθοδο, να φέρουν το ΄Ιλιντεν στα μέτρα των αναγκών της ελληνικής προπαγάνδας. Οι ειδήσεις των ελληνικών πηγών αναδεικνύουν ωστόσο πράξεις και καταστάσεις που αναιρούν το ιστορικό έργο τους και επιβεβαιώνουν την αφερεγγυότητα του λόγου τους.

 

Τ

ο πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σχετικά με το ΄Ιλιντεν, είναι τα αίτια που το προκάλεσαν. Ποιες ήταν δηλαδή, οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επαναστατικοποίησαν τον μακεδονικό αγροτικό πληθυσμό στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο πρόξενος στο Μοναστήρι (ή Bitola) Πεζάς, γράφει σχετικά ένα χρόνο περίπου πριν το Ίλιντεν, στις 2 Μαΐου 1902, σε έκθεση προς τον πρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης:

΄Οπως πεισθή η Υμετέρα Εξοχότης ότι δεν παραλογίζομαι, αρκεί να λάβη υπ’ όψει ότι τα κύρια αίτια τα γεννήσαντα και αναπτύξαντα την κατάστασιν ταύτην παραμένουσι πάντοτε αμετάβλητα. Η Τουρκική διοίκησις ούτε εβελτιώθη ούτε υπάρχει ελπίς να βελτιωθή υπό το παρόν σύστημα. Η διαφθορά των υπαλλήλων θα εξακολουθήση ως και πρότερον, διότι ουδεμίαν βλέπω σοβαράν προσπάθειαν προς αναχαιτισμόν της οικονομικής του κράτους παραλυσίας, ήτις είνε η κυρία αφορμή της διαφθοράς των υπαλλήλων.

Και συνεχίζει: Αι καταπιέσεις των χριστιανών εκ μέρους των αγροφυλάκων, των βέηδων και των στρατιωτικών αποσπασμάτων είνε πάντοτε εις την ημερησίαν διάταξιν, αι ασχημίαι δ’ αύται, ας δεν δύναται να προλάβη η κεντρική διοίκησις, θα καθιστά πάντοτε προθύμους τους χωρικούς εις τας έστω και απατηλάς εισηγήσεις των συμμοριτών.[7]

Η άθλια κατάσταση στην οποία έχει περιπέσει πριν την επανάσταση του ΄Ιλιντεν ο μακεδόνας χριστιανός αγρότης, αποτυπώνεται επίσης και στο πρόγραμμα δράσης του έτους 1903, των Τσεντραλιστών, της αριστερής αυτονομιστικής πτέρυγας του ΒΜΡΟ:

Μέχρι τούδε η Τουρκική Διοίκησις αγνοεί τί εστί ευδαιμονία και πώς αυτή εξασφαλίζεται. Οι φόροι ους εξακολουθούσι πληρόνοντες οι χριστιανοί είναι φόροι δουλείας εξ’ ων ουδέ καν μέρος διατίθεται προς εξασφάλισιν της ευδαιμονίας αυτών. Οι δρόμοι κατασκευάζονται δι’ αγγαρείας και εκ τούτων επωφελείται το κυρίαρχον έθνος. Ο τρόπος της εισπράξεως των φόρων και της δεκάτης είναι εξ εκείνων οίτινες εις τα άλλα κράτη από πολλού κατεδικάσθησαν εις θάνατον. Ουδεμίαν βοήθειαν παρέχει εις την εκπαίδευσιν του έθνους, όπερ καίτοι δι’ ιδίων αυτού δυνάμεων αγωνιζόμενον εμποδίζεται πολλαχώς υπό της Αρχής, διότι η καταδίκη του έθνους εις αμάθειαν αποτελεί εν εκ των πολλών συμφερόντων του κυριάρχου έθνους. Ο προορισμός του στρατού είναι μάλλον η φύλαξις των υπηκόων εν υποταγή, παρά η υπεράσπισις της χώρας κατά των έξωθεν εχθρών. Ο δε των δικαστηρίων και της διοικήσεως δεν είναι η απονομή της δικαιοσύνης και η εξασφάλισις της τάξεως, αλλά μάλλον η εξυπηρέτησις των συμφερόντων του κυριάρχου έθνους και τρομοκράτησις του δουλεύοντος. Οι εντεταλμένοι την φύλαξιν της ζωής των υπηκόων αυτοί πρώτοι κρατούσι πάντοτε εν τρόμω και κινδύνω αυτήν. Τα δικαιώματα του ανθρώπου και η προσωπική αξία παρά τοις χριστιανοίς της Μακεδονίας ουδεμίαν κέκτηνται σημασίαν. Εκτός του ότι οι χριστιανοί της Μακεδονίας πανταχού γίνονται αντικείμενον εξευτελισμού και περιφρονήσεως, το να δύνανται μόνον να ζώσι θεωρείται παρά της Κυβερνήσεως εξαιρετική χάρις απονεμομένη αυτοίς παρά του Κυριάρχου κράτους. Η οικογενειακή τιμή και ζωή συνιστάμεναι μόνον εις ξηράς λέξεις, θεωρούνται ως μη υπάρχουσαι. Ταύτα ευρίσκονται εις την διάκρισιν των Τούρκων ως είδος παιγνίου. Θρησκεία, ήθη, έθιμα και θρησκευτικά αισθήματα χρησιμεύουν εις διασκεδάσεις τοις Μουσουλμάνοις. Διά ταύτα ούτε έλεγχος ούτε προστασία υπάρχει. Είς εκ των όρων της προόδου ενός έθνους είναι η διατήρησις της ευρωστίας αυτού. Εν Μακεδονία και Ανδριανουπόλει ουδέ καν λόγος περί αυτής δύναται να γίνη, διότι εις τας χώρας ταύτας ο λαός ευρίσκεται εις πολύ κατωτέραν θέσιν των ζώων απέναντι των κυρίων αυτού.

Οι Τσεντραλιστές ηγούνται του ΄Ιλιντεν το καλοκαίρι του 1903. Ας δούμε λοιπόν στο ίδιο έγγραφο το πολιτικό πρόγραμμα τους, για το οποίο μόνο μισόλογα ψελλίζουν οι έλληνες ιστορικοί.

Αφού πρώτον ο λαός διαφωτισθή περί της καταστάσεώς του, πρέπει να διδαχθή ότι, εν η περιπτώσει αλλάξη αύτη θα αντικατασταθή υπό νέου καθεστώτος παρέχοντος τελείας εγγυήσεις ασφαλείας ζωής και τιμής, αλλά προς επιτυχίαν τούτου πρέπει να κατηχηθή ότι έχει ανάγκην πολέμου καλώς ωργανωμένου και δυναμένου να διαρκέση πολύν χρόνον. Καθ’ ην ώραν γίνηται η κατήχησις, όταν υπάρχουσι και Τούρκοι πρέπει να εμπνεύσητε ότι αποβλέπετε προς εν καθεστώς συνταγματικόν παρέχον εγγυήσεις απονομής δικαιοσύνης εξ ίσου εις όλας τας τάξεις και φυλάς και να επιστήσητε την προσοχήν του λαού εις αυτό το σημείον. Καθ’ ον χρόνον διαφωτίζετε τα πνεύματα των πολεμιστών δεν πρέπει να παραμελήτε να επισύρητε την προσοχήν αυτών επί του Μακεδονικού ζητήματος υπό έποψιν διεθνήν. Πρέπει να εθίσητε αυτούς να μη αναμένωσι καμμίαν βοήθειαν παρά της Ρωσσίας, Αυστρίας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Ελλάδος, αλλά να βασίζωνται επί της ιδίας αυτών δυνάμεως. Πρέπει ν’ αναπτύξετε αυτοίς ότι η ελευθερία δεν δίδεται ως ελεημοσύνη εις τους λαούς αλλ’ αυτή αποκτάται διά των όπλων, και όταν το όπλον ευρίσκεται εις την χείρα τότε και η δύναμις αυξάνει.

Οι Τσεντραλιστές ακολουθούν την επαναστατική αρχή ότι ο λαός πρέπει να στηρίζεται στις δικές του και μόνο δυνάμεις. Ο λαός, υπογραμμίζεται, δεν πρέπει να εξαπατάται εκ των λόγων ότι θα δυνηθή να απαλλαγή του ζυγού, είτε διά της Βουλγαρίας, είτε διά τινος άλλης δυνάμεως, απ’ εναντίας πρέπει να έχη την πεποίθησιν ότι διά των εν δουλεία μεν διατελουσών, αλλ’ εσχάτως διοργανωθεισών ιδίων αυτού δυνάμεων θα δυνηθή ν’ ανακτήση την ανεξαρτησίαν αυτού.

Η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους και η βαλκανική ομοσπονδία είναι ο τελικός στόχος των Τσεντραλιστών. Πρέπει, σημειώνεται, να διαφωτισθή ο λαός περί του Μακεδονικού ζητήματος υπό διεθνή έποψιν και να πεισθή ότι η Μακεδονία ένεκα λόγων εθνολογικών είναι αδύνατον να προσαρτηθή εις οιονδήποτε άλλο κράτος. Είναι ανάγκη να διαφωτισθή ο λαός ότι σκοπός των ομόρων κρατών δεν αποβλέπει εις την απολύτρωσιν αυτού αλλ’ εις την διά προσαρτήσεως επαύξησιν της χώρας των διά διαμελισμού της Μακεδονίας. Η ιδέα της ενώσεως των Βαλκανικών κρατών θα χρησιμεύση ως βάσις προς ένωσιν αυτών, τα δε ειρημένα κράτη πρέπει να πεισθώσιν ότι η σωτηρία όλων εν τούτω έγκειται, η Μακεδονία θέλει χρησιμεύση ως κέντρον της Ενώσεως ταύτης.[8]

Στα παραπάνω αποσπάσματα περιγράφεται καθαρά η επαναστατική κατάσταση που έχει δημιουργήσει η οθωμανική κακοδιοίκηση καθώς και ο αυτονομιστικός προσανατολισμός της τσεντραλιστικής μακεδονικής ηγεσίας.

Ας περάσουμε λοιπόν τώρα στον παράγοντα ελληνικό κράτος. Ποια δηλαδή ήταν η πολιτική του, μέσω της διπλωματίας και των πρακτόρων του, μπροστά στο ενδεχόμενο του ξεσπάσματος επανάστασης στη Μακεδονία.

Αποκαλυπτική απάντηση μας δίνει μια άλλη έκθεση του προξένου στο Μοναστήρι Κιουζέ Πεζά προς τον έλληνα πρωθυπουργό (Ιανουάριος 1902).

Στο Μοναστήρι έχει αναλάβει καθήκοντα νέος βαλής, ο Εδίπ Πασάς. Ο έλληνας πρόξενος ενημερώνει την ελληνική κυβέρνηση για τη συνάντησή του με το νέο βαλή και για τα όσα κουβέντιασαν. Απ’ όσα γράφει, προκύπτει πως υπάρχει διαταγή του μεγάλου βεζίρη προς τη γενική διοίκηση Μοναστηρίου για στενή συνεργασία με το ελληνικό προξενείο προς αντιμετώπιση των επαναστατών.

Την διαταγήν ταύτην εις μάτην ανεζήτησεν ο Εδίπ Πασσάς, ως ρητώς με διαβεβαίωσε, γράφει ο Πεζάς, δυστυχώς δε ούτε νεωτέραν τινά έλαβε μέχρι σήμερον περί του αντικειμένου τούτου διαταγήν, καίτοι η Β. Πρεσβεία διά του υπ’ αριθμ. 1195 από 28 Δεκεμβρίου παρελθόντος έτους εμπιστευτικού αυτής εγγράφου ανήγγειλε και εμοί ότι ο Μέγας Βεζύρης υπεσχέθη να δώση ρητήν διαταγήν προς τον νέον Γενικόν Διοικητήν.

Ο Πεζάς προτείνει λοιπόν να ζητηθεί από τον έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, να ξαναρωτήσει τον μεγάλο βεζίρη αν έδωσε την εντολή στο νέο βαλή Μοναστηρίου. Εάν υπεμιμνήσκετο, παρατηρεί, τω Μ. Βεζύρη υπό της Β. Πρεσβείας η εκτέλεσις της υποσχέσεως ταύτης μεγάλως θα διηυκολύνετο η θέσις μου, διότι ό,τι σήμερον πράττω ανεπισήμως και εξ αμοιβαίας φιλοφροσύνης μετά του Βαλή, θα περιβληθή τότε τον τύπον επιτακτικού καθήκοντος αμφοτέρωθεν και αναγκαίας υπακοής εις τας διαταγάς των ημετέρων Κυβερνήσεων. Τούτου ένεκα παρακαλώ και αύθις να γένηται επειγόντως η προσήκουσα υπόμνησις τω Μ. Βεζύρη.

Ο Πεζάς ενημερώνει πάντως το βαλή για τις κινήσεις των επαναστατών, δίνοντάς του κάθε πληροφορία που έχει μαζέψει μέσω των πρακτόρων του.

Συμμορφούμενος, λέει, προς τας δοθείσας μοι διά του υπ’ αριθ. 3040 από 14 Δεκεμβρίου π.ε. Υμετέρου εγγράφου οδηγίας ανεκοίνωσα τω Εδίπ πασσά εντός των διαγραφομένων μοι ορίων πολλάς πληροφορίας, ας θεωρώ περιττόν ν’ αναγράψω ενταύθα, και επί πολλών σημείων επέστησα την προσοχήν αυτού. ΄Ελαβε σημειώσεις και μοι υπεσχέθη ότι εντός ολίγου θα ενεργήση καταλλήλως.

Στη συνέχεια ο Πεζάς εξηγεί στο βαλή γιατί οι ΄Ελληνες αγαπούν τόσο τους Τούρκους και ενδιαφέρονται για το καλό της αυτοκρατορίας.

Εις τον Εδίπ Πασσάν, γράφει, δεν παρέλειψα να αναπτύξω την αλληλεγγύην των εν Μακεδονία ελληνοτουρκικών συμφερόντων καταστήσας αυτώ καταληπτόν ότι ημείς χάριν της εθνικής ημών αρτιότητος ενδιαφερόμεθα όσον ουδείς άλλος λαός υπέρ της ησυχίας και της ευημερίας της Τουρκίας, ως περικλειούσης εν τοις ορίοις αυτής την μεγίστην του ημετέρου έθνους μερίδα, ότι έδει να έχωσιν οι Τούρκοι ακράδαντον πεποίθησιν ότι ειλικρινώς θέλομεν να συνεργασθώμεν μετ’ αυτών, διότι ο απειλών κίνδυνος και ημάς εξίσου απειλεί. Είναι φυσικώτερον, τω είπον, να ενδιαφερόμεθα περί της τύχης των εν Μακεδονία ημετέρων ομοφύλων και ανησυχώμεν διά τα εν αυτή συμβαίνοντα, διότι ως γείτονες δεν δυνάμεθα ή να φροντίζωμεν περί της προφυλάξεως και της υμετέρας οικίας, αφού είνε γνωστόν ότι πυρπολουμένης της ιδικής σας κατ’ ανάγκην θα μεταδοθή το πυρ και εις την συνεχομένην ημών.

Παρ’ όλα αυτά ο κίνδυνος της επανάστασης είναι ορατός, και το χειρότερο για το ελληνικό προξενείο είναι πως και οι πατριαρχικοί πληθυσμοί προσχωρούν στο επαναστατικό κίνημα:

΄Οτι πάντες οι σχισματικοί ασπάζονται νυν τας επαναστατικάς ιδέας του Κομιτάτου, περί τούτου ουδεμία επιτρέπεται αμφιβολία πλέον, αλλά το λυπηρόν είνε ότι και οι πλείστοι των ελληνιζόντων σλαβοφώνων, τούτο μεν ένεκα της Τουρκικής κακοδιοικήσεως, τούτο δε ένεκα της τρομοκρατίας, ην ενέπνευσαν αι συμμορίαι, φαίνονται και αυτοί προσχωρήσαντες κατά το μάλλον και ήττον εις τας αυτάς ιδέας παρά πάσας τας ημετέρας αντιδράσεις και νουθεσίας. Και είνε μεν ούτοι εφεκτικώτεροι οπωσδήποτε των σχισματικών, αλλά και αυτοί φιλοξενούσι τους συμμορίτας, απέχοντες από πάσης σχετικής ανακοινώσεως. Συμπεριφέρονται άλλως τε προς αυτούς οι πράκτορες του Κομιτάτου μετά πολλής επιτηδειότητος παραινούντες αυτούς να συμφιλιωθώσι μετά των σχισματικών αυτών αδελφών και να υποστηρίξωσι τον υπέρ των χριστιανών εν γένει αγώνα των χωρίς ν’ αποβλέπωσιν εις διακρίσεις μεταξύ σχισματικών και ορθοδόξων.

Το τελικό συμπέρασμα του Πεζά είναι ότι έτσι που ήρθε η κατάσταση, καλύτερα να ξεσπάσει πρόωρα η επανάσταση, ώστε να κατασταλεί και πιο εύκολα.

Βαθμηδόν ήρχισα να σχηματίζω την γνώμην, γράφει, ότι όπου έφθασαν τα πράγματα συμφέρει ίσως ημίν να εκραγή όσον τάχιον το διοργανούμενον επαναστατικόν κίνημα, αν πρόκειται τούτο να επιφέρη μεταβολήν του καθεστώτος, διότι η ευχερής καταστολή αυτού άνευ άλλης τινός συνεπείας θα φέρη μόνη εις συναίσθησιν τους Μακεδόνας και πάντως θα ωφελήση τον ημέτερον αγώνα.[9]

H επανάσταση αρχίζει οργανωμένα το απόγευμα της Κυριακής 20 Ιουλίου 1903. Η μαζική συμμετοχή του πληθυσμού στην προετοιμασία της, έκανε φυσικά κοινό μυστικό την ημερομηνία της έναρξης.

Ο νέος έλληνας πρόξενος στο Μοναστήρι Κ. Κυπραίος είναι ενήμερος από τους πληροφοριοδότες του για την επερχόμενη επανάσταση. Δυο μέρες πριν αυτή ξεσπάσει, σημειώνει:

Τη προσεχεί Κυριακή 20 Ιουλίου την εσπέραν οι χωρικοί υποχρεούνται να λάβωσι τα όπλα και επιτεθώσι κατά Τουρκικών χωρίων μόνον προς το παρόν, καταστρέψωσι δε παν Τουρκικόν είτε πύργον, είτε οικίαν, είτε συγκομιδήν.[10]

Συμπληρώνει μάλιστα λίγες μέρες αργότερα, σε αναφορά του προς τον πρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης, πως την πληροφορία αυτή τη μετέφερε αμέσως, όπως εξάλλου συνήθιζε πάντα να κάνει, στην οθωμανική διοίκηση:

Μοι εγνώρισαν εμπιστευτικώς ότι την εικοστήν του μηνός, ημέραν Κυριακήν και εορτήν του Προφήτου Ηλιού, κηρύσσεται αφεύκτως η επανάστασις, και μοι καθώρισαν τα σημεία της συγκεντρώσεως των επαναστατών. Τούτο δεν έλειψα ν’ ανακοινώσω τω Γενικώ Διευθυντή και συστήσω Αυτώ, ως και πάντοτε έπραττον, να λάβη τα απαιτούμενα προς προφύλαξιν ιδίως των ημετέρων χωρίων μέτρα. Ο Γενικός Διοικητής όμως δεν ηθέλησε να λάβη υπ’ όψει τας συστάσεις μου και τας ανακοινώσεις μου απέδιδεν εις απλάς διαδόσεις των οπαδών του Κομιτάτου.[11]

Ο πρόξενος Κ. Κυπραίος περιγράφει, στις 24/7, αναφερόμενος στον υπουργό των Εξωτερικών Α. Σκουζέ, τις πρώτες στιγμές της επανάστασης, το απόγευμα της 20 Ιουλίου, στην πρωτεύουσα του βιλαετίου. Το σύνθημα δίνεται με μεγάλες φωτιές που ανάβουν σε προκαθορισμένα σημεία οι επαναστάτες. ΄Εξω από τη Μπίτολα [Bitola][12] ανάβουν δυο πυρκαϊαί εις θημωνιάς κατά τα δύο άκρα της πόλεως, ανατολικόν και δυτικόν, κειμένας, σημείον ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος.

Περιγράφει επίσης τη μεγάλη πανηγυρική σημαία του κομιτάτου. Φέρει χρυσά κρόσσια και την επιγραφήν «Λαέ θάρρος ο Θεός μεθ’ ημών» ετέρωθεν «Ελευθερία ή Θάνατος» και τα ονόματα 11 πόλεων της Μακεδονίας, εν αρχή τα Βιτώλια, έπειτα Φλώρινα, Καστορία, Αχρίς, Στρώμνιτσα κλπ, έπειτα διά κεφαλαίων γραμμάτων «Β΄ Κομιτατικόν Τμήμα».[13]

Στο ίδιο έγγραφο διαβάζουμε πως εκείνο το βράδι η επαναστατική σημαία υψώθηκε στα χωριά Smilevo[14] και Bukovo[15] του καζά Μοναστηρίου. Επίσης, ότι επυρπολήθηκαν χάνια τινά ανήκοντα εις Τούρκους βέηδες και ότι εκόπησαν άπαντα τα τηλεγραφικά σύρματα τα συνδέοντα την πόλιν μετά του λοιπού κόσμου.

Τις επόμενες μέρες η επανάσταση γενικεύεται. Τα βουνά γεμίζουν με χιλιάδες ένοπλους μακεδόνες αγρότες. ΄Ολα σχεδόν τα χωρία αφήκαν και αλώνια και ζώα και οικίας και έφυγαν εις τα όρη οι δυνάμενοι να φέρωσιν όπλα. Εις πολλά χωρία έμειναν ολίγιστοι διότι έφυγαν και αυταί αι γυναίκες. Συμπλοκαί γίνονται εις πολλά μέρη, διαβάζουμε σε τηλεγράφημα του προξενείου Μοναστηρίου.[16] Στο ίδιο τηλεγράφημα γίνεται γνωστή η κατάληψη της κωμόπολης Krušovo.[17]

Στο έγγραφο ξαναγίνεται λόγος για την εγκατάλειψη των χωριών: χωρία τινά εγκατελήφθησαν υπό των κατοίκων απάντων. Π.χ. ο Χριστόφορος [Kristofor][18], το Ζαμπύρδενι [Zabärdeni][19], η Ρόσνα [Rosna][20], η Μπάνιτσα [Banica][21], το Τσερέσοβον [Cerovo][22] και άλλα. Τα γυναικόπαιδα τινών εξ’ αυτών επέστρεψαν την 22 Ιουλίου. Ομοίως και χωρικοί επιστρέφουσιν εις τας εστίας αυτών, πιθανώς οι υπεράριθμοι.

Η ανάγκη διακοπής της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας, προς αποφυγή μεταφοράς στρατιωτικών μονάδων και πολεμοφοδίων από τη Θεσσαλονίκη, ωθεί τους επαναστάτες να καταστρέψουν τις γραμμές του τρένου: η σιδηροδρομική γραμμή δις εβλάβη υπό των ανταρτών, παρά το Εξή-σου [Ekši Su][23] την 21 Ιουλίου μετετέθησαν σιδηραί τινές ράβδοι, την 22 Ιουλίου ανετινάχθη μικρά τις γέφυρα. Την αυτήν ημέραν οι παρά την γραμμήν στρατιώται εν Πέτορακ [Petorak][24] προσέλαβον αντάρτας, επιχειρούντες να καταστρέψωσι την γραμμήν.[25]

Ο Κυπραίος αποκαλεί περιφρονητικά τους επαναστάτες λησταντάρτας. Ομολογεί όμως με θλίψη ότι σήμερον κατά χιλιάδας αριθμούνται, και απαριθμεί τις επιτυχίες τους:

Σχεδόν άνευ αντιστάσεως κατέλαβον εν των κυριοτέρων σημείων του τμήματος τούτου, το Κρούσοβον, Β. της πόλεως Μοναστηρίου, ΒΔ. δε το Σμήλεβον και πολλά χωρία του διαμερίσματος της Πρέσπας και Καστορίας, ως και πάντα τα ημέτερα Μοναστήρια, οίον του Παραλόβου, Δράγος, Βελουσίνης κ.α.[26]

Στις 25 Ιουλίου φτάνει στο Μοναστήρι τηλεγράφημα του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών με σαφέστατη εντολή προς τον Κυπραίο: Ανάγκη να καταβληθή διά πάσης θυσίας πάσα προσπάθεια ίνα μη ημέτεροι [δηλαδή πατριαρχικοί] συμμετάσχωσι κινήματος. Αφήνει δε στον πρόξενο την πρωτοβουλία κατανομής και αξιοποίησης των πρακτόρων. Προτείνει εάν κριθή παρ’ υμών χρήσιμος αποστολή πρακτόρων εις ύπαιθρον χώραν και διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ζήτημα χρημάτων προκειμένου να προωθηθούν τα ελληνικά συμφέροντα. Η ελληνική κυβέρνηση, ως κατ’ επανάληψιν εδήλωσεν, αναλαμβάνει πάσαν απαιτηθησομένην δαπάνην. Μέχρι της αποστολής δε νέων ποσών δι’ απρόβλεπτα, σας εξουσιοδοτεί να δαπανάτε εκ των εκπαιδευτικών.[27]

Την άλλη μέρα, 26 Ιουλίου, ο Κυπραίος απαντά στο τηλεγράφημα της ελληνικής κυβέρνησης. Πιστεύει πως δεν είναι δυνατή η δι’ ημετέρων πρακτόρων αναχαίτισις των επαναστατών. Ενημερώνει ότι εφ’ όσον δυνάμεθα βοηθούμεν τας Τουρκικάς Αρχάς προς καταστολήν του κινήματος και προβληματίζεται μήπως θα έπρεπε, με κίνδυνο βέβαια την απώλεια και του μικρού υπολοίπου της ελληνικής επιρροής πάνω στους ορθόδοξους πληθυσμούς, να καταδιώξωμεν από κοινού μετά των Τούρκων τους ημετέρους (πατριαρχικούς) πληθυσμούς επαναστατήσαντας κατ’ αυτών. Ενημερώνει δε το υπουργείο πως έχει δαπανήσει όλα τα σχετικά κονδύλια, ακόμη και τα εκπαιδευτικά.

Η σημαντικότερη ωστόσο διαπίστωση του Κυπραίου είναι πως άπασα η χώρα αύτη (από των τότε συνόρων του βουλγαρικού κράτους μέχρι την ελληνόφωνη ζώνη νότια της Καστοριάς) ηκολούθησε το κίνημα εξαιρέσει των Βλαχοφώνων και Αλβανοφώνων των κωμοπόλεων των οποίων επιδιώκεται νυν κατάληψις υπό των επαναστατών όπως εξουδετερωθή η αντίδρασις αυτών.

 Και συνεχίζει υπογραμμίζοντας πως οι εξεγερθέντες πληθυσμοί είναι νυν πεπεισμένοι ότι μάχονται υπέρ της ελευθερώσεως αυτών και ουδέ είναι δυνατόν νυν να αναχαιτισθή το επαναστατικόν αυτών φρόνημα. Αναγνωρίζει δε πως τελικά ακόμα και Βλαχόφωνοι και Αλβανόφωνοι διάκεινται ευμενώς προς το κίνημα.[28]

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επαναστατική κατάσταση που διαμορφώθηκε παρουσιάζει επίσης η αναφορά του βρετανού προξένου Μοναστηρίου Peter James McGregor προς το βρετανό γενικό πρόξενο Θεσσαλονίκης Robert W. Graves, στις 21/7/1903:

Είναι αδύνατο, γράφει,  αυτή τη στιγμή να υπολογιστεί το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού που εγκατέλειψε τα χωριά, είτε μερικά είτε εξ ολοκλήρου, και αποσύρθηκε στα βουνά υπακούοντας στο κάλεσμα της Κυριακής, αλλά θα πρέπει να αριθμούν αρκετές χιλιάδες. Στο επαναστατικό στρατόπεδο δεν βρίσκονται μόνο εξαρχικοί Μακεδόνες αλλά και Πατριαρχικοί και Βλάχοι, που μέχρι τώρα θεωρούνταν πιστοί οπαδοί της ελληνικής προπαγάνδας.

Και λίγο παρακάτω δίνει πληροφορίες για την επανάσταση στην περιοχή Φλώρινας - Καστοριάς:

Ο Βαλής με πληροφορεί ότι τα χριστιανικά χωριά στην περιοχή γύρω από το Μπούφι [Buf][29] και τη Φλώρινα [Florina][30], όπως η Ρόσνα, η Ζαμπύρδενη, το ΄Αρμενσκο [Armensko][31], η Μπάνιτσα, το Χασάνοβο [Hasanovo][32], έχουν εγκαταλειφθεί και το ίδιο συμβαίνει και στην περιοχή Κορεστίων ανάμεσα στις λίμνες της Πρέσπας και της Καστοριάς, όπου παραμένουν μόνο παιδιά και ηλικιωμένοι.[33]

 

Η

αντίστροφη μέτρηση για τους επαναστάτες αρχίζει το απόγευμα της Τετάρτης 30 Ιουλίου με την πτώση της πόλης του Κρουσόβου, της πρωτεύουσας του ΄Ιλιντεν. Το ελληνικό προξενείο στο Μοναστήρι μαθαίνει το γεγονός τρεις μέρες μετά. Το Κρούσοβο κατελήφθη και λεηλατήθη υπό του στρατού, ως λέγεται, διαβάζουμε σε αναφορά της 2ας Αυγούστου. ΄Οτι ελεηλατήθη το Κρούσοβον είναι βεβαιότατον διότι στρατιώται και μπαζιμπουζούκοι εδώ και εις το Περλεπέν έφεραν και πωλούσι διάφορα πράγματα και σκεύη και φορέματα και διάφορα διαμαντικά.

Στο ίδιο έγγραφο μαθαίνουμε επίσης την καταστροφή του πατριαρχικού μακεδόνικου χωριού Ράκοβου [Rokovo][34]: Ψες ήλθαν από Ράκοβον περί τα 130 γυναικόπαιδα και παραπονέθησαν διατί να καύσωσι το χωρίον των, ενώ οι άνδρες είνε ξενητεμένοι εις την Αμερικήν και αυταί είνε όλαι αθώαι.[35]

Την απίστευτη ωμότητα της αντεπαναστατικής βίας περιγράφει και ο Ίων Δραγούμης σε έκθεσή του, εκείνων των ημερών. Οι στρατιώται, γράφει, συναντούντες χωρικούς φονεύουσιν αυτούς και απογυμνούσιν, καταδιώκοντες δε τους επαναστάτας λεηλατούσι και καίουσι χωρία και σφάζουσι όσους άνδρας, γυναίκας ή παιδία εύρωσιν εν αυτοίς.[36]

Τέλη Αυγούστου, ο πρόξενος Κ. Κυπραίος με αναφορά του προς την ελληνική κυβέρνηση γίνεται πιο συγκεκριμένος: Κατά πληροφορίας ληφθείσας πλαγίως προ 10 ημερών εν τοις επισήμοις καταλόγοις των λεηλατηθέντων και πυρποληθέντων υπό του στρατού χωρίων, αναφέρονται 34 της Αχρίδος,16 χωρία της Πρέσπας, 4 του Δεμίρ Χισσάρ, 4 του Κρητσόβου, 12 του καζά Μοναστηρίου, 6 του καζά της Φλωρίνης, ήτοι εν όλω 76. Μέχρι της αυτής εποχής είχον πυρποληθή 17 χωρία εν τη περιφερεία Καστορίας. Σήμερα ο αριθμός των πυρποληθέντων χωρίων θα είνε πολύ ηυξημένος. Στο ίδιο έγγραφο ο Κυπραίος διευκρινίζει ότι ουδεμία διάκρισις γίνεται μεταξύ ημετέρων [:πατριαρχικών] και σχισματικών [:εξαρχικών] χωρίων, όταν πρόκειται περί πυρπολήσεως και διαρπαγής.[37]

Εκτός από τις προξενικές αναφορές και τα τηλεγραφήματα, στους φακέλους του προξενείου Μοναστηρίου βρίσκονται εκθέσεις για την εξέλιξη της επανάστασης (κυρίως για την κατάπνιξή της), γραμμένες από τον τουρκόφιλο και δεδηλωμένο εχθρό της, το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη.

Ο Καραβαγγέλης εκθέτει τα γεγονότα έχοντας βαθύ μίσος για τους επαναστάτες τους οποίους χαρακτηρίζει βάρβαρο στοιχείο, ψευδελευθερωτές, άνανδρους δολοφόνους, λύκους, κύνες, κακούργους, ανθρωπόμορφα τέρατα.

Για την επανάσταση, μας πληροφορεί πως κηρύχθηκε επίσημα στον καζά Καστοριάς στις 21 Ιουλίου. Στόχοι των επαναστατών υπήρξαν το μουσουλμανικό χωριό Ζέρβενι [Žerveni][38], το βλάχικο κεφαλοχώρι Κλεισούρα [Klisura][39] και η βλάχικη Νέβεσκα [Neveska][40]. Του πρώτου η πολιορκία λύθηκε με τη συνδρομή του στρατού, τα δε άλλα δύο τα κατέλαβαν για λίγες μέρες οι επαναστάτες.

Ο οθωμανικός στρατός, υπό τη διοίκηση του Χουσνή Πασά πέρασε γρήγορα στην αντεπίθεση. Στις 23 Ιουλίου σφάζει 30 χωρικούς μέσα στην Καστοριά [Kastorja][41]. Στις 24, μετά τη λύση της πολιορκίας στο Ζέρβενι, γυρίζοντας στην πόλη, περνάει από το χωριό Σεστέοβο [Šešteovo][42] και βάζει φωτιά σε δεκαπέντε σπίτια. Στις 31 Ιουλίου βγαίνει και καίει το κεφαλοχώρι Ντάμπενι [Dämbeni][43]. Στις 4 Αυγούστου επιτίθεται ταυτόχρονα στα χωριά Ζουπάνιστα [Županišta][44] και Κόσινετς [Kosinec][45], τα οποία και καταστρέφει. Στην εκστρατεία κατά του δεύτερου χωριού παίρνει μέρος ο συνεργάτης του Καραβαγγέλη και των Τούρκων καπετάν Βαγγέλης Στρεμπενιώτης με τους άντρες του και τους Κρητικούς μισθοφόρους.

Δεκαπέντε μέρες μετά την έκρηξη της επανάστασης, η κατάσταση στην Καστοριά σύμφωνα με τα λεγόμενα του Καραβαγγέλη έχει ως εξής: εκ των χωρίων ουδείς δύναται να έλθη εις Καστορίαν εκ φόβου το μεν προς το Κομιτάτον, το οποίον αυστηρώς επ’ απειλή θανάτου απηγόρευσε το τοιούτον, το δε προς τον εν Καστορία στρατόν, όστις διέπραξε πολλούς φόνους χωρικών εν τη πόλει. Ενώπιον τοιαύτης καταστάσεως εκρύθμου, οίαν δεν δύναταί τις να παραστήση, οι μεν επαναστάται ανενόχλητοι οργιάζουσιν ανά τα όρη, ο δε στρατός περιωρίσθη μόνον εις πυρπολήσεις και σφαγάς αδιακρίτως φυλής και ομολογίας.

