Facebook

Τα χωριά της Καστοριάς - γεωγραφία της ιστορίας


 

Τα χωριά της Καστοριάς

γεωγραφία της ιστορίας

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση 2009

 

 


 

 

βιβλιογραφία πηγές

 

Χάρτης ΚοντογιάννηCarte des écoles / Vilayet de Salonique - Vilayet de Monastir, Istituto Agostini

Απαρίθμηση 1913: Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, Διεύθυνσις Στατιστικής, Αθήναι 1915.

Χάρτης Χρυσοχόου 1909: Χάρτης των ανά τα όρη της ελληνικής χερσονήσου εγκαταστάσεων των Βλάχων. Περιέχεται στο βιβλίου του Μιχαήλ Χρυσοχόου, Βλάχοι και Κουτσοβλάχοι, έκδοσις του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, τυπογραφείον Σπ. Κουσουλίνου, Αθήναι 1909.

Απογραφή 1920: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Διεύθυνσις Στατιστικής, α) Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 19ης Δεκεμβρίου 1920 / πραγματικός πληθυσμός, Αθήναι 1921 και β) Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών της Ελλάδος επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1920, Αθήναι 1923.

Απογραφή 1928: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος. α) Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15 - 16 Μαΐου 1928 / πραγματικός και νόμιμος πληθυσμός - πρόσφυγες, Αθήναι, 1933. β) Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928, Αθήναι 1935. γ) Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15 - 16 Μαΐου 1928 / τόπος γεννήσεως – θρησκεία και γλώσσα – υπηκοότης, Αθήναι 1935.

Απογραφή 1940: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφή της 16ης Οκτωβρίου 1940. α) Πραγματικός, νόμιμος και μόνιμος πληθυσμός, Αθήναι 1946. β) Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους κοινότητας και χωρία, Αθήναι 1950.

Απογραφή 1951: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951 – πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίες, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία, Αθήναι 1955.

Απογραφή 1961: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961 – πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίες, δήμους, κοινότητας και οικισμούς, Αθήναι 1962.

Απογραφή 1971: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού – κατοικιών της 14ης Μαρτίου 1971 – πληθυσμός κατά γεωγραφικάς και διοικητικάς υποδιαιρέσεις, Αθήναι 1971.

Απογραφή 1981: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφή της 5ης Απριλίου 1981 κατά νομούς, επαρχίες, δήμους, κοινότητες και οικισμούς, Αθήναι 1982.

Απογραφή 1991: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφή της 7ης Μαρτίου 1991 κατά νομούς, επαρχίες, δήμους, κοινότητες και οικισμούς, Αθήναι 1994.

Αραβαντινός 1905: Π. Αραβαντινού, Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, εκ του τυπογραφείου Σπυρίδωνος Κουσουλίνου, εν Αθήναις, Νοέμβριος 1905.

Αρχείο Στέφανου Δραγούμη: Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη.

Αρχείο Βάρδα: Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Τσόντου - Βάρδα.

Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια: Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 4 --> Στατιστική πληθυσμού 35 χωριών της περιοχής Καστανοχωρίων.

Βακαλόπουλος: Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Μακεδονικός Αγώνας

τόμος πρώτος, (1894-1904) / Η Μακεδονίας στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1986.

τόμος δεύτερος, (1904-1908) / η ένοπλη φάση, Θεσσαλονίκη 1987.

Βάρδας: Γεωργίου Τσόντου-Βάρδα. Ο μακεδονικός αγών / ημερολόγιο 1904-1905, εισαγωγή - επιμέλεια - σχόλια Γιώργος Πετσίβας, εκδόσεις Πετσίβα, τρεις τόμοι, Αθήνα 2003.

Γούναρης: Στοιχεία που δίνει ο Βασίλης Γούναρης, επιμελητής του Ανέκδοτου Ημερολόγιου του μακεδονομάχου Ευθυμίου Καούδη (Θεσσαλονίκη 1992), για ορισμένους οικισμούς των περιοχών Φλώρινας και Καστοριάς.

Βλάχος: Νικολάου Βλάχου, Το μακεδονικόν ως φάσις του ανατολικού ζητήματος, Αθήναι 1935.

Γρηγορίου: Εμμ. Γρηγορίου, Το βουλγαρικόν όργιον αίματος εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, Αθήναι 1947.

Δρακάκη Αλεξ. και Κούνδουρου Στυλ. , Αρχεία περί της συστάσεως και εξελίξεως των δήμων και κοινοτήτων 1836-1939 και της διοικητικής διαιρέσεως του κράτους, τόμοι δύο, Αθήναι 1939-1940.

ΕΑΠ: Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών Μακεδονίας με τας νέας ονομασίας, Θεσσαλονίκη, 1928.

Έγγραφο 4278: Ιστορικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, Προξενείο Μοναστηρίου, 12/8/1908, έγγραφο 4278.

Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909: Περιοδικό Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμος ΚΘ΄, Κωνσταντινούπολις 1909.

Επιλογή Πετσίβα: Ο νέος μακεδονικός Αγών, Επιλογή κειμένων Γιώργος Πετσίβας, Εκδόσεις Πετσίβα, Αθήνα 2008.

Καούδης: Καούδης Ευθύμιος, Απομνημονεύματα (1903 - 1907), επιμέλεια Άγγελος Χοτζίδης, μουσειο μακεδονικου αγωνα, Θεσσαλονίκη, 1996.

Καραβαγγέλης: Γερμανού Καραβαγγέλη, Ο μακεδονικός αγών – απομνημονεύματα, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1958.

Καραβίτης: Καραβίτης Ιωάννης, Ο μακεδονικός αγών / απομνημονεύματα, εισαγωγή - επιμέλεια - σχόλια Γιώργος Πετσίβας, εκδόσεις Πετσίβα, δύο τόμοι, Αθήνα 1994.

Κολιόπουλος: Λεηλασία Φρονημάτων, δύο τόμοι, Αθήνα 1994-1995.

Κλειδής: Κώστα Κλειδή, Με τη λάμψη στα μάτια, Αθήνα 1984.

Κουκούδης 2000: Αστέριος Ι. Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους, τόμος δεύτερος, Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2000.

Κρυστάλλης 1891: Κώστα Δ. Κρυστάλλη, Άπαντα, τόμος Γ', Οι Βλάχοι της Πίνδου, εκδιδόμενα υπό του αδελφού του Βασιλείου Δ. Κρυστάλλη αντιστρατήγου Ε. Α., τυπογραφείον ΝΕΑ ΜΕΛΙΣΣΑ, Αθήναι 1952.

Κωστόπουλος: Η απαγορευμένη γλώσσα - Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, Αθήνα 2002.

Λαογραφικά: Παύλος Κούφης, Λαογραφικά Φλώρινας - Καστοριάς, Αθήνα 1996.

Λεξικό ΕΣΥΕ: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και οικισμών της Ελλάδος, Αθήναι 1974.

Μακρής: Δικωνύμου - Μακρή Γεωργίου, Απομνημονεύματα, στο συλλογικό Αρχείο Μακεδονικού Αγώνα Πηνελόπης Δέλτα – Απομνημονεύματαιμχα, Θεσσαλονίκη 1984.

Μελάς: Ναταλίας Π. Μελά, Παύλος Μελάς, Αθήνα 1964.

Μιχαηλίδης: Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Σλαβόφωνοι μετανάστες και πρόσφυγες από τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη (1912 – 1930), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1996.

ΜΜΑ: Οι Απαρχές του μακεδονικού Αγώνα (1903-1904), Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1996.

Μόδης Α: Γ. Χ. Μόδη, Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 1950 (δεύτερη έκδοση, 2007).

Μόδης Β: Γεωργίου Μόδη, Ο μακεδονικός αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1967.

Οικονόμου: Παντελή Π. Οικονόμου, δημοδιδασκάλου, Τα κατά τον μακεδονικόν αγώνα γεγονότα του χωρίου Μόκραινη (Βαρικόν) 1903 - 1912, Λέχοβο 1953 [ανέκδοτο κείμενο].

Παπά-Αργυρίου (1903): Χρήστος Παπά-Αργυρίου εκ Ζουπανίστης - ανέκδοτες χειρόγραφες σημειώσεις, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη.

Πελαγίδης: Ευστάθιος Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923 – 1930), Θεσσαλονίκη 1994.

Πετσίβας: Αρχειακές πληροφορίες που παραθέτει στο «Ευρετήριο Τοπωνυμιών» ο Γιώργος Πετσίβας, επιμελητής της έκδοσης των Απομνημονευμάτων του Καραβίτη, για τον πληθυσμό αρκετών χωριών στις περιοχές Φλώρινας και Καστοριάς.

Προξενείο Μοναστηρίου: Ιστορικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, Προξενείο Μοναστηρίου.

Πρόσφυγες 1915: Υπουργείον Οικονομικών - Διεύθυνσις Κτημάτων Κράτους, Έκθεσις περί των εν Μακεδονία προσφύγων, εθνικο τυπογραφειο, Αθήναι 1916.

Πύρζας: Ο οπλαρχηγός καπετάν Λάκης Πύρζας, περιοδικό Αριστοτέλης, τόμος 20, Φλώρινα 1960.

Ράπτης: Ράπτης Σταμάτης, Ιστορία του μακεδονικού αγώνος, έκδοσις Β΄, Αθήναι, χωρίς χρονολογία.

Σόνισεν: Άλμπερτ Σόνισεν, Αναμνήσεις ενός μακεδόνα αντάρτη, μετάφραση Νέλλη Ρούτσου – Πανταζή, εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργος Πετσίβας, Αθήνα 2004.

Σπανός: Ναούμ Σπανός, Αναμνήσεις εκ του μακεδονικού αγώνος, στο συλλογικό: Ο μακεδονικός αγώνας - Απομνημονεύματα, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1984.

Σταματελάτος: Σταματελάτος Μιχαήλ και Βάμβα-Σταματελάτου Φωτεινή, Επίτομο γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδος, Αθήναι 2001.

Στατιστική 1932: Εθνολογική Στατιστική της Νομαρχίας Φλωρίνης του έτους 1932, που βρίσκεται στο αρχείο του Σουλιώτη-Νικολαΐδη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, υποφάκελος 2/ΙΙ.

Στατιστική 1945: Στατιστική ελληνικών μυστικών υπηρεσιών του έτους 1945, που βρίσκεται στο αρχείο του Φίλιππου Δραγούμη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, υποφάκελος 69. 6.

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών: Επεξεργασία των στοιχείων του τηλεφωνικού καταλόγου του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδας του έτους 1996.

Σχινάς 1886: Νικόλαος Σχινάς, Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Νέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας / Συνταχθείσαι υπό Νικολάου Θ. Σχινά ταγματάρχου του μηχανικού, Αθήναι, τόμοι τρεις, 1886-1887.

Τσάμης: Παύλου Τσάμη, Μακεδονικός Αγών, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1975.

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947: Έτσι άρχισε ο εμφύλιος - Η έκθεση του Δημοκρατικού Στρατού στον ΟΗΕ τον Μάρτιο του 1947, Αθήνα 1987.

Υψομετρική Κατανομή: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας - Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Υψομετρική κατανομή της επιφανείας του πληθυσμού και των διοικητικών διαιρέσεων της Ελλάδος, Αθήναι 1938.

ΦΕΚ 259 / 21.12.1918: Βασιλικό διάταγμα 19.12.1918 (ΦΕΚ 259 / 21.12.1918) «Περί συστάσεως κοινοτήτων εν τω νομώ Φλωρίνης» --> Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1975.

ΦΕΚ 413 / 22.11.1926: Διάταγμα 15.11.1926 (ΦΕΚ 413 / 22.11.1926) «Περί μετονομασίας κλπ. δήμων, κοινοτήτων και οικισμών» --> Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1975.

ΦΕΚ 179 / 30.8.1927: Διάταγμα 20.8.1927 (ΦΕΚ 179 / 30.8.1927) «Περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών» --> Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1975.

ΦΕΚ 206 / 28.9.1927: Διάταγμα 9.9.1927 (ΦΕΚ 206 / 28.9.1927) «Περί μετονομασίας κοινοτήτων και οικισμών» --> Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1975.

ΦΕΚ 156 / 8.8.1928: Διάταγμα 19.7.1928 (ΦΕΚ 156 / 8.8.1928) «Περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών» --> Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1975.

