Facebook

Ρωμαίικα και Ελληνικά

 

 

Η γλώσσα είναι φωνές, δεν είναι γράμματα

 

του Δημήτρη Λιθοξόου

 

4.11.2019

 



Το πλήθος του αγράμματου πληθυσμού κατά το παρελθόν, με απασχόλησε καθώς συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση των διαλέκτων της γλώσσας. Η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση και η εξάπλωση της εθνικής γλώσσας σημαίνει ταυτόχρονα την επικράτηση των λόγιων στοιχείων σε βάρος των διαλεκτικών.

Τα πρώτα επίσημα στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των εγγράμματων και των αγράμματων, αυτών δηλαδή που ξέρουν (ή όχι) να διαβάζουν και να γράφουν, ξεκινούν με την απογραφή του 1879.

Στην υπογραφή του 1870 υπήρχε μόνο η πληροφορία για όσους ήξεραν να υπογράψουν, κάτι που είναι διαφορετικό.

Το 1879 λοιπόν, αν αφαιρεθεί από το σύνολο των κατοίκων της χώρας, ο αριθμός των παιδιών μέχρι και 5 χρονών, οι αγράμματοι αποτελούσαν το 53,94% του αρσενικού πληθυσμού και το 76,92% του θηλυκού πληθυσμού.

Την ίδια χρονιά για κάθε 100 αγόρια ηλικίας 5-10 χρονών, δεν πήγαιναν στο σχολείο τα 45 και για κάθε 100 κορίτσια, δεν πήγαιναν στο σχολείο τα 86.

Ας σημειωθεί πως ο νόμος για την υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση των νέων ηλικίας 5-12 χρονών, είχε ψηφιστεί από τη βαυαρική κυβέρνηση το 1834 (προβλέποντας μάλιστα και χρηματικό πρόστιμο για κάθε ώρα μη παρακολούθησης).

Εξετάζοντας τις επαρχίες χωριστά (αριθμός αγράμματων για κάθε 100 κατοίκους) η εικόνα το 1879 έχει ως εξής:

 

απογραφή 1879 - αγράμματοι %

επαρχίες

άρρενες

θήλεις

 

 

 

Αιγιαλείας

53

89

Αιγίνης

58

86

Άνδρου*

59

90

Άργους

65

97

Ατικής*

46

71

Βάλτου

81

98

Βονίτσης & Ξηρόμερου

75

98

Γορτυνίας

70

95

Γυθείου

66

97

Δωρίδος

73

99

Επιδαύρου Λημηράς

81

98

Ευρυτανίας

63

98

Ζακύνθου

75

90

Ηλείας

72

97

Θηβών*

82

98

Θήρας

76

88

Ιθάκης

48

87

Καλαβρύτων

75

98

Καλαμών

59

96

Καρυστίας*

76

98

Κέας

73

89

Κερκύρας*

54

72

Κορινθίας*

70

97

Κραναίας

66

88

Κυθήρων

68

91

Κυνουρίας

58

95

Λακεδαίμονος

66

97

Λεβαδείας*

73

97

Λευκάδος

65

97

Λοκρίδος*

76

98

Μαντινείας

68

96

Μεγαλοπόλεως

86

99

Μεγαρίδος*

72

94

Μεσολογγίου

71

92

Μεσσήνης

69

97

Μέσσης

80

99

Μήλου

64

82

Νάξου

82

95

Ναυπακτίας

76

99

Ναυπλίας*

58

86

Ξηροχωρίου

84

95

Οιτήλου

63

98

Ολυμπίας

78

90

Όρους

70

99

Πάλλης

70

94

Παξών

44

93

Παρνασσίδος

70

93

Πατρών*

71

92

Πυλίας

84

99

Σάμης

67

98

Σκιπέλου

67

92

Σπετσών & Ερμιονίδος

68

84

Σύρου

60

72

Τήνου

64

78

Τριφυλίας

78

96

Τριχωνίας

69

97

Ύδρας & Τροιζηνίας*

76

84

Φθιώτιδος

73

96

Χαλκίδος

78

93

σύνολο χώρας

69

93

 

[Με αστερίσκο (*) σημειώνονται στον πίνακα οι επαρχίες με παρουσία αλβανόφωνου (αρβανίτικου) πληθυσμού, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής].

 

Η επαρχία Μεγαλοπόλεως συγκεντρώνει τους περισσότερους αγράμματους (τόσο άντρες, όσο και γυναίκες: 86% και 99%).

