Facebook

Για τη μακεδονική γλώσσα


 

Για τη μακεδονική και την ελληνική εθνική γλώσσα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Ομιλία του Δημήτρη Λιθοξόου (Φλώρινα 17/9/2011) στην παρουσίαση του «Σύγχρονου Μακεδονικού-Ελληνικού Λεξικού», που εκδόθηκε από το Center Maurits Coppieters και τη Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού


Γιατί ο τίτλος «Σύγχρονο Μακεδονικό-Ελληνικό Λεξικό» εκνευρίζει και θυμώνει τους εθνικά Έλληνες;

Το «σύγχρονο» σημαίνει γλώσσες που χρησιμοποιούνται σήμερα, οπότε δεν υπάρχει θέμα παρεξήγησης και εμπλοκής σε φιλολογικές διαμάχες για γλωσσικά ζητήματα της αρχαιότητας.

Η μία από τις δύο γραφές είναι κυριλλική, επομένως συνειρμικά παραπέμπει στη μεγάλη οικογένεια των σλαβικών γλωσσών.

Το «ελληνικό» θεωρείται αναμφίβολα εθνικά ορθό και εξακολουθεί να παραμένει υπεράνω κάθε υποψίας.

Αυτό λοιπόν που ενοχλεί είναι η λέξη «μακεδονικό», καθώς θεωρείται από την ιδεολογικο-πολιτική κοινότητα του ελληνικού έθνους, λέξη κατατεθειμένη στην ελληνική εθνική αφήγηση (ή όπως θα έλεγα εγώ: είναι μία σημαντική ψηφίδα του ελληνικού εθνικού μύθου).

 

Δεν θα ασχοληθώ εδώ ξανά, με το ζήτημα της ονομασίας του μακεδονικού έθνους. Έχω μιλήσει και έχω γράψει γι αυτό, εξαντλητικά, στο παρελθόν. Και έχω εξηγήσει το δίκιο των Μακεδόνων.

Θέλω μόνο να προσθέσω τώρα, πως η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο που κατανοούν την εθνική τους ταυτότητα οι Έλληνες.

Καθώς, σε τελευταία ανάλυση, μπορούμε πια να ορίσουμε σαν εθνικά Έλληνα, όποιον θεωρεί τον εαυτό του (με κάποιο τρόπο) ως απόγονο των αρχαίων Ελλήνων.

Αυτή η ανοησία, από πλευράς λογικής και γνώσης, αποτελεί δυστυχώς την ψυχή του ελληνικού Έθνους.

Και εξηγούμαι.

Οι εθνικά Έλληνες κατασκευάστηκαν διαχρονικά από το κράτος. Από το παλιό Βασίλειον της Ελλάδος και στη συνέχεια τη λεγόμενη Ελληνική Δημοκρατία. Στο ξεκίνημα του εγχειρήματος βρίσκεται ο Βαυαρός βασιλιάς Λουδοβίκος και ο γιος του Όθωνας, που ήρθε εδώ με τους γερμανούς αυλικούς, λόγιους και στρατιώτες του και αποφάσισε να βαπτίσει (σύμφωνα με τη ρομαντική αρχαιολατρία του) τους νέους ιθαγενείς υπηκόους του (τους Ρωμιούς, τους Αρβανίτες και τους Βλάχους) ως «απόγονους» των αρχαίων Ελλήνων.

 


Τα σχολεία του ελληνικού κράτους που δημιουργήθηκαν, προσπάθησαν από την αρχή να ξεριζώσουν τη ρωμαίικη, αρβανίτικη και βλάχικη γλώσσα των μαθητών τους και να τους διδάξουν τη νεκρή γλώσσα που υπήρχε γραμμένη στα αρχαία ελληνικά κείμενα και την ψευτο-χρησιμοποιούσαν ως τότε μόνο επαγγελματικά οι δεσποτάδες και οι γραμματικοί τους. Οι δημιουργοί του νέου Έθνους νόμιζαν πως όσες περισσότερες αρχαίες λέξεις νεκρανάσταιναν, τόσο και πιο πολύ θα έμοιαζαν οι ζωντανοί υπήκοοι με τους ενδόξους παλαιούς πεθαμένους. Ήταν το μεγάλο «κόλπο», μαζί με τη συστηματική παραχάραξη της ιστορίας του τόπου, για να πείσουν σιγά-σιγά τη Ρωμιοσύνη, την Αρβανιτιά και τη Βλαχιά, να απαρνηθούν τις λαϊκές γλώσσες και τους πολιτισμούς τους και να πολτοποιηθούν στο εθνικο-κρατικό ιδεολογικό χωνευτήρι, μαϊμουδίζοντας «ελληνιστί».

Αυτός ο πόλεμος κατά των λαϊκών γλωσσών, εφαρμόστηκε με κρατικό σχέδιο, από γενιές καθαρευουσιάνων εκπαιδευτικών, δασκάλων, καθηγητών και πανεπιστημιακών (αλλά και δημοσιογράφων), αυτών των μισθοφόρων του εθνικού κινήματος καθαρισμού και εξελληνισμού της γλώσσας.

Πριν λοιπόν ξεκινήσουν οι βαλκανικοί πόλεμοι για την εθνική επέκταση προς Βορρά, τα μετόπισθεν είχαν ήδη καθαριστεί γλωσσικά, σε μεγάλο βαθμό. Το 1911 μάλιστα είχε απαγορευτεί και συνταγματικά κάθε προσπάθεια για χρήση της ρωμαίικης ή δημοτικής γλώσσας σε οποιοδήποτε τομέα της διοίκησης.

Η συστηματική δίωξη της γλώσσας και του πολιτισμού των κατοίκων των νέων επαρχιών, ήταν εγγυημένη από το ελληνικό εθνικό κράτος, με την άφιξη των πρώτων κλιμακίων της νέας διοίκησης. Είχε έρθει η σειρά των καινούργιων υπηκόων, να γίνουν «απόγονοι» των αρχαίων Ελλήνων. Η εθνική ένταξη ήταν μονόδρομος. Και περνούσε πάντα από τη σκιά της Ολυμπίας και της Ακρόπολης.

Για να ξαναγυρίσω στο λεξικό, έχοντας υπόψη μας τα παραπάνω, βρίσκουμε στο βιβλίο καταγραμμένες 15.000 περίπου λέξεις της μακεδονικής εθνικής γλώσσας και την ερμηνεία τους στην ελληνική εθνική γλώσσα.