ΦΕΚ 39 / 9.2.1950: Βασιλικό Διάταγμα 1.2.1950 (ΦΕΚ 39 / 9.2.1950) «Περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών» --> Μιχαήλ Χουλιαράκη, Γεωγραφική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδας 1821-1971, ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, τόμος τρίτος, Αθήναι 1976.

Χαλκιόπουλος 1910: Μακεδονία βιλαέτια Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου, Αθήναι 1910.

Brailsford: H. N. Brailsford, Macedonia - Its Races and Their Future, London, 1906. Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Καζάκης, Μακεδονία - οι φυλές της και το μέλλον τους, Αθήνα 2006.

Brancoff 1905: D. M. Brancoff, La Macédoine et sa population chrétienne, Paris, 1905.

Dakin: Daglas Dakin, Ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία 1897 - 1913, μετάφραση Γ. Στεφανίδη - Ξ. Κοτζαγεώργη, Θεσσαλονίκη 1996.

Матинова: Фана Мартинова - Буцкова, И ние сме деца на мајката земја..., Скопје 1998.

Милојевић 1920: Боровојe Милојевић, Јужна Македонја - Антропогеографска, Београд 1920.

Papahagi 1905: Nicolas Papahagi, Les Roumains de Turquie, Eminescoe, Bucarest 1905.

Picot 1875: É. Picot, Les Roumains de la Macédoine, Ernest Leroux éditeur, Paris 1875.

Pouqueville 1826: François Charles H. L. Pouqueville, Voyage de la Grèce, tome III, Paris 1826 --> Ελληνική μετάφραση Νίκη ΜοφέταΠουκεβίλΤαξίδι στην Ελλάδα Μακεδονία ΘεσσαλίαΑθήνα 1995.

Симовски: Тодор СимовскиНаселените места во Егејска Македонија - географски, етнички и стопански карактеристикиτόμοι δύο, Скопје 1998. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι χάρτες της πρώτης έκδοσης του 1978.

Synvet 1878: A. Synvet, Les Grecs de l'Empire ottoman - Etude statistique et ethnographique, Constantinople 1878.

Weigand 1895: Gustav Weigand, Die Aromunen / Ethnographisch - Philologisch - Historische Untersuchungen, Erster Band, Johann Ambrosius Barth, Leipzig 1895. Ελληνική μετάφραση: Trede Kahl, Οι Αρωμάνοι (Βλάχοι), Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2001.

Selo Aposkep: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Лазо Божинов, Село Апоскеп - Околија Костурска.

Selo Jezerec: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Димковски Панде Коста, Село Езерец - Околија Костурска.

Selo Gališta: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Димковски Панде Коста, Село Галишта - Околија Костурска.

Selo Grače: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Граче - Околија Костурска.

Selo Izglibe: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Село Изглибе - Околија Костурска.

Selo Kalevišta: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Калевишта - Околија Костурска.

Selo Lobanica: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Лобаница - Околија Костурска.

Selo Ludovo: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Лудово- Околија Костурска.

Selo Mangila: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Мил. Количевски, Село Мангила - Околија Костурска.

Selo Manjak: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Мањак - Околија Костурска.

Selo Mokreni: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Мокрени- Околија Костурска.

Selo Vambel: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Вамбел - Околија Костурска.

Selo Želengozdi: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Мил. Количевски, Село Желенгозди - Околија Костурска.

Selo Želin: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Желин - Околија Костурска.

Selo Županišta: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Жупаништа - Околија Костурска.

Selo Zagoričani: Архив на Македонија, Институт за национална историја --> Ристо Кирјазовски, Село Загоричани - Околија Костурска.

Νατσούλης: Γιώργος Νατσούλης, ανέκδοτες σημειώσεις για την περιοχή Καστοριάς.

Vic Nicholas: Πληροφορίες από ανέκδοτη εργασία του μακεδόνα Vic Nicholas, που ζει στην Αυστραλία,για την ιστορία του χωριού του Tikveni.

Απογραφή 2001: Πραγματικός πληθυσμός απογραφής πληθυσμού 2001

Αυστριακός Χάρτης: Χάρτες του αυστριακού επιτελείου στρατού, των αρχών του 20ου αιώνα, κλίμακας 1: 200.000.

αφύλλο: 39-41, Monastir / Bitola, J. Herwegg Feldw. K. Melichar, 1900
βφύλλο: 39-40, Janina / Ioannina, Offiz. R. Dokaupil

Χάρτης Κοντογόνη: Ελληνικοί χάρτες των αρχών του 20ου αιώνα, έκδοσης λιθογραφείου Κοντογόνη, κλίμακας 1: 200.000

α) φύλλο Μοναστήριον, Αθήναι 1910

β) φύλλο Ιωάννινα, Αθήναι 1910.

Ιός: Δημοσιογραφική ομάδα Ιού, Εθνικές Πλαστογραφίες - Τα Μυστικά του Βούρκου - Λογοκριμένες Μακεδόνισσες, εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 7.7.2002

εμπροςεμπρος - Ημερησία Εθνική Εφημερίς, Διευθυντής Δημήτριος Καλαποθάκης, Αθήναι

Οθωμανικά Αρχεία: Хр. Гандев, Българската народност през XV век, Демографско и етнографско изследване, (Наука и Изкуство, II изд., София, 1989).

Ριζοσπάστης: Εφημερίδα Ριζοσπάστης - Όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας

σκριπσκριπ - Εφημερίς Πολιτική και των Ειδήσεων, Ιδιοκτήτης - Διευθυντής Γρηγόριος Ευστρατιάδης, Αθήναι

Χατζησαββίδης: Σοφρόνη Χατζησαββίδη, Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο

Documents and Materials: BULGARIAN ACADEMY OF SCIENCES, Institute of History -Bulgarian Language Institute, Macedonia Documents and Materials, Sofia 1978

Elis Island: Συστηματική έρευνα που πραγματοποίησα με τη μηχανή αναζήτησης που υπάρχει στην ιστοσελίδα του Elis Island και επεξεργασία των στοιχείων των 8.608 μεταναστών που κατά την άφιξή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν μεταξύ των ετών 1897-1924, στην εκεί υπηρεσία υποδοχής των μεταναστών, ότι είναι εθνικά Μακεδόνες, αναφέροντας και τον οικισμό ή την περιοχή της καταγωγής τους, καθώς επίσης των 34.860 μεταναστών που δήλωσαν μεταξύ των ετών 1892-1924 πως είναι εθνικά Βούλγαροι

Кънчов 1900: Васил Кѫнчовъ, Македония етногрфия и статистика, София 1900

Кьосев - Данаилов: Илинденско-Преображенското въстание 1903—1968, Отг. редактори: Дино Кьосев и Ламби Данаилов. Редактори на спомените: Йордан Анастасов, Тодор Браянов и Илия Славков, Издателство на Националния съвет на Отечествения фронт, София, 1968

Мичев: Добрин Мичев, Българското национално дело в Югозападна Македония (1941 - 1944 г.)

Патеров: Илия Г. Патеров, Издание на Загорицкото дружество “Илинден” София, 1930 г

Rossos: Andrew Rossos, Incompatible Allies: Greek Communism and Macedonian Nationalism in the Civil War in Greece, 1943-1949

The Times: Times Archive

СиляновХрСиляновОсвободителнитѣ борби на МакедонияСофияτόμος πρώτος 1933 και τόμος δεύτερος 1943

Силянов / Спомени: Хр. СиляновПисма и изповеди на един четник - Спомени от Странджа - От Витоша до Грамос

 


 

 

Άποσκεπ / Aposkep / Апоскеп. Εξελληνίσθηκε σε Απόσκεπος. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Καστορίας. Ήταν ένα μεγάλο χριστιανικό χωριό 620 περίπου ατόμων. Οι κάτοικοί του μιλούσαν μακεδόνικα. Μέχρι το 1903 σχεδόν όλοι είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Το χωριό συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και ο πληθυσμός του εκείνες τις μέρες βγήκε στο βουνό. Για αντίποινα, ο οθωμανικός στρατός πήγε και έκαψε σχεδόν όλα τα σπίτια. Μετανάστες που έφυγαν από τον οικισμό και πήγαν στις ΗΠΑ μεταξύ των ετών 1905 και 1915, δήλωσαν άλλοι πως ήταν εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως ήταν εθνικά Βούλγαροι. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοικήσεως, αρκετοί κάτοικοι μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, με τη συνθήκη της Νεϊγύ. Το χωριό παρέμεινε πολιτισμικά αμιγώς μακεδονικό, καθώς εδώ δεν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Η ελληνική διοίκηση θεωρούσε κατά το μεσοπόλεμο πολλούς κατοίκους του, ως άτομα «ανθελληνικών φρονημάτων». Μέρος του πληθυσμού οργανώθηκε την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου στις αριστερές οργανώσεις και κατέφυγε τελικά στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε κατά 100 περίπου άτομα.

 

Πηγές

Aposkevi, χριστιανοί ορθόδοξοι: 600 [Synvet 1878, 56].

Απόσκεπος Καστορίας: «Χωρίον οικούμενον υπό 500 χριστιανών και έχον εκκλησίαν, σχολείον και κρήνας» [Σχινάς 1886, 239].

Aposkepe [Αυστριακός Χάρτης].

Апоскепъ / Костурска каза, 740 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 265].

Aposkepe, λειτουργία πατριαρχικού και εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Απόσκεπος: «Σύμφωνα με στατιστική του Αυγούστου του 1902 στον Απόσκεπο κατοικούσαν 107 οικογένειες, από τις οποίες οι 41 ήταν πατριαρχικές. Το ελληνικό σχολείο του χωριού είχε ένα δάσκαλο και 25 μαθητές. Η κατάσταση μεταβλήθηκε άρδην την επόμενη χρονιά. Βλ. Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Αρχείο Αργυρίου Ζάχου, επιστολή Ηλία Μπουζιώτη, Καστοριά 17 Αυγούστου 1902» [ΜΜΑ, 81]

Aposkep / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 912 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 44 μαθητές [Brancoff 1905, 180-181].

Απόσκεπος, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Απόσκεπος: «Σχισματικόν από του 1903» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Απόσκεπος Καστορίας: «300 ορθόδοξοι Έλληνες τω 1904 υποκύψαντες εις την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν, και 320 σχισματικοί βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910, 100].

Απόσκεπος καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Απόσκεπος Καστορίας, 465 άτομα (216 άρρενες και 249 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Το 1916 αναχώρησαν μαζί με τις οικογένειές τους για τη Βουλγαρία οι: Stojan Bakalov, Naso Bakalov, Georgi Šljankov, Teuriča Šumovska, Panovica Šumelova, Lena Geršanova, Mirče Budev, Leonici Kiseiov, Teohar Kisirkiev, Giro Mišajkov [Selo Aposkep].

Απόσκεπος Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Апоскеп, 250 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920, 19].

Απόσκεπος Καστορίας, 333 άτομα (132 άρρενες και 201 θήλεις) [Απογραφή 1920, 309].

Ρευστοποιήθηκαν συνολικά 23 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 199].

Απόσκεπος Καστορίας, 360 άτομα (154 άρρενες και 206 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 358 και ετεροδημότες 2 [Απογραφή 1928, 285].

Απόσκεπος, υπήρχαν 80 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 15 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Απόσκεπος Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 377 (178 άρρενες και 199 θήλεις) [Απογραφή 1940, 390].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 119 [Γρηγορίου, 150].

Апоскеп: Πρόκειται για ένα χριστιανικό μακεδονικό χωριό. Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν ο στρατός έκαψε 101 σπίτια στο χωριό [Симовски 1998 B, 7].

Απόσκεπος: Από το χωριό καταγόταν το στέλεχος του ΚΚΕ Λάζαρος Μποζίνης, ο οποίος αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο του 1941 από την Ακροναυπλία. Ο Μποζίνης θεωρείται «μεσολαβητής» για την προσχώρηση 47 «κομιτατζήδων» του χωριού στον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943 [Κολιόπουλος Α, 167 και 173].

Απόσκεπος, 379 κάτοικοι, εκ των οποίων 340 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 51. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 34. Ευρίσκονται εις φυλακή δυνάμει ενταλμάτων 1. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 15 [Στατιστική 1945].