Μια προσεκτικότερη εξέταση αυτής της επαρχίας (που βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου), μας αποκαλύπτει πως σε σύνολο τριών δήμων με 61 χωριά και 9.727 άτομα θηλυκό πληθυσμό, υπάρχουν μόνο 24 που ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν.

Η επαρχία Πυλίας δεύτερη σε αγράμματους, βρίσκεται και αυτή στην Πελοπόννησο. Αγράμματοι 84%, αγράμματες 99%. Πέντε δήμοι, 132 χωριά, 151 εγγράμματες ανάμεσα σε 12.009 θηλυκά.

Τόσο οι Μεγαλόπολη, όσο και η Πυλία είναι επαρχίες Ρωμιών, όχι Αρβανιτών. Και αυτά συμβαίνουν 58 χρόνια ή δυο γενιές μετά το 1821.

 

Δύο ερωτήματα που μου γεννήθηκαν από τη μελέτη αυτών των στοιχείων είναι α) πόσο χρονικά πίσω μπορούμε να μετρήσουμε την αγραμματοσύνη σε αυτό τον τόπο, χρησιμοποιώντας απογραφικά στοιχεία και β) μέχρι πότε αντιστέκεται, στη σχολική εκπαίδευση, η αγραμματοσύνη (και επομένως διατηρούνται ακμαίες οι γλωσσικές διάλεκτοι).

Στο πρώτο ερώτημα με βοήθησαν κάποια στοιχεία από την απογραφή του του 1907. Εκεί υπάρχει ένας πίνακας αγράμματων και εγγράμματων κατά ομάδες ηλικιών (ανά πενταετία). Ο πίνακας αυτός (μετά από επεξεργασία) παίρνει την ακόλουθη μορφή:

 

 

 γεννήθηκαν

μεταξύ

 

 ηλικία

αγράμματοι

κάτοικοι

αγράμματοι %

άρρενες

θήλεις

σύνολο

άρρενες

θήλεις

σύνολο

άρρενες

θήλεις

σύνολο

1867-1871

36-40

57092

115751

172843

129377

134101

263478

44,12

86,31

65,6

1862-1866

41-45

28599

48648

77247

63655

55969

119624

44,92

86,91

64,57

1857-1861

46-50

31778

55564

87342

66021

62764

128785

48,13

88,52

67,82

1852-1856

51-55

20061

30200

50261

42530

34244

76774

47,16

88,19

65,47

1847-1851

56-60

24619

41900

66519

46286

46127

92413

53,18

90,83

71,98

1842-1846

61-65

15060

23054

38085

28773

25498

54181

52,34

90,41

70,29

1837-1841

66-70

16353

25756

42109

28157

27595

55752

58,07

93,33

75,53

1832-1836

71-75

7238

9882

17120

13069

10702

23771

55,38

92,33

72,02

1827-1831

76-80

5314

8593

13907

8838

9032

17870

60,12

95,13

77,82

1822-1826

81-85

1626

2428

4054

2790

2587

5377

58,27

93,85

75,4

1817-1821

86-90

948

1867

2815

1551

1953

3504

61,12

95,59

80,34

1812-1816

91-95

248

526

774

377

559

936

65,78

94,09

82,69

1807-1812

96-100

206

459

665

295

480

775

69,83

95,62

85,81

πριν το 1807

100 και

86

267

353

127

277

404

67,71

96,39

87,38

 

 

Αν διαβάσουμε τους αριθμούς θα δούμε πως οι άντρες που είχαν γεννηθεί πριν το 1821 ήταν αγράμματοι σε ποσοστό περίπου 60-70%, ενώ οι γυναίκες αντίστοιχα 94-96%. Ανεξαρτήτως φύλου, 8 με 9 άτομα στα 10 είναι αγράμματα πριν το ’21.

Φαίνεται επίσης πως τα αγόρια που μαθαίνουν γράμματα ξεπερνούν σε πλήθος αυτά που μένουν αγράμματα γύρω στο 1850. Εκείνα τα χρόνια η αγραμματοσύνη των κοριτσιών ακόμα καλά κρατεί: μόλις υποχωρεί κάτω από 90%.

Ερχόμενοι τώρα στα νεότερα χρόνια, στην απογραφή του 1951, βλέπουμε πως οι αγράμματοι (πάνω από 10 χρονών) αποτελούν το 19,12% του πληθυσμού. Το ποσοστό των αγράμματων αρρένων είναι 8,85%, ενώ των αγράμματων θηλέων 29,09%. Στις μεγάλες ηλικίες τα ποσοστά ήταν πολύ μεγαλύτερα, Στους άντρες ηλικίας τότε πάνω από 55 χρονών τα ποσοστά ανεβαίνουν σε 17-33%. Στις γυναίκες της ίδιας ηλικίας τα νούμερα έφταναν σε 66-78%.