Στην πρώτη αυτή έκθεσή του ο μητροπολίτης Καστοριάς κάνει γνωστό ότι υπέδειξε την ανάγκη της διακρίσεως των ορθοδόξων από των σχισματικών, μια και αδιαφορούσε ή μάλλον χαιρόταν για τη σφαγή των εξαρχικών Μακεδόνων, και ότι ζήτησε από τον γενικό στρατιωτικό διοικητή την σύντονον καταδίωξιν των συμμοριών. Τέλος σε υστερόγραφο ζητάει επί τέλους τα καθυστερούμενα χρήματα γιατί έχει καταξοδευθεί στον αγώνα του κατά του καταραμένου Κομιτάτου. [46]

Σε επόμενη έκθεσή του, προς το μητροπολίτη Πελαγωνίας, ο Καραβαγγέλης εξιστορεί τη συνέχεια των αντεπαναστατικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Στις 13 Αυγούστου τέσσερα τάγματα με δύο τηλεβόλα υπό την αρχηγία του Μιραλάι Αδέμ Μπέη επιτίθενται στα μακεδόνικα χωριά Τσερέσνιτσα [Čerešnica][47] και Πρεκοπάνα [Prekopana][48], τα οποία και γίνονται παρανάλωμα του πυρός. Στις 14/8 ο στρατός χτυπάει το αρχηγείο των επαναστατών στην κορυφή του όρους Βίρμπιτσα και τους διώχνει προς τα Κορέστια. Τις δύο αυτές μέρες περίπου 150 επαναστάτες σκοτώνονται.

Στις 15 Αυγούστου ο τουρκικός στρατός καίει τα μακεδόνικα χωριά Μπόμπιστα [Bobišta][49] και Ζαγκορίτσανη [Zagoričani][50] και στις 16 τα Μπόμποκι [Bomboki][51] και Κοντορόμπι [Kondorobi][52].

Το χρονικό αυτό διάστημα ο στρατός ανακαταλαμβάνει τη Νέβεσκα στις 13/8 και την Κλεισούρα στις 15/8. Στις 21/8 καίει τα μακεδόνικα χωριά Βίσενι [Višeni][53] και Μπλάτσα [Blaca][54] και στη συνέχεια την επόμενη μέρα τα Γκόρνο Ντρενόβενι και Ντόλνο Ντρενόβενι [Gorno & Dolno Drenoveni][55], Ποζντίβιστα [Pozdivišta][56] και Τσερνόβιστα [Černovišta][57].

Σύμφωνα με τον Καραβαγγέλη τα γυναικόπαιδα ευρίσκονται εις κατάστασιν απελπιστικήν, διεσκορπισμένα ανά τα όρη άνευ τροφής, άνευ επικουρίας. Το γεγονός αυτό, το θεωρεί μοναδική ευκαιρία. Εξαγοράζει λοιπόν την πείνα των εξαρχικών επαναστατών. Προσφέρει ψωμί και προστασία και παίρνει δηλώσεις επιστροφής στο Πατριαρχείο.[58]

Σε επόμενη έκθεσή του, ο Καραβαγγέλης περιγράφει την τελετή ομαδικής δήλωσης αποκήρυξης της Εξαρχίας 5.000 πεινασμένων μακεδόνων αγροτών που είχαν καταφύγει στη μονή Αγίων Αναργύρων. Προσκαλεί στην Κλεισούρα τους προύχοντες και τους ιερείς των γύρω κατεστραμμένων χωριών που φτάνουν εκεί συνοδευόμενοι από τους ένοπλους μισθοφόρους του μητροπολίτη (και των Τούρκων) συμμορίτες του Βαγγέλη Στρεμπενιώτη.

Στις 29 Αυγούστου, γράφει, εχοροστάτησα επ’ εκκλησίας παρόντων εξ όλων των περιοίκων, ωμίλησα προς αυτούς, ανέγνωσα συγχωρητικήν ευχήν, οι δε σχισματικοί ιερείς, 3 της Ζαγοριτσάνης, 2 της Μπομπίστης, 2 της Μοκραίνης [Mokreni][59] και εις [της] Γκορέντσης [Gorenci][60], ζητήσαντες το έλεος της εκκλησίας και επιδείξαντες μετάνοιαν διά την αποσκίρτησιν συμφώνως ταις διατάξεσι των ιερών κανόνων ωρκίσθησαν εντός του Αγίου Βήματος ότι θα μείνωσι πιστοί και αφωσιωμένοι τη Μητρί Εκκλησία και ταις Παραδόσεσι μέχρι τάφου, ακολούθως διένειμα εις τας οικογενείας άλευρον και χρήματα εις την θύραν της εκκλησίας, συνεβούλευσα αυτούς να καταθέσωσι τα όπλα εις την Κυβέρνησιν και ανεχώρησα παραλαβών παρ’ όλων της περιφερείας εκείνης σχισματικών αναφοράς προς την Κυβέρνησιν και τον Μητροπολίτην δηλώνουσας ότι αποποιούνται το σχίσμα.[61]

 

Σ

τα ανωτέρω ανέκδοτα ντοκουμέντα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, περιγράφεται επαρκώς τόσο η έκταση του επαναστατικού κινήματος του Ίλιντεν όσο και η σφοδρότητα της αντεπαναστατικής βίας που ακολούθησε. Λείπει ωστόσο ο εκ των υστέρων απολογισμός για το χαρακτήρα της επανάστασης, κάτι που επιχείρησε ένα σχεδόν χρόνο αργότερα να κάνει, υλοποιώντας εντολή του προϊσταμένου του υπουργού Εξωτερικών Άθω Ρωμάνου, ο διπλωματικός υπάλληλος (διερμηνέας) Γ. Τσορμπατζόγλου, μετά από διατεταγμένες περιοδείες προς συναγωγή συμπερασμάτων.

Η επίθεση της ελληνικής ιστοριογραφίας κατά του Ίλιντεν μπορούμε να πούμε ότι στηρίζεται σε δυο βασικές θέσεις: α) ότι πρόκειται για ψευδεπανάσταση - ψευτοεξέγερση και β) ότι έχει καθαρά βουλγαρικό χαρακτήρα.

Τα επιμελώς φυλαγμένα, στα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών, μυστικά των εμπιστευτικών εκθέσεων του Γ. Τσορμπατζόγλου, τινάζουν στον αέρα τις δύο αυτές ιστορικές - προπαγανδιστικές περί Ίλιντεν ελληνικές θέσεις. Τα μυστικά αυτά τα φύλαξαν τόσο ο Π. Βυσσούλης, στη σχετική περί των εκθέσεων εργασία του[62], όσο και ο Κ. Βακαλόπουλος στο βιβλίο του[63].

Στην έκθεση του Γ. Τσορμπατζόγλου της 27 Μαρτίου 1904, υπάρχει ιδιαίτερο κεφάλαιο με τίτλο Η επανάστασις. Η πρώτη σημαντική παρατήρηση του συντάκτη της έκθεσης αναφέρεται στους νεκρούς της τελευταίας επταετίας τους συνδεόμενους με την ανταρτική δραστηριότητα. Γράφει λοιπόν πως εκ των ημετέρων [δηλ. των πατριαρχικών] δεν απώλεσαν την ζωήν πλείονες των τριακοσίων και πως από τους χιλιάδες ελληνοδιδασκάλους των πατριαρχικών σχολείων εφονεύθη εις και μόνος, των λοιπών αφεθέντων επιμελώς ελευθέρων μετά των ελλήνων ιερέων εν τω έργω της διατηρήσεως και επί πλέον προαγωγής του ελληνικού [:πατριαρχικού] εν τη χώρα εκκλησιαστικού και εκπαιδευτικού καθεστώτος.

Ο Τσορμπατζόγλου επανέρχεται και υπογραμμίζει πως οι αντάρτες δεν πείραξαν, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων (προδοτών και φιλότουρκων) την ηγεσία των πατριαρχικών μακεδόνων αγροτών ( πρόκριτους, ιερείς και δασκάλους).

Τα 300 ή 350, γράφει, μέχρι σήμερον ημέτερα θύματα της μαχαίρας των ανταρτών υπήρξαν θύματα ουχί βουλγαρικού μισελληνισμού ή οιασδήποτε βουλγαρικής ιδέας, αλλ’ απλώς προσωπικών καθαρώς εκδικήσεων των συμμοριτών ή μάλλον θύματα του αισθήματος της αυτοσυντηρήσεως αυτών, καταγγελθέντα ή συκοφαντηθέντα πολλάκις υπό κομματικών αντιπάλων ως επικίνδυνοι διώκται και φανατικοί καταδόται των ανταρτικών κρησφυγέτων.

Στη συνέχεια σημειώνει ότι η εν τη χώρα επανάστασις είναι πολλώ ευρύτερον και βαθύτερον εξαπλωμένη ή όσον κοινώς νομίζεται και είναι ήδη πάντα ανεξαιρέτως τα χωρία και τα τσιφλίκια μεμυημένα εις την κοινήν περί ελευθερώσεως ιδέαν και είναι έλληνες [πατριαρχικοί] φανατικοί οι σπουδαιότεροι αντιπρόσωποι των επαναστατικών συμμοριών εντός των πόλεων και χωρίων και είναι ουκ ολίγοι οι εντός αυτών εξοπλισμένοι κρύφιοι οπαδοί των συμμοριών.

Για το δράμα του Κρουσόβου, δηλ. την επανάσταση του Ίλιντεν, ο Τσορμπατζόγλου γράφει πως οι ορθόδοξοι Έλληνες [:οι πατριαρχικοί], καθά μοι εβεβαίωσεν ο πρώην Μητροπολίτης Πελαγωνίας, είχον συμπράξει μετά των ανταρτών εν αδελφική υπέρ ελευθερίας συμπνοία. Και παρατηρεί:

Κατά την κεντρικήν τουλάχιστον Μακεδονίαν, ην έχω προ οφθαλμών, ουδέν ανταρτικόν σώμα ενεφανίσθη καθαρώς βουλγαρικόν ή καθαρώς βουλγαρομακεδονικόν και ουδείς γνησίως βούλγαρος οπλαρχηγός ηδυνήθη να στερεώση την αποστολήν του εν ονόματι της βουλγαρικής ιδέας. Πάντες σχεδόν οι οπλαρχηγοί όσοι εκυριάρχουν ανέκαθεν και κυριαρχούσι μέχρι της στιγμής ταύτης επί της Κεντρικής Μακεδονίας, ήτοι του επικαιροτέρου ανέκαθεν κέντρου της επαναστάσεως, του αποτελουμένου υπό των διαμερισμάτων Τίκφες, Γευγελής και Δοϊράνης εισίν Έλληνες [:πατριαρχικοί] Μακεδόνες και δη φανατικοί ορθόδοξοι.

Ο Τσορμπατζόγλου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μακεδονική εντοπιότητα του επαναστατικού κινήματος και στην αντίθεσή του με τις βουλγαρικές επιδιώξεις. Οι μόνοι παράγοντες της εξεγέρσεως ους έθρεψε και έκρυψεν ο έλλην [:πατριαρχικός] Μακεδών χωρικός δεν είναι Βούλγαροι, αλλά γνήσιοι ως αυτός Μακεδόνες. Γι’ αυτό και η εμμονή στο πολιτικό πρόγραμμα Η Μακεδονία υπέρ της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία ουδεμίαν διέθετε δύναμιν στη Μακεδονία και ουδεμίαν ήσκει επί των πνευμάτων επιρροήν.

Σε άλλο σημείο της έκθεσης ο Τσορμπατζόγλου είναι κατηγορηματικός σε αυτό το συμπέρασμά του. Τολμώ όμως πάντως να φρονώ ότι είναι αδύνατον ν’ απατώμαι ως προς την εξής εντύπωσίν μου ότι, όπως ωστ’ αν η, η επανάστασις σήμερον της Μακεδονίας δεν είναι Βουλγαρική και ότι ουχί μόνον ουδεμίαν υπέστη ζημίαν ο Ελληνισμός εκ της μέχρι σήμερον εξελίξεώς της αλλά και ωφελείας μεγίστας επορίσατο εξ αυτής.

Τέλος ο Τσορμπατζόγλου διακινδυνεύει να προβλέψει τί θα συμβεί σε περίπτωση εξόδου ελληνικών αντικομιτάτων προς καταπολέμησιν των ως ανωτέρω αγωνιζομένων υπέρ της ελευθερίας του τόπου Μακεδονικών συμμοριών. Σ’ αυτή την περίπτωση γράφει, ουδ’ ο φανατικώτερος των ελλήνων [:πατριαρχικών] Μακεδόνων θα συνεκινείτο εις την θέαν της ελληνικής σημαίας.[64] Όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα (1904-1908), δικαίωσαν τον Τσορμπατζόγλου.

Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Τσορμπατζόγλου, έχοντας γνωρίσει από κοντά τα πράγματα και στην ανατολική Μακεδονία (στο σαντζάκι των Σερρών), γράφει στον πρωθυπουργό Γ. Θεοτόκη, εκτός των άλλων, τα συμπεράσματά του για το επαναστατικό κίνημα στη Μακεδονία.

Ο Τσορμπατζόγλου απαντά σ’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί το αίνιγμα με το όνομα Κομιτάτα, αίνιγμα που απησχόλησε τον κόσμον ολόκληρον. Και διευκρινίζει ότι τα συμπεράσματά του αφορούν τόσο την κεντρική όσο και την ανατολική Μακεδονία, όλο δηλαδή το χώρο που μελέτησε με εντολή της ελληνικής κυβέρνησης.

Για τον Τσορμπατζόγλου υπάρχουν δύο ρεύματα μέσα στις γραμμές της επανάστασης: το καθαρώς Βουλγαρικόν και το καθαρώς Μακεδονικόν. Οργανωτικά τα ρεύματα αυτά εκφράζονται με το βουλγαρικό και το μακεδονικό κομιτάτο. Το βουλγαρικό κομιτάτο έχει ηθικήν και υλικήν επιρροήν στις βόρειες επαρχίες Πετριτσίου, Άνω Τζουμαγιάς, Νευροκόπου και Ραζλόκ (εδάφη σήμερα της Βουλγαρίας).

Για τα στελέχη του μακεδονικού κομιτάτου διαβάζουμε ότι οι Μακεδόνες υπαρχηγοί ίσως δε και αυτοί έτι οι αρχηγοί εξ ενός και μόνον όρου του συμβολαίου των μετά της χώρας ήντλησαν μέχρι τούδε την μεγάλην των δύναμιν: εκ του όρου να μη αποβλέψωσιν ή εις την ελευθέρωσιν των Μακεδόνων ως Μακεδόνων.

Για τις διαμετρικά αντίθετα πολιτικές επιλογές των δύο κομιτάτων και τις μεταξύ τους συγκρούσεις, γράφει ο Τσορμπατζόγλου: Αλλ’ η αντίθεσις των βλέψεων και αισθημάτων αφ’ ενός μεν των αρχηγών του Βουλγαρικού Κομιτάτου και αφ’ ετέρου των αρχηγών του Μακεδονικού Κομιτάτου και ιδία των Μακεδόνων οπλαρχηγών αυτού, δεν εβράδυνε να εκδηλωθή διά ποικίλων εκφάσεων. Ούτω παραλλήλως των αλλεπαλλήλων διά του Βουλγαρικού τύπου διαπληκτισμών των δύο Κομιτάτων έλαβον χώραν αλληλοδιαδόχως και εντός της Μακεδονίας παντοίαι συγκρούσεις μεταξύ των οργάνων των δύο Κομιτάτων.

Ο Τσορμπατζόγλου είναι κατηγορηματικός όταν μιλάει για την έλλειψη κοινών πολιτικών επιδιώξεων Βουλγάρων και Μακεδόνων: Τόσον επί του ανωτέρω ονείρου των Μακεδόνων όσον και επί του σχετικού προγράμματος της αληθούς επαναστάσεως της Μακεδονίας ουδεμίαν ασκούσιν επιρροήν αι πολιτικαί βλέψεις και η θέλησις της Βουλγαρικής Ηγεμονίας.

Προσθέτει μάλιστα τη σημαντική πληροφορία ότι πολλοί βουλγαροδιδάσκαλοι ήρθαν σε ρήξη με την Εξαρχία ως μακεδόνες αυτονομιστές: Πολλοί όντως εκ των Μακεδόνων Βουλγαροδιδασκάλων συνειργάσθησαν μετά του Μακεδονικού Κομιτάτου εν πλήρει ανεξαρτησία από της Βουλγαρικής Εξαρχίας, είτε λάθρα εντός των χωρίων είτε εν γνώσει αυτής ως κεκηρυγμένοι αποστάται Μακεδόνες επί των ορέων.[65]

 

 

Όπως προκύπτει λοιπόν από τα έγγραφα του ιστορικού αρχείου του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, το Ίλιντεν ήταν μια μεγάλη λαϊκή επανάσταση στην οποία πήρε μαζικά μέρος ο χριστιανικός πληθυσμός της δυτικής Μακεδονίας, ανεξαρτήτως δόγματος. Το πρόγραμμα της επανάστασης στόχευε αναμφίβολα στην πολιτική αυτονομία και στη συγκρότηση στρατηγικά ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους. Τα επαναστατικά χτυπήματα ήταν στην πλειοψηφία τους προεπιλεγμένα, είχαν δε ταξικό - αντιοθωμανικό πολιτικό χαρακτήρα (και όχι γενικώς αντιμουσουλμανικό). Η αντεπαναστατική βία υπήρξε εξαιρετικά σφοδρή. Χιλιάδες ήταν τα θύματα των στρατιωτών και των ατάκτων. Το δε ελληνικό κράτος και το Πατριαρχείο βρέθηκαν σταθερά στο πλευρό του οθωμανικού κατεστημένου, ως φανατικοί διώκτες των επαναστατών.


 

 

Οι δέκα κρητικοί μισθοφόροι του

Καραβαγγέλη

 


 

Μ

άϊος 1903. Ο Παύλος Μελάς παίρνει επιστολή του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, με την οποία του ζητάει την αποστολή μιας ομάδας ελλήνων μισθοφόρων, για να χτυπήσει τα εξαρχικά χωριά της περιοχής του. Ο Μελάς απευθύνεται για βοήθεια στον ανθυπολοχαγό και φίλο του σφακιανό Γιώργο Τσόντο (μετέπειτα καπετάν Βάρδα).

Ο Τσόντος στρατολογεί για τον Καραβαγγέλη δέκα γνωστούς του σφακιανούς παλικαράδες, τους: Ευθ. Καούδη, Γ. Περάκη ή Πέρο, Γ. Δικώνυμο (Μακρή), Λ. Βρανά, Γ. Ζουρίδη, Ε. Μπονάτο, Γ. Στρατινάκη, Μ. Καντουνάτο, Ν. Λουκάκη και Γ. Σεϊμένη. Την οικονομική δαπάνη αναλαμβάνει κυρίως η κόμησα Λουίζα Ριανκούρ, που δίνει για το λόγο αυτό τρεις χιλιάδες δραχμές.

Τους δέκα Κρητικούς μεταφέρει μυστικά ο ανθυπολοχαγός της χαρτογραφικής υπηρεσίας Κ. Μαζαράκης Αινιάν μέχρι την Καλαμπάκα. Από εκει με τη βοήθεια των υπολοχαγού Βλαχογιάννη, γιατρού Ράμου, ενωμοτάρχη Κουτρουβίδα και λοχαγού Οικονομίδη, οπλίζονται και στις 13 Ιουνίου, εφοδιασμένοι με πλαστά νουφούζια (ταυτότητες) περνούν κρυφά τα σύνορα.

Στις 21 Ιουνίου φτάνουν στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Τσιρίλοβου του καζά Καστοριάς, όπου τους περιμένει ο ηγούμενος, που ήταν άνθρωπος του Καραβαγγέλη.

Την άλλη μέρα έρχεται στο μοναστήρι ο Βαγγέλης Γεωργίου (ή Στρεμπενιώτης), με δεκαπέντε άντρες του, για να τους παραλάβει με εντολή του μητροπολίτη. Ο Βαγγέλης ήταν παλιότερα μέλος του ΒΜΡΟ αλλά εξαγοράστηκε από τον Καραβαγγέλη κι έγινε αρχηγός της σωματοφυλακής του (με άδεια των τουρκικών αρχών να κυνηγάει τους κομίτες).

Οι 25 άντρες φτάνουν στις 26 (;) Ιουνίου στο Λέχοβο [Lehovo][66], πατρίδα του Ζήση Δημούλιου, ομαδάρχη του Βαγγέλη, που έχει κι αυτός τουρκική άδεια να διατηρεί ένοπλους στο χωριό του.

Στις 29 Ιουνίου, παραμονή των Αγίων Αποστόλων, έρχεται στο Λέχοβο για να λειτουργήσει ο Καραβαγγέλης, συνοδευόμενος από στρατιωτικό απόσπασμα τριάντα Τουρκαλβανών. Επικεφαλής του αποσπάσματος είναι ο μπας τσαούς (επιλοχίας) Ρουστέμ Μπέης από το Λεσκοβίκι (που έχει τελειώσει γυμνάσιο στην Αθήνα) και βοηθός του ο τσαούς (λοχίας) Σαφχάτ (που έχει υπηρετήσει χωροφύλακας στην Κρήτη).

Τουρκαλβανοί στρατιώτες, γκραικομάνοι, αρβανίτες και κρητικοί μισθοφόροι, ενώνονται κάτω από τις διαταγές του Καραβαγγέλη. Όπως λέει ο τελευταίος στα απομνημονεύματα: το βράδυ των Αγίων Αποστόλων έγινε μεγάλο γλέντι με ψητά και άφθονο κρασί. Οι άντρες της συνοδείας μέθυσαν κι άρχισαν να φιλιούνται αναμεταξύ τους.[67]

Από το Λέχοβο, 50 - 55 άντρες όλοι μαζί, περνούν από το Σρέμπρενο [Srebreno][68], το χωριό του Βαγγέλη, τη Νέβεσκα και καταλήγουν στον πρώτο στόχο της περιοδείας του μητροπολίτη, το Ζέλενιτς.

Οι μακεδόνες κάτοικοι του Ζέλενιτς είχαν προσχωρήσει από παλιά στην Εξαρχία. Όπως γράφει ο Καραβαγγέλης, εικοσιπέντε χρόνια δεν είχε μπει πατριαρχικός αρχιερεύς στο Ζέλενιτς, ένα χωριό από 350 οικογένειες [] Πατριαρχικός παπάς ήταν μόνο ένας, ο παπά Δημήτρης, που μαζί με δεκαπέντε οικογένειες και ιδίως τους Γραμμενόπουλους και τους συγγενείς τους έμενε πιστός στον Ελληνισμό[69]. Οι λίγοι πατριαρχικοί χρησιμοποιούσαν μια μικρή εκκλησία στο νεκροταφείο.

Ο μητροπολίτης, με την ένοπλη συνοδεία του, μπαίνει με πυροβολισμούς στο χωριό και εγκαθίσταται στο σπίτι του παπά Δημήτρη. Φωνάζει το μουχτάρη (πρόεδρο) της κοινότητας και τους πρόκριτους και ζητά να του δώσουν τα κλειδιά της εξαρχικής εκκλησίας για να λειτουργήσει.

Αφήστε τ’ αστεία, τους λέω, θα λειτουργήσω. Έχω στρατό. Παλικάρια ένα κι ένα. Όλο αξιωματικούς. Πέρασε ο καιρός που ξέρατε. Θα σας περάσω όλους στο μαχαίρι. Πέστε στους αρχηγούς σας Τσακαλάρωφ, Μήτρο Βλάχο, Καρσάκωφ, Κούζο και τους άλλους να κρυφτούν γιατί τέλειωσαν τα ψέματα. Δε γλυτώνετε. Οι πρόκριτοι αρνούνται να παραδώσουν τα κλειδιά. Σηκώνεται ο Καούδης κι αρπάζει το μουχτάρη. Καθώς τον είχε καταγής με το τακούνι του, του έσπασε τα δόντια κι έτσι επιτέλους τα ’δωσε τα κλειδιά. Θα σας κάψουν το χωριό, τους έλεγα, δείχνοντας τους Κρητικούς.[70]

Για να γιορτάσουν τη «νίκη» τους πάνε στο μοναστήρι της Παναγίας, κάτω από τη Νέβεσκα. Ο γούμενος - γράφει ο Καούδης - μας είχεν πλούσιον τραπέζι και αφού εφάγαμε και ήπιαμε, εμεθύσαμε, αρχίσαμε το τραγούδι, ο Ρουστέμ Τσαούσης… έψαλε και τον [ελληνικό] εθνικόν ύμνον.

Μετά ξεκινούν για το χωριό Αϊτός [Ajtos][71], όπου ο Καραβαγγέλης λειτουργεί κι εδώ με τη βία. Πριν φύγει από τον Αϊτό, παίρνει γράμμα ενός Βλάχου από τη Νέβεσκα. Αυτός ήταν οργανωμένος στο ΒΜΡΟ αλλά ταυτόχρονα και πράκτορας του μητροπολίτη (για δυο λίρες το μήνα). Με το γράμμα, πληροφορεί το δεσπότη για τις κινήσεις της επαναστατικής τσέτας του Αλέξη Τουρούντζια, από το Έξι Σου.

Έχοντας αυτή την πληροφορία, οι συνοδοί του Καραβαγγέλη στήνουν ενέδρα μεταξύ Νεγκόβανης [Negovani][72] και Ντόλνο Κότορι [Dolno Kotori][73], τα μεσάνυχτα 10 προς 11 Ιουλίου.

Γράφει ο Γ. Δικώνυμος (Μακρής) σχετικά: Ήταν καμιά εικοσαριά. Ο τελευταίος τραβούσε ένα μεγάλο κλαδί οξιάς για να σβήνει τ’ αχνάρια πάνω στο δρόμο, τους ρίξαμε και πέσαν αμέσως έξι. Οι άλλοι ετράπησαν εις φυγήν και μόνο έναν πληγωμένο επιάσαμε ζωντανό.[74]

Για το περιστατικό, ο αυστριακός πρόξενος Μοναστηρίου Α. Κral, σημειώνει πως η ομάδα του Βαγγέλη επιτέθηκε μαζί με το στρατό στη Νεγκοβάνη κατά του καπετάν Αλέξη από το Έξι Σου και του προξένησαν απώλεια πέντε ανδρών. Ένας επαναστάτης που τραυματίστηκε στο πόδι από σφαίρα Gras [άρα όχι από όπλο του τουρκικού στρατού] μεταφέρθηκε εδώ. Οι στρατιώτες είχαν δύο νεκρούς.[75]

Ο Καραβαγγέλης δίνει πληροφορίες για τρεις αιχμαλώτους. Ο ένας ήταν αγγελιοφόρος και οι άλλοι δύο τροφοδότες του Αλέξη. Αυτούς τους πήραμε μαζί μας και γυρίσαμε στο μοναστήρι του Αϊτοζίου, όπου ο ηγούμενος έσφαξε κι έψησε αρνιά κι έφαγαν κι ήπιαν τα παλληκάρια κι έκαναν κέφι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού, συνεχίζει, τους τρεις επαναστάτες τους είχαμε δέσει σε δέντρα. Από κει τους έστειλα στη Φλώρινα στις φυλακές ως δολοφόνους κι εγώ με τη συνοδεία μου τράβηξα στο Νεγκοβάνι.

 Απ’ ότι λοιπόν φαίνεται, μια και στις φυλακές έφτασε μόνο ένας αντάρτης, τους άλλους δύο τους χάλασαν στο δρόμο.

Στη Νεγκόβανη, ο μητροπολίτης συναντά το ληστή Νικόλα και τη συμμορία του και τους δωροδοκεί για να τρομοκρατούν τους εξαρχικούς της περιοχής: διοργάνωσα ένα σώμα από ντόπιους με αρχηγό τον Νικόλα, αρχαίο αγωνιστή κλέφτη. Έδωσα σ’ αυτόν ένα σπαθί αξιωματικού, που το είχα αγοράσει στο Μοναστήρι, και όπλα για τα παιδιά του.[76]

Στη Νεγκόβανη σταματά η περιοδεία του Καραβαγγέλη. Αυτός επιστρέφει στην Καστοριά με τους Τουρκαλβανούς και οι Κρητικοί ακολουθούν τη συμμορία του Βαγγέλη και λημεριάζουν στο Σρέμπρενο.

Στις 20 Ιουλίου, γιορτή του Προφήτη Ηλία, ξεσπάει η επανάσταση του ΄Ιλιντεν, ενώ βρίσκονται στο Λέχοβο. Φοβισμένοι οι άντρες του Βαγγέλη και οι Κρητικοί φεύγουν αμέσως για την πόλη της Καστοριάς. Στο δρόμο συναντούν μια ομάδα επαναστατημένων χωρικών που ’χε πάρει τα βουνά. Σκοτώσαμε πέντε και πιάσαμε κι ένα ζωντανό, που τον αποκεφαλίσαμε αμέσως επί τόπου, θυμάται στα απομνημονεύματά του ο Μακρής.[77]

Τελικά βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο στη μητρόπολη Καστοριάς. Μέσα στη μητρόπολη - γράφει ο Καραβαγγέλης - είχα τους εννέα Κρητικούς και τον Βαγγέλη με τα δεκαπέντε παιδιά του, 25 όλους μαζί. «Καθήστε εδώ» τους είπα «μα καθήστε φρόνιμα». Αυτοί που να ησυχάσουν. Όλη μέρα παίζαν, πάλευαν, φώναζαν, χτυπιώνταν[78]. Συμπληρώνει δε ο Μακρής: Στη μητρόπολι μείναμε 15 έως 20 ημέρες. Εκεί μέσα ήρχονταν πολλοί Τούρκοι αξιωματικοί και μας επισκεφτόντουσαν.[79]

Μια τουλάχιστο φορά, οι Κρητικοί βγαίνουν μαζί με τον τούρκικο στρατό για να χτυπήσουν τους μακεδόνες επαναστάτες στο εξαρχικό χωριό Κόσινετς. Όπως έγραψαν οι ίδιοι λίγο αργότερα, στις 25 Αυγούστου από το Βόλο, στο Γιώργο Τσόντο, επακολουθήσαμε την εκστράτευσιν του στρατού εις Κωστενέτσι και ετέθημεν μπροσθοφυλακή.[80] Εκείνη τη μέρα έμειναν όρθια στο χωριό 8 μόνο σπίτια από τα 200, σκοτώθηκαν δε 14 χωρικοί που δεν πρόλαβαν να φύγουν στο βουνό.

Αυτό είναι το τελευταίο «κατόρθωμα» των πρώτων ελλήνων «μακεδονομάχων» πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα. Τα έργα και οι ημέρες τους, είναι μια πρόγευση για το τι θα επακολουθήσει.

Στην Αθήνα γυρίζουν όμως μόνο εννιά. Ένας, ο Γιώργος Σεϊμένης σκοτώνεται στη Μακεδονία. Αυτός ήταν ο πρώτος αντάρτης μάρτυς του Μακεδονικού Αγώνος, θα γράψει ο Καραβίτης[81] και θα επαναλάβουν πολλοί έλληνες συγγραφείς. Για την εκδίκηση του Σεϊμένη, θα λένε τα επόμενα χρόνια, σφάζοντας τους μακεδόνες χωρικούς, οι συμπατριώτες του μισθοφόροι Κρητικοί.

Τι έγινε όμως στ’ αλήθεια; Ο Γιώργος Σεϊμένης, στις 20 Ιουλίου που ξεσπάει η επανάσταση, δεν ακολουθεί τους Κρητικούς στην Καστοριά, αλλά μένει στο Λέχοβο. Οι συμπατριώτες του διέδωσαν αργότερα, για να δικαιολογήσουν την πράξη του, ότι αρρώστησε, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει, τον βρήκαν οι επαναστάτες και τον έσφαξαν. Ο Μόδης όμως, που ήξερε καλά πρόσωπα και πράγματα, δίνει την εξής αποκαλυπτική πληροφορία: Μια μέρα ο Γ. Σεϊμένης εξαφανίστηκε. Όπως μου είπε ο Καούδης, πήγε κρυφά στους κομιτατζήδες να πολεμήση στο πλευρό τους εναντίον των Τούρκων.[82]

Η δεύτερη σημαντική είδηση για το θάνατο του Σεϊμένη, υπάρχει σε μια επιστολή, με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1903, του Γ. Περάκη ή Πέρου προς το Γ. Τσόντο: Διά τον φόνον του Σεϊμένη θέλετε μάθη λεπτομερώς εις πρώτην μας συνάντησιν. Εφονεύθη δε εις την μάχην της Κλεισούρας.[83]

Αν συνθέσουμε τις δύο αυτές πληροφορίες, ο Σεϊμένης δεν σκοτώθηκε στο Λέχοβο αλλά συναντάει τους επαναστάτες για να ενταχθεί στις γραμμές τους. Η συνάντηση αυτή γίνεται στην περιοχή Λεχόβου στις 21 Ιουλίου με το σώμα των Τσακαλάρωφ - Ποπώφ.[84]

Ο Σεϊμένης ακολουθεί τους επαναστάτες και σκοτώνεται δύο μέρες αργότερα στην επίθεση για την κατάληψη της Κλεισούρας, που για ειρωνεία της τύχης, υπερασπίζεται μαζί με την τουρκική φρουρά της, ο πριν λίγες μέρες αρχηγός του Σεϊμένη, Βαγγέλης, και οι μισθοφόροι του.

 


 

Η αποστολή

των τεσσάρων αξιωματικών

 

 


Η

δεύτερη χρονολογικά ελληνική ένοπλη ομάδα που πήρε μέρος στον αντιμακεδονικό αγώνα, μετά τους δέκα Κρητικούς, ήταν εκείνη που έμεινε στην ελληνική ιστορία σαν αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών. Πριν μιλήσουμε για τα πρόσωπα που την αποτέλεσαν και την ανιχνευτική δράση της ομάδας αυτής στη δυτική Μακεδονία, ας δούμε πρώτα το κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα εκείνη την εποχή.

Η μαζική συμμετοχή του χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού της δυτικής Μακεδονίας στην αντικαθεστωτική - αυτονομιστική επανάσταση του ΄Ιλιντεν, ξάφνιασε τους έλληνες πολιτικούς. Οι ανεξέλεγκτες εξελίξεις στα ευρωπαϊκά εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας προβλημάτισαν, ίσως για πρώτη φορά, σοβαρά την ελληνική κυβέρνηση. Η ελληνική πολιτική ηγεσία έπρεπε να πάρει αποφάσεις στρατηγικού και τακτικού χαρακτήρα στο μακεδονικό ζήτημα, κι όμως εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις αγνοούσε τα μακεδονικά πράγματα.