Апоскеп: Μεταξύ Μαρτίου 1948 και Αυγούστου 1950, η ελληνική διοίκηση πήρε 28 παιδιά από το χωριό στο ίδρυμα της βασίλισσας Φρειδερίκης «Αγία Τριάδα» στη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, 12 παιδιά του χωριού και ένας παιδαγωγός συντοπίτης τους, κατέφυγαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης [Мартинова, 50-52].

Απόσκεπος Καστορίας: 270 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 98].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 234, 1971: 189, 1981: 192, 1991: 166. Υψόμετρο 880 [Σταματελάτος, 90].

1903-1908

Στις 29 Αυγούστου 1903 ο οθωμανικός στρατός επιτέθηκε σε μεγάλη δύναμη τσετών που βρισκόταν στη θέση Ντούλιτ πάνω από το χωριό Άποσκεπ [Силянов, A 386]. Ακολούθησε σφοδρή μάχη που τελείωσε με αποχώρηση των αυτονομιστών. Στη συνέχεια ο στρατός μπήκε στο χωριό και το έκαψε.

Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης αναφέρει το συμβάν σε επιστολή του προς το μητροπολίτη Πελαγονίας: «Εξ Αποσκέπου, χωρίου ημίσειαν ώραν της Καστορίας απέχοντος αποτελουμένου εκ φανατικωτάτων Βουλγάρων εκτός ολίγων ελληνικών οικογενειών, υπεσχέθησαν ότι θα παραδώσωσι τα όπλα, αλλά μετά επανειλημμένας αναβολάς η Κυβέρνησις απέστειλε τη 30η Αυγούστου στρατόν, όπως εξαναγκάση αυτούς να παραδώσωσι τα όπλα των. Καθ' ην όμως ώραν επλησίασεν εις το χωρίον, άνωθεν αυτού διέκρινε συμμορίαν εκ 500 ως έγγιστα κομιτών, καθ' ης επιτεθείς επολέμησεν επί 4 ολοκλήρους ώρας. Αλλ' ένεκα του επελθόντος σκότους της νυκτός, η συμμορία διέφυγεν εγκατελείπουσα περί τους 10 νεκρούς, εν τηλεσκόπιον, μίαν μάχαιραν και 2 όπλα Μάνλιχερ. Εκ του στρατού εφονεύθη εις και τρεις επληγώθησαν. Τη επαύριον μεταβάς ο στρατός εις τον παρακείμενον Απόσκεπον επυρπόλησεν αυτόν απαξάπαντα εκτός της εκκλησίας» [Δραγούμης, 608].

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει στο ημερολόγιο: «Συμπλοκή εν Αποσκέπω, εφονεύθησαν 27 κομίται, εφονεύθη εις στρατιώτης, ετραυματίσθησαν 4» [Δραγούμης, 274].

Ο Dakin γράφει πως οι τσέτες είχαν βρει κατάλυμα μέσα στο χωριό, επικεφαλής τους ήταν οι Τσακαλάροφ και Κλιάσεφ και ότι οι στρατιώτες έφταναν τους 200. Γράφει επίσης πως οι αμυνόμενοι χρησιμοποίησαν βόμβες και σκότωσαν 80 στρατιώτες [Dakin, 142].

Στις 13 του ίδιου μήνα κάτοικοι του χωριού παρέδωσαν τα 16 όπλα στις αρχές [Δραγούμης, 288].

Σε άλλη επιστολή του, με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 1903, ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ενημερώνει πως ο εξαρχικός παπάς του Αποσκέπου, μαζί με άλλους επτά αποφυλακισθέντες, «εφονεύθησαν παρά το χωρίον» [Δραγούμης, 621].

Για τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων του χωριού εκείνες τις μέρες, διαβάζουμε στο βιβλίο ενός αυτόπτη μάρτυρα, του Άγγλο Henry Brailsford: «Νωρίς το Δεκέμβριο του 1903, πήγα στην Καστοριά για να εκτιμήσω τι είδους και τι ποσότητες ανθρωπιστικής βοήθειας ήταν αναγκαίες για τα καμένα και κατεστραμμένα χωριά της πολυπληθούς βουλγαρικής περιοχής γύρω απ' αυτό το ελληνοτουρκικό κέντρο. Οι Τούρκοι και οι Έλληνες ήταν το ίδιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους. Κλεισμένοι στη γραφική πόλη, απομονωμένη καταμεσής στη λίμνη της, γνώριζαν ελάχιστα και νοιάζονταν ακόμη λιγότερο για τη μιζέρια τριγύρω τους. Πηγαίνοντας με τ' άλογο να επισκεφτώ τα χωριά, έφτασα πρώτα στον Απόσκεπο, μόλις τρία μίλια από την πόλη. Όλα τα σπίτια, εκτός από πέντε ή έξι, είχαν καεί και οι χωρικοί έδιναν μια ξεκάθαρη εικόνα ελλείψεων, ασθενειών και ζωτικότητας σβήνει. Ρώτησα για τον ιερέα, το δάσκαλο και τον επικεφαλής, μόνο για να μου πουν ότι όλοι τους είχαν πεθάνει μέσα στις προηγούμενες δύο βδομάδες. Μια περαιτέρω έρευνα, φαμίλια τη φαμίλια, έδειξε ότι από τη στιγμή της επιστροφής από τους λόφους μετά την εξέγερση, πρακτικά κάθε νοικοκυριό είχε χάσει κάποιον δικό του από αρρώστια, ενώ σχεδόν σε όλα τα άθλια καταλύματα που οι χωριάτες είχαν κατασκευάσει ανάμεσα στα καρβουνιασμένα ερείπια των σπιτικών τους, τουλάχιστον ένα άτομο κειτόταν άρρωστο. Η ασθένεια που κυριαρχούσε ήταν ένα είδος μολυσματικής γρίπης, η οποία ως προς τα συμπτώματά της έμοιαζε τυφοειδή» [Brailsford, 29-30].

Άνθρωποι της ελληνικής οργάνωσης στο χωριό ήταν οι «Απόστολος Λούκαρης, Ζήσης Ουζούνης και οικογένεια Χατζημάγκα» [Τσάμης, 155].

Σύμφωνα με το Γερμανό Καραβαγγέλη, άνθρωπος της ελληνικής οργάνωσης ήταν και μια γυναίκα από το χωριό. Σε αδημοσίευτη (λογοκριμένη) απάντησή του σε ερώτηση της Πηνελόπης Δέλτα, ο δεσπότης είχε αναφέρει σχετικά: «Ρωτώ το Σεβασμιώτατο αν στο Μακεδονικό Αγώνα αναδείχθηκαν και γυναίκες ηρωίδες και μου απαντά, όπως και ο Μακρής, ότι καμιά δε διακρίθηκε για εξαιρετική παλληκαριά και πατριωτική δράση. "Μόνον η γυναίκα του Ζήση από το Απόσκεπο, που τον σκοτώσαν οι Βούλγαροι, μ' όλο που δεν ήξερε ούτε μια λέξη ελληνική, ήταν φανατική Ελληνίδα, και μου έλεγε - 'Αχ, δεν μου την κόβεις, Δεσπότη μου, αυτή τη γλώσσα;' Εννοείται ότι ο φανατισμός της εκορυφώθηκε με τη δολοφονία του αντρός της. Αυτή μας προσέφερε πολλές υπηρεσίες μένοντας στην Καστοριά. Γιατί μετά το φόνο του αντρός της από το φόβο μήπως τη σκοτώσουν κι αυτή, έφυγε από το Απόσκεπο και ήρθε κι εγκατεστάθηκε πια στην Καστοριά. Η Ζήσαινα, όπως τη λέγαμε, μας ειδοποιούσε ποια φανατικά όργανα του Βουλγ. Κομιτάτου περιφέρονταν στο παζάρι της Καστοριάς και ό,τι σχετικό με το Κομιτάτο μάθαινε. - Και οι Βούλγαροι δεν τη σκοτώσαν; 'Η δεν ήξεραν ότι τους κατασκόπευε; - Οι Βούλγαροι βέβαια και το ήξεραν, μα δεν μπορούσαν να της κάνουν τίποτα μέσα στην Καστοριά"» [Ιός].

Στις αρχές Ιουνίου 1904 οι αρχές της Καστοριάς προχώρησαν στη σύλληψη του «κομιτατζή Στογιάν», που βρισκόταν στο σπίτι του εξαρχικού παπά της πόλης. Με αφορμή το γεγονός, οι έλληνες έμποροι διαδήλωσαν και ζήτησαν από το μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη να πάει στον Καϊμακάμη και να του ζητήσει να διώξει τον εξαρχικό παπά από την Καστοριά [ΣΚΡΙΠ, 10.6.1904, σ. 1].

Στις 7 Μαΐου 1905 ο έλληνας αρχηγός Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Έρχεται απεσταλμένος εκ Καστορίας κομίζω επιστολήν του Μητροπολίτου δι' ης μου συνιστά να εκτελέσωμεν πράξιν τινά (: φόνο) εις Απόσκεπον την προσεχή Τετάρτην επί τη εορτή Μεθοδίου όπου θα μεταβή και ο βουλγαροπαπάς Καστορίας. Απαντώ ότι τούτο είναι αδύνατον και δι' άλλους (λόγους) και διά την έλλειψιν ανδρών» [Βάρδας Α, 125].

Στις 29 Αυγούστου 1905, στη θέση Μπίκοβικ βόρεια του χωριού, συγκρούστηκαν οι τσέτες των Τσακαλάροφ και Μήτρου Βλάχου με τα σώματα των Τσόντου Βάρδα και Παύλου Γύπαρη. Σύμφωνα με τον Τσάμη, κατά τη μάχη σκοτώθηκαν είκοσι πέντε τσέτες, από δε τους αντάρτες οι Παύλος Πετρουδάκης, Πάνος Τσαουσέλας και Γιώργης Κλαπαδάκης. Ο ίδιος ο Γύπαρης τραυματίστηκε στο πόδι και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας [Τσάμης, 262].

Στις 26 Ιανουαρίου 1906, ο πρόξενος Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκης μεταξύ άλλων γράφει σε αναφορά του προς τον έλληνα Υπουργό Εξωτερικών, πως κοντά την Καστοριά το εκτελεστικό της ελληνικής οργάνωσης σκότωσε δύο άτομα, «εν εξ Αποσκέπου και έτερον εκ Βυσίνης» [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 51, 26/1/1906].

Στις 23 Μαρτίου 1906, η ελληνική οργάνωση δολοφονεί έξω από το χωριό τον Χρήστο Ασβεστά, τον οποίο θεωρεί αγγελιαφόρο των αυτονομιστών [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 239, 14/4/1906].

Στις 20 Φεβρουαρίου 1906, βόρεια του χωριού, οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα συγκρούστηκε με τσέτα, η οποία έφυγε αφήνοντας πίσω της νεκρούς δύο μέλη της [ΕΜΠΡΟΣ, 20.2.1906, σ. 3].

Στις 19 Αυγούστου 1906 ο Βάρδας γράφει κάποιες σκέψεις του στο ημερολόγιο, που σχετίζονται και με το χωριό Άποκεπ: «Αν δ' ήτο δυνατόν να είχα και τον Σούλιον εδώ εις Κωσταράτσιον, θα είχε υπό την προστασίαν του τα ανατολικά Κορέστια. Εισελαύνων διά νυκτός εις Απόσκεπον, Σέτομαν, Τσαρνόλισταν κλπ. και πάλιν επιστρέφων, και τοιουτοτρόπως έχων έκαστος την περιφέρειαν του, θα εφιλοτιμείτο να υποτάξη αυτήν, με φόνους, με απειλάς κλπ.» [Βάρδας Β, 133].

Στις 5 Φεβρουαρίου 1907 ο Βάρδας μαθαίνει από το δάσκαλο του χωριού Λάχτσι πως η ελληνική οργάνωση πραγματοποίησε μερικούς φόνους, μεταξύ δε των άλλων και «ενός από Απόσκεπον» [Βάρδας Β, 467].

Selo Aposkep - κάτοικοι 1903

Κατάλογος των κατοίκων το έτος 1903 (Spisok na naselenjeto do 1903 godina).