Αυτή την εικόνα είχε η Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο, τότε που γεννήθηκε η γενιά μου

Και αυτά τα γράφω για να σκεφτούν οι νέοι, της σύγχρονης εγγράμματης εποχής, τη μεγάλη διάρκεια, το διαχρονικό αγράμματο ταξίδι της γλώσσας, μια και η γλώσσα είναι φωνές, δεν είναι γράμματα. 


 

Για τη σχέση αρχαίας ελληνικής και ρωμαίικης γλώσσας


 

Δημήτρης Λιθοξόου


 

13.6.2017

 

 


Η σχέση της γλώσσας μας με την αρχαία ελληνική, είναι κατά τη γνώμη μου, ο βασικός πυρήνας του ελληνικού εθνικού μύθου.

Η κυρίαρχη θέση, ότι η σημερινή γλώσσα (κοινή νεοελληνική, όπως τη λένε) βγήκε μέσα από τη μεσαιωνική και αυτή από την αλεξανδρινή, η οποία βγήκε από την αττική, όπως οι μπάμπουσκες (οι ρώσικες κούκλες που βγαίνει η μία μέσα από την άλλη), αποτελεί μηχανιστική σκέψη και άποψη ενός φανατικού εθνικιστή, του Γ. Χατζιδάκι, που λειτούργησε αντιεπιστημονικά και ηγήθηκε της κρατικής προσπάθειας για τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων της χώρας (για να μην παρέχουν αυτά στους αντιπάλους αντεθνικά επιχειρήματα, ότι δηλαδή δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων).

Ο Χατζιδάκις ηγήθηκε στον αγώνα κατά των δημοτικιστών και κατάφερε να απαγορευτεί το 1911 η δημοτική (με συνταγματική διάταξη) στη δημόσια διοίκηση.

Ο Χατζιδάκις (και όλοι οι κορυφαίοι καθαρευουσιάνοι) ήθελε να εξαφανίσει τη ρωμαίικη γλώσσα, γιατί ήξερε πως η ύπαρξή της διαψεύδει τον ελληνικό εθνικό μύθο.

Ο Χατζιδάκις στα γεράματα του, επέβαλε ακόμα στον εκδότη Δημητράκο να ανακατέψει, για εθνικούς λόγους, σε ένα πολύτομο λεξικό τη δημοτική, την καθαρεύουσα και την αρχαία γλώσσα. Για να φανεί η «συνέχεια».

Η γλώσσα που ονομάστηκε δημοτική, λεγόταν Ρωμαίικη και ο λαός που τη μιλούσε ρωμαίικος (Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη). Το Ελλάς, Έλληνες, Ελληνική, Νέα Ελληνική, είναι όλα εθνικές ονομασίες και επιβάλλονται μετά τη δημιουργία του ελληνικού Βασιλείου.

Ο σημαντικός γερμανός γλωσσολόγος Πάουλ Κρέτσμερ (Kretschmer), που μελέτησε τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας, είχε από τις αρχές του 20ου αιώνα προτείνει να συνδεθούν αυτές με τις αρχαίες διαλέκτους και με το μεσογειακό προελληνικό υπόστρωμα. Αυτή ωστόσο η θέση διαχρονικά αποσιωπήθηκε, γιατί εθνικά αλληθώριζε.

Το εθνικό κίνημα της καθαρεύουσας δεν κατάφερε να αλλάξει τη σύνταξη και τη γραμματική της ρωμαίικης γλώσσας, άλλαξε όμως διαχρονικά, με το δημόσιο σχολείο το λεξιλόγιο. Έτσι οι δύο από τις τρεις λέξεις που βρίσκουμε σήμερα στα λεξικά της «Νεοελληνικής» είναι νεκραναστημένες αρχαίες λέξεις, από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τα τελευταία 150 χρόνια. Αυτό το γεγονός δεν είναι γενικά γνωστό. Ο Μπαμπινιώτης για παράδειγμα στα λεξικά του (συνήθως) δεν αναφέρει αυτές τις λέξεις σαν «λόγιες» ή λέξεις της «καθαρεύουσας» με καταλήξεις της δημοτικής, που φυτεύτηκαν από τους καθαρευουσιάνους λόγιους, αλλά αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχουν διαχρονικά στο στόμα του λαού από την αρχαιότητα.