Είναι προφανές ότι μιλάμε για τις επίσημες γλώσσες δύο εθνικών κρατών, γλώσσες που καλλιεργούνται και αναπαράγονται από τα εκπαιδευτικά συστήματα των δύο χωρών.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο γλώσσες, βρίσκεται στο ότι η επίσημη γλώσσα του μακεδονικού εθνικού κράτους έχει στηριχθεί στο γλωσσικό υλικό ενός λαϊκού πολιτισμού, ενώ η επίσημη γλώσσα του ελληνικού εθνικού κράτους δημιουργήθηκε σε εθνικά γλωσσικά εργαστήρια, για να αντικαταστήσει με τη βία τις λαϊκές γλώσσες και να επιβάλει στον πληθυσμό με την υποχρεωτική εκπαίδευση, το λεξιλόγιο μιας νεκρής γλώσσας, που βρισκόταν στα παλιά λεξικά.

 


Αυτή η συστηματική εκπαιδευτική προσπάθεια του ελληνικού εθνικού κράτους κρατάει περισσότερο από ενάμιση αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι πως οι επτά από τις δέκα λέξεις που βρίσκουμε σήμερα στα λεξικά (στην περίπτωσή μας και στο λεξικό που παρουσιάζουμε εδώ), είναι επιλεγμένες ή κατασκευασμένες από παλιούς και νέους φιλόλογους του ελληνικού έθνους, στρατευμένους στην υπόθεση του εξελληνισμού της γλώσσας.

Μια δεύτερη σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο εθνικές γλώσσες, είναι ότι η μεν μακεδονική χρησιμοποιεί κυριλλικούς (ή λατινικούς χαρακτήρες σα δεύτερη επιλογή) και φωνητική γραφή, η δε ελληνική χρησιμοποιεί ελληνικούς χαρακτήρες και την ονομαζόμενη «ιστορική» ορθογραφία.

Η μακεδονική είναι μια γλώσσα που τη γράφεις, όπως τη μιλάς. Η ελληνική είναι μια γλώσσα που αλλιώς τη μιλάς και αλλιώς τη γράφεις.

Οι λέξεις που βρέθηκαν στα λεξικά της αρχαίας ελληνικής, προφέρονταν από τους αρχαίους Έλληνες με διαφορετικό τρόπο, από αυτόν που τις προφέρουμε εμείς σήμερα. Αυτό έγινε δεκτό από το 15ο αιώνα, χάρη στο έργο του Ολλανδού Έρασμου, ενός κορυφαίου κλασικού λόγιου. Με εξαίρεση ωστόσο μια μικρή μειοψηφία που γνωρίζει το ζήτημα, οι εθνικά Έλληνες νομίζουν πως μιλάνε όπως οι υποτιθέμενοι αρχαίοι πρόγονοί τους.

Τα παιδιά μαθαίνουν λοιπόν στα ελληνικά σχολεία να γράφουν τις (περισσότερες) λέξεις με τρόπο άσχετο με την προφορά τους. Και να τις προφέρουν (και αυτό είναι το εθνικά τραγικό) διαφορετικά από ό,τι τις έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες.

Όσον αφορά τη γραφή, είναι νομίζω φανερό, πως ο μόνος λόγος που (με εξαίρεση την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος) δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί καμιά μεταρρύθμιση, είναι η ίδια η ψυχή της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Παραμένουμε αλυσοδεμένοι με τους ελληνικούς χαρακτήρες και την «ιστορική» ορθογραφία, σε όλη τη ζωή μας ανορθόγραφοι, ψάχνοντας τα λεξικά για το «σωστό» και το «λάθος», επειδή υπάρχει ο κίνδυνος νεωτερίζοντας να μη «μοιάζουμε» στους αρχαίους.

Η προγονοπληξία είναι η σημαντικότερη πνευματική αρρώστια σε αυτή τη χώρα. Μοιάζει με καρκίνο που έχει απλωθεί και κατατρώει όλο το σώμα. Ένας καρκίνος που παραμένει αθεράπευτος, όσο ο πυρήνας της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, οι «αρχαίοι», οι θεωρούμενοι «ένδοξοι ημών πρόγονοι», βρικολακιάζουν και κατασπαράζουν καθημερινά τους ζωντανούς.

 

Να με συμπαθάτε που ξεστράτισα λίγο, αλλά κουράστηκα τόσα χρόνια να ακούω από ημιμαθείς κρατικοδίαιτους καθηγητάδες,  τις γνωστές ανοησίες για την ιστορική συνέχεια της «ελληνικής» μας γλώσσα.

Εξ άλλου συνειδητοποίησα πως αυτό το κράτος κυνήγησε τη γλώσσα των προγόνων μου, τα ρωμαίικα και τα αρβανίτικα, πριν κυνηγήσει τη γλώσσα των Μακεδόνων.

 

Και τέλος, να πω πως λυπάμαι που σας μίλησα χρησιμοποιώντας αυτή τη γλώσσα, αλλά δυστυχώς αυτή μου μάθανε, με το χαστούκι και το χάρακα, στο σχολείο.

 


 

Το ελληνομακεδονικό λεξικό *

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 


Η έκδοση ενός ελληνομακεδονικού λεξικού αποτελούσε τακτικό στόχο του οργανωμένου μακεδονικού κινήματος εδώ και δώδεκα χρόνια. Ο στόχος αυτός διατυπώθηκε στο μανιφέστο του Ουράνιου Τόξου, που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1997, με τη διευκρίνιση ότι πολιτική προτεραιότητα δινόταν στην καλλιέργεια και διάδοση της λόγιας εθνικής μακεδονικής γλώσσας, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, κι όχι στη μελέτη των τοπικών μακεδονικών ιδιωμάτων των μειονοτικών περιοχών.

Ο συντάκτης του ελληνομακεδονικού λεξικού θα έπρεπε να γνωρίζει καλά τις δύο εθνικές γλώσσες, όπως αυτές διδάσκονται και αναπαράγονται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα των δύο χωρών. Θα έπρεπε επίσης, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα, να ήταν γνώστης των δύο γλωσσών σε επίπεδο καθημερινής ζωής. Οι προϋποθέσεις αυτές προσδιόριζαν το χώρο, στον οποίο θα βρισκόταν ο συγγραφέας. Ήταν εκείνος των εθνικά μακεδόνων πολιτικών προσφύγων από την Ελλάδα που ζούσαν για χρόνια στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ανάμεσα σε αυτούς τους πρόσφυγες που μπορούσαν να επωμιστούν το έργο της δημιουργίας του ελληνομακεδονικού λεξικού, ένας είχε ξεκινήσει ήδη από μόνος του να το γράφει. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Βάσκο Καρατζά.