Τα ονόματα των αρχηγών των 120 οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Panajot Kurtovski (4), Mito Miljov (5), Peto Miljov (7), Risto Kurtovski (10), Mitre Adžimankov (12), Stavro Veljov (4), Koljo Pardiklov (3), Dora Oerdiklov (4), Gorgi Čuleov (4), Stojan Sabrov (3), Dimo Deljaov (3), Sabro Sabrov (5), Lazo Popojanov (10), Panajot Popojanov (6), Spaso Braov (8), Gorgi Popovski (5), Mitre Braov (4), Vasil Braov (6), Penčo Kuburov (3), Labro Kuburov (2), Mitre Lukov (5), Stojan Kuburov (6), Gjorgji Bljančov (5), Kuzo Panev (4), Mitre Šetanov (5), Naso Filev (3), Mitre Mančelov (7), Popmihali Budov (4), Koljo Butetomu (6), Risto Budev (5), Penčo Mišankov (10), Mitre Mišankov (2), Stavro Mišankov (8), Guro Mišankov (9), Cveto Bubev (5), Ciljo Bubev (6), Vasil Šetanov (4), Timko Mišaikov (3), Koljo Baduljov (4), Ziso Kočev (5), Dino Duškov (4), Niko Šumoliev (3), Krsto Šumoliev (4), Stojan Kardiov (3), Zaho Furnuzov (6), Mitre Furnuzov (7), Florin Pecurov (6), Meljo Mamučov (2), Petro Gačov (4), Gamo Undov (3), Trpo Undov (8), Numo Undov (4), Kuzo Undov (3), Dino Čarkačov (5), Lesko Panajotov (3), Pano Gelev (2), Risto Leskov (4), Dičo Vasilkov (4), Trpo Vasilkov (8), Gorgi Šaldov (9), Spaso Šoldov (6), Gorgi Vasilkov (4), Mitre Šomov (7), Lazo Šomov (6), Dine Trupankov (4), Panajot Goršanov (5), Dinko Popdimitrov (6), Spaso Popdimitrov (5), Spaso Jorljov (7), Jani Tanaskov (2), Dinko Šomev (7), Lazo Lukarov (8), Toljo Lukarov (5), Vasil Salakov (10), Vane Tanaskov (4), Gorgi Šljankov (9), Prodan Ralev (3), Pando Ralev (6), Pando Kaljabakov (7), Stojan Raljov (8), Sido Poriazov (9), Trajko Jankov (3), Petro Jankov (6), Dinko Jankov (4), Teohar Kaljin (4), Mitre Ciljankov (3), Panaot Kašarikov (4), Leonida Kesiriova (5), Pop Teohar Kesiriov (5), Stojan Bakalov (6), Filjo Mančelov (6), Mitro Karakoljov (3), Panjajot Čeramov (6), Spiro Božinov (6), Numo Božinov (7), Koljo Lapov (6), Risto Ljapov (8), Spaso Cimzov (6), Naso Bakalov (8), Stavro Čaljov (5), Iljo Nestorov (3), Kosta Dalov (6), Sterio Dalov (4), Zio Kumelov (6), Numo Delov (4), Dine Dalov (5), Radoi Čeramov (6), Mitre Ljakimov (7), Koljo Suljov (3), Iljo Miserliev (4), Reljo Miserliev (8), Apostol Rečov (4), Koljo Džumančov (2), Numo Lokov (6), Dine Kojov (4), Gjaki Bakalov (5), Marko Galjov (4), Riro Budev (6).

Σύνολο κατοίκων 621.

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1905-1912 μετανάστευσαν από το χωριό Aposkep στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής 7 άτομα:

Stavia Dimitroff και Nitre Noume το 1905.

Ginorzin Gligor, Petre Moloff και Lambro Stoyanoff το 1909.

Stavia Dimitroff το 1911.

Kouso Stoganoff το 1912.

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1905-1915 μετανάστευσαν από το χωριό Aposkep στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής 17 άτομα:

Mitre Guele, Lazar Naoumof και Lazo Tanass το 1905.

Gaki Bacale, Vasil Bran, Constantin Cadeoff, Dimitrios Cavacolio, Stavros Schlanco και Cosna Tauchan το 1906.

Dimitri Flovin, Christof Nikola και Aleksa Panaiotoff το 1907.

Josoff Anastas, Ilia Gheorgioff, Stoyanoff Glia και Lazoff Gvan το 1910.

Lohannis Galious το 1915.

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Απόσκεπος. Συνελήφθηκαν το Μάη 1945 και φυλακίστηκαν οι: Ελευθερία Παπαγιάννη, Ευγενία Σατάνη, Ολυμπία Ουζούνη, Α. Ούντα, Βενετή Παπαδημητρίου, Ν. Παπαγιάννης ελασίτης. Βασανίστηκαν με ξυλοδαρμό το Σεπτέμβρη του 1946 οι: Θ. Μαγγέλης και Ζ. Ίτσκας από χωροφύλακες. Καταδικάστηκαν οι: Δ. Πράβας σε ισόβια δεσμά, Ζ. Μπούβης σε 18 χρόνια, Η. Σιώμος σε 6 χρόνια, Τραϊανός Ράλιος σε 6 χρόνια, Α Σωτηρίου σε 5 1/2 χρόνια και Δ. Σιώμος σε 6 1/2 χρόνια φυλακή. Έγιναν πάνω από 20 μπλόκα και έρευνες. Αρπάχτηκαν από οπλισμένους μοναρχικούς τρομοκράτες του αρχισυμμορίτη Παπαδόπουλου 200 πρόβατα. Καταδιωκόμενοι πάνω από 15» [σ. 47].

Selo Aposkep - φυλακισμένοι

Κατάλογος των φυλακισμένων (Spisok na zatvorenite).

Lazar Božinov (1936-1941), Kurtev Ilija (1938-1941), Šamov Tome (1938-1941), Undov Hristo (1938-1941), Braov Mito (1945-1958), Budev Trpo (1945), Šamov Mito (1945-1956), Popdimitrov Teohar (1948), Braova Konlavica (1948-1955), Panoja Kutreva (1948-1955), Šemovska Teodaga (1948-1955), Šemovska Hartklija (1947-1949), Mišajkov Apostol (1945-1950), Ilno Šamov (1945-1950), Pano Čuleov (1945-1950), Trajko Felipov (1945-1950), Anastasio Mančelov (1945-1950), Namo Karnaliov (1945-1950), Kamizov Naso (1945-1950), Kumelov Kiro (1945-1950), Kljuši Stevo (1948-1949), Braov Nihalil (1948-1949), Budev Foti (1948-1949), Braov Gavro (1948-1949), Kutrev Panajot (1948-1949).

Selo Aposkep - οργανωμένοι

Κατάλογος συμμετεχόντων στις οργανώσεις (Spisok na Učesnici po organizacii).

Hristo Jankovski ( ΕΛΑΣ 1943-1945), Božinov Anelagi (ΕΛΑΣ 1943-1945), Lazar Božinov (SNOF 1943-1944), Šaldov Gorgi (ΕΛΑΣ 1944-1945), Šandrov Blagoja (ΕΛΑΣ 1944-1945, NOF 1946-1947, ΔΣΕ 1947-1949 σκοτώθηκε), Šatanov Teohar (ΕΛΑΣ 1944-1945), Vasil Šatov (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1947-1949), Velkov Georgi (ΕΛΑΣ 1943-1945, ΔΣΕ 1946-1947 σκοτώθηκε), Kosta Braov (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1946-1948 σκοτώθηκε), Kurtov Tome (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1947-1949), Bude Jane (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1947-1949), Počevski Mičo (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1946-1947), Zako Dimitar (ΕΛΑΣ 1944-1945), Kočev Dimitar (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1947-1949), Kiro Pecurov (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1946-1949), Niko Pecurov (ΕΛΑΣ 1944-1945, ΔΣΕ 1947-1949), Hristo Furnuzov (ΕΛΑΣ 1945, NOF 1946-1949), Kaljabakov Paskal (ΕΛΑΣ 1945, ΔΣΕ 1947-1949), Čuleov Mihajil (ΔΣΕ 1947-1949), Mančateli Teodor (ΔΣΕ 1947-1949), Ničev Živko (NOF 1946-1949), Žetanov Petro (ΔΣΕ 1947-1949), Velkova Pena (ΔΣΕ 1948-1949 σκοτώθηκε), Šeldov Aleko (ΔΣΕ 1947-1949), Podmimitrov Panajot (ΔΣΕ 1947-1949), Popdimitrov Teohar ΔΣΕ 1947-1949), Vasil Jorlov ΔΣΕ (1947-1948), Mišajnov Mito (ΔΣΕ 1947-1948 σκοτώθηκε), Mišajkov Giro ΔΣΕ (1947-1948 σκοτώθηκε).

Selo Aposkep - φυγάδες

Κατάλογος φυγάδων (Spisok na emigrantite).

Κατάλογος 44 κατοίκων του χωριού που έφυγαν διωγμένοι από την Ελλάδα την περίοδο 1942-1949:

Kurtev Tome το 1949 για ΕΣΣΔ, Kurtev Ilija το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kutrova Sofka το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Velena Rina το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Braov Naum το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Čuleova Živka το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Čuleova Kostandina το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Angelov Teodor το 1947 για Τσεχοσλοβακία, Šatanov Teohar το 1946 για Τσεχοσλοβακία, Šatanova Evgenija το 1948 για ΕΣΣΔ, Šatanov Petar το 1947 για ΕΣΣΔ, Kočev Blagoja το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kočova Kaljopa το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Kočev Dimitar το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kočev Živko το 1947 για Γιουγκοσλαβία, Kočena Rina το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Zahov Mitko το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Furnuzov Risto το 1946 για Τσεχοσλοβακία, Furnuzova Anastasija το 1948 για Τσεχοσλοβακία, Pecuρov Nikola το 1945 για Τσεχοσλοβακία, Pecurova Vana το 1948 για Τσεχοσλοβακία, Pecurov Kiro το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Pecurova Stamena (με τρία παιδιά) το 1948 για Γιουγκοσλαβία , Vegov Gorgje το 1945 για Καναδά, Šoldov Gorgi το 1944 για Γιουγκοσλαβία, Šoldova Anastasija (με τρία παιδιά) το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Vasil Šomov το 1945 για Τσεχοσλοβακία, Šoldof Aleko το 1947 για Γιουγκοσλαβία, Popodimitrov Panajot το 1947 για Τσεχοσλοβακία, Hristo Jankovski το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Stefana Jankovska (με τέσσερα παιδιά) το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Kalabakov Paskal το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Gelev Kosta το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Mišajkova Kina (με τέσσερα παιδιά) το 1943 για Γιουγκοσλαβία, Božinov Lazo το 1944 για Γιουγκοσλαβία, Božinov Anastas το 1943 για Γιουγκοσλαβία, Božinova Sotira (με τρία παιδιά) το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Božinov Gligor το 1942 για Βουλγαρία, Jankov Dimitar το 1947, Čuleov Mihajlo το 1947 για Τσεχοσλοβακία, Počevski Mićo το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Počevska Tina (με τρία παιδιά) το 1944 για Γιουγκοσλαβία, Slankov Lazar το 1945 για Γιουγκοσλαβία, Slankova Sofija το 1946 για Γιουγκοσλαβία. Επίσης οι Kurtov Hristo και Kurtev Jovan, έφυγαν αντίστοιχα το 1953 και το 1958 με διαβατήριο, για να ζήσουν με τους συγγενείς τους που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία.

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΒΑΣΑΚΟΣ, ΓΑΛΛΙΟΣ, ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΚΟΥΣΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΘΑΝΑΣΚΑ, ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΚΟΜΙΔΗΣ (3), ΚΟΥΡΤΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (2), ΛΑΖΑΡΟΥ (2), ΛΙΑΠΗΣ, ΜΑΚΑΛΤΣΕΣ (3), ΜΑΚΑΛΤΣΗΣ, ΜΑΚΡΙΔΗΣ (8), ΜΟΡΦΙΔΗΣ, ΜΠΑΝΤΙΛΑΣ (2), ΠΑΝΙΤΣΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΑΜΙΑΝΟΣ, ΠΕΡΔΙΚΑΣ, ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ, ΡΑΛΛΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΣΕΚΡΟΣ, ΣΛΙΟΥΠΚΑΣ, ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (5), ΣΩΤΗΡΙΟΥ (4), ΤΟΓΚΑΡΙΔΗΣ, ΤΟΥΡΝΑΣ, ΤΣΑΚΑΣ, ΤΣΕΡΑΜΗΣ, ΧΑΤΖΗΜΑΓΚΑΣ (4).