Η ρωμαίικη γλώσσα, όπως πολλές ζωντανές γλώσσες, καταγράφεται για πρώτη φορά σε μεσαιωνικά κείμενα. Στην περίπτωση της ρωμαίικης, οι λέξεις της πρωτοεμφανίζονται στα κείμενα της λεγόμενης βυζαντινής δημώδους γραμματείας, ανάκατα με λόγιες λέξεις. Το γεγονός ότι τις πρωτοσυναντάμε σε μεσαιωνικά κείμενα, δεν σημαίνει ότι οι λέξεις αυτές δημιουργήθηκαν το μεσαίωνα (όπως διδάσκεται). Τότε, κάποιοι λόγιοι, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν στα έργα τους και «χυδαίες» λέξεις, από το λαϊκό λεξιλόγιο, που μέχρι τότε το περιφρονούσαν. Η ηλικία αυτών των λέξεων, που σιγά-σιγά καταγράφονται, μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ο αιώνα, μας είναι άγνωστη. Ο χρόνος της πρώτης καταγραφής τους από τους λόγιους, δεν σημαίνει πως είναι και ο χρόνος που πλάστηκαν από τον λαό. Πολλές από αυτές (στις διάφορες παραλλαγές τους) μπορεί να είναι πανάρχαιες. Ο χαρακτηρισμός τους λοιπόν, ως λέξεων μεσαιωνικών (καθώς δεν υπάρχουν σε παλαιότερα έργα), είναι αυθαίρετος, κόντρα στη λογική και υπηρετεί μόνο το εθνικό αφήγημα.

Επιπλέον, η προσπάθεια να ετυμολογηθούν συνδεόμενες (πάση θυσία) με την ελληνική αρχαιότητα, οδηγεί συχνά σε παρετυμολογικές ακροβασίες, πέρα από τα όρια της σοβαρότητας.

Η δική μου άποψη είναι ότι η ρωμαίικη γλώσσα, τον πλούτο της οποίας ανακαλύπτεις μόνο αν ασχοληθείς συστηματικά με τις διαλέκτους της, είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι δούλοι της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή η γλώσσα έχει τις ρίζες της στο γλωσσικό υπόστρωμα της προελληνικής περιόδου. Ένα υπόστρωμα που είναι τόσο Ινδοευρωπαϊκό όσο και μη Ινδοευρωπαϊκό.

Οι έλληνες γλωσσολόγοι δεν γνωρίζουν ότι οι αφέντες Έλληνες της κλασσικής Ελλάδας σχεδόν αφανίστηκαν. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα δεν διδάσκονται στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Οι δούλοι (που ήταν δεκαπλάσιοι των πολιτών) και η γλώσσα τους ωστόσο διασώθηκαν.

Επίσης οι διαφορές και η ποικιλία των διαλέκτων της ρωμαίικης είναι τέτοια, που παραπέμπει λογικά σε προϋπάρχουσα αρχαία πολυδιάσπαση και ποικιλία.

Υπάρχει ένα βασικό λεξιλόγιο αποτελούμενο από 207 λέξεις που επιτρέπει να βρεθεί η γλωσσική συγγένεια ανάμεσα σε δύο γλώσσες. Πρόκειται για τον κατάλογο Σουάντες (Swadesh List). Με βάση αυτή τη λίστα, η σχέση ανάμεσα στην αρχαία Ελληνική και τη Ρωμαίικη γλώσσα είναι περίπου 50%, αν μείνουμε στην «κοινή ρωμαίικη» ή καλύτερα στη σύγκριση των κειμένων της αρχαίας γραμματείας με το λεξιλόγιο του δυτικού τμήματος της νότιας ρωμαίικης διαλέκτου. Αν προχωρήσουμε και στις άλλες διαλέκτους το ποσοστό συγγένειας είναι ακόμα μικρότερο.

Όσον αφορά τέλος τη «μοναδικότητα» της Αρχαίας Ελληνικής, είναι απλά ένας εθνικός μύθος. Αυτή αποτελεί ένα μόνο παρακλάδι της συμβατικά ονομαζόμενης Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας.

Εν κατακλείδι (που θα έλεγαν και οι γλωσσαμύντορες):

Είμαστε απλώς απόγονοι των δούλων των αρχαίων Ελλήνων.

Ας χαλαρώσουμε.

