Facebook

Σύμμικτος Λαός ή περί Ρωμιών και Αλλοφώνων σπαράγματα

 


 


 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

 

Σύμμικτος Λαός

 

ή

περί Ρωμιών και Αλλοφώνων

σπαράγματα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΑΤΑΒΙΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



 

 

 

Περιεχόμενα

 

 

 

Πρόλογος 

Εθνικισμός και Εθνικός Μύθος

Η σκοτεινή πλευρά του ’21

Φαλμεράυερ: Το αντίπαλο δέος του ελληνικού εθνικισμού

Το χρονικό της Μονεμβασίας

Η εθνική επιχείρηση εξελληνισμού των τοπωνυμίων

Πληθυσμός και οικισμοί των Αρβανιτών 1879 - 190

Η ελληνική πολιτική για τη μετονομασία της μακεδονικής γλώσσας



 

 

 

 

Πρόλογος

 

 

Κάθε εθνική ιδεολογία, εδράζεται σε μια βασική ιδέα, μια ιδεολογική σύλληψη, η οποία και αποτελεί τον πυρήνα του εθνικού μύθου.

Η ιδέα αυτή, όσον αφορά τον ελληνικό εθνικό μύθο, είναι “το φυλετικά αδιάσπαστο του Γένους” ή “η συνέχεια του έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ υμάς”. Κοντολογίς, είναι η ιδέα της ύπαρξης ενός ενιαίου γλωσσικά, πολιτισμικά και φυλετικά ελληνικού λαού που ζει και αναπαράγεται στην Ελλάδα, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, από την εποχή του χαλκού (τουλάχιστον) ως τις μέρες μας.

Η ανάδειξη αυτής της ιδέας ως κεντρικό στοιχείο του ελληνικού εθνικού μύθου, αποτελεί προϊόν μιας σύνθετης διαδικασίας, που ολοκληρώνεται στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα.

Η ύπαρξη τριών στοιχείων, συνετέλεσε αποφασιστικά σε αυτή την εξέλιξη: Πρώτον η γοητεία που ασκούσε η κλασσική αρχαιότητα στο χώρο της ευρωπαϊκής διανόησης και μέσω αυτής (δευτερογενώς) στο κίνημα του ελληνικού διαφωτισμού. Δεύτερον το κύρος της ελληνικής επί του ορθοδόξου βαλκανικού ποιμνίου, λόγω της ελληνοφωνίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, και τρίτον το οικονομικά εύρωστο και κοινωνικά ανθηρό μιας παράκτιας πολυπληθούς εμπορικής τάξης ρωμιών εμπόρων.

Η αποδοχή ενός εθνικού μύθου, που δεν εδραζόταν  στα γεγονότα, θα είχε στο μέλλον δύο σημαντικές συνέπειες. Η μία στο χώρο του πνεύματος και της επιστήμης και η άλλη στο χώρο της πολιτικής.

Η στράτευση των ελλήνων λογίων, στην προσπάθεια θεμελίωσης του εθνικού ισχυρισμού, με δεδομένη μάλιστα την οικονομική εξάρτησή τους από το ελληνικό κράτος, προσέλαβε το χαρακτήρα διατεταγμένης υπηρεσίας. Τρεις επιστημονικοί κλάδοι, αναγκαίοι στη διαμόρφωση της εθνικής ιδεολογίας, η Ιστορία, η Γλωσσολογία και η Λαογραφία, απώλεσαν το χαρακτήρα τους και μετεξελίχθησαν σε κλάδους τής, κυρίως προς εσωτερική κατανάλωση, κρατικής προπαγάνδας.

Οι έλληνες ιστορικοί, μέχρι σχεδόν την τελευταία εικοσαετία, που άρχισαν να παρουσιάζονται σποραδικές εξαιρέσεις, αγνόησαν ή παραχάραξαν τις πηγές και παρήγαγαν έργα καθαρά ιδεολογικού χαρακτήρα. Οι έλληνες γλωσσολόγοι φόρεσαν παρωπίδες, για να μην αντικρίσουν έναν αλλόφωνο διαλεκτικό γλωσσικό θησαυρό και οι έλληνες λαογράφοι απέκλεισαν ολόκληρα γεωγραφικά διαμερίσματα από την ερευνά τους για να μη συναντήσουν τα έθιμα, τους χορούς και τα τραγούδια των “βαρβάρων”.

Όλοι μαζί συνεργάστηκαν στις επιτροπές μετονομασίας των τοπωνυμίων της χώρας. Το έργο τους ολοκλήρωσε η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, που μετονόμασε και τα μικροτοπωνύμια των επιτελικών χαρτών.

Οι συνέπειες στο χώρο της πολιτικής ήταν πολύ χειρότερες γιατί αφορούσαν ανθρώπους. Οι γλωσσικές ή εθνικές μειονότητες που ενσωματώνονταν σταδιακά στο ελληνικό κράτος, καθώς αυτό διευρυνόταν μέσω πολεμικών συγκρούσεων, θα περνούσαν μαύρες μέρες.

Η γλώσσα τους κηρύχθηκε σε διωγμό και έγινε ψίθυρος, τα τραγούδια δεν ακούγονταν έξω απ’ τα σφαλισμένα παράθυρα. Ο έλληνας δάσκαλος με το χαστούκι και το χάρακα, και έχοντας συνείδηση της εθνικής αποστολής του, προσπάθησε να τους μάθει την ελληνική καθαρεύουσα. Ο παπάς αντλώντας κύρος εξ Ουρανού, επιδίωξε να τους νουθετήσει στην κοινή ελληνιστική των Ευαγγελίων. Οι τοπικοί άρχοντες, με το έτσι θέλω, τους εξελλήνισαν τα επώνυμα. Ο χαφιές τους υπέδειξε, ο χωροφύλακας τους τρομοκράτησε, ο δικαστής τους τιμώρησε. Και όταν όλοι αυτοί απέτυχαν να ξεριζώσουν τη μητρική γλώσσα τους και να αλλάξουν τη συνείδησή τους, ανέλαβε ο στρατός με τα όπλα να επιβάλλει την τάξη και να αποκαταστήσει το τοπίο, οδηγώντας τους παραβάτες σε αναγκαστική προσφυγιά.

Σε αυτούς τους αλλόφωνους είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Και επίσης, στη μνήμη των παππούδων μου: στους αρβανίτες γονείς της μητέρας μου, μα και στους εισπράξαντες τις συνέπειες του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, σαραντακκλησιώτες πρόσφυγες γονείς του πατέρα μου.

Ο τίτλος του βιβλίου “Σύμμικτος Λαός”, εμπνευσμένος από το σχετικό απόσπασμα του Χρονικού της Μονεμβασίας, προσδιορίζει την ουσία του πληθυσμού της χώρας και υπογραμμίζει ταυτόχρονα τη δύναμη και την ομορφιά της πολυχρωμίας του.

Ο περί “σπαραγμάτων” υπότιτλος, εκτός της συντομίας των κειμένων, υποδηλώνει και το λόγω της συγγραφής τους, την ψυχική βάσανο του συγγραφέα για αυτά τα ζητήματα.

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 


Εθνικισμός και Εθνικός Μύθος

 

 

Κεντρικό πυρήνα της εθνικής ιδεολογίας αποτελεί η ιδέα της ύπαρξης μίας αθάνατης κοινότητας: του έθνους.

Για τον εθνικισμό, το έθνος δεν είναι μόνο η σημερινή υπαρκτή και οργανωμένη κοινότητα γλώσσας, κουλτούρας, πολιτισμού και οικονομικής ζωής, η κρατικά συγκροτημένη ή η επιθυμούσα τη χωριστή κρατική συγκρότηση. Για τον εθνικισμό το έθνος ταξιδεύει μέσα στο χρόνο. Υπάρχει ένας “ιστορικός χώρος” εντός του οποίου πραγματοποιείται αυτό το ταξίδι και του οποίου τα όρια θεωρούνται ελαστικά και διευρυνόμενα.

Το έθνος λογίζεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Η ζωή των επιμέρους φθαρτών κυττάρων – μελών του δεν έχει σημασία. Τα ίχνη των εθνών χάνονται στο παρελθόν και κατά προτίμηση (εκτός εάν αυτό δεν είναι δυνατόν) στη βαθιά αρχαιότητα. Ανεξάρτητα από τρόπους παραγωγής και διανομής του πλούτου, μορφές διακυβέρνησης και εναλλαγής πολιτισμών, η ουσία του έθνους, η “ψυχή του”, παραμένει αναλλοίωτη.

Πάνω σε αυτή την ιδέα δομείται ο εθνικός μύθος. Τα υλικά του εθνικού μύθου βρίσκονται ή αναζητούνται στην ιστορία. Το οικοδόμημα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο στέρεο. Οι αυθαίρετες ή και παράλογες ερμηνείες των γεγονότων, είναι βεβαίως προτιμότερες από τη χάλκευση των στοιχείων, καθώς παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντοχή στις ιδεολογικές επιθέσεις των αντίπαλων εθνικισμών.

Οι ψηφίδες αυτού του μυθικού ψηφιδωτού συναρμολογούνται μέσα στο διάβα του χρόνου από τους εθνικιστές διανοούμενους. Ανάμεσά τους υπάρχουν οι μεγάλοι δημιουργοί, οι εμπνευσμένοι αφηγητές, οι πρωτομάστορες.

Κάθε έθνος έχει τους δικούς του Παπαρηγόπουλους. Κοντά τους βρίσκονται οι επιδέξιοι τεχνίτες οι καλύτεροι των ειδικών, οι γλωσσολόγοι, λαογράφοι, ανθρωπολόγοι, αρχαιολόγοι, ιστορικοί: ο Χατζιδάκης, ο Πολίτης, ο Κουγέας, ο Ανδριώτης, ο Κυριακίδης, ο Κούμαρης, ο Ζακυθηνός, ο Τριανταφυλλίδης…

Κι ακολουθούν οι φανατικοί και συνήθως ημιμαθείς ερασιτέχνες “λόγιοι πατριώτες”, οι γραφικές φιγούρες του πνευματικού επαρχιωτισμού: στρατιές δασκάλων, παπάδων, δικηγόρων, αξιωματικών, πολιτευτών και δημοσιογράφων.

Κάθε έθνος έχει τους δικούς του κρατικούς λειτουργούς, τους επαγγελματίες αναπαραγωγούς και συντηρητές του εθνικού μύθου. Αυτούς που τρέφουν και τρέφονται από τον εθνικισμό. Τους Παπαθεμελήδες, Μάρτηδες, Μέρτζους, Καργάκους, Βακαλόπουλους, Χριστόδουλους.

Η ιστορία που γράφεται με αυτό τον τρόπο είναι ένας μεγάλος μύθος. Περιγράφει τα κατορθώματα των προγόνων και τις νίκες τους επί των εχθρών. Η ύπαρξη των εχθρικών κρατών, τα οποία περικυκλώνουν και επιβουλεύονται το “δικό μας” έθνος, είναι το κεντρικό στοιχείο του μύθου.

Η εθνική ιστορία αποτελεί τη διδακτέα ύλη του εκπαιδευτικού συστήματος και το σύνολο σχεδόν της ιστορικής βιβλιογραφίας. Με αυτή διαπαιδαγωγούνται οι νεότερες γενεές και συμφιλιώνονται με τους γεννήτορες. Η αρχαϊκή λατρεία των προγόνων μετασχηματίζεται στις μοντέρνες κοινωνίες σε εθνική ιστορία, σε εθνικό δηλαδή μύθο, που συγκινεί, γοητεύει, διδάσκει και παροτρύνει. Το βάρος της εθνικής κληρονομιάς θέτει έτσι τη σύγχρονη κοινότητα μπροστά σε νέα καθήκοντα. Αυτή, όπως και κάθε μέλος της, αποδεχόμενη την εθνική ιστορία, οφείλει πλέον ένα χρέος προς τους νεκρούς. Είναι θέμα τιμής να σταθείς αντάξιος αυτής της κληρονομιάς και να οδεύσεις προς τη θυσία.

Η εθνική συνείδηση αποτελεί καθαρά ζήτημα ιδεολογίας. Για την απόδειξη του ισχυρισμού, ας αναλογιστούμε πως η μεγάλη πλειοψηφία των υπηκόων του ελληνικού κράτους, που από τον ένα ή και από τους δύο γονείς δεν είναι παλιοελλαδίτες ή προσφυγικής καταγωγής Ρωμιοί, σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που αυτό μπορεί να συμβεί (: γάμοι με Αρβανίτες, Μακεδόνες, Βλάχους, χριστιανούς Τουρκόφωνους, Αρμένιους, ή σπανιότερα με Τσιγγάνους ή Εβραίους), μετά από την υποχρεωτική εννιάχρονη σχολική εκπαίδευση, αισθάνονται περήφανοι που είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.

Ο εθνικισμός αποτελεί μια καθολική ιδεολογία που προσφέρει μία συλλογική ταυτότητα. Σαν ιδεολογία, μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας, είναι πρόσφατη και πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Αποτελεί την ιδεολογία της αστικής τάξης μετά την πτώση των αυτοκρατοριών, την ιδεολογία των σύγχρονων αστικών κρατών.

Η λόγια επεξεργασία και η ανάδειξη μέσω των μηχανισμών του κράτους μιας διαλέκτου ή ενός ιδιώματος, σε επίσημη γλώσσα, υπήρξε αναγκαία τόσο για την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς όσο και για την πολιτική ενοποίηση.

Οι κοινωνικές ανισότητες θεωρούνται λάθη, παρεκτροπές ή προσωρινές παρενθέσεις. Τα μέλη της κοινότητας παρέρχονται, αλλά το πνεύμα της συλλογικότητας παραμένει. Οι θυσίες αποκτούν νόημα προκειμένου το έθνος να εκσυγχρονιστεί και να ανταγωνιστεί από καλύτερη θέση τα άλλα έθνη. Η πολιτική διχόνοια θεωρείται εθνικό μειονέκτημα, που οδηγεί συνήθως σε καταστροφές. Το έθνος ενωμένο μπορεί να μεγαλουργήσει.

Η ελληνική ιστορία ταυτίζεται με τον ελληνικό εθνικό μύθο. Οι σημερινοί έλληνες υπήκοοι θεωρούνται απόγονοι των πολιτών των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Ο νεκροθάφτης του Ελληνισμού, το ορθόδοξο Βυζάντιο, εμφανίζεται ως ο συνεχιστής του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και το νεοελληνικό κράτος σαν κληρονόμος της περιουσίας των νεκρών.

Αν κάτι δεν έχει σχέση με την επίσημη ελληνική ιστορία, είναι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά το παρελθόν σε αυτό το γεωγραφικό χώρο.

Το ίδιο βέβαια που συμβαίνει στην Ελλάδα, για να μιλήσουμε για τους γείτονες, παρατηρείται αναμφίβολα σε όλες τις βαλκανικές χώρες. Το ίδιο ακριβώς πλαίσιο, η ίδια ιδεολογία: το ταξίδι στο παρελθόν, η διεκδίκηση του ιστορικού χώρου, η κατασκευή τίτλων ιδιοκτησίας, η διαμάχη για την κληρονομιά των νεκρών. Παρόμοιοι εθνικοί μύθοι περιγράφονται στα σχολικά εγχειρίδια των γειτόνων. Μεγάλες ιδέες, αλυτρωτικές κραυγές, κρατικές προπαγάνδες.

Το πρόσωπο του εθνικισμού σε τελευταία ανάλυση είναι το ίδιο παντού. Και αυτό φαίνεται καθαρά όταν κοιτάζουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον αντίπαλο μέσα στο γήπεδο του. Τις σχέσεις δηλαδή του κυρίαρχου κρατικού εθνικισμού με τις εθνικές μειονότητες που βρίσκονται εντός των συνόρων.

Η ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία δεν είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του, αλλά μια βίαιη διαδικασία που ξεκινάει με τη γέννηση του. Οι προσωπικές επιλογές είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένες κι ανεξάρτητες από τη θέλησή του. Οι όροι της υλικής ζωής θέτουν το πλαίσιο.

Η εθνική συνείδηση, παρά τις ρητορικές διακηρύξεις, δεν είναι εντέλει ζήτημα αυτοκαθορισμού, αλλά ένας αναπόφευκτος ετεροκαθορισμός σε σχέση με μια κοινωνία που ξέρει να περιθωριοποιεί.

Τα σημερινά κρατικά σύνορα στη χερσόνησο του Αίμου είναι προϊόν δύο βαλκανικών και δύο παγκοσμίων πολέμων. Οι επιθυμίες των γηγενών πληθυσμών δεν λήφθηκαν υπόψη. Κανένα δημοψήφισμα δεν πραγματοποιήθηκε σχετικά με της επιλογές των αλλοφώνων. Τα εκάστοτε ισχυρότερα κράτη έπαιρναν κάποιες επαρχίες από τους ηττημένους γείτονες, που καραδοκούσαν για τη ρεβάνς.

Οι μειονότητες εδώ και δεκαετίες αποτελούν το μήλο της Έριδος μεταξύ των εθνικισμών. Η πρόταση των βαλκανικών κρατών προς τις μειονότητες ήταν παντού η ίδια: καθεστώς στρατιωτικής κατοχής μέχρι την ολοκληρωτική ενσωμάτωση ή αναγκαστική προσφυγιά. Η υπεράσπιση των μειονοτικών δικαιωμάτων θεωρήθηκε εθνική προδοσία.

Ο εθνικισμός χαρακτηρίζεται από το ψέμα και την υποκρισία. Έχει δύο πρόσωπα και διατηρεί ζωντανό το φαρισαϊκό πνεύμα. Η συστηματική κριτική στον εθνικισμό και η φθορά της ψυχής του, δηλαδή του εθνικού μύθου, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η κατάθεση της πρότασης για την υπέρβαση των συνόρων και τη δημιουργία μιας ενιαίας πολυπολιτισμικής Ευρώπης, να μη φαντάζει σαν ουτοπία.


 

 

Η σκοτεινή πλευρά του ’21

 

 

 

“Τούρκος μη μείνει στο Μοριά

μηδέ στον κόσμο όλο 


δημοτικό τραγούδι εποχής

 

 

Το 1828 ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, απαντώντας σε ερώτημα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, για τον πληθυσμό των Τούρκων που κατοικούσαν στην Πελοπόννησο πριν το 1821 και τον πληθυσμό τους μετά (με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους), έδωσε δύο νούμερα: 42.750 και 0 (μηδέν) [Χουλιαράκης 1973: σ. 31].

Η επίσημη αυτή ψυχρή δημογραφική αναφορά, έκρυβε μέσα της τη σκοτεινή πλευρά του ’21, την εξόντωση δηλαδή από πλευράς εξεγερμένων, του συνόλου του μουσουλμανικού άμαχου πληθυσμού,  που στην πραγματικότητα ήταν 15.138 οικογένειες ή 63.813 άτομα [Σιμόπουλος 1979, σ. 211].