 

Βάμπελ / Vambel / Вамбел . Μετονομάστηκε σε Μοσχοχώρι και στη συνέχεια σε Μοσχοχώριον. Μέχρι την εγκατάλειψή του στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, αποτελούσε κοινότητα της επαρχίας Καστορίας. Γλωσσικά υπήρξε ένας αμιγώς μακεδονικός οικισμός. Οι χριστιανοί κάτοικοί του συμμετείχαν το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Ο οθωμανικός στρατός μαζί με βασιβουζούκους, προχωρώντας σε αντίποινα λεηλάτησε και έκαψε τα σπίτια τους. Στη συνέχεια το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού προσχώρησε στην εξαρχία. Οι έλληνες «μακεδονομάχοι» θεωρούσαν το Βάμπελ εχθρικό χωριό. Οικονομικοί μετανάστες που έφτασαν από εδώ στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, δήλωσαν στις εκεί αρχές, άλλοι μεν πως είναι εθνικά Μακεδόνες, άλλοι δε πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Το 1912 ζούσαν στο χωριό περίπου 750 άτομα. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης ένας αριθμός κατοίκων  μετανάστευσε από το Βάμπελ στη Βουλγαρία. Το 1928 ο πληθυσμός του οικισμού μειώθηκε στα 500 περίπου άτομα. Αυτό τον πληθυσμό, οι ελληνικές αρχές ασφαλείας χαρακτήριζαν καθ' όλη την περίοδο του μεσοπολέμου ως «ανθελληνικών φρονημάτων». Φρόντισαν επίσης  να του φερθούν με τον ανάλογο τρόπο. Κατά τη διάρκειά της κατοχής αρκετοί από το χωριό οργανώθηκαν στον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια πολλοί περισσότεροι εντάχθηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το χωριό, παίρνοντας το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Μεταπολεμικά το κράτος παραχώρησε για  βοσκοτόπια, σε ελληνόφρονες βλάχους έποικους, τις εγκαταλειμμένες εκτάσεις του χωριού.

Πηγές

Vambely, χριστιανοί ορθόδοξοι: 600 [Synvet 1878, 56].

Βάμπελι Καστορίας: «Χωρίου οικουμένου υπό 700 χριστιανών και έχοντος εκκλησίαν, σχολείον αρρένων, χάνιον, φρέαρ και κρήνας» [Σχινάς 1886, 238].

Vambeli (Vibel) [Αυστριακός Χάρτης].

Въмбелъ / Костурска каза, 650 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 266].

Vambeli (Vibel), λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Βάμπελ: «Στην επανάσταση του Ίλιντεν το 1903 πυρπολήθηκαν και τα 120 σπίτια του χωριού» [Πετσίβας, 1035].

Vambel / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 960 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 182].

Βάμπελι, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Βαμπέλι Κορυτσάς: «650 ορθόδοξοι Έλληνες υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1904» [Χαλκιόπουλος 1910, 98].

Βαμπέλι καζά Κορυτσάς, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Въмбел: Στο χωριό σχεδόν όλοι γνωρίζουν και την αλβανική γλώσσα [Силянов / Спомени].

Βαμπέλι Καστορίας, 733 άτομα (362 άρρενες και 371 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Το 1916 αναχώρησαν μαζί με τις οικογένειές τους για τη Βουλγαρία οι: Доне Кампуров, Ламбро Пуров, Циљо Машенски, Циљо Џуглов, Сотир Џуглов, Ристо Поломеров, Ване Благоев, Коста Карамешов, Безов Пандо, Митре Караискаки, Јани Хаџиев, Стао Мишовски, Поплеко, Дине Гамаков, Ѓорги Манов, Христо Манов, Иљо Ѓершов [Selo Vambel].

Βαμπέλι Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Вамбели, 127 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920, 16].

Βαμπέλι Καστορίας, 574 άτομα (224 άρρενες και 350 θήλεις) - 128 οικογένειες [Απογραφή 1920, 308].

Ρευστοποιήθηκαν 13 περιουσίες κατοίκων των χωριού που έφυγαν για τη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 198].

«Η κοινότης Βαμπελίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Μοσχοχωρίου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Βαμπέλι εις Μοσχοχώριον» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].

Μοσχοχώρι (ΒαμπέλιΚαστορίας, 444 άτομα (171 άρρενες και 273 θήλεις). Υπήρχαν τρεις πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 428 και ετεροδημότες 16. Επίσης 38 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928, 287].

Βαμπέλη (Μοσχοχώρι), υπήρχαν 105 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

«Στο Βαμπέλι της Καστοριάς δάρθηκαν μέχρις αιμοπτυσίας κι ύστερα καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 10 νέοι γιατί τραγουδούσαν στη γλώσσα τους» [Ριζοσπάστης 25.11.1932, σ. 2].

«"Το 1938 φυλακίστηκα από την αστυνομία 15 μέρες γιατί τραγουδούσα σλαβομακεδονικά", διαβάζουμε στο βιογραφικό σημείωμα ενός αντάρτη του ΔΣΕ από το Μοσχοχώρι της Καστοριάς» [Κωστόπουλος, 168].

Μοσχοχώριον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 488 (237 άρρενες και 251 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 517 [Απογραφή 1940, 393].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 102 [Γρηγορίου, 151].

В'мбел: Το 1889 σύμφωνα με το Верковиќ το Βάμπελ είχε 135 οικογένειες με 656 κάτοικους. Διαχρονικά υπήρξε ένα καθαρά χριστιανικό μακεδονικό χωριό. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 71 άτομα μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Μετά την ερήμωσή του, τη δεκαετία του '50, η ελληνική εξουσία έδωσε τη γη του οικισμού ως βοσκοτόπια στους έποικους Βλάχους που είχε εγκαταστήσει η ίδια στο γειτονικό Σμάρντες (Κρυσταλοπηγή) [Симовски 1998 B, 144].

Μοσχοχώρι, 448 κάτοικοι, εκ των οποίων 430 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β [Στατιστική 1945].

Στις 13 Ιανουαρίου 1948 συνήλθε στο χωριό το πρώτο συνέδριο του ΝΟΦ, στο οποίο συμμετείχαν 500 αντιπρόσωποι [Rossos].

В'мбел: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 138 παιδιά του χωριού και 9 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 53].

Μοσχοχώριον Φλωρίνης: έρημο [Απογραφή 1951, 179].

Υψόμετρο 1280 [Υψομετρική Κατανομή, 46].

Λαογραφικά [σ. 12-123]

Κατέγραψε ο Βάσκο Καρατζάς (Записал Васко Караџа).

Πρώτη δημοσίευση «Νέα Ζωή», Απρίλης 1961.

1. Ανέκδοτα στο Βάμπελ Καστοριάς (Анегдоти от Вмбел Костурско)

Το Βάμπελ είναι ορεινό χωριό. Πέτρες και πουρνάρια. Και γι' αυτό εκεί δεν υπάρχουν ούτε χελώνες. Που να ζήσουν οι καημένες σε εκείνες τις πέτρες; Οι Βαμπελίτες δεν ξέρουν τι πράμα είναι τα ζώα αυτά που τα λένε χελώνες. (Вмбел е планинско село. Само гретки и каменја. Па затоа тамо нема ниту желки. Дека да живат кутрите во тие камениа? Вмблени не ги знае какви се тие животни, што ги викале желки).

Κάποτε, στα παλιά χρόνια, τη μέρα της Παναγίας, κανείς δεν ξέρει πως έτυχε, παρουσιάστηκε στις βαμπελίτικες γειτονιές μια χελώνα. Όταν την είδαν οι Βαμπελίτες μαζεύτηκε όλο το χωριό γύρω από τη χελώνα και είπαν ότι θα είναι η Παναγία μητέρα του Θεού που τους κάνει επίσκεψη. Κι όταν αρχίσανε να παρακαλούν και να προσκυνούν - ήταν το έλα να δεις. Άναβαν κεριά, και παρακαλούσαν το Θεό. Ακόμα και στο κόκαλο της χελώνας κόλλησαν κεριά και λαμπάδες. (Еднаш во старо време, на ден Богородица, ка се слуци никој не знае, се поиавила во вмбленските силици една желка. Та ка ми ти ја видоа Вмблени, се собра цело село околу желката, и помислиа оти таа е света Богородица, та им дошла на гости. Та кога зафатиа да се мољат и да се кланат околу неа - да те пуљи госпо. Палеа свешти и се молеа на Бога. Па дури и на коската на желката запалиа свешти и лабади).

Τρόμαξε η καημένη, και όπου φύγει - φύγει τον κατήφορο να κρυφτεί. Πήγε και κρύφτηκε στα δεμάτια στα χωράφια. Κι όταν λαμπαδιάσανε όλα κάηκαν. (Кутрата желка се уплаши, па бегај ка се бега удолу да се скрие. Ојде желката и се скри во снопјата по нивјата, цели изгореле).

Τότε οι Βαμπελίτες ακόμη πιο πολύ πίστεψαν πως η χελώνα στ' αλήθεια ήταν η Παναγία μητέρα του Θεού. Κι ακόμα πιο πολύ προσκυνούσανε και παρακαλούσανε: "Καλή μας Παναγία μητέρα του Θεού, εσύ ανάβεις, εσύ σβήνεις, εσύ Παναγία μητέρα του Θεού, να είναι δοξασμένο το όνομά σου". (Тогаа Вмблени па ешче повеќе и се кланеа со молитви: "Ти мори света Богородица, ти палиш ти гнасниш, ти мори Богородице, да ти се слави името".

2. Πως ασπρίσανε την εκκλησία οι Βαμπελίτες (Како ја побелја црквата Вмблени)

Στο Βάμπελ υπήρχε μια παλιά εκκλησία. Οι Βαμπελίτες, πιο πολύ οι γέροντες, σκέφτονταν τι να κάνουν για να δώσουν στην εκκλησία καλή όψη, να είναι όμορφη η εκκλησία τους. Να είναι άσπρη, να λάμπει. Οι Βαμπελίτες είχαν πολλά πρόβατα. Καλά πρόβατα. Σε όλη την Καστοριά φημιζόταν το βαμπελίτικο κρέας. Αλλά και το γάλα φημιζόταν. Και πολύ καλό γιαούρτι κάνανε οι Βαμπελίτες. (Во Вмбел имаше една стара црква. Вмблени, и особено старците, се мислеа ка да направе, да му даде на црквата добар вид, да му е лепа црквата. Вмблени имае многу овци. Добри овци. Во цело Костурско се славеше Вмбелското месо. Та и млекото се славеше. И потквас многу добар правеле Вмблени).

Και τους ήρθε η ιδέα να την κάνουν όμορφη την εκκλησία, να την αλείψουν με γιαούρτι. (Та му дошла мислата да ја направат убава црквата, да ја намажат со потквас).

Αφού είχανε μπόλικο γιαούρτι. Τι είναι μερικοί κάδοι γιαούρτι; Κι αρχίσανε να την αλείφουνε. Δόστου και δόστου αλείψανε την εκκλησία ολόκληρη. Κουράστηκαν πολύ οι καημένοι, αλλά γι' αυτό η εκκλησία έγινε πολύ ωραία, γυάλιζε. (Нели потквас бол имае. Шо е таму неколку каци потквас. Па звее мажи-мажи во еден ден ја намажие црквата со потквас цела одадур. Многу постанае кутрите, но затоа црквата стана многу лепа алчеше).

Το βράδυ, όταν σκοτείνιασε καθώς πήρανε χαμπάρι τα σκυλιά - το Βάμπελ είχε πάνω από εκατό σκυλιά - καθώς μαζευτήκανε γύρω από την εκκλησία γλύψε-γλύψε, γλύψανε το γιαούρτι. (Вечерата кога се стемна ка звее абер кучеништата - во Вмбел имаше повеке от сто пси - та ка се собрае околу црквата лижи-лижи, цел потквас го излизале).

Όταν σηκώθηκαν την άλλη μέρα οι Βαμπελίτες βλέπουν και τι να δουν! Η εκκλησία έμεινε πάλι τέτοια με ασοβάτιστους τους παλιούς τοίχους. (Кога станае другјо ден Вмблени, кога пуљат што да видат. Црквата си остана па каква си беше со старите стисови не намазани).