 

 


 W. Smith, Λεξικόν της ελληνικής αρχαιολογίας

 

Προελληνικές - μη ινδοευρωπαϊκές λέξεις στη ρωμαίικη γλώσσα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

26.4.2010

 

 



Ο Robert Stephen Paul Beekes είναι ένας σημαντικός σύγχρονος γλωσσολόγος (γεννήθηκε στο Χάρλεμ το 1937), καθηγητής της συγκριτικής ινδοευρωπαϊκής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Leiden και συγγραφέας πολλών βιβλίων για την Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή (Proto-Indo-European).


Στο δημοσιευμένο στο ίντερνετ τμήμα του ετυμολογικού λεξικού του, της αρχαίας ελληνικής [Greek etymological dictionary], για τα γράμματα Α έως και Σ, μεταξύ 6.723 λέξεων, θεωρεί 1.542 λέξεις αβέβαιης ετυμολογίας, 1.372 σίγουρα ή μάλλον ινδοευρωπαϊκές και 1.688 σίγουρα ή μάλλον προελληνικές – μη ινδοευρωπαϊκές.

Για μένα, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι θεωρούμενες από τον Beekes ως μη ινδοευρωπαϊκές – προελληνικές (Pre-Greek) λέξεις.

Η συμβατικά χαρακτηριζόμενη «Προελληνική», είναι η γλώσσα ή οι γλώσσες που μιλούσαν οι κάτοικοι της χώρας που κατακτήθηκε από τους ινδοευρωπαίους Έλληνες. Οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς είχαν ονομάσει αυτούς τους λαούς με διάφορα ονόματα, όπως ΠελασγούςΛέλεγεςΚάρες και άλλα.

 

Ανεξάρτητα από τα ονόματα τους, οι άνθρωποι εκείνοι είχαν δημιουργήσει ένα πολιτισμό, υψηλότερο των Ελλήνων που τους υπέταξαν. Οι νέοι κυρίαρχοι, φαίνεται πως ενσωμάτωσαν στο λεξιλόγιο τους πολλές λέξεις των δούλων τους. Πολλές από αυτές αναφέρονται στη γεωγραφία της παραθαλάσσιας χώρας, στην πανίδα και τη χλωρίδα της. Άλλες αποκαλύπτουν την προηγούμενη σύνθετη κοινωνική ζωή και τον αναπτυγμένο παλαιό πολιτισμό των υποταγμένων.

Στη συνέχεια, εξετάζοντας προσωπικά, τις (κατά τον Beekes) 1.688 προελληνικές λέξεις, είδα πως άλλες έχουν εξαφανιστεί, άλλες διατηρήθηκαν αγράμματα στο στόμα του λαού και άλλες έχουν μπει ως λόγια δάνεια στη λεγόμενη Κοινή Νεοελληνική.


Στην Κοινή Νεοελληνική, θεωρώντας πως είναι «ελληνικές», τις ενσωμάτωσαν διαχρονικά οι φιλόλογοι του Έθνους. Αυτοί που έφτιαξαν στα γραφεία τους και επέβαλαν μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος ένα λεξιλόγιο κατά 66% καθαρευουσιάνικο ή ελληνοφανές.

Ωστόσο είδα πως στο στόμα του λαού, στη γλώσσα που παλιά ονομαζόταν Μιξοβάρβαρη ή Ιδιωτική ή Χυδαία ή Δημοτική ή απλά Ρωμαίικη (Romaic), διατηρήθηκαν 281 από τις 1.688 προαναφερόμενες λέξεις.

 

Οι 281 αυτές λέξεις, πέρασαν στο απώτερο παρελθόν, από το στόμα των παλαιών κατοίκων, στο λεξιλόγιο των νέων κυρίαρχων, των Ελλήνων και των συγγραφέων τους που τις διέσωσαν. Για μένα, είναι ολοφάνερο πως αρκετές άλλες προελληνικές λέξεις δεν καταγράφηκαν, καθώς δεν πέρασαν στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Αυτές συνέχισαν να τις χρησιμοποιούν οι δούλοι μεταξύ τους.

Σε επιδημίες, σαν την πανούκλα, αφέντες και δούλοι ήταν ίσοι μπροστά στο θάνατο. Μα στους πολέμους, μόνο οι έχοντες, οι ιδιοκτήτες, πήγαιναν για να σκοτωθούν

Το 479 π.Χ. η Πελοπόννησος μπόρεσε να παρατάξει 74.000 μαχητές - ελεύθερους Έλληνες. Το 129 μ.X. οι πολεμιστές Έλληνες δεν ξεπερνούσαν πια τις 3.000 [Karl Saller]


Οι κατά χρονικά διαστήματα, επόμενοι αρματωμένοι που νικηφόρα έμπαιναν στη χώρα, τα νέα αφεντικά, άφηναν τους δούλους να ζουν, για να δουλέψουν και να τους ταΐσουν.