 


Ο Βάσκο Καρατζά γεννήθηκε στην περιοχή Κορεστίων της Καστοριάς. Το χωριό του, το Ντάμπενι (Д'мбени), στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής διοίκησης, αποτελούσε τσιφλίκι του Ομέρ Μπέη. Ήταν ένα μεγάλο χριστιανικό χωριό, 1.400 περίπου κατοίκων. Οι κάτοικοί του μιλούσαν μακεδόνικα και είχαν προσχωρήσει σχεδόν στο σύνολό τους στην εξαρχία. Το καλοκαίρι του 1903 είχαν πάρει μέρος στην αυτονομιστική επανάσταση του Ίλιντεν και είχαν γνωρίσει τα αντίποινα του αυτοκρατορικού στρατού και των μπασιμπουζούκων. Το Ντάμπενι λεηλατήθηκε και κάηκε. Μόνο τρία από τα 250 σπίτια του χωριού ξέφυγαν από τις φλόγες. Επτά άντρες και έξι γυναίκες σφαγιάστηκαν. Τον επόμενο χρόνο, το εξαρχικό Ντάμπενι γνώρισε τη βία των ελλήνων «μακεδονομάχων». Τον Αύγουστο του 1904, μια ελληνική μισθοφορική ομάδα εισέβαλε στο χωριό, τρομοκράτησε τους κατοίκους, σκότωσε τον εξαρχικό δάσκαλο και τέσσερις χωρικούς.



Μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στην Ελλάδα, το Ντάμπενι μετονομάστηκε σε Δενδροχώρι (το 1926) και στη συνέχεια σε Δενδροχώριον (το 1940).

Οι ελληνικές αρχές ασφαλείας είχαν χαρακτηρίσει την περίοδο του μεσοπολέμου, όλο τον πληθυσμό του χωριού, ως δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων.

Την περίοδο της κατοχής 35 άτομα από το χωριό εντάχθηκαν στις γραμμές του ΣΝΟΦ. Μεταξύ των ετών 1945-1946 οι κάτοικοι του χωριού γνώρισαν τη βία του κρατικού μηχανισμού και των παρακρατικών. Δεκάδες δέρνονται, εννέα εξορίζονται, δύο δολοφονούνται. Κλέβονται εκατοντάδες ζώα, καίγονται 19 σπίτια και 78 αχυρώνες. Τριάντα άτομα κρύβονται σαν φυγόδικοι. Στο σταθμό χωροφυλακής του χωριού κρατούνται όμηροι για τρεις μήνες 22 γυναίκες.

Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου 113 κάτοικοι του Ντάμπενι παίρνουν τα όπλα σαν οπλίτες ή αξιωματικοί του Δημοκρατικού Στρατού. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς.

Το 1951 απογράφονται στο σχεδόν έρημο χωριό, μόνο 19 άτομα. Το ελληνικό κράτος παραχωρεί τα επόμενα χρόνια τα σπίτια και τη γη των φυγάδων Μακεδόνων, σε εθνικόφρονες Βλάχους που φέρνει από την Ήπειρο.

Το 1975 από τους Μακεδόνες που κατάγονται από το Ντάμπενι βρίσκονται διασκορπισμένοι: 171 οικογένειες στην πόλη των Σκοπίων, 18 στα Μπίτολα και 15 σε άλλες πόλεις της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στη Σερβία ζούνε 4 οικογένειες, στη Σλοβενία 1, στη Βουλγαρία 15, στην Τσεχοσλοβακία 12, στη Ρουμανία 4, στη Σοβιετική Ένωση 5, στην Αλβανία 2. Έχουν επίσης μεταναστεύσει στην Αυστραλία 53 οικογένειες, στον Καναδά 53, στις Ηνωμένες Πολιτείες 64. Στην Ελλάδα έχουν απομείνει 19 οικογένειες στην πόλη της Καστοριάς, 5 στην Θεσσαλονίκη, 3 στην Αθήνα και 5 σε άλλες πόλεις της χώρας.

Ο Βάσκο Καρατζά, μπήκε στο Δημοκρατικό Στρατό το 1947 και πολέμησε στο Γράμμο μέχρι το τέλος του πολέμου το 1949. Πέρασε πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια πήγε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας όπου εγκαταστάθηκε και δημιούργησε οικογένεια. Γνωρίζοντας καλά τόσο την ελληνική όσο και τη μακεδονική γλώσσα, δούλεψε σαν μεταφραστής και διερμηνέας. Δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπως χιλιάδες άλλοι Μακεδόνες, ως μη Έλληνας το γένος.

Τον γνώρισα για πρώτη φορά το 1993, όταν λίγοι άνθρωποι από την Ελλάδα επισκεφτήκαμε τη Μακεδονία για να δείξουμε στους Μακεδόνες ότι υπάρχουν έλληνες υπήκοοι που αναγνωρίζουν το δίκιο τους, ότι υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν και ζουν στη γειτονική τους χώρα, που όχι μόνο δεν τους απειλούν με πόλεμο, αλλά τους θεωρούν φίλους.

Ο Βάσκο βοήθησε τη Αιμιλία Μαϊστόροβα στη μετάφραση του πρώτου βιβλίου μου στα μακεδόνικα και αργότερα ανέλαβε με δική του πρωτοβουλία να μεταφράσει το δεύτερο έργο μου, τον Ελληνικό Αντιμακεδονικό Αγώνα.

Το ελληνομακεδονικό λεξικό του, στην πρώτη ανέκδοτη - ηλεκτρονική του μορφή, μου στάθηκε τα τρία προηγούμενα χρόνια πολύτιμο βοήθημα στην έρευνα μου για τα μακεδονικά πράγματα.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση βλέπω λοιπόν το ελληνομακεδονικό λεξικό του Βάσκο Καρατζά τυπωμένο. Το θεωρώ υλοποίηση ενός πολιτικού στόχου στον οποίο μετείχα, αλλά και έργο ζωής ενός ανθρώπου που εκτίμησα, συνεργάστηκα, τιμώ τη μνήμη του, και θα είναι κοντά μου όποτε ξεφυλλίζω τις σελίδες του βιβλίου του.

 



* Διαβάστηκε στην παρουσίαση του ελληνομακεδονικού λεξικού στις 2 Ιουνίου 2009, στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Την εκδήλωση επιχείρησε να διαλύσει πολυπληθής ομάδα της Χρυσής Αυγής που εισέβαλλε στην αίθουσα, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, με την ανοχή της αστυνομίας που βρισκόταν έξω από το κτήριο. Επικεφαλής των εισβολέων βρισκόταν ο μετέπειτα βουλευτής της Χρυσής Αυγής Ηλία Παναγιώταρος.