Πρόκειται για την πρώτη γενοκτονία στο όνομα της “εθνικής υπόθεσης”, επί βαλκανικών εδαφών κατά τους νεώτερους χρόνους. Ας την παρακολουθήσουμε χρονολογικά από το Γαλάτσι μέχρι την Τριπολιτσά:

Οι πρώτες σφαγές πραγματοποιούνται στη Μολδοβλαχία, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που περιστοιχιζόταν “από ένα συρφετό καταχραστών, απείθαρχων και ύπουλων ατόμων” [Τρικούπης 1993, σ. 116], και αποτελούν το προοίμιο των όσων θα ακολουθήσουν στην Ελλάδα. Πρωταγωνιστής στο μακελειό βρίσκεται ο Φιλικός οπλαρχηγός Βασίλης Καραβιάς, αρχηγός ως τότε της χωροφυλακής στο Γαλάτσι.

Στις 21 Φεβρουαρίου, παραμονή της εισόδου του Υψηλάντη στις ηγεμονίες, ο Καραβιάς σφάζει με τους μισθοφόρους του την οθωμανική φρουρά και όλους τους άμαχους τούρκους εμπόρους και ναυτικούς που βρίσκονται στο Γαλάτσι και πλιατσικολογεί τα εμπορικά τουρκικά καταστήματα [Βακαλόπουλος 1980, σ. 425]. Λίγες μέρες αργότερα, παρουσία του ίδιου του Υψηλάντη, ο Καραβιάς διατάζει τη σφαγή της οθωμανικής φρουράς του Ιασίου, που είχε παραδοθεί και όλων των τούρκων εμπόρων [Βακαλόπουλος 1980, σ. 185]. Ο Υψηλάντης γνωστοποιεί τις προθέσεις του, χαρακτηρίζοντας με προκήρυξη τις σφαγές των αιχμαλώτων στρατιωτών και των αμάχων εμπόρων και το πλιάτσικο της περιουσίας τους, ως “ηρωικά κατορθώματα”.

Η εξέγερση στο Μοριά, αρχίζει από τα Καλάβρυτα στις 21 Μαρτίου. Πρωτοστατούν οι Φιλικοί Σωτήρης Χαραλάμπης, Ασημάκης Φωτήλας, Βασίλης Πετμεζάς, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Νίκος Σολιώτης. Οι τριακόσιοι περίπου τούρκοι κάτοικοι της κωμόπολης, μετά από μικρή αντίσταση παραδίδονται με συνθήκη, η οποία αμέσως καταπατάται από τους νικητές. Οι άντρες αιχμάλωτοι σφαγιάζονται και τα γυναικόπαιδα γίνονται δούλοι στα σπίτια των ισχυρότερων Ρωμιών της περιοχής, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γάλλου αξιωματικού Μαξίμ Ρεϊμπό 

Ακολουθεί η Πάτρα στις 23 Μαρτίου. Επικεφαλής βρίσκονται οι Φιλικοί Παλαιών Πατρών Γερμανός, Ιωάννης Βλασσόπουλος (ρώσος πρόξενος), Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος και Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος. Οι μουσουλμάνοι κλείνονται στο κάστρο.

Ο γάλλος πρόξενος Χ. Πουκεβίλ γράφει στο ημερολόγιο του: “Δεν πίστευα πως θα ξαναδώ το φως ύστερα από αυτή την τρομερή νύχτα… Κραυγές ασυνάρτητες, μια πόλη είκοσι χιλιάδων κατοίκων χάνεται…Οι Έλληνες πυρπολούν τη μουσουλμανική συνοικία. Οι δρόμοι γεμάτοι πτώματα. Ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός φορτώθηκε μεγάλη ευθύνη…Οι Έλληνες φθάνουν από τα χωριά κραυγάζοντας “θάνατος στους Τούρκους”…Η σημαία του Σταυρού κυματίζει πάνω στα τζαμιά. Οι παπάδες βαπτίζουν πολλά τουρκόπουλα…Μπαίνουν στην πόλη οι προεστοί της Βοστίτσας. Μπροστά πηγαίνουν άνθρωποί τους που έχουν μπηγμένα επάνω σε κοντάρια πέντε τουρκικά κεφάλια ”[Σιμόπουλος 1979, σ. 189 - 190].

Ο πρόξενος της Σουηδίας στην Πάτρα και μέλος της Φιλικής Λουδοβίκος Στράνης, σημειώνει σε επιστολή του (26/3) προς τον σουηδό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη: “ Όλα σχεδόν τα τούρκικα σπίτια καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν. Πυρπολήθηκαν επίσης πολλά”. Τα ίδια παρατηρεί και ο άγγλος πρόξενος Φίλιπ Γκριν: “Στην πόλη επικρατούσε σύγχυση και λεηλασία, τα σπίτια των Τούρκων ανοίχτηκαν και λεηλατήθηκαν. Τα τζαμιά πυρπολήθηκαν ή γκρεμίστηκαν” [Σιμόπουλος 1979, σ. 192, 203].

Στις 23 Μαρτίου, μπαίνουν στην Καλαμάτα οι εξεγερμένοι με αρχηγούς τους Φιλικούς Θόδωρο Κολοκοτρώνη, Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και Νικήτα Τουρκολέκα ,που σύντομα λαμβάνει τα παρατσούκλια Νικηταράς ο τουρκοφάγος ή Νικηταρού [Βακαλόπουλος 1980, σ. 363].

Οι τούρκοι κάτοικοι παραδίδονται, παίρνοντας όρκους προστασίας της ζωής και της τιμής τους. Οι αιχμάλωτοι μοιράζονται δούλοι. Τους περισσότερους από αυτούς, με εξαίρεση τα όμορφα κορίτσια, σύντομα τους “έφαγε το σκοτάδι”, σύμφωνα με την έκφραση του Φιλικού Αμβρόσιου Φραντζή 

Στις 24 Μαρτίου ο αρματολός και μέλος της Φιλικής Ξηροδημήτρης Πανουργιάς, μαζί με τον ξάδελφό του οπλαρχηγό Γιάννη Γκούρα, ηγούνται επίθεσης στα Σάλωνα (Άμφισσα). Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι, μαζί με εκείνους που έχουν περάσει στα Σάλωνα από τη Βοστίτσα, κλείνονται στο κάστρο. Οι πολιορκημένοι παραδίδονται με όρους, λόγω δίψας. Οι περισσότεροι από αυτούς σφάζονται. Όσοι γλίτωσαν γίνονται δούλοι [Βακαλόπουλος 1980, σ. 425].

Τη Λιβαδειά κτυπά ο αρματολός Φιλικός Θανάσης Διάκος στις 30 Μαρτίου. Τούρκοι και Αλβανοί μουσουλμάνοι καταφεύγουν στο κάστρο και αμύνονται μέχρι τις 25 Απριλίου. Παραδίδονται και σφάζονται όλοι χωρίς διάκριση.

Το Μεσολόγγι πέφτει την 1η Ιουνίου. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του σφάζονται ή μοιράζονται δούλοι.

Ακολουθεί το Βραχώρι (Αγρίνιο) στις 9 Ιουνίου. Εδώ μακελεύονται 500 μουσουλμανικές οικογένειες, που είχαν παραδώσει με συνθήκη τα όπλα και το σύνολο του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης (200 κάτοικοι). Την ίδια τύχη έχουν και οι μουσουλμάνοι στο Ζαπάντι. Πρωταγωνιστής στις σφαγές στη δυτική Ρούμελη, ήταν ο αρματολός Γιωργάκης Νικολού ή Βαρνακιώτης, ο οποίος αργότερα προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Οθωμανούς κατά των εξεγερμένων συμπατριωτών του και τελικά ξαναπέρασε στο ελληνικό στρατόπεδο, μετά την έλευση του Καποδίστρια 

Ο κορυφαίος ιστορικός του ’21 Τζορτζ Φίνλεϋ, γράφει για τις σφαγές των πρώτων ημερών στη Ρούμελη: “Σε όλη την έκταση, από το ακρωτήριο Σούνιο ως την κοιλάδα του Σπερχειού, οι μουσουλμανικές οικογένειες, σε εκατοντάδες χωριά, εξοντώθηκαν και τα πτώματά τους – ανδρών, γυναικών και παιδιών – πετάχτηκαν σε κάποιο σπίτι, στην άκρη του χωριού, που του έβαλαν φωτιά. Κι αυτό γιατί κανένας χριστιανός δεν επέτρεπε στον εαυτό του τον εξευτελισμό να σκάψει λάκκο για να θάψει ενός απίστου το πτώμα” [Φίνλεϋ, σ 226].

Παρόμοια γεγονότα συνέβησαν σύμφωνα με τον Φίνλεϋ και στο Μοριά: “Σε κάθε περιοχή της χερσονήσου, το χριστιανικό στοιχείο είχε ξεσηκωθεί και θανάτωνε τους μουσουλμάνους. Πυρπόλησαν τους πύργους και τις αγροικίες τους και κατέστρεψαν ολότελα τις περιουσίες τους, έτσι που να κάνουν εκείνους που είχαν καταφύγει στα κάστρα, να χάσουν κάθε ελπίδα επανόδου. Υπολογίζεται πως, από τις 26 Μαρτίου ως την Κυριακή του Πάσχα, που τη χρονιά εκείνη έπεσε στις 22 Απριλίου, θανατώθηκαν ανελέητα δέκα ως δεκαπέντε χιλιάδες περίπου ψυχές και εξολοθρεύτηκαν τρεις χιλιάδες πάνω κάτω τουρκικές αγροικίες και νοικοκυριά”. Και συνεχίζει ο Φίνλεϋ, παρατηρώντας εύστοχα: “Η εξόντωση των Τούρκων από τους Έλληνες έγινε σύμφωνα με προμελετημένο σχέδιο. Και ήταν αποτέλεσμα περισσότερο των εκδικητικών προτροπών των Εταιριστών και των ανθρώπων των γραμμάτων” [Φίνλεϋ, σ. 214 –215].

Ο Δημήτρης Υψηλάντης, που βρίσκεται στο Μοριά από τις 19 Ιουνίου ως πληρεξούσιος του αδελφού του Αλέξανδρου και αρχηγός της Φιλικής στην Ελλάδα, προβαίνει σε μία πράξη ανατριχιαστική. Επικηρύσσει το σύνολο του αντρικού μουσουλμανικού πληθυσμού. Για κάθε κομμένο κεφάλι Τούρκου που του φέρνουν, πληρώνει τρία γρόσια. Τόσα ήταν τα πεταμένα κεφάλια γύρω από την σκηνή του Υψηλάντη στο στρατόπεδο της Τριπολιτσάς (κατά τη διάρκεια της πολιορκίας), ώστε ήταν αδύνατον να μπεις μέσα χωρίς να σκοντάψεις πάνω τους.

Δύο ευρωπαίοι αξιωματικοί, ο προαναφερόμενος γάλλος Ρειμπό και ο άγγλος Ουίλιαμ Χάμπφρεϋ, περιγράφουν με φρίκη δύο πανομοιότυπα περιστατικά που έζησαν και αφορούν περιπτώσεις άφιξης κεφαλοκυνηγών στο Δημήτρη Υψηλάντη, για παράδοση των τροπαίων και είσπραξης της αμοιβής. Και στα δυο περιστατικά οι ρωμιοί δολοφόνοι έχουν κυνηγήσει και αιχμαλωτίσει τρεις πεινασμένους άοπλους νεαρούς μουσουλμάνους, που αναζητούσαν απελπισμένοι τροφή στην ύπαιθρο χώρα. Σκοτώνουν τους δύο από αυτούς, κόβουν τα κεφάλια τους και τα δίνουν στον τρίτο να τα μεταφέρει στον Υψηλάντη, έτσι ώστε οι θύτες να γλιτώσουν τον κόπο της μεταφοράς. Το μεταφορέα αιχμάλωτο, σκοπεύουν να απαλλάξουν από το βάρος της κεφαλής του στο τέλος της διαδρομής, γεγονός που στις συγκεκριμένες περιπτώσεις αποφεύχθηκε εξ αιτίας της παρουσίας των δύο ξένων αξιωματικών [Σιμόπουλος 1979, σ. 246] 

Ανάμεσα στις μαζικές σφαγές των μουσουλμάνων, το μακελειό στο Νεόκαστρο ή Ναβαρίνο (Πύλο) υπερβαίνει όσα μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους. Η εδώ θηριωδία συντελείται σε δύο πράξεις.

Πράξη πρώτη, στις 14 Ιουλίου. Μια ομάδα 350 περίπου μουσουλμάνων, που αποτελείται από πεινασμένα γυναικόπαιδα και γέροντες, παραδίδεται στους πολιορκητές. Από αυτούς, 16 άνδρες ηλικίας κάτω των εξήντα ετών, μεταφέρονται στο κάστρο της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας) και γκρεμίζονται από τα τείχη. Οι υπόλοιποι μεταφέρονται με βάρκες και εγκαταλείπονται να πεθάνουν από την πείνα στο ερημονήσι Χελωνάκι κοντά στη Σφακτηρία. Ο ιστοριογράφος πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής, που ήταν παρόν, περιγράφει το τέλος τους: “Δεν εξήρκει εις τους δυστυχείς αυτούς ότι πεινώντες κατέτρωγον τα των θνησιμαίων πτωμάτων των άλλων ομοίων αυτοίς ανθρώπων κρέατα αλλά και μη έχοντες πώς να αποβώσιν εις την ξηράν ελάμβανον τα πτώματα των τεθνεώτων, και μετεχειρίζοντο αυτά ως είδος λέμβου κωπηλατούντες δια των ιδίων χειρών των αλλά και κατά τούτο απετύγχανον διότι οι Έλληνες δεν τους άφηνον να πλησιάσωσιν εις την ξηράν, ή φονεύοντες αυτούς ή και εμποδίζοντες παντοιοτρόπως την εις την ξηράν αποβίβασίν των, έως ότου κατελύθησαν άπαντες με τοιούτον τραγικόν τέλος” [Φραντζής 1839, σ. 395].

Πράξη δεύτερη, στις 7 Αυγούστου. Οι πολιορκημένοι μουσουλμάνοι στο Ναβαρίνο, παραδίδονται με όρους σεβασμού της ζωής και της τιμής τους. Η συμφωνία προβλέπει την παράδοση της περιουσίας τους και μεταφορά τους με καράβια στην Αίγυπτο. Για τα όσα διαπράττουν στη συνέχεια οι νικητές, με αρχηγό τον επίσκοπο Μεθώνης Γρηγόριο, δεν υπάρχουν επίθετα να τα χαρακτηρίσουν. Η μαρτυρία του Φραντζή το πιστοποιεί:

Τοιαύτη σφαγή τραγική και φόνος δεν εφάνησαν εις κανενός αιώνος ιστορίαν, καθότι όσοι εθανατώνοντο από βολήν πυροβόλου πάραυτα ελυτρούντο, αλλά όσοι επληγώντο, γυναίκες και άνδρες, έτρεχον εις την θάλασσαν ημιθανείς, τους οποίους, πλέοντας εις την θάλασσαν δι’ αλλεπαλλήλων πυροβολισμών εθανάτωναν. Άλλοι δε πάλιν βλέποντες άλλους να θανατώνονται ανηλεώς, δειλιώντες τον θάνατον, μάλιστα αι γυναίκες με τα βρέφη εις τας αγκάλας, ερρίπτοντο εις την θάλασσαν ολόγυμνοι (καθότι τους εξέδυον ολογύμνους), οι δε Έλληνες και εν τη θαλάσση επυροβόλουν κατ’ αυτών, ώστε τα ύδατα της θαλάσσης κατεφοινίσσοντο (κοκκίνισαν) από τα εκχεόμενα αίματα των δυστυχών αυτών ανθρώπων. Πολλοί δε πάλιν Έλληνες ήρπαζον εις χείρας των τα βρέφη και τους τριετείς και πενταετείς παίδας, και άλλα μεν έρριπτον κατά των πετρών και τα εθανάτωναν, άλλα δε ρίπτοντες ζώντα εις ην θάλλασσαν, επυροβόλουν κατ’ αυτών εντός του ύδατος ώστε τα δυστυχή πλάσματα και πνιγόμενα ακόμη υπό των θαλασσίων υδάτων, επυροβολούντο” [Φραντζής 1839, σ. 384] 

Καταγραμμένες μαζικές σφαγές άμαχου ισλαμικού πληθυσμού, έχουμε επίσης στα Λαγκάδια, τη Μονεμβασία την Αταλάντη, το Βαθύ Σάμου. Στα Λεχώνια Μαγνησίας, υπό την προτροπή του στελέχους της Φιλικής αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, αφανίζονται 600 άτομα, το σύνολο των κατοίκων. Στην Αθήνα, μέσα σε δύο ώρες μακελεύονται άλλοι 600 Τούρκοι.

Στον Ακροκόρινθο, παραδίδονται οι μισοί από τους 1300 μουσουλμάνους που επέζησαν από την πείνα και τις αρρώστιες. Τους μεταφέρουν στο Λουτράκι, όπου τα όμορφα αγόρια και κορίτσια τα μοιράζουν για να πουληθούν δούλοι. Από τους υπόλοιπους, άλλους σφάζουν και άλλους φορτώνουν σε δυο σκάφη. Με εντολή του Πανουργιά, τα σκάφη βυθίζονται στον Κορινθιακό και οι αιχμάλωτοι πνίγονται.

Στη Νάξο, τις Σπέτσες και το Τσιρίγο (Κύθηρα), σφάζεται μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων που είχε μεταφερθεί εκεί αιχμάλωτος.

Δύο υδραίικα μπρίκια, υπό τον Σαχτούρη και τον Πινότση, κυριεύουν ένα καράβι που επιβαίνει ο ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός των Οθωμανών, ο Σέιχ Ουλ Ισλάμ, κάτι αντίστοιχο του Πατριάρχη των ορθοδόξων. Στο σκάφος βρίσκονται και πολλές τουρκικές οικογένειες. Σύμφωνα με το Φίνλεϋ, οι υδραίοι ναύτες τους σκοτώνουν όλους με πολύ άγριο τρόπο: “Γέροι ανυπεράσπιστοι, αρχόντισσες, όμορφες σκλάβες, ακόμη και βρέφη, σφάχτηκαν πάνω στο κατάστρωμα σαν τραγιά” [Φίνλεϋ, σ. 239].

Όλα ωστόσο τα προαναφερόμενα, ακόμα και το Ναβαρίνο, υστερούν σε θηριωδία μπροστά σε όσα συνέβησαν στην άλωση της Τριπολιτσάς (Τρίπολης). Η λέξη Τριπολιτσά μπορεί να θεωρηθεί συνώνυμο της γενοκτονίας.

Στην οχυρωμένη Τριπολιτσά, που αποτελούσε τη διοικητική πρωτεύουσα του Μοριά, είχε καταφύγει κυνηγημένος από τις πρώτες μέρες της εξέγερσης μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, μέσα εις αυτήν εκατοίκουν, σύμφωνα με το Φωτάκο, “υπέρ τας 35000 ψυχαί Τούρκοι, Χριστιανοί και Εβραίοι, και είχον έλθει εκεί και έως 4000 Αλβανοί με τον Κεχαγιάμπεη. Ήλθον ακόμη μέσα έως 8000 ψυχαί Μπαρδουνιώται, Μυστριώται, Φαναρίται, Λεονταρίται, Καρυτινοί και λοιποί (μουσουλμάνοι)”. Οι περισσότεροι από τους 7000 χριστιανούς, που ζούσαν εκεί πριν την εξέγερση, είχαν εγκαταλείψει την πόλη [Φωτάκος 1960, σ. 134].