Και οι σκλάβοι (έως και δεκαπλάσιοι από τους αφέντες, στην αρχαιότητα) συνέχισαν να μιλούν (και ως αμόρφωτοι, να μη γράφουν) τα «δικά» τους. Αυτά που νομίζω πως διατηρήθηκαν (μαζί με άλλες φωνές) σε απόμερα χωριά του τόπου, στις περιφρονημένες διαλέκτους της ρωμαίικης, αλλά και στις απλές κουβέντες των ανθρώπων του μόχθου στις πόλεις.

 




Σημείωση της 30ης Απριλίου 2015: Μετά την απόκτηση του δίτομου λεξικού του Beekes (Etymological Dictionary of Greek, Leiden, Boston, 2010), έχοντας πια το σύνολο του έργου στα χέρια μου (μέχρι και το γράμμα Ω), είδα ότι ο αριθμός των προελληνικών - μη ινδοευρωπαϊκών λέξεων που υπάρχουν στα αρχαία λεξικά και πέρασαν, εκτός σχολείου, από στόμα σε στόμα, στη ρωμαίικη γλώσσα, ανέρχονται σε 354. Αυτές είναι οι εξής:

 

ΑΓΓΟΣ

το αγγειό

ΑΗΔΩΝ / ΑΗΔΟΝΟΣ

 το αηδόνι

ΑΘΗΡ / ΑΘΕΡΟΣ

 ο αθέρας

ΑΙΓΥΠΙΟΣ

 ο γύπας

ΑΚΑΚΙΑ

 η ακακία

ΑΚΑΝΘΑ

 το αγκάθι

ΑΚΡΙΣ / ΑΚΡΙΔΟΣ

 η ακρίδα

ΑΛΟΞ / ΑΛΟΚΟΣ

 το αυλάκι

ΑΜΑΞΑ

 το αμάξι

ΑΜΑΥΡΟΣ

μαύρος

ΑΜΠΕΛΟΣ

 το αμπέλι

ΑΜΥΓΔΑΛΗ

 το αμύγδαλο

ΑΝΔΡΑΧΝΗ

 η αντράκλα

ΑΝΗΘΟΝ

 το άνηθο

ΑΝΘΡΑΞ / ΑΝΘΡΑΚΟΣ

 η θράκα

ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 ο άνθρωπος

ΑΝΝΗΣΟΝ

 το γλυκάνισο

ΑΝΤΙΚΡΥ

 αντίκρυ

ΑΠΑΤΑΩ

απατάω

ΑΡΑΚΟΣ

 ο αρακάς

ΑΡΠΑΖΩ

 αρπάζω

ΑΣΒΟΛΟΣ

η ασβόλη

ΑΣΠΑΛΑΘΟΣ

 ο ασπάλαθος

ΑΣΤΑΚΟΣ

 ο αστακός

ΑΣΤΑΦΙΣ / ΑΣΤΑΦΙΔΟΣ

 η σταφίδα

ΑΣΤΑΧΥΣ

 το στάχυ

ΑΣΤΕΡΟΠΗ & ΑΣΤΡΑΠΗ

 η αστραπή

ΑΣΤΡΑΓΑΛΟΣ

 το αστραγάλι

ΑΣΦΑΡΑΓΟΣ & ΑΣΠΑΡΑΓΟΣ

 η ασπαραγγιά

ΑΣΦΟΔΕΛΟΣ

 το ασφόδελο

ΑΤΡΑΚΤΟΣ

το αδράχτι

ΑΦΑΚΗ & ΑΦΑΚΟΣ

 η αφάκα

ΑΧΡΑΣ / ΑΧΡΑΔΟΣ

 η αχλάδα

ΑΧΥΡΟΣ

 το άχυρο

ΑΨΙΝΘΙΟΝ

 η αψιθιά

ΒΑΙΑ

 η βάγια

ΒΑΣΙΛΕΥΣ

 ο βασιλιάς

ΒΑΤΡΑΧΟΣ

 ο βάτραχος

ΒΔΕΛΛΑ

 η βδέλλα

ΒΗΧΟΣ

 ο βήχας

