Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη γλώσσα - λέξεις από ν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη γλώσσα - λέξεις από ν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη γλώσσα - λέξεις από ν

 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

λέξεις που αρχίζουν από ν

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

2011-2013

 




ναβέτα [1860] | & νάβα, καράβι με τρία κατάρτια | navetta | ιταλικό

νάζι [1790], ναζ < ναζ’ [1960a] | κάμωμα, ασκέρτσο, γκέστο, καμούτα, κατσαμάκι, μότο, μουτσουτσούνι, νίνια, πιτσίμ, σκέρτσο, τζελβές, τζιλβές, τζίνι, τζιριντζάντζολα, τζιριντζάντζουλα, τσαλίμ, τσαλιμάκι, τσαλίμι, τσιριμονιά, τσιριντσάντζουλα, φκιασιά, φρεντάσι | naz | τούρκικο

ναζίκης [1960a], ναζίξ < ναζίκ’ς [1960a] | ευγενικός (λόγιο) | nazik | τούρκικο

ναζίρης [1960a], ναζίρς < ναζίρ’ς [1960a] | υπουργός (λόγιο) / επιθεωρητής (λόγιο) | nazιr | τούρκικο

ναζλαντίζω [1960a], ναζεύω [1960a], ναζλακεύομαι [1960a] | κάνω νάζια, χαριεντίζομαι (λόγιο) | nazlanmak | τούρκικο

ναζλής [1960a], ναζλούμης [1996a] | ναζιάρης, τσαχπίνης, σκερτσόζος | nazlı | τούρκικο

νάι [1709] | βλ. νέι (φλογέρα) | ney | τούρκικο

ναΐπης [1709] | βοηθός ιεροδίκη (λόγιο) | naip | τούρκικο

νάκλι [1960a] | διήγηση (λόγιο) | naklen | τούρκικο

ναλετιά < ναλετιά [1934], ναλέτι [1960a] | κατάρα, άβρα ανάθεμα, άμα, ανά, ανάθεκα, ανάθεμαν,αναθεματία, αναθεματίγια, αναθεματίδι, αναθεμάτισμα, αναθεμάτισμαν, αναθεματισμός, ανάθιμα, ανάθιμον, ανάλεμα, ανάρεμα, ανάτεμα, ανάτθεμα, ανεθεμάτι, ανεθεμάτισμα, άρα, αρά, αράθεμα, άτεμα, διαλέτι, θεμά, μπαλάκιναμ, νάθιμα, ναθιμά, μπεντουβάς, ξάλιμ | nalet | τούρκικο

ναλμπάντης [1835], ναλμπάνης [1910], ναλμπάντς | αλμπάνης, αλμπάντς, αλμπάνς, αλμπάτης, καλβουτής, καλιγάς, καλιγουτής, καλιγωτής, νταλμπάνης, πεταλάς, πεταλωτής, πιταλάς, πιταλουτής | nalbant | τούρκικο

ναμάζι [1957], ναμάζ < ναμάζ’ [1960a] | προσευχή, ιζάνι, μπαντέτι, ντοά, ντουά, προσεφκή, προυσιφχή | namaz | τούρκικο

νάμι [1960a], ναμ < ναμ’ [1960a], νάμη | καλό όνομα, φήμη (λόγιο) | nam | τούρκικο

ναμκιόρης < ναμκιόρης [1960a], ναμκιόρς < ναμκιόρ’ς [1960a], ναμικιόρης [2001b], ναμικιάρης, ναμικιόρ, ναμκιόρ | & νιαμκιόρς, αχάριστος, ανεμοκιόρης, ανεφκαρίστιτος, ανεφκάριστος, ανεφχαρίστετος, ανεφχαρίστιτος, ανεφχάριστος, ανιφχαρίστετος, αφκαρίστιγος, αφκαρίστιτος, αφχαρίστιτος, αφχάριστος, αχάριστε, αχάριστες, αχάριστους | nankör | τούρκικο