Αρχηγός των εξεγερμένων ήταν ο Δημήτρης Υψηλάντης, επικεφαλής δε των τεσσάρων διοικήσεων οι Κολοκοτρώνης, Πετρόμπεης, Γιατράκος και Αναγνωσταράς. Κοντολογίς τα πάντα ήταν στα χέρια της Εταιρείας των Φιλικών, δικό της επομένως αποκλειστικά έργο ήταν η γενοκτονία που ακολούθησε.

Λίγες μέρες πριν την άλωσή της, η πείνα και ο τύφος θερίζει τους πολιορκημένους. Ο Υψηλάντης γνωρίζοντας το τι θα επακολουθήσει και θέλοντας να μην χρεωθεί στα μάτια της Ευρώπης την ευθύνη του μακελειού, αναχωρεί με ένα μικρό σώμα για να παρακολουθήσει από τις ακτές τις κινήσεις μιας τουρκικής ναυτικής μοίρας.

Η ηγεσία της πόλης διαπραγματεύεται τους όρους για μια συνθήκη παράδοσης. Οι οπλαρχηγοί των πολιορκητών, υπόσχονται χωριστά στις αρχοντικές οικογένειες των Τούρκων προστασία με αντάλλαγμα τις περιουσίες τους. Χιλιάδες χριστιανοί αγρότες έχουν αφήσει τα χωριά τους και έχουν μαζευτεί για να πάρουν μέρος στο πλιάτσικο. Ο Κολοκοτρώνης πουλάει χωριστή συμφωνία – άδεια διαφυγής στους τουρκαλβανούς στρατιώτες του Ελμάζ μπέη, έναντι θησαυρού αξίας τεσσάρων εκατομμυρίων γροσίων, που του παραδίδεται εντός 13 κιβωτίων (βάσει αυτής θα περάσουν στη Ρούμελη 800 άτομα). Η Μπουμπουλίνα μπαίνει στην πόλη και μαζεύει τα κοσμήματα από τις απελπισμένες τουρκάλες αρχόντισσες.

Ο γάλλος Ρεϋμπό που παίρνει μέρος στην πολιορκία σαν αρχηγός του πυροβολικού, γράφει για όσα συμβαίνουν αυτές τις τελευταίες μέρες: “Τότε άρχισαν εκείνες οι επαίσχυντες συναλλαγές, που μέσα σε λίγες μέρες φόρτωσαν με αμύθητα πλούτη την Μπουμπουλίνα, τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη και άλλους…Τρέμοντας οι Τούρκοι και οι Εβραίοι για τη ζωή τους και τη ζωή των δικών τους, έτρεχαν να εξαγοράσουν με τεράστια ποσά ένα καταφύγιο στο τσαντίρι των εχθρών τους. Τα παζάρια γίνονταν την ημέρα αλλά το τίμημα του αίματος καταβαλλόταν τη νύχτα. Από το σούρουπο ως την αυγή, υποζύγια φορτωμένα με ασήμι και πολύτιμα αντικείμενα έβγαιναν από την πόλη και τραβούσαν για τις τέντες των καπεταναίων” [Σιμόπουλος 1979, σ. 260 – 261].

Η αποφράδα ημέρα ξημερώνει την Παρασκευή 23 Ιουλίου. Η αντίσταση της πόλης καταρρέει σε μια μικρή επίθεση και οι πολιορκητές σαν πεινασμένοι λύκοι ξεχύνονται στην πόλη.

Αδύνατη η περιγραφή” των όσων ακολουθούν, σημειώνει ο Ρεϋμπό. “Σε κάθε βήμα μας βλέπαμε να εκσφεδονίζωνται από τα παράθυρα γυναίκες, κορίτσια, παιδιά. Παρθένες μεγαλωμένες στη σκιά του μοναχικού χαρεμιού, αντίκριζαν ξαφνικά με τρόμο, φρίκη και παγωμένο αίμα το ματωμένο χέρι ενός άγριου στρατιώτη να τις αρπάζει και να τις γκρεμίζει από ψηλά στο δρόμο…Οι στρατιώτες διεκδικούσαν με λύσσα την είσοδο στα πλουσιόσπιτα. Ολόκληροι τοίχοι γκρεμίζονταν καθώς χιμούσε ορμητικό απάνω τους το μανιακό πλήθος, λες και ήταν αρχαίος πολεμικός κριός…Κόλαση φωτιάς και αίματος. Ο βρόντος των σπιτιών που σωριάζονταν συντρίμμια, το ατελείωτο τουφεκίδι, οι εκρήξεις των κανονιών, οι κραυγές των ετοιμοθάνατων και τα άγρια ξεφωνητά των νικητών ανακατεύονταν, δημιουργώντας μια συναυλία ανατριχιαστική. Οι Έλληνες βγάζουν μια ιδιαίτερη κραυγή όταν ορμούν στον εχθρό: ένα ούρλιασμα που τινάζεται από το λαρύγγι. Αλλά αυτή η κραυγή γίνεται αλλιώτικη όταν υψώνουν το στιλέτο ή το γιαταγάνι πάνω στο θύμα τους. Αδύνατο να το περιγράψω: η πικρή ειρωνεία της νίκης, η μανία για εκδίκηση, η απάνθρωπη δίψα του αίματος, όλα μαζί εκφράζονται με αυτή την κραυγή που συνοδεύεται συνήθως από ένα γέλιο σαρδόνιο, άγριο και τρομακτικό. Αυτή την κραυγή του ανθρώπου – τίγρη, του ανθρώπου που κατασπαράζει τον άνθρωπο” [Σιμόπουλος 1979, σ. 270 – 271].

Αυτή την εικόνα της κόλασης συμπληρώνει ο Φιλήμονας: “Γυναίκες, σημειώνει, ων η λευκότης διεφιλονείκει και προς αυτήν την χιόνα, νεάνιδες, ων ουδ’ ο θάνατος κατεμάρανε την χιόνα, βρέφη, τα μεν χειραπτάζοντα τους μαστούς και βαβάζοντα, τα δε το στόμα έχοντα επί του μαστού μητρός αιμοφύρτου, νέοι, γέροντες, άνδρες, ανάμικτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές…Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ίν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ούθ’ ο πεζός, ούθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλ’ επί πτωμάτων”.

Γι’ αυτό το πτωματόστρωτο, μιλάει ο Κολοκοτρώνης στη “διήγησή” του όταν λέει: “το άλογο μου από τα τείχη ως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Και συνεχίζει δηλώνοντας: “Το ασκέρι οπού ήταν μέσα το Ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδραις 32000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτζάς” [Κολοκοτρώνης 1851, σ. 82].

Την ίδια τύχη με τους μουσουλμάνους έχει και ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης.

Οι εξεγερμένοι μη χορταίνοντας από τους βιασμούς, το αίμα των χιλιάδων θυμάτων, το πλιάτσικο των πάντων (ακόμα και των σκουριασμένων καρφιών από τους τοίχους) και την αιχμαλωσία όμορφων παιδιών προς δουλεμπορία, καταφεύγουν στα ισλαμικά και ιουδαϊκά νεκροταφεία, για να ανοίξουν τους τάφους και να πετάξουν έξω τους σκελετούς. Μετά αρχίζουν να χτυπιούνται μεταξύ τους, για να πάρει ο ένας τα λάφυρα από τον άλλο 

Στο τέλος οι αρχηγοί κάνουν ταμείο. Ο Κολοκοτρώνης αναγνωρίζεται ικανότερος, έχοντας συγκεντρώσει σαράντα εκατομμύρια γρόσια γι’ αυτό και λαμβάνει το παρατσούκλι “λαφύρας”. Ο Γιατράκος, με μια σκηνή λάφυρα, υπολείπεται του Πετρόμπεη που άρπαξε δύο εκατομμύρια γρόσια, ενώ αποστέλλει στη Μάνη δύο καμήλες και είκοσι μουλάρια φορτίο. Η δε Μπουμπουλίνα, βάζει στο κεμέρι της τέσσερα εκατομμύρια γρόσια [Βακαλόπουλος 1980, σ. 669].

Οι νικητές εγκατέλειπουν την Τριπολιτσά και γυρίζουν στα χωριά τους κουβαλώντας δούλους και λάφυρα. Πίσω τους αφήνουν, ερείπια και χιλιάδες άταφα πτώματα να κατασπαράσσονται από πεινασμένες αγέλες αδέσποτων σκύλων.

  

Βακαλόπουλος 1980: Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ε΄, Η μεγάλη Επανάσταση (1821 – 1829) – Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της (1813 – 1822), Θεσσαλονίκη 1980.

Κολοκοτρώνης 1851: Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήναι 1851.

Σιμόπουλος 1979: Κυριάκου Σιμόπουλου, Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Πρώτος τόμος 1821 – 1822, Αθήνα 1979.

Τρικούπης 1993: Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσης, τόμος Α΄, Αθήνα 1993.

Φίνλεϋ: Γεωργίου Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφραση Αλίκη Γεωργούλη, χωρίς χρονολογία.

Φραντζής 1839: Αμβροσίου Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839.

Φωτάκος 1960: Φωτίου Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, Αθήναι 1960.

Χουλιαράκης 1973: Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Α΄, Αθήναι 1973.



 

 

Φαλμεράυερ: Το αντίπαλο δέος

του ελληνικού εθνικισμού

 

 

Στα τέλη του 1833, περιηγείται για δύο μήνες την Ελλάδα, ένας γερμανός καθηγητής (της παγκόσμιας ιστορίας και των κλασικών γλωσσών στο Λύκειο της πόλης Landshut στη Βαυαρία), συγγραφέας δύο βιβλίων για το μεσαιωνικό ελληνισμό, την Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (Geschichte des Kaisertums von Trapezunt, München 1827) και την Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το μεσαίωνα (Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters, Stuttgart - Tübingen 1830).

Ο καθηγητής αυτός, ο Jakob Philipp Fallmerayer (1790 – 1861), συνοδεύει στην περιοδεία του το ρώσο στρατηγό κόμη Alexander Ostermann Tolstoi. Ενδιαφέρεται και συλλέγει πληροφορίες για το τοπωνυμικό της χώρας. Ενθουσιάζεται με ένα παλιό χειρόγραφο για την ιστορία των Αθηνών, αντίγραφο του οποίου του πουλάει ο αρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης (παραχαραγμένο έτσι ώστε να κινήσει το ενδιαφέρον του αγοραστή) [Σκοπετέα 1997, σ. 55 – 59]. Προκαλεί τόσο καλή εντύπωση, στους κύκλους της αθηναϊκής διανόησης, ώστε του προσφέρεται έδρα στο πανεπιστήμιο Αθηνών, την οποία αρνείται ευγενικά.

Θα ξανάρθει στην Αθήνα το 1842, κατά τη διάρκεια μιας δεύτερης περιήγησης στην Ανατολή. Τώρα έχει και την ιδιότητα του τακτικού μέλους της Ακαδημίας Επιστημών του Μονάχου και του ανταποκριτή της εφημερίδας Augsburger Allgemeine Zeitung. Στο συγγραφικό έργο του έχουν προστεθεί δύο βιβλία. Μια ακαδημαϊκή πραγματεία περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων (Welchen Einfluß hatte die Besetzung Griechenlands durch die Slawen auf das Schicksal der Stadt Athen und der Landschaft Attika? Stuttgart - Tübingen 1835) και ο δεύτερος τόμος της Ιστορίας του Μοριά (1836).

Ο Φαλμεράυερ θα μείνει στην Αθήνα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Στις συζητήσεις που έχει με έλληνες λόγιους, διαπιστώνει ότι ελάχιστοι γνωρίζουν το έργο του. Φεύγει από τη χώρα με την εντύπωση ότι υπήρξε πειστικός έναντι των συνομιλητών του.

Πέντε χρόνια αργότερα, το Μάιο του 1847, κατά τη διάρκεια ενός τρίτου ταξιδιού, θα επισκεφτεί για λίγες μέρες την Αθήνα. Το κύρος του στη Βαυαρία είναι πια αναμφισβήτητο. Έχει εκδώσει ένα νέο δίτομο έργο, στο οποίο έχει συγκεντρώσει τις παλιές ανταποκρίσεις του, Τα αποσπάσματα από την Ανατολή (Fragmente aus dem Orient, StuttgartTübingen 1843). Είναι πλέον επίτιμος διδάκτωρ του πανεπιστήμιου Tübingen και βρίσκεται λίγους μήνες πριν το διορισμό του στην έδρα της παγκόσμιας ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Μονάχου και την εκλογή του ως βουλευτού Μονάχου για τη γερμανική εθνοσυνέλευση της Φραγκφούρτης.

Στην Αθήνα όμως, αντιμετωπίζει μια εξαιρετικά άσχημη υποδοχή. Εφτά έλληνες λόγιοι, έχουν δημοσιεύσει έργα εναντίον των θέσεων του (οι: Ε. Βυβιλάκης, Δ. Σουρμελής, Γ. Πεντάδης Δάρβαρης, Σ. Οικονόμου, Α. Γεωργιάδης Λευκίας, Α. Παπαδόπουλος Βρετός, Κ. Παπαρρηγόπουλος). Οι εφημερίδες δημοσιεύουν πολεμικές και γελοιογραφίες εναντίον του. Ρήτορες τον κατακεραυνώνουν σε διαλέξεις, τα παιδιά τον γιουχαΐζουν στο δρόμο [Βελουδής 1982, σ. 46 – 66].

Τι έχει συμβεί; Απλώς οι Έλληνες έχουν ανακαλύψει με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, τη γνώμη του Φαλμεράυερ για αυτούς. Ότι δηλαδή, σύμφωνα με τις μελέτες του, δεν είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.

Είναι αλήθεια ότι ο Φαλμεράυερ, διατυπώνοντας τις απόψεις του, δεν είχε στο νου να χτυπήσει τη νεοελληνική διανόηση (την οποία δεν πήρε και ποτέ στα σοβαρά),   αλλά τους αρχαιόπληκτους λόγιους και πολιτικούς της Βαυαρίας και  τον προστάτη τους, ηγεμόνα - ποιητή Λουδοβίκο, που ζούσε με τη “σκέψη στην Ελλάδα, ρουφώντας την ιστορία της με λαχτάρα” [Ζάιντλ 1984, σ. 25] και παρότρυνε το γιο του Όθωνα, να μετατρέψει την Ακρόπολη των Αθηνών σε βασιλικό παλάτι [Ρος 1976, σ. 94].

Οι έλληνες δεν θα γνωρίσουν το έργο του Φαλμεράυερ, στο οποίο θα προστεθεί το 1860 και μια εργασία για Το αλβανικό στοιχείο στην Ελλάδα (Das albanesische Element in Griechenland). Μόλις το 1872, θα διαβάσουν ένα απόσπασμά του δύο σελίδων, από τον πρόλογο του πρώτου τόμου της Ιστορία του Μοριά, που βρίσκεται σε μια μετάφραση ενός έργου εναντίον των απόψεών του [Χοπφ 1872, σ. 39 – 41].

Σε αυτές τις δύο σελίδες έπρεπε να αρκεστούν οι έλληνες αναγνώστες. Για πέντε γενιές, οι έλληνες διανοούμενοι θα περάσουν γενεές δεκατέσσερες, το “διαβόητο” Φαλμεράυερ, αλλά ούτε ένας τους δεν θα αξιωθεί να φερθεί έντιμα στον αντίπαλο και να μεταφράσει κάποιο από τα καταραμένα βιβλία του.

Έπρεπε να περάσουν 149 και 172 χρόνια αντίστοιχα, για να μεταφραστούν, από τους αιρετικούς Κωνσταντίνο Ρωμανό και τον Παντελή Σοφτζόγλου, τα έργα του Περί της Καταγωγής των σημερινών Ελλήνων [Φαλλμεράυερ 1984] και ο πρώτος τόμος της Ιστορίας της Χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα [Φαλμεράιερ 2002].

Ο Φαλμεράυερ, υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος διανοούμενος, που υποστήριξε με απόλυτο τρόπο, την ασυνέχεια μεταξύ αρχαίων και νέων Ελλήνων. Ο Γερμανός Pauw, ο Πρώσος Bartholdy και οι Άγγλοι Gell και Thornton, που προηγήθηκαν, υπήρξαν μπροστά του απλώς “μισέλληνες” [Σιμόπουλος 1975, σ. 180].

Στο ίδιο το ελληνικό κράτος βέβαια, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, γινόταν σποραδικά λόγος, περί του τέλους της αρχαίας Ελλάδας. Για παράδειγμα, ο Νικόλαος Σαρίπολος στον εναρκτήριο λόγο των πανεπιστημιακών παραδόσεων, στις 21 Οκτωβρίου 1848, τόνισε πως “μετά την εν Χαιρωνεία μάχην πέπλος μέγας δουλείας επισκιάζει την Ελλάδα” [Ζακυθηνός 1974, σ. 100]. Πιο σκληρός υπήρξε στις εκφράσεις του, ο πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, όταν σε λόγο του στην Ακρόπολη, στις 21 Μαϊου 1841, είπε πως ο Φίλιππος νίκησε την Ελλάδα στη Χαιρώνεια, αλλά “έπραξε άλλο της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησε τον Αλέξανδρον” [Δημαράς 1986, σ. 71]. Αλλά ως εκεί.

Ο Φαλμεράυερ θεωρεί την ήττα στη Χαιρώνεια, ένα θανάσιμο τραύμα, που το ακολουθούν η καταστροφή της Κορίνθου από το Μόμμιο, η εισβολή του Αλάριχου και ο πόλεμος του Βυζαντίου κατά της παλιάς θρησκείας. Όλα αυτά όμως, έφεραν μόνο τον πολιτικό και πολιτιστικό θάνατο της αρχαίας Ελλάδας.

Ο βιολογικός θάνατος του μεγαλύτερου τμήματος του αρχαίου πληθυσμού της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου (όχι των νήσων), συντελείται με τη βίαιη υποδούλωση της χώρας από τους, υπό αβαρική ηγεμονία ευρισκόμενους, Σλάβους και την επί δύο αιώνες κυριαρχία τους πάνω σ’ αυτή [Φαλμεράιερ 2002, σ. 170 – 225].

Ο Φαλμεράυερ, που χρησιμοποιεί τους βυζαντινούς συγγραφείς για να θεμελιώσει την άποψή του, θεωρεί ότι το μέγα πλήθος των σλαβικών τοπωνυμίων που συναντώνται στην περιοχή, αποτελούν κατάλοιπο του εκσλαβισμού εκείνου, αλλά και απόδειξη της ύπαρξής του [Φαλμεράιερ 2002, σ. 249 – 336] και [Φαλλμεράυερ 1984, σ. 88 – 114].