ΒΛΑΒΗ

 η βλάβη

ΒΛΕΠΩ

 βλέπω

ΒΛΗΧΩΝ / ΒΛΗΧΩΝΟΣ

 το βληχόνι

ΒΟΥΝΟΣ

 το βουνό

ΒΡΑΚΑΝΑ

 η βρακανίδα

ΒΥΘΟΣ

 ο βυθός

ΒΥΤΙΝΑ

 η βυτίνα

ΓΕΦΥΡΑ

 η γέφυρα

ΓΗ

 η γη

ΓΡΙΠΟΣ

 ο γρίπος

ΓΥΨ / ΓΥΠΟΣ

 ο γύπας

ΔΑΚΤΥΛΟΣ

 το δάχτυλο

ΔΑΥΚΟΣ

 το δαυκί

ΔΑΦΝΗ

 η δάφνη

ΔΕΙΠΝΟΝ

 το δείπνο

ΔΙΚΕΛΛΑ

 το δικέλι

ΔΙΚΤΑΜΟΝ

 το δικτάμι

ΔΙΚΤΥΟΝ

 το δίχτυ

ΔΙΦΘΕΡΑ

το τεφτέρι

ΔΙΨΑ

 η δίψα

ΔΟΛΟΣ

 το δόλωμα

ΔΟΞΑ

 η δόξα

ΔΟΥΛΟΣ

 ο δούλος

ΔΡΟΣΟΣ

 η δροσιά

ΕΓΧΕΛΥΣ

 το χέλι

ΕΛΑΙΑ

 η ελιά

ΕΞΑΙΦΝΗΣ

ξαφνικά

ΕΡΙΝΕΟΣ

 ο ορνιός

ΕΣΤΙΑ

 η στια

ΕΣΧΑΡΑ

 η σχάρα

ΕΨΩ / ΕΨΗΣΩ

 ψήνω

ΘΑΛΑΜΟΣ

το θαλάμι

ΘΑΛΑΣΣΑ

 η θάλασσα

ΘΑΜΒΟΣ

το θάμπος

ΘΑΜΝΟΣ

ο θάμνος

ΘΑΥΜΑ

 το θάμα

ΘΗΣΑΥΡΟΣ

 ο θησαυρός

ΘΡΗΝΟΣ

 ο θρήνος

ΘΡΟΝΟΣ

 το θρονί

ΘΥΜΒΡΑ

 η θρούμπη

ΘΥΜΟΝ

 το θυμάρι

ΘΥΝΝΟΣ

 ο τόνος

ΚΑΒΟΥΡΟΣ

 ο κάβουρας

ΚΑΘΑΡΟΣ

 ο καθαρός

ΚΑΚΚΑΒΗ

 το κακάβι

ΚΑΚΟΣ

 κακός

ΚΑΚΤΟΣ

 ο κάκτος

ΚΑΛΑΘΟΣ

 το καλάθι

ΚΑΛΑΜΙΝΘΗ

 η καλαμίθρα

ΚΑΛΥΒΗ

 η καλύβα

ΚΑΜΙΝΟΣ

 το καμίνι

ΚΑΠΝΟΣ

 ο καπνός

ΚΑΡΔΑΜΟΝ

 το κάρδαμο

ΚΑΡΙΣ

 η γαρίδα

ΚΑΡΚΙΝΟΣ

το καρτσίνι

ΚΑΡΥΑ

 η καρυά

ΚΑΡΥΟΝ

 το καρύδι

ΚΑΣΤΑΝΟΝ

 το κάστανο

ΚΑΥΚΑΛΙΣ / ΚΑΥΚΑΛΙΔΟΣ

 η καυκαλίθρα

ΚΑΧΛΗΞ / ΚΑΧΛΙΚΟΣ

 το χαλίκι

ΚΕΡΑΜΟΣ

 το κεραμίδι

ΚΕΡΑΣΟΣ

 η κερασιά

ΚΕΡΔΟΣ

 το κέρδος

ΚΗΠΟΣ

ο κήπος, το κηπάρι

ΚΗΡΟΣ

 το κερί

ΚΙΝΑΡΑ

 η αγκινάρα

ΚΙΣΣΟΣ

 ο κισσός

ΚΙΧΛΗ

 η τσίχλα

ΚΛΑΔΟΣ

 το κλαδί

ΚΛΑΙΩ

 κλαίω

ΚΛΗΜΑ

 το κλήμα

ΚΛΩΘΩ

 κλώθω

ΚΛΩΝ / ΚΛΩΝΟΣ

 ο κλώνος

ΚΝΙΔΗ

 η τσουκνίδα

ΚΝΙΨ / ΚΝΙΠΟΣ & ΣΚΝΙΨ / ΣΚΝΙΠΟΣ

 η σκνίπα

ΚΟΚΚΥΜΗΛΕΑ

 η κουμηλιά

ΚΟΛΑΞ / ΚΟΛΑΚΟΣ

 ο κόλακας

ΚΟΛΛΑ

 η κόλλα

ΚΟΛΟΒΟΣ

 ο κολοβός

ΚΟΛΟΙΟΣ

 η καλιακούδα

ΚΟΛΟΚΥΝΘΗ

 η κολοκύθα

ΚΟΜΒΟΣ

ο κόμπος

ΚΟΝΥΖΑ

 η κονύτσα (Inula viscosa)