3. Τα κοντά δοκάρια (Кусите Греди)

Κάποτε οι Βαμπελίτες αποφάσισαν να χτίσουν μεγάλη εκκλησία στο χωριό. Πέτρες μπόλικες είχανε και μέσα και γύρω από το χωριό. Άρχισαν λοιπόν και χτίσανε την εκκλησία ως τη στέγη. Τώρα όμως χρειάζονται δοκάρια. Γύρω από το χωριό δεν υπήρχαν δέντρα. Τραβήξανε λοιπόν και πήγαν τρεις ώρες μακριά. Κι εκεί όμως, μετράνε ξαναμετράνε και πάλι κοντές ήταν οι βελανιδιές και οι οξιές. (Една време Вмблени решие да направат голема црва во селото. Каменја бол во селото и околу селото. Зафатие и после малку ја состишие црквата до чатиата. Ами сега за чатиата треба греди. Дрва околу селото немаше ич. Трнае и оидое три саати далеку от селото. Но и таму мере пусте, па куси бее дбиците и буките).

Και έτσι, αποφάσισαν: ας είναι κοντά τα δοκάρια, τι σαν είναι κοντά; Θα τα πάμε στο χωριό και για να μακρύνουν θα τα ρίξουμε μερικές μέρες στο λάκκο, στο νερό, και θα μεγαλώσουν. Έτσι κι έκαναν. Φέρανε τα δοκάρια στο χωριό, τα ρίξανε στο λάκκο. Τα κράτησαν όσο τα κράτησαν, όμως τα έρμα δεν μεγάλωσαν. Κι έτσι η εκκλησία έμεινε άφτιαχτη. (Тогаа решие: нека се куси гредите, што ако се куси. ќе ги занесиме во селото, па за да се издлжат ќе ги фрмиле неколку дена во виро, во водата, па тие ќе се издлжат. Така и направие. Ги донекое гредите во селото и ги фрлие во виро да се издлжат во водата. Ги подрзае колку ги подрзаа во водата, но тие пусти ич не се издлжиле, и така црквата си остана ненаправена).

4. Βαμβάκι στο βουνό του Σμάρντες (Памбук во Смрдешката планина)

Οι Σμαρντεσίτες περηφανεύονταν πάντοτε στους Βαμπελίτες πως είναι πιο έξυπνοι, ξέρουν πιο πολλά πράγματα. Οι Βαμπελίτες τους άκουγαν και ήθελαν να τους την παίξουν για την ψωροπερηφάνεια τους.(Смрдешени секога му се фалеа на Вмблени оти тие се по итри, оти знае повеке работи. Вмлени ги слушале и сакае да му ја изиграт на Смрдешени што бее теку фаљбаџи).

Πως όμως να τους την παίξουν; Τελικά το βρήκανε. (Но ка да му ја направе рапотата. На крајот идејата беше најдена).

Οι Βαμπελίτες είπαν στους Σμαρντεσίτες πως στο βουνό του Βάμπελ άρχισε να φυτρώνει βαμβάκι. Και τι βαμβάκι... έλα να δεις! Δεν προλάβαιναν να μαζεύουνε και με τα δύο χέρια. (Вмблени му рекое на Смрдешени оти во Вмбелската планина зафати да расти памбук - да те пули госпо. Не профтасве да бере со иобете раци).

Και πως έτσι, αδέλφια απορούσανε οι Σμαρντεσίτες. Γιατί δεν φυτρώνει το έρμο και στο δικό μας βουνό; (Ами ка така бре братја, се чудее Смрдешени. Зашто не расти пустио во нашата планина?)

Σιγά-Σιγά ήρθε το Φθινόπωρο. Πάνω στο Σμάρντες, ψηλά στο βουνό Σκάπετο παρουσιάστηκε μια άσπρη καταχνιά, ψιλή-ψιλή σαν βαμβάκι. Τρέξανε οι Βαμπελίτες και τους φωνάζουν: Τι στέκεστε βρε μπουνταλάδες! Δεν βλέπετε το βαμβάκι; Τρέξτε να μαζέψετε.(Ајде ајде доиде Есен. Над Смрдеш, озгора на Скапето фати рдна бела мгла, руда и честа. Затрчае Вмблени и му викат: Што сеите бре будаловци! Не го пулите памбуко? Трчите да берите).

Σκοτώθηκαν οι Σμαρντεσίτες στο τρέξιμο. Ανέβηκαν στην πιο ψηλή κορφή κι αρχίσανε να πηδάνε στην καταχνιά, ποιος να πρωτομαζέψει βαμβάκι. Πιάνουνε, πιάνουνε με τα δυο χέρια. Πιάνεται όμως η καταχνιά; Κι έτσι οι Βαμπελίτες γελάσανε τους Σμαρντεσίτες. (Се уморие Смрдесени да трче. Вјанае на нај високио врв и почнае да скоке во мглата, кој повеќе памбук да собери. Фатвај, фатвај со иобете рачи. Се фатва мглата? И така Вмблени бее само кеф, ги измамие еднаш Смрдешени).

1903-1908

Βοεβόδας της ευρύτερης περιφέρειας που υπαγόταν και το χωριό Βάμπελ ήταν ο Μήτρος Βλάχος, ο οποίος είχε υπό τη διοίκησή του 120 άνδρες [Καραβίτης, 172].

Στις 10 Απριλίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει τα ονόματα έξι συλληφθέντων προκρίτων («πάντες εισίν ορθόδοξοι») από το χωριό Βάμπελι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν για ανάκριση στο Μοναστήρι (Μπίτολα): «παπά-Χρήστος, Τύρπος Μήτρε, Πέτρε Δίνες, Νάκης Σταύρου, Ιωάννης Σταύρου και Σωτήρης Μάνου» [Δραγούμης, 76].

Στις 13 Μαρτίου 1903 το Βάμπελ επισκέφτηκε η τσέτα του Τσακαλάροφ [Δραγούμης, 62, 544].

Στις 11 Ιουλίου 1903 ο Δραγούμης γράφει πως «απελύθησαν των φυλακών οι ημέτεροι... εκ Βαμπελίου Παπά-Χρήστος (ιερεύς), Γιαννάκης Σταύρου, Πέτρος Ντίνε» [Δραγούμης, 180].

Στις 26 Αυγούστου 1903, 16 επαναστάτες που είχαν καταφύγει σε μια γειτονική σπηλιά αυτοκτόνησαν για να μην πιαστούν αιχμάλωτοι. Οι βασιβουζούκοι μπήκαν στο Βάμπελ, το πλιατσικολόγησαν και έκαψαν 120 σπίτια [Documents and Materials, έγγραφο ΙΙΙ 91].

Άγνωστος είναι ο ακριβής αριθμός των νεκρών κατοίκων κατά την επίθεση. Μεταξύ των θυμάτων βρίσκονταν ο Ставро Мошенски 108 ετών (κάηκε μέσα σε στάβλο), και η γερόντισσα Стояница 100 ετών [Кьосев - Данаилов, 253].

Στις 28 Αυγούστου 1903 στο βουνό πάνω από το χωριό συγκρούστηκε ο στρατός με τσέτα. «Εφονεύθησαν 6 κομίται και κατασχέθησαν 3 Γκρα, 1 Μαρτίνι» [Δραγούμης, 268].

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1903 «απεφυκακίσθησαν αμνηστευθέντες... εκ Βαμπελίου οι ορθόδοξοι Τύρπου Μήτρε και Σωτήρ Νάνου» [Δραγούμης, 296].

Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, αναφερόμενος, σε επιστολή του προς την πατριάρχη, στα θύματα της πατριαρχικής παράταξης αναφέρει και τον «παπά Χρήστο, ιερέα του χωριού Βαμπελίου» [Καραβαγγέλης, 66].

Σύμφωνα με πληροφορίες του σχολικού επιθεωρητή Καστοριάς Νάλτσα, τον Ιούνιο του 1904, το χωριό μπορούσε να χαρακτηριστεί «φανατικά ορθόδοξο» [Dakin, 226].

Μέχρι τα τέλη του 1905, έδρασε στην περιοχή η ομάδα του Λάκη Νταηλάκη [Βακαλόπουλος Β, 143].

Ο Μόδης μάλιστα, που είχε διαβάσει το ημερολόγιο του καπετάνιου της ελληνικής οργάνωσης, μιλάει συγκεκριμένα για δύο περιπτώσεις όπου ο Νταηλάκης στρέφεται κατά του χωριού. Τη μία φορά πιάνει αιχμάλωτους δυο χωρικούς και τη δεύτερη στέλνει επιστολή στους κατοίκους του απειλώντας να κάψει το χωριό και να τους σφάξει όλους «μικρούς και μεγάλους» [Μόδης Α, 205, 209].

Στις 29 Οκτωβρίου 1905, το σώμα του έλληνα αρχηγού Τσόντου-Βάρδα αιχμαλωτίζει έξω από το Βαμπέλι μερικές γυναίκες και παιδιά και διαπραγματεύεται με τους κατοίκους του να μπει το ελληνικό σώμα στο χωριό για να ξεκουραστεί. Οι κάτοικοι συμφωνούν να ετοιμάσουν επτά καταλύματα. Στο σημείο αυτό τελειώνει όμως ο πρώτος τόμος του ημερολογίου του Βάρδα και δεν γίνεται γνωστή η συνέχεια [Βάρδας Α, 278-279].

Στις 4 Δεκεμβρίου 1905, τηλεγράφημα του ΕΜΠΡΟΣ από τη Θεσσαλονίκη αναφέρει συμπλοκή της τσέτας του Μήτρου Βλάχου και οθωμανικού στρατιωτικού αποσπάσματος στο χωριό Βάμπελ της Καστοριάς. Ο στρατός πολιόρκησε το χωριό και πραγματοποιήθηκε πολύωρος μάχη. Οι αμυνόμενοι έκαναν χρήση χειροβομβίδων και τελικά έτρεψαν τους στρατιώτες σε φυγή. Οι τελευταίοι, σύμφωνα με το τηλεγράφημα, είχαν 65 νεκρούς και οι τσέτες 5 [ΕΜΠΡΟΣ, 5.12.1905, σ. 4].

Στο ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα, στις 8 Ιουλίου 1906 διαβάζουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που αναφέρεται στο χωριό: «Ανεχώρησαν οι ανωτέρω κομισταί των επιστολών, όπως ειδοποιήσωσι και τον Παύλον Κύρου να συναντηθώμεν την εσπέραν. Ενωρίς προσέρχεται ούτος μετά των υπ' αυτόν 10 ανδρών, αφηγούμενος τα αυτά και σκεπτόμεθα να διευθυνθώμεν εις Βάμπελι, όπως εκδικηθώμεν τον θάνατον και την προδοσίαν των ημετέρων. Ο Παύλος Κύρου ζητεί να μας συνοδεύση μέχρι του επομένου λημερίου, αλλ' όχι να λάβη μέρος εις την πράξιν, διότι θέλει, ως λέγει, να μείνη με 4-5 άνδρας και εκτελέση φόνους τινάς, άλλως δεν γνωρίζει εκεί τον τόπον. Το βέβαιον είναι ότι πλην της περί το χωρίο του αποκρύψεως μετά 4-5 άλλων, ως αλώπηξ, ουδέν άλλο είναι ικανός» [Βάρδας Β, 63].

Ο Βάρδας επανέρχεται στα κατά του Βάμπελ σχέδια του στις 19 Αυγούστου 1906, προτρέποντας τους Παύλο Κύρου και Λάκη Νταηλάκη «να κατορθώσωσι την σύλληψίν τινων εκ Βαμπελίου εργαζομένων, ως κτιστών εις παρά την Βίγλισταν χωρία, ους να φονεύσωσιν ή να φέρωσιν ζώντας, μήπως δι' αυτών κατορθώσωμεν οι συγγενείς των να μας παραδώσωσι τον συγχώριόν των πρώην οπαδόν μας και προδότην Βασίλειον Λούκρον» [Βάρδας Β, 138]

Τέλος στις 12 Απριλίου 1907 ο Βάρδας σημειώνει: «Ο καπετάν Παύλος (Ρακοβίτης) μοι γράφει την νύκτα ότι εξετάσας τους ανθρώπους, ους συνέλαβεν, εύρεν ότι είναι από Βαμπέλιον. Τους εξήτασε δε και ο εκ Ποσδιβίστης Λάμπρος, μετημφιεσμένος και υπόσχεται ότι είναι καλοί. Του απήντησα ότι και τούτο το χωρίον είναι σχισματικόν. Εξ αυτού δε δύο προδότας είχομεν μεταβάντας προς τους κομίτας κλπ. εξηγών την ιστορίαν των. Ώστε να τα λάβη υπ' όψιν και να πράξη. Σήμερον έμαθον ότι πεισθείς τους απέλυσεν. Ο ελθών όμως Ανδρίκος μοι λέγει ότι μεταβαίνουσι εις Βιτόλια, ίνα χρησιμεύσωσιν ως μηνυταί του καπετάν Λάκη Νταϊλάκη. (Τις γνωρίζει και ποίος δύναται να ελέγξη ασφαλώς) » [Βάρδας Β, 605].