Σύμφωνα με τον Φαλμεράυερ, την υποταγή των Σλάβων στους Βυζαντινούς, ακολουθεί εποικισμός πληθυσμού χριστιανών ελληνοφώνων, από διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, που πραγματοποιείται στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Α΄. Από την επιμειξία εκείνη, Σλάβων και ελληνόφωνων εποίκων, προκύπτει ο λαός των Μοραϊτών και των Ρωμιών της ηπειρωτικής χώρας [Φαλμεράιερ 2002, σ. 227 – 246] και [Φαλλμεράυερ 1984, σ. 119 – 122].

Οι θέσεις του Φαλμεράυερ, και ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, υπήρξαν αντικειμενικά, ευθεία βολή στην ιδέα περί ιστορικής συνέχειας αρχαίων και νέων Ελλήνων, την ιδέα που θα αποτελέσει το σκληρό πυρήνα, την ψυχή, του ελληνικού εθνικού μύθου.

Το γεγονός αυτό, αναδυκνύει το Φαλμεράυερ σε αντίπαλο δέος του ελληνικού εθνικισμού, τη δε θεωρία του περί εκσλαβισμού, σε “επικίνδυνο” ιστορικό κεφάλαιο. Η απόρριψη του μεσαιωνικού εκσλαβισμού της Ελλάδας, γίνεται έκτοτε υπόθεση εθνική και προσφιλές πεδίο άσκησης εθνικοφροσύνης για επαγγελματίες και ερασιτέχνες “πατριώτες”.

 

 

 

Βελουδής 1982: Γιώργου Βελουδή, Ο Jakob Philipp Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, Αθήνα 1982.

Δημαράς 1986: Κ.Θ. Δημαρά, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος / Η εποχή του – η ζωή του – το έργο του, Αθήνα 1986.

Ζακυθηνός 1974: Διονυσίου Ζακυθηνού, Μεταβυζαντινή και νεωτέρα ελληνική ιστοριογραφία, μέρος Ε΄, στα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1974.

Ζάιντλ 1984: Βολφ Ζάιντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα / Η γένεση του νεοελληνικού κράτους και το καθεστώς του Όθωνα, μετάφραση Δημ. Ηλιόπουλου, Αθήνα 1984.

Ρος 1976: Λουδοβίκου Ρος, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832 – 1833), μετάφραση Α.Σπήλιου, Αθήνα 1976.

Σιμόπουλος 1975: Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ1 1800 – 1810, Αθήνα 1975.

Σκοπετέα 1997: Έλλη Σκοπετέα, Φαλμεράυερ / Τεχνάσματα του αντίπαλου δέους, Αθήνα 1997.

Φαλμεράιερ 2002: Jac. Phil. Fallmerayer, Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα / πρώτο μέρος, μετάφραση Παντελή Σοφτζόγλου, Αθήνα 2002.

Φαλλμεράυερ 1984: Ιακώβου Φιλίππου Φαλλμεράυερ, Περί καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, μετάφραση Κωνσταντίνου Ρωμανού, Αθήνα 1984.

Χοπφ 1872: Καρόλου Χοπφ, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Ανασκευή των θεωριών Φαλλμεράυρ, μετάφραση Φραγκίσκου Ζαμβάλδη, Βενετία 1872.



 

Το χρονικό της Μονεμβασίας

 

 

Κατά τη διάρκεια των ερευνών του, στις βιβλιοθήκες των μονών του Άγιου Όρους, ο υφηγητής τότε της Γενικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μετέπειτα καθηγητής και πρωθυπουργός, Σπυρίδων Λάμπρος (1851 – 1919), ανακάλυψε ένα εξαιρετικά σημαντικό χειρόγραφο στη μονή Ιβήρων (κώδικας 329, φύλλο 203, α – β), το οποίο έδινε οριστική απάντηση στα ζητήματα της τύχης του αρχαίου ελληνικού πληθυσμού της Πελοποννήσου και του μεσαιωνικού σλαβικού εποικισμού. Η απάντηση όμως που έδινε, κατέρριπτε όλα όσα υποστήριζε μέχρι τότε η ελληνική εθνική ιστορική σχολή και δικαίωνε, εκ του τάφου, τον Φαλμεράυερ.

Είναι προφανές ότι ο Λάμπρος, προβληματίστηκε ιδιαίτερα, για το αν έπρεπε να προβεί στη δημοσίευση του χειρογράφου. Τελικά η επιστημονική δεοντολογία, υπερισχύει της εθνικής σκοπιμότητας, και ο Λάμπρος αποφασίζει, δημιουργώντας την εξαίρεση στον ελληνικό κανόνα, να δημοσιεύσει το κείμενο.

Ονομάζει το χειρόγραφο “ιβηριτικό απόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας” και το δημοσιεύει, μαζί με άλλα δύο απόγραφα του χρονικού [Λάμπρος 1884, σ. 97 – 128]. Ένα, που είχε βρει ο Giouseppe Pasini, στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Τορίνου, με τίτλο “Περί κτίσεως Μονεμβασίας και είχε δημοσιεύσει το 1749, και ένα άλλο που είχε βρει ο ίδιος ο Λάμπρος, στη βιβλιοθήκη της Μονής Κουτλουμουσίου (κώδικας 220, φύλλο 194α – 196β) και επιγραφόταν “Τον καιρό όπου οίκισεν η Μονεμβασία και πως”.

Επειδή, κατά τη γνώμη μου, το χειρόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας της μονής Ιβήρων, αποτελεί το σπουδαιότερο κείμενο για την κατανόηση των πληθυσμιακών μεταβολών που σημειώθηκαν στην Ελλάδα κατά το Μεσαίωνα, και επιπλέον είναι το περισσότερο συνειδητά αγνοημένο ή παραποιημένο από την ελληνική ιστοριογραφία, πριν προχωρήσω στην επί μέρους παρουσίασή του, το παρουσιάζω στη συνέχεια ολόκληρο.

Στον πίνακα που ακολουθεί, υπάρχουν τέσσερις στήλες. Ο αριθμός της πρώτης στήλης, ορίζει τα εδάφια, έτσι όπως ως προς το περιεχόμενό τους και τη δυνατότητα σύγκρισης, θεώρησα πως έπρεπε  να χωριστούν. Η δεύτερη στήλη περιέχει το κείμενο του χειρογράφου της μονής Ιβήρων. Η τρίτη στήλη περιέχει το κείμενο του χειρογράφου της μονής Κουτλουμουσίου και εντός παρενθέσεως της διαφοροποιήσεις που εμφανίζει το χειρόγραφο της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του Τορίνου. Τα κείμενα και των τριών χειρογράφων παρουσιάζονται με την ορθογραφία των απογραφέων τους και όχι σύμφωνα με τις διορθώσεις του Λάμπρου [Λάμπρος1884, σ. 98 – 109] ή τις μεταγενέστερες του Βέη [Βέης 1909, σ. 61 – 73]. Η τέταρτη τέλος στήλη, περιέχει συγκρίσιμα αποσπάσματα βυζαντινών συγγραφέων, για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια.

 

 

 

Ιβήρων

Κουτλουμουσίου (Τορίνου)

 

1

Εν έτει τω ΄ςξδω της του κόσμου κατασκευής,

Εις την  ημέραν των Αβάρων άχρι την σήμερον ΄ςεω΄.

 

2

όπερ ην έτος λβ΄της βασιλείας Ιουστινιανού του μεγάλου, εισήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις έθνους παραδόξου, των Αβάρων λεγομένων, και συνέτρεχε πάσα η πόλις εις την θέαν αυτών ως μηδέποτε εωρακότες έθνος τοιούτον.

 

Τω δ’ αυτώ χρόνω ειςήλθεν έθνος εν τω Βυζαντίω παράδοξον των λεγομένων Αβάρων, και πάσα η πόλις συνέτρεχεν εις την θέαν αυτών, ως μηδέποτε εωρακότες τοιούτον έθνος [Θεοφάνης]

3

 

Γένος οι Άβαρες έθνος Ουνικόν και Βουλγαρικόν (Βουλγάριον).

 

4

Είχον γαρ τας κόμας μακράς πάνυ, δεδεμένας πρανδίοις και πεπλεμένας. η δε λοιπή φορεσία αυτών ομοία των λοιπών Ούνων.

είχον γαρ τας κόμας μακράς πάνου (πάνυ) δεδεμένας πρανδϊοίς (πρανδίοις) και πεπλεμένας. η δέ λοιπή φορεσία αυτών ομοία των λοιπών Ούνων.

Είχον γαρ τας κώμας όπισθεν μακράς πάνυ δεδεμένας πρανδίοις και πεπλεγμένας. Η δε λοιπή φορεσία αυτών ομοία των λοιπών Ούννων [Θεοφάνης]

5

Ούτοι,

Ούτος (ούτοι)

 

6

καθώς ο Ευάγριος λέγει εν τω πέμπτω αυτού λόγω της εκκλησιαστικής ιστορίας,

 

 

7

έθνος όντες των αμαξοβίων των υπέρ τον Καύκασον τα επέκεινα πεδία νεμόμενοι, επεί κακώς πεπόνθασι παρά των γειτνιώντων αυτοίς Τούρκων, ταύτους φεύγοντες, της ιδίας απαναστάντες χώρας και τον αιγιαλόν του Ευξείνου διαβάντες, αφίκοντο εις Βόσπορον.

υπήρχον έθνος των αμαξοβίων των υπό τον Καύκασον τα επείκεινα παιδία νεμόμενοι. επεί επικακώς (επικακών) πεπόνθασι παρά των γειτνιώντων (γαιτυιότων) αυτοίς Τούρκων, τούτο φεύγοντες δε ιδίας απαναστάντες χώρας και τον αιγιαλόν του Ευξείνου διαβάντες αφίκοντο επί τον Βόσπορον.

Έθνος δε Σκυθικόν οι Άβαροι των αμαξοβίων, των υπέρ τον Καύκασον τα επέκεινα πεδία νεμόμενοι, οι τους γειτνιώντας Τούρκους πεφευγότες, επεί κακώς προς αυτών επεπόνθεσαν, επί τον Βόσπορον αφίκοντο. Και την ηιόνα του Ευξείνου καλουμένου Πόντου καταλιπόντες, ένθα συχνά μεν έθνη βαρβαρικά [Ευάγριος]

8

Εκείθεν δε απάραντες διήλθον τόπους πολλών εθνών, τοις παρατυγχάνουσιν αυτοίς βαρβάροις ανταγωνιζόμενοι μέχρις ου τας όχθας του Ίστρου καταλήφασι και προς Ιουστινιανόν επρεσβεύσαντο, αιτούντες δεχθήναι αυτούς.

Εκείθεν δε απάραντες διήλθον τόπους πολλών εθνών. Τούτοις παρατυγχάνουσιν ανταγωνιζόμενοι μέχρις ου τας όχθας του Ίστρου κατειλήφασι (κατελήφασι) και προς Ιουστινιανόν επρεσβεύσαντο, αιτούντες δεχθήναι αυτούς.

Εξωκίσθησαν δε και υπό Ρωμαίων πόλεις τε και στρατόπεδα, και τινες προςορμίσεις, ή στρατιωτών απομάχων γινομένων, ή και αποικιών προς των βασιλέων στελλομένων, την πόρευσιν εποιούντο, πάσι τοις εν ποσί βαρβάροις ανταγωνιζόμενοι, μέχρις ου τας ηιόνας του Ίστρου κατελείφασι, και προς Ιουστινιανόν επρεβεύσαντο [Ευάγριος]

9

Του δε βασιλέως φιλανθρώπως αυτούς προσδεξάμενος, έλαχον παρ’ αυτού έχειν την κατοίκησιν εν χώρα Μυσίας εν πόλει Δωροστόλω τη νυν καλουμένην Δρίστρα.

Του δε βασιλέως φιλανθρώπως αυτούς δεξαμένον (δεξαμένου) έλαχον παρ’ αυτού έχειν την κατοίκησιν εν χώρα μασίας (Μοισίας) εν πόλει Δωροστόλω (Δωροστύλω) την νυν καλουμένην Δρίστρα.

 

10

Και εξ απόρων εύποροι γενόμενοι και εις πλήθος εκτεθέντες και αμνήμονες και αχάριστοι ευρεθέντες ήκον Ρωμαίους καταστρεψάμενοι, Θράκας και Μακεδόνας αιχμαλωτίζοντες και αυτήν την βασιλίδα κατατρέχοντες, και τα περί αυτήν αφειδώς ληιζόμενοι.

Και εξ απόρων εύποροι γενόμενοι και εις πλήθος εκταθέντες και αμνήμονες και αχάριστοι ευρεθέντες οίκον Ρωμαίους καταστρεψόμενοι, Θράκας και Μακεδνίαν (Μακεδόνας) αιχμαλωτίζοντες και αυτήν την βασιλίδα κατατρέχοντες.

 

11

Παρέλαβον δε και το Σίρμιον, πόλιν της ευρόπης επίσημον, ήτις εν Βουλγαρία ούσα νυν καλείται Στρίωμος, πρώην μεν υπό Γηπαίδων κρατουμένην, Ιουστίνω δε τω βασιλεί παραδοθείσαν παρ’ αυτών.

 

Το Σίρμιον προς των βαρβάρων εάλω, πρωην μεν υπό Γηπαίδων κρατούμενον, Ιουστίνω δε προς αυτών παραδοθέν [Ευάγριος]

12

Δια ταύτα ουν συνθήκαι επονείδιστοι υπό Ρωμαίων γεγόνασι προς αυτούς, υποσχομένους παρέχειν αυτοίς φόρον ετήσιον χρυσού χιλιάδας π΄. Και επί τούτοις επηγγείλαντο οι Άβαρεις ησυχάζειν.

 

Αι δε συνθήκαι επονείδιστοι Ρωμαίοις. Μετά γαρ τηλικούτου κολοφώνα κακού, οία πως αγωνοθέται καθήμενοι, ώςπερ άθλον ευδοξίας δώρα λαμπρά τοις βαρβάροις παρείχοντο, ογδοήκοντα τε χιλιάδες χρυσών καθωμολόγουν αν’ έκαστον έτος τοις βαρβάροις εγκαταβάλλεσθαι [Θεοφύλακτος]

14

Του δε Μαυρικίου των σκήπτρων επειλλημένων κατά το εξακιςχιλιοστώ h΄ έτος

Του Μαυρικίου των σκήπτωρ (σκήπτρων) επιλημένου (επειλλημένου) κατά το εξακιςχιλιοστώ εβδομηκοστόν ε΄ έτος,

 

15

πρεσβεύουσιν οι Άβαρεις προς αυτόν αξιούντες ταις π΄ χιλιάσι του χρυσού ας ελάβανον παρά Ρωμαίων προςτεθήναι άλλας είκοσι.

 

Τω δ’ αυτώ μηνί πρεσβεύουσιν οι Αβάρεις προς τον αυτοκράτορα Μαυρίκιον, οι προ ολίγου χρόνου το Σέρμιον χειρωσάμενοι, πόλιν της Ευρώπης επίσημον, ηξίουν ταις ογδοήκοντα χιλιάσιν χρυσίου, αις ελάμβανον κατ’ έτος παρά Ρωμαίων, προςτεθήναι άλλας κ΄ [Θεοφάνης]

16

Ο δε βασιλεύς της ειρήνης εφιέμενος κατεδέξατο τούτο. Αλλά ουδε ήρκησε  ο της συνθήκης λόγος περαιτέρω δύο ενιαυτών.

 

Ο δε βασιλεύς ειρήνης εφιέμενος τούτο κατεδέξετο [Θεοφάνης]. Ου περαιτέρω δε διήρκεσαν των δύο ενιαυτών αι σπονδαί [Θεοφύλακτος]

17

Χαγάνος γαρ ο αυτών ηγεμών άλλοτε άλλην πρόφασιν ποιούμενος εις το ευρείν αφορμήν πολέμου και αιτών υπέρογκα ως εν τινι παρηκούσθη λύειν τας συνθήκας και εξαπιναίως Σιγγιδόνα παραλαμβάνει, πόλιν της Θράκης, αφύλακτον ταύτην ευρών, προς δε και Αυγούστας και το Βιμινάκιον. νήσος δε εστι τούτο μεγάλη του Ίστρου.

ο δε χαμνός λύει τας πονδάς (σπουδάς) αιτών υπέρογκα

Ο παρά τοις Ούνοις χαγάνος…περιφρονεί τας συνθήκας και τους όρκους …και την Σιγηδόνα την πόλιν εξαπιναίως άφρακτον ούσαν ελάμβανεν…ανελών τε Αυγούσταν και το Βιμινάκιον (αύτη δε νήσος καθέστηκε περί τα ρείθρα του Ίστρου) [Θεοφύλακτος]

18

Παρέλαβε δε και την αχίαλον την νυν μεσίνην της Μακεδονίας, και πολλάς ετέρας πόλεις εχειρώσατο τας υπό το Ιλλυρικόν τελούσας.

 

(πόλεις δ’ αυταί λαμπραί υπό το Ιλλυρικόν φορολογούμεναι) παραυτίκα στρατοπεδεύεται, και την Αγχίαλον περιτέμνεται, τας τε περιοικίδας κώμας εδήωσε [Θεοφύλακτος]

19

Ήλεν δε και μέχρι των του Βυζαντίου προαστείων τα πάντα ληιζόμενος.

 

 

20

Ηπείλει δε και τα Μακρά τείχη καταστρέψαι.

 

Ηπείλει δε και τα Μακρά τείχη καταστρέψαι [Θεοφάνης]

21

Ολίγοι δε τινες αυτών τον πορθμόν της Αβύδου διαβάντες και τα της Ασίας χωρία ληισάμενοι αύθις ανέστρεψαν.

 

 

22

Ο δε βασιλεύς πρέσβεις παρά τον χαγάνον εξαπέστειλεν Ελπίδιον πατρίκιον συν κομμεντιόλω προςθήκην των πάκτων ποιούμενος, και επί τούτω ειρήνην άγειν ο βάρβαρος καθωμολόγησε.

 

Ο δε βασιλεύς Ελπίδιον τον πατρίκιον συν Κομμεντιόλω πρέσβεις προς τον χαγάνον εξαπέστειλεν. Και ο βάρβαρος επί ταις των πάκτων συνθήκαις ειρήνην άγειν καθωμολόγησεν [Θεοφάνης]

23

Μικρόν δε ησυχάσας πάλιν τας σπονδάς διαλύει και καταπολεμεί δεινών την τε Σκυθίαν χώραν και την Μυσίαν, καταστρέψας δε φρούρια πάμπολλα.

 

Τούτω τω έτει ο των Αβάρων χαγάνος, τας σπονδάς διαλύσας, την τε Μυσίαν και Σκυθίαν κατεπολέμει δεινώς καταστρέψας την τε Ρατιάρναν και Κωνωνίαν και Ακύς και Δορόστολον και Ζαρπάδα και Μαρκιανούπολιν [Θεοφάνης]

24

Εν ετέρα δε ειςβολή

 

 

25

εχειρώσατο πάσαν την Θεσσαλίαν και την Ελλάδα πάσαν την τε παλαιάν Ήπειρον και Αττικήν και εύοιαν.