Ο Περικλής Αργυρόπουλος στα απομνημονεύματά του, αναφέρει ένα κορυφαίο σχετικό παράδειγμα αυτής της άγνοιας: ΄Ενας από τους δύο άνδρες που εναλλάσσοταν αυτά τα χρόνια στην προεδρία της κυβέρνησης, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ήταν τόσο άσχετος με τη γεωγραφία της Μακεδονίας, που έκανε τη φοβερή γκάφα να ρωτήσει τάχα με ενδιαφέρον έναν έμπορο από τις Σέρρες, εάν η κίνησις του λιμένος Σερρών ήτο μεγάλη. Φυσικά το γεγονός μαθεύτηκε στην ανατολική Μακεδονία και ο Δηλιγιάννης έγινε ρεζίλι. Ακόμα και στη Δράμα, γι’ αυτό το λόγο, ο έλληνας πρωθυπουργός μισείται απ’ όλους, σύμφωνα με τον Αργυρόπουλο.[85]

Οι εθνικιστικοί κύκλοι της εποχής (Μελάδες, Δραγούμηδες, αδελφοί Πολίτου, Ρακτιβάν, Λάμπρος, Λαμπίρης, Δέλλιος, Μαύρος, Μάτεσης, Βαρατάσης) πίεζαν για εμπλοκή της Ελλάδος στο μακεδονικό με μυστική αποστολή ένοπλων μισθοφορικών σωμάτων που θα κτυπούσαν και θα τρομοκρατούσαν τους εξαρχικούς και ρουμανίζοντες πληθυσμούς.

Η πολιτική αυτή συναντούσε ωστόσο ισχυρά αντεπιχειρήματα. Περισσότερο ρεαλιστές πολιτικοί υποστήριζαν ότι οι ΄Ελληνες δεν πρέπει να ξεχνούν την ήττα του 1897. Κι αν παρ’ όλα αυτά έπρεπε κάπου να δώσουν σημασία, ήταν στους αγώνες των Ελλήνων της Κρήτης κι όχι στη Μακεδονία, που ήταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστη γη.

Απελπισμένος ο έλληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ευγενειάδης, εκμυστηρευόταν στον Π. Αργυρόπουλο: Να σχηματίσωμεν σώματα εις την Ελλάδα είναι ανωφελές, διότι οι Παλαιοελλαδίται δεν γνωρίζουν τον τόπο. Να τα σχηματίσωμεν με εντοπίους; δεν είναι κατάλληλοι διά ένοπλον αγώνα. Οι πιο θαρραλέοι είναι απογοητευμένοι. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει υλικόν, ούτε έδαφος προς δράσιν.[86]

΄Οπως γράφει δε ο Αλέξανδρος Κοντούλης, στις ανέκδοτες αναμνήσεις του για τα συγκεκριμένα γεγονότα, ο τότε πρόεδρος της κυβέρνησης Γεώργιος Θεοτόκης δεν επίστευεν εις τίποτε, φρονών ότι όσοι εργαζόμεθα επί του εθνικού εκείνου εδάφους [: της Μακεδονίας] ήμεθα τρελλοί.[87]

Η συνεχής πίεση των εθνικιστών οδήγησε τελικά το Θεοτόκη στην απόφαση συγκρότησης μιας ένοπλης ομάδας υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών. Αποστολή της ομάδας ήταν η μυστική περιοδεία στη δυτική Μακεδονία, στα μέρη που είχε ξεσπάσει τον Ιούλιο του 1903 η επανάσταση του ΄Ιλιντεν και η επί τόπου μελέτη της κατάστασης, για τη σύναξη των αναγκαίων πληροφοριών προς λήψη αποφάσεων. Πετύχαμε έτσι, σημειώνει ο Κοντούλης, ενοχλούντες διηνεκώς και καταλλήλως τον Θεοτόκη να θελήση ν’ απαλλαγή ημών, οίτινες τω εγενόμεθα ως εκ τούτου πάρα πολύ φορτικοί.

Με εντολή του υπουργού Εξωτερικών Ρωμάνου, αρχηγός της αποστολής ανέλαβε ο λοχαγός Αλέξανδρος Κοντούλης, ο οποίος είχε και την ευθύνη επάνδρωσης του σώματος. Ο Κοντούλης διάλεξε να πάρει μαζί του τους αξιωματικούς Αναστάσιο Παπούλα, Γεώργιο Κολοκοτρώνη και Παύλο Μελά.[88]

Εδώ αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες. Ο Ρωμάνος θεωρεί τον ανθυπολοχαγό Μελά φανατικό, που μπορεί να παρασύρει τους άλλους σε παρακεκινδευμένα πράγματα. Ο Μελάς δεν θέλει το λοχαγό Παπούλα, επειδή είναι αρχαιότερος του Κοντούλη και ίσως διεκδικήσει την ηγεσία. Ο Μελάς πιστεύει επίσης πως ο υπολοχαγός Κολοκοτρώνης είναι γελοίος και επιζήμιος. Αλλά και ο Κοντούλης δεν έχει καλή γνώμη για τον Κολοκοτρώνη. Θεωρεί αυτόν ως μηδεμίαν αξίαν έχοντα, αλλά ότι τον βάζουν στην αποστολή λόγω του ενδόξου ονόματος που έχει, ως απόγονος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης πάλι βάζει στην αρχή μέσον, τον επιτελάρχη Σαπουντζάκη, για να αποφύγει την αποστολή, μη και στεναχωρηθή πολύ η μήτηρ του κα Μαρίκα, αλλά τελικά ανακαλεί και ζητάει συγγνώμη απ’ τον Κοντούλη.

Η αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών ήταν απόρρητο μυστικό του υπουργείου Εξωτερικών και του Γενικού Επιτελείου. Δόθηκαν εικονικές άδειες από την υπηρεσία τους (του Μελά λόγου χάρη, για υποθέσεις του στη Τζια) και ψεύτικα νουφούζια (ταυτότητες). Τα νέα τους ονόματα ήταν: Σκούρτης του Κοντούλη, Τάσος του Παπούλα, Πάνος του Κολοκοτρώνη και Ζέζας του Μελά. Οι τέσσερις αξιωματικοί πήραν μαζί τους αντίστοιχα από ένα συνοδό - βοηθό (ψυχογιό - ορντινάντσα), τους Ε. Καούδη, Απ. Τράγα, Γ. Δικώνυμο και Γ. Περάκη.

Ο από μηχανής θεός, κατά την έκφραση του Κοντούλη, που οδηγούσε τους αξιωματικούς στην άγνωστη για αυτούς Μακεδονία, ήταν ο Μακεδόνας οπλαρχηγός Κώτας, πρώην μέλος του βμρο που είχε εξαγοραστεί από το μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη, για δέκα λίρες το μήνα (συν δύο για κάθε οπαδό του). Ο Κώτας είχε δώσει ομήρους τα δυο παιδιά του, που τα κρατούσαν εσωτερικά στο Λύκειο του εθνικιστή Δέλλιου (ειδικευμένος σε τέτοιες δουλειές). Εκείνες τις μέρες είχε έρθει να δει στην Αθήνα τους γιους του και ανέλαβε να οδηγήσει το σώμα στην περιοχή του, στα Κορέστια της Καστοριάς.

Τον Κώτα ακολουθεί ο ψυχογιός του Σίμος Ιωάννης Γκράτσης από το ΄Αρμενσκο, ο Ηλίας Μήτρου Γκαντούσης ή Σιδέρης από το Ζέλεβο, ο Βασίλης Κόλε Ράμπωφ ή Ράμος από την ΄Οστιμα. Το σώμα δε συμπλήρωναν ο Παύλος Κύρου από το Ζέλεβο (ως κοινός φροντιστής - διερμηνέας) και δύο ακόμα νέοι, γνωστοί του Πύρζα.

Πριν αναχωρήσει το σώμα, οι τέσσερις αξιωματικοί, επισκέφτηκαν μετά από πρόσκληση το διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, που τους μίλησε για τη σπουδαιότητα της αποστολής τους.

Στις 29/2/1904, όλη η ομάδα βρίσκεται στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στο χωριό Βελεμίστι, όπου κι αρχίζει η προσπάθειά της να περάσει τα σύνορα. Το βράδι της 29/2 προς 1/3, αρχίζει η πορεία προς το σταθμό της Ασπροκλησιάς, με οδηγό έναν ηλίθιο λοχία, σύμφωνα με τα λόγια του Μελά, που δεν μπορούσε να βρει τον προορισμό του. Η πορεία γίνεται μέσα σε δάση βελανιδιάς, με απότομες ανηφόρες και κατηφόρες και συχνές πτώσεις ανδρών. Οι άνδρες παρουσιάζουν μια κωμική εικόνα, η οποία μοιάζει με οτιδήποτε άλλο παρά με σώμα ανταρτών.

Γράφει για τη φοβερή αυτή πορεία ο Παύλος Μελάς στη γυναίκα του Ναταλία: [] αίφνης χάνω τον Κολοκοτρώνη από εμπρός μου. ΄Επεσε εις ένα χανδάκι αρκετά βαθύ. Τον βλέπω αγωνιζόμενον κωμικώτατα υπό το αδιάβροχον και το φορτίον του να σηκωθή. Δε βαστώ εις τα γέλια, αλλ’ αίφνης χάνω την ισορροπίαν μου και πέφτω και εγώ μέσα […] αίφνης πέφτει και ο καπετάν Σκούρτης (Κοντούλης) από ένα μικρόν κρημνόν και μένει κρεμασμένος από το ένα πόδι.[89]

Μια βδομάδα θα χρειαστεί για να περάσει τα σύνορα, το ελληνικό σώμα! ΄Εξω από τα επιτελικά γραφεία τους, οι αξιωματικοί είναι όπως το ψάρι στη στεριά. Το άγχος για τα χάλια που παρουσιάζουν κάνει το Μελά να γράψει στις 8/3/1904 στη Ναταλία: […] έπρεπε να δείξωμεν και εις τους άνδρας μας και εις τους μεθ’ ημών Μακεδόνας, ότι δεν είμεθα καπεταναίοι του γλυκού νερού.[90]

Για του λόγου το ψευδές, δυο μέρες μετά, ο Μελάς διηγείται το νέο πάθημα του υπολοχαγού Κολοκοτρώνη, κατά την προσπάθειά του να περάσει το Βενέτικο Ποταμό: […] ακούω τον Κολοκοτρώνη να με φωνάζει. Γυρίζω και βλέπω τον καημένον τον Γώγο -  Πάνον (όπως αυτοκαλείται) φαρδύν πλατύν μέσα εις τον ποταμόν και από πάνω του το άλογον […] ένα χέρι του και ένα πόδι ευρίσκοντο υπό το άλογο. Του ήτο επομένως αδύνατον να βοηθηθή μόνος του. Το κεφάλι του μόνον εξείχεν ακόμη από το νερό. Η όψις του ήτο ψύχραιμη, όπως πάντοτε, τόσον όμως ήτο το σύνολον του κωμικόν, ώστε δεν ημπόρεσα να κρατήσω τα γέλια πριν τον βοηθήσω.[91]

Το ελληνικό σώμα μπαίνει στις 13 Μαρτίου στον καζά Καστοριάς και λημεριάζει στο βουνό έξω από το Μπογκάτσκο, στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Στις 15/4 βρίσκεται στη μονή του Αγίου Νικολάου Τσιρίλοβου και το βράδι 15 προς 16 αρχίζει το, κατά Κοντούλη, επικίνδυνον έργον της περιοδείας ανά την περιφέρειαν Κορεστίων.[92]

Πρώτος σταθμός τη νύκτα εκείνη, είναι το νεκροταφείο του μακεδόνικου χωριού Σεστέοβο, όπου συναντούν τη χήρα του Γιανάκου Στάνσκου (πρώην οπαδού του Κώτα που σκότωσαν οι αυτονομιστές). Εδώ οι έλληνες αξιωματικοί προσπαθούν να δείξουν ένα καλό πρόσωπο και μοιράζουν χρήμα στους φτωχούς αγρότες. Δίνουν δυο λίρες στη χήρα, ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη. Φαντάσου, γράφει με έκπληξη το πλουσιόπαιδο ο Μελάς, ότι κανείς εδώ δεν έχει λίρα να χαλάση.[93]

Στη συνέχεια περνούν απ’ το κατεστραμμένο μακεδόνικο χωριό Τσερνόβιστα, που κάηκε στο ΄Ιλιντεν καθ’ ολοκληρίαν από τους Τούρκους, και φτάνουν τα ξημερώματα στο Γκάμπρες.

Στο Γκάμπρες [Gabreš][94], οι Κολοκοτρώνης και Μελάς συνεχίζουν να μοιράζουν χρήματα: ένα χρυσό Πεντόφραγκο και δυο μετζίτια. Ο Μελάς συνειδητοποιεί πως οι γυναίκες δεν γνωρίζουν λέξιν ελληνικά, γι’ αυτό και τους καλησπερίζουν λέγοντας ντόμπρο βέτσερ.[95]

Το απόγευμα οι αξιωματικοί μαζεύουν δώδεκα προύχοντες κι αρχίζουν να τους βγάζουν διαδοχικά λόγους. Ο φλωρινιώτης Λάκης Πύρζας κάνει το διερμηνέα. Ο Κώτας, σύμφωνα πάντα με το Μελά, ζωηρότατα, ευγλωττότατα και πειστικώτατα [] ωμίλησε μακεδονικά.[96]

Στις 17 Μαρτίου βρίσκονται όλοι στο χωριό του Κώτα, τη Ρούλια [Rulja][97]. Τους υποδέχονται οι δέκα ένοπλοι του Κώτα κι ο υπαρχηγός Στογιάνης. Ο Μελάς καταλαβαίνει ότι κι εδώ, καμία γυναίκα δεν ομιλεί ελληνικά. Ο δάσκαλος στο σχολείο βάζει, για να ευχαριστήσει τους αξιωματικούς, τα παιδιά να πουν ένα ελληνικό τραγούδι, αλλά δεν εννοήσαμε - συνεχίζει ο Μελάς - αν η γλώσσα ήτον μακεδονική ή η ελληνική.[98]

Ο Λάκης Πύρζας, στο λογοκριμένα  δημοσιευμένο (από το γαμπρό του Παπασταμάτη) ημερολόγιο, εξομολογείται πως, όσο έλειπε ο Κώτας στην Αθήνα, η συμμορία του είχε ληστέψει έναν Εβραίο της Καστοριάς και οι αξιωματικοί εξέφρασαν την δυσαρέσκειάν των διά το συμβάν του Εβραίου.[99] Σημειώνει επίσης ότι επειδή οι αξιωματικοί δεν ηδύναντο να συνεννοούνται με τους χωρικούς εγώ χρησίμεβα και ως διερμηνεύς.[100]

Ο Μελάς σημειώνει πως και στη Ρούλια μοιράζουνε χρήμα. Ο Κοντούλης, που επισκέπτεται το σπίτι ενός αγρότη, τραυματισμένου από ατύχημα, άφηκε τρία μετζίτια […] ποσόν κολοσσιαίον διά τους χωρικούς.[101] Ο Μελάς εξηγεί στους συγκεντρωμένους κατοίκους την ελληνική θέση ως προς την οθωμανική αυτοκρατορία και τον αγώνα των επαναστατών: Λέγομεν ότι δεν θέλομεν επανάστασιν.[102]

Το Σάββατο 20 Μαρτίου, το ελληνικό σώμα βρίσκεται στην ΄Οστιμα [Oštima][103]. Ο Μελάς προσπαθεί να μάθει λίγα μακεδόνικα, για να μιλήσει στους κατοίκους και να τους δωροδοκήσει: ΄Εμαθα, γράφει, και ολίγας μακεδονικάς λέξεις, που λέγω εις τας γυναίκας και μητέρας προ πάντων […] μια πενταρούλα εδώ, ένα σεκέρι εκεί, ένας καλός λόγος, ένα φιλάκι στα παιδιά, προσελκύουν αμέσως τους γονείς.[104]

Από την ΄Οστιμα, ο Μελάς γράφει με δέος για τον επαναστάτη Γιάγκωφ από το χωριό Ζαγκορίτσανη. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μελά, ο Γιάγκωφ έχει φαρμακώσει τη συνείδηση των κατοίκων της περιοχής με τη διδασκαλία ότι οι Μακεδόνες αποτελούν ένα σύνολον χωριστόν από όλα τα άλλα έθνη.[105]

Επόμενος σταθμός τους, στις 21/3, είναι το Ζέλεβο [Želevo][106], προπύργιο των πατριαρχικών στη ζώνη Πρέσπας - Κορεστίων. Στο Ζέλεβο το σώμα χωρίζεται. Μια ομάδα με τον άρρωστο από κρυολόγημα Παπούλα και τον Κολοκοτρώνη μένει εκεί και μια δεύτερη με τους Κοντούλη, Μελά, Περάκη, Καούδη, Πύρζα, Κώτα και οκτώ άντρες του τελευταίου, φεύγουν το βράδι 21 προς 22/3 για το χωριό Όροβνικ [Orovnik][107], στη λίμνη Βερντόκ (Μικρή Πρέσπα).

Στο Όροβνικ, η ομάδα μένει δυο μέρες και συναντάει αγρότες των γύρω χωριών. Τη Μεγάλη Δευτέρα (22/3) φτάνει ένας γέρος δραγάτης, βρώμικος, ελεεινός, μισότρελος, ρακένδυτος, πράκτορας του έλληνα υποπρόξενου στο Μοναστήρι Ίωνα Δραγούμη. Φέρνει στους αξιωματικούς την εξής κρυπτογραφική επιστολή: Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Όπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον να επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον.[108] Η ομάδα επιστρέφει στις 24/3 στο Ζέλεβο και τη Μεγάλη Πέμπτη (25/3) ο Μελάς φεύγει στα Μπίτολα, για να επιστρέψει, μέσω Θεσσαλονίκης, στην Ελλάδα.[109]

Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντική η μαρτυρία του Γ. Δικώνυμου (μετέπειτα καπετάν Μακρή). Μας πληροφορεί λοιπόν ότι πριν φύγει ο Μελάς έγινε στο Ζέλεβο συμβούλιο των αξιωματικών για να προτείνουν μέτρα στην ελληνική κυβέρνηση. Οι Κοντούλης και Μελάς είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι οι επαναστατικές τσέτες των Μακεδόνων και η Εξαρχία μπορούν να αντιμετωπισθούν με μισθοφορικές ομάδες που θα σχηματιστούν στη Μακεδονία. Αλλά οι Παπούλας και Κολοκοτρώνης δεν πίστευαν ότι οι ντόπιοι, έστω και με χρυσάφι, θα μπορούσαν να δουλέψουν ουσιαστικά για τα ελληνικά συμφέροντα. Αντίθετα υποστήριζαν αυτό που και έγινε τελικά τα επόμενα χρόνια, δηλαδή να έρθουν σώματα ισχυρά από την Ελλάδα για να χτυπήσουν.[110]

Ο Μακρής δίνει όμως και μία ακόμα χαρακτηριστική πληροφορία. Η ομάδα του Κώτα διασπάστηκε εξ αιτίας της προσχώρησης του τελευταίου στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους. Δέκα άντρες έφυγαν και πήγαν στο Μήτρο Βλάχο: Οι άντρες του [Κώτα], που είχαν μείνει στη Μακεδονία, μόλις είδαν τους αξιωματικούς τον εγκαταλείψανε λέγοντας ότι αυτοί δεν μπορούν να εργαστούν μ’ Έλληνες.[111]

Οι αξιωματικοί (πλην του Μελά που αναχώρησε για την Ελλάδα) και οι συνοδοί τους φεύγουν από το Ζέλεβο στις 29/3, δεύτερη μέρα του Πάσχα. Με νυκτερινές πορείες, έχοντας ντόπιους αμειβόμενους οδηγούς, επισκέπτονται τα μακεδόνικα χωριά Νέρεντ [Nered][112], Λάγκινο [Lagino][113], Σρέμπρενο, και τα αρβανιτοχώρια Μπελκαμένη [Belkameni][114], Νεγκόβανη και Λέχοβο.

Στο Λέχοβο μένουν δέκα περίπου μέρες και γνωρίζουν από κοντά το στενό συνεργάτη του μητροπολίτη Καραβαγγέλη και των Τούρκων καπετάν Βαγγέλη. Ο Λάκης Πύρζας θυμάται σχετικά: Οι αξιωματικοί ωμίλησαν αρκετά με τον Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης τους είπεν ότι είναι πρόθυμος να τεθή υπό τας διαταγάς των αξιωματικών, δηλαδή ή να τους ακολουθήση ή να παραμείνη ως οδηγός των τουρκικών στρατευμάτων.[115]

Από το Λέχοβο μεταβαίνουν στο ελληνοχώρι Μπογκάτσκο όπου ο Κοντούλης συντάσσει την έκθεση προς την ελληνική κυβέρνηση, με τα συμπεράσματα των αξιωματικών από την περιοδεία τους στη δυτική Μακεδονία. Η έκθεση αυτή, με ημερομηνία 16/4/1904, παραμένει μέχρι σήμερα αδημοσίευτη. Αντίγραφό της βρίσκεται στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, από όπου αντιγράφουμε ορισμένα ενδιαφέροντα αποσπάσματα.[116]

Για τον προαναφερόμενο καπετάν Βαγγέλη, το μακεδονομάχο ήρωα των ελλήνων ιστορικών, διαβάζουμε πως ούτος κατάδικος ων εν ταις φυλακαίς Χαλκίδος, απέδρασεν αυτών έχων να εκτίση υπόλοιπον ποινής δέκα ετών και ότι ηδυνήθη ως εκ της μετά του τουρκικού στρατού κοινοπραξίας του να γίνη γνωστός. Μαθαίνουμε επίσης πως οι αξιωματικοί του έκαναν πρόταση συνεργασίας με ελεύθερη επιλογή του να συνεχίσει αν θέλει τις σχέσεις του με τους Τούρκους, προς δε την κυβέρνηση γίνεται πρόταση να του δοθεί χάρη για το υπόλοιπο της ποινής του.

Για το παρελθόν του Κώτα μαθαίνουμε πως παλαιότερα που ήταν με τους επαναστάτες του ΒΜΡΟ επολέμησε γενναίως κατά του τουρκικού στρατού, μη διακρίνων ορθόδοξους και σχισματικούς, βλέπων δε μίαν χριστιανικήν αδελφότητα και μίαν Μακεδονίαν. Μετά όμως την εξαγορά του από τον Καραβαγγέλη και την πρόσθετη μισθοδοσία του από τους έλληνες αξιωματικούς, με μηνιαίο μισθό ουχί κατώτερον των δέκα οθωμανικών λιρών, αλλάζει γνώμη και υποστηρίζει ότι σημαντικότερο όλων είναι η επαναφορά των σχισματικών εις την ορθοδοξίαν.

Λόγος στην έκθεση γίνεται ακόμα για το μακεδόνα επαναστάτη Γιάγκωφ, στον οποίο αναφέρεται κι ο Μελάς. Οι έλληνες αξιωματικοί ενημερώνουν την κυβέρνησή τους λοιπόν ότι ο Γιάγκωφ αφήκε αρίστας εντυπώσεις, πάντες δε αναφέρουν το όνομα αυτού μετ’ ευλαβείας. Με τη διδασκαλία του καλλιεργούσε Μακεδονικήν συνείδησιν ανεξάρτητον πάσης άλλης φυλής και κατάφερε να χαράξη εις τους Μακεδόνας τας γενικάς περί αυτονομίας ιδέας.

Σχετικά με τις δαπάνες των 45 περίπου ημερών της περιοδείας διαβάζουμε πως ξόδεψαν το ποσόν των τετρακοσίων λιρών! έχουν όμως καβάντζα άλλες τριακόσιες για ώρα ανάγκης.

Άποψη των αξιωματικών είναι πως η οργάνωση του αγώνα κατά των εξαρχικών Μακεδόνων πρέπει να στηριχθεί κυρίως σε δυνάμεις πατριαρχικών μισθοφόρων. Όπλα, πυρομαχικά και λίρες στους προαναφερόμενους και επικουρικά ορισμένες επίλεκτες δυνάμεις από την Ελλάδα, είναι η τελική επίσημη πρόταση που υπογράφουν οι Κοντούλης, Παπούλας και Κολοκοτρώνης.

Ας ξαναδώσουμε όμως το λόγο στο Λάκη Πύρζα για να δούμε το άδοξο τέλος αυτής της αποστολής: Προτού υπογράψουν την έκθεσιν ο Παπούλας και ο Πάνος [Κολοκοτρώνης], ο μεν πρώτος έγραψεν [κρυφά] γράμματα προς τον Σαπουντζάκην [επιτελάρχη] ότι δεν είναι δυνατόν εν Μακεδονία να γίνη εργασία, ότι παντού υπάρχουν προδόται κτλ. Επειδή ο Παπούλας δεν είναι δυνατός εις τον κάλαμον του διώρθωνεν τα λάθη ο Γ. Πάνος και πολλά του υπαγόρευεν. Ο δε Γ. Πάνος έγραψεν [κι αυτός κρυφά] γράμματα προς τον Λεβίδην τότε υπουργόν.[117]

Ο Πύρζας ήταν γνώστης όλης αυτής της κωμωδίας, η οποία οδήγησε στην ανάκληση των αξιωματικών επειγόντως στην Αθήνα.[118]

Ο Κοντούλης σε μεταγενέστερες αναμνήσεις του (1926) που βρίσκονται στο αρχείο Στ. Δραγούμη,[119] σημειώνει πως στις 8 Μαΐου που φτάνει στην Αθήνα, επισκέπτεται το γέροντα Στέφανο Δραγούμη, ο οποίος τον πληροφορεί ότι εις των συντρόφων [αξιωματικών] έγραψεν εις Αθήνας ότι δεν υπάρχει χειρότερος λαός των Μακεδόνων, ότι ευρισκόμεθα μεταξύ προδοτών, ότι μας εδέχθησαν δυσμενέστατα κλπ. κλπ. Ο Δραγούμης του έδειξε για να μην αμφιβάλλει αντίγραφο της επιστολής Κολοκοτρώνη που έφτασε μέσω Λεβίδη στον πρωθυπουργό Θεοτόκη. Του είπε επίσης πως άλλη παρόμοια επιστολή του Παπούλα έφτασε μέσω Σαπουντζάκη στο διάδοχο Κωνσταντίνο.

Στις 24 Μαΐου ο ίδιος ο Θεοτόκης έδειξε στον Κοντούλη την έκθεση ην υπέβαλον αυτώ οι κ.κ. Παπούλας και Κολοκοτρώνης, καθ’ ην οι Μακεδόνες δεν θα εδέχοντο όπλα προς άμυναν κλπ. Έγινε μάλιστα γνωστό πως οι δύο αξιωματικοί υπέγραψαν την έκθεσιν του Κοντούλη εξ ανάγκης διά να μην μονομαχήσουν εις ξένον έδαφος.[120]

Τελικά η μονομαχία που δεν έγινε στη Μακεδονία πραγματοποιείται στις 28 Μαΐου στην Αθήνα μεταξύ του Μελά και του Κολοκοτρώνη. Ο Μελάς λαμβάνει ικανοποίηση για την απόπειρα καταστροφής των εθνικών ονείρων του, πληγώνοντας τον Κολοκοτρώνη ελαφρά στο μηρό.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως η άποψη των Παπούλα - Κολοκοτρώνη, που θεωρούσαν μάταιη κάθε απόπειρα στήριξης στους ντόπιους Μακεδόνες για τη διεξαγωγή του σχεδιαζόμενου ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα, έγινε τα επόμενα χρόνια η επίσημη πολιτική. Ο δε Παύλος Μελάς ήταν ο πρώτος που υλοποίησε το σχέδιο των αντιπάλων αξιωματικών, ότι δηλαδή ο αγώνας στη Μακεδονία για την επαναφορά των εξαρχικών στο Πατριαρχείο έπρεπε κατά κύριο λόγο να στηριχθεί σε σώματα σταλμένα από την Ελλάδα υπό την ηγεσία ελλήνων στρατιωτικών.

 


 

Η σύλληψη του Κώτα

 


 

Τ

ις τελευταίες μέρες της παραμονής των ελλήνων αξιωματικών στη Δυτική Μακεδονία, την άνοιξη του 1904, κι ενώ είχαν έρθει μεταξύ τους σε ρήξη λόγω των διαφορετικών εκτιμήσεών τους για το μέλλον του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα και τις μορφές που αυτός έπρεπε να πάρει, άνοιγε το κεφάλαιο της προδοσίας του καπετάν Κότε ή Κώτα, της ιδιαίτερα αμφιλεγόμενης αυτής προσωπικότητας, που πότε ως μετανιωμένος ντόπιος λήσταρχος συνεργαζόμενος με τους μακεδόνες αυτονομιστές κι άλλοτε ως γκραικομάνος αρμαρτωλός μισθοφόρος, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό με τη δράση του τις εξελίξεις στην περιοχή των Κορεστίων, κατά το διάστημα πριν και μετά το Ίλιντεν.

Δεν υπάρχει έλληνας συγγραφέας που ασχολήθηκε με το λεγόμενο μακεδονικό αγώνα, ο οποίος δεν αφιέρωσε κάποιες σελίδες στο έργο του σλαβόφωνου Έλληνα και μάρτυρα Κώτα. Ελάχιστοι όμως κάνουν λόγο για τις σκοτεινές λεπτομέρειες της σύλληψής του από τους Τούρκους.

Είναι γνωστό πως τον Κώτα εξαγόρασε και συντήρησε, για δυόμισι σχεδόν χρόνια, ο φιλότουρκος μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης. Ο Καραβαγγέλης από το Μάϊο του 1902 θεωρούσε πως ο Κώτας ήταν τυφλό όργανό του.[121] Ο Κώτας εξασφάλιζε τον έλεγχο των Κορεστίων, πίεζε όμως συνέχεια το μητροπολίτη για χρήματα προς συντήρηση της συμμορίας του.[122]

Το ελληνικό προξενείο στο Μοναστήρι δεν είχε εμπιστοσύνη στον Κώτα, κάνοντας ωστόσο την ανάγκη φιλοτιμία, έδειχνε σ’ αυτόν φιλικές διαθέσεις.

Τα ελληνικά συμφέροντα ωθούσαν τον πρόξενο Πεζά σε ανοχή προς τους συμμορίτες του Κώτα και ταυτόχρονα σε μυστική συνεργασία με τους Τούρκους.[123] Ο Ίων Δραγούμης θεωρούσε τον Κώτα σχετικά καλό αλλά ελλείψει του απόλυτα καλού καπετάνιου, τον θεωρούσε σανίδα σωτηρίας κατά των απόλυτα κακών επαναστατών.[124]

Το τελευταίο κεφάλαιο της δράσης του Κώτα, αυτό που τελειώνει με τη σύλληψή του, αρχίζει στην περιοχή Μουρικίου νοτιοανατολικά της Καστοριάς, στα ελληνοχώρια Λόσνιτσα [Lošnica][125] και Μπογκάτσκο [Bogacko][126]. Εκεί, στις 25 Απριλίου 1904, οι έλληνες αξιωματικοί δίνουν χρήματα στον Κώτα για να βρει ντόπιους μισθοφόρους και να εκτελέσει την υπόσχεσή του προς αυτούς, να εξοντώσει δηλαδή το Μήτρο Βλάχο και την τσέτα του.[127] Ο Κώτας αναλαμβάνει αποστολή, την ίδια μέρα που ο Κοντούλης ενημερώνει το προξενείο Μοναστηρίου για τη διαταραχή της σύμπνοιας μεταξύ των ελλήνων αξιωματικών και ζητά την ανάκλησή του στην Αθήνα.[128]

Τον Κώτα με τους λίγους που του έχουν απομείνει (ήδη δεκαπέντε άτομα υπό την ηγεσία του Σφέικου τον έχουν εγκαταλείψει)[129] και τους τρεις Κρητικούς (Καούδη, Δικώνυμο και Περάκη), οδηγεί στο Λέχοβο ο Χρίστος Αργυράκης.[130] Από κει πηγαίνουν στο γειτονικό Σρέμπρενο και παίρνουν μαζί τους άντρες του Βαγγέλη, δίχως τον ίδιο που λείπει στα Μπίτολα. Όλοι μαζί τώρα, περίπου είκοσι πέντε άτομα, ακολουθώντας τη διαδρομή Α. προς Β. στις πλαγιές του όρους Βίτσι, κοντά στα χωριά Μπελκαμένη, Νέρεντ, περνούν δυτικά, στην περιοχή Κορεστίων και λημεριάζουν στο δάσος πάνω από τα χωριά Όστιμα και Τίρνοβο.[131]

Στις αρχές του Μάη η συμμορία του Κώτα μπαίνει στο μακεδόνικο χωριό Τίρνοβο [Tirnovo][132] και δέρνει μέχρι θανάτου τον εξαρχικό δάσκαλο.[133] Ο Μήτρος Βλάχος, που ηγείται μιας επαναστατικής μακεδονικής τσέτας σαράντα ενόπλων, στέλνει μήνυμα στον Κώτα και τον καλεί να συναντηθούν μόνοι, με μπέσα για μπέσα.[134] Η συνάντηση δεν είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί καθώς οι δυο άντρες είναι παλιοί φίλοι και επιπλέον αδελφοποιτοί (βλάμηδες). Σαν τόπος ορίζεται το μακεδόνικο χωριό Όστιμα. Ο Κώτας αφήνει τη συμμορία του, που αγνοεί το γεγονός, έξω από το χωριό και εισέρχεται κάποια βραδιά του Μάη στην Όστιμα, για να συλλέξει τάχα πληροφορίες περί του Βλάχου. Παίρνει μαζί του μόνο τον ψυχογιό του Σίμο Στογιάν και πηγαίνει στο σπίτι όπου είναι το προκαθορισμένο ραντεβού.[135] Ο Κώτας κουβεντιάζει για ώρες με το Μήτρο Βλάχο. Ο δεύτερος τον καλεί να σταματήσει την αντιμακεδονική δράση του και να επανέλθει στις τάξεις των επαναστατών. Του υπόσχεται να αναλάβει βοεβόδας των Πρεσπών. Ο Κώτας ζητάει και παίρνει προθεσμία απάντησης ώς το Σεπτέμβριο.[136] Γυρίζει (με το Σίμο) στη συμμορία και αντιμετωπίζει την οργή του Καούδη, για την πολύωρη καθυστέρηση επιστροφής. Κρατά όμως μυστική τη συνάντησή του με το Βλάχο.