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1907-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής 16 άτομα:

Theodor Gergoff, Vassil Gheorghi, Anton Janni, Cole Maoum, Nane Maoum, Anton Tandor, Nicola Traico και Konstantin Vaugal το 1907.

Douoff Fangel, Fasileff Sotir και Nostorova Stoyna το 1910.

Nicola Andanoff, Paudo Gheovgoff, Iono Lazoff, Lambro Ristoff και... Yousff το 1912.

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1905-1916 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής 30 άτομα:

Athanas Andon το 1905.

Pauda Gergo, Lambro Gluigo, Terpa Ilia, Kole Kyro, Ivan Lambro και Stojan Lasar το 1907.

Christo Argiroff, Andon Atanasoff, Naoume Atanasoff, Atanas Janakioff, Giorgi Naumoff, Petre/Cireff or Cireff Petre, Guergo Soter, Philipe Statoff, Lazo Stozanoff, Lambro Trando, Dimitri Trandoff και Vasil Traycoff το 1909.

Anton Gergoff, Giorgin Stavros και Petre Yaneff το 1910.

Vassil Aughaloff, Ditchon Lazoroff και Anotov Panda το 1912.

Krasto B. Gantschoff, Dimitri Gospodinoff και Gospodin Todoroff το 1914.

Joannis Digalas και Mihail Patsikos το 1916.

Συμμορίαι Ανταρτών εις περιφέρειαν Φλωρίνης (: πρώην μακεδονομάχων)

«Κατά πληροφορίας ασφαλείς την περιφέρειαν Φλωρίνης λυμαίνονται συμμορίαι ανταρτικαί υπό τους καπετάν Λάκην Ταϊλάκην (: Νταηλάκη), Χρύσην Δούκαν εξ Ηπείρου, Μαυρομμάτη, Αποστολίδη και καπετάν Στέφον Γρηγορίου. Αι συμμορίαι αύται προβαίνουν εις παντός είδουν βιαιοπραγίας και εκβιάσεις, ειδικώς δε επυρπόλησαν τα χωριά Βαμπέλ, Βερνίκι, Σμαρδέσι, Δέμπενι και Μπρέσνιτσα» [ΕΜΠΡΟΣ, 3.10.1916, σ. 4].

Selo Vambel - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των 459 κατοίκων του χωριού Βάμπελ το έτος 1940 (Список на жителите на село Вамбел во 1940 година).

Τα ονόματα των αρχηγών των 86 οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Јунк Пуров (4), Спиро Пуров (6), Лазо Пуров (8), Дине Пуров (8), Ристо Пуров (5), Мешенски Нумо (7), Љоровски Илија (8), Жугла Глигор (4), Стефоб Мичо (8), Рамба Ристо (4), Гапков Ѓорги (7), Љороб Васил (7), Ставров Доно (7), Рибаров Буро (6), Сомов Христо (7), Калеџиев Вангел (8), Руфов Лазо (5), Троков Спиро (8), Кичов Никола (7), Кичов Зицо (6), Кајмакомов Ѓорги (3), Фушки Христо (5), Јани Зугла (9), Тапе Илија (4), Безова Дина (2), Гане Троков (7), Троков Петре (3), Поп-димитрев Иљо (2), Панов Танас (8), Дуљов Јане (4), Дуљов Спиро (8), Руфов Петре (5), Лафазанов Тодор (5), Јамакот Лазо (3), Шагарчев Крсто (3), Чакаров Ѓорги (4), Хаџиев Ване (7), Панов Сотир (5), Кирков Ламбро (3), Панов Сотир (8), Карамеш Коста (5), Карамеш Васил (5), Камбуров Ристо (6), Нанчов Јани (4), Мачова Трпена (3), Панов Димитар (6), Панов Михал (6), Дремов Васил (5), Љороб Мичо (5), Кесиков Сотир (3), Кесиков Ристо (6), Филат Сотир (4), Филет Христо (3), Гапков Михе (12), Руфова Слава (5), Дигаров Тољо (3), Дигаров Петре (7), Дигаров Пандо (7), Башо Илија (4), Палков Јани (7), Лукровски Сотир (6), Дигалов Јани (4), Дигалов Димитар (2), Дигалов Круме (4), Дигалов Трпе (5), Нанов Танас (4), Попристов Ристо (7), Лафизанов Лазо (6), Караискаки Басил (10), Мељов Перика (4), Поџов Јане (6), Рошов Кољо (8), Рошов Пандо (8), Троков Стефо (4), Мишови Анастас (8), Мишови Ламбро (6), Лафазанов Васил (6), Фушев Ташо (4), Тарев Васил (4), Тарев Ставро (6), Султи Ламбро (6), Панов Петре (3), Панов Кољо (4), Рабушова Зоја (1), Попхристов Јане (3), Лукрова Дана (3).

Selo Vambel - φυλακισμένοι

Κατάλογος των φυλακισμένων από το χωριό Βάμπελ μεταξύ των ετών 1933-1949 από την ελληνική εξουσία (Список на затворените лица од село Вамбел од 1933-1949 година од грчките власти).

Лукрев Сотир (1933), Дигалов Трпе (1933), Троков Стево (1933), Лафазанов Лазо (1933), Жуглов Филип (1933), Пуров Трајко (1933), Панов Петро (1933), Јамакот Лазо (1933), Гапков Мељо (1933), Тарев Иљо (1933), Росов Кољо (1933), Дигалов Ѓорги (1933), Пуров Трпе (1941), Панов Сотир (1941), Панов Петре (1941), Панов Михо (1941), Љоровски Илија (1946), Љоровски Кољо (1946-1947), Гапков Миха (1946-1947), Троков Стефо (1946-1947), Караискакев Васил (1946-1947, Дигалов Петре (1946-1947), Лукрев Сотир (1946-1947), Гапков Ѓорги (1946), Фускин Ристо (1946-1947), Попхристов Ѓорги (1946-1947), Караискки Циља (1946-1947), Јамакова Дина (1946-1947), Панова Веса (1946-1947), Сомова Дина (1946-1947), Трокова Цана (1946-1947), Томичин Ристо (1946-1947), Гевкова Траица (1946-1947), Карамеш Дине (1946).

Selo Vambel - μέλη της Οχράνα

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 16 άτομα:

Калациев Вангел, Љоровски Илија, Гапков Ѓорги, Кичевски Јани, Тарев Илија, Панов Сотир, Манов Сотир, Панов Кољо, Лукрев Јани, Гапков Ило, Карамешов Коста, Лафазанов Лазо, Лаганов Круме, Тоилчев Ристо, Рошов Кољо, Троков Тодор.

Selo Vambel - μέλη του ΕΛΑΣ

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ και της ταξιαρχίας του Αιγαίου από το χωριό Βάμπελ (Список на учесниците во ЕЛАС и Егејската бригада од село Вамбел).

Σύνολο 27 άτομα:

Љоровцки Пандо, Љоровски Доне, Рошов Липо, Троков Миљо, Лукрецски Јани, Караискакев Коста, Гапков Иљо, Панов Димитар, Панов Никола, Ѓамаков Лазо, Дигалов Ѓорги, Вашов Јани, Ланов Доне, Ланов Г. Доне, Хаџиев Ристо, Шагаров Ставро, Троков Тодор, Кичов Иљо, Фушев Павле, Љонов Дуљо, Камбуров Кољо, Панов Ламбро, Кирков Ламбро, Палков Лазо, Гавков Зисо, Почов Тољо, Пуровска Цена

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Μοσχοχώρι. Στις 3.11.46 συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν: Β. Παρασκευάκη, Ν. Ρώσσος, Μ. Γάπκος, Χ. Ρούσης, Χ. Ταλίτσας, Γ. Γάπκος, Ηλιοβίτσα Γάπκου, Μητροβίτσα Πάνου, Χαλιοβίτσα Πάνου, Β. Καραϊσκάκη, Ηλιοβίτσα Τρόκα, Παρασκευή Τρόκα, Γιαννοβίτσα Τρόκα, Χριστοβίτσα Καμπούρη, Πετροβίτσα Πάνου, Λαζαρίτσα Γιάμκη, Χριστοβίτσα Γιώμου. Έγιναν περισσότερα από 20 μπλόκα και έρευνες. Υπάρχουν πάνω από 30 καταδιωκόμενοι» [σ. 48].

Selo Vambel - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ από το χωριό Βάμπελ (Список на учесниците во ДАГ од село Вамбел).

Εντός παρενθέσεως το έτος στρατολογίας, η περιοχή που πολέμησαν, ο βαθμός και ο τόπος που κατέφυγαν μετά τον εμφύλιο (όσοι επέζησαν).

Σύνολο 105 άτομα:

Сотир Пуров (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1947), Наум Машенски (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Иљо Љоровски (1947 - Γράμμος - υπαξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Банчо Љоповски (1947 - Γράμμος - αξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Атанас Љоповски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Мичо Љоповски (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Доне Жуглов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1949), Ристо Репов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Репова Мара (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ѓорги Гапков (1947 - Γράμμος - αξιωματικός - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Доне Ставревски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Стабревски Софа (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Буро Рибарски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Кристо Сомов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Лазо Сомов (1947 - Γράμμος - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Тина Сомова (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1949), Кољо Руфов (1947 - Γράμμος - υπαξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Илија Кимов (1946 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Јани Кимов (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Васил Кичевски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Ѓорги Кајмаканов (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πέθανε), Ристо Фушев (1947 - Ήπειρος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Ташо Фушев (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Павло Фушев (1946 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Доне Фушев (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Михо Зуглов (1948 - Γράμμος - οπλίτης - κατέφυγε στην Αμερική), Лена Безова (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1949), Миљо Троков (1946 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Кољо Троков (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Петре Петревски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Илија Стефов (1947 - Βίτσι), Коста Панов (1947 - Βίτσι - εφεδρικός - πρόσφυγας στην Πολωνία), Љони Дулевски (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ташо Дулевски (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ристо Дулевски (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Дулевцки Лазо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Руфов Станко (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Рувов Лефтер (1948 - Βίτσι - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Лафазанов Трпе (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Лафазанова Цана (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Јамаков Лазо (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шагаров Перика (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1947), Фушев Трајко (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Панов Сотир (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Кирков Ламбро (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Панов Кољо (1945 - Βίτσι - στέλεχος του ΝΟΦ - πρόσφυγας στην Πολωνία), Манов Сотир (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Манов Доне (1946 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Манов Пандо (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Камбуров Ѓорги (1947 - Σίνιατσκο - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Кампурова Лена (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Камбурова Динка (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Љоровка Дана (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Ќасиков Трпе (1946 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Голичев Ристо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Гапков Мељо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Гапков Циљо (1946 - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Гапков Јани (1947 - Βίτσι - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Гапкова Лефтера (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Дигалов Ѓорги (1946 - Καϊμακτσαλάν - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалов И. Ѓорги (1947 - Ήπειρος - οπλίτης), Вашов Јани (1946 - Γράμμος - οπλίτης - κατέφυγε στην Αμερική), Вашов Насе (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Палков Лазо (1946 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Палков Мичо (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Љуков Сотир (1947 - Βίτσι - αξιωματικός - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Лукрев Јане (1946 - Βίτσι - αξιωματικός - σκοτώθηκε το 1948), Лукрова Лефтера (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Дигалов Доне (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалов Трпе (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалов Круме (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалова Лефтера (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Дигалова Стефа (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Лафазанов Лазо (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Караискајки Васил (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Мељов Перика (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Рошов Кољо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Рошова Софка (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Рошова Тома (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Рошова Фила (1946 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Попова Зиска (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Попова Тина (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Карамеш Ване (1947 - Γράμμος - οπλίτης - σκοτώθηκε), Карамеш Тодор (1946 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Карамеш Лефтера (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Карамеш Евгенја (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Троков Стефо (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Тарев Јани (1947 - Βίτσι - οπλίτης - έμεινε στην Ελλάδα), Тарев Коста (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε), Султов Нико (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Султов Стојан (1947 - Βίτσι - οπλίτης - σκοτώθηκε το 1948), Љоровска Параскева (1947 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Љоровска Софа (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Βουλγαρία), Дигалова Тина (1948 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Панова Цана (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Лафазанова Грка (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Рибарска Донка (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Пановска Тана (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Дигалова Бача (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Лафазанова Елена (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πέθανε), Нанчова Елена (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πέθανε), Мишовска Афродита (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία), Тарева Стефа (1947 - Βίτσι - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Пурова Лефтера (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Панова Софа (1948 - Γράμμος - οπλίτης - πρόσφυγας στην Πολωνία).