και εχειρώσατο Θετταλίαν, Ελλάδα, Αττικήν και εύβοια (Έβοια)

 

26

οι δη και εν Πελοποννήσω εφορμήσαντες πολέμω ταύτην είλον

και Πελοπόνησον.

 

27

και εκβαλόντες τα ευγενή και ελληνικά έθνη και καταφθείραντες κατώκησαν αυτοί εν αυτή.

και καταφθείραντες τα γένη κατώκησαν αυτοί εν αυτή.

…και εκβαλόντων μεν τα εγγενή ελληνικά έθνη και καταφθειράντων, κατοικισθέντων δε αυτών [Αρέθας]

28

Οι δε τας μιαιφόνους αυτών χείρας δυνηθέντες εκφυγείν, άλλος αλλαχή διεσπάρησαν.

Οι δε δυνηθέντες εκφυγείν διεσπάρησαν,

 

29

Και η μεν των Πατρών πόλις μετωκίσθη εν τη των καλαυρών χώρα του ριγίου,

και η μεν των Πατρών πόλις κατοικίσθη εν τη των καλαύρων χώρα του ρυγίου (Ρηγίου),

 

30

οι δε Αργείοι εν τη νύσω τη καλουμένη Ορόβη, οι δε Κορίνθιοι εν τη νήσω τη καλουμένη Αιγίνη μετώκησαν.

οι δε άργιοι (Αργίοι) εν τη ορόβι (Ορόβη), οι δε Κορίνθιοι εν τη Αιγίνη μετώκησαν.

 

31

Τότε δη και οι Λάκωνες το πατρώον έδαφος καταλιπόντες οι μεν εν τη νήσω Σικελίας εξέπλευσαν, οι και εις έτι εισίν εν αυτή εν τόπω καλουμένω δέμεννα και δεμενίται αντί Λακεδαιμονιτών κατονομαζόμενοι και την ιδίαν των Λακώνων διάλεκτον διασώζοντες.

Τότε και οι Λάκωνες (Λάκονες) το πατρώον έδαφος καταλιπόντες (καταλοιπόντες) εν τη Σικελία εξέπλευσαν κατοικούντες εν τόπω καλούμένον Δέμενα και αντί Λακεδαιμονιτών δεμαινίται (Δεμαινίται) κατονομάζονται.

 

32

Οι δε δύσβατον τόπον παρά τον της θαλάσσης αιγιαλόν ευρόντες και πόλιν οχυράν οικοδομήσαντες και Μονεμβασίαν ταύτην ονομάσαντες διατο μίαν έχειν των εν αυτώ ειςπορευομένων την είςοδον εν αυτή τη πόλει κατώκησαν μετά και του ιδίου αυτών επισκόπου.

οι δε λοιποί (οι δε λοιποί εκ των επισήμων) δύσβατον τόπον παρά τον της θαλάσσης αιγιαλόν ευρόντες και πόλιν οχυράν (υσχυράν) οικοδομήσαντες και Μονεμβασίαν ταύτην ονομάσαντες διατο μίαν έχει των εν αυτώ ειςπορευομένων την είςοδον εν αυτή τη πόλει κατώκησαν μετά του ιδίου αυτών επισκόπου.

 

33

Οι δε των θρεμμάτων νομείς και αγροικικοί κατωκίσθησαν εν τοις παρακειμένοις εκείσε τραχανοίς τόποις, οι και επ' εσχάτων τζακονίαι επωνομάσθησαν.

οι δε έτεροι (οι δε έτεροι των επισήμων μετά) των  θρεμμάτων νομής και άγροικι (αγροικικών) κατωκίσθησαν (κατωκήθησαν) εν τοις παρακειμένοις εκείσε τραχυνοίς τόποις οι και επ' εσχάτων Τζακωνίαι (Τζακωνίας) επωνομάσθησαν διάτη (Δια το) και αυτούς τους Λάκωνας Τζάκωνας μετονομασθήναι.

 

34

Ούτως οι Άβαροι την Πελοπόννησον κατασχόντες και κατοικήσαντες εν αυτή διήρκεσαν επί χρόνοις διακοσίοις οκτωκαίδεκα μήτε των Ρωμαίων βασιλεί μήτε ετέρω υποκείμενοι, ήγουν από του ΄ςhς΄ έτους της του κόσμου κατασκευής όπερ ην έκτον έτος της βασιλείας Μαυρικίου και μέχρι του ςουτιγ΄ έτους όπερ ην τέταρτον έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού του έχοντος Σταυράκιον.

Τοίνυν οι Άβαροι κατασχόντες την Πελοπόννησον διήκαισαν (διώκησαν) επί χρόνοις σιη΄ μήτε των Ρωμαίων βασιλείων (βασιλεί), μήτε ετέρω υποκείμενοι, ήγουν από του ΄ςουhουςου (΄ςhς ) έτους της του κόσμου κατασκευής, όπερ ην έκτον έτος της βασιλείας Μαυρικίου και μέχρι του ΄ςου τριακοστού τρειςκαιδεκάτου έτους όπερ ην δον έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού του έχοντον υιόν Σταυράκιον (υιού Σταυρακίου).

…επί διακοσίοις δεκαοκτώ χρόνοις όλοις κατεσχόντων την Πελοπόννησον, και της Ρωμαϊκής αρχής αποτεμονένων, ως μηδέ πόδα βαλείν όλως δύνασθαι εν αυτή Ρωμαίον άνδρα [Πατριάρχης Νικόλαος]

 

…από βασιλείας Μαυρικίου έτους ς μέχρι τετάρτου έτους Νικηφόρου [Αρέθας]

35

Μόνου δε του ανατολικού μέρους της Πελοποννήσου από Κορίνθου και μέχρι μαλαίου του σθαβινού έθνους δια το τραχύ και δύσβατον καθαρεύοντος, στρατηγός Πελοποννήσου εν τω αυτώ τω μέρει υπό του Ρωμαίων βασιλέως κατεπέμπετο.

Μόνου δε του ανατολικού μέρους της Πελοποννήσου από Κορίνθου και μέχρι μαλαίου (Μαλαίου) του θλαβινού (Σθλαβινού) έθνους διατο τραχεί (τραχές) και δύσβατον καθαρεύοντος στρατηγός Πελοποννήσου εν τω αυτώ το μέρει υπό του Ρωμαίων βασιλέως κατεπέμπετο.

…εφ’ ου του ανατολικού μέρους Πελοποννήσου από Κορίνθου και μέχρι Μαλεάς του Σκλαυηνού καθαρεύοντος, εις ο και στρατηγός κατεπέμπετο τη Πελοποννήσω [Αρέθας]

36

Εις δε των υπό τοιούτον στρατηγών ορμώμενος μεν από της μικράς Αρμενίας, φατριάς δε των επονομαζομένων Σκληρών συμβαλών το σθαβινώ έθνει πολεμικώς ειλέ τε και ηφάνισε εις τέλος και τοις αρχήθεν οικήτορσι αποκαταστήναι τα οικεία παρέσχεν.

Εις δε των τοιούτον στρατηγών, ορμώμενος μεν από της μικράς Αρμενίας, φατριάς δε των επονομαζομένων Σκληρών (Σεληρών), συμβαλών το Σθλαβινώ (τω Σθλαβιανών) έθνει πολεμικώς ειλέ τε και ηφάνισεν εις τέλος, και τοις αρχήθεν οικήτορσιν (οιτορσιν) αποκαταστείναι τα οικεία παρέσχεν.

Εκ τούτων των στρατηγών από της μικράς ορμώμενος Αρμενίας, φατρίας δε των επονομαζομένων Σκληρών, συμβαλών τω Σκλαυηνών έθνει, πολεμικώς είλέν τε και ηφάνισεν εις τέλος και τοις αρχήθεν οικήτορσιν αποκαταστήναι τα οικεία παρέσχεν [Αρέθας]

37

Τούτο μαθών ο προειρημένος βασιλεύς Νικηφόρος και χαράς πλησθείς δια φροντίδος έθετο το και τας εκείσε πόλεις ανακαινίσαι και ας οι βάρβαροι ηδάφησαν εκκλησίας ανακαινίσαι και αυτούς τους βαρβάρους Χριστιανούς ποιήσαι. Διο και αναμαθών την δε μετοικίαν ου διατρίβουσι οι Πατρείς κελεύσει αυτού τούτους τω εξ αρχής εδάφη απεκατέστησε μετά του ιδίου αυτών ποιμένος ος ην το τηνικαύτα Αθανάσιος τούνομα

Τούτο μαθών ο προειρημένος βασιλεύς Νικηφόρος και χαράς πλησθείς διαφροντίδος έθετο τας πόλεις ανακαινίσαι. και ας οι βάρβαροι κατηδάφεισαν (κατηδάφθησαν) εκκλησίας ανοικοδομήσαι, και αυτούς τους βαρβάρους Χριστιανούς ποιήσαι, την δε μετοκίαν (μετοχίαν) των Πατρών (Πατέρων) αναλαθών τω εδάφει των Πατρών (Πατέρων) αυτούς απεκατέστησε μετά του ιδίου αυτών ποιμένος, ος  ην Αθανάσιος τούνομα (το όνομα).

Βασιλεύς γαρ ο ειρημένος αναμαθών την μετοικίαν ου διατρίβειν κελεύσει αυτού τον τε λαόν τω εξ αρχής εδάφει αποκατέστησεν [Αρέθας]

38

και μητροπόλεως δίκαια ταις Πάτραις παρέσχετο, αρχιεπισκοπής προ τούτου χρηματιζούσης.

αρχιεπισκοπή δε τυγχάνουσα πρότερον ετιμήθη εις μητρόπολιν

και μητροπόλεως δίκαια ταις Πάτραις παρέσχετο, αρχιεπισκοπής προ τούτου χρηματιζούσης [Αρέθας]

39

Ανωκοδόμησέ τε εκ βάθρων και την πόλιν αυτών και τας του θεού αγίας εκκλησίας,

 

 

40

 

παρά του αυτού Νικηφόρου.

 

41

πατριαρχούντος έτι Ταρασίου του εν αγίοις πατρός ημών.

Πατριαρχούντος δε Ταρασίου

 

42

Την δε Λακεδαίμονα πόλιν εκ βάθρων και αυτήν ανεγείρας και ενοικίσας εν αυτή λαόν σύμμικτον Καφήρους τε και Θρακησίους και Αρμενίους και λοιπούς από διαφόρων τόπων τε και πόλεων επισυναχθέντες επισκοπήν

 

 

43

και αύθις ταύτην κατέστησε και υποκείμενη τη των Πατρών μητροπόλει εθέσπισεν, προςαφιερώσας και δύο ετέρας επισκοπάς την τε Μεθώνην και την Κορώνην.

εδόθη προς αυτήν κατ' επίδοσιν, και η αγιωτάτη επισκοπή Λακεδαιμονίας και η Μεθώνη και η Κορώνη.

 

44

Διό και οι βάρβαροι τη του θεού βοηθεία και χάριτι κατηχηθέντες εβαπτίσθησαν και τη των Χριστιανών προςετέθησαν πίστει,

 

 

45

εις δόξαν και ευχαριστίαν του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας αμήν.

 

 

46

 

Από δε της βασιλείας κυρ (κυρού) Αλεξίου του Κομνηνού πατριαρχούντος κυρ (κυρού) Ευστρατίου ετιμήθη η αγιωτάτη επισκοπή Λακεδαιμονίας εις μητρόπολιν, επισκοπούντος κυρ (κυρού) Θεοδοσίου …

 

 

 

Έχοντας μπροστά μας τα κείμενα, που θεωρούνται ως διαφορετικές εκδοχές του χρονικού της Μονεμβασίας, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Από το εδάφιο 46 (“Από δε της βασιλείας κυρ Αλεξίου του Κομνηνού…”) και μετά, συνεχίζει ένα κείμενο που δεν υπάρχει στο χειρόγραφο των Ιβήρων, αλλά αποτελεί το τελευταίο μέρος των χειρογράφων Κουτλουμουσίου και Τορίνου. Το κείμενο αυτό, που βρέθηκε και ως αυτοτελές χειρόγραφο σε έναν κώδικα του Ελληνικού Κολεγίου της Ρώμης (Collegio Greco) και δημοσιεύτηκε από το Λάμπρο [Λάμπρος 1912, σ.245 – 251], περιέχει πληροφορίες για την εκκλησιαστική ιστορία της επισκοπής Λακεδαιμονίας (τέλη 13ου – μέσα 14ου αιώνα) και δεν έχει σχέση με το καθαυτό χρονικό της Μονεμβασίας. Γι’ αυτό και παραλείπεται εδώ.

Τα χειρόγραφα Κουτλουμουσίου και Τορίνου, διαφοροποιούνται μεταξύ τους, μόνο ως προς την ορθογραφία ή τη διαφορετική ανάγνωση κάποιων λέξεων, εκτός από τα εδάφια 32 και 33 που περιέχουν τη διευκρινιστική διαφοροποίηση: “των επισήμων”. Η ουσιαστική αυτή ταύτιση των δύο χειρογράφων, υποδεικνύει ότι προέρχονται από κοινή πηγή.

Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε, το περιεχόμενο των χειρογράφων Κουτλουμουσίου – Τορίνου, ως τη μία εκδοχή του χρονικού της Μονεμβασίας. Η εκδοχή αυτή, συγκρινόμενη με εκείνη του χειρογράφου των Ιβήρων, είναι μικρότερη, καθώς λείπουν ολόκληρα εδάφια (2, 6, 11, 12, 15, 16, 18 – 24, 39, 42, 44, 45) ή επί μέρους πληροφορίες (εδάφια 25 – 28, 31). Αλλά εκτός από μικρότερη, είναι και λιγότερο αποκαλυπτική, μια και ορισμένα από τα εδάφια που λείπουν, λες και αφαιρέθηκαν σκόπιμα, για λόγους, που θα λέγαμε σήμερα, “εθνικού συμφέροντος”.

Ερχόμαστε λοιπόν να εξετάσουμε την εκδοχή του χειρογράφου των Ιβήρων, που αποτελεί το πιο πλήρες και ενδιαφέρον, από πλευράς ιστορικών ειδήσεων, κείμενο του χρονικού της Μονεμβασίας.

Το πρώτο ερώτημα, αφορά το χρόνο σύνταξης του χρονικού. Αυτός προκύπτει, από το ίδιο το κείμενο. Στο εδάφιο 31 αναφέρει, ότι ένα μέρος του πληθυσμού των Λακώνων κατέφυγε στην Σικελία, όπου ίδρυσε μία πόλη με το όνομα Δεμενά. Την εποχή της σύνταξης του χρονικού, οι Λάκωνες αυτοί κατοικούσαν ακόμη στα Δεμενά (“οι και εις έτι εισίν εν αυτή”). Σύμφωνα όμως με τον Michele Amari, στο έργο του Storia dei Musulmani di Sicilia, τα Demana (Δεμενά), ήταν μια πόλη της βορειοανατολικής Σικελίας, που έπαψε να υπάρχει στα τέλη του 10ου αιώνα [Charanis 1950, σ. 144].

Στο εδάφιο 34 του χρονικού, αναφέρεται επίσης, ότι η αβαροσλαβική κυριαρχία στην Πελοπόννησο, πήρε τέλος το τέταρτο έτος της βασιλείας του “Νικηφόρου του παλαιού”. Η αναφορά στον “παλαιό” Νικηφόρο, προϋποθέτει την ύπαρξη άλλου μεταγενέστερου αυτοκράτορα με το όνομα Νικηφόρος. Και αυτός είναι ο Νικηφόρος Φωκάς που βασίλευσε μεταξύ 963 και 969.

Από το συνδυασμό των δύο αυτών πληροφοριών, εξάγεται ότι το χρονικό συντάχθηκε, μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα, και όχι τον 16ο αιώνα, όπως υποστήριξαν οι Karl Hopf [Χοπφ 1872, σ. 62], Gustav Hertzberg [Χέρτσμπεργκ 1906, σ. 197], Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος [Παπαρρηγόπουλος 1969, σ. 230] και Νίκος Βέης [Βέης 1909, σ. 104].

Το δεύτερο ερώτημα, σχετικά με το χρονικό, είναι οι ιστορικές γνώσεις του συντάκτη του. Ο ίδιος, αναφέρει την αξιοποίηση έργων προγενέστερων αυτού συγγραφέων, όταν γράφει στο εδάφιο 6 “καθώς ο Ευάγριος λέγει”. Εκτός από τον Ευάγριο, χρησιμοποιεί το Θεοφάνη και το Θεοφύλακτο, όπως φαίνεται από τη σύγκριση των σχετικών εδαφίων (2, 4, 7, 8, 11, 12, 15 – 18, 20, 22, 23), στο πρώτο μέρος του χρονικού.

Την πληροφορία για την επί 218 χρόνια αβαροσλαβική κυριαρχία επί της Πελοποννήσου (εδάφιο 34), δεν μπορεί να την έχει πάρει από τη συνοδική επιστολή του πατριάρχη Νικόλαου (1084 – 1111) προς τον Αλέξιο Κομνηνό, όπως έγραψαν οι προαναφερόμενοι Hopf [Χοπφ 1872, σ. 63], Hertzberg [Χέρτσμπεργκ 1906, σ. 198], Παπαρρηγόπουλος [Παπαρρηγόπουλος 1969, σ. 231] και Βέης [Βέης 1909, σ. 32], εφόσον ο πατριάρχης έζησε ένα αιώνα περίπου μετά τη σύνταξη του χρονικού.

Το 1912 ο Σωκράτης Κουγέας, δημοσίευσε ένα σχόλιο του επισκόπου Καισαρείας Αρέθα, στη σύνοψη του χρονικού του πατριάρχη Νικηφόρου (806 – 815), που ανακάλυψε στον κώδικα Da 12, φύλλο 6α της βιβλιοθήκη της Δρέσδης [Κουγέας 1912, σ. 473 – 480], κώδικας που μεταφέρθηκε μεταπολεμικά στο κρατικό αρχείο της Μόσχας [Κορδώσης 1981, σ. 70]. Το σχόλιο του Αρέθα ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με ορισμένα σημαντικά εδάφια του χρονικού της Μονεμβασίας (27, 34 – 38). Το γεγονός όμως ότι, από τη μια, ο Αρέθας είχε γράψει του σχόλιό του το έτος 932, και δεν ήταν δυνατόν να έχει αντιγράψει το χρονικό της Μονεμβασίας, που συντάχθηκε μερικές δεκαετίες αργότερα, και από την άλλη, το γεγονός ότι το περιεχόμενο του σχολίου του Αρέθα, αποτελεί εμφανώς υποσύνολο της όλης διήγησης, οδηγεί στο συμπέρασμα πως τόσο ο Αρέθας, όσο και ο συντάκτης του χρονικού, έγραψαν έχοντας μπροστά τους ένα άλλο παλαιότερο κείμενο, χαμένο πλέον και άγνωστο σε μας, απ’ όπου και αντέγραψαν τα κοινά αποσπάσματα.