Το επόμενο βράδι, βρίσκουν κατάλυμα στο μακεδόνικο χωριό Ρούλια, την πατρίδα του Κώτα. Οι Περάκης - Μακρής κατηγορούν ανοιχτά τον Κώτα, πως δεν κρατά την υπόσχεσή του στους έλληνες αξιωματικούς, να κυνηγήσει το Βλάχο. Ο Κώτας παρά τις δικαιολογίες και τις γαλιφιές δεν καταφέρνει να τους αλλάξει τη γνώμη. Κατορθώνει όμως να πείσει τον τρίτο Κρητικό, το Θύμιο Καούδη, ο οποίος παίρνει το μέρος του ερχόμενος αντιμέτωπος με τους συμπατριώτες του. Οι Περάκης - Μακρής φεύγουν τελικά εξαγριωμένοι παίρνοντας μαζί τους και τους άντρες του Βαγγέλη. Το ίδιο βράδι πηγαίνουν στο Ζέλεβο, όπου βρίσκουν τον Παύλο Κύρου και του διηγούνται τα συμβάντα. Με οδηγό τον τελευταίο, φεύγουν από τα Κορέστια και μέσω Μπελκαμένης καταλήγουν στη μονή Αγ. Νικολάου Τσιρίλοβου, ανατολικά της Καστοριάς.[137]

Οι συμμορίτες του Βαγγέλη επιστρέφοντας στα λημέρια τους μαθαίνουν τα κακά γι’ αυτούς μαντάτα, το θάνατο του αρχηγού τους. Ο αρχισυμμορίτης Βαγγέλης Στρεμπενιώτης, ο μισθοφόρος του Καραβαγγέλη και οδηγός των τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων, γυρίζοντας απ’ το Μοναστήρι όπου είχε πάει για να αποφυλακίσει (με τη μεσολάβηση του βαλή) το Στέργιο Βολιώτη, πέφτει σε ενέδρα μακεδόνων ανταρτών του Αλέξη Τουρούντζεφ[138] κοντά στο χωριό Λουμπέτινο [Lubetino][139]. Ο Βαγγέλης και ο Στέργιος σκοτώνονται εκεί στις 13 Μαΐου.[140]

Στη Ρούλια απομένουν με τον Κώτα, οι άντρες του Σίμος Στογιάν, Δημήτρης Νταλίπης, Βασίλης Τσίλες και ο Καούδης. Κάποια μέρα, στα τέλη του Μάη, φτάνει στα Κορέστια από την Καστοριά ο γιος του Νταλίπη, μικρό παιδί, και μεταφέρει κρυφά[141] στη μητέρα του ένα μήνυμα ζωής και θανάτου από το μητροπολίτη Καστοριάς. Εκείνη πηγαίνει στον άντρα της και έχει μαζί του και με το Σίμο μια μυστική συνομιλία.[142] Τις αμέσως επόμενες μέρες οι Σίμος και Νταλίπης προειδοποιούν με τρόπο τον Καούδη να φύγει το γρηγορότερο γιατί υπάρχει κίνδυνος να τον δολοφονήσει ο Τσίλες. Ο Καούδης φεύγει στο Γκάμπρες και από ’κει ο αδελφός του Νταλίπη τον οδηγεί στη μονή Αγίου Νικολάου Σλίβενης.[143]

Πίσω στη Ρούλια, οι Σίμος - Νταλίπης ανακοινώνουν στον Κώτα την απόφασή τους να φύγουν προσωρινά και να πάνε στην Αθήνα. Ο Κώτας τους παίρνει τα όπλα κι αυτοί φεύγουν ντυμένοι με χωριάτικα ρούχα. Συναντούν τον Καούδη και μεταβαίνουν μαζί στο χωριό Κοσταράτζα [Kostaratža][144] όπου βρίσκουν τους Περάκη και Δικώνυμο. Εκεί οι τελευταίοι ακούν για πρώτη φορά από το Σίμο, τα όσα ειπώθηκαν στη συνάντηση Μήτρου Βλάχου - Κώτα.[145]

Στις 27 Μαΐου, ο έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου λαμβάνει μια αινιγματική, σχεδόν ανεξήγητη επιστολή, απ’ τον Καραβαγγέλη σχετικά με τον Κώτα. Ο Καλλέργης έχει ζητήσει, μετά από εντολή του υπουργείου Εξωτερικών, να δώσει ο μητροπολίτης μέσω των πρακτόρων του και για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης, χρήματα στον Κώτα. Ο μητροπολίτης απαντά πως αρκετά έδωσε σ’ αυτόν επί δυόμισι χρόνια, πως τώρα ο Κώτας ζει απελπισμένος και δεν θέλει να εργασθεί, πως σκέφτεται να τον αντικαταστήσει με το Σίμο και πως τελικά ίσως χρειαστεί ακόμα και να πέσει υπό την σπάθην.[146]

Ο Καλλέργης συλλέγει ειδήσεις προκειμένου να ερμηνεύσει τη μεταστροφή του Καραβαγγέλη κατά του Κώτα. Ο καστοριανός τραπεζίτης Τσάκαλης τον πληροφορεί ότι ο μητροπολίτης μένεα πνέει εναντίον του Κώτε γιατί ο τελευταίος ευρίσκεται εις συνεννοήσεις με τον Κωλέτη.[147]

Ο Κωλέτης είχε διατελέσει υποδιοικητής Καστοριάς και ήταν, όπως και ο Καραβαγγέλης, στέλεχος της οθωμανικής εξουσίας. Ο μητροπολίτης έμαθε την επικοινωνία Κώτα - Κωλέτη και πίστεψε ότι θα προδοθούν στους Τούρκους οι σχέσεις του με την ελληνική κυβέρνηση[148], καθώς και τα της πρόσφατης αποστολής του σώματος των ελλήνων αξιωματικών. Για να αποδείξει τη σταθερή πίστη του στην Υψηλή Πύλη και να δικαιολογήσει τα τρία τουρκικά παράσημα, που είχε λάβει εντός διετίας για την αντιμακεδονική δράση του, αποφασίζει να καταδώσει τον Κώτα. Ο Καραβαγγέλης ανακοινώνει στους Τούρκους ότι έχει πληροφορίες για το κρησφύγετό του και προσφέρεται να τους δώσει άνθρωπο της εμπιστοσύνης του που θα τους οδηγήσει στη σύλληψή του.

Ξημερώματα 9 Ιουνίου 1904, ο Κώτας κοιμάται στο σπίτι του στη Ρούλια. Μαζί του βρίσκεται ο Βασίλης Τσίλης (μόνος από τους παλιούς οπαδούς του) και δύο ακόμα άντρες, ο φυγόδικος για φόνο στην Κορυτσά Κώστας Μαλοβέσης και ο πισοδερίτης Λάζαρος Κίζας. Το τουρκικό απόσπασμα που έρχεται από την Καστοριά σταλμένο από τον Καραβαγγέλη, τους πιάνει στον ύπνο. Οδηγός του αποσπάσματος είναι ο φίλος και συμπολεμιστής του Κώτα, ζελοβίτης Παύλος Κύρου![149]

Ο Κώτας μεταφέρεται διαδοχικά στις φυλακές Καστοριάς, Κορυτσάς και Μοναστηρίου.[150] Ο Καραβαγγέλης του προτείνει να τον αποφυλακίσει με αντάλλαγμα να μπει στην υπηρεσία των Τούρκων, σαν οδηγός (κολαούζος) των τουρκικών αποσπασμάτων.[151] Ο Κώτας αρνείται και οδηγείται τελικά στην κρεμάλα στις 27 Σεπτεμβρίου 1905.

Αυτή είναι η πραγματική ιστορία της σύλληψης του Κώτα που από τότε προσπαθούν να κρύψουν οι έλληνες ιστορικοί. Οι συμμορίτες μακεδονομάχοι Σίμος, Νταλίπης και Κύρου, υπό την καθοδήγηση του μητροπολίτη Καστοριάς, πρόδωσαν το σύντροφό τους στους Τούρκους.


 

Η συμμορία του Παύλου Μελά

 

 

Μ

ε το θάνατο του Βαγγέλη Στρεμπενιώτη και τη σύλληψη του Κώτα, το ελληνικό κράτος χάνει στη δυτική Μακεδονία τους δύο οπλαρχηγούς μισθοφόρους, που πρόσφατα είχαν περάσει στην υπηρεσία του, μετά την αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών. Το γεγονός δε αυτό αποβαίνει τελικά υπέρ της άποψης των Παπούλα - Κολοκοτρώνη, στη διαμάχη τους με τους Μελά - Κοντούλη, σχετικά με την οργάνωση των συμμοριών και τον τρόπο διεξαγωγής του αντιμακεδονικού αγώνα.

Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποδέχεται την εισήγηση Παπούλα περί συγκροτήσεως μικρών ενόπλων σωμάτων αποτελούμενων από παλαιοελλαδίτες και κρητικούς μισθοφόρους υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών ή υπαξιωματικών και κολαούζους (οδηγούς) γηγενείς γκραικομάνους.[152] Για τη μη διαταραχή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, παραχωρεί τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στο επί τούτου νεοσχηματισμένο παρακρατικό Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας και στον πρόεδρό του Δημήτρη Καλαποθάκη, ιδιοκτήτη της εφημερίδας «Εμπρός».

Ο Καλαποθάκης αναθέτει τον Ιούλιο του 1904 στο Θύμιο Καούδη την ηγεσία ολιγομελούς συμμορίας, αποτελούμενης από τους δυτικομακεδόνες καταδότες του Κώτα, Σίμο Στογιάν και Παύλο Κύρου, τους Κρητικούς Στ. Ζούλη, Ι. Καλογεράκη, Στ. Κλειδή, Χρ. Λευκαρουδάκη, Αρ. Νίσταρη, Σωτ. Χατζηδάκη, Μαν. Σκουντρή, Ι. Σεϊμένη, το Μοραΐτη Δ. Σπανόπουλο, τον Κοζανίτη Απ. Αγακίδη και το Ναουσαίο Ι. Σιμανίκα.

Ταυτόχρονα ο Παύλος Μελάς, που έχει έρθει σε ρήξη με τον Καούδη (και με τους Π. Κύρου, Σίμο, Γ. Δικώνυμο, Γ. Πέρο) λόγω της κατάδοσης του Κώτα[153], προχωρεί στη συγκρότηση μιας δεύτερης μεγαλύτερης συμμορίας.

Η συμμορία του Καούδη περνάει τα σύνορα στις 18 Αυγούστου 1904, έχοντας προορισμό τα Κορέστια και τη γύρω ευρύτερη περιοχή. Αποστολή έχει να τρομοκρατήσει τα ορεινά μακεδόνικα χωριά μεταξύ Καστοριάς και Φλώρινας και να χτυπήσει το οργανωμένο μακεδονικό αυτονομιστικό κίνημα. Δέκα μέρες αργότερα, κι ενώ ήδη λημεριάζει στα δάση Βίτσου και Πέρετσκας, μπαίνει στη Μακεδονία και η συμμορία του Παύλου Μελά (Μίκη Ζέζα), ο οποίος, μετά από κυβερνητική υπόδειξη προς το κομιτάτο της Αθήνας, έχει αναλάβει, την τελευταία στιγμή, την αρχηγία των ελληνικών μισθοφορικών ομάδων της δυτικής Μακεδονίας.[154]

Ο Παύλος Μελάς έγινε ήρωας της ελληνικής εθνικής ιστορίας λόγω ακριβώς της δράσης της ομάδας του και του θανάτου του σ’ αυτήν την αποστολή. Ο Παύλος Μελάς αποτελεί εδώ και δεκαετίες το σύμβολο του ελληνικού εθνικισμού στην αντιμακεδονική πολιτική του. Πρόκειται ωστόσο για ένα μύθο που κατασκευάστηκε και αναπαράχθηκε από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του ελληνικού κράτους, ένα μύθο που θεμελιώθηκε στη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων και στο ψέμα.

Ο Μελάς ήταν γόνος και γαμπρός δύο κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά ισχυρών οικογενειών της Αθήνας που καθοδηγούσαν το ελληνικό εθνικιστικό κίνημα της εποχής και ταυτόχρονα ένας νέος αξιωματικός καριέρας. Αναλαμβάνοντας όμως την αρχηγία του ελληνικού συμμοριακού αγώνα στη Μακεδονία, ανελάμβανε ένα ρόλο που ήταν ανίκανος να παίξει σωστά. Ο συναισθηματικά εξαρτημένος από τη γυναίκα του και το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του, καλοζωισμένος και αγύμναστος δανδής Μελάς δεν έπεισε, όπως θα δούμε, ούτε τον εαυτό του ούτε τους άντρες του ότι κατείχε άξια τη θέση του καπετάνιου.

Οι τελευταίες και σημαντικότερες μέρες της ζωής του, επιβεβαιώνουν των ανωτέρω λόγων το αληθές. Ας καταγράψουμε λοιπόν ημερολογιακά αυτές τις στιγμές που χαρακτηρίζουν τον άντρα:

σαββατο 21 αυγούστου (επί ελληνικού εδάφους). Σε επιστολή προς τη γυναίκα του[155] αναφέρεται στους άντρες της ομάδας του που θεωρεί αφοσιωμένους σ’ αυτόν και πολύτιμους: Θωμάς Λιόντας από Κοζάνη, Ανδρέας Δικωνυμάκης ή Μπαρμπαντρέας, Νικ. Λουκάκης και Λαμπρινός Βρανάς από Σφακιά, Θανάσης Κατσαμάκας, παλιός κλέφτης απ’ τη Δισκάτα. Ανάμεσά τους λαμβάνει, όπως γράφει, περισσότερον θάρρος και αυτοπεποίθησιν.

Το προηγούμενο βράδι έχει ορκίσει τους μισθοφόρους παρουσία ενός παπά, τους έχει μιλήσει για την αποστολή τους δι’ ολίγων κτυπητών λόγων και τους έχει διατάξει να είναι ξυρισμένοι και κουρεμένοι, προς μεγάλην χαράν, όπως υποθέτει, της γυναίκας του και των κοριτσιών (των κουνιάδων του).

Ένας λαρισαίος φίλος του, ο ανθυπολοχαγός Χαράλαμπος Λούφας, του κάνει το γνωστό πορτρέτο - φωτογραφία. Τόσο ξένη του φαίνεται η φορεσιά του καπετάνιου, που σχολιάζει: φαντάσου τι κωμικόν θα ήτο και τι μαρτύριον δι’ εμέ, αν επέστρεφα άπρακτος, να βλέπω τη φάτσα μου έτσι μασκαρεμένην.

Στο τέλος της επιστολής ξεσπάει σε λυγμούς οσάκις σας συλλογίζομαι μου έρχονται αυτομάτως δάκρυα εις τα μάτια και τρέχουν, τρέχουν σιωπηλά και κάτι με σφίγγει εις τον λαιμόν.

κυριακη 22 αυγούστου (επί ελληνικού εδάφους). Στέλνει στη γυναίκα του Νάτα τον κατάλογο των αντρών του για να δοθεί στο Μπαλτατζή και στον Καλαποθάκη. Αντίγραφο του καταλόγου βρίσκεται σήμερα στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη.[156] Εδώ διαβάζουμε εκτός των προαναφερομένων, τα ονόματα: των Κρητικών Γ. Στρατινάκη, Γ. Ζουρίδη, Μαρκ. Παπαμαρκάκη, Νικ. Χαλκιαδάκη, Γιάννη Καραβίτη, των Σρεμπρενιωτών Δήμου Ευαγγέλου, Κωστή Νάτσιου, Μήτσου Νόλη, Γ. Παπαδημητρίου, των Κοζανιτών Δ. Πλάσκα, Κ. Βλάχου, Θ. Χαραλάμπου, των Σιατιστινών Δ. Τραπαντζά, Γ. Λελάκη, Ανδρέα Καλαμπούκα, Δ. Πρόκα, των Γ. Τσανάκα από Μαλαθριά, Δ. Αναστασίου από Ζουπάνι, Γ. Καραγιάννη από Κλίπιστη, Γ. Ματσαλή από Κωστάνσκο, Θ. Στραβονυχόπουλου από Καταφύγι, Θ. Βερεντζιώτη από Βερέντζι, Χρ. Στεφόπουλου από Δισκάτα και τέλος του γνωστού Λάκη Πύρζα από Φλώρινα.

Ο Μελάς ζητάει επίσης από τη Νάτα να μη δείξει σε κανέναν τη φωτογραφία που στέλνει και την εξορκίζει να μη διστάσει αν, ο μη γένοιτο, ασθενήση ή πάθη τίποτε κανείς απ’ αυτούς που αγαπά να τον ειδοποιήσει αμέσως όχι απλώς για να λάβει γνώση αλλά για να τα παρατήσει όλα και να σπεύσει εις Αθήνας![157]

τεταρτη 25 αυγουστου (επί ελληνικού εδάφους). Στέλνει στη σύζυγό του ένα γράμμα του Γ. Τσόντου (Βάρδα), σχολιάζοντας: Σε βεβαιώ ότι αυτό το γράμμα του μου δίδει πολύ θάρρος, διότι πρώτην φοράν από ξένον άνθρωπον (τους συγγενείς δεν λογαριάζω) ακούω, ότι κάτι είναι και αυτό που κάμνω. Εγώ σε ομολογώ ότι ουδέποτε έδιδα μεγάλην σημασίαν εις την επιχείρησιν αυτήν, αλλά μάλλον ως απεγνωσμένον κίνημα την εθεώρουν, και δι’ αυτό φοβούμαι και τόσον. Τώρα όμως το επήρα φοβερά επάνω μου και θεωρώ τον εαυτόν μου πολύ σπουδαίον άνθρωπον![158]

Το μυαλό του είναι ακόμα στην Αθήνα. Με το ωρολόγι εις το χέρι ενθυμούμην, όλας τας αντιστοίχους στιγμάς και ώρας της παρελθούσης Τρίτης, της τελευταίας δηλαδή ημέρας που επέρασα πλησίον σας, Νάτα μου, παιδάκια μου χρυσά! Κλαίω ακόμη μια φορά. Παλεύει μέσα του να αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Αρχίζω, γράφει, να έχω περισσοτέραν εμπιστοσύνην εις τον εαυτόν μου. Παραμένει πάντως ως επί το πλείστον μακράν των [ανδρών] διά να μην επέλθη οικειότης.[159]

παρασκευη 27 αυγουστου (μονή Μερίτσας, επί ελληνικού εδάφους). Φοράει τη στολή του καπετάνιου και εμφανίζεται στους μισθοφόρους του για να βγάλει λόγο: Εφόρεσα τον φοβερόν ντουλαμάν μου και διά πρώτην φοράν παρέστην πάνοπλος προ των ανδρών. Η εντύπωσις ήτο καλή, διότι μέχρι της στιγμής εκείνης εφόρουν το απαίσιον ψάθινον καπέλλο και το παντελόνι του Ρετσίνα και βεβαίως δεν τους εγέμιζα το μάτι. Τους εκάλεσα αμέσως και τους ωμίλησα με όλον τον ενθουσιασμόν και την καρδιάν μου διά την υπόθεσίν μας.[160]

Ο Γιάννης Καραβίτης περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εντύπωση που έκανε στους μοναχούς η ομιλία του Μελά:

Παρά τας περί πατρίδος θεωρίας του αρχηγού μας, οι καλόγεροι εθεώρουν ως αστείους τους λόγους του τούτους και μας εξελάμβανον ως ληστρικήν συμμορίαν.[161]

Στην επιστολή της 27/8, σημειώνει σε υστερόγραφο ότι την περασμένη νύχτα σταμάτησε την πορεία του σώματος διότι είχε ανάγκη να σκεφτεί ερωτικά τη γυναίκα του!

Χθες εις τας 8 1/2 μ.μ ακριβώς διέταξα στάσιν διά να καθήσω και να σας συλλογισθώ. Κατ’ εκείνην την ώραν ήσθε εις το τραπέζι όλοι, εορτάζοντες την εορτήν σου. Έπινα εις υγείαν σου βεβαίως εκείνην την στιγμήν, και εγώ σ’ εφιλούσα και σ’ ευλογούσα.[162]

σαββατο 28 aυγουστου. Τη νύχτα 27 προς 28 Αυγούστου το σώμα του Μελά περνάει τα σύνορα. Οι άντρες του μετά από επίμονον απαίτησίν τους[163] έχουν ήδη λάβει προκαταβολή ένα μηνιάτικο. Από τους τρεις οδηγούς που έχει εξασφαλίσει ο Μελάς, ο ένας δεν ήρθε καθόλου, ο δεύτερος αρρώστησε και έμεινε στο μοναστήρι, ο δε τρίτος, ο κλέφτης Θανάσης Βάγιας από το χωριό Σπήλαιο [Spileo][164], δεν φαίνεται να γνωρίζη καλά τα μέρη. Επιπλέον ο μόνιμος οδηγός Κατσαμάκας την τελευταία στιγμή αντιλαμβάνεται ότι δεν ενθυμείται καλά το έδαφος.

Μετά από πολύωρη νυκτερινή πορεία μέσα σε πυκνό δάσος ανακαλύπτουν το πρωί ότι έχουν ξαναεπιστρέψει στα ελληνικά σύνορα, 600 μέτρα από τον τούρκικο σταθμό του Οστρόβου! Κρύβονται μέχρι τις 3 μ.μ. και αρχίζουν πάλι την προσπάθεια. Στις 5 μ.μ. συλλαμβάνουν ένα χωρικό και τον υποχρεώνουν να τους οδηγήσει προς την Κρανιά [Kranja][165]. Μετά 7 ώρες αιχμαλωτίζουν κάποιον από το Μπόζοβο [Bozovo][166] και του παίρνουν το μουλάρι για να φορτώσουν τους ντορβάδες τους. Αργότερα πιάνουν αιχμάλωτο και άλλο αγρότη από τον οποίο παίρνουν το άλογο για να ιππεύσει ο Μελάς και να ξεκουραστεί μια και είναι σε κακά χάλια. Είμαι κατάκοπος - γράφει - τα τσαρούχια μου επλήγωσαν τα πόδια, η ράχη μου πονεί, τα φυσεκλίκια μου, το κεμέρι, το περίστροφον, πιέζουν και πονούν φοβερά την μέσην μου, τα λουριά των διοπτρών και του χαρτοφύλακος μου κόπτουν τους ώμους μου. Η ιδέα να ανέβει στο άλογο δεν του βγαίνει πάντως σε καλό. Ιππεύω το άλογόν του αλλά μετ’ ολίγον γκρεμοτσακίζομαι μ’ αυτό εις τον βραχώδη δρόμον έξω της Κρανιάς. Μετά από αυτά, ομολογεί στη γυναίκα του πόσο επιθυμεί να τελειώσουν τα βάσανά του και να επιστρέψει πίσω στην οικογένειά του: φαντάζομαι τον εαυτόν μου επιστρέφοντα εις την φωλέαν μου, ομολογεί.

Περνούν έξω από την Κρανιά, διαβαίνουν το Βενέτικο ποταμό και τέλος λημεριάζουν μετά από πορεία 13 ωρών.[167]

κυριακη 29 αυγουστου. Πιάνουν αιχμαλώτους δυο τσομπάνηδες Σαρακατσάνους και συμφωνούν μαζί τους να αγοράσουν α) είκοσι οκάδες μπομπότα και τυρί, β) να τους οδηγήσουν σε άλλη στάνη όπου θα βρουν κρέας να φάνε και νέο οδηγό για τη συνέχεια της πορείας, γ) να καθυστερήσουν οι Σαρακατσάνοι να δώσουν χαμπέρι στους Τούρκους (δηλαδή να καταδώσουν το πέρασμα της συμμορίας), ώστε να βαρεθεί το στρατιωτικό απόσπασμα να τους κυνηγήσει!

Νωρίς το βράδι ένας γέρος τσομπάνης τους οδηγεί σε άλλη στάνη Σαρακατσάνων, τρεις ώρες απόσταση, όπου αγοράζουν, ψήνουν και τρώνε δυο προβατίνες. Ύστερα λημεριάζουν στους πρόποδες ενός βουνού.[168]

δευτερα 30 αυγουστου. Το απόγευμα αγοράζουν ξανά τρόφιμα από τη στάνη και τις υπηρεσίες δύο τσομπάνηδων ως οδηγών, μια και ανακαλύπτουν ότι ο ληστής Θανάσης Βάγιας, ο κολαούζος που είχε προσλάβει ο Μελάς, λιποτάκτησε παίρνοντας μαζί και τον οπλισμό που του είχαν δώσει. Ο Βάγιας, όπως θα μαθευτεί αργότερα, πήγε στα Γρεβενά [Grevena][169] και τους κατέδωσε στους Τούρκους.

Ο Μελάς απελπισμένος με την κατάστασή τους γράφει στη γυναίκα του: Αναγκαζόμεθα διά κάθε πορείαν ν’ αποτεινόμεθα εις τους τσοπάνους. Έως σήμερα περί τους 20 άνθρωποι γνωρίζουν την ύπαρξίν μας. Παρήλθαν 4 ημέραι και ευρισκόμεθα ακόμη πολύ μακράν από την Σαμαρίναν. Υπό τοιούτους όρους δεν είναι απίθανον ότι θα μας συμβή κάτι δυσάρεστον. Καταλαμβάνω ότι οι άνδρες μου αρχίζουν και απογοητεύονται και χάνουν το ηθικόν των, έχουν δίκαιον. Ούτε επί μίαν ώραν εβαδίσαμεν επί οιασδήποτε οδού. Διαρκώς ανεβοκατεβαίναμεν βουνά, φαράγγια κτλ., τα πόδια μας, τα δάκτυλα ιδίως και τα γόνατά μας υπέφεραν φρικτά, ο Κατσαμάκας δεν γνωρίζει καν τον δρόμον που πηγαίνει εις την Σαμαρίναν.[170]

Ξεκινούν νωρίς το απόγευμα και τα μεσάνυχτα πιάνουν αιχμαλώτους τέσσερις βλαχοποιμένες. Τους λέγομεν, γράφει ο Μελάς, ότι θέλομεν οδηγόν διά να μας δείξη έναν δρόμον προς τα μέρη της Ηπείρου. Όλοι προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν τον τόπον. Τότε ο Κατσαμάκας τους λέγει: Θα πάρω έναν από σας μαζί και αν δεν ξέρη τον δρόμον, θα τον σφάξω και θα ‘ρθω να σφάξω και τα ζώα σας. Τότε αμέσως μας έδωσαν ένα νέο.[171] Συνεχίζουν την πορεία με το νέο οδηγό και λημεριάζουν κοντά στο ξημέρωμα.

τρίτη 31 αυγουστου. Αγοράζουν τρόφιμα (κρέας, ψωμί και τυρί) από τα κονάκια ενός βλάχου αρχιτσέλιγκα, γνωστού του Κατσαμάκα και μισθώνουν δύο βοσκούς για οδηγούς προς τα μέρη της Σαμαρίνας. Νωρίς το απόγευμα ξεκινούν, αλλά μετά από πέντε ώρες πορεία οι οδηγοί σταματούν και δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν πλέον το δρόμο. Με καταλαμβάνει αγανάκτησις δια την γαϊδουριά τους, παρατηρεί ο Μελάς, διότι βεβαίως τον γνωρίζουν καλά, αλλά θέλουν ν’ αποφύγουν τον κόπον.[172] Συλλαμβάνουν αιχμάλωτο έναν πριονιστή που τους οδηγεί κοντά στο χωριό Μπράζια [Brjaza][173], όπου πριν χαράξει λημεριάζουν.

τεταρτη 1 σεπτεμβριου. Το πρωί που ξυπνούν γίνεται γνωστό ότι λείπει ο Γιάννης Καραβίτης. Ο τελευταίος κοιμήθηκε κατά τη διάρκεια μιας στάσης της ομάδας, το προηγούμενο βράδι, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Αφού περιπλανήθηκε για ώρες μετά ψάχνοντας να βρει τους άλλους, έφτασε σε κάτι βλάχικα κονάκια όπου με την απειλή του όπλου δήλωσε την πατριωτική ιδιότητά του και άρχισε το εθνικιστικό κήρυγμα:

Άρχισα να εξηγώ τον σκοπό της εξόδου του σώματος Μελά. Είπα κατόπιν πώς έχασα το σώμα, αλλ’ ο τσέλιγκας, ασυγκίνητος από την πατριωτική μου ρητορεία μου λέγει: «δεν ησυχάζετε, βρε παιδιά, να αφήσετε τον κόσμο ήσυχο στο βιό του;» Και κατόπιν ακούει τον τσέλιγκα να ομιλή με τους δικούς του εις άλλην γλώσσαν. Εκνευρισμένος από τη συμπεριφορά των Βλάχων και απειλώντας με το γκρα ο Καραβίτης ξεσπά φωνάζοντας: Πες μου, βρε σκυλί, τί είσθε και αν υπάρχουν Έλληνες σ’ αυτόν τον τόπο; Είχα γίνει πλέον έξω φρενών, συνεχίζει, διότι ενώ εκίνησα για να σκοτωθώ χάριν των Ελλήνων της Μακεδονίας, τώρα όπου και να παρουσιαζόμουν ήθελαν να με ξεκάνουν ή να με προδώσουν.[174]

Τελικά η συμμορία βρίσκει τον Καραβίτη στα κονάκια αργά το βράδι. Εκεί ο Μελάς μαθαίνει ότι οι Βλάχοι είχαν ειδοποιήσει τους Τούρκους της Σαμαρίνας [Samarina][175] για το περιστατικό.

Ο Μελάς απελπισμένος γράφει στη γυναίκα του: Είμεθα ήδη μιαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενώ κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνον προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει. Εις αυτά πρόσθεσε και τον ρευματισμόν της αριστεράς μου ωμοπλάτης, ο οποίος οξύνθη αρκετά. Και μιλώντας για την ψυχική του κατάσταση σημειώνει: Είμαι περίλυπος έως θανάτου.[176]

Για την σε όλους εμφανή σωματική εξάντληση του Μελά και τα προβλήματα που δημιουργεί στην ομάδα του είναι αποκαλυπτικά επίσης τα σχόλια του Καραβίτη:

Ο αρχηγός μας σύρει μετά δυσκολίας τους πόδας του και η δυσκινησία του αυτή είναι κάτι το αποκαρδιωτικό. Αν μας μπλέξη κάπου απόσπασμα, είμεθα καταδικασμένοι να χαθούμε όλοι αδόξως.[177]

πεμπτη 2 σεπτεμβριου. Ένας γέρος βλαχοποιμένας πηγαίνει στη Σαμαρίνα (απόσταση δυο ώρες δρόμο) μεταφέροντας μήνυμα βοηθείας προς ένα φίλο του Κατσαμάκα, αλλά γυρίζει το απόγευμα άπρακτος. Δεν τον ηύρε, λέγει, αλλά πιστεύω ότι εκεί ήτον,[178] σχολιάζει ο Μελάς.

Ψάχνουν να αιχμαλωτίσουν άλλους βοσκούς που να γνωρίζουν το δρόμο για Καστοριά. Βρίσκουν δυο αδέλφια Βλάχους και παίρνουν τον ένα για οδηγό απειλώντας τον σε περίπτωση άρνησης με θάνατο. Επιπλέον κρατούν όμηρο και ένα νέο ποιμένα από τη στάνη που συνάντησαν τον Καραβίτη. Ξεκινούν την πορεία προς τα βόρεια, μέχρι τις 3 το πρωί που πέφτουν για ύπνο.

παρασκευη 3 σεπτεμβριου. Περιμένουν στο λημέρι τους μέχρι το απόγευμα, τον οδηγό που έφυγε από βραδύς για να φέρει ένα ζώο για τη μεταφορά των πραγμάτων τους. Παρά την 1 1/2 λίρα που του έχουν υποσχεθεί συνειδητοποιούν ότι μάταια ελπίζουν σε επιστροφή του. Οι άνδρες μου είναι μελαγχολικοί, γράφει ο Μελάς, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρις ώρας μόνον δυσκολίας, δεν ημπορώ να ξελασπώσω απ’ αυτήν την ευλογημένην Σαμαρίναν, αν και είμαι εν πορεία προ 7 ημερών.[179]

Συνεχίζουν προς βορρά ώσπου φτάνουν σε ένα υδροκίνητο πριόνι. Εκεί, παρά τις αντιρρήσεις των εργαζομένων και με την απειλή των όπλων, παίρνουν ένα γέροντα από το χωριό Μπουρμπουσκόν [Burbusko][180] ως οδηγόν και τον υιόν του ιδιοκτήτου ως όμηρον. Και αυτοί, όπως όλοι οι μέχρι τούδε οδηγοί, προσποιούνται κατ’ αρχάς ότι δεν γνωρίζουν τον δρόμον.[181] Συνεχίζουν την πορεία τους και ξημερώματα λημεριάζουν κοντά στο χωριό Ζουπάν [Zupan][182].

σαββατο 4 σεπτεμβριου. Αιχμαλωτίζουν το βράδι δυο γυναίκες από μια ομάδα χωρικών που είχε πάει σε κάποιο πανηγύρι της περιοχής. Αυτές τους οδηγούν για λίγο μέχρι που πιάνουν νέους αιχμαλώτους, έναν αγροφύλακα και ένα τσομπάνη, οι οποίοι και τους φέρνουν κοντά στο χωριό Κλέπιστα [Klepišta][183].

κυριακη 5 σεπτεμβριου. Νωρίς το βράδι ξεκινούν υπό βροχή έχοντας προορισμό ένα μύλο κοντά στο χωριό Ζάνσκο [Zansko][184], όπου βρισκόταν πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους που θα τους έδινε τροφή και θα τους βοηθούσε (ο μυλωνάς Αναγνώστης Παπαδημητρίου). Η αποστολή τους στέφεται από επιτυχία στις 3 το πρωί, όταν επιτέλους συναντούν το μυλωνά και δέχονται τις περιποιήσεις του.

Η συμμορία του Μελά έχει φτάσει στα όρια της φυσικής αντοχής. Είναι όλοι υγροί ως τα κόκαλα, οι πλείστοι έχουν πυρετό, κόψιμον ή κρυολόγημα.[185]

Ο Γιάννης Καραβίτης γράφει σχετικά στα απομνημονεύματά του: Συνέβη ώστε να βαδίζουμε δέκα ημέρας εντός ελληνοφώνου ζώνης και να μην κατορθώνουμε να ιδούμε έναν χριστιανό φίλο, εκτός από έναν μυλωνά, που μας έδωσε τρία ψωμιά και ολίγο ρακί και εκηρύχθη ισότιμος των φιλικών.[186]

Ο Μελάς τους εξηγεί τους λόγους της εχθρικής συμπεριφοράς των χριστιανών της Μακεδονίας προς τη συμμορία τους, κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν:

Οι Μακεδόνες έχουν δίκαιο να υποπτεύωνται και να δυσπιστούν εις τους αντάρτας όπως εις τους ληστάς, δηλαδή να μην κάμνουν διάκριση των μεν από τους δε, διότι οσάκις η Ελλάς εκινήθη προς πόλεμον κατά της Τουρκίας, εδημιουργούντο και ανταρτικά σώματα, οι σταυραετοί λεγόμενοι, αλλά εις το τέλος οι πλείστοι τούτων μετεβάλλοντο εις ληστάς εναντίον των ευπόρων Μακεδόνων, τους οποίους είχαν κινήσει διά να …απελευθερώσουν. Τώρα που θα πάμε στο Βογατσικό [Μπογκάτσκο], θα ιδήτε ανθρώπους με κομμένα αυτιά από τους περίφημους ελευθερωτάς.[187]

δευτερα 6 σεπτεμβριου. Με οδηγό ένα γέρο αγωγιάτη της εμπιστοσύνης του μυλωνά, η συμμορία κατευθύνεται το βράδι βορειοανατολικά. Ο γέρος οδηγός ωστόσο, ο βλαξ, ο γάιδαρος, ο μασκαράς και ηλίθιος,[188] σύμφωνα με τα λόγια του Μελά, στην αρχή ανοίγει το βήμα και χάνεται μπροστά, ενώ στη συνέχεια κάνει λάθος και τους οδηγεί προς τη Λάψιστα [Lapsista][189], έδρα του Τουρκικού στρατού. Τελικά το πρωί κρύβονται στα χωράφια, μες στους θάμνους.