ΚΟΡΑΛΛΙΟΝ

 το κοράλλι

ΚΟΡΙΑΝΝΟΝ

 ο κόλλιανδρος

ΚΟΡΥΔΟΣ & ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ

 ο κορυδαλλός

ΚΟΡΥΦΗ

 η κορφή

ΚΟΡΧΟΡΟΣ

 η κορχήστρα (Anagallis)

ΚΟΣΚΙΝΟΝ

 το κόσκινο

ΚΟΦΙΝΙ

 το κοφίνι

ΚΟΧΛΟΣ

 ο κοχλιός

ΚΡΗΣΕΡΑ

 η κρησάρα

ΚΡΙΘΗ

 το κριθάρι

ΚΡΥΠΤΩ

 κρύβω

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΣ

 το κρύσταλλο

ΚΤΥΠΟΣ

 ο χτύπος

ΚΥΠΡΙΝΟΣ

 ο κυπρίνος

ΚΥΒΕΡΝΑΩ

 κυβερνώ

ΚΥΔΩΝΕΑ

 η κυδωνιά

ΚΥΛΙΝΔΩ

 κυλώ

ΚΥΜΙΝΟΝ

 το κύμινο

ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΣ

 το κυπαρίσσι

ΚΥΠΕΙΡΟΝ

 ο κύπειρος, η κύπερη

ΚΥΠΤΩ

 σκύβω

ΚΥΡΤΟΣ

 ο κιούρτος

ΚΩΒΙΟΣ

 ο κωβιός

ΚΩΔΩΝ / ΚΩΔΩΝΟΣ

 το κουδούνι

ΚΩΝΩΨ / ΚΩΝΩΠΟΣ

 το κουνούπι

ΛΑΓΥΝΟΣ

 το λαγήνι

ΛΑΘΥΡΟΣ

 το λαθούρι

ΛΑΙΜΟΣ

ο λαιμός

ΛΑΜΠΩ

 λάμπω

ΛΑΜΨΑΝΗ

 η λαμψάνα

ΛΑΠΑΘΟΝ

 το λάπαθο

ΛΑΡΟΣ

 ο γλάρος

ΛΑΡΥΓΞ / ΛΑΡΥΓΓΟΣ

 το λαρύγγι

ΛΑΧΑΝΟΝ

 το λάχανο

ΛΕΚΑΝΗ

 η λεκάνη

ΛΕΠΙΟΝ

 το λέπι

ΛΕΠΡΟΣ

 ο λεπρός

ΛΕΧΡΙΟΣ

 ο λεχρίτης

ΛΙΘΟΣ

 το λιθάρι

ΛΙΝΟΝ

 το λινό

ΛΩΤΟΣ

 ο λωτός

ΜΑΓΓΑΝΟΝ

 το μάγγανο

ΜΑΓΕΙΡΟΣ

 ο μάγερας

ΜΑΛΑΧΗ & ΜΟΛΟΧΗ

 η μολόχα

ΜΑΛΛΟΣ

 το μαλλί

ΜΑΜΑΙΚΥΛΟΝ

 η μαμαίκουλα

ΜΑΝΔΡΑ

 η μάντρα

ΜΑΡΑΘΟΝ

 το μάραθο

ΜΑΡΜΑΡΟΣ

 το μάρμαρο

ΜΑΣΗΜΑ

 το μάσημα

ΜΑΣΤΟΣ

 το μαστάρι

ΜΑΣΧΑΛΗ

 η μασκάλη

ΜΑΧΑΙΡΑ

 το μαχαίρι

ΜΕΣΠΙΛΟΝ

 η μεσπιλιά

ΜΗΝΙΓΞ / ΜΗΝΙΓΓΟΣ

 το μηνίγγι

ΜΗΧΑΝΗ

 η μηχανή

ΜΙΚΡΟΣ

 μικρός

ΜΙΝΘΗ

 η μένθα

ΜΙΣΕΩ

 μισώ

ΜΟΡΜΥΡΟΣ

 η μουρμούρα (ψάρι)