Η ιβηρική εκδοχή του χρονικού της Μονεμβασίας, πρέπει να διασώζει αρκετά πιστά, το περιεχόμενο αυτού του χαμένου παλαιού χειρογράφου, στο κείμενο που περιέχεται μεταξύ των εδαφίων 24 έως και 43. Το κείμενο αυτό, που αποτελεί και την πληρέστερη καταγραφή των γεγονότων, που σχετίζονται με τον αβαροσλαβικό εποικισμό της Ελλάδας, έχει ως εξής, σε μια απόδοσή του (για πρώτη φορά) στη νέα ελληνική:

Σε κάποια άλλη δε εισβολή, υποδούλωσαν (οι Άβαροι) όλη τη Θεσσαλία και όλη την Ελλάδα και την παλαιά Ήπειρο και την Αττική και την Εύβοια. Εφόρμησαν και στην Πελοπόννησο και την κατέκτησαν με πόλεμο και διώχνοντας και καταστρέφοντας τα ευγενή (ή γηγενή) και ελληνικά έθνη, κατοίκησαν αυτοί σε αυτή. Όσοι δε (από τους Έλληνες) κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τα αιματοβαμμένα χέρια τους, διασκορπίστηκαν εδώ και εκεί. Και η μεν πόλη των Πατρών μετοίκισε στη χώρα του Ρηγίου στην Καλαβρία, οι δε κάτοικοι του Άργους στο νησί που ονομάζεται Ορόβη (: Ρόβη απέναντι από το Τολό), οι δε Κορίνθιοι μετοίκησαν στο νησί που ονομάζεται Αίγινα. Τότε και οι Λάκωνες το πατρώο έδαφος εγκατέλειψαν. Και οι μεν (των Λακώνων) στη νήσο Σικελία εξέπλευσαν, και είναι ακόμα εκεί, σε ένα τόπο που λέγεται Δεμενά και Δεμενίτες αντί Λακεδαιμονίτες ονομάζονται, διασώζοντας και την ιδία διάλεκτο των Λακώνων. Άλλοι δε (των Λακώνων) βρίσκοντας ένα δύσβατο τόπο δίπλα στο γιαλό της θάλασσας, οικοδόμησαν μια οχυρά πόλη που την ονόμασαν Μονεμβασία, επειδή είχε μία μόνο είσοδο για να πορευτείς σε αυτή και κατοίκησαν σε αυτή την πόλη μαζί με τον επίσκοπο τους. Οι δε βοσκοί και οι αγρότες (Λάκωνες) κατοίκησαν στους εκεί παρακείμενους τραχείς τόπους, που μέχρι πρόσφατα ονομάζονταν Τζακονίες. Έτσι οι Άβαροι την Πελοπόννησο  αφού κατέκτησαν και κατοίκησαν σε αυτή, διήρκεσαν για 218 χρόνια, μήτε στο ρωμαίο βασιλιά μήτε σε άλλον υποκείμενοι, δηλαδή από το έτος 6096 της κατασκευής του κόσμου (587 μ.Χ.), το οποίο ήταν το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου και μέχρι το έτος 6313 (805 μ.Χ.), το οποίο ήταν το τέταρτο έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού που είχε γιο το Σταυράκιο. Μόνο δε το τραχύ και δύσβατο ανατολικό μέρος της Πελοποννήσου, από Κορίνθου και μέχρι Μαλέα, ήταν απαλλαγμένο από το σλαβικό έθνος και σε αυτό το μέρος στελνόταν ο στρατηγός της Πελοποννήσου από το ρωμαίο βασιλιά. Ένας από αυτούς τους στρατηγούς, ορμώμενος από τη Μικρά Αρμενία, από τη φατρία των επονομαζομένων Σκληρών, πολέμησε, κατέκτησε και αφάνισε τελικά το σλαβικό έθνος και τους αρχαίους κατοίκους αποκατέστησε, επαναφέροντάς τους στα σπίτια τους. Μαθαίνοντας αυτό ο προαναφερόμενος βασιλιάς Νικηφόρος και γεμίζοντας χαρά φρόντισε και τις εκεί πόλεις να ανακαινίσει και όσες εκκλησίες κατεδάφισαν οι βάρβαροι να ανοικοδομήσει και αυτούς τους βαρβάρους να κάνει χριστιανούς. Και για αυτό μαθαίνοντας ότι οι κάτοικοι της Πάτρας ζούσαν ως μέτοικοι διέταξε και τους αποκατέστησε  στα αρχαία εδάφη τους μαζί με τον ποιμένα τους που λεγόταν Αθανάσιος. Και έδωσε στην Πάτρα, που πριν ήταν αρχιεπισκοπή, δικαιώματα μητρόπολης. Και ανοικοδόμησέ εκ βάθρων την πόλη αυτών και τις άγιες εκκλησίες του Θεού, επί πατριαρχίας Ταρασίου, του άγιου πατέρα μας. Τη δε πόλη Λακεδαίμονα, εκ βάθρων και αυτή ανέγειρε και εγκατέστησε σε αυτή λαό σύμμικτο, από Καφήρους, Θρακησίους, Αρμενίους και λοιπούς προερχόμενους εκ διαφόρων τόπων και πόλεων, και κατέστησε πάλι αυτή επισκοπή και θέσπισε να είναι υποκείμενη της μητρόπολης των Πατρών, στην οποία αφιέρωσε και δύο άλλες επισκοπές, την Μεθώνη και την Κορώνη”.

Έχοντας μπρος στα μάτια του αυτό το κείμενο, μαζί με τις έως το 1912, δημοσιεύσεις των προαναφερόμενων σχετικών μεσαιωνικών κειμένων, που παρείχαν τις απαραίτητες επιπλέον διευκρινήσεις, ένας αντικειμενικός ιστορικός, θα έβγαζε το συμπέρασμα, πως ο Φαλμεράυερ είχε φτάσει βασικά σε σωστά συμπεράσματα, έχοντας  στη διάθεση του, περισσότερο ενδεικτικά αποσπάσματα και όχι ένα τέτοιο συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό.

Αν ζούσε ο Φαλμεράυερ, θα μπορούσε θριαμβευτικά να ξαναπεί : “Οι ιστορικές πηγές εκείνης της εποχής, που το κύρος τους δεν μπορούν οι αντίπαλοι να κλονίσουν με τα «όχι» τους και με τα «όχι, δεν είναι έτσι», ομιλούν τη δική μου γλώσσα” [Φαλμεράυερ 1984, σ. 76 -77].

Κάτω από το βάρος των αποδείξεων, οι έλληνες ιστορικοί σιώπησαν μέχρι το 1944. Τότε, η ανάπτυξη του μακεδονικού εθνικού κινήματος, μεταξύ των σλαβοφώνων κατοίκων των βορείων ελληνικών επαρχιών, ξαναφέρνει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο, τα  ζητήματα των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Σλάβων, και τα συναφή του εκσλαβισμού των Ελλήνων και του εξελληνισμού των Σλάβων. Οι έλληνες πανεπιστημιακοί και ακαδημαϊκοί (ιστορικοί και άλλοι), αφήνουν τα προσχήματα και αναλαμβάνουν τον καθαρά πολιτικό – ιδεολογικό ρόλο τους. Ένας από τους στόχους τους, είναι για μια ακόμη φορά ο Φαλμεράυερ και το άμεσα συνδεδεμένο με τις θέσεις του, χρονικό της Μονεμβασίας.

Η επίθεση άρνησης του περιεχομένου του χρονικού της Μονεμβασίας, διαρκεί τέσσερα χρόνια και παίρνουν μέρος σε αυτή: ο καθηγητής βυζαντινής ιστορίας και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Άμαντος [Άμαντος 1944, σ. 213 - 215, 219 – 221 ] και [Άμαντος 1946, σ. 14], ο καθηγητής της αρχαιολογίας και ακαδημαϊκός Αντώνιος Κεραμόπουλος [Κεραμόπουλος 1945, σ. 113, 119 - 120], ο καθηγητής βυζαντινής ιστορίας και ακαδημαϊκός Διονύσιος Ζακυθηνός [Ζακυθηνός 1945, σ. 37 – 38, 41 – 44, 48], ο ακαδημαϊκός και πολιτικός (πρωθυπουργός το 1949) Αλέξανδρος Διομήδης [Διομήδης 1946, σ. 39, 71, 137, 202 - 203], ο καθηγητής λαογραφίας και ακαδημαϊκός Στίλπων Κυριακίδης [Κυριακίδης 1947, σ. 63 – 64, 94 - 95] και ο φιλόλογος Σπυρίδων Παγουλάτος, που θα γίνει διδάκτωρ της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, “απορρίπτοντας την αξία” του χρονικού της Μονεμβασίας [Παγουλάτος 1947, σ. 32, 36].

Όσα υποστήριξαν οι ανωτέρω, και ο Χρυσανθόπουλος λίγο αργότερα [Χρυσανθόπουλος 1951, σ. 245, 252] τα συμπύκνωσε με τον καλύτερο τρόπο ο Κυριακίδης, όταν συμπερασματικά έγραψε: “Τα λεγόμενα περί ερημώσεως της Πελοποννήσου από των Ελλήνων αυτής κατοίκων και της επί 218 έτη κατοχής αυτής υπό των Αβάρων ή Σλάβων, οι οποίοι εκχριστιανισθέντες κατόπιν είναι οι πρόγονοι των σημερινών Πελοποννησίων, είναι μύθος, στηριζόμενος εις χονδροειδή και ιδιοτελή πλαστογραφίαν. Αστήρικτος επίσης είναι και η γνώμη, ότι οι σημερινοί Πελοποννήσιοι είναι απόγονοι Ελλήνων εποίκων, τους οποίους εκ διαφόρων του κράτους θεμάτων απώκισεν εις την Πελοπόννησον ο Νικηφόρος ο Α΄. Τα εγγενή ελληνικά γένη δεν κατεφθάρησαν ούτε και ηφανίσθησαν ποτέ. Αληθές είναι ότι κατά τον Η΄ κυρίως αιώνα ποιμενικαί σλαβικαί πατριαί, νομαδικώς και ειρηνικώς κινούμενοι, εισέδυσον και εις την Πελοπόννησον και ένεμον τα ποίμνια αυτών εις τας ορεινάς περιοχάς” [Κυριακίδης, σ.94].

Ο Κυριακίδης, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, ονομάζει την ιστορία μύθο, και τον ελληνικό εθνικό μύθο, ιστορία. Αρνείται τα ιστορικά γεγονότα και πλάθει “γεγονότα” με το μυαλό του. Όσα περιέχει αυτό το απόσπασμα, είναι ότι ο ίδιος ονομάζει, χονδροειδή και ιδιοτελή πλαστογραφία.

Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η θέση της ελληνικής εθνικής ιστορικής σχολής, μέχρι τις μέρες μας. Υπενθύμιση από την έδρα, του “εθνικά ορθού” ή αναμάσημα των ίδιων “όχι” και “όχι, δεν είναι έτσι”. Μοναδική “νέα εθνική συμβολή”, η  επισήμανση της καθηγήτριας του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Νυσταζοπούλου Πελεκίδου [Πελεκίδου 1995, σ. 45], ότι  αυτοί που θεωρούν αξιόπιστο το περιεχόμενο του χρονικού της Μονεμβασίας, είναι “ιστορικοί των Σκοπίων”!

 

 

Άμαντος 1944: Άμαντου Κωνσταντίνου, Οι Σλάβοι εις την Ελλάδα, BYZANTINISCHNEUGRIECHISCHE JAHRBÜCHER, Athen 1944.

Άμαντος 1946: Άμαντου Κωνσταντίνου, Σλάβοι και Σλαβόφωνοι εις τας ελληνικάς χώρας, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, Αθήναι 1946.

Βέης 1909: Βέη Νίκου: Το περί της κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν, ΒΥΖΑΝΤΙΣ, 1 (1909).

Διομήδης 1946: Διομήδη Αλεξάνδρου, Βυζαντιναί μελέται / Αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946

Ζακυθηνός 1945: Ζακυθυνού Διονυσίου, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Συμβολαί στην ιστορίαν του μεσαιωνικού Ελληνισμού, Αθήναι 1945.

Κεραμόπουλος 1945: Κεραμόπουλου Αντωνίου, Οι Έλληνες και οι βόρειοι γείτονες, Αθήναι 1945.

Κορδώσης 1981: Κορδώση Μιχαήλ, Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, Αθήνα 1981.

Κουγέας 1912: Κουγέα Σωκράτους, Επί του καλουμένου χρονικού “Περί της κτίσεως της Μονεμβασίας”, ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ, 9 (1912).

Κυριακίδης 1947: Κυριακίδου Στίλπωνος, Βυζαντιναί Μελέται / Οι Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Θεσσαλονίκη 1947.

Λάμπρος 1884: Λάμπρου Σπυρίδωνος, Ιστορικά Μελετήματα, Αθήναι 1884.

Λάμπρος 1912: Λάμπρου Σπυρίδωνος, Δύο αναφοραί μητροπολίτου Μονεμβασίας προς τον πατριάρχην, ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ, 9 (1912).

Παγουλάτος 1947: Παγουλάτου Σπυρίδωνος, Οι Τσάκωνες και το περί κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν, Αθήναι 1947

Παπαρρηγόπουλος 1969: Παπαρρηγόπουλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, βιβλίο ένατο, Αθήναι 1969.

Πελεκίδου 1995: Νυσταζοπούλου Πελεκίδου Μαρία, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα 1995.

Φαλμεράυερ 1984: Ιακώβου Φιλίππου Φαλμεράυερ, Περί καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, μετάφραση Κωνσταντίνου Ρωμανού, Αθήνα 1984.

Χέρτσμπεργκ 1906: Χέρτσμπεργκ Γ. Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου έως σήμερον, μετάφραση Π. Καρολίδου, τόμος Α΄, Αθήναι 1906.

Χοπφ 1872: Χοπφ Χαρόλου, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Ανασκευή των θεωριών του Φαλμεράυρ, μετάφραση Φραγκίσκου Ζαμβάλδη, Βενετία 1872.

Charanis 1950: Charanis Peter, The Chronicle of Monemvasia and the Question of the Slavonic Settlements in Greece, Dumbarton Oaks Papers, V (1950).


 

 

 

 

 

Η εθνική επιχείρηση

εξελληνισμού των τοπωνυμίων

 

 

 

Κάποιος που θα ανοίξει ένα χάρτη της Ελλάδας κλίμακας 1: 500.000, εκτός από τα ονόματα των οικισμών (χωριών και πόλεων), θα διαβάσει τα ονόματα βουνών, ποταμών, λιμνών, θαλασσών, νησιών, κόλπων και ακρωτηρίων. Αυτά είναι τα πιο γνωστά, τα “μεγάλα” τοπωνύμια.

Αν πάρει στα χέρια του ένα χάρτη 1: 50.000, θα μπορέσει επίσης να δει, τα ονόματα που έχουν οι βρύσες, τα ρέματα, οι βουνοκορφές, οι ράχες, οι λάκκες, οι κάμποι, οι λόγγοι, τα κάστρα, τα μοναστήρια, τα ξωκλήσια, οι όρμοι και οι παραλίες. Όλα αυτά θεωρούνται μικροτοπωνύμια.

Τέλος, αν ξεφυλλίσει ένα βιβλίο συλλογής μικροτοπωνυμίων μιας περιοχής, θα βρει επιπλέον ονόματα για χώματα, αμμούδες, πέτρες, βράχια, μάρμαρα, γκρεμούς, λαγκάδια, διάσελα, γούβες, πλεύρες, στενά, σπηλιές, βάλτους, καταβόθρες, φωλιές, τρύπες, λιβάδια, δέντρα, αμπέλια, χωράφια, καλύβια, αχούρια, μαντριά, αλώνια, περιβόλια, αυλάκια, κανάλια, γεφύρια, στέρνες, πηγάδια, λουτρά, πύργους, βίγλες, καμίνια, μύλους, χάνια, μνήματα, χαλάσματα, ρούγες, στράτες, διβάρια και άλλα πολλά.

Εάν υπολογίσουμε ότι σε κάθε έναν από τους 13.180 οικισμούς της χώρας (απογραφή 2001), αναλογούν από 50 έως 100 μικροτοπωνύμια, γίνεται φανερό ότι ο τοπωνυμικός θησαυρός της Ελλάδας, αριθμεί περίπου ένα εκατομμύριο λέξεις. Πρόκειται βέβαια για έναν καλά κρυμμένο θησαυρό, που όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, το ελληνικό κράτος δεν επιθυμεί την ανακάλυψή του.

Στα τοπωνύμια ενός τόπου, υπάρχει μια χρονική διαστρωμάτωση. Άλλα δηλαδή τοπωνύμια είναι παλιά και άλλα νέα. Ορισμένα από αυτά έχουν λάβει το όνομά τους, από ανθρώπους που είναι ακόμα ζωντανοί και άλλα έχουν δοθεί από γενιές που έζησαν πριν από δεκάδες ή και εκατοντάδες χρόνια.

Η σημασία ενός τοπωνυμίου, την εποχή της ονοματοδοσίας, είναι απολύτως κατανοητή, καθώς το τοπωνύμιο παίρνει το όνομα από την ομιλούμενη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής που βρίσκεται. Εάν η λέξη – όνομα δεν είναι ιδιωματική ή διαλεκτική, αλλά ανήκει στην ευρύτερη γλωσσική οικογένεια, τότε είναι κατανοητή και από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας.

Με το πέρασμα του χρόνου, το τοπωνύμιο αυτό μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Όσο το όνομα του τοπωνυμίου αποτελεί και λέξη (ή λέξεις) του καθημερινού λεξιλογίου, της ζωντανής γλώσσας, οι υπάρχουσες γενιές κατανοούν και τη σημασία του. Από ένα σημείο και μετά όμως, το τοπωνύμιο μπορεί να χρησιμοποιείται, δίχως αυτοί που το αναφέρουν να καταλαβαίνουν πια τι εννοεί. Γίνεται έτσι ένα “παράξενο” όνομα, μια άγνωστη λέξη, που όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν, συχνά με φωνητική αλλοίωση, για να δηλώσουν τον ίδιο τόπο που δήλωναν και οι πρόγονοί τους.

Συμβαίνει επίσης συχνά, η σημασία ενός παλαιού τοπωνυμίου, να γίνεται αντιληπτή από τους ντόπιους ή τους κοντοχωριανούς, καθώς είναι όνομα – λέξη ενός ιδιωματικού λεξιλογίου, αλλά να είναι άγνωστη στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας, που χρησιμοποιεί την επίσημη κοινή γλώσσα.

Αντλώντας παραδείγματα από το τοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου [GeorgacasMcDonald 1968, σ. 114, 116, 126, 128, 163, 200, 238], βλέπουμε ότι οι κάτοικοι δέκα χωριών της περιοχής ονομάζουν “Οβορό”, δέκα αντίστοιχες τοποθεσίες, κατανοώντας και την, άγνωστη για τους περισσότερους Έλληνες, σημασία της λέξης, που είναι ο στάβλος, η στάνη, το μαντρί.

Όμως το τοπωνύμιο “Ποτόκι”, που συναντάτε σαν όνομα ρεμάτων, σε εννέα χωριά της ίδιας περιοχής, είναι τόσο για τους ντόπιους, όσο και για όλους τους Έλληνες μια άγνωστη λέξη.