τριτη 7 σεπτεμβριου. Το απόγευμα πιάνουν αιχμάλωτο ένα βλάχο βοσκό που τους οδηγεί απέναντι από το χωριό Λάγκορ [Lagor][190], όπου και περνάνε τον Αλιάκμονα. Στη συνέχεια το μέλος της ομάδας Δήμος Ευαγγέλου (από το Σρέμπρενο) τους οδηγεί τα μεσάνυχτα στο ελληνοχώρι Κοσταράζι, σε ένα μεγάλο αχυρώνα, όπου και κοιμούνται ώς το πρωί.

τεταρτη, πέμπτη, 8 και 9 σεπτεμβριου. Μοιράζονται σε δυο καταλύματα μες στο χωριό. Ο Μελάς στέλνει μήνυμα για την άφιξή του στην Καστοριά, στο μητροπολίτη Καραβαγγέλη, από τον οποίο ζητάει να του στείλει διάφορα εφόδια και χρήματα, πράγμα το οποίο και γίνεται.

Στο χωριό Κοσταράτζα μαθαίνουν και τα πρώτα νέα για τη δράση της συμμορίας Καούδη στα Κορέστια και τον άγριο ξυλοδαρμό δύο μακεδόνων αυτονομιστών.

Ο Μελάς εξομολογείται στη γυναίκα του τις μύχιες σκέψεις του για όσα πρέπει να κάνει τις επόμενες μέρες εναντίον των Μακεδόνων: Τρέμω και συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θα φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως και ανθρώπους ακόμη, τρέμω, αλλ’ ανυπομονώ να το κάμω.[191]

παρασκευη, σαββατο 10 και 11 σεπτεμβριου. Συναντάνε το δάσκαλο Αθανάσιο Ιατρού που οδηγεί το σώμα στην εκκλησία Άγιο Αθανάσιο πάνω από το Μπογάτσκο, τους δε Μελά και Πύρζα στο σπίτι του στο χωριό. Το τελευταίον εδέχθην - σημειώνει ο Μελάς - διότι με παρεκάλεσε θερμώς [ο Ιατρού] να έλθω διά να ενθουσιάσω ολίγον και να κινήσω τους δυναμένους να εργασθούν εις την πατρίδα του, οι οποίοι δεν εννοούν να θυσιάσουν τίποτε υπέρ του σκοπού μας.

Από τους προύχοντες που καλούνται να επισκεφθούν το Μελά, εμφανίζονται μόνο δύο. Ουδείς εκ των άλλων προσκληθέντων είχε την ευγένειαν τουλάχιστον ή μάλλον το θάρρος να έλθη.[192]

Ο Μελάς κάνει εδώ ένα γραπτό απολογισμό του ανθρώπινου - μισθοφορικού δυναμικού του σώματός του: Μέχρι ώρας τρεις ηναγκάσθην ν’ αφήσω λόγω ασθενείας. Εξέφυγον πριν διαβώμεν τα σύνορα και μόλις έλαβαν τα χρήματα. Ένας μας επρόδωσε και άλλος μας έφυγεν, ο αχρείος, μόλις επεράσαμεν τον Αλιάκμονα, συναποφέρων και τα όπλα του. Εμείναμεν το όλον 25, ενισχύθημεν με 3 εντόπιους και από μεθαύριον με τον Δημούλιον Ζήση από το Λέχοβον και άλλους 6, θα γίνωμεν 34.[193]

Μαθαίνουν επίσης περισσότερα από την αντιμακεδονική δράση της συμμορίας του Θύμιου Καούδη, τις δολοφονίες του ζελεβίτη Χατζηπαύλου και του βοεβόδα της Όστιμα, Στόικου Γιαγκουλίτση (ή Στόιτσε Γιάγκου).

Ο Καούδης εξεπάστρεψεν εξάλλου εις το Ζέλοβον τον άτιμον Χατζή Παύλον και εις την Όστιμα τον Στόιτσε,[194] σημειώνει ο Μελάς, ενώ ο Καούδης στο ημερολόγιό του γράφει σχετικά:

   Η ώρα 1 π.μ [6 Σεπτεμβρίου] ήλθεν το καραούλι και με ιδοποίησεν ότι ήλθαν τα παιδιά, όπου είχαν μείνει εις Ζέλεβον κ’ έφεραν τον Στόιτσα. Ευγήκα έξω προσποιούμενος άλλην εργασίαν κ’ εφώναξα και τον Παύλην [Κύρου] και τον επίρα με τρία άλλα παιδιά να τον μεταφέρουν εις κανένα δάσος και να τον κρύψουν.[195]

   Ώρα 5 1/4 μ.μ [8 Σεπτεμβρίου] επέρναν ο Χατζή Παύλος με τον Τράϊκο όπου τον είδαν από μακράν τα παιδιά κ’ έτρεξαν να έλθουν κοντά εις τον δρόμον, αλλά αυτός τους αντιληύθει κ’ έφυγεν τρεχάλα προς το Πισοδέριον [Pesoder][196]. Αλλά ο Σταύρος Ζούλης και Αριστ(είδης) Νίσταρ(ης) και Στυλι(ανός) Κλειδής έτρεξαν και τον έφτασαν μέχρι τετρακόσια μέτρα και τον επιροβόλισαν τέσερες κ’ έπεσεν χάμο, όπου επήγεν ο Σταύρος και τον έβαλεν τ’ όπλον εις την κεφαλήν και την εσκόρπισεν εις τεμάχια.[197]

κυριακη, 12 σεπτεμβριου. Βρίσκουν κατάλυμα στη μονή Τσιρίλοβου, όπου ο ηγούμενος είναι έμπιστος άνθρωπος του μητροπολίτη Καραβαγγέλη. Ο Μελάς συζητά με τον Πύρζα και έναν ντόπιο περί του τρόπου εξαφανίσεως ενός μακεδόνα επαναστάτη της περιοχής. Μόλις ετελείωσε [η συζήτηση], γράφει ο Μελάς, κατελήφθην από φοβεράν απογοήτευσιν. Τώρα εννόησα ότι δεν ημπορώ εγώ να διευθύνω τοιαύτην εργασίαν. Έτρεμα και είχα ρίγος, ησθανούμην τον εαυτόν μου ένοχον πριν ακόμη εγκληματίσω. Έβλεπα τα μαυρισμένα και κοκαλιάρικα χέρια μου και μου εκίνουν φρίκην.

Ο Μελάς πηγαίνει μετά στην εκκλησία και εκεί συνεχίζει: μόνος εις το σκότος έκλαυσα με απελπισίαν. Ησθανόμην ως εις την κόλασιν και εντελώς μόνος. Ελησμόνησα όλον το ωραίον και το υψηλόν και το ευγενές μέρος της αποστολής μου, και έβλεπα μόνον φόνους άγριους, δολίους, ερήμωσιν οικογενειών, απελπισίαν γονέων, τέκνων, αδελφών.[198]

δευτερα, τριτη 13 και 14 σεπτεμβριου. Η συμμορία συναντά την εννιαμελή ομάδα του γνωστού συνεργάτη των Τούρκων, Αρβανίτη Ζήση Δημούλιου από το Λέχοβο. Ο τελευταίος τους οδηγεί σε ένα δάσος με οξιές κοντά στο χωριό του να λημεριάσουν και στη συνέχεια μέσα στο Λέχοβο όπου μοιράζονται σε τρία κονάκια.

τεταρτη, πεμπτη 15 και 16 σεπτεμβριου. Ο Μελάς αποφασίζει να πραγματοποιήσει την πρώτη του επιχείρηση, τη δολοφονία τριών μακεδόνων επαναστατών από το χωριό Σρέμπρενο.

Στην αρχή συλλαμβάνουν έξω από το Σρέμπρενο ένα γέροντα και δυο παιδιά 8 και 15 ετών. Στη συνέχεια αιχμαλωτίζουν τον καταζητούμενο πατέρα του δεκαπεντάχρονου. Ο Μελάς δεν αντέχει να βλέπει τη δίψα των μισθοφόρων του για ανθρώπινο αίμα. Γράφει απελπισμένος: Όλοι είναι χαρούμενοι και λέγουν ότι ο Θεός μας τους παραδίδει. Ο Πύρζας δεν βαστιέται από χαράν. Αναγκάζομαι να του ομιλήσω αυστηρότατα. Εγώ δεν βαστώ, ο βλαξ, τα δάκρυά μου. Αφήνω τους αιχμαλώτους υπό την φύλαξιν δύο ενόπλων και απομακρύνομαι. Κλαίω συλλογιζόμενος το δράμα που εκτυλίσσεται εκεί μέσα στο σπήλαιον, όπου φυλλάσσονται πατήρ και υιός. Εννόησαν βέβαια ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπονται, και εντούτοις δεν τολμούν να ομιλήσουν μεταξύ των. Τους ωμίλησα με γλυκύτητα καθησυχάζων αυτούς. Αλλ’ αν και η πρόθεσίς μου ήτο καλή, η υποκρισία μου αυτή μ’ έκαμε να σιχαθώ τον εαυτό μου.[199]

Μαζί με τους αιχμαλώτους μπαίνουν νωρίς το βράδι στο Σρέμπρενο και συλλαμβάνουν έναν ακόμα εξαρχικό Μακεδόνα. Ο Μελάς καλεί τους δημογέροντες και αποφασίζει να στήσει δικαστήριο. Με πάθος φοβερό και ειλικρινές, σημειώνει, απετάθην προς τους δύο καταδίκους. Ότι ήτο δυνατόν διά να τους κάμω να τρέμουν και να φοβούνται, τους το είπα. Ο Μελάς αποφασίζει να μην τους σκοτώσει υπό έναν όρο: απήτησα όπως εντός 10 ημερών επιτροπή από αυτούς τους δύο και άλλους τρεις μεταβή εις την Μητρόπολιν και δηλώση υποταγήν εις τον μητροπολίτην [Καραβαγγέλη]. Κατόπιν τους έβαλε να ορκιστούν σε μια εικόνα ότι θα πράξουν τα ανωτέρω και τους απείλησε ότι αν παραβούν τον όρκο τους τότε πλέον δεν θα υπάρξη οίκτος.[200]

Φεύγοντας από το χωριό και για να κάνει καλή εντύπωση στους χωρικούς, ο Μελάς επέστρεψε στον κοινοτάρχη (μουχτάρη) έναν ντενεκέ χρήματα που ’χε κλέψει κάποιος άντρας της συμμορίας από το σπίτι ενός καταζητούμενου.

παρασκευη 17 σεπτεμβριου. Γύρω στις 8 το πρωί, συναντούν σε προκαθορισμένο ραντεβού σε δάσος του Βίτσι το λεχοβίτη Ζήση Δημούλιο με την ομάδα του. Ο Μελάς ζητάει απ’ αυτόν να τον οδηγήσει στο χωριό Αϊτός για να χτυπήσει τους μακεδόνες κατοίκους του, καθώς αυτό είναι κέντρο επαναστατών αυτονομιστών. Ο Δημούλιος, από ανομολόγητο φόβο μην τυχόν και συναντήσει στο χωριό το βοεβόδα Τάνε και την τσέτα του, προφασίζεται ότι δεν ημπορεί. Ο Μελάς σημειώνει σχετικά με αγανάκτηση στο ημερολόγιό του, πως είναι ήδη η δευτέρα φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά μου ένεκα της απροθυμίας των εντοπίων.[201] Τελικά αποφασίζει να εισβάλει στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα.

Η συμμορία μπαίνει στην Πρεκοπάνα το απόγευμα, κατευθύνεται στην εκκλησία όπου βρίσκεται όλο το χωριό και παρακολουθεί μια κηδεία. Ο Μελάς κυκλώνει το εκκλησίασμα, τρομοκρατεί τους χωρικούς και απαιτεί από αυτούς να ορκισθώσι πίστιν και αφοσίωσιν εις την ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τον Μητροπολίτην. Προς τον τελευταίον [Καραβαγγέλη] δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων.[202]

Φεύγοντας από την Πρεκοπάνα και για να γίνουν πιστευτές οι απειλές του, παίρνει μαζί του δύο αιχμαλώτους, τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό παπά. Μόλις απομακρύνονται λίγο από το χωριό οι Πύρζας,[203] Κατσαμάκας και Μπαρμπανδρέας,[204] τους εκτελούν. Μετά το φόνο ο Μελάς καταλαμβάνεται από τύψεις συνειδήσεως. Καθ’ όλον το διάστημα περιπατούσα ως μεθυσμένος, έκλαια σχεδόν διαρκώς, θα γράψει σχετικά στη γυναίκα του.[205]

Στη συνέχεια κατευθύνονται στη Μπελκαμένη όπου τους υποδέχονται μυστικά, νωρίς το βράδι, ο παπάς του χωριού (ονόματι Πέτρος), ο δάσκαλος Παπανικόλας, ο Χρήστος Εξάρχου (όλοι μυημένοι στην ελληνική οργάνωση) και ο Φίλιππος Καπετανόπουλος, φαρμακοποιός στα Μπίτολα, καταγόμενος από το χωριό Κατράνιτσα [Katranica][206], που είχε έρθει για να ενταχθεί στο σώμα του Μελά. Αφού έφαγαν και ξεκουράστηκαν σε ένα κατάλυμα που τους παραχωρήθηκε, βγήκαν όλοι, πλην των Μελά και Πύρζα, μετά τα μεσάνυχτα στο βουνό όπου λημέριασαν περιμένοντας την επόμενη μέρα για να μπουν φανερά στο χωριό.

σαββατο 18 σεπτεμβριου. Η συμμορία μπαίνει το απόγευμα στο χωριό, προκαλώντας μέγαν φόβον εις τους χωρικούς. Ο Μελάς διατάζει το μουχτάρη να μαζέψει στο σχολείο τους προύχοντες. Εκεί απειλεί τους ρουμανίζοντες ότι κανείς δεν θα ξεφύγη τον θάνατο.[207] Υποχρεώνει το ρουμανοδιδάσκαλο να κλείσει το σχολείο και να εγκαταλείψει το χωριό, μία δε περίπολος προσπαθεί ανεπιτυχώς να βρει και να συλλάβει ένα στέλεχος των ρουμανιζόντων (ονόματι Βαγγέλη). Νωρίς το βράδι, η συμμορία αναχωρεί για να κτυπήσει το χωριό Νέρεντ.

κυριακη 19 σεπτεμβριου. Στις 3 το πρωί εισέρχονται στο Νέρεντ . Ο Μελάς απογοητευμένος καταλαβαίνει πως ούτε ο Πύρζας, ούτε κανείς άλλος, γνωρίζει το χωριό. Με κόπο βρίσκουν τελικά το σπίτι όπου βρίσκονται δυο άτομα ( ο Βασίλης και ο Αναστάσης) που έχουν προσφερθεί να τους υποδείξουν πέντε προγραμμένους από το Μελά για επαναστατική δράση συγχωριανούς τους, για τους οποίους ο τελευταίος πίστευε πως ήτο απόλυτος ανάγκη να εξαφανισθώσι και αυτοί.[208] Η συμμορία κρύβεται σε μια εγκαταλειμμένη οικία. Το πρωί συνειδητοποιούν ότι στο χωριό βρίσκεται οθωμανική στρατιωτική δύναμη, αποτελούμενη από 90 - 100 νιζάμηδες (τακτικούς πεζικάριους) και 30 - 40 ιππείς. Το σχέδιο τους ναυαγεί. Ο Μελάς γνωματεύει ότι οι στρατιώτες θα ψάχνουν για κομιτατζήδες και επομένως πρέπει να παραμείνουν εκεί κρυμμένοι, καθώς πιστεύει ότι και να τους καταλάβουν θα έκαμναν τα κλειστά μάτια. Η γνώμη του Μελά, σύμφωνα με τον Καραβίτη, θεωρείται απαράδεκτη απ’ όλους που λίγο - πολύ ξέρουν από τουφέκι.[209] Αγνοούν τις απόψεις του αρχηγού, ανοίγουν την οπισθίαν θύραν και τρέχουν προς το υπερκείμενο όρος.[210] Στην άτακτη φυγή τους[211] λαβώνεται θανάσιμα από πυροβολισμό ο Φίλιππος Καπετανόπουλος. Πριν τον εγκαταλείψει ο Μελάς βγάζει την κάπα του και τον σκεπάζει, αφήνοντας από αμέλεια στην τσέπη και ένα γράμμα που του είχε δώσει ο Καπετανόπουλος να στείλει στον Καλλέργη. Μαζί με το νεκρό, οι στρατιώτες θα ανακαλύψουν αργότερα αυτή την επιστολή, που θα προκαλέσει οθωμανικό διάβημα στην ελληνική κυβέρνηση και θα οδηγήσει σε ανάκληση του έλληνα πρόξενου.[212]

τελευταιο δεκαημερο σεπτεμβριου. Ξημερώματα Δευτέρας, 20 Σεπτεμβρίου, η συμμορία φτάνει στο βουνό μεταξύ Σρέμπρενου και Λεχόβου, λημεριάζει στο δάσος και μπαίνει το βράδι στο Λέχοβο. Την επόμενη μέρα, Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου, ο Μελάς έρχεται σε επικοινωνία με τους συνδέσμους του των γύρω χωριών και το βράδι φεύγουν για τη Νεγκόβανη. Στο δάσος έξω από το χωριό έρχεται και τον συναντά ο Ηπειρώτης Γ. Σούρλας, διευθυντής των σχολείων της Νέβεσκας και άλλοι δύο. Ξημερώματα Τετάρτης, 22 Σεπτεμβρίου, φεύγουν αυτοί και έρχονται να τον δουν ο γιατρός Τσίρλης από τη Νέβεσκα και ο αδελφός του. Το βράδι το σώμα μπαίνει κρυφά στη Νεγκόβανη και μοιράζεται σε τρία καταλύματα. Κάθονται μερικές μέρες, λόγω κακοκαιρίας, στη Νεγκόβανη και ο Μελάς προσπαθεί να στήσει εκεί και στα πέριξ μια στοιχειώδη οργάνωση. Ενώ βρίσκεται στη Νεγκόβανη μαθαίνει για την κοινή επίθεση, που πραγματοποίησε στις 18 Σεπτεμβρίου η συμμορία του Καούδη και το τούρκικο στρατιωτικό απόσπασμα Πισοδερίου, εναντίον του χωριού ΄Οστιμα στα Κορέστια και για το αποτέλεσμα της επίθεσης, τους 24 νεκρούς Μακεδόνες.[213]

σαββατο 2 οκτωβριου. Γράφει από τη Μπελκαμένη επιστολή στη γυναίκα του. Από το περιεχόμενο της συνάγεται πως βρίσκεται σε ιδιαίτερα άσχημη ψυχολογική κατάσταση.

Η απογοήτευσις μου, γράφει, είναι δικαιολογημένη, διότι ενόμιζα πριν έλθω ότι από εμέ μόνον εξηρτάτο να κάμω και να δείξω, αλλά δυστυχώς από το πρόγραμμα μου το εκατοστό μόνον έκαμα. Τους ντόπιους συνεργάτες του (επί χρήμασι άπαντες) δεν μπορεί να τους εμπιστευθεί. Εγώ ο δυστυχής κάμνω το σχέδιον μου, συνεχίζει, ξεκινώ με βροχήν, με κρύο, με πείναν και, όταν έλθη η στιγμή της εκτελέσεως του, ή δεν έρχονται ή με γελούν παντοιοτρόπως. Το χειρότερο όμως, σημειώνει, είναι ότι ειδοποιούν τα υποψήφια θύματα να κρυφτούν όπως τούτο συνέβη εσχάτως εις την Νεγοβάνην και το Λέσκοβιτς, όπου μας εκράτησαν αδίκως 4 ημέρας και τέλος μας εγέλασαν. Παρ’ όλα αυτά πιστεύει πως έχει γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Οι συμπαθούντες τους μακεδόνες επαναστάτες αγρότες, φοβούνται, κρύπτονται και επί τέλους φεύγουν από τα χωρία των, παρατηρεί.[214]

Την ίδια μέρα, ο έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου στέλνει επιστολή στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, με την οποία τον ενημερώνει για τα πρώτα αποτελέσματα επί του γηγενούς πληθυσμού, από τη δράση των συμμοριών του Καούδη και του Μελά:

Δεν δυνάμεθα βεβαίως να είπωμεν ότι διά της εμφανίσεως των ημετέρων συμμοριών επετεύχθη ήδη το ποθούμενον αποτέλεσμα και ότι θα δυνηθώσι να λειτουργήσωσι τα ημέτερα σχολεία, σημειώνει, αναφερόμενος στα χωριά της περιοχής Φλώρινας - Καστοριάς, που έχουν προσχωρήσει στην Εξαρχία μετά το ΄Ιλιντεν. ΄Ενα γεγονός επίσης άξιον ιδιαιτέρας προσοχής και λίαν δυσάρεστον για τα ελληνικά συμφέροντα είναι, κατά τον Καλλέργη, η προθυμία που δείχνουν οι μακεδόνες χωρικοί να υποστηρίξουν τις επαναστατικές αυτονομιστικές ανταρτικές ομάδες κατά των ελληνικών συμμοριών. Προφανώς, ο πρόξενος έχει πληροφορηθεί τη μαζική συμμετοχή των μακεδόνων αγροτών της περιοχής στην πρόσφατη συμπλοκή στην ΄Οστιμα, εναντίον των Τούρκων και του Καούδη. Δεν είναι βεβαίως, παρατηρεί, επίφοβοι οι χωρικοί ούτοι, οίτινες μακρόθεν ως επί το πλείστον πυροβολούσι και πλησιάζουσιν εις το πεδίον της μάχης μόνον, όταν πεισθώσιν ότι δεν υπάρχει πλέον αντίστασις και είνε εξασφαλισμένη η ζωή των, αλλά το γεγονός φανερώνει πως ο Μακεδονικός πληθυσμός δεν ανέχεται τους ΄Ελληνας αντάρτας. Παρέχει επίσης ο πρόξενος τη σημαντική πληροφορία ότι ο Καϊμακάμης Φλωρίνης έλαβε την παρελθούσαν Πέμπτην επιστολήν του Μελά, υπογεγραμμένην Τζέτζα [το ψευδώνυμο του Μελά], εν η του λέγει ότι αι Ελληνικαί συμμορίαι σκοπόν έχουσι να προστατεύσωσι τα ορθόδοξα χωρία. Του επισημαίνει ότι στόχος του είναι οι ένοπλες ομάδες των επαναστατών και ότι δεν θέλουσιν ενοχλήση ούτε τους Οθωμανούς κατοίκους ούτε τον Αυτοκρατορικόν Τουρκικόν στρατόν. Μαθαίνουμε επίσης πως η επιστολή αύτη παρεπέμφθη ενταύθα [στα Μπίτολα], οπόθεν υπεβλήθη αμέσως τηλεγραφικώς εις τον Χιλμή πασσάν.[215]

σαββατο 9 οκτωβριου. Ο Μελάς στέλνει από λημέρι πλησίον της Νεγκόβανης, επιστολή προς την κουνιάδα του ΄Εφη: Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ, αλλά ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον, της γράφει. Και συνεχίζει: Υποφέρω όταν αποφασίζω κάτι δύσκολον, αλλ’ αναγκαίον. Το σχεδιάζω, το μελετώ, διέρχομαι όλας τας συγκινήσεις του φόβου, των κινδύνων, της χαράς, της ελπίδος. ΄Οταν δ’ έρχεται η στιγμή της εκτελέσεως, βλέπω όλα τα σχέδιά μου κατακρημνιζόμενα από το αναποφάσιστον των εντοπίων. Δίνει επίσης πληροφορίες για την άφιξη και άλλων ληστοσυμμοριτών: ΄Εφθασαν χθες βράδυ ο Καραλίβανος, ο Βισβίκης με 8 καλούς ανθρώπους και 2 Κρητικοί με 15 άλλους συμπατριώτας των. Της φανερώνει πως σκοπεύει να αφήσει ένα τμήμα της δύναμης στην περιοχή και εκείνος με 30 άντρες να μεταβεί στο Μαγκάρεβο [Magarevo][216], να αφήσει εκεί μια ομάδα και στη συνέχεια να κατέβει στα μέρη της Καστοριάς με 10 άντρες. Και τότε, εκμυστηρεύεται, θα έλθω να ιδώ τα παιδιά μου και σας όλους. Αισθάνομαι ακατάσχετον, όχι επιθυμία, αλλ’ ανάγκην, να ησυχάσω τα νεύρα μου και το μυαλό μου.[217]

απολογισμοσ εξοδων (λιρεσ και εικοσοφραγκα). Στην έκθεση που συνέταξε ο Μελάς και βρέθηκε ασυμπλήρωτη στο χαρτοφύλακά του, μετά το θάνατό του, από τον Πύρζα, υπάρχουν αρκετές εγγραφές για την εξαγορά συνειδήσεων και τα ακριβή ποσά. Αναλυτικά : 1) Στη Λάρισα μετά από επίμονη απαίτηση των αντρών του, πριν αναχωρήσουν, πλήρωσε ολόκληρο το μισθό τους. ΄Εξι από αυτούς δεν προσήλθαν. Στις 20 Σεπτεμβρίου οι άντρες του έλαβαν και δεύτερο μισθό. 2) Ο οδηγός Θανάσης Βάγιας πήρε δύο εικοσόφραγκα και τον οπλισμό του και έφυγε να τους καταδώσει. 3) Σε κάθε χωριό όπου έφτιαξε επιτροπή διόρισε ένα ή δύο έμμισθους αγγελιαφόρους. Ο μισθός τους για μεν του Λεχόβου είναι ένα εικοσόφραγκο, για δε της Νέβεσκας δυόμισι. 4) Στη Νέβεσκα πληρώνει πέντε εικοσόφραγκα για μισθό πενταμελούς ομάδας μισθοφόρων. 5) Στον πρώην ρουμανίζοντα Τάκη Γκόλιε από τη Νέβεσκα, που πέρασε μαζί του και ανέλαβε υπεύθυνος της οργάνωσης του χωριού του, δίνει μισθό πέντε λίρες. Προτείνει μάλιστα να του δοθούν επιπλέον δώρο άλλες είκοσι πέντε λίρες. 6) Από μία λίρα δίνει στη χήρα και την αδελφή του Βαγγέλη Σρεμπρενιώτη. 7) Μια λίρα παίρνει η χήρα του Παπαδημήτρη και μισή ο μουχτάρης Σρεμπρένου. 8) Μισή λίρα εισπράττει ο μουχτάρης Πρεκοπάνας και μία η χήρα του Παπαχρήστου. 9) Τρεις λίρες μισθό δίνει στο Ζήση Δημούλιο, από μία στους οκτώ άντρες του και από μισό εικοσόφραγκο στους δύο δραγάτες (αγροφύλακες) του Λεχόβου. 10) Τέσσερις ανώνυμοι παίρνουν μισθό από δύο εικοσόφραγκα και μια λίρα παίρνει ο ψυχογιός του Μελά. 11) Ο Κόλε Πίνα εισπράττει μία λίρα και ο γιος του Ζήσης δύο εικοσόφραγκα μισθό. 12) Ο βλάχος Γιαννάκης (καταδότης) παίρνει μια λίρα. 13) Στον ακόλουθο του Ιτζέτ Πασά της Φλώρινας, Φεϊμη, δίνει δυο λίρες, και 14) πέντε λίρες αμοιβή σε έκτακτους απεσταλμένους.[218]

τριτη 12 οκτωβριου. Ο Μελάς στέλνει επιστολή στον Καούδη με την οποία τον διατάζει για πολλοστή φορά να συναντηθούν.

Ο Καούδης συστηματικά αρνείται στο Μελά τον ηγετικό ρόλο και τον αγνοεί επιδεικτικά.[219] Ο Μελάς ορίζει νέο ραντεβού στο βουνό μεταξύ Ζελόβου και Πισοδερίου, τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη.

Το βράδι αναχωρεί με τη συμμορία του με προορισμό το χωριό Νέρεντ. Εκεί κάνουν γενική επίθεση στο σπίτι μιας οικογένειας που είχαν προγράψει. Οι αμυνόμενοι με τη βοήθεια των συγχωριανών τους εξαναγκάζουν τελικά το Μελά, που φοβάται πιθανή εμφάνιση του στρατού, να υποχωρήσει.

Στη θέση Κούλα, πάνω στο Βίτσι, ο Μελάς χωρίζει το σώμα. Μια ομάδα γύρω στα δεκαπέντε άτομα, ληστές το επάγγελμα, με επικεφαλής το Γιοβάνη ( που θεωρήθηκαν σύμφωνα με τα λόγια του Καραβίτη ανωφελή και επιζήμια στοιχεία ή κοινώς παλιοτόμαρα)[220], φεύγει με κολαούζους τους Καραβίτη και Νικολούδη, για τη Μπελκαμένη. Ο Μελάς με τους υπόλοιπους και οδηγό τους το συμμορίτη Γρηγόρη, φεύγουν για το χωριό Στάτιστα [Statista][221]. Ο Γρηγόρης τους αφήνει στην εκκλησία, στην είσοδο του κάτω μαχαλά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Μπαίνει μόνος του στο χωριό σε αναζήτηση κάποιου γνωστού και επιστρέφει αργότερα έχοντας μαζί του δύο άτομα, ένας εκ των οποίων είναι ο Ντίνας Στεργίου, μέλος της συμμορίας του Καούδη και κάτοικος Στάτιστας. Ο Ντίνας βάζει τους άντρες στο χωριό και τους μοιράζει σε πέντε σπίτια. Ο Μελάς μένει με τους Λάκη Πύρζα, Πέτρο Χατζητάση, Ντίνα Θεόδωρο, το Βλάχο ψυχογιό του και το Γιώργο Στρατηνάκη. Στο δεύτερο κατάλυμα μένει ο Γιώργος Βολάνης με τους Νικ. Γυαλίρη, Μιχαήλ Αθήτου, Σταμάτης Χριστοδουλάκης, Μάρκος Παπαμαρκάκης, Νικ. Καλικιαδάκη και Χρήστος Γεωργίου. Στα άλλα καταλύματα παραμένουν οι οπλαρχηγοί Καραλίβανος και Μπισμπίκης (Βισβίκης) με 8 άνδρες, Ιωάννης Πούλακας (Μπούλακας) με 6 άνδρες, και οι Κατσαμάκας και Λαμπρινός Βρανάς με 10 άνδρες.[222]

τεταρτη 13 οκτωβριου. Το πρωί ο Ντίνας φέρνει στο κατάλυμα του Μελά, στο σπίτι του Τράικου Καντζάκη, το μουχτάρη Χατζόπουλο και μερικούς πρόκριτους, οι οποίοι υφίστανται το γνωστό κήρυγμα του Μελά περί επιστροφής στο Πατριαρχείο. Επίσης ξαναστέλνει μήνυμα στον Καούδη για να του υπενθυμίσει το ραντεβού. Οι άντρες της συμμορίας παραμένουν κρυμμένοι στα καταλύματα τους για να μη γίνουν αντιληπτοί από τους χωριανούς. Στο μεταξύ το τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα που εδρεύει στο Κονομλάντι [Konomladi][223], μισή ώρα απόσταση από τη Στάτιστα, δέχεται την επίσκεψη μιας αγρότισσας που τους καταγγέλλει τη διαμονή της ελληνικής συμμορίας στο χωριό.[224]

Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα ειδοποιούν το Μελά ότι τουρκικός στρατός δυνάμεως 130 περίπου αντρών ανεβαίνει το δρόμο από το Κονομλάντι προς τη Στάτιστα. Οι άντρες του, του ζητούν να φύγουν αμέσως στο βουνό, εκείνος όμως τους διατάζει να παραμείνουν κρυμμένοι, πιστεύοντας ότι ο στρατός είναι περαστικός. Το απόσπασμα εισέρχεται στο χωριό, ανηφορίζει μέχρι τον πάνω μαχαλά και ξαναεπιστρέφει στο κάτω μέρος του χωριού. Ξαφνικά οι στρατιώτες περικυκλώνουν το σπίτι όπου κρύβεται η ομάδα του Βολάνη και προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα για να κάνουν έρευνα. Ο χωροφύλακας του χωριού απαγορεύει την είσοδο των στρατιωτών και απαιτεί την παρουσία, σύμφωνα με το νόμο, του μουχτάρη ή του αξιωματικού. ΄Ενας αλβανός λοχίας όμως σπάει την πόρτα με ένα τσεκούρι και βλέπει μέσα τους κρυμμένους. Οι τελευταίοι αναγκάζονται τότε να πυροβολήσουν, παρά τις αντίθετες διαταγές που είχαν πάρει από το Μελά. Ο χωροφύλακας πέφτει νεκρός, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει η πολιορκία του σπιτιού και ανταλλαγή πυροβολισμών μέχρι τις 10 το βράδι, όταν οι επτά πολιορκούμενοι τελικά παραδίνονται και οδηγούνται στο Κονομλάντι και στη συνέχεια στην Καστοριά για ανάκριση.[225]

Κατά τη διάρκεια αυτής της συμπλοκής, οι υπόλοιποι άνδρες της συμμορίας, επωφελούμενοι από το σκοτάδι, εγκαταλείπουν τα τέσσερα άλλα σπίτια όπου παρέμεναν κρυμμένοι και αμέτοχοι, και καταφεύγουν άτακτα προς αναζήτηση ασφαλείας στα γύρω δάση. Αφήνουν ωστόσο πίσω τους, χωρίς να το ξέρουν οι περισσότεροι, ένα νεκρό: τον αρχηγό τους Παύλο Μελά.

Ο θάνατος του Μελά, που χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό εθνικισμό σαν σάλπισμα για τη γενικευμένη επιδρομή των παλαιοελλαδίτικων συμμοριών κατά των Μακεδόνων, αποτελεί στην κυριολεξία έναν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο μύθο, ένα μεγάλο ιστορικό ψέμα, που μέχρι σήμερα αναπαράγεται. Η αλήθεια για το θάνατό του ειπώθηκε το 1927 από τον Πέτρο Χατζητάση, κατά τη διάρκεια μνημόσυνου που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Τσόντου Βάρδα στη Στάτιστα. Ο Χατζητάσης, που βρισκόταν μαζί του κρυμμένος κατά τη διάρκεια των γεγονότων, στο σπίτι του Καντζάκη, έκανε τότε αναπαράσταση του γεγονότος.

 Ο Μελάς άφησε αβοήθητους, για να μην φανερωθεί η δική του κρυψώνα, το Βολάνη και τους άντρες του. Κάποια στιγμή κατέβηκε από την εσωτερική κλίμακα στο κατώι του σπιτιού για να ανιχνεύσει καλύτερα το γύρω μέρος. Από πίσω του ακολούθησε ο Λάκης Πύρζας.

 Μόλις είχαν πατήσει στο κατώφλι της σκάλας, λέει ο Βολάνης, ένας μόνον πυροβολισμός ακούστηκε κι ένα ωχ! Αμέσως κατεβήκαμε στην αυλή και βλέπομε τον αρχηγό νεκρό. Τον σηκώσαμε και τον κρύψαμε στον αχυρώνα (σταύλο) και φύγαμε. Δεύτερος πυροβολισμός δεν ακούστηκε.