 

Η μακεδονική γλώσσα στην απογραφή πληθυσμού του 1920

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 


Τη 19η Δεκεμβρίου 1920 πραγματοποιήθηκε η γενική απογραφή του πληθυσμού του ελληνικού κράτους και των ελλήνων υπηκόων που βρίσκονταν στην αλλοδαπή. Η απογραφή αυτή ήταν η πρώτη πλήρης καταγραφή των κατοίκων των νέων επαρχιών του ελληνικού βασιλείου (και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους) καθώς η «Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος» που διεξήχθη από τον ελληνικό στρατό το Σεπτέμβριο του 1913 παρείχε μόνο πληροφορίες για τον αριθμό των κατοίκων ανά οικισμό και διάκριση κατά φύλο.

Το απογραφικό δελτίο το οποίο χρησιμοποιήθηκε περιελάμβανε ερωτήματα για το όνομα, το επώνυμο, την ηλικία, τον τόπο γεννήσεως, την υπηκοότητα, τη δημοτικότητα, την οικογενειακή κατάσταση, την εκπαίδευση, το επάγγελμα ή την πιθανή ανεργία, χαρακτηρισμό των τυφλών και των κωφαλάλων και πληροφορίες για τα μέλη των οικογενειών που είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Επίσης υπήρχαν ιδιαίτερες ερωτήσεις για τη θρησκεία και τη γλώσσα των απογραφέντων.

Η σχετική ερώτηση για τη θρησκεία ήταν: «Ποίον είνε το θρήσκευμά σου; Αν είσαι Χριστιανός να γράψης και το δόγμα εις το οποίον ανήκεις, δηλ. αν είσαι ορθόδοξος, σχισματικός, καθολικός ή διαμαρτυρόμενος».

Η δε ερώτηση για τη γλώσσα είχε ως εξής: «Ποία είνε η μητρική σου γλώσσα δηλ. ποία είνε η γλώσσα την οποίαν έμαθες από μικρός και την οποίαν ομιλείς εις την οικίαν σου. Εάν η μητρική σου γλώσσα δεν είνε η ελληνική, γνωρίζεις και την Ελληνικήν; (ναι ή όχι)» [1].


Όπως καταλαβαίνει ο καθένας, με ένα τέτοιο ερωτηματολόγιο, η ελληνική διοίκηση συγκέντρωσε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειαζόταν για τη χάραξη πολιτικής. Στα ζητήματα δε των γλωσσικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, είχε πλέον μια πλήρη εικόνα του θρησκευτικού και γλωσσικού χάρτη του πληθυσμού των προσαρτηθέντων εδαφών μετά τους δύο βαλκανικούς και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, και μάλιστα στο μικρό επίπεδο του κάθε οικισμού χωριστά.

Τα αναλυτικά αποτελέσματα της απογραφής που δημοσιεύτηκαν, όσα δηλαδή αφορούσαν πληροφορίες ανά οικισμό, περιορίστηκαν τελικά στον πραγματικό πληθυσμό κατά φύλο, στον οποίο όμως υπολογιζόταν και ο αριθμός των στρατευμένων και ευρισκομένων στην Μικρά Ασία.

Οι  πληροφορίες που αφορούσαν τη γλώσσα και τη θρησκεία είχε αποφασιστεί να δημοσιευτούν ανά γεωγραφικό διαμέρισμα. Γι’ αυτό το λόγω είχε προγραμματιστεί η  δημοσίευση δέκα τόμων, ένα για κάθε διαμέρισμα: «Στερεά Ελλάς και Εύβοια, Θεσσαλία και Άρτα, Ιόνιοι Νήσοι, Κυκλάδες Νήσοι, Πελοπόννησος, Μακεδονία, Ήπειρος, Νήσοι Αιγαίου, Κρήτη, Δυτική Θράκη». Με κυβερνητική όμως απόφαση, δόθηκε εντολή να δημοσιευτούν μόνοι οι πέντε πρώτοι από τους προαναφερόμενους τόμους. Το ελληνικό κράτος δεν άντεχε να ανακοινώσει τα στοιχεία της απογραφής για τη γλώσσα και τη θρησκεία των νέων υπηκόων του που ζούσαν στη Μακεδονία και τη Θράκη. Αν το έπραττε, χωρίς να παραχαράξει τους αριθμούς, θα εμφανιζόταν να έχει κατακτήσει περιοχές όπου είτε δεν υπήρχαν ορθόδοξοι ελληνόφωνοι, είτε οι τελευταίοι αποτελούσαν μειονότητα



Το πόσο σημαντικό ήταν το ζήτημα, φαίνεται από το γεγονός πως δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα ούτε τα συγκεντρωτικά στοιχεία της επικράτειας που αφορούσαν τη θρησκεία και τη γλώσσα των κατοίκων.

Οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες του ελληνικού έθνους υποστηρίζουν με πάθος πως δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος. Στο επιχείρημα ότι το έθνος αποτελεί μια ιδεολογική κοινότητα (ηλικίας δύο αιώνων) και ένας λαός μέσα από ιδεολογικούς ατραπούς μπορεί να αυτοανακηρυχθεί σε έθνος, όπως συνέβη το 19ο αιώνα με τους Έλληνες και στις αρχές του 20ου με τους Μακεδόνες [2], ανταπαντούν – αυθαίρετα  μεν αλλά πιστεύοντάς το – πως τα έθνη υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια και εδράζονται σε βασικά πολιτισμικά στοιχεία, το κυριότερο δε εξ αυτών είναι η γλώσσα. Συνεχίζοντας το συλλογισμό τους, ισχυρίζονται πως η μακεδονική γλώσσα, δεν αποτελεί χωριστή γλώσσα, αλλά μία διάλεκτο της βουλγαρικής. Επομένως είναι αδύνατο να υπάρχει μακεδονικό έθνος, χωρίς να υπάρχει μακεδονική γλώσσα.

 

Ακόμα και εάν μπει κάποιος καλόπιστος σε αυτή τη λογική και θελήσει να μελετήσει το ζήτημα, θα δει πως εκτός των Ελλήνων και των Βουλγάρων, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα των γλωσσολόγων θεωρεί τη μακεδονική ως ιδιαίτερη γλώσσα που ανήκει στην ευρύτερη ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών.

 


Ο έλληνας εθνικιστής είναι όμως είναι ιδιαίτερα πείσμων και ισχυρογνώμων. Εφ’ όσον η πολιτική και πνευματική ηγεσία των Ελλήνων δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της μακεδονικής γλώσσας, γι’ αυτόν η μακεδονική γλώσσα δεν υπάρχει.