ναμκιορλίκ < ναμκιορλίκ’ [1960a], | & νιαμκιουρλoύκ, αχαριστία (λόγιο), ανεφχαρισιά, αφχαριστιά, αφχαριστία | nankörlük | τούρκικο

ναμλής [1960a] | διάσημος (λόγιο) | namlı | τούρκικο

ναμούς [1960a], ναμούσι [2001b] | τιμή, αξιοπρέπεια (λόγιο), ηθική (λόγιο) | namus | τούρκικο

ναμουσλής [1960a] | τίμιος, αξιοπρεπής (λόγιο), ηθικός | namuslu | τούρκικο

ναμουσούζης [1960a] | άτιμος, ανήθικος (λόγιο) | namussuz | τούρκικο

νανά [1688], νανέ [1960a] | φυτά του γένους Mentha (δυόσμος) | nane | τούρκικο

νανεσεκέρ [1960a] | πιοτό μέντας με ζάχαρι | nane şekeri | τούρκικο

ναντίρι [1960a] | σπάνιος (λόγιο) | nadir | τούρκικο

ναπολεόνιον [1957], ναπολεόνι [1961] | κάποια παλιά γαλλική μονέδα, αξίας είκοσι φράγκων | napoleone | ιταλικό

ναπολιτάνικος [1934] | του Ναπολιτάνου | Napoletano | ιταλικό

Ναπολιτάνος [1934] | από τη Νάπολη | Napoletano | ιταλικό

νάπος [1894], νάπα [1894] | & άπος, κούπα από ξύλο | nappo | ιταλικό

ναργιλές [1910], ναργελές [1934], ναργκελές [1957], ναργκιλές [1960a] | αργιλές, αργκιλές | nargile | τούρκικο

νάρδος [1635], νάρδον [1957] | το φυτό Valeriana Dioscoridis: άγριος ζαμπούκος, βαλεριάνη, βαλεριανή, μυριστική | nardus | λατινικό

νάρκι [1835] | διατίμηση (λόγιο) | narh | τούρκικο

νάτολα | κάμαρα σε ταράτσα | natole | βενετσιάνικο

νατούρα [1894] | φύση (λόγιο) | natura | ιταλικό

νατουράλε [2001c], νατουράλ [2001c] | φυσικός (λόγιο) | naturale | ιταλικό

ναφιλέ [1960a] | μάταια (λόγο) | nafile | τούρκικο

ναχιγές [1960a], ναχές [1960a] | διοικητική περιφέρεια (λόγιο) | nahiye | τούρκικο

νάχτι [1960a] | μετρητά (λόγιο) | nakit | τούρκικο

νε [1998] | ούτε | ne-ne | τούρκικο

νεαγκού [1894] | ούτε καν | neanco | ιταλικό

Νέβρης | βλ. Νοέβρης | November | λατινικό

νεγκότσιο [2003], νεγότσιο [2003], νεγότσια, | βλ. μαγαζί (αργαστήρι) | negozio | ιταλικό

νέγρης [1866a], νέγρος [1957] | βλ. μόρος (αράπης) | negro | ιταλικό

νέι [1835] | & νάι, φλογέρα, γαβάλ, θιαμπόλι, καβάλν, μαντούρα, μπαμπιόλι, μπαντούρα, νταρβίρα, ντουντούκι, παντούρα, σλιάβεργι, σλιαβρούδ, σουβλιάρι, σουράβλι, τζαμάρα, τσαφλιάρ, φιαμπόλι, φλουέρα, χαμπιόλι | ney | τούρκικο

νέισε [1996a], νέισι [1996a], νέισα | ας είναι | neyse | τούρκικο

νεμ < νεμ’ [1960a], νέμια | βλ. μπούντα (υγρασία) | nem | τούρκικο

νεμλεντίζω [1960a] | υγραίνομαι (λόγιο), νοτίζω, αναδίδω, αναδίνου, μιλιανίσκω, μουκιάζω, ναδόνω, νιμλιντίζου, νουτίζου, νουτίζουμι, νοτάω, νοτέβω | nemlenmek | τούρκικο