Στη μία περίπτωση, το τοπωνύμιο “Οβορός”, είναι η λέξη Obor των νότιων σλαβικών γλωσσών, που σημαίνει το στάβλο, στην άλλη δε, το τοπωνύμιο “Ποτόκι” είναι η λέξη “Potok”, κοινή σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, που σημαίνει το ρέμα, το χείμαρρο.

Μελετώντας το τοπωνυμικό αυτής της περιοχής, θα δούμε ότι χρησιμοποιούνται και άλλες σλαβικές λέξεις ως τοπωνύμια, όπως η “Γλίνα / Glina (8 φορές) για τα αργιλώδη εδάφη, ο “Βιρός / Vir” (10 φορές) για τα βαθιά μέρη του ποταμού, η “Κορίτα / Korito” (24 φορές) για τις ποτίστρες των ζώων, η “Μουτσ(ι)άρα / Močur ή Močvara (14 φορές) για τα στάσιμα ύδατα, η “Γρανίτσα / Granica” (15 φορές) για το όριο, το σύνορο.

Αν προχωρήσουμε την έρευνα για κάθε τοπωνύμιο χωριστά, θα δούμε για παράδειγμα, ότι με το όνομα “Γρανίτσα” υπάρχουν δύο οικισμοί στην Ελλάδα (στους νομούς Ευρυτανίας και Ιωαννίνων) και τέσσερα μετονομασμένα χωριά: Ανθόφυτον Αιτωλοακαρνανίας, Διακόπιον Φωκίδος, Λαφύστιον Βοιωτίας και Νυμφασία Αρκαδίας. Ψάχνοντας δε σε ένα γεωγραφικό λεξικό της Ευρώπης, θα βρούμε με το όνομα “Granica ή Granitsa”, τρία τοπωνύμια στη Βοσνία, ένα στη Βουλγαρία, ένα στην Κροατία, δέκα στην Πολωνία, ένα στη Ρωσία, ένα στην Ουκρανία και δεκαεπτά στη Γιουγκοσλαβία. Παρόμοιες αντιστοιχίες θα βρίσκαμε και για τα άλλα σλαβικά τοπωνύμια.

Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σλαβική γλώσσα, ήταν κάποτε γλώσσα μεγάλου τμήματος του πληθυσμού της εξεταζόμενης περιοχής, αλλά και άλλων περιοχών της χώρας.

Στο ίδιο συμπέρασμα, έφτασε και ο Φαλμεράυερ, έχοντας μάλιστα στη διάθεσή του, κυρίως ονόματα οικισμών και όχι κάποιο πλουσιότερο υλικό μικροτοπωνυμίων, όταν έγραφε πως όταν “βρίσκει κανείς δίπλα στα ερείπια της Μαντινείας, του Αιγίου, της Ωλένου, των Αμυκλών, της Μεσσήνης και της Μεγαλόπολης τόπους και ποταμάκια που ονομάζονται Γκοριτσά, Βοστίτζα, Καμίνιτσα, Πίρνατσα, Χλουμούτσι, Σλάβιτζα, Βελιγοστή και Αράχοβα, τότε δεν είναι αναγκαία μια σε βάθος εξέταση για να διακρίνει κανείς ότι τέτοια ονόματα δεν μπορεί να βρίσκονται σε μια χώρα που έχει παραμείνει αρχαιοελληνική, αλλά μάλλον στη Σερβία, στη Βουλγαρία, τη Γαλικία, τη Βοημία, την Κράινα, την Πομερανία και τη Ρωσία και, συνεπώς, ότι αυτά έχουν την προέλευσή τους όχι από Έλληνες, αλλά από ανθρώπους που μιλούσαν σλάβικα” [Φαλμεράυερ 2002, σ 207].

Έτσι όμως ο Φαλμεράυερ, συνέδεσε το ζήτημα των σλαβικών τοπωνυμίων της Ελλάδας, με το ζήτημα της καταγωγής των Ελλήνων και τον ελληνικό εθνικό μύθο, με αναπόφευκτη συνέπεια, εκτός από αυτόν και τα μεσαιωνικά βυζαντινά έργα που στήριζαν την άποψη του, να μπουν στο στόχαστρο του ελληνικού εθνικισμού και τα τοπωνύμια της χώρας.

Κι αν μεν τον Φαλμεράυερ τον έβριζαν, τους βυζαντινούς συγγραφείς τους χαρακτήριζαν αναξιόπιστους, με τα τοπωνύμια της χώρας, που σύμφωνα με την κλασσική έκφραση του Μηλιαράκη, ήταν ανάγλυφες επιγραφές στο έδαφος, τι θα έκαναν; Η απάντηση που δόθηκε από το ελληνικό κράτος, σε αυτή την ερώτηση, ήταν: οργανωμένη εθνική επιχείρηση για τον εξελληνισμό τους.

Η επιχείρηση εξελληνισμού, δεν αφορούσε βέβαια μόνο τα σλάβικα τοπωνύμια, γιατί στη χώρα υπήρχαν ακόμη, χιλιάδες τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα, βενετσιάνικα λατινικά ή και άλλα αρχαιότερα (υπολείμματα ενός προελληνικού, βαλκανικού υποστρώματος).

Του λόγου το αληθές, επιβεβαιώνει μια πρόσφατη διδακτορική διατριβή, για το τοπωνυμικό της περιοχής του Ζαγορίου, ο συγγραφέας της οποίας, επί συνόλου 3.504 μικροτοπωνυμίων που ανήκουν σε 42 χωριά (35 ελληνόφωνα και 7 βλαχόφωνα), βρήκε αμιγώς ελληνικά, περίπου μόνο τα μισά μικροτοπωνύμια (1800 ή 51,4 %). Από τα υπόλοιπα, τα 505  ή 14,4 % είναι βλάχικα (αρομούνικα), τα 444 ή 12,7 % σλάβικα, τα 235 ή 6,7 % αλβανικά και τα 190 ή 5,4 % τούρκικα [Οικονόμου 1991, σ. 754].

 

 

Η διοίκηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, εκδήλωσε από την αρχή της συγκρότησής της, την αρχαιολατρία της, όταν στους πρώτους νόμους για τη διοικητική διαίρεση της χώρας, άρχισε να δανείζεται ονόματα από την ελληνική αρχαιότητα για να ονομάσει τις περιφέρειες, τους νομούς, τις επαρχίες, τους δήμους και τους οικισμούς, παραβλέποντας τις παλιές ιστορικές ονομασίες. Πολύ γρήγορα το όνομα Μοριάς αντικαταστάθηκε από την Πελοπόννησο, η Ρούμελη από τη Στερεά, ο Έγριπος από την Εύβοια.

Στο πρώτο διάταγμα της 3ης Απριλίου 1833 “Περί της διαιρέσεως του βασιλείου και της διοικήσεώς του” [Χουλιαράκης 1973, σ. 97 – 99], αντί για Καρλέλι, Ζυγό, Βλοχό, Βενέτικο, Βλαχοχώρια, Δερβενοχώρια, Κράβαρα, Απόκουρο, Λεπάντο, Βοδονίτσα, Νεγκρεπόντε, βρίσκουμε στη Ρούμελη: Αιτωλία, Ακαρνανία, Φωκίδα, Λοκρίδα, Βοιωτία, Αττική και Εύβοια.

Στο Μοριά, εξαφανίζονται οι περιοχές Ιμπλάκικα, Κάτω Ναχαγιέ, Νεζερά, Χάσια, Λιβάρτζι, Κατσάνες, Κοντοβούνια, Λιοδώρα, Πέρα Μεριά, Σαμπάζικα, Λάκκοι, Κάμποι, Σαμπάζικα, Κουνουποχώρια, Ολυμποχώρια, Βρουστοχώρια, Οπισινά Χωριά, Βαρδουνοχώρια, Τρίγωνα, Κολοκύθια, Λάγια, Μαλέβρι, Φωκάς, Ζυγός [Σακελαρίου, 1978, σ. 99 – 113]. Στη θέση τους εμφανίζονται τα ονόματα Αχαΐα, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία, Τριφυλία, Μεγαλόπολη, Μαντινεία, Γορτυνία, Κυνουρία, Λακεδαίμονα και άλλα.

Με αλλαγμένα ονόματα βρίσκουμε τα νησιά: Κούλουρη (Σαλαμίνα), Θερμιά (Κύθνος), Τζια (Κέα), Αρζαντιέρα (Κίμωλος), Πολύκαντρος (Φολέγανδρος), Σαντορίνη (Θήρα), Ναφιό (Ανάφη), Αξιά (Νάξος).

Έχουμε επίσης και τις πρώτες μετονομασίες οικισμών: Σπέτσες Τιπάρηνος), Βοστίτσα (Αίγιον), Καλάβρυτα (Κίναιθα), Πύργος (Πύλος Τριφυλιακή), Φανάρι (Παρρασία),  Αρκαδιά (Κυπαρισσία), Νεόκαστρο (Πύλος), Καλαμάτα (Καλάμαι),  Τριπολιτσά (Τρίπολις), Καρύταινα (Γόρτυνα), Πραστός (Πρασιαί), Μιστράς (Σπάρτη), Μονεμβασία (Επίδαυρος Λιμηρά), Μαραθονήσι (Γύθειον), Βάτουλο (Οίτυλος), Δραγαμέστο (Αστακός), Βραχώρι (Αγρίνιον), Καρπενήσι (Καλλιδρόμη), Ζητούνι (Λαμία), Ταλάντι (Αταλάντη) και Σάλωνα (Άμφισσα).

Η μετονομασία των τοπωνυμίων, πριν γίνει επίσημη πολιτική του ελληνικού κράτους, συνεχίζει με μικρά βήματα. Κάποια κεφαλοχώρια αλλάζουν όνομα από απογραφή σε απογραφή: Κούντουρα (Μάνδρα), Τσίμοβα (Αρειόπολις), Καστρί (Ερμιόνη), Κουρσαλάς (Κορωπί), Καστρί (Δελφοί), Καρβασαράς (Αμφιλοχία).

Στους χάρτες αλλάζουν τα ονόματα των ποταμών: Αλαμάνα (Σπερχειός), Άρτα (Άραχθος), Ασπροπόταμος (Αχελώος), Βαλανάς (Ερασίνος), Βασιλοπόταμος (Ευρώτας), Βίστριτσα (Αλιάκμων), Βούλγαρης (Τιταρήσιος), Βουριένης (Ασωπός), Γαστούνης (Πηνειός), Ζελεχοβίτικος (Λάδων), Καστανάς (Αροάνιος), Λεστινίτσα (Ενιπεύς), Λυκόρμας (Εύηνος), Μαυρονέρι (Κράθις), Μέγδοβας (Ταυρωπός), Μπούζης (Νέδων), Πάνιτσα (Ίναχος), Πιρνάτσα (Πάμισος), Ρουφιάς (Αλφειός), Φίδαρης (Ευήνος).

Αλλάζουν επίσης τα ονόματα των βουνών: Βελούχι (Τυμφρηστός), Βοδιάς (Παναχαϊκό), Βουλκάνο (Ιθώμη), Ελατιάς (Κιθαιρών), Ζίρια (Κυλλήνη), Λιάκουρα (Παρνασσός), Μαλεβό (Πάρνων), Ντουρντουβάνα (Πεντέλεια), Οζιά (Πάρνηθα), Ολύτσικας (Τόμαρος), Παλαιοβούνα (Ελικών), Πενταδάκτυλος (Ταΰγετος), Σκίπεζα (Σκίαθις), Τετράζι (Λύκαιον), Χελμός (Αροάνια) [Βάλδκαμπφ 1901, σ 19 – 40, 70 – 94].

Το 1855 δημοσιεύεται το πρώτο βασιλικό διάταγμα, που αφορά αποκλειστικά τη μετονομασία ενός οικισμού. Διαβάζουμε στο φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως αρ. 38, της 22ας Σεπτεμβρίου: “Ο οικισμός Γαϊδουροχώρι του δήμου Άριος (επαρχία Καλαμών), μετωνομάσθη Αριοχώρι”.

Μέχρι το 1909, μετονομάζονται άλλοι 23 οικισμοί. Και τότε γίνεται η μεγάλη τομή. Αποφασίζεται η οργανωμένη εθνική επιχείρηση για τον εξελληνισμό των ονομάτων των οικισμών, με το διάταγμα “περί συστάσεως επιτροπείας προς μελέτην των τοπωνυμίων της Ελλάδος και εξακρίβωσιν του ιστορικού λόγου αυτών” [Χουλιαράκης 1973, σ. 208].

Στην εισηγητική έκθεση του υπουργού Εσωτερικών Ν. Λεβίδη, εξηγούνται οι λόγοι που επέβαλαν την απόφαση του εξελληνισμού: “Τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν αίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας, συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνιμα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν της εθνικής συστάσεως του πληθυσμού των χωρίων εκείνων, ων τα ξενικά ονόματα ηδύνατο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν”.

Τα πρώτα διορισμένα μέλη της επιτροπής είναι γνωστοί έλληνες λόγιοι. Πρόεδρος αναλαμβάνει ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης και μέλη άνδρες που ήταν (ή θα γίνουν) καθηγητές πανεπιστημίου και ακαδημαϊκοί: οι ιστορικοί Σπυρίδων Λάμπρος, Σωκράτης Κουγέας, Νικόλαος Βέης, Κωνσταντίνος Άμαντος και Δημήτρης Καμπούρογλους, οι αρχαιολόγοι Παναγιώτης Καββαδίας, Γεώργιος Σωτηριάδης και Χρήστος Τσούντας και ο γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκης [Λιθοξόου 1991, σ. 63]. Ό,τι δηλαδή θα αποκαλούσαμε, βαρύ πυροβολικό του ελληνικού εθνικισμού.

Στην αρχή η επιτροπή φαίνεται πως αναλώθηκε σε συζητήσεις, γιατί μεταξύ 1910 και 1914, έχουμε μόνο εννέα μετονομασίες. Το 1915, με 61 μετονομασίες θεωρείται καλή χρονιά. Μεταξύ 1916 και 1919 σημειώνονται άλλες 65 μετονομασίες. Η χαμηλή παραγωγικότητα της επιτροπής, ωθεί την κυβέρνηση να υποχρεώσει την επιτροπή, να προχωρήσει σε αναγκαστική συνεργασία με τους δασκάλους όλης της χώρας, προκειμένου να προχωρήσει ο εξελληνισμός. Η επιτάχυνση των διαδικασιών επιβάλλεται, λόγω και της ενσωμάτωσης των νέων επαρχιών, με τα χιλιάδες νέα “βάρβαρα” τοπωνύμια. Στις 10 Οκτωβρίου 1919, η επιτροπή, με εγκύκλιο επιστολή, ανακοινώνει στους εκπαιδευτικούς τη νέα απόφαση:

Η επί των τοπωνυμιών της Ελλάδος Επιτροπεία, της οποίας έργον κυριώτατον είναι η εκβολή όλων των τουρκοφώνων ονομάτων των συνοικισμών και κοινοτήτων, τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος, παρέχουσι δε και αφορμήν εις δυσμενή δια το ελληνικό έθνος εθνολογικά συμπεράσματα, τα οποία οι αντίπαλοι λαοί μεταχειρίζονται εναντίον ημών, απεφάσισε κατ’ εντολήν του Υπουργείου των Εσωτερικών όπως εντείνει τας προσπαθείας της δια την αντικατάστασιν των ξενοφώνων ονομάτων δι’ ελληνοφώνων. Αλλ’ η εκλογή του νέου ονόματος δεν είναι καθόλου εύκολος. Απαιτείται γνώσις ακριβής του τόπου, την οποίαν, τα μέλη της Επιτροπείας, ζώντα εν Αθήναις δεν έχουσι. Δια τούτο η Επιτροπεία απεφάσισε να αποταθή εις τους κατά τόπους κυριωτάτους αντιπροσώπους του πνευματικού βίου της Ελλάδος, τους δημοδιδασκάλους” [Χουλιαράκης  1973, σ. 209].

Το νέο σχήμα της εθνικής επιχείρησης μετονομασιών, υπήρξε στην αρχή συγκρατημένο, λόγω της διεθνούς συγκυρίας, της συζήτησης περί μειονοτικών δικαιωμάτων και τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Μεταξύ 1920 και 1925, ανακοινώνονται μόνο 61 νέες μετονομασίες. Οι αλλαγή των ονομάτων 500 περίπου οικισμών της Θράκης, περνάει “λάθρα”, μέσα από  την απογραφή του 1920 [Λεξικόν 1923].

Μόλις ωστόσο το τοπίο ξεκαθαρίζει, το ελληνικό κράτος διατάζει την επιτροπή να αλλάξει το χάρτη της χώρας με συνοπτικές διαδικασίες. Με το διάταγμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1926, επιτρέπεται “ίνα μεταβληθώσι ξενόφωνα ή κακόηχα ονόματα συνοικισμών, πόλεων ή κωμών”. Σε κάθε νομαρχία, συγκροτείται υποεπιτροπή μετονομασιών υπό την προεδρία του νομάρχη. Εκτός των εκπαιδευτικών, συνιστάται  η συμμετοχή σε αυτή “δημοσίων υπαλλήλων και εντοπίων προσώπων, δυναμένων να συντελέσωσιν εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν”. Μετά τη μετονομασία, “απαγορεύεται απολύτως η χρήσις των παλαιών ονομάτων”. Η παράβαση της απαγόρευσης, “αποτελεί πταισματικήν παράβασιν τιμωρουμένην με πρόστιμον μέχρις 100 δραχμών, ή με κράτησιν μέχρι 10 ημερών” [Χουλιαράκης 1975, σ. 344 – 345].

Το διάταγμα αυτό δίνει το σύνθημα. Μέχρι το 1928, μετονομάζονται 2.500 περίπου οικισμοί !

Μετά οι ρυθμοί πέφτουν. Μεταξύ 1929 – 1952 ακολουθούν 354 μετονομασίες. Τη πενταετία 1953 – 1957 σημειώνονται 760 και ανάμεσα 1958 και 1971 άλλες 326. Έκτοτε οι μετονομασίες των οικισμών γίνονται σπάνιες, καθώς δεν έχουν απομείνει και πολλά ξενόφωνα ονόματα για αλλαγή. Ο σκοπός έχει επιτευχθεί, τα μισά περίπου ονόματα των οικισμών άλλαξαν, η Ελλάδα έγινε αγνώριστη.

Για την ποιότητα βέβαια της εργασίας αυτής, καλύτερα να μη γίνεται λόγος. Για παράδειγμα, το όνομα “Κρήνη” επιλέχθηκε για τη μετονομασία 10 οικισμών, η “Λεύκη” για 10, η “Χαραυγή” για 10, η “Κυψέλη” για 11, η “Εξοχή” για 11, η “Αγία Τριάς” για 12, η “Μεταμόρφωσις” για 12, ο “Πλάτανος” για 12, ο “Άγιος Γεώργιος” για 13, η “Αγία Παρασκευή” για 15, ο “Άγιος Νικόλαος” για 15, η “Πηγή” για 15, ο “Σταυρός” για 15, το “Κρυονέρι” για 17, η “Δάφνη” για 24 και η “Καλλιθέα” (μακράν όλων) για 44.