Στα τέλη του 1994, μελετώντας στη βιβλιοθήκη της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, τα δημοσιευμένα (αλλά εμφανώς παραχαραγμένα) στοιχεία για τη γλώσσα των κατοίκων των πέντε νοτίων γεωγραφικών διαμερισμάτων της χώρας, βρήκα μία πληροφορία εξαιρετικής σημασίας, μία απόδειξη που τίναζε στον αέρα το βασικό επιχείρημα της πολιτικής και ιδεολογική επίθεσης του ελληνικού έθνους, στη σύγχρονη φάση του μακεδονικού ζητήματος. Ξεφυλλίζοντας τον τόμο «Απογραφή του πληθυσμού της Ελλάδος κατά την 19η Δεκεμβρίου 1920 / αποτελέσματα δια Θεσσαλίαν και ΆρτανΑθήνα 1929», φτάνοντας στις σελίδες 181-182 που αφορούν το νομό Τρικάλων βρήκα  ένα πίνακα που περιείχε τα εξής στοιχεία:


Γλώσσα

Παίδευσις

Φύλον

Πραγματικός

πληθυσμός

Ορθόδοξοι

Σχισματικοί

Mουσουλμάνοι

Ισραηλίται

Μακεδονική

Macédonienne

Εγγράματοι

Άρρενες

17

17

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

17

17

-

-

-

Αγράμματοι

Άρρενες

20

20

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

20

20

-

-

-

Μη δηλωθείσα

Άρρενες

-

-

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

-

-

-

-

-

Σύνολον

Άρρενες

37

37

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

37

37

-

-

-

Εξ ων γνωρίζουσι

και Ελληνικήν

Άρρενες

11

11

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

11

11

-

-

-

Σερβική

Serbe

Εγγράματοι

Άρρενες

14

12

-

2

-

Θήλεις

1

1

-

-

-

Σύνολον

15

13

-

2

-

Αγράμματοι

Άρρενες

12

4

-

7

1

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

12

4

-

7

1

Μη δηλωθείσα

Άρρενες

-

-

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

-

-

-

-

-

Σύνολον

Άρρενες

26

16

-

9

1

Θήλεις

1

1

-

-

-

Σύνολον

27

17

-

9

1

Εξ ων γνωρίζουσι

και Ελληνικήν

Άρρενες

19

16

-

2

1

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

19

16

-

2

1

Βουλγαρική

Bulgare

Εγγράματοι

Άρρενες

176

35

140

1

-

Θήλεις

1

1

-

-

-

Σύνολον

177

36

140

1

-

Αγράμματοι

Άρρενες

41

17

23

1

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

41

17

23

1

-

Μη δηλωθείσα

Άρρενες

-

-

-

-

-

Θήλεις

-

-

-

-

-

Σύνολον

-

-

-

-

-

Σύνολον

Άρρενες

217

52

163

2

-

Θήλεις

1

1

-

-

-

Σύνολον

218

53

163

2

-

Εξ ων γνωρίζουσι

και Ελληνικήν

Άρρενες

212

49

163

-

-

Θήλεις

0

-

-

-

-

Σύνολον

212

49

163

-

-

 



Όπως καταλαβαίνει κάθε νοήμων άνθρωπος, η είδηση [3] που κρύβεται σε αυτόν τον πίνακα είναι καταλυτική για την αποδόμηση του ελληνικού εθνικού μύθου στο μακεδονικό ζήτημα. Μακεδονική γλώσσα, διάφορη της βουλγαρικής και της σερβικής, υπάρχει και οι ομιλούντες αυτή τη γλώσσα στην Ελλάδα έχουν επίσημα καταγραφεί από το ελληνικό κράτος κατά την απογραφή του 1920. Παρότι το ελληνικό έθνος είχε κρύψει καλά αυτό το μυστικό, κάποιος ξέχασε να σχίσει μία σελίδα από ένα παλιό και σπάνιο βιβλίο.

Οι Μακεδόνες (καθώς επίσης οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι) που βρίσκονται στο νομό Τρικάλων το Δεκέμβριο του 1920, είναι προφανώς οικονομικοί μετανάστες της εποχής που έχουν κατέβει να δουλέψουν στη Θεσσαλία. Στις ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην ένοπλη διαμάχη της περιόδου 1904-1908 στη Μακεδονία, συναντάς αποσπάσματα που σχολιάζουν τον «ύποπτο» ρόλο αυτών των εργατών γης, ξυλοκόπων, καρβουνιάρηδων κλπ. που πήγαιναν να δουλέψουν στην Ελλάδα και οι οποίοι θεωρούνται ως πιθανοί πράκτορες των μακεδόνων αυτονομιστών. Πολλοί από αυτούς παρακολουθήθηκαν από τις ελληνικές αρχές ασφαλείας, τρομοκρατήθηκαν και φυλακίστηκαν. Το ότι πρόκειται για οικονομικούς μετανάστες προκύπτει επίσης από το γεγονός πως δεν υπάρχει ούτε μία γυναίκα μεταξύ των 37 ατόμων που μιλούν μακεδονικά.

πό αυτούς τους Μακεδόνες, εγγράμματοι είναι δεκαεπτά. Έντεκα από αυτούς γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, που σημαίνει πως σαν παιδιά πήγαν σε πατριαρχικό σχολείο. Υπάρχουν όμως και έξι εγγράμματοι που δεν ξέρουν ελληνικά, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έμαθαν γράμματα σε εξαρχικό σχολείο.

Το επίσημο αυτό ντοκουμέντο του ελληνικού κράτους, αποδεικνύει ότι η μακεδονική γλώσσα δεν «κατασκευάστηκε στα γλωσσικά εργαστήρια των Σκοπίων» στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όπως υποστηρίζει ο ελληνικός εθνικισμός δια του θεσμικά αρμοδίου εκπροσώπου του, γλωσσολόγου και πρύτανη του πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Μπαμπινιώτη. Η μακεδονική γλώσσα έχει επισήμως αναγνωρισθεί από το ελληνικό κράτος, πριν οι σύγχρονοι κορυφαίοι έλληνες διαμορφωτές της κοινής γνώμης γεννηθούν.

[1] Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος Γ΄, Αθήναι 1976, σελ. 363.

[2] Όπως προκύπτει από μία εξαντλητική έρευνα, που έκανα με τη μηχανή αναζήτησης που υπάρχει στην ιστοσελίδα του Elis Island, κατά την άφιξή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν μεταξύ των ετών 1897-1924, στην εκεί υπηρεσία υποδοχής των μεταναστών, ότι είναι εθνικά Μακεδόνες 8608 άτομα. Από αυτούς οι 7.300 περίπου μετανάστευσαν μέχρι και το 1912, πριν δηλαδή τους βαλκανικούς πολέμους και τον κατακερματισμό της Μακεδονίας. Επομένως η ύπαρξη μακεδονικού έθνους, με καταγεγραμμένα χιλιάδες ονοματεπώνυμα ατόμων που δήλωσαν ότι ανήκουν σε αυτό, την ηλικία τους και τον οικισμό που ζούσαν, έχει συμβεί μια γενιά πριν αναλάβει ο Τίτο την ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας.