 Ο Χατζητάσης συμπεραίνει ότι ο πυροβολισμός θα ήταν από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Λάκη Πύρζα. Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει με σιγουριά ότι ήταν εκπυρσοκρότηση. Ο Λάκης, όπως θυμίζει ο Τάκης Κύρου που άκουσε τη διήγηση του Χατζητάση, πήρε την τσάντα του αρχηγού, άφησε τον αγώνα και εξαφανίστηκε, παρουσιάστηκε το άλλο καλοκαίρι στη Μακεδονία.[226] Μαζί με την τσάντα εξαφανίστηκε και μια περιουσία λίρες που είχε πάνω του ο Μελάς. Επιπρόσθετα είναι γεμάτη υπονοούμενα για τον Πύρζα και η επιστολή του νέου διευθύνοντος το προξενείο στο Μοναστήρι Φίλιππου Κοντογούρη προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Ρωμάνο, με ημερομηνία 19/10/1904. Ο Κοντογούρης θεωρεί εκεί την εν γένει διαγωγή του Πύρζα και μετά τα γεγονότα στη Στάτιστα αξιοκατάκριτο.[227]

Τελικά τα εκ των υστέρων κατασκευασμένα ψεύδη του Πύρζα, περί ηρωικού θανάτου του Μελά από τούρκικο βόλι, κάλυψαν το γεγονός ότι αυτός, ακουσίως ή εκουσίως, πυροβόλησε τον αρχηγό του, τερματίζοντας έτσι τη διόλου ηρωική δράση του. Σήμερα τα ελληνόπουλα εξακολουθούν να διδάσκονται, όπως και οι γονείς τους, για το μάρτυρα Παύλο Μελά. Στη Στάτιστα όμως, οι γέροι μακεδόνες αγρότες μιλούν, ακόμα ψιθυριστά, για το φόνο απ’ τους δικούς του και τις χαμένες λίρες… 


[Υστερόγραφο για το θάνατο του Παύλου Μελά

 

Το 1996, όταν έγραψα το κείμενο για τον Παύλο Μελά, είχα υποστηρίξει, στηριζόμενος στη μαρτυρία του Χατζητάση, ότι τον έλληνα αξιωματικό είχε πυροβολήσει και σκοτώσει ο Λάκης Πύρζας.

Η αποκωδικοποίηση ολόκληρου του ημερολογίου του Γιώργου Τσόντου-Βάρδα και η δημοσίευσή του το 2003 από τον ερευνητή Γιώργο Πετσίβα, πρόσθεσε μία ακόμα σημαντική πληροφορία στη συζήτηση για το θάνατο του Παύλου Μελά. Εκεί (τόμος Β', σ. 808 & 816) ο Βάρδας γράφει πως ο Ντίνας από τη Στάτιστα είχε φύγει για την Αμερική, γιατί φοβόταν πως θα τον σκότωνε η ελληνική οργάνωση, μια και είχε γίνει γνωστό ότι αυτός "αποτέλειωσε" τον Παύλο Μελά.

Την πληροφορία αναπαρήγαγαν τόσο ο Τάσος Κωστόπουλος (προφανώς) στο δημοσίευμα του Ιού της Ελευθεροτυπίας, "Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά" (10.10.2004), όσο και ο Βασίλης Γούναρης στο σχετικό με το θάνατο του Μελά άρθρο του ("Το Μοιραίο δεκαήμερο", Καθημερινή, 17.10.2004).

Πρόσφατα ξαναψάχνοντας κείμενα που αναφέρονταν στη σχετική περίοδο, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο της εφημερίδας Ελεύθερος Άνθρωπος (Αθήναι, 4.8.1931) όπου σημείωνε και τα εξής: "Σύμφωνα με ορισμένους, του Παύλο Μελά του έκοψαν το λαιμό με μαχαίρι, μετά τον τραυματισμό του, για να μην προκαλέσει, με τις φωνές του, την προσοχή των Τούρκων. Αν τον πυροβολούσαν και πάλι θα πρόδιδαν την παρουσία τους στους Τούρκους".

Η πληροφορία αυτή φώτιζε ένα άλλο μεγάλο ψέμα που είχε πει ο Ντίνας, τα σχετικά με το κόψιμο του κεφαλιού του Μελά από αυτόν, λίγες μέρες μετά το θάνατό του.

Ο τουρκικός στρατός έφυγε από τη Στάτιστα στις 13 Οκτωβρίου 1904 το πρωί, παίρνοντας μαζί του αιχμάλωτους το Βολάνη κι άλλους έξι. Έφυγε πιστεύοντας ότι είχε συλλάβει το σύνολο των ανδρών της συμμορίας που έψαχνε. Οι τουρκικές αρχές θα μάθουν μια βδομάδα αργότερα, από τις ελληνικές εφημερίδες, ότι στη Στάτιστα σκοτώθηκε εκείνο το βράδυ ο έλληνας αξιωματικός Μελάς (που κρυβόταν πίσω από το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας).

Τουρκικός στρατός εμφανίστηκε πάλι στη Στάτιστα στις 23 Οκτωβρίου, όπου έκανε έρευνα και τελικά βρήκε πρόχειρα θαμμένο ένα ακέφαλο πτώμα με ρούχα αντάρτη. Κατά τη νεκροψία βρήκαν στη μέση του νεκρού μια σφαίρα από μολύβι, σφαίρα από αυτές που έπαιρναν τα όπλα των αντρών του Μελά (όπως και το όπλο του Λάκη Πύρζα) και όχι σφαίρα για όπλο μάουζερ, όπως αυτές που χρησιμοποιούσαν οι τούρκοι στρατιώτες.

Οι πέντε άντρες που βρίσκονταν μαζί με το Μελά έφτασαν στο χωριό Ζέλοβο στις 14 Οκτωβρίου, το πρωί της Πέμπτης. Γράφει για εκείνη τη μέρα ο Καούδης στο ημερολόγιό του:

"Το πρωί ήρθε ο Ντίνες με το Νικόλαο Πίριζα [Πύρζα] και τρία άλλα παιδιά και μας λένε ότι από τις 10 (αλά Τούρκα) χθες, τους πολιόρκησε ο στρατός και πολέμησαν μέχρις τις τρεις τη νύχτα. Έπειτα βγήκαν από το σπίτι που ήταν, για να φύγουν, αλλά οι Τούρκοι ήταν κρυμμένοι στις γωνιές των σπιτιών και μόλις βγήκαν στο δρόμο τους άναψαν μια μπαταριά και σκότωσαν το Μελά. «Εμείς πήραμε» μου λένε «το όπλο του και όλα τα πράγματά του και αναχωρήσαμε σιγά-σιγά και δεν ξέρουμε τι απέγιναν [οι άλλοι]»".

Ο Ντίνες και ο Πύρζας, αυτός που πυροβόλησε και εκείνος που αποτέλειωσε το Μελά, κόβοντας το λαιμό του, "λένε" στον Καούδη, τον Κύρου και τους άλλους το μεγάλο ψέμα και οι άλλοι τρεις (Χατζητάσης, Στρατινάκης και Στιμπανιώτης) συγκαλύπτουν.

Στη συνέχεια ο Καούδης γράφει πως εκείνο το βράδυ ήρθαν στο Ζέλοβο άλλοι δέκα, από αυτούς που ήταν στη Στάτιστα:

"Το βράδυ ήρθαν δέκα, μεταξύ τους ήταν ο Καραλίβανος με τον Ιωάννη Πούλακα. Τους ρωτάμε για τους άλλους και μας λένε ότι δεν γνωρίζουν τι έγιναν. Λείπουν ακόμα δεκαπέντε".

Στη συνέχεια ο Καούδης στέλνει "το Ντίνε προς το χωριό του, τη Στάτιστα, αν μάθει κάτι να έρθει να μου το πει".

Ο Ντίνας επιστρέφει στο Ζέλοβο το Σάββατο το πρωί. Σημειώνει ο Καούδης: "Ήρθε το πρωί ο Ντίνες από τη Στάτιστα και μας είπε ότι μονάχα ο κ. Μελάς σκοτώθηκε και επτά παραδόθηκαν. Οι λοιποί διέφυγαν, άγνωστο πού". Και λίγο πιο κάτω στο ημερολόγιο γράφει: "Θεώρησα επίσης καλό, να μεταφέρουμε το πτώμα του αείμνηστου [Μελά] στο Ζέλεβο. Όπως μας είπε ο Ντίνες, τον έκρυψαν οι χωρικοί [στη Στάτιστα] και δεν τον είδαν οι αρχές. Και ούτε οι Βούλγαροι έχουν μάθει [ότι σκοτώθηκε]. Κι αν το μάθουν, ίσως του πάρουν το κεφάλι. Δώσαμε πέντε λίρες του Ντίνα και πήγε να πάρει μερικούς από το χωριό του και κρυφά τη νύχτα να τον φέρουν [το νεκρό] να τον θάψουμε".

Ο Ντίνας παίρνει τις λίρες και φεύγει για τη Στάτιστα, για να φέρει το νεκρό. Ο Πύρζας γράφει για πρώτη φορά στο ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου (Μπίτολα) για τα γεγονότα στη Στάτιστα, κρύβοντας την αλήθεια και επαναλαμβάνοντας τα ψέματα που είπαν στο Θύμιο Καούδη και τον Παύλο Κύρου.

Στις 17 Οκτωβρίου, οι Καούδης, Πύρζας, Καραλίβανος, Πούλακας και οι άντρες τους φεύγουν για τη Μπελκαμένη. Στο Ζέλοβο μένει φρουρά ο Κύρου με λίγους άντρες, περιμένοντας τον Ντίνα να φέρει το νεκρό Μελά.

Δευτέρα Πρωί, 18 Οκτωβρίου, ο Κύρου και ο απεσταλμένος του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου Βασίλης Αγοραστός περιμένουν στο Ζέλοβο τον Ντίνα και τους μισθωμένους (με τις πέντε λίρες που έδωσε ο Καούδης) άντρες από τη Στάτιστα, που θα έφερναν το νεκρό Μελά για να τον θάψουν. Βλέπουν όμως να έρχεται ο Ντίνας μόνος του με ένα ντορβά στην πλάτη. Τον κοιτάζουν έκπληκτοι. Εκείνος ανοίγει το ντορβά και βγάζει από μέσα το κεφάλι του Μελά.

Ο Ντίνας "πολύ ταραγμένος" σύμφωνα με τον Αγοραστό, τους λέει το νέο μεγάλο ψέμα, πως έφτασε δηλαδή στο χωριό τα μεσάνυχτα και πήγε αμέσως να ξεθάψει το πτώμα, αλλά μόλις είχε αρχίσει να το ξεθάβει, έμαθε πως "ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα ερχόταν στο χωριό", γι' αυτό αναγκάστηκε να κόψει και να πάρει μόνο το κεφάλι.

Η αλήθεια είναι πως εκείνα τα μεσάνυχτα, ο τουρκικός στρατός είχε βαθιά μεσάνυχτα για το θάνατο του Μελά. Εκείνη την ώρα ακόμα και η οικογένεια του νεκρού αγνοούσε το θάνατό του.

Ο τουρκικός στρατός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πήγε για έρευνα στη Στάτιστα και βρήκε το ακέφαλο σώμα το επόμενο Σάββατο, στις 23 Οκτωβρίου.

Ο λόγος που δεν μετέφερε ο Ντίνας το νεκρό ήταν απλός. Δεν μπορούσε να εμφανίσει το Μελά με κομμένο λαιμό. Έβγαλε λοιπόν το μαχαίρι που τον είχε σφάξει και εξαφάνισε τα ίχνη της σφαγής, κόβοντας εντελώς το κεφάλι.

Στις 19 το πρωί, οι εφημερίδες στην Αθήνα άρχισαν να γράφουν για τη "μάχη" του Παύλου Μελά με τους Τούρκους στη Μακεδονία και τον ηρωικό θάνατό του νεαρού αξιωματικού.

Ακόμα και σήμερα η ελληνική εθνική ιστορία αναπαράγει τον ίδιο μύθο για το θάνατο του Μελά: τη μάχη του ήρωα με τους Τούρκους.

Το βόλι του Πύρζα και το μαχαίρι του Ντίνα, δεν αφορούν το έθνος.

22.4.2013]



 

Ο ματωμένος γάμος

 

 

 

Μ

ετά το θάνατο του Μελά, το Μακεδονικό Κομιτάτο ορίζει ως νέο γενικό αρχηγό τον κρητικό ανθυπολοχαγό πεζικού Γεώργιο Κατεχάκη (Ρούβα). Ο Κατεχάκης περνάει τα σύνορα στις 20 Οκτωβρίου, επικεφαλής συμμορίας 25 αντρών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται οι Κορεστιάνοι Δημήτρης Νταλίπης και Σίμος Στογιάννης, ο Σερραίος Δούκας Γαϊτατζής και οι Κρητικοί Παύλος Γύπαρης και Ιωσήφ Κουντουράκης.

Στις 27 Οκτωβρίου βρίσκεται κοντά στο χωριό Κοσταράντζα όπου συναντιέται με τις συμμορίες του Καούδη και του Καραλίβανου. ΄Ολοι μαζί, μετά διήμερη παραμονή, μεταβαίνουν στη Μπλάτσα [Blaca][228]. Εκεί, οι Πύρζας και Καραλίβανος με τους άντρες τους, φεύγουν για να επιστρέψουν στην Ελλάδα, οι δε Κατεχάκης και Καούδης με τους υπόλοιπους πάνε στο Λέχοβο, όπου βρίσκονται το βράδι της 29ης Οκτωβρίου.

Στο Λέχοβο, έρχονται και τους συναντούν οι Πούλακας και Βρανάς με τους άντρες τους. ΄Ολοι μαζί τώρα φτάνουν τα 36 άτομα. Εκεί, μαθαίνουν στις 9 Νοεμβρίου, από δυο καταδότες απ’ το χωριό Ζέλενιτς [Zelenič][229], έναν τουρκαλβανό χωροφύλακα ονόματι Σούλιο και ένα χριστιανό ονόματι Γραμμενόπουλο, ότι την Κυριακή 13 Νοεμβρίου, ο εξαρχικός παπάς του Ζέλενιτς παντρεύει την ανιψιά του. Ο Κατεχάκης αποφασίζει, με τη σύμφωνη γνώμη όλων, να ματώσει το γάμο.

Σάββατο βράδι, έρχεται ο Σούλιος και τους οδηγεί στο χωριό του.

Το ένα μέρος του σώματος υπό τον Κατεχάκη κυκλώνει το χωριό απ’ έξω, ο δε Καούδης με τους υπόλοιπους μπαίνει μέσα, και με τις οδηγίες του Σούλιου, τοποθετεί τους άντρες γύρω απ’ τη γειτονιά που θα κτυπούσε.

Φτάνουν στο σπίτι του παπά. Εισερχόμεθα μέσα, σημειώνει ο Καραβίτης, αλλά δεν ευρίσκουμε παρά μία γρηά. ΄Ισως να είναι η παπαδιά. Με τη γρηά δεν μπορεί να συνεννοηθή κανείς. ΄Οτι και να της πουν εκείνοι που γνωρίζουν την γλώσσα της, δεν ακούν τίποτα άλλο από «νε ζναμ» (δεν γνωρίζω).[230]

Προφανώς ο γάμος γινόταν σε άλλο σπίτι. Χωρίς να βιάζονται, το ρίχνουν στο πλιάτσικο. Εγέμισε το σπίτι όλη η παρέα του Πούλακα, λέει ο Καούδης. Ανέβηκα πάνω και τί να ιδώ, μια σάλα μεγάλη και την παπαδιά να στέκει στη μέση της σάλας τρομαγμένη, να κρατεί μια λάμπα να έχουν δύο - τρία μπαούλα ανοιγμένα και σκορπισμένα ρούχα και να ψάχνουν, άλλοι τα ρούχα και άλλοι τες γωνίες για λάφυρα.[231]

Ψάχνουν στο χωριό και βρίσκουν το σπίτι του Στογιάν Γκότεφ. Εκεί γινόταν ο γάμος. Από μέσα ακουγόταν μουσική και τραγούδι. Ο Δούκας, γράφει ο Κλειδής, κτύπησε κι είπε στη γλώσσα της γυναίκας πως είναι καλεσμένος. Του άνοιξε, τη μαχαίρωσε και τους άνοιξε. Μπήκαν οχτώ και φθάσανε τη σκάλα. Τέσσερις την ανέβηκαν και στάθηκαν στην κλειστή πόρτα του σπιτιού, τέσσερις μείνανε στο πρώτο σκαλί να προσέχουν…Βγήκε και άλλη γυναίκα. Στο πρώτο σκαλί τη μαχαίρωσαν.[232]

Ανέρχομαι, διηγείται ο Καραβίτης, εις την σκάλα. Με ακολουθούν κάμποσοι, ο ένας πίσω από τον άλλο…Ανοίγω την πόρτα, είναι γεμάτη γυναίκες. Με την πρώτη ματιά διακρίνεται η νύφη από τα στολίδια του στήθους της. Κλείω την πόρτα αμέσως και γυρίζω το κλειδί.[233] Πριν κλειδώσει την πόρτα, μαχαιρώνει μια γυναίκα.

Ανοίγουν την πόρτα της κάμαρας που γίνεται το γλέντι και ανοίγουν πυρ σε κάθε κατεύθυνση. Ο Γύπαρης που παίρνει μέρος στη σφαγή, παρομοιάζει την επίθεση της συμμορίας, με την επίθεση του γερακιού σε κοπάδι πουλιών. Εδοκίμαζαν ,γράφει, να φύγουν, μα παντού αντίκρυζαν τις μαύρες κάννες των ελληνικών τουφεκιών.[234]

Χαμηλά και όσο το δυνατόν οριζοντίως, λέει ο Καραβίτης, διευθύνω το όπλο για να ευρίσκη περισσότερα κορμιά. Εις την στιγμιαία λάμψη κάθε πυροβολισμού φαίνονται τα κορμιά σαν ένα πολύποδο τέρας που ασπαίρει στο αίμα του και εκτείνει προς όλας τας διευθύνσεις χέρια ποδάρια, δίκην πλοκάμων οκταποδιού.[235]

Η ελληνική συμμορία ολοκληρώνει τη σφαγή. Από όσους ήταν εις το σπίτι μέσα κανένας δεν έμεινε γερός. Το όλον ήσαν καμμιά τριανταριά, γράφει ο Καραβίτης.[236] Ο Γύπαρης[237] διορθώνει τον Καραβίτη, και ανεβάζει τον αριθμό των αιματοκυλισμένων κορμιών που βρίσκονταν καταγής την ώρα που αναχωρούσε η συμμορία, σε 47. Σαράντα άντρες και τρεις γυναίκες νεκροί, είναι ο απολογισμός του Κλειδή.[238]

Καθ’ όλη τη διάρκεια του μακελειού, το οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα που βρισκόταν στη Νέβεσκα, παραμένει στη θέση του αδρανές. Η κατηγορία για παθητική συνεργασία του με τους έλληνες συμμορίτες, διατυπώνεται επίσημα, από τους προξένους όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής.

Ο πρόξενος της Αυστρίας στο Μοναστήρι, γράφει χαρακτηριστικά: Από τη Νέβεσκα στο Ζέλενιτς η απόσταση είναι μισή ώρα. Υπολογίζεται ότι το γεγονός συνέβη κατά τις 9 τη νύκτα και ότι ρίχθηκαν περί τους 200 πυροβολισμοί. Στη Νέβεσκα ο στρατός και οι 10 χωροφύλακες κατ’ εντολή του Μουδίρη έμειναν αδρανείς και επισκέφτηκαν το Ζέλενιτς την επόμενη μέρα.[239]

Ο ματωμένος γάμος του Ζέλενιτς είναι η πρώτη μαζική σφαγή που πραγματοποιούν οι έλληνες μισθοφόροι στη Μακεδονία.

Κατά παραξενιά της ιστορίας, ο γαμπρός ονόματι Γκότης, βρέθηκε πίσω απ’ την πόρτα και γλύτωσε. Το ζευγάρι γέννησε ένα κορίτσι. ΄Οταν μεγάλωσε, ένας κρητικός χωροφύλακας που υπηρετούσε στο Ζέλενιτς, το πήρε με το ζόρι, για γυναίκα του. Ο γιος τους, βγήκε βαμμένος αντιμακεδόνας και άρρωστος εθνικιστής. Ο λόγος, για τον πρώην πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη.


 

Η είσοδος της συμμορίας του Βάρδα

 



Τ

έσσερις μέρες μετά τη σφαγή του Ζέλενιτς, μια άλλη συμμορία υπό την ηγεσία του κρητικού ανθυπολοχαγού Γιώργου Τσόντου (Βάρδα), περνάει τα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Ο Βάρδας, που μπορεί να θεωρηθεί από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα,[240] βρίσκεται επικεφαλής 36 ανδρών, μεταξύ των οποίων είναι ο ξάδελφός του Μιχάλης Τσόντος, ο πελοποννήσιος επιλοχίας Αθ. Σκλαβούνος, ο κρητικός λοχίας Θεοδ. Κουκουλάκης, ο Πελοποννήσιος Αριστείδης Μπονάτσος[241], οι Κρητικοί Βαγγέλης Φραγκιαδάκης, Μανόλης Νικολούδης και Γιώργος Δικωνυμάκης (Μακρής), ο Αρ. Θεοφανόπουλος από τη Φθιώτιδα, ο θρακιώτης παπάς Δράκος Χρυσομαλλίδης και οι Μακεδόνες Σίμος Στογιάννης και Σταύρος Τσίλης. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι από τους 36 άνδρες του σώματος, οι 28 είναι Κρητικοί.

 Η συμμορία του Τσόντου (Βάρδα), περνάει τον ποταμό Μπίστριτσα (Αλιάκμονα) στις 16 Νοεμβρίου και στις 17 - 18 Νοεμβρίου λημεριάζει κοντά στο χωριό Φιλί [Fili][242].

Την επόμενη μέρα ακολουθούν πορεία προς Βορρά. Διαβαίνουν το Βενέτικο ποταμό και στη συνέχεια περνούν ανάμεσα στα χωριά Ζίγκοστι [Zigosti][243] και Γκόστομ [Gostom][244]. Τέλος διαβαίνουν το Γρεβενιώτικο ποταμό, κοντά στις εκβολές του στη Μπίστριτσα, και διανυκτερεύουν.

Στις 20 και 21/11 βρίσκονται στην περιοχή πλησίον του χωριού Παλαιόκαστρο [Paleokastro][245] και το βράδι της 22/11 κοντά στη Σιάτιστα [Sjatista][246], όπου μυημένοι στην ελληνική οργάνωση τους περιμένουν και τους παρέχουν δωρεάν τροφή.

Στις 23/11 βρίσκονται στη μονή Παναγίας Σισανίου. Από εκεί φεύγει το απόγευμα, ο Βαγγέλης Φραγκιαδάκης με ένα απόσπασμα 14 αντρών, για το χωριό Λόσνιτσα. Ο Βάρδας με τους υπόλοιπους μεταβαίνουν στη μονή Αγίου Δημητρίου, όπου φτάνουν νωρίς το βράδι και διανυκτερεύουν.

Την επομένη το βράδι φτάνουν στη Λόσνιτσα, όπου τους υποδέχονται οι Φραγκιαδάκης, Καραλίβανος, Μπισμπίκης και μέλη των μυημένων στην αντιμακεδονική ελληνική επιτροπή του χωριού. Η συμμορία μοιράζεται και διανυκτερεύει σε τρία καταλύματα εντός του χωριού.

Το πρωί της 25/11, ο Βάρδας με τους επικεφαλής του συνεδριάζει από κοινού με την επιτροπή του χωριού. Η επιτροπή υπογράφει πρακτικό, με το οποίο αναλαμβάνει α) την υποχρέωση να διατηρεί τέσσερις σκοπούς με μηνιαίο μισθό ένα εικοσόφραγκο, β) να χορηγεί κατάλυμα στις ελληνικές συμμορίες κατά τη διάρκεια της νύχτας εντός του χωριού και γ) να δίνει ψωμί δωρεάν στους άντρες. Ο Βάρδας αναλαμβάνει τη μισθοδοσία δύο οδηγών - ταχυδρόμων (ένα εικοσόφραγκο έκαστος).

Το βράδι μεταβαίνουν στο Μπογκάτσκο, όπου βρίσκουν κατάλυμα σε σπίτια μυημένων στην ελληνική οργάνωση.

Μεταξύ 26 και 28 Νοεμβρίου παραμένουν στο Μπογκάτσκο, λόγω κακοκαιρίας. Στις 29/11 βρίσκονται στη Σλίμνιτσα [Slimnica][247], στις 30/11 στο Μόλασι [Molasi][248] και την 1/12 στο Τσακαλοχώρι [Cakalohori][249]. Και στα τρία χωριά ο Βάρδας οργανώνει επιτροπές, οι οποίες υπογράφουν πρακτικά, παρόμοια με το προαναφερόμενο στη Λόσνιτσα.

Την Πέμπτη 2/12 κι ενώ βρίσκονται στο Τσακαλοχώρι, κάποιος Κ. Γκιώνης από τη Βιντολούστα [Vidolušta][250] τους πληροφορεί ότι ο μακεδόνας βοεβόντας Κοστάντοφ περιφέρεται στην περιοχή. Την επόμενη μέρα μεταβαίνουν και διανυκτερεύουν στη Βιντολούστα.

Το Σάββατο 4/12, παίρνουν την πληροφορία από το δραγάτη του Λιμπέσοβου [Libešovo][251], ότι ο Κοστάντοφ βρίσκεται εκεί, στο σπίτι της ερωμένης του. Ο Βάρδας αποφασίζει να σκοτώσει τον Κοστάντοφ. Το ίδιο βράδι η συμμορία περικυκλώνει το χωριό και μπαίνει σε αυτό μοιρασμένη σε ομάδες, πυροβολώντας ταυτόχρονα προς εκφοβισμό των κατοίκων. Ο δραγάτης τους οδηγεί γρήγορα στο σπίτι όπου βρίσκεται ο Κονστάντοφ.

Στο σημείο αυτό, είναι αποκαλυπτική η αφήγηση του Μακρή, που πήρε μέρος στην επίθεση: Εγώ, γράφει, με το Βαγγέλη [Φραγκιαδάκη] πλησιάσαμε και χτυπήσαμε την πόρτα και τότε μας έριξαν από μέσα ομοβροντία πυροβολισμών και, πριν προφτάσουμε να τραβηχτούμε, μια σφαίρα τρύπησε την αριστερή παλάμη του Βαγγέλη, που από τότε έμεινε άχρηστη. ΄Αμα είδαμε έτσι, έβαλα στο σπίτι φωτιά - από τα παράθυρα και τη σκεπή […] Στη σκεπή τη φωτιά την έβαλε ο παπα - Δράκος από την πίσω μεριά του σπιτιού, όπου δεν ήταν ούτε πόρτα, ούτε παράθυρα κι όπου εξ αιτίας του επικλινούς του εδάφους έφθανε κανείς τις πλάκες της σκεπής. Εσήκωσε λοιπόν ένα - δυο πλάκες κι έριξε μέσα πετρέλαιο και τούβαλε φωτιά κι έπιασε η ξύλινη σκεπή…΄Εσκασαν όλοι μαζί εκεί μέσα στην κρυψώνα.[252]

Σημαντική είναι επίσης η σχετική μαρτυρία του Αρ.Θεοφανόπουλου, που συμμετείχε στην επίθεση. Εβάλαμε φωτιά εις το σπίτι και ενθυμούμαι σαν να ήταν χθες, καθόμασταν απέναντι της πόρτας του υπογείου και παρακολουθούσαμε την πτώση του πατώματος διά να δούμε εάν πέσουν και τα πτώματα.[253]

΄Εντεκα άνθρωποι έσκασαν από ασφυξία ή κάηκαν, ανάμεσά τους και δυο μικρά παιδιά. Μόλις τελείωσαν το έργο τους οι έλληνες συμμορίτες μάζεψαν όλο το χωριό και φοβέρισαν τους κατοίκους ότι όποιος υποστηρίξει τους μακεδόνες επαναστάτες, θα πάθει τα ίδια.

Ο ιερέας του σώματος Δράκος, δεν είχε ωστόσο ικανοποιηθεί από το αποτέλεσμα της επίθεσης. ΄Ηθελε κι άλλο αίμα. Πλησίασε ένα εικοσάχρονο μακεδόνα χωρικό και χωρίς να τον αντιληφθούν του έριξε μια τουφεκιά σχεδόν εξ επαφής. Αμέσως, όμως τραβήχτηκε γρήγορα πίσω και γυρίζοντας στο Μακρή που ήταν κοντά του λέει: «Μπράβο, Μακρή, μπράβο Μακρή. ΄Ετσι να σκοτώνης τους προδότες»[254].

Την ίδια ώρα, πίσω από το καμένο σπίτι, οι μισθοφόροι του Βάρδα σκότωναν έναν ακόμη Μακεδόνα.

Μεσάνυχτα, η ελληνική συμμορία φεύγει για το Βιντελούστι, αφήνοντας πίσω της 13 νεκρούς. Τις επόμενες μέρες περνάνε από τα χωριά Ζάνσκο, Κλέπιστα, ανεβαίνουν το βουνό Παλιόχα και φτάνουν στο χωριό Κοτέλτσι [Kotelci][255] στις 10 Δεκεμβρίου.

Την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου, ο Βάρδας και οι άντρες του βρίσκονται στη Λιάνγκα [Ljanga][256], όπου με δυσκολία υπογράφουν κάποιοι κάτοικοι το σχετικό πρακτικό. Το βράδι της 15/12 μεταβαίνουν στο Σκούμσκο [Skumso][257] και την επομένη λημεριάζουν πάνω από το χωριό. Την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου η συμμορία επιστρέφει στη Λιάνγκα, λόγω της αφόρητης κακοκαιρίας ( ένα μέτρο χιόνι).

Ο Βάρδας αντιμετωπίζει πρόβλημα, γιατί οι μισθοφόροι του ζητούν τους μισθούς τους, αλλά τα χρήματα που έχει δεν φτάνουν για όλους.

Από επιστολή που έχει λάβει, ωστόσο, φαίνεται πως ο Ρούβας μπαίνοντας στη Μακεδονία είχε μαζί του 4.800 φράγκα, πήρε δε άλλα 1.220 από το προξενείο. Με αυτά τα χρήματα είχαν πληρωθεί οι μισθοφόροι του Ρούβα, του Καούδη, του Λεχόβου της Μπελκαμένης, της Νεγκόβανης και του Πούλακα.[258]

Η δύναμη σε άντρες και η μηνιαία μισθοδοσία των ομάδων που βρίσκονται υπό την αρχηγεία του Βάρδα, την περίοδο αυτή έχει ως εξής: α) ομάδα Καούδη 15 άντρες - 32 εικοσόφραγκα, β) ομάδα Πύρζα 16 άντρες - 30 εικοσόφραγκα, γ) ομάδα Καραλίβανου - Μπισμπίκη 12 άντρες - 30 εικοσόφραγκα, δ) ομάδα Πούλακα (Μπούλακα) - Βολάνη 14 άντρες - 20 εικοσόφραγκα, ε) ομάδα Κατεχάκη (Ρούβα) 23 άντρες - 55 εικοσόφραγκα, στ) ομάδα Μαργαρίτη 10 άντρες - 25 εικοσόφραγκα, ζ) ομάδα Τσόντου 40 άντρες - 100 εικοσόφραγκα. Σύνολο 130 άντρες και 302 εικοσόφραγκα, συν 48 εικοσόφραγκα για έξοδα κατασκόπων. Οι υπαξιωματικοί έπαιρναν μηνιαίως 50 φράγκα έκαστος, οι ελλαδίτες μισθοφόροι 40 φράγκα, οι μακεδόνες μισθοφόροι 30 φράγκα, οι ιδιώτες αρχηγοί 60 - 80 φράγκα και οι κατάσκοποι 20 φράγκα.[259]

Ο Βάρδας παίρνει επίσης επιστολή του Ρούβα από το Λέχοβο, με την οποία του γίνεται γνωστό ότι ο τελευταίος παραμένει για περισσότερο από είκοσι μέρες σε πλήρη αδράνεια λόγω της κακοκαιρίας. Η σωματική του κατάσταση και ο αποκλεισμός του έχουν προκαλέσει, κατά τα γραφόμενά του νευρική ταραχή. Είναι τελείως απελπισμένος. Του φταίνε και τα ρούχα του. Προτείνει στο Βάρδα να οργανώσει μια επίθεση κατά του Σρέμπρενου.[260]

Την επομένη των Χριστουγέννων μεταβαίνουν στο Ζάνσκο και στις 28/12 στην Κλέπιστα. Από εκεί, οι ληστές Καραλίβανος και Μπισμπίκης αφήνουν την ομάδα και φεύγουν για να περάσουν τις γιορτές με τους δικούς τους στην Κοζάνη. Ο Κουκουλάκης, επίσης, με έναν οδηγό φεύγει για την Ελλάδα.

Ας σημειωθεί ότι ο τραυματισμένος Βαγγέλης Γαλιανός έχει ήδη καταφύγει στο Μπογάτσκο για θεραπεία, ο Μιχάλης Τσόντος στο Τσακαλοχώρι με ορισμένους άντρες και ο κάποιοι άλλοι, υπό τον Αντρέα Δικωνυμάκη (Μπάρμπα Αντρέα), βρίσκονται στην Κοσταράτζα.

Την άλλη μέρα ο Βάρδας παίρνει επιστολή από το Ρούβα, με την οποία τον καλεί να συναντηθούν στη Σλίμνιτσα. Ο Βάρδας φεύγει με δύο άντρες για τη Σλίμνιτσα και οι υπόλοιποι, υπό τον παπά Δράκο, μεταβαίνουν στη Ντράμιστα [Dramišta][261].

Ο παπά Δράκος και οι άντρες βρίσκονται στη Ντράμιστα στις 30/12 και την επομένη στο Κοστάνσκο [Kostansko][262]. Την πρωτοχρονιά, ο ιερέας - αναπληρωτής αρχηγός της ελληνικής συμμορίας, καλεί στο κατάλυμά του τους πρόκριτους του χωριού και τους εξαναγκάζει να υπογράψουν το γνωστό πρακτικό. Οι επιφυλάξεις και οι αντιρρήσεις των προκρίτων κάμπτονται μετά τον ξυλοδαρμό ενός (ονόματι Πασχάλη) από τον παπά Δράκο.

Ο άσχημος καιρός (συνεχώς χιονίζει) εμποδίζει τις μεγάλες μετακινήσεις τους. Ο παπά Δράκος παίρνει επιστολή από το Λιμπόχοβο [Libohovo][263], με την οποία του γίνεται γνωστό ότι δέκα ληστές της περιοχής θέλουν να συμπράξουν με την ελληνική συμμορία.

Την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου βρίσκονται στην Κλέπιστα και την επομένη στο Ζάνσκο. Εκεί ο παπά Δράκος προσβάλλει δημόσια τους ιερείς τους χωριού, για ασήμαντη αφορμή, και τους διώχνει από το κατάλυμά του, προκαλώντας έτσι τη γενική δυσαρέσκεια. Την ίδια μέρα, πληροφορούνται τη σύλληψη του Καραλίβανου, από το στρατό, στην Κοζάνη.