Εκτός όμως από τους οικισμούς, τα ονόματα των οποίων εξελληνίσθηκαν, “δυσμενή δια το ελληνικό έθνος εθνολογικά συμπεράσματα”, μπορούσαν να αντληθούν και από τα μικροτοπωνύμια. Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης δίνει την πληροφορία, πως η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, είχε ζητήσει προπολεμικά, τη βοήθεια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για τη μετονομασία των μικροτοπωνυμίων των επιτελικών χαρτών [Τριανταφυλλίδης 1938, σ. 257].

Η Γεωγραφική Υπηρεσία, εξελλήνισε πολλά ονόματα στους χάρτες κλίμακας 1: 100.000 και 1: 50.000, χωρίς να προβεί σε δημόσια ανακοίνωση. Κυκλοφόρησε μάλιστα εμπιστευτικά σήματα προς χρήση των αξιωματικών, που συνόδευαν τους νέους χάρτες και σημείωναν τα παλιά και τα νέα ονόματα, ώστε να είναι δυνατή η χρήση τους και να αποφευχθούν ολέθρια σφάλματα, σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων. Τα σήματα αυτά κυκλοφορούσαν πολυγραφημένα, στα γραφεία της υπηρεσίας πληροφοριών, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο αριθμός των μετονομασμένων ανά φύλλο τοπωνυμίων, ποικίλει. Έτσι βρίσκουμε λόγου χάρη, 100 τοπωνύμια στο φύλλο 1620 IV / Μέτσοβον, 106 στο φύλλο 1622 I / Φλώρινα, 112 στο φύλλο 1721 I / Σιάτιστα και 139 στο φύλλο 2022 Ι / Σοχός.

Είναι προφανές ότι με αυτό τον τρόπο, η Γεωγραφική Υπηρεσία, επιτέλεσε ένα “εθνικό” έργο, προσφέροντας με τους νεώτερους χάρτες της, μια “πηγή” γλωσσικού υλικού, κατασκευασμένη από τους έλληνες στρατιωτικούς στο γραφείο.

Στην κατεύθυνση του εξελληνισμού των μικροτοπωνυμίων (θέσεων), κινήθηκε επίσης το υπουργείο Εσωτερικών από το 1962 και από την επαρχία Ξάνθης (ΦΕΚ 210 της 13/12) [Χουλιαράκης 1976, σ. 220]. Οι μαζικές μετονομασίες των μικροτοπωνυμίων, μέσω διαταγμάτων, αρχίζουν ωστόσο από το 1969 και συνεχίζονται τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα το υπουργείο Εσωτερικών εγκρίνει κάθε τόσο και κάποια μετονομασία “βαρβαρόφωνου” οικισμού, όπως εκείνη των “Νέων Λιοσίων” σε “Ίλιον”, το Σεπτέμβριο του 1994.

Το τελευταίο παράδειγμα, χαρακτηρίζει και την ποιότητα της σκέψης των σύγχρονων νονών. Με το να μετονομάζει μια χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια συνοικία της πρωτεύουσάς της, δίνοντάς της ένα αρχαιοπρεπές όνομα, για να ξορκίσει το γεγονός  της εκεί ύπαρξης Αρβανιτών, Τσιγγάνων και ρωσοφώνων προσφύγων, το μόνο που επιτυγχάνει επί της ουσίας, είναι να αποκαλύπτει, εκτός από κεκτημένη ταχύτητα, ενός προπατορικού αμαρτήματος, τη σημερινή ιδεολογική ένδεια και ανασφάλεια των ταγών της.

Όπως και να έχει, ακόμα και αν η ιστορία (της τραγωδίας του εξελληνισμού του τοπωνυμικού της χώρας) επαναλαμβάνεται σαν κωμωδία πλέον, το τέλος αυτού του κεφαλαίου, δεν έχει ακόμα γραφτεί.

 

 

Βάλδκαμπφ 1901: Αντωνίου Τούμα Φον Βάλδκαμπφ, Ελλάς, Μακεδονία και Νότιος Αλβανία ήτοι η μεσημβρινή ελληνική χερσόνησος περιγραφομένη υπό στρατιωτικήν, γεωγραφικήν, στατιστικήν και πολεμικοϊστορικήν έποψιν, μετάφραση Ευγενίου Ρίζου Ραγκαβή, Αθήναι 1901.

Λεξικόν 1923: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας / Διεύθυνσις Στατιστικής, Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών της Ελλάδος επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1920, Αθήναι 1923.

Λιθοξόου 1991: Δημήτρη Λιθοξόου, Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα / Ατασθαλίες της ελληνικής ιστοριογραφίας, Αθήνα 1991.

Οικονόμου 1991: Κων. Οικονόμου, Τοπωνυμικό της περιοχής Ζαγορίου, Ιωάννινα 1991.

Σακελαρίου, 1978: Μιχαήλ Σακελαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατία, Αθήνα 1978.

Τριανταφυλλίδης 1938: Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική γραμματική / Ιστορική εισαγωγή, Αθήνα 1938.

Φαλμεράιερ 2002: Jac. Phil. Fallmerayer,  Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα / πρώτο μέρος, μετάφραση Παντελή Σοφτζόγλου, Αθήνα 2002.

Χουλιαράκης 1973: Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Α΄, Αθήναι 1973.

Χουλιαράκης 1975: Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Β΄, Αθήναι 1973.

Χουλιαράκης 1976: Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Γ΄, Αθήναι 1976.

Georgacas – McDonald 1968: Demetrius Georgacas – William McDonald, Place Names of Southwest Peloponnesus, Πελοποννησιακά, τόμος ΣΤ΄, Αθήναι 1968.


 

 

Πληθυσμός και οικισμοί των Αρβανιτών

1879 - 1907

 

 

Η ελληνική κρατική διανόηση, πέρα από το πρόβλημα της αντιπαράθεσης στο σλαβικό ζήτημα με τον Φαλμεράυερ (υπερασπιζόμενη τον εθνικό μύθο που κατασκεύασε), αντιμετώπισε εξ αρχής, ένα σοβαρότερο, μη λόγιο, αλλά ζωντανό πρόβλημα: την ύπαρξη των Αρβανιτών.

Η Αθήνα, η πρωτεύουσα του νέου βασιλείου, βρισκόταν γεωγραφικά, στο κέντρο μιας αλβανόφωνης ανθρωποθάλασσας, καθώς ήταν περικυκλωμένη από δεκάδες αρβανιτοχώρια.

Κάποιος που θα  αποφάσιζε να ταξιδέψει, τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, από τη Μαλεσίνα και το Μαρτίνο της Λοκρίδας, μέχρι το Καστρί (Ερμιόνη) και το Κρανίδι της Πελοποννήσου, μία απόσταση που με το μοναδικό μεταφορικό μέσο της εποχής, τα υποζύγια, θα χρειαζόταν 75 ώρες συνεχούς πορείας [Gell 1827, σ. VII] & [Μολοσσός 1878], ή με τις αναγκαίες στάσεις, μία ολόκληρη βδομάδα [Λιθοξόου 1983, σ. 57 – 58], ήταν ενδεχόμενο εκτός της Θήβας και των Μεγάρων, να μη συναντούσε άνθρωπο από τα χωριά που θα περνούσε, που να μπορούσε να κουβεντιάσει μαζί του ελληνικά.

Ο γερμανός αρχαιολόγος και φιλέλληνας Ludwig Ross, που ήρθε στην Ελλάδα για να αναλάβει τη διεύθυνση της αρχαιολογικής υπηρεσίας και την έδρα της αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, συνειδητοποιώντας  το πλήθος και την έκταση του αρβανίτικου πληθυσμού, σημείωνε απελπισμένος το 1832, φτάνοντας στην Ελλάδα: “ήμουνα, αλήθεια, πάνω σε ελληνικό χώμα, ανάμεσα σε Έλληνες; Στην πραγματικότητα όχι. Ο γυμνός βράχος της Ύδρας, τα γειτονικά νησιά, Σπέτσες και Πόρος, το Καστρί και το Κρανίδι…είχαν καταληφθεί από Σκιπετάρους Αρβανίτες” [Ρος 1976, σ. 25].

Ο γάλλος αρχαιολόγος Edmond About, που έζησε δυο χρόνια στην Ελλάδα, έγραφε το 1855, πως η ίδια η Αθήνα όταν ιδρύθηκε ήταν ένα αρβανιτοχώρι και πως ακόμα, “κάθε βράδυ που βασιλεύει ο ήλιος, συναντάς γύρω από την Αθήνα μεγάλες συντροφιές από Αλβανούς που γυρίζουν με τις γυναίκες τους από τη δουλειά στα χωράφια” [Αμπού, σ. 70].

Ο δε σκωτσέζος ιστορικός George Finlay, που έζησε τη μισή ζωή του στην Αθήνα και γνώρισε όσοι λίγοι τη χώρα και τους ανθρώπους της, παρατηρούσε το 1861: “Στο Μαραθώνα, στις Πλαταιές, στα Λεύκτρα, στη Σαλαμίνα, στη Μαντινεία, στην Είρα και στην Ολυμπία, δεν κατοικούν τώρα πια Έλληνες, αλλά Αλβανοί. Ακόμα και στην Αθήνα, που είναι, ένα τέταρτο του  αιώνα και πλέον πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, ακούει κανείς τα παιδιά που παίζουνε στους δρόμους, κοντά στο Θησείο και στην Πύλη του Αδριανού, να μιλάνε στην αλβανική γλώσσα” [Φίνλεϋ, σ. 46].

Όποιος ξένος επισκεπτόταν την χώρα, συνειδητοποιώντας το πλήθος των αρβανιτών κατοίκων, μειδιούσε ακούγοντας τους λόγιους της Αθήνας να υπερηφανεύονται για την αρχαιοελληνική καταγωγή του πληθυσμού της Ελλάδας και έφτανε στο ίδιο συμπέρασμα με τον Φαλμεράυερ: “Όλα αυτά τα μέρη που κάποτε ήταν καρδιά και κέντρο των Ελλήνων, είναι σήμερα Νέα Αλβανία” [Φαλλμεράυερ 1984, σ. 74].

Η ύπαρξη των Αρβανιτών, αποτελούσε τόσο σοβαρό πρόβλημα για τους αρχιτέκτονες του ελληνικού εθνικού μύθου, που ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο πατριάρχης της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας, αφού αναγκάστηκε να αποδεχτεί την αρβανίτικη πραγματικότητα, πρότεινε το 1854 μέτρα για τη θεραπεία: “Δύο φυλαί κατοικούσι την Ελλάδα, η Ελληνική και η Αλβανική. Αλλ’ η Αλβανική φυλή αποτελεί άραγε έθνος ίδιον; … Εν και μόνον εθνικόν στοιχείον έχει ίδιον εισέτι η φυλή εκείνη, την γλώσσαν. αλλά και αύτη υποχωρεί βαθμηδόν εις την κατακτητικήν πορείαν του Ελληνισμού” [Δημαράς 1986, σ. 153].

Στην ελληνική πολιτική, στον τομέα “εξαφάνισης” των μειονοτήτων, υπάρχει μια άγραφη οδηγία για όσους “εθνικά σκεπτόμενους” αναγκάζονται να μιλήσουν για μειονότητες: μιλάμε γενικά και αόριστα, δεν βάζουμε το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων, δηλαδή δεν δείχνουμε στο χάρτη τα μειονοτικά χωριά, γιατί υπάρχει άμεσος κίνδυνος αλλοίωσης του γαλάζιου χρώματός του.

Στην περίπτωση των Αρβανιτών, ο πρώτος που επιδίωξε μια συνολική καταγραφή των οικισμών τους, ήταν ο Αθανάσιος Τσίγκος, αλλά η εργασία του έμεινε στο συρτάρι, για να δημοσιευτεί μισό αιώνα σχεδόν μετά το θάνατό του [Τσίγκος 1991, σ. 56 – 61]. Ο δεύτερος ήταν ο Γεώργιος Νακρατζάς, ο οποίος συνέθεσε σε χάρτες όσες διάσπαρτες πληροφορίες είχε συλλέξει (εκτός των άλλων και) για τα αρβανιτοχώρια [ Νακρατζάς 1992, σ. 80, 85, 143, 145, 151, 153, 156, 161].

Η καταγραφή των μειονοτικών χωριών, πέρα από τις χρωματικές αλλοιώσεις στο χάρτη, επιτρέπει μια δεύτερη εργασία, τον υπολογισμό του ακριβή αριθμού των μειονοτήτων, άρα την απόρριψη των χαλκευμένων επίσημων στατιστικών ειδήσεων περί μητρικής γλώσσας, προς μεγάλη θλίψη των ελλήνων εθνικιστών συγγραφέων.

Αυτή λοιπόν την καταγραφή των αρβανίτικων χωριών, τη χαρτογράφησή τους και τον υπολογισμό του πληθυσμού τους, σύμφωνα με τα στοιχεία των απογραφών του  1879 και του 1907, δηλαδή σε μία περίοδο όπου η γλώσσα ήταν σε καθημερινή χρήση, επιχειρούμε στη συνέχεια. Για τη σύνταξη των πινάκων, εκτός των προαναφερομένων έργων των Τσίγκου και Νακρατζά, χρησιμοποιήθηκαν και ορισμένα βοηθήματα για τις επιμέρους περιοχές [Μηλιαράκης 1886], [Philippson 1890], [Κορύλλος 1903], [ Αναγνωστόπουλος 1939], [Αϊβαλιωτάκης 1941], [GeorgacasMcDonald 1968], [Γκίκας 1978], [Σάλταρης 1986], [Γιοχάλας 2000], [Γιοχάλας 2002].

 

 Στους πίνακες που ακολουθούν, η πρώτη στήλη αποτελεί τον κωδικό αριθμό του χωριού με τον οποίο αναγράφεται στον αντίστοιχο χάρτη, η δεύτερη την παλαιά ονομασία του οικισμού, η τρίτη στήλη τη σύγχρονη (μετ)ονομασία, η τέταρτη στήλη το δήμο που ανήκε, η πέμπτη και η έκτη τον πληθυσμό των απογραφών των ετών 1879 και 1907:

 

Επαρχία Αττικής

 

No

παλαιό όνομα

μετονομασία

δήμος

1879

1907

1

Χαλάνδρι

Χαλάνδριον

Αθηναίων

558

1346

2

Κηφισιά

Κηφισιά

Αθηναίων

652

2116

3

Μαρούσι

Αμαρούσιον

Αθηναίων

1216

2277

4

Νέα Λιόσια

Ίλιον

Αθηναίων

372

801

5

Καματερό

Καματερόν

Αχαρνών

199

285

6

Κουκουβάουνες

Μεταμόρφωσις

Αχαρνών

515

815

7

Λιόσια

Άνω Λιόσια

Αχαρνών

403

788

8

Μενίδι

Αχαρναί

Αχαρνών

2168

3546

9

Τατόι

Δεκέλεια

Αχαρνών

130

197

10

Κριεκούκι

Ερυθραί

Ερυθρών

1759

3120

11

Καλύβια

Καλύβια Θορικού

Θορικίων

680

1349

12

Κερατιά

Κερατέα

Θορικίων

1583

3546

13

Κουβαρά

Κουβαράς

Θορικίων

413

631

14

Αραφίνα

Ραφήνα

Κρωπίας

23

6

15

Κάντζα

Λεοντάριον

Κρωπίας

6

137

16

Χαρβάτι

Παλλήνη

Κρωπίας

155

256

17

Κουρσαλά

Κορωπίον

Κρωπίας

2322

4337

18

Λιόπεσι

Παιανία

Κρωπίας

1165

2589

19

Μαρκόπουλο

Μαρκόπουλον

Κρωπίας

1429

2627

20

Πικέρμι

Πικέρμιον

Κρωπίας

151

41

21

Σπάτα

Σπάτα

Κρωπίας

955

2144

22

Βάρη

Βάρη

Κρωπίας

210

200

23

Μπέη

Λόφος

Μαραθώνος

119

130

24

Μπογιάτι

Άνοιξις

Μαραθώνος

29

97

25

Γραμματικό

Γραμματικόν

Μαραθώνος

440

954

26

Καλέντζι

Βόθων

Μαραθώνος

78

43

27

Καπανδρίτι

Καπανδρίτιον

Μαραθώνος

382

614

28

Κιούρκα

Αφίδναι

Μαραθώνος

558

833

29

Λιοσάτι

Κοκκινόβραχος

Μαραθώνος

9

175

30

Μαραθώνας

Μαραθών

Μαραθώνος

542

1135

31

Μάζι

Πολυδένδριον

Μαραθώνος

171

301

32

Σπατατζίκι

Πευκόφυτον

Μαραθώνος

22

35

 

No

παλαιό όνομα

μετονομασία

δήμος

1879

1907

33

Σταμάτα

Σταμάτα

Μαραθώνος

88

188

34

Κάτω Σούλι

Κάτω Σούλιον

Μαραθώνος

7

65

35

Πάνω Σούλι

Άνω Σούλιον

Μαραθώνος

91

104

36

Βαρνάβα

Βαρνάβας

Μαραθώνος

329

535

37

Βιλιατζίκι

Μικροχώριον

Μαραθώνος

48

74

38

Βρανά

Βρανάς

Μαραθώνος

50

18

39

Καλύβια

Ασπρόπυργος

Φυλής

1507

2339

40

Χασιά

Φυλή

Φυλής

609

1183

41

Μπούγα

Ασπροχώριον

Ωρωπίων

88

123

42

Κάλαμος

Κάλαμος

Ωρωπίων

752

920

43

Χαλκούτσι

Χαλκούτσιον

Ωρωπίων

47

121

44

Μαλακάσα

Μαλακάσα

Ωρωπίων

525

122

45

Μαρκόπουλο

Μαρκόπουλον

Ωρωπίων

378

624

46

Μίλεσι

Μιλέσιον

Ωρωπίων

85

109

47

Ροπός

Ωρωπός

Ωρωπίων

243

355

48

Σάλεσι

Αυλών

Ωρωπίων

601

1191

49

Συκάμινο

Συκάμινον

Ωρωπίων

108

259

50

Σκάλα Ωρωπού

Σκάλα Ωρωπού

Ωρωπίων

223

304

 

 

 

 

25.193

46.105

 


 

Επαρχία Μεγαρίδος

 

No

παλαιό όνομα

μετονομασία

δήμος

1879

1907

51

Βίλια

Βίλια

Ειδυλλίας

2327

2672

52

Κούντουρα

Μάνδρα

Ελευσίνος

2553

3669

53

Λεψίνα

Ελευσίς

Ελευσίνος

1185

2370

54

Μαγούλα

Μαγούλα

Ελευσίνος

541

614

55

Μάζι

Οινόη

Μεγαρέων

71

102

56

Αμπελάκια

Αμπελάκια

Σαλαμίνος

876

977

57

Κακή Βίγλα

Κακή Βίγλα

Σαλαμίνος

57

66