[3] Πρώτη ανακοίνωσή μου στο περιοδικό Зораτεύχος 6, Ιανουάριος 1995.



 

Η μητρική γλώσσα των κατοίκων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίας πριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 


Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέσεις (τεύχος 38) στις αρχές του 1992. Την περίοδο εκείνη το Καθεστώς στην Ελλάδα είχε ξεσηκώσει το ελληνικό έθνος κατά του νεοσύστατου μακεδονικού κράτους. Στα συλλαλητήρια εναντίον των «Σκοπιανών» στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες. Το σύνολο σχεδόν των πανεπιστημιακών, των δεσποτάδων, των δημοσιογράφων, των συγγραφέων και των πολιτικών του τόπου, αφιόνιζε με ψέματα το λαό. Αυτό που καθημερινά λεγόταν στα μπαλκόνια, γραφόταν στον τύπο, ακουγόταν στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ήταν πως η Μακεδονία κατοικείται από την εποχή του Φίλιππου και του Αλέξανδρου μόνο από Έλληνες, απόγονους των αρχαίων. Οι λίγοι που διαφωνούσαν, σώπαιναν τρομαγμένοι.

Η συστηματική προπαγανδιστική δουλειά που είχε γίνει τις προηγούμενες δεκαετίες, είχε σχεδόν εξαφανίσει τα γραπτά ίχνη για το γλωσσικό παρελθόν της Μακεδονίας. Το πρόβλημα το είχα αντιμετωπίσει μερικά χρόνια νωρίτερα, καθώς ήμουν ο πρώτος που είχε αρχίσει να ερευνά το ζήτημα της γλωσσικής σύνθεσης του πληθυσμού της Ελλάδας, το παρελθόν των μειονοτήτων. Είχα μάλιστα δημοσιεύσει τα πρώτα μου κείμενα για το Φαλμεράγιερ, τους Βλάχους, τους Τσιγγάνους και το μακεδονικό. Και είχα αρχίσει να ενοχλώ την εθνικά σκεπτόμενη (σχεδόν στο σύνολό της) διανόηση της χώρας.

Το άρθρο μου για την απογραφή του Χιλμή Πασά, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τετράδια (τεύχος 21), στα τέλη του 1988, με είχε οδηγήσει σε ρήξη με τα άλλα μέλη της συντακτικής επιτροπής, παλιούς φίλους και συναγωνιστές. Είχα υπερβεί τα εθνικά εσκαμμένα.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, το μακεδονικό το είχα προσεγγίσει μόνο μέσα από τα παλιά βιβλία. Στη συνέχεια απόκτησα πρόσβαση σε κάποια αρχεία. Τότε τα πράγματα έγιναν πολύ πιο καθαρά.

Όταν έγραψα το κείμενο για τις Θέσεις, είχα αρχίσει να σχηματίζω μια σχετικά καλή εικόνα για το νεότερο παρελθόν της Μακεδονίας, όσον αφορά τη γλώσσα, τη θρησκεία και τα εθνικά φρονήματα των κατοίκων της. Και είχα φτάσει στο συμπέρασμα για την ύπαρξη σημαντικής μειονότητας, που είχε υποστεί μεγάλες διώξεις από το ελληνικό κράτος. Το όνομα της, σύμφωνα με τις ελληνικές πηγές ήταν: Σλάβοι, Σλαβόφωνοι, Σλαβομακεδόνες, Μακεδονοσλάβοι.

Αυτές οι λέξεις το 1992-1993 ήταν εθνικά απαγορευμένες στην Ελλάδα. Η ελληνική αστυνομία φρόντισε εκείνη τη χρονική περίοδο να στείλει στα δικαστήρια, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, μέλη αριστερών οργανώσεων που σε προκηρύξεις ή σε αφίσες τους είχαν υπερασπιστεί τους Σλαβομακεδόνες.

Επίσημα και σύμφωνα με την ελληνική εθνική ιδεολογία, δεν υπήρχαν τότε Σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα. Όποιος υποστήριζε κάτι τέτοιο, αντιμετώπιζε την τιμωρία του κράτους.

Αυτά λοιπόν ίσχυαν όταν εγώ δημοσίευσα το κείμενο για τη «μητρική γλώσσα των κατοίκων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίας πριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών».

Ήταν το δεύτερο άρθρο, μετά το προαναφερόμενο δικό μου για την απογραφή του Χιλμή Πασά στα Τετράδια, που αποκάλυπτε την αλήθεια για τις αλχημείες των απογραφών. Το επιπλέον στοιχείο ήταν πως για να αναδείξω τα χαλκευμένα απογραφικά στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, προχώρησα σε μελέτη κάθε χωριού χωριστά και στη συνέχεια στην ομαδοποίηση αυτών των πληροφοριών.

Παρ’ ότι ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη δουλειά, αποδείχτηκε εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδος για να τελειώνεις (στο επίπεδο τουλάχιστον της λογικής) με τις γενικολογίες και αοριστολογίες όλων εκείνων που διαμόρφωναν τη λαϊκή συνείδηση. Το ίδιο έκανα στη συνέχεια για όλες τις μειονότητες. Μελέτη χωριό-χωριό. Ήταν το αντίδοτο στην ημιμάθεια και ψευδολογία των Κρατούντων.

Το κείμενο που έγραψα το 1992 λειτούργησε πολιτικά, προβλημάτισε αρκετούς ανθρώπους, συζητήθηκε. Τα στοιχεία του άρχισαν να χρησιμοποιούνται σταδιακά σε έναν αντίλογο που ορθώθηκε απέναντι στην κυρίαρχη άποψη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, από τότε που το έγραψα, μέχρι που γνώρισα τους ανθρώπους εκείνους στους οποίους αναφερόταν. Οι ίδιοι μου εξήγησαν, πως ονόμαζαν πάντα εαυτούς Μακεδόνες. Το Σλαβομακεδόνες δεν το χρησιμοποιούσαν. Δεν το έλεγαν ούτε οι πατεράδες τους, ούτε οι παππούδες τους. Το είχαν ακούσει μόνο από κάτι παλιούς αριστερούς. Μάλιστα το θεωρούσαν προσβλητικό. Με τη σειρά μου, τους εξήγησα την άγνοια μου, ως Νότιου, δεν τους ξαναείπα Σλαβομακεδόνες και το πράγμα τέλειωσε εκεί.