Σε αυτό το σημείο, επιβάλλεται να ανοίξει μία παρένθεση.

Ο Καούδης, στα απομνημονεύματα του, γράφει σχετικά: Ο μακαρίτης ο Μελάς, όταν επέρασεν τον ανήφορον, είχε μαζί του τρεις παλαιούς ληστές, τον Καραλίβανον, τον Βισβίκην, τον Αριστείδην από την Καστοριά, δεν ξεύρω το υπώνυμόν του  [Μαργαρίτης][264]. Αυτοί λοιπόν σε όποιον σπίτι έμπαιναν εζητούσαν και παράδες, λίρες. Οι χωρικοί όμως εφοβόντουσαν και δεν το μαρτυρούσαν, σιγά σιγά όμως και αφού οι Κοζανίτες παρέδωσαν τον Καραλίβανο με τον Βισβίκη στον στρατόν, διότι οι ίδιοι τον επρόδωσαν, αφού είδαν ότι βρήκαν το μπελά τωνε να τους υποχρεώνει να του μαζεύουν παράδες, δήθεν ότι τα παιδιά θέλουν κάπες, θέλουν τσαρούχια και λπ.[265]

Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του Καραλίβανου, αποστέλλεται προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών μία επιστολή από το προξενείο Μοναστηρίου, που υπογράφει ο Σ. Λεβίδης και στην οποία γίνεται γνωστό ότι μαζί με τον Καραλίβανο ο οθωμανικός στρατός συνέλαβε επίσης τρεις οπαδούς του, κατάσχεσε δε σημαντικά απόρρητα έγγραφα σχετικά με τη δράση των ελληνικών συμμοριών.

Ο Λεβίδης ωστόσο δεν είναι ανήσυχος, γιατί η οθωμανική διοίκηση μέσα από την ανάγνωση των κατασχεμένων εγγράφων πείστηκε ότι ο σκοπός του ελληνικού κομιτάτου είναι ουδόλως εχθρικός προς την Τουρκίαν. Απεναντίας διέτασσε τα εν Μακεδονία σώματα και κέντρα αυτού, όπως εν αδελφική συμπνοία μετά των Τούρκων εργασθώσιν. ΄Οχι μόνο δε ν’ αποφεύγωσιν επιμελώς σύγκρουσιν μετά του τουρκικού στρατού, αλλά στην ανάγκη να μην αρνηθώσι παροχήν συνδρομήν και εις τους Τούρκους.

Ο Λεβίδης ενημερώνει επίσης τον έλληνα υπουργό, ότι ο αρχηγός της χωροφυλακής διεβεβαίωσε τον κ. Χωναίον ότι και ο Γεν. Διοικητής είνε της γνώμης ότι οι συλληφθέντες πρέπει ν’ αφεθώσιν ελεύθεροι, αλλ’ ίνα μη διεγείρη τούτο τας διαμαρτυρίας των ξένων, καλόν είνε η αποφυλάκισίς των να γείνη δια της δικαστικής οδού.[266]

Είναι δε ο ίδιος ο Λεβίδης, που εννέα μέρες πριν σε άλλη επιστολή του, χαρακτηρισμένη ως όλως απόρρητος, έγραφε στον υπουργό Εξωτερικών, για το ζήτημα της ελληνοτουρκικής συμμαχίας στο μακεδονικό, τα εξής εξόχως αποκαλυπτικά:

Θέλω λάβη την τιμήν να εκθέσω τη Υμετέρα Εξοχότητι τας εντυπώσεις, ας απεκόμισα εκ της διαμονής μου εν Μακεδονία εν σχέσει προς την ψυχολογικήν κατάστασιν του Μακεδόνος και τα αισθήματα αυτού απέναντι τοιάσδε ή τοιάσδε Ελληνικής πολιτικής, και τούτο όπως έχη η Β. Κυβέρνησις υπ’ όψει αυτής, καίτοι ίσως εκ περισσού, την ταπεινήν μου γνώμην, ης βάσις είνε η απόλυτος ανάγκη, όπως διαγραφή εις τους αρχηγούς των Ελληνικών συμμοριών καθωρισμένη στάσις, άνευ του οποίου κινδυνεύομεν να δημιουργήσωμεν χάος εν Μακεδονία, να συντελέσωμεν εις τον σχηματισμόν ρεύματος πολιτικού, το οποίον να παρασύρη ημάς […].

Οι Τούρκοι, ως πολλαχόθεν μοι βεβαιούται κλείουσι τους οφθαλμούς απέναντι των Ελληνικών συμμοριών και ενεργειών[…]. Ουδεμία εκ των υπό ΄Ελληνα αξιωματικόν συμμοριών συνεκρούσθη μέχρι τούδε προς τους Τούρκους […]. Εάν μεν αι ελληνικαί συμμορίαι συστηματικώς δεν έρχονται εις σύγκρουσιν προς τα Τουρκικά αποσπάσματα, θέλομεν υποστή μεγάλην απώλειαν, την εκ της απογοητεύσεως των ημετέρων γεννηθησομένην και την εκ της κατακραυγής της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης […].

Ελληνοτουρκική συνεννόησις έσται πολυτιμοτάτη αν μη απαραίτητος ημίν κατά το παρόν, αλλά συμμαχία ή συνεννόησις φανερά και πασίγνωστος προσπίπτουσα εις τας όψεις πάντων έσται επιζημία. Αρκεί καλή θέλησις εκ μέρους της Υψηλής Πύλης, όπως καθορισθή απλώς η στάσις των Τουρκικών Αρχών απέναντι των Ελληνικών συμμοριών […]. Οι Τούρκοι δεν εισί ξένοι προς τα τεχνάσματα. Εάν αφ’ ενός εδέχοντο, όπως δοθώσι ευρισκόμεναι διαταγαί, όπως όχι μόνον μη καταδιώκονται ή συλλαμβάνονται ΄Ελληνες συμμορίται, αλλ’ επί πλέον προς το θεαθήναι συμπλέκονται ενίοτε υπεκφεύγουσαι πάντοτε […].

Ο Καϊμακάμης Φλωρίνης έλεγε προ τινος τω ημετέρω Διερμηνεί κ. Χωναίω ότι βεβαίως θα συνέπραττον οι Τούρκοι τοις ΄Ελλησιν, αλλά δέον να μη προβαίνωσιν οι τελευταίοι εις πράξεις, οία η του Ζέλενιτς επίθεσις, ότε παρά πάσαν προσπάθειαν καθίσταται αδύνατον να καλυφθώσιν τα γιγνόμενα ένεκα της παρουσίας εν Μακεδονία τόσων ξένων απεσταλμένων.[267]

Ας επανέλθουμε όμως στην, υπό τον παπά Δράκο, ελληνική συμμορία.

Η συνεχιζόμενη κακοκαιρία ( ένα μέτρο χιόνι και - 30 βαθμοί), κάνουν τη μετακίνηση τους ιδιαίτερα προβληματική. Στις 14 Ιανουαρίου βρίσκονται στη Λούτσιστα [Lučišta][268] και στις 16/1 στη Ζικοβίστα [Zikovišta][269]. Εδώ οι κάτοικοι είναι αγανακτισμένοι από την αισχρή διαγωγή του έλληνα συμμορίτη Ταγαρούλια που τους φορολογεί με την απειλή του όπλου.

Στις 17/1 έρχονται στη Ζικοβίστα κατόπιν διαταγής του παπά Δράκου κάποιοι χωρικοί από το Λιμπέσοβο και το Μπουχίν [Buhin][270]. Ο ιερέας - συμμορίτης δεν περιορίζεται σε απλό υπέρ του ελληνισμού κήρυγμα, αλλά χτυπάει για εκφοβισμό με το όπλο του στο κεφάλι το γέροντα Κοσμά Μιτσάντικο, από το Λιμπέσοβο.

Την επομένη βρίσκονται στο Τσουκαλοχώρι. Επ’ ευκαιρία της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, παίρνουν μέρος σε ένα μικρό γλέντι, όπου η συμπεριφορά του παπά Δράκου ξαναπροκαλεί τη δυσαρέσκεια των παρευρισκόμενων.

Στις 19/1 μεταβαίνουν στο χωριό Ρεσούλια [Resulja][271]. Εκεί, σχηματίζουν τη γνωστή επιτροπή και αποσπούν τη δήλωση υποταγής ή πρακτικόν.

Την Παρασκευή 21 Ιανουαρίου η συμμορία περνάει από το χωριό Μόλασι, όπου τους περιμένουν δύο οδηγοί από το Μπογάτσκο, σταλμένοι από το Βάρδα, οι οποίοι και τους οδηγούν αργά το βράδι στο χωριό.

Την ίδια μέρα, ο Βάρδας βρίσκεται στη Σέλιτσα [Selica][272], από την οποία και στέλνει στο Μπογκάτσκο χρήματα για τη μισθοδοσία των ήδη δυσαρεστημένων για την καθυστέρηση αντρών που βρίσκονται υπό τον παπά Δράκο.

Ο Βάρδας συνοδευόμενος από το Μακρή και το Βασ. Επισκοπάκη, είχε ήδη συναντηθεί την πρωτοχρονιά στη Λόσνιτσα, με τους Κατεχάκη (Ρούβα), Καούδη, Μιχ. Τσόντο και Αρ. Μαργαρίτη.[273]

Ο Βάρδας φτάνει στο Μπογκάτσκο με είκοσι άντρες, την Πέμπτη 27 Ιανουαρίου το βράδι. Τις επόμενες μέρες μια ομάδα πηγαίνει στην Κοσταράτζα και μια άλλη υπό το Βάρδα, στη Μπλάτσα.

Την 1/2 ο Βάρδας επιστρέφει στο Μπογκάτσκο. Την επομένη μεταβαίνει με 25 άντρες στη Σέλιτσα και στις 4/2 στο Κόντσικο [Konciko][274]. Από το Κόντσικο[275], οι Παπά Δράκος, Μακρής, Καραβίτης και τέσσερις υπαξιωματικοί φεύγουν για την Ελλάδα, παίρνοντας μαζί τους και τον άρρωστο Ρούβα.

Ο Βάρδας, περιμένοντας να τελειώσει η βαρυχειμωνιά, διατάζει τους ομαδάρχες του να προβούν σε διάφορες «μικρές» σφαγές.

Ο Γιάννης Πούλακας σκοτώνει στις 13 Φεβρουαρίου στη Νεγκοβάνη τους ρουμανίζοντες Βλάχους Γ. Θωμαϊδη και Παπά Θεοδόση, τους Μακεδόνες Τίπες Βούλγαρη και Νίκο Βλάχο (ανιψιό του Μήτρου Βλάχου) και τον αλβανίζοντα Παπά Χρήστο.[276]

Στις 17 Φεβρουαρίου ο Μιχάλης Τσόντος χτυπάει το χωριό Μανγκίλα [Mangila][277].

Την επομένη, ο Καούδης σκοτώνει πέντε Μακεδόνες στα περίχωρα της Ζαγκορίτσανης.[278]

Στις 21/2 ο Μιχάλης Τσόντος σφάζει τέσσερις Μακεδόνες[279] στο χωριό Οσνίτσανι [Osničani][280].

Στις 7 Μαρτίου ο Βαγγέλης Γαλιανός σφάζει δώδεκα εξαρχικούς Μακεδόνες, στη θέση Χαρατσάρι Λάκκο, κοντά στο Μπογκάτσκο.[281]

Στις 14 Μαρτίου σφάζουν τον εξαρχικό παπά του χωριού Μπλάτσα Καστοριάς[282]

Κι από σφαγή σε σφαγή , ο Βάρδας προετοιμάζει το μεγάλο μακελειό, τη Ζαγκορίτσανη…

 


 

Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη

 


 

Τ

η Δευτέρα 21 Μαρτίου 1905, ο Βάρδας με τους άντρες του, περιμένει στη μονή Σισανίου τη νέα ελληνική συμμορία του υπολοχαγού Στέφανου Δούκα (Μάλλιου). Ο Μάλλιος φτάνει επικεφαλής 58 αντρών. Μεταξύ τους βρίσκονται: οι ανθυπίλαρχοι Παναγιώτης Κλείτος (Δίμπρας) και Φιλόλαος Πηχέων (Λιούπος), οι επιλοχίες Γιώργος Παπαϊωάννου και Φώτης Ποζιόπουλος, οι λοχίες Στέφανος Ακριβός, Γιάννης Καρφής, Φίλιππος Κιτρινιάρης, Πέτρος Σταύρου, Πέτρος Μαλεύρης.

Μαζί του ήταν ο ληστής Κώστας Γκούτας με τους δυο γιους του, ο κρητικός οπλαρχηγός Ηλίας Δελιγιαννάκης με δώδεκα μισθοφόρους και ο Γιώργος Δικώνυμος (Μακρής) με 20 μισθοφόρους.

Ο Βάρδας είχε ήδη σχεδιάσει να αιματοκυλήσει το μεγάλο μακεδόνικο εξαρχικό (στην πλειοψηφία) χωριό Ζαγκορίτσανη. Για το σκοπό αυτό βρίσκεται σε συνεννόηση και επικοινωνία με το μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη, ο οποίος τον έχει εφοδιάσει και με κατάλογο προγραφών.[283] Μαζί με το Μάλλιο αποφασίζουν η σφαγή να γίνει συμβολικά τη μέρα της ελληνικής εθνικής εορτής, στις 25 Μαρτίου.

΄Ολοι μαζί ξεκινούν για τη Λόσνιτσα και τελικά λημεριάζουν στο μετόχι της μονής των Αγίων Αναργύρων, στο δάσος του Κουμανίτσοβου. Εκεί έρχεται προς ενίσχυση και ο Καραβίτης με τη συμμορία του, που μόλις είχε ξαναγυρίσει στη Μακεδονία. ΄Ετσι η συνολική δύναμη φτάνει τώρα τους 180 - 200 άντρες.

Ξημερώματα 25ης Μαρτίου, οι ενωμένες ελληνικές συμμορίες, υπό την ηγεσία του Βάρδα, κυκλώνουν το χωριό. ΄Ενας άντρας του Μάλλιου σαλπίζει, και αμέσως ο Κουκουλάκης, ο Πούλακας, ο Κλειδής, ο Καούδης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο Δούκας και άλλοι, ως θύελλα επέπεσαν μεσ’ την κωμόπολιν.[284]

Το πρώτο σπίτι τινάχτηκε στις φλόγες απ’ το Μακρή. Μετά ένα - ένα στη σειρά, η νύχτα έγινε φωτεινότερη από μέρα […]. Δεν άκουγε κανέναν κανείς. Πάνω απ’ τις μπόμπες, τις σφαίρες και τα ουρλιαχτά υψώθηκε μόνο η φωνή του Τσόντου. Τόσο δυνατή που την άκουσε η μισή Ζαγορίτσανη: Από δεκάξι και πάνω κανείς ζωντανός.[285]

Λεπτομέρειες της σφαγής, δίνει ο Ράπτης: Ο Πούλακας, ο Καραβίτης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο γέρων Γκούτας και όλοι οι εκδικηταί δεν γνωρίζουν πλέον τι πράττουν […]. ΄Εσκουζον και ωλόλυζον και εις τας πεντακοσίας οικίας του χωρίου. Η προ μιας ώρας ειρηναία σιγή μετεβλήθη εις κραυγάς παραφρονησάντων ανθρώπων. Εζήτουν σωτηρίαν και δεν εύρισκον. Η φυγή ήτο αδύνατος, ο οίκτος είχεν εκλείψει ολοτελώς. Η τελεία απελπισία […]. Η Ζαγορίτσανη είχε μεταβληθή εις φρενοκομείον μανιακών.[286]

Αφηνίασαν μερικοί και δεν ακούγανε. Ο Πούλακας με την παρέα του, ο Κουκουλάκης, ο Σκουντρής, όποιον ευρίσκανε τον σκότωναν, γράφει ο Καούδης.[287]

Χορτάσαμε την ημέραν αυτήν να σφάζωμεν, σημειώνει στο ημερολόγιό του ένας άντρας του Πούλακα.[288]

Οι ΄Ελληνες σφάζουν, καίνε και πλιατσικολογούν, για τρεις περίπου ώρες. Το έργο τους σταματάει με την ειδοποίηση των τσιλιαδόρων για την εμφάνιση ενός μικρού οθωμανικού αποσπάσματος χωροφυλακής από το διπλανό χωριό Κουμανίτσοβο [Kumaničevo][289]. Οι «γενναίοι» σφαγείς των αμάχων, σπεύδουν αμέσως να πιάσουν το βουνό, παίρνοντας μαζί τους και 27 αιχμαλώτους. Πίσω τους αφήνουν ένα φλεγόμενο χωριό και τους δρόμους γεμάτους με πτώματα.

Θυμάμαι πως περνάγαμε τους δρόμους του χωριού για να φύγουμε και σε κάθε δρόμο εύρισκες 8 - 10 πτώματα γυναίκες και παιδιά να μοιρολογούνε, λέει ο Ηλίας Καπετανάκης[290].

Στο βουνό σφάζουν με αγριότητα τους αιχμάλωτους. Τη δουλειά αναλαμβάνει ο Παύλος Πατρός. Ο Πατρός είχε και το μαχαίρι και τη λόγχη. Βάζει λοιπόν, τη λόγχη στο γκρα και αρχίζει να λογχίζη τους αιχμαλώτους στη γραμμή.[291]

Η περιγραφή της σφαγής, με την αυστηρότητα του διπλωματικού λόγου, υπάρχει και σε έγγραφο του αυστριακού προξενείου Μοναστηρίου, με ημερομηνία 12/4/1905:

Η ελληνική συμμορία ξεθεμελίωσε το χωριό το πρωί της 7ης τρέχοντος μηνός [νέα ημερομηνία], αφού επετέθη το χάραμα από πολλές πλευρές ταυτόχρονα […]. ΄Οταν οι κάτοικοι άκουσαν σάλπιγγες, πίστεψαν ότι ένα τμήμα του στρατού έφθασε στο χωριό, πολλοί μάλιστα βγήκαν να τους υποδεχθούν, αλλά αμέσως πυροβολήθηκαν. Οι ΄Ελληνες έβγαλαν αυτούς και όσους μπόρεσαν από τα σπίτια, καθώς και γυναικόπαιδα, και τους σκότωσαν κατά βάρβαρο τρόπο. ΄Αλλα σπίτια, που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, τα ανατίναξαν με δυναμίτη ή τα πυρπόλησαν. Επιπλέον δε, περί τους 20 άνδρες οδηγήθηκαν στο βουνό, όπου και σφαγιάσθηκαν. Ταυτόχρονα πήραν λάφυρα, πλιατσικολόγησαν και εκβίασαν για χρήματα. Μ’ αυτό τον τρόπο έδρασε η συμμορία επί τρεις ολόκληρες ώρες και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πολύ άνθρωποι θα είχαν φονευθεί αν δεν προλάβαινε να έρθει ο ανθυπολοχαγός της Χωροφυλακής Νεζίρ εφέντη με 40 άνδρες από το παρακείμενο χωριό Κομανίτσεβο και τότε μόνο οι ΄Ελληνες αποσύρθηκαν στα βουνά.[292]

Η ελληνική ιστοριογραφία, για να μειώσει τη φρίκη που προκάλεσε σε όλη την Ευρώπη η σφαγή, υποστήριξε ότι στο χωριό είχε βρει κατάλυμα μια βουλγαρική τσέτα και ότι αυτήν χτύπησαν οι ΄Ελληνες. Πρόκειται για ένα ακόμα ψέμα.

Στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, υπάρχει ένα ανυπόγραφο ντοκουμέντο με τίτλο Αι εν Ζαγοριτσάνη σφαγαί[293], και ημερομηνία 19/4/1905, το οποίο απαντά σε αυτό το ιστορικό ψέμα. Παρουσιάζεται εδώ, εις μνήμην των θυμάτων,  καθώς δημοσιεύονται για πρώτη φορά τα ονόματα τους:

Εξηκριβώθη ότι υπό του σώματος του υπολοχαγού του πεζικού Στεφάνου Δούκα εν Ζαγοριτσάνη διεπράχθησαν σφαγαί κατά αόπλων πληθυσμών, και ότι ουδεμία συμπλοκή εγένετο προς Βουλγάρους, διότι Βούλγαροι δεν είχον καταφύγει εις Ζαγορίτσανην.

Εφονεύθησαν οι εξής:

Φίλιππος Γκιών, ορθόδοξος ελληνίζων, και ο υιός αυτού Στογιάν. Οι αντάρται τους ελήστευσαν συγχρόνως λαβόντες 150 λίρας.

Κοσμάς Σαμαρτζής, σχισματικός, μετά πενταμελούς οικογενείας του (εσφάγησαν).

Βάνε Κολοκοτρόνης, σχισματικός εκ φόβου.

Αναστάσιος Ράπτης, σχισματικός.

Γιάννης Κάντζος, μουχτάρης σχισματικός.

Χρήστος Κάντζος, σχισματικός, αδελφός του προηγουμένου, έκαυσαν και τας οικίας των.

Νικόλαος Κωστάντσας, σχισματικός, 65 ετών.

Γιάννης Κωστάντσας (του πήραν και 40 λίρας).

Κυριάκος Σαπουνάρας, σχισματικός.

Μανώλης Δούκας (85 ετών) σχισματικός.

Νικόλαος Δούκας, σχισματικός.

Παπαστέφανος, σχισματικός.

Νικόλαος Φιλίππου, ορθόδοξος.

Γεώργιος Φιλίππου (υιός), ορθόδοξος.

Πέτρος Ματσούρης, σχισματικός.

Δημ. Λάζου, σχισματικός.

Τέσσερις ξένοι ελληνόβλαχοι.

Μάρκος Κάλφας, ορθόδοξος 70 ετών.

Δημήτρ. Κόντος, σχισματικός.

Χρ. Ναούμ, ορθόδοξος.

Κωνστ. Μπούας, ορθόδοξος.

Κ. Χ. Τσουτσουλίδης ελληνοδιδασκαλοσ, ούτινος ο πατήρ εδολοφονήθη υπό των Βουλγάρων.

Σύζυγος Παντελή Μητάλκα.

Αργυρ. Μόδης, σχισματικός.

Αντώνιος Πατσιτίκωφ.

Γιάννης Κοροβέσης, ορθόδοξος.

Αναστάσιος Κοροβέσης, ορθόδοξος, ο αδελφός των [είναι] μοναχός εν τη Μονή Πεντέλης.

Β. Τσίτσος, 55 ετών, σχισματικός, μετά της γυναικός του.

Δημ. Κωνστάντας, σχισματικός.

Γεώργ. Ρόνζας εξηκοντούτης σχισματικός.

Χρήστος Μάζαρης, εξηκοντούτης ορθόδοξος.

Μανώλης Μάντσης, ογδοηκοντούτης, σχισματικός.

Ναούμ Χαντζή Μωρέας εξηκοντούτης σχισματικός.

Πέτρος Τύρπου, σχισματικός.

Δημ. Φίλτσας, σχισματικός.

Δημ. Κωνσταντίνου, σχισματικός.

Δημ. Πογώνης, ορθόδοξος 75 ετών.

Ιωαν. Τορωφίας, ορθόδοξος, 60 ετών.

Κοσμάς Νάνος, ορθόδοξος 65 ετών.

Εις Εβραίος Γιακής ονόματι εκ Καστορίας.

Κατά τας πρός με πληροφορίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Καραβαγγέλη, η Ζαγορίτσανη κατοικείται υπό ορθοδόξων και υπό σχισματικών, και αμφότεροι εκκλησιάζονται εν τω αυτώ ναώ εναλλάξ. Δεν ήτο δε κέντρον βουλγαρισμού ως παρίσταται, μόλον ότι είνε πατρίς του Γιανκώφ, ούτινος οι συγγενείς εισίν έλληνες ορθόδοξοι, πρωτοξέδελφος δε αυτού ο φονευθείς Φίλιπ. Γκιων ορθόδοξος.

Εκ των φονευθέντων μόνον περί τους 5 ήσαν ίσως θανάτου άξιοι ως υποκινηταί του κομιτάτου. Οι δε φονευθέντες ορθόδοξοι έχουσι συγγενείς και εις τα περίχωρα και εννοείται οποίον αίσθημα φρίκης κατέλαβε αυτούς προς τα ελληνικά σώματα παρ’ ων ανέμεναν προστασίαν ζωής, τιμής, περιουσίας.

Η τελευταία πράξη του δράματος της Ζαγκορίτσανης, παίζεται από τους φονιάδες μισθοφόρους, τέσσερις μέρες αργότερα.

Στη μονή Αγίου Δημητρίου, κοντά στη Λόσνιτσα, στις 29 Μαρτίου, η συμμορία του Μάλλιου τσακώνεται για τη μοιρασιά των λάφυρων. Ο Φιλόλαος Πηχίων (καπετάν Φιλώτας) σημειώνει στο ημερολόγιο του:

Ενταύθα όμως επήλθε μικρά τις ρήξις μεταξύ του αρχηγού Μάλλιου και των υπαρχηγών Ντίμπρα και Φιλώτα εκ του εξής επεισοδίου. Το πλείστον των ανδρών εξέφραζον παράπονα διότι ενώ αυτοί κατά την επίθεσιν της Ζαγοριτσάνης εφύλαττον σκοποί έξω και εις μεμακρυσμένα σημεία οι εισελθόντες προέβησαν και εις λεηλασίας και μάλιστα ανέφερον πολλά ονόματα ανδρών, οίτινες είχον ωρολόγια, αρχαία νομίσματα και διάφορα χρυσαφικά τα οποία άμα τη προσκλήσει κατέθεσαν πάντες ίνα εξ ίσου διαμοιρασθώσιν. Ο αρχηγός επέμενεν όπως ταύτα διαμοιρασθώσιν ως ταύτα διανέμονται οι λησταί ήτοι αυτός να λάβη το τετραπλάσιον [!], οι υπαρχηγοί το διπλάσιον, οι οπλαρχηγοί το τριπλάσιον και ανά εν μερίδιον οι άνδρες, εγώ όμως ως και ο Ντίμπρας εδηλώσαμεν ότι τοιούτον μερίδιον δεν θέλομεν επίσης δε και ο Γκούτας ηρνήθη να λάβη ειπόντες να διανεμηθώσι μεταξύ των ανδρών. Τούτο όμως δυσαρέστησε τον αρχηγόν όστις το εξεδήλωσε διά τρόπου αποτόμου.[294]

Μαζική σφαγή αθώων Μακεδόνων και πλιάτσικο της περιουσίας τους, από τους έλληνες αξιωματικούς και τους συμμορίτες μισθοφόρους τους. Αυτά συνέβησαν στη Ζαγκορίτσανη και σε δεκάδες άλλα μακεδονικά χωριά. Αυτή ήταν η ουσία του αντιμακεδονικού αγώνα, που οι εν διατεταγμένη υπηρεσία ευρισκόμενοι έλληνες ιστορικοί, παρουσιάζουν ως αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Συνεργασία με το οθωμανικό κατεστημένο της εποχής, χτύπημα των ριζοσπαστικών επαναστατικών μακεδονικών δυνάμεων, τρομοκράτηση των εξαρχικών πληθυσμών, ληστείες και βιασμοί, είναι ο απολογισμός του λεγόμενου μακεδονικού αγώνα, τόσο την πρώτη περίοδο 1903 - 1905, που παρουσιάζεται εδώ, όσο και την επόμενη, που καλύπτει το διάστημα από τον Απρίλιο του 1905 μέχρι την επανάσταση των Νεοτούρκων, και αποτελεί τον δεύτερο τόμο αυτής της μελέτης.



 

Επίλογος

 


 

Ε

ίναι πολύ πιθανόν, τελειώνοντας το βιβλίο, ο καλόπιστος αναγνώστης να εκφράσει την απορία του για την μη αναφορά των βουλγαρικών εγκλημάτων, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν μόνο για αυτά έχει διαβάσει και ακούσει μέχρι σήμερα.

Αν και το θέμα του βιβλίου είναι ο ελληνικός και όχι ο βουλγαρικός αντιμακεδονικός αγώνας, θα παραθέσω στη συνέχεια ορισμένα στοιχεία για τις εκατέρωθεν σφαγές, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια πληρέστερη εικόνα.

Θέλω ωστόσο να υπενθυμίσω ξανά ότι η ελληνική βιβλιογραφία συστηματικά δεν κάνει διάκριση μεταξύ των Τσεντραλιστών και των Βερχοβιστών, μεταξύ δηλαδή των μακεδόνων αυτονομιστών και των μακεδόνων βουλγαριζόντων.

Οι παρατηρήσεις του Τσορμπατζόγλου για τις αντιθέσεις μεταξύ του μακεδονικού και του βουλγαρικού κομιτάτου, στο κεφάλαιο για το ΄Ιλιντεν, είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικές. Με το πέρασμα του χρόνου, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν τη μορφή ένοπλης ανοιχτής αντιπαράθεσης. Οι ΄Ελληνες θεωρούσαν ως ένα βαθμό αυτή τη σύγκρουση, αδυνατώντας να την κατανοήσουν, ως μια μορφή βουλγαρικού εμφυλίου πολέμου.

΄Εγραφε σχετικά ο υποπρόξενος Θεσσαλονίκης Φ. Κοντογούρης προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών: Ο εν Μακεδονία ανταγωνισμός των βουλγαρικών συμμοριών διαιρουμένων, ως γνωστών, εις συμμορίας των Βερχοβίστ (Ενωτικών) και των Σαντραλίστ (Αυτονομιστών) εδημιούργησεν ουκ ολίγα μέχρι τούδε θύματααπό καιρού εις καιρόν ακούονται φόνοι βουλγάρων υπό βουλγάρων της αντιθέτου πολιτικής μερίδος.[295]

Κάνοντας αυτή τη διευκρίνηση, ας έρθουμε στους αριθμούς των νεκρών. Στο χρονικό διάστημα λοιπόν που καλύπτει το βιβλίο αυτό (έως τα τέλη Μαρτίου 1905), οι θεωρούμενοι έλληνες νεκροί στην περιοχή της δυτικής Μακεδονίας είναι μόνο 24. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία πρόκειται για Μακεδόνες που συνεργάστηκαν με τις οθωμανικές αρχές ή τις ελληνικές συμμορίες και εκτελέστηκαν μεμονωμένα. Ανάμεσά τους βρίσκονται 6 κοτζαμπάσηδες και 6 πατριαρχικοί κληρικοί. Ας σημειωθεί δε ότι δεν φονεύθηκε ούτε ένας κάτοικος ελληνικού χωριού της Μακεδονίας.[296]

Τα χρόνια που ακολουθούν ο αριθμός των νεκρών που θεωρούνται ότι σκοτώθηκαν για τα φιλελληνικά τους φρονήματα μεγαλώνει, αλλά και εδώ η ελληνική ιστοριογραφία ψεύδεται αποκρύπτοντας τους φονευθέντες των άλλων πλευρών.

Ο πίνακας που ακολουθεί στη συνέχεια δημιουργήθηκε επί τη βάσει των επισήμων βρετανικών διπλωματικών πηγών της εποχής και καλύπτει το διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 1906 έως και Μαρτίου 1908.[297]

 

 

Εξαρχικοί Μακεδόνες

Πατριαρχικοί Μακεδόνες και ΄Ελληνες

Σέρβοι

Βλάχοι

Μουσουλμάνοι

Στρατιώτες και Χωροφύλακες

Σύνολο

Φονευθέντες υπό των Βουλγάρων και των Μακεδόνων

161

258

57

12

106

90

684

Φονευθέντες υπό των Ελλήνων

509

23

-

39

5

29

605

Φονευθέντες υπό των Σέρβων

81

-

2

-

2

27

112

Φονευθέντες υπό των Βλάχων

2

26

-

-

1

8

37

Φονευθέντες υπό των Μουσουλμάνων

260

2

19

1

11

-

293

Φονευθέντες υπό αγνώστων

122

21

1

10

37

9

200

Μέλη ενόπλων σωμάτων φονευθέντα σε μάχες με το στρατό

314

141

94

4

1

-

554

Σύνολο

1449

471

173

66

163

163

2485

 

 

 

Ας προσέξουμε τους αριθμούς. Από τους 2485 φονευθέντες, οι 1449 είναι εξαρχικοί Μακεδόνες (58,3%). Από αυτούς, οι 509 φονεύονται από ΄Ελληνες.

 Οι πατριαρχικοί Μακεδόνες και οι ΄Ελληνες (δεν γίνεται διάκριση στις πηγές) που φονεύονται συνολικά είναι 471 άτομα ( 18,9%). Από αυτούς, οι 258 φονεύονται από Μακεδόνες ή Βούλγαρους (ούτε εδώ γίνεται διάκριση).

Σε κάθε 10 άτομα που φονεύονται λοιπόν στη Μακεδονία, τα δύο είναι εξαρχικοί Μακεδόνες φονευθέντες υπό Ελλήνων και το ένα, πατριαρχικός Μακεδόνας ή Έλληνας φονευθείς υπό Τσεντραλιστών ή Βερχοβιστών. Αυτό είναι το πρώτο συμπέρασμα.

Οι ένοπλοι που σκοτώνονται σε μάχες με τον οθωμανικό στρατό και τη χωροφυλακή είναι 554 άτομα (περίπου δύο στα δέκα). Τις μεγαλύτερες ωστόσο απώλειες τις έχουν οι Τσεντραλιστές και οι Βερχοβιστές (314 άτομα από τα 554 ή 56,6%). Οι ελληνικές ομάδες κυνηγημένοι τα χρόνια 1906-1908 από τον οθωμανικό στρατό,κάτω από την πίεση της Ευρώπης, εμφανίζουν απώλειες 141 ατόμων (25,4% των νεκρών ενόπλων).

Το γεγονός ότι ο οθωμανικός στρατός στρέφεται κυρίως κατά των Τσενραλιστών και των Βερχοβιστών και δευτερευόντως κατά των Ελλήνων, αποτυπώνεται και στον αριθμό των φονευθέντων στρατιωτών και χωροφυλάκων υπό των πρώτων (90 άτομα) και υπό των δευτέρων (29 άτομα).

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ο αριθμός των 161 φονευθέντων εξαρχικών Μακεδόνων από εξαρχικούς Μακεδόνες. Πρόκειται για τους νεκρούς της σύγκρουσης βουλγαριζόντων  και αυτονομιστών.

Θα πρέπει αντίστοιχα να σημειωθεί ο αριθμός των 23 φονευθέντων πατριαρχικών Μακεδόνων από τις ελληνικές ένοπλες ομάδες.

Η κοινωνική σύγκρουση του εξαρχικού στοιχείου με το τσιφλικάδικο μουσουλμανικό, αφήνει 260 νεκρούς Μακεδόνες φονευθέντες υπό μουσουλμάνων και 106 μουσουλμάνους φονευθέντες υπό Μακεδόνων.

Η αγαστή συνεργασία από την άλλη πλευρά μεταξύ του μουσουλμανικού κοινωνικού κατεστημένου και των ελλήνων μισθοφόρων αποτυπώνεται και στους ελάχιστους μουσουλμάνους φονευθέντες  υπό Ελλήνων (5 άτομα) και ελληνιζόντων φονευθέντων υπό μουσουλμάνων (2 άτομα).