νέμπο [1894] | & έμπος, έμπος, έμβος, βλ. μπουράσκα (καταιγίδα) | nembo | ιταλικό

νένα [1894] | βλ. λάλα (παραμάνα) | nena | βενετσιάνικο

νενέ [1860] | βλ. μάρε (μάνα) | nënë | αλβανικό

νενέ < ναιναί [1709], νένα [1837], νενέ [1931] | γιαγιά, βαβά, βάβα, βάβου, βαβούλω, βάβω, γαγά, γιάγια, γιαγιάε, γιαγιάες, γιαγιές, ζαζά, ιαιά, καλή, καλομάνα, κιουρά, κυρά, κυρούλα, λαλά, μαδόνα, μάκω, μαμάνα, μαμή, μάμη, μάνα τρανή, μανάκου, μανή μανιά, μανιά, μανίτσα, μανίτσα, μανού, μπαμπίτσα, μπάμπου, μπάμπω, νανά, νιάνια, νινέ, νινιέ, νόνα | nene | τούρκικο

νεποτισμός [1894] | ευνοιοκρατία (λόγιο) | nepotismo | ιταλικό

νεραγκούλα [1910], νεράγκουλα [1923b] | φυτά του γένους Ranunculus: αβδελοχόρταρο, αβδελόχορτο, γκιρίτι, ρόγκολο | ranuncolo | ιταλικό

νεράντζιον [1614], ναράντζι [1635], νεράντζι [1709], νεράντσι [1860], νεράντζι [1910], νεράτζι | ο καρπός του δέντρου Citrus bigaradia: νεραντζιά, ανερατζά, λεραντζιά, νερατζά, νερατζιά | naranza | βενετσιάνικο

νερβόζος [2003] | νευρικός (λόγιο) | nervoso | βενετσιάνικο

νέσπουρα [1622], νέσπουρον [1894], νέσπολα | δέσπολα, μέσπιλο, μούσμουλο | nespola | ιταλικό

νεσπουριά [1622], νεσπουλέα [1966], νεσπολιά | μουσμουλιά | nespolo | ιταλικό

νετάρω [1894], νετέρω [1894], νετέρνω [1996b] | καθαρίζω / τελειώνω (λόγιο) | netar | βενετσιάνικο

νέτος [1910] | καθαρός | neto | βενετσιάνικο

νεφέρ < νεφέρ’ [1960a], νεφέρι [2001b] | φαντάρος / άτομο (λόγιο), πρόσωπο | nefer | τούρκικο

νεφές < νεφέσ’ [1960a], νεφέσι [1962b] | ανάσα, αναπνοή / ρουφηξιά, τζούρα (από τσιγάρο) | nefes | τούρκικο

νεφούσι [1957] | βλ. νουφούσι (ταυτότητα) | nüfus | τούρκικο

νέφτι [1835], νεφτ | τερεβινθέλαιο (λόγιο) | neft | τούρκικο

νιαμκιόρς < νιαμκιόρ’ς [2011] | βλ. ναμκιόρης (αχάριστος) | nankör | τούρκικο

νιαμκιουρλoύκ < νιαμκιουρλoύκ’ [2011] | βλ. ναμκιορλίκ (αχαριστία) | nankörlük | τούρκικο

νιβορός < νηβορός [1966], νουβρός < νουβ’ρός [1978], νουβρό, νουβουρός | οβορός, αυλή | obbor-i | αλβανικό

νιγέτι < νιγιέτι [1960a], νιγετ < νιγιέτ’ [1960a] | πρόθεση (λόγιο), σκοπός (λόγιο) | niyet | τούρκικο

νιέντε < νιέντε [1996b] | τίποτα, τίποτε | niente | ιταλικό

νιζάμης [1934], νιζάμς < νιζάμ(η)ς [1987b] νιζάμπς [2006] | χωροφύλακας (λόγιο) | nizami | τούρκικο