Το ελληνικό κράτος, που δεν δεχόταν την ύπαρξη τους, όταν περνώντας τα χρόνια αναγκάστηκε να αλλάξει γραμμή, κάτω και από την πίεση του αγώνα των ακτιβιστών Μακεδόνων, είπε πως αυτοί είναι λίγοι και (τέλος πάντων) δεν είναι Μακεδόνες. Το πολύ-πολύ θα ανέχεται να ονομάζονται δίγλωσσοι Σλαβομακεδόνες.

Επειδή στο άρθρο αυτό, μιλούσα για Σλαβομακεδόνες, η εθνική κουτοπονηριά του επέτρεψε να περάσει στην ακαδημαϊκή Βιβλιογραφία. Ωστόσο ο σημερινός αναγνώστης, είκοσι χρόνια μετά, μπορεί (και πρέπει) να το διαβάσει, απλώς αλλάζοντας τις λέξεις. Όπου γράφει για ΣλαβόφωνουςΜακεδονοσλάβους και Σλαβομακεδόνες, μπορεί να τα αντικαταστήσει με τη λέξη Μακεδόνες. Έτσι το κείμενο ξαναγίνεται εθνικά ενοχλητικό (ευτυχώς).

Το άρθρο αυτό έθεσε επίσης, για πρώτη φορά, ένα ζήτημα που τελευταία συζητήθηκε πολύ. Τα λεγόμενα greek statistics και την, παγκοσμίως πλέον γνωστή, αναξιοπιστία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας. Μόνο που τα έθεσα πριν δυο δεκαετίες. Και ήμουν μόνος. Τότε, για να καλύψουν τις στατιστικές απάτες, με συκοφάντησαν, με τα γνωστά περί πουλημένου και πράκτορα. Τώρα πολλοί γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι της στατιστικής υπηρεσίας, ως στελέχη του Έθνους, διαχρονικά, πολλές φορές,  εκτελούσαν (και) υπηρεσία συγκάλυψης, παραπληροφόρησης και εξαπάτησης της κοινής γνώμης, παρέχοντας χαλκευμένα στοιχεία.

Για τα πληθυσμιακά της Μακεδονίας, έγραψα αρκετές φορές από τότε, αναλυτικά, κατά περιοχή, προσθέτοντας πολλά νέα στοιχεία που στο μεταξύ συγκέντρωσα και διόρθωσα διάφορα μικρά λάθη, που είχα κάνει παλιότερα. Όλα αυτά, υπάρχουν πια δημοσιευμένα εδώ, σε αυτό το σάιτ. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται μπορεί να τα βρει και να τα διαβάσει.

Έχω ακόμα στο αρχείο μου ανέκδοτο μεταπολεμικό υλικό, εξαιρετικού ιστορικού ενδιαφέροντος, που δεν έχω επεξεργαστεί. Είναι κάτι που αν ζήσω, και έχω την πνευματική διαύγεια, το χρόνο και τη διάθεση, θα το κάνω στο μέλλον.

Το κείμενο ωστόσο που ακολουθεί, το κείμενο των Θέσεων, είναι το πρώτο που γράφηκε, πάνω στο θέμα που πραγματεύεται. Και μάλιστα τυπώθηκε σε ιδιαίτερα ζόρικους καιρούς. Δεν ασχολήθηκε μόνο με την ιστορία, αλλά συνέβαλε λίγο και στη διαμόρφωσή της.

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

7 Μαρτίου 2011

 

Υ.Γ. Όπου αναφέρω "ελληνόφωνους" και "ελληνική γλώσσα", το σωστό είναι πως πρόκειται για Ρωμιούς και ρωμαίικη γλώσσα.

 

Το θέμα της εργασίας αυτής αποτελεί θεμελιώδες κεφάλαιο, όχι μόνο για την κατανόηση του μακεδονικού ζητήματος (του τόσο «ανύπαρκτου» ώστε μέσα σε ένα χρόνο γέμισε η χώρα μακεδονολόγους) αλλά και ως παράδειγμα για τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα και την ιδεολογική λειτουργία της «εθνικής ιστορίας». Την αποκάλυψη δηλαδή των χαλκευμένων πληροφοριών που ως αναπόσπαστα κομμάτια του παζλ, μαζί με τις ιδεολογικές ψηφίδες, συγκροτούν τον εθνικό μύθο που διδάσκει, εμπνέει και οδηγεί το «γένος».

Η έρευνα που ακολουθεί και αποτελεί το επόμενο βήμα των δύο δημοσιευμάτων μου για το μακεδονικό ζήτημα [1] στηρίζεται σε μια ευρύτερη ανέκδοτη δουλειά.

Εκείνο που θέλω να δείξω εδώ είναι πως όλες οι επίσημες απογραφές πληθυσμού του ελληνικού κράτους για τη μητρική γλώσσα των κατοίκων του είναι προκατασκευασμένες και γεμάτες χοντρά ψέματα. Πολιτικές σκοπιμότητες, λόγοι εσωτερικής ασφάλειας, διπλωματικών ελιγμών στο εξωτερικό και προπαγανδιστικές ανάγκες για τη διαμόρφωση του εθνικού φρονήματος του λαού, υποχρέωσαν την στατιστική υπηρεσία να κατασκευάσει το αποδεικτικό υλικό που θα θεμελίωνε την άποψη ότι στον τόπο αυτό κατοικούσε ένας πληθυσμός στην συντριπτική πλειοψηφία ελληνόφωνος [2].

Φαίνεται μάλιστα ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους, δεν υπάρχει επίσημα κανείς που να έχει άλλη μητρική γλώσσα πλην της ελληνικής. Στις απογραφές πληθυσμού του 1961, 1971, 1981 και 1991, η διάκριση των υπηκόων σύμφωνα με τη γλώσσα τους αγνοήθηκε. Δεν ήταν μόνο οι κυβερνητικές εντολές αλλά και η σύμφωνη γνώμη του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου. Η αντοχή των κεφαλαίων των απογραφών των ετών 1928, 1940, 1951, που αφορούν τη μητρική γλώσσα των κατοίκων της Μακεδονίας, σε μια συγκριτική εξέταση με τη βοήθεια ορισμένων αξιόπιστων δημοσιευμένων και ανέκδοτων πηγών, αποτελεί το ένα μέρος της εργασίας. Το δεύτερο είναι κάποιες δικές μου εκτιμήσεις για τους πραγματικούς αριθμούς της γλωσσικής μακεδονικής Βαβέλ και τις ιστορικές αλλαγές που συντελέστηκαν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και την ανταλλαγή των πληθυσμών.