Η μικρή εμπλοκή των Βλάχων σε αυτό τον κύκλο του αίματος, οφείλεται εν πολλοίς και στον μικρό ποσοστό του πληθυσμού τους στο συνολικό μακεδονικό πληθυσμό. Τα νούμερα ωστόσο που αφορούν τους Βλάχους και ξεχωρίζουν, είναι οι 39 φονευθέντες Βλάχοι υπό των Ελλήνων και οι 26 πατριαρχικοί ελληνίζοντες φονευθέντες υπό των Βλάχων. Πρόκειται για νεκρούς που ασφαλώς οφείλονται στη δευτερεύουσα σύγκρουση των ελληνικών συμμοριών με τους ρουμανίζοντες Βλάχους.

Τα στοιχεία τέλος που αφορούν την εμπλοκή του σερβικού παράγοντα στο μακεδονικό, αφορούν τα βόρειοδυτικά διαμερίσματα της Μακεδονίας και βρίσκονται εκτός του ενδιαφέροντος της μελέτης.

Αυτά προς αποκατάσταση της αλήθειας.

Τελειώνοντας οφείλω στον αναγνώστη μία εξήγηση για την αυθαίρετη φαινομενικά επιλογή μου, να διακόψω την εξιστόρηση των γεγονότων στα τέλη Μαρτίου του 1905.

Πράγματι από καθαρά ιστορικής πλευράς κάτι τέτοιο είναι αυθαίρετο. Υπάρχει ωστόσο ένας ουσιαστικός λόγος που με οδήγησε σε αυτή την επιλογή: η ύπαρξη του ανέκδοτου ημερολογίου του Τσόντου- Βάρδα.

Ο Τσόντος-Βάρδας που τη δράση του γνωρίσαμε στα δύο τελευταία κεφάλαια αναλαμβάνει την αρχηγία των ελληνικών συμμοριών μετά τη Ζαγκορίτσανη και αρχίζει να κρατά αναλυτικό ημερολόγιο μέχρι το 1908.

Το μεγαλύτερο μέρος του ημερολογίου αυτό βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και αποτελεί ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο για τον ελληνικό αντιμακεδονικό αγώνα, γραμμένο μάλιστα από ένα μεγάλο πρωταγωνιστή του.

Η συστηματική απόκρυψη αυτού του ντοκουμέντου από την ελληνική ιστοριογραφία προφανώς δεν είναι τυχαία, καθώς μπορεί από μόνο του να γκρεμίσει τον ελληνικό περί μακεδονικού μύθο.

Σκοπεύοντας λοιπόν ο δεύτερος τόμος να στηριχτεί κυρίως στο ημερολόγιο αυτό, αποφάσισα να σταματήσω τον πρώτο τόμο στο σημείο ακριβώς που αρχίζει ο Τσόντος-Βάρδας να κρατά σημειώσεις.



 

Βιβλιογραφία

 


 

Ιστορικό αρχείο ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, Προξενείο Μοναστηρίου.

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη.

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Σουλιώτη - Νικολαϊδη.

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Τσόντου - Βάρδα.

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Ι. Μεταξά.

 

Αργυρόπουλος Περικλής, Ο μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, στο συλλογικό: Ο μακεδονικός αγώνας - απομνημονεύματα, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1984.

Βακαλόπουλος Απόστολος, Ο μακεδονικός αγώνας (1904 - 1908) ως κορυφαία φάση των αγώνων των Ελλήνων για τη Μακεδονία, στο συλλογικό Ο μακεδονικός αγώνας - συμπόσιο, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1987.

Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Η Μακεδονία στις παραμονές του μακεδονικού αγώνα (1894 - 1904), μπαρμπουνακησ, Θεσσαλονίκη, 1986.

Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Μακεδονικός αγώνας (1904 - 1908) η ένοπλη φάση, μπαρμπουνακησ, Θεσσαλονίκη, 1987.

Βλάχος Νικόλαος, Το μακεδονικόν ως φάσις του ανατολικού ζητήματος 1878 - 1908, Αθήναι, 1935.

Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο μακεδονικός αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, έκδοση διευθυνσισ ιστοριασ στρατου, Αθήναι, 1979.

Γούναρης Βασίλης Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία - Το ανέκδοτο ημερολόγιο του μακεδονομάχου Ευθυμίου Καούδη, εισαγωγή και επιμέλεια, έκδοση μουσειο μακεδονικου αγωνα, Θεσσαλονίκη, 1992.

Γούναρης Βασίλης, Παναγιωτοπούλου ΄Αννα, Χοτζίδης ΄Αγγελος, Τα γεγονότα του 1903 στη Μακεδονία μέσα από την ευρωπαϊκή διπλωματική αλληλογραφία, μουσειο μακεδονικου αγωνα, Θεσσαλονίκη, 1993.

Δικώνυμος - Μακρής Γεώργιος, Ο μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, στο συλλογικό Αρχείο μακεδονικού αγώνα Πηνελόπης Δέλτα - Απομνημονεύματα, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1984.

Καούδης Ευθύμιος, Απομνημονεύματα (1903 - 1907), επιμέλεια ΄Αγγελος Χοτζίδης, μουσειο μακεδονικου αγωνα, Θεσσαλονίκη, 1996.

Καραβαγγέλης Γερμανός, Ο Μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, στο συλλογικό Αρχείο μακεδονικού αγώνα Πηνελόπης Δέλτα - Απομνημονεύματα, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1984.

Καραβίτης Ιωάννης, Ο μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, εισαγωγή - επιμέλεια Γιώργος Πετσίβας, Αθήνα 1994.

Καραμανλής Κωνσταντίνος, ομιλία έναρξης, στο συλλογικό Ο μακεδονικός αγώνας - συμπόσιο, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1987.

Κλειδής Κώστας, Με τη λάμψη στα μάτια, ηριδανοσ, Αθήνα 1984.

Κοεμτζόπουλος Ν. Γ., Καπετάν Κώττας, Αθήναι 1968.

Κοντούλης Αλέξανδρος, Βιογραφία Καπετάν Κώτα, Φλώρινα, 1931.

Κούφης Παύλος, ΄Αλωνα Φλώρινας, Αθήνα 1990.

Κύρου Τάκης, Παύλος Κύρου, Φλώρινα 1978.

Κωφός Ευάγγελος, Ο μακεδονικός αγώνας στη γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία, στο συλλογικό Ο μακεδονικός αγώνας - συμπόσιο, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1987.

Μελά Ναταλία, Παύλος Μελάς, συλλογοσ προσ διαδοσιν των ελληνικων γραμματων, Β΄ έκδοσις, Αθήναι 1964.

Μόδης Γιώργος, Ο μακεδονικός αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1967.

Παπασταμάτης Πάνος, Ο οπλαρχηγός καπετάν Λάκης Πύρζας, περιοδικό Αριστοτέλης, τ. 20, Φλώρινα, 1960.

Ράπτης Σταμάτης, Ιστορία του μακεδονικού αγώνος, έκδοσις Β΄, Αθήναι, χωρίς χρονολογία.

Τσάμης Παύλος, Μακεδονικός Αγών, εταιρεια μακεδονικων σπουδων, Θεσσαλονίκη, 1975.

 

Αραβαντινός Π., Χρονογραφία της Ηπείρου, Αθήναι, 1856.

Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμος 29, 1909.

Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηράς καταστάσεως, έκδοση πατριαρχικου τυπογραφειου, Κωνσταντινούπολις, 1906.

Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών Μακεδονίας με τας νέας ονομασίας, Θεσσαλονίκη, 1928.

ΕΣΥΕ, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951, Αθήναι, 1951.

Πελαγίδης Ευστάθιος, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία 1923 - 1930, αφοι κυριακιδη, Θεσσαλονίκη, 1994.

Σχινάς Νικόλαος, Οδοιπορικαί Σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Αθήναι, 1886.

Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15 - 16 Μαΐου 1928. Πραγματικός και νόμιμος πληθυσμός - πρόσφυγες, εθνικο τυπογραφειο, Αθήναι, 1933.

Υπουργείον Οικονομικών - Διεύθυνσις Κτημάτων Κράτους, ΄Εκθεσις περί των εν Μακεδονία προσφύγων, εθνικο τυπογραφειο, Αθήναι, 1916.

Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνση Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος; του έτους 1913, εθνικο τυπογραφειο, Αθήναι, 1915.

Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνσις Στατιστικής, Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών της Ελλάδος επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1920, εθνικο τυπογραφειο, Αθήναι 1923.

Χουλιαράκης Μιχαήλ, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 - 1971, εθνικον κεντρον κοινωνικων ερευνων, Αθήναι, τομ. Ι - ΙV, 1973 - 1976.

 

Brancoff D. M., La Macédoine et sa population chrétienne, Paris, 1905.

Кънчов Васил, Македония етногрфия и статистика, София, 1900.

Милојевић Боровоја, Јужна Македонја - Антропогеографска, Београд, 1920.

Симовски Тодор, Населените места во Егејска Македонија - географски, етнички и стопански карактеристики, Скопје, 1991.

Weigand Gustav, Die Aromunen ethnografische - philologisch - historische Untersuchung, Leipzig, 1895.

Wace Alan J. B. - Thompson Maurice S., Οι νομάδες των Βαλκανίων, αφοι κυριακιδη, Θεσσαλονίκη, 1989.

 


 



[1] Παύλος Τσάμης, Μακεδονικός Αγών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 436.

[2] Απόστολος Βακαλόπουλος, Ο μακεδονικός αγώνας (1904 - 1908) ως κορυφαία φάση των αγώνων των Ελλήνων για τη Μακεδονία, στο Ο μακεδονικός αγώνας - συμπόσιο, ιμχα, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 18.

[3] Βλ. ομιλία έναρξης, στο ίδιο, σ. ΧΙΙ.

[4] Ευάγγελος Κωφός, Ο μακεδονικός αγώνας στη γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία, στο Ο μακεδονικός αγώνας, ό.π., σ. 311.

[5] Νικόλαος Βλάχος, Το μακεδονικόν ως φάσις του ανατολικού Ζητήματος 1878-1908, Αθήνα 1935, σ. 263-271.

[6] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές του μακεδονικού αγώνα (1894-1904), Μπαρμπουνάκης , Θεσσαλονίκη 1986, σ. 197-216.

[7] Ιστορικό αρχείο ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, Προξενείο Μοναστηρίου (στο εξής: Προξενείο Μοναστηρίου), 2/5/1902, έγγραφο 214.

[8] Το έγγραφο βρίσκεται μεταφρασμένο [Προξενείο Μοναστηρίου] και έχει τίτλο Ο τρόπος του διακανονισμού της εν τω μέλλοντι δράσεως του Κομιτάτου (Τσαντραλίστ) 1903.

[9] Προξενείο Μοναστηρίου, 10/1/1902, έγγραφο 12.

[10] Προξενείο Μοναστηρίου, 18/7/1903, έγγραφο 542.

[11] Προξενείο Μοναστηρίου, 24/7/1903, έγγραφο 554.

[12] Bitola ή Bitolja ή Bitolj ή Monastir ή Manastir. Πρωτεύουσα του ομώνυμου Βιλαετίου. Ο έλληνας πρόξενος στην πόλη το 1890, σε επίσημη αναφορά του, εκτιμά τον αριθμό των κατοίκων της πόλης σε 50 χιλιάδες περίπου, από τους οποίους οι μισοί είναι μουσουλμάνοι, 8 - 9 χιλιάδες χριστιανοί Μακεδόνες, 13 χιλιάδες Βλάχοι και 4 χιλιάδες Εβραίοι [Αναφορά του πρόξενου Γ. Φοντάνα προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Στ. Δραγούμη, 4/1890. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη]. Ο Кънчов δίνει συνολικό πληθυσμό 37.000 κατοίκους: 10.500 Τούρκους, 10.000 χριστιανούς Μακεδόνες, 7.000 Βλάχους, 5.500 Εβραίους, 1.500 μουσουλμάνους Αλβανούς, 2.000 Τσιγγάνους και 500 διάφορους άλλους. [Васил Кънчов, Македония етнография и статистика, Σόφια 1900. Ο Кънчов ονομάζει τους Μακεδόνες, για προπαγανδιστικούς λόγους, Βούλγαρους]. Ο Brancoff καταγράφει μόνο τον χριστιανικό πληθυσμό, 22.772 άτομα, διακρίνει δε επί μέρους 8.844 εξαρχικούς Μακεδόνες, 6.372 Πατριαρχικούς Μακεδόνες, 36 προτεστάντες Μακεδόνες, 7.200 Βλάχους, 120 Αλβανούς, 120 Τσιγγάνους και 100 ΄Ελληνες [D. M. Brancoff, La Macédoine et sa population chrétienne, Παρίσι, 1905]. Ο Brancoff, όπως και ο Кънчов, ονομάζει τους Μακεδόνες, για προπαγανδιστικούς λόγους, Βούλγαρους.

[13] Προξενείο Μοναστηρίου, 24/7/1903, έγγραφο 551.

[14] Smilevo. Μακεδόνικο χριστιανικό χωριό του καζά Μοναστηρίου, με 2.200 κατοίκους [Кънчов].

[15] Bukovo. Μακεδόνικο χριστιανικό χωριό του καζά Μοναστηρίου. Ο Кънчов δίνει 1.490 κατοίκους. Ο Brancoff χαρακτηρίζει το χωριό πατριαρχικό και ανεβάζει τον πληθυσμό του σε 2.400 άτομα.

[16] Προξενείο Μοναστηρίου, 23/7/1903, έγγραφο 320.

[17] Krušovo. Κωμόπολη του καζά Μοναστηρίου. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 9.350 κατοίκων, από τους οποίους 4.950 είναι χριστιανοί Μακεδόνες, 4.000 Βλάχοι και 400 χριστιανοί Αλβανοί. Ο Brancoff τους ανεβάζει σε 12.094, κάνοντας διάκριση σε 7.024 χριστιανούς Μακεδόνες (5.848 εξαρχικούς, 776 ελληνίζοντες πατριαρχικούς και 400 σερβίζοντες πατριαρχικούς), 4.470 Βλάχους και 600 τσιγγάνους. Για τα φρονήματα των Βλάχων, το πατριαρχείο υπολογίζει ότι από τις 1.174 οικογένειες, 1.057 είναι πιστές σε αυτό, ενώ 117 είναι ρουμανίζουσες [Βλ. Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηράς καταστάσεως, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, Κωνσταντινούπολις 1906. Στο εξής: Πατριαρχική Στατιστική].

[18] Kristofor ή Krästofor ή Krästevo. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Μοναστηρίου. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 280 κατοίκους και ο Brancoff, 256.

[19] Zabärdeni ή Zabärdani. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 325 κατοίκους και ο Brancoff, 344. Το χωριό παραμένει εξαρχικό σε όλη τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα [Βλ. Προξενείο Μοναστηρίου, 12/8/1908, έγγραφο 4278. Στο εξής: έγγραφο 4278]. Το 1913 απαριθμούνται 358 άτομα [Βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνσις Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήνα 1915]. Το 1920 απογράφονται στο χωριό 92 οικογένειες - 306 άτομα [Βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνσις Στατιστικής, Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών της Ελλάδος επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1920, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1923]. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ανέρχεται σε 417 άτομα [Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928. Πραγματικός και νόμιμος πληθυσμός - πρόσφυγες, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήνα 1933]. Το 1932 καταμετρούνται 71 μακεδονόφωνες οικογένειες, 60 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [ Εθνολογική στατιστική της Νομαρχίας Φλώρινας του έτους 1932, που βρίσκεται στο αρχείο Σουλιώτη - Νικολαϊδη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, υποφάκελος 2/ΙΙ. Στο εξής: Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 597 μακεδονόφωνους, 400 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 50 ελληνικής και 147 ρευστής [Στατιστική του ελληνικού κράτους του 1945, που βρίσκεται στο Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, υποφάκελος 69.6. Στο εξής: Στατιστική 1945]. To 1951 απογράφονται 514 άτομα [ΕΣΥΕ, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951, Αθήναι, 1951]. Το χωριό μετονομάστηκε το 1926 σε Λόφοι [για τις μετονομασίες βλ. Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 - 1971, Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών,  τομ. Ι - ΙV, Αθήναι 1973-1976].

20 Rosna ή Rosen. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 400 κατοίκους και ο Brancoff, 480. Το χωριό παραμένει συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913 έχει 552 άτομα. Το 1920 έχει 97 οικογένειες - 448 άτομα. Το 1928 έχει 590 άτομα. ]. Το 1932 καταμετρούνται 110 μακεδονόφωνες οικογένειες, 105 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 856 μακεδονόφωνους, 600 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 56 ελληνικής και 200 ρευστής [ Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 805 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Σιταριά.

[21] Banica. Μακεδόνικο εξαρχικό χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 1.650 κατοίκους και ο Brancoff, 2.000. Το χωριό παραμένει συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278].Το 1913 απογράφονται 1.617 άτομα. Το 1920 έχει, 524 οικογένειες - 1.659 άτομα και το 1928, 1995 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 323 μακεδονόφωνες οικογένειες, 203 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 2.680 μακεδονόφωνους, από τους οποίους 1.900 θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 280 ελληνικής και 500 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 2.062 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Βεύη.

[22] Cerovo. Μακεδόνικο χριστιανικό χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 300 άτομα. Ο Brancoff σημειώνει 400 κατοίκους (200 εξαρχικοί και 200 πατριαρχικοί). Στη συνέχεια το χωριό προσχωρεί στο σύνολο του στην Εξαρχία [έγγραφο 4278]. Το 1913, απογράφονται 402 άτομα, το 1920 71 οικογένειες - 399 άτομα και το  1928, 492 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 80 μακεδονόφωνες οικογένειες, 65 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945, επί συνολικού πληθυσμού 650 μακεδονόφωνων, οι 400 θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης και οι 200 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1926 μετονομάστηκε Κλειδίον.

[23] Ekši Su ή Gorno Värbeni ή Molsko Värbeni. Χωριό του καζά Φλώρινας. Το 1889, το χωριό έχει 289 οικίες - 1.425 κατοίκους [Тодор Симовски, Населените места во Егејска Македонија - географски, етнички и стопански карактеристики, Σκόπια 1991]. Ο Кънчов, δίνει 1.900 χριστιανούς Μακεδόνες και 65 Τσιγγάνους. Ο Brancoff, 2.200 εξαρχικούς, 136 πατριαρχικούς Μακεδόνες και 96 Τσιγγάνους. Το χωριό πέρασε στην πλειοψηφία του στην Εξαρχία το 1877. [Βλ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμος 29, 1909]. Μετά το 1905 γίνεται στο σύνολο του εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913, απογράφονται 1.735 και το 1920, 1.406 άτομα. Ο Милојевић σημειώνει για το διάστημα μεταξύ 1913-1919, 350 οικογένειες [Боровоја Ж. Милојевић, Јужна Македонја - Антропогеографска, Βελιγράδι 1920 Милојвић ονομάζει τους Μακεδόνες, για προπαγανδιστικούς λόγους, Σλοβένους)]. Το 1928 απογράφονται 1.718 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 318 μακεδονόφωνες οικογένειες, 298 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 2.039 μακεδονόφωνους, 1.900 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης και 139 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 2.608 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Ξινόν Νερόν.

[24] Petorak ή Petorica ή Petoraci. Εξαρχικό μακεδονικό χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 210 κατοίκους και ο Brancoff 192. Το χωριό παραμένει συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 127 και το 1920, 135 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 20 μακεδόνικες οικογένειες. Στο χωριό εγκαθίστανται 30 οικογένειες προσφύγων, από τις οποίες οι 27 είναι από τον Καύκασο. [Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη - Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, υποφακ. 11.3, έγγραφο 109, με ημερομηνία Ιούλιος 1926. Στο εξής: έγγραφο 109]. Οι πρόσφυγες καταμετρούνται σε 34 οικογένειες - 140 άτομα δύο χρόνια αργότερα [ Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών Μακεδονίας με τας νέας ονομασίας, Θεσσαλονίκη, 1928. Στο εξής: Κατάλογος Ε.Α.Π.] και σε 43 οικογένειες το 1931 [Αρχείο Φιλ. Δραγούμη, υποφακ. 11.3, έγγραφο 113α, με ημερομηνία 16 Ιουνίου 1931. Στο εξής: έγγραφο 113α]. Ο συνολικός πραγματικός πληθυσμός Μακεδόνων και προσφύγων είναι 319 άτομα το 1928. Το 1932 καταμετρούνται 40 μακεδονόφωνες οικογένειες, 28 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945, επί συνολικού πληθυσμού 494 ατόμων, το χωριό αριθμεί 200 μακεδονόφωνους, 100 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης και 100 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 483 άτομα. Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε Τριπόταμα. Σήμερα λέγεται Τριπόταμος.

[25] Προξενείο Μοναστηρίου, 24/7/1903, έγγραφο 551.

[26] Προξενείο Μοναστηρίου, 24/7/1903, έγγραφο 554.

[27] Προξενείο Μοναστηρίου, 25/7/1903, άνευ αριθμού.

[28] Προξενείο Μοναστηρίου, 26/7/1903, έγγραφο 1996.

[29] Buf ή Buh. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Φλώρινας. Στατιστική του 1894 δίνει 200 οικίες - 2120 κατοίκους (Симовски). Ο Кънчов δίνει 1900 άτομα και ο Brancoff, 1440. Το χωριό παραμένει συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 2288 άτομα. Το 1920, 299 οικογένειες - 1709 άτομα και το 1928, 1760 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 340 μακεδονόφωνες οικογένειες, 310 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 2007 μακεδονόφωνους, 1000 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 37 ελληνικής και 970 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951, στο χωριό έχουν απομείνει μόνο 766 άτομα. Το 1955 μετονομάστηκε Ακρίτας.

[30] Florina ή Lerin. Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Ο Кънчов δίνει 9.824 κατοίκους, διακρίνοντας τους σε 5000 Τούρκους, 2.820 χριστιανούς Μακεδόνες, 1600 Τσιγγάνους, 200 μουσουλμάνους Αλβανούς, 100 χριστιανούς Αλβανούς, 84 Βλάχους και 20 Εβραίους. Ο Brancoff διακρίνει το χριστιανικό πληθυσμό της πόλης σε 3.544 πατριαρχικούς Μακεδόνες, 800 εξαρχικούς Μακεδόνες, 120 Τσιγγάνους, 72 Βλάχους και 30 Αλβανούς. Ο Милојевић σημειώνει 2.580 οικογένειες, από τις οποίες 1.400 τουρκικές, 950 χριστιανικές μακεδόνικες, 175 μουσουλμανικές τσιγγάνικες, 30 βλάχικες και 25 μουσουλμανικές αλβανικές. Στην πόλη απογράφονται το 1913, 10.155 άτομα. Το 1916, σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ο πληθυσμός της πόλης διακρίνεται σε 3.576 πατριαρχικούς, 589 εξαρχικούς και 6.227 μουσουλμάνους [έγγραφο 6541, Αθήναι, 15 Μαρτίου 1916, Προς την εν Παρισίοις Β. Πρεσβείαν]. Το ίδιο έτος, στον πατριαρχικό πληθυσμό προσμετρούνται και 34 προσφυγικές οικογένειες - 126 άτομα [Υπουργείον οικονομικών - Διεύθυνσις Κτημάτων Κράτους, ΄Εκθεσις περί των εν Μακεδονία προσφύγων, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήνα 1916]. Το 1920 απογράφονται 2.909 οικογένειες - 12513 άτομα. Το 1923 απογράφονται ως ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι και φεύγουν για την Τουρκία 1.076 οικογένειες - 4.650 άτομα. [Ευστάθιος Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία 1923 - 1930, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1994]. Τη θέση τους παίρνουν 184 οικογένειες, από τις οποίες, 79 θρακιώτικες, 54 μικρασιάτικες, 44 καυκάσιες και 7 ποντιακές [έγγραφο 109]. Οι πρόσφυγες καταμετρούνται σε 178 οικογένειες - 750 άτομα δύο χρόνια αργότερα [Κατάλογος Ε.Α.Π.]. Το 1928 απογράφονται 10.585 άτομα, από τα οποία 1999 είναι πρόσφυγες της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής και 1.613 πρόσφυγες που ήρθαν στην πόλη πριν το 1922. Το 1932 καταμετρούνται 600 μακεδονόφωνες οικογένειες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 αριθμεί 1.000 μακεδονόφωνους μη ελληνικής εθνικής συνείδησης και 500 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 12.270 άτομα.

[31] Armensko ή Ermensko. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 1.080 κατοίκους. Ο Brancoff, 1.440, όλους εξαρχικούς. Το χωριό είχε ωστόσο και μικρή μερίδα πατριαρχικών [έγγραφο 4278 & Εκκλησιαστική Αλήθεια]. Κατά την επίθεση του στρατού στο Ίλιντεν σκοτώθηκαν 103 άτομα και τραυματίστηκαν 75. Μόνο 9 σπίτια από τα 160 δεν κάηκαν [Παύλος Κούφης, ΄Αλωνα Φλώρινας, Αθήνα 1990, σ.32]. Το 1913 απογράφονται 990 άτομα. Το 1920, 171 οικογένειες - 782 άτομα και το 1928, 855 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 198 μακεδονόφωνες οικογένειες, 157 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 978 μακεδονόφωνους, 300 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 378 ελληνικής και 300 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 682 άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε ΄Αλωνας. Σήμερα λέγεται ΄Αλωνα.

[32] Hasanovo ή Asanova ή Asonovo Selo ή Hasan Oba. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 590 κατοίκους, από τους οποίους 540 είναι χριστιανοί Μακεδόνες και 50 Τούρκοι. Ο Brancoff ανεβάζει τους Μακεδόνες σε 600, όλους εξαρχικούς. Το χωριό παραμένει συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278] από το 1902 [Εκκλησιαστική Αλήθεια]. Το 1913 απογράφονται 562 άτομα, το 1920, 507 και το 1928, 639. Το 1932 καταμετρούνται 112 μακεδονόφωνες οικογένειες, 102 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 859 μακεδονόφωνους, 350 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 209 ελληνικής και 300 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 787 άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Μεσοχώριον.

[33] Βασίλης Γούναρης, ΄Αννα Παναγιωτοπούλου, ΄Αγγελος Χοτζίδης, Τα γεγονότα του 1903 στη Μακεδονία μέσα από την ευρωπαϊκή διπλωματική αλληλογραφία, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 166.

[34] Rakovo ή Rakova. Πατριαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Μοναστηρίου. Ο Кънчов δίνει 850 κατοίκους και ο Brancoff, 640. Το χωριό παραμένει συνεχώς πατριαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 1008 άτομα, το 1920, 299 οικογένειες - 811 άτομα και το 1928, 740 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 201 μακεδονόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 950 άτομα, τα οποία θεωρούνται στο σύνολο τους ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 719 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Κρατερόν.

[35] Προξενείο Μοναστηρίου, 2/8/1903, έγγραφο 336.

[36] Προξενείο Μοναστηρίου, άνευ αριθμού, 19/8/1903.

[37] Προξενείο Μοναστηρίου, 28/8/1903, έγγραφο 644.

[38] Žerveni. Μουσουλμανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 430 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 492 άτομα και το 1920, 99 οικογένειες - 537 άτομα. Το 1923 απογράφονται ως ανταλλάξιμοι και φεύγουν για την Τουρκία 55 οικογένειες - 500 άτομα. Τη θέση τους παίρνουν 180 άτομα - 50 οικογένειες, από τις οποίες, οι 2 είναι μικρασιατικές και οι 48 ποντιακές [Πελαγίδης]. Το 1928 απογράφονται 185 άτομα, το δε 1951, μόνο 20. Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε ΄Αγιος Αντώνιος.

[39] Klisura ή Vlahoklisura. Βλάχικο κεφαλοχώρι του καζά Καστοριάς. Ο Weigand σημειώνει 5000 κατοίκους [Gustav Weigand, Die Aromunen. Ethnografische - philologisch - historische Untersuchung, Λειψία 1895]. Ο Кънчов δίνει 3.400 κατοίκους και ο Brancoff, 4800. Η Πατριαρχική Στατιστική δίνει 500 πατριαρχικές και 15 ρουμανίζουσες οικογένειες. Το 1913 απογράφονται 3.200 άτομα, το 1920, 380 οικογένειες - 1.477 άτομα, και το 1928, 1.346 άτομα. Το 1945 καταμετρούνται 1.300 άτομα, 1.250 από τα οποία θεωρούνται ελληνικής εθνικής συνείδησης και 50 ως ρουμανίζοντες [Στατιστική 1945] Το 1951 απογράφονται 750 άτομα. Το χωριό διατηρεί το όνομα Κλεισούρα.

[40] Neveska ή Neveasta. Βλάχικο χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Weigand δίνει 2.000 κατοίκους, ο Кънчов και ο Brancoff 2.300. Η Πατριαρχική Στατιστική σημειώνει 360 πατριαρχικές και 40 ρουμανίζουσες οικογένειες. Το 1913 απογράφονται 1.857 άτομα, το 1920, 303 οικογένειες και 1.176 άτομα, και το 1928, 1.241 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 369 οικογένειες (ομιλούντες όλες την ρουμανικήν), 15 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το σχολικό έτος 1939 - 1940, το μειονοτικό ρουμάνικο σχολείο του χωριού είχε 13 μαθητές [Γ.Α.Κ., Αρχείο Ι. Μεταξά, φακ.36]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 976 άτομα, 40 από τα οποία θεωρούνται ρουμανίζοντες [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 360 άτομα. Το 1926 το χωριό μετονομάστηκε Νυμφαίον.

[41] Kastorja ή Kostur ή Kestrije. Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Ο Кънчов δίνει 6.190 κατοίκους, από τους οποίους 3.000 χριστιανούς ΄Ελληνες, 1.600 Τούρκους, 750 Εβραίους, 300 χριστιανούς Αλβανούς, 300 χριστιανούς Μακεδόνες και 240 Τσιγγάνους. Ο Brancoff διακρίνει το χριστιανικό πληθυσμό της πόλης σε 4.000 ΄Ελληνες, 400 πατριαρχικούς Μακεδόνες και 72 Αλβανούς. Ο Милојевић δίνει 2.000 οικογένειες, από τις οποίες 800 τουρκικές, 900 χριστιανικές ελληνικές ή εξελληνισμένες μακεδόνικες και βλάχικες, 150 εβραϊκές, 50 χριστιανικές μακεδόνικες, 50 χριστιανικές βλάχικες και 50 χριστιανικές τσιγγάνικες. Το 1913 απογράφονται 7.800 άτομα. Το 1916, σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ο πληθυσμός της πόλης διακρίνεται σε 6.315 πατριαρχικούς και 1.565 μουσουλμάνους [έγγραφο 6541]. Το 1920 απογράφονται 6.280 άτομα. Το 1923 ανταλλάσσονται 242 οικογένειες - 829 άτομα Τούρκοι και τη θέση τους παίρνουν 101 μικρασιατικές, 1 ποντιακή και 19 θρακιώτικες οικογένειες. Το 1928 υπάρχουν συνολικά 137 προσφυγικές οικογένειες - 588 άτομα [Πελαγίδης]. Στην απογραφή του 1928, η πόλη αριθμεί 10.308 άτομα, και το 1951, 9.468 άτομα.

[42] Šešteovo ή Šesteovo. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 890 κατοίκους. Ο Brancoff 544 εξαρχικούς και 496 πατριαρχικούς. Το χωριό γίνεται στη συνέχεια εξ ολοκλήρου εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Ο Симовски γράφει πως στο ΄Ιλιντεν ο οθωμανικός στρατός καίει 30 σπίτια και σκοτώνει 7 αγρότες. Το 1913 απογράφονται 602 άτομα, το 1920, 219 οικογένειες - 864 άτομα, και το 1928, 628 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 70 μακεδονόφωνες οικογένειες, οι οποίες θεωρούνται στο σύνολο τους δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 550 μακεδονόφωνους, μη ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 315 άτομα. Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε Σιδηροχώριον.

[43] Dämbeni ή Dömbeni ή Dombeni ή Dambeni ή Dembeni. Εξαρχικό μακεδονικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 1.650 και ο Brancoff 1.640 κατοίκους. Ο Симовски γράφει πως στο ΄Ιλιντεν ο οθωμανικός στρατός σκότωσε 31 αγρότες και έκαψε όλο το χωριό. Το χωριό παρέμεινε συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφτηκαν 1.207 άτομα, το 1920, 216 οικογένειες - 944 άτομα και το 1928, 866 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 180 μακεδονόφωνες οικογένειες, οι οποίες θεωρούνται στο σύνολο τους δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 780 μακεδονόφωνους, μη ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται μόνο 19 άτομα. Το 1926 το χωριό μετονομάστηκε Δενδροχώριον.

[44] Županišta ή Županica. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 630 κατοίκους. Ο Brancoff, 520 εξαρχικούς και 224 πατριαρχικούς. Η πλειοψηφία του χωριού προσχωρεί στην Εξαρχία το 1893 [Ημερολόγιον Χρήστου Παπααργυρίου εκ Ζουπανίστης, αρχείο Στέφανου Δραγούμη - Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, υποφ. 206.1.2]. Το 1913 απογράφονται 557 άτομα και το 1920, 483. Ο Милојевић καταγράφει 120 οικογένειες. Το 1928 απογράφονται 471 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 90 μακεδονόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932]. Το 1951 απογράφονται 155 άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε ΄Ανω Λεύκη. Σήμερα ονομάζεται Λεύκη.

[45] Kosinec ή Kostenec. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 1.360 και ο Brancoff 1.560 κατοίκους. Ο Симовски γράφει πως στο ΄Ιλιντεν ο οθωμανικός στρατός σκότωσε 46 άτομα και έκαψε 206 σπίτια. Το χωριό παρέμεινε συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφηκαν 1.021 άτομα, το 1920, 151 οικογένειες - 563 άτομα. Στο χωριό εγκαθίστανται 12 ποντιακές οικογένειες - 58 άτομα [Πελαγίδης]. Το 1928 απογράφονται συνολικά 501 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 110 μακεδονόφωνες οικογένειες, οι οποίες θεωρούνται όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 458 άτομα, 400 από τα οποία είναι μακεδονόφωνοι μη ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ο ελληνικός στρατός καταστρέφει ολοκληρωτικά το χωριό και οι κάτοικοι στο σύνολο τους προστίθενται στην πολιτική προσφυγιά. Στην απογραφή του 1951 το χωριό είναι έρημο. Το ελληνικό κράτος εγκαθιστά το 1957 Βλάχους από την ΄Ηπειρο. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Ιεροπηγή.

[46] Προξενείο Μοναστηρίου, 7/1903, έγγραφο 603.

[47] Čerešnica. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 520 και ο Brancoff 640 κατοίκους. Το χωριό παραμένει συνεχώς εξαρχικό [έγγραφο 4278] από το 1900 [Εκκλησιαστική Αλήθεια]. Το 1913 απογράφονται 660 άτομα, το 1920, 88 οικογένειες - 343 άτομα και το 1928, 328 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 70 μακεδονόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 440 μακεδονόφωνους, μη ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται μόνο 87 άτομα. Το 1926 το χωριό μετονομάστηκε Πολυκέρασον.