νιζάμι [1960a], νιζάμ < νιζάμ’ [1960a] | τάξη, ρύθμιση (λόγιο) | nizam | τούρκικο

νικέιζ < νικέηζ [1962c] | τσιγκούνης | nekes | τούρκικο

νινέ [1960a], νιάνια < νιάνια [1996a] | βλ. νενέ (γιαγιά) | nine | τούρκικο

νίνη [1966] | βλ. νενέ (μάνα) | nënë | αλβανικό

νινί < νιννί [1894], νινί [1910], νηνί [1910], | νήπιο (λόγιο) | ninin | βενετσιάνικο

νιοράντες < νιοράντες [2003] | αγράμματος, αμόρφωτος (λόγιο) | ignorante | βενετσιάνικο

νισάνι < νισάνι [1966], νισιάν < νισιάν [1972], νισάν < νισάν’ [1978], νισιάνι < νισιάνι [1996a], νισάν < νισάν’ [2003] | το σημάδι που έκανε ο τσοπάνης στο αυτί των γιδοπροβάτων του / στόχος (λόγιο), σκόπευση (λόγιο) / βέρα αρραβώνων | nişan | τούρκικο

νισαντίρι < νισαντήρι [1835], νισαντίρι < νισσαντήρι [1910], νισαντίρι [1934], νισαντίρ < νισαντίρ’ [1960a] | χλωριούχο αμμώνιο (λόγιο), λισαντίρι, λσαντίρ | nιşadιr | τούρκικο

νισάφι [1910], νισάφ < νισάφ’ [1978], νσαφ < ν’σαφ [2010] | & ανσάφ ή ισνάφι, έλεος | insaf | τούρκικο

νισεστές [1835], νισαστάς [1960a], νισιστές | άμυλο (λόγιο) | nişasta | τούρκικο

νιτερεσάδος [1996b], νιτερεσόδος [2001b] | συμφεροντολόγος (λόγιο) | interessato | ιταλικό

νιτερέσο [1931], νιτερέσι, νιτερέσιο | & ιντερέσο, συμφέρον (λόγιο) | interesse | λατινικό

νιτράδα [2001c] | εισόδημα (λόγιο), ιντράδα, εντράδα | entrata | ιταλικό

νιτρίγος [1996b] | ραδιούργος (λόγιο) | intrigo | ιταλικό

νιτσεράδα [1910] | μουσαμάς | incerada | βενετσιάνικο

νόβα [1894] | βλ. νοβιτά (είδηση) | nova | βενετσιάνικο

νοβάρω [1996b] | ανακαινίζω (λόγιο) | novare | ιταλικό

νοβέλο [2003] | εδαφονόμιο (λόγιο) | novelo | βενετσιάνικο

νόβερος | βλ. νούμερο (αριθμός) | novero | ιταλικό

νοβιτά [1894] | είδηση (λόγιο), νέο, χαμπέρι | novita | βενετσιάνικο

Νοέβρης [1622], Νοέμβρης [1622], Νοέμπρης [1934], Νοβέμπηρς < Νοβέbηρς [2001c] | Νοέμβριος (λόγιο), Βροχάρης, Νέβρης, Σποριάς, Σπορίτης | November | λατινικό

νοκούτι [1960a] | βλ. νάχτι (μετρητά) | nakit | τούρκικο

νοκτάς [1960a] | τελεία (λόγιο), σημείο (λόγιο) | nokta | τούρκικο

νομινάρω [2001c], νουμενάρω [2001c] | ονομάζω / ορίζω | nominare | ιταλικό

νομπέτι [1960a], νομπέτ < νομπέτ’ [1960a], νομπέτης | σκοπιά, βάρδια, καραούλι | nöbet | τούρκικο