1. Οι στατιστικές του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών (1900-1902)

 

Πρόκειται για ανέκδοτα στοιχεία σχετικά με τον πληθυσμό των μακεδονικών καζάδων, του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, που βρίσκονται σήμερα στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη [3].

Πληροφορίες αντλημένες από ελληνική πηγή, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί διαφέρουν πολύ από τις δημοσιευμένες την εποχή εκείνη επίσημες στατιστικές της ελληνικής προπαγάνδας.

 


 

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

 

 

ποσοστό %

καζάς

πληθυσμός

μουσουλμάνοι

εξαρχικοί Βούλγαροι

πατριαρχικοί ορθόδοξοι

Θεσσαλονίκης

135.000

25,0

3,1

37,5

Κασσανδρείας

43.701

6,8

-

93,2

Λαγκαδά

51.028

55,5

4,4

40,1

Αβρέτ Ισάρ

38.040

52,0

42,4

1,6

Δοϊράνης

26.532

75,5

15,6

6,6

Γευγελής

44.196

39,2

22,1

33,3

Τίκφες

39.210

50,4

49,4

0,2

Βοδενών

35.222

42,8

16,3

40,2

Γενιτζών

34.957

47,9

10,0

40,5

Βεροίας

37.522

17,4

4,5

71,9

Κατερίνης

22.189

15,5

-

83,0

Αγίου Όρους

7.371

-

-

51,0

Σερρών

94.125

31.5

10,9

51,9

Νεβροκοπίου

72.175

55,4

37,9

5,2

Δεμίρ Ισάρ

42.640

37,6

42,0

17,9

Ζίχνης

32.490

14,8

11,4

71,3

Δράμας

55.970

76,1

5,3

17,7

Καβάλας

29.198

64.4

-

32,5

Σαρισαμπάν

22.200

97,9

-

2,1

Πραβίου

25.595

60,2

-

39,7

Φλωρίνης

47.654

28,0

35,4

36,6

Ελασσώνος

22.672

8,4

0

91,6

Σερβίων

Κοζάνης

 

47.320

 

35,6

 

-

 

64,4

Γρεβενών

29.998

16,2

-

83,8

Καϊλαρίων

33.560

69,3

8,8

21,9

Ανασελίτσης

38.423

18,3

-

81,7

Καστοριάς

76.288

18,2

20,9

59,9

 

Από τους πίνακες του υπουργείου παραθέτω τα στοιχεία που αφορούν τους καζάδες οι οποίοι ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά τους βαλκανικούς πολέμους και εκείνους που μέρος τους βρέθηκε εντός των ελληνικών συνόρων (Τίκφες, Γευγελής, Δοϊράνης, Δεμίρ Ισάρ, Νεβροκόπου). Η πηγή χαρακτηρίζει όλους τους ορθόδοξους πατριαρχικούς (ελληνόφωνους, βλαχόφωνους, σλαυόφωνους, αλβανόφωνους) σαν Έλληνες. Το σύνολο του πληθυσμού των 28 καζάδων είναι 1.185.276 άτομα. Οι μουσουλμάνοι ανέρχονται σε 453.864 (38,3%). Οι εξαρχικοί ή σχισματικοί όπως αναφέρονται, είναι 161.766 (13,6%) και οι πατριαρχικοί 498.277 (42,0%). Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες επιπρόσθετες πληροφορίες για τους 11 πρώτους καζάδες του καταλόγου, που κάνουν την εικόνα περισσότερο διαφωτιστική:

 


 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

 

 


 

ποσοστό %


 

καζάς

σύνολο

χριστιανών

βουλγαροφώνων


 

ορθόδοξοι

ελληνόφωνοι


 

ορθόδοξοι

βλαχόφωνοι

Θεσσαλονίκης

11,3

29,3

-

Κασσανδρείας

-

93,2

-

Λαγκαδά

19,6

25,0

-

Αβρέτ Ισάρ

47,9

0,1

-

Δοϊράνης

23,3

0,2

-

Γευγελής

38,8

-

20,4

Τίκφες

49,4

0,2

-

Βοδενών

55,1

-

1,4

Γενιτζών

48,6

-

1,9

Βεροίας

10,0

61,5

14,1

Κατερίνης

-

74,6

9,9

 

2. Η στατιστική του Β. Κάντσεφ

 

Πρόκειται εδώ για τη βουλγαρική «εθνογραφική στατιστική» άποψη για την Μακεδονία του Κάντσεφ [4].

Ο Βασίλη Κάντσεφ, επιθεωρητής των βουλγαρικών σχολείων της Μακεδονίας δημοσιεύει το 1900 την εργασία του για τον πληθυσμό (κατά διάκριση γλώσσας και θρησκείας) για το σύνολο των χωριών των τριών μακεδονικών βιλαετίων και για κάθε χωριό χωριστά. Η βουλγαρική πρόκληση έμεινε αναπάντητη από την ελληνική πλευρά [5].

 

Σημείωση ηλεκτρονικής έκδοσης: Τα πλήρη στοιχεία της απογραφής του Васил Кѫнчовъ, Македония етногрфия и статистика, София 1900, για όλη τη γεωγραφική Μακεδονία, τα έχω επεξεργαστεί εδώ: http://lithoksou.net/macedonia_kncov.html

 


 

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

 

 

ποσοστό %

καζάς

πληθυσμός

Τούρκοι

μουσουλμάνοι

Βούλγαροι

μουσουλμάνοι

Αλβανοί

μουσουλμάνοι

Έλληνες

πατριαρχικοί

Έλληνες

χριστιανοί

Βούλγαροι

χριστιανοί

Βλάχοι

Γύφτοι

Εβραίοι

Solun

159.956

20,0

-

 

 

21,1

17,0

-

2,2

34,4

Kassandra

34.442

11,9

-

-

-

88,1

-

-

-

-

Langaza

40.476

49,6

-

-

-

22,4

25,1

-

2,5

0,4

Kilkitch

43.178

46,2

-

-

-

-

49,7

-

4,1

-

Doiran

29.588

59,1

4,3

-

-

-

32,5

-

3,5

0,5

Ghevgheli

49.315

30,2

-

-

-

-

41,5

19,1

1,3

-

Tikveche

(Kafadar)

47.293

4,4

38,0

-

-

-

56,2

0,3

1,1

-

Vodena

43.180

18,7

18,4

-

-

-

59,8

1,0

2,0

-

Yenidje Vardar

48.760

19,4

25,0

-

-

-

50,8

0,6

3,7

0,2

Karaferia

(Ber)

38.633

18,9

-

-

-

38,8

16,2

20,4

4,4

1,3

Serres

107.684

26,2

0,2

-

-

26,6

37,4

1,7

4,2

2,3