νομπετσής < νομπεττσής [1960a] | σκοπός, φρουρός (λόγιο) | nöbetçi | τούρκικο

νόμπιλες [2003], νόμπιλε [2003], νόμπιλος | ευγενής (λόγιο) | nobile | ιταλικό

νομπιλιτά [2003] | αριστοκρατία (λόγιο) | nobilita | ιταλικό

νομπλιστικά < νομπληστικά [2001b] | ευγενικά | nobilesco | ιταλικό

νον [2003] | όχι | non | ιταλικό

νόνα < νόννα [1866], νόνα [1910] | βλ. νενέ (γιαγιά) | nonna | ιταλικό

νόνα < νόννα [1934], νόνα [1957] | μαμή | nonna | ιταλικό

νόνος [1910] | παππούς, νένης | nonno | ιταλικό

νοντάς [1960a], νουντάς < νουdάς [1962c], νουντάς < νουνdάς [1978] | οντάς, ουντάς, κάμαρα, δωμάτιο (λόγιο) | oda | τούρκικο

νόντσολος [2003], νότσολος | όντσολος, νεωκόρος (λόγιο) | nonzolo | βενετσιάνικο

νόρμα [1995] |   | norma | λατινικό

νόστρο [2003] | δικός μας | nostro | ιταλικό

νότα [1866a] | σημείο (λόγιο) | nota | λατινικό

νοτάριος [1614], νοτάρος [1709], νοδάρος [1934], νουδάρος [1996b], νόταρος, νοταριάς | συμβολαιογράφος (λόγιο) | notarius | λατινικό

νοτιφικάρω [1996b] | κοινοποιώ (λόγιο) | notificare | ιταλικό

νοτίφικο [1996b] | κοινοποίηση (λόγιο) | notifica | ιταλικό

νοτούρνο [1998] | μουσ. όρος | notturno | ιταλικό

νότσινος | καρυδένιος | nocino | ιταλικό

νουβέλα < νουβέλλα [1934], νουβέλα [1983a] | αφήγημα (λόγιο) | novella | ιταλικό

νούγια < νούγια [2001b] | ούγια | oya | τούρκικο

νουζίτσα [1894] | ζωνάρι από δέρμα | uzdica | σλάβικο

νούλα [1931] | μηδέν (λόγιο), μηδενικό (λόγιο) / τίποτα, τίποτε | nulla | ιταλικό

νουμεράρω | αριθμώ | numerare | ιταλικό

νούμερον [1614], νούμερο [1894] | αριθμός (λόγιο) | numero | ιταλικό

νουμιδή [1934] | φραγκόκοτα | numida | ιταλικό

νουνός [1709], νούνος [1790], νονός < νοννός [1894], νουνός < νουννός [1894] νονός [1910], νουνός [1910], νούνους | νονός | nonnus | λατινικό

νούντσιος [1894], νούτσιος [1957] | παπικός αντιπρόσωπος (λόγιο) | nunzio | ιταλικό

νούρι [1960a], νουρ | φως, φέγγος, λαμπρότητα | nur | τούρκικο

νούρκα [1835] | το ζώο Mustela lutreola: νυφίτσα | nurka | σλάβικο

νούσα [1966] | νύφη | nuse | αλβανικό

νουσκάς [1960a] | & μουσκάς, φυλαχτό για το μάτιασμα (μέσα έχει χαρτάκι με μαγικά λόγια) | nüsha | τούρκικο

νούτικος [1998] | αγόρευση (λόγιο) | nutuk | τούρκικο

νούφαρο < νούφαρα (τα) [1688], νούφαρον [1835], νούφαρ [1957], νούφαρο [1957] | φυτό | nufar | αραβικό

νουφούσι [1957], νουφούς < νουφούσ’ [1960a], νουφούζι [1996a] | & νεφούσι ή νοφούσι ή νοφούζι, δελτίο ταυτότητας (λόγιο) | nüfus | τούρκικο

νοφούσι [1960a], νοφούζι [1966], | βλ. νουφούσι (ταυτότητα) | nüfus | τούρκικο

νοφράγιο [1996b] | ναυάγιο (λόγιο) | naufrago | ιταλικό