Selo Vambel - σκοτωμένοι

Κατάλογος των σκοτωμένων από το χωριό Βάμπελ μεταξύ των ετών 1941-1949 (Список на погнинатите лица од село Вамбел од 1941 до 1949 година).

Εντός παρενθέσεως είναι ο τόπος και το έτος που σκοτώθηκαν.

Εδώ αναφέρονται 37 άτομα (μεταξύ τους και άμαχοι):

Пуров Сотир (Γράμμος 1947), Жуглов Доне (Γράμμος 1949), Ставревски Ставре (Γράμμος 1949), Сомова Тина (Γράμμος 1949), Бозова Лена (Γράμμος 1949), Кичов Илија (Βίτσι 1948), Кичов Васил (Γράμμος 1948), Фушкин Ристо (Καστοριά 1948), Фускин Павле (Ρούμελη 1948), Кушкин Димитар (Νάουσα 1948), Поп-Димитров Илија, Дуљов Панде (Γράμμος 1948), Дуљов Ицо (Γράμμος 1949), Лафазанов Зисо (Ήπειρο 1948), Султин Стојан (Γράμμος 1948), Тарев Коста (Σίνιατσκο 1948), Шагорев Пирика (Βίτσι 1947), Шагорев Ставре (Βίτσι 1946), Хаџиев Ристо (1945), Камвурев Кољо (Καϊμακτσαλάν 1948), Камбурев Ѓорги (Βογατσικό 1948), Карамешов Ванчо (Ήπειρο 1948), Поповски Доне (Βίτσι 1948), Кешков Пандо (Βίτσι 1947), Дигалов Ѓорги (Μέτσοβο 1948), Башов Насе (Γράμμος 1948), Лукров Јане (Βογατσικό 1948), Дигалова Лена (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Панова Димитра (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Троков Јани (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Рабушава Зоја (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Рошов Липо (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Лоровска Сога (Βάμπελ 1948 - βομβαρδισμός), Троков Стефо (Ήπειρο 1948), Дигаловска Дана (Φλώρινα 1949), Фушев Доне (Βίτσι 1948), Манов Доне (Καϊμακτσαλάν 1947).

Selo Vambel - φυγάδες

Κατάλογος των φυγάδων από το χωριό Βάμπελ μεταξύ των ετών 1941-1949 (Список на пребегнатите лица од село Вамбел од 1941 до 1949 година).

Αναφέρονται οι 81 αρχηγοί των οικογενειών και εντός παρενθέσεως το σύνολο των μελών κάθε οικογένειας που πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Η λίστα αναφέρει συνολικά 419 άτομα:

Јани Пуров (3) το 1949 για Ρουμανία, Пуров Спиро (5) το 1943 για Γιουγκοσλαβία, Пуров Лазо (8) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Диме Пуров (6) το 1941 για Γιουγκοσλαβία, Ристо Пуров (3) το 1947 για Αμερική, Машенски Нумо (8) το 1949 για Πολωνία, Љоровски Илије (9) το 1949 για Ρουμανία, Жугле Глипор (4) το 1949 για Αμερική, Стефов Мичо (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Рамба Ристо (3) το 1949 για Ρουμανία, Рапков Ѓорги (8) το 1949 για Σοβιετική Ένωση, Љоров Васил (7) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Ставров Домо (6) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Рибаров Ѓуро (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Сомов Христо (6) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Калаџиев Вангел (8) το 1947 για Γιουγκοσλαβία, Руфов Лазо (5) το 1948 για Πολωνία, Трокова Цена (5) το 1948 για Πολωνία, Кичов Никола (6) το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Кичов Зисо (5) το 1948 για Γιουγκοσλαβία, Кајмакамос Ѓорги (4) το 1948 για Πολωνία, Фушким Христо (3) το 1949 για Ουγγαρία, Жуглов Михал (9) το 1949 για Αμερική, Треков Јане (8) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Треков Петре (3) το 1949 για Ρουμανία, Попдимитрев Илија (3) το 1949 για Πολωνία, Панов Танас (3) το 1949 για Πολωνία, Чулов Ѓеле (3) το 1949 για Βουλγαρία, Чулов Спиро (9) το 1949 για Σοβιετική Ένωση, Руфов Петре (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Лафазанов Тодор (4) το 1949 για Ρουμανία, Јамаков Лазо (1) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Јамаков Дина (3) το 1949 για Πολωνία, Шагарев Крсто (2) το 1949 για Ρουμανία, Чакиров Ѓорги (6) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Хациев Ване (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Панов Сотир (6) το 1949 για Ρουμανία, Карамеш Коста (4) το 1949 για Ρουμανία, Камвуров Ристо (4) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Карамеш Васил (6) το 1949 για Πολωνία, Нанчов Јани (4) το 1949 για Ρουμανία, Панов Кољо (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Панов Петре (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Мечова Трпена (2) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Панов Димитар (6) το 1949 για Αμερική, Панов Михаило (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дремов Васил (7) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Љоров Михо (5) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Кесиков Сотир (3) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Кесиков Ристо (5) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Фитал Сотир (2) το 1949 για Πολωνία, Фитал Христо (6) το 1949 για Πολωνία, Гапков Михал (14) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Руфова Слава (3) το 1949 για Ρουμανία, Дигалов Тољо (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дигалов Петре (5) το 1949 για Βουλγαρία, Дигалов Пандо (3) το 1949 για Ρουμανία, Башов Илија (3) το 1936 για Αμερική, Палков Јани (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Лукровски Сотир (8) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дигалов Јани (4) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Димитар Дигалов (2) το 1949 για Πολωνία, Дугалов Круме (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Дигалов Трпе (7) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Панос Атанас (3) το 1949 για Πολωνία, Попристов Ристо (7) το 1949 για Αλβανία, Лавазанов Лазо (5) το 1949 για Ρουμανία, Караискаки Васил (10) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Мељов Перика (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Ночов Јани (6) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Рошов Кољо (8) το 1949 για Πολωνία, Рошов Пандо (8) το 1949 για Αμερική, Троков Стефо (4) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Мишови Анастас (9) το 1949 για Πολωνία, Мишови Ламбро (4) το 1949 για Πολωνία, Лафазанов Васил (6) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Фушев Ташо (4) το 1949 για Πολωνία, Тарев Ставро (5) το 1949 για Γιουγκοσλαβία, Сулигов Ламбро (4) το 1949 για Σοβιετική Ένωση, Попристов Александар (2) το 1949 για Τσεχοσλοβακία, Лулрева Дана (1) το 1949 για Πολωνία.

 

Βίσανσκο / Visansko / Висанско. Μετονομάστηκε σε Πευκόφυτον. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Πευκόφυτο. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός της κοινότητας Αρρένων του νομού Καστορίας. Οι χριστιανοί ελληνόφωνοι κάτοικοί του δεν αναμιχθήκαν στα αιματηρά γεγονότα της περιόδου 1903-1908. Το καλοκαίρι του 1947 και μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ο ελληνικός στρατός υποχρέωσε τον πληθυσμό να εκκενώσει το χωριό. Το 1964, λόγω καθίζησης του εδάφους, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού μετοίκησαν  στον οικισμό Μανιάκοι.

Πηγές

Βήσανσκον Καστορίας: 170 χριστιανοί [Σχινάς 1886, 816].

Vizanko [Αυστριακός Χάρτης].

Висанско / Костурска каза, 160 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 268].

Vissansko / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 150 Έλληνες. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 20 μαθητές [Brancoff 1905, 182-183].

Βίσανσκον καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βύσανσκο Καστορίας, 174 άτομα (94 άρρενες και 80 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Βύσαντσκον Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Σλάτινας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Βύσαντσκον Καστορίας, 176 άτομα (82 άρρενες και 94 θήλεις) [Απογραφή 1920, 311].

«Ο συνοικισμός Βύσαντσκον της κοινότητος Χρυσής μετονομάζεται εις Πευκόφυτον» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Πευκόφυτον (Βύσαντσκον) Καστορίας, 231 άτομα (114 άρρενες και 117 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 217 και ετεροδημότες 14 [Απογραφή 1928, 288].

Πευκόφυτον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 322 (155 άρρενες και 167 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 308 [Απογραφή 1940, 394].

Висанско: Οικισμός χριστιανών Ελλήνων (Κατσαούνηδων) τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски 1998 B, 10-11].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 58 [Γρηγορίου, 151].

Πευκόφυτον, 322 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Πευκόφυτον Καστορίας: 196 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 99].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 242, 1971: 113, 1981: 37, 1991: 41, 2001: 36.

Το 1964 έγινε καθίζηση στα εδάφη του χωριού. Με απόφαση του τότε νομάρχη Μαζαράκη, οι περισσότεροι κάτοικοι μετοίκησαν στο χωριό Μανιάκοι [Νατσούλης].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 242, 1971: 113, 1981: 37, 1991: 41. Υψόμετρο 980 [Σταματελάτος, 619].

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Πευκόφυτο. Πιάστηκαν και βασανίστηκαν οι: Γ. Νίκου, Α. Νίκου, Θ. Νίκου, Δ. Λιάπης, Δ. Μπαμπούλης, Α. Κοτόπουλος, και Π. Κελεπούρης. Μπλόκα έχουν γίνει τέσσερις φορές. Αρκετές φορές το χωριό πλιατσικολογήθηκε» [σ. 40].

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΝΤΩΝΙΟΥ (2), ΖΗΣΗΣ (3), ΜΑΝΤΖΟΣ, ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, ΝΙΚΑΣ, ΝΙΚΟΥ (2), ΠΑΣΣΑΛΗΣ.

 

Βίσενι / Višeni / Вишени. Μετονομάστηκε σε Βυσσινιά και στη συνέχεια σε Βυσσινέα. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Βυσσινιά. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Βιτσίου, του νομού Καστορίας. Καταγράφεται σε φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα, στα τέλη του 15ου αιώνα. Πρόκειται για ένα γλωσσικά μακεδονικό χωριό. Οι κάτοικοί του ήταν στο σύνολο τους χριστιανοί που είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Ο πληθυσμός του συμμετείχε στις 20 Ιουλίου του 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Η στρατιωτική φρουρά του χωριού χτυπήθηκε επιτυχώς από τους ένοπλους αυτονομιστές. Λίγες μέρες αργότερα ο οθωμανικός στρατός προχώρησε σε αντίποινα και έκαψε τα περισσότερα σπίτια του χωριού. Σκότωσε επίσης επτά χωρικούς. Οι έλληνες αντάρτες θεωρούσαν το χωριό εχθρικό. Το Μάιο του 1908 τα σώματα των Δικώνυμου-Μακρή και Νίκου Ανδριανάκη επιτέθηκαν στο Βίσενι, σκότωσαν 30 κατοίκους και έκαψαν 25 σπίτια. Το 1912 ζούσαν εδώ σχεδόν 1.000 Μακεδόνες. Μετανάστες από τον οικισμό που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ δήλωσαν, στις εκεί αρχές, άλλοι πως είναι εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης μερικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 ο πληθυσμός είχε μειωθεί σε 700 περίπου άτομα. Την περίοδο του μεσοπολέμου η κρατική ασφάλεια θεωρούσε το σύνολο σχεδόν των κατοίκων, ως άτομα ανθελληνικών φρονημάτων. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αρκετοί από τους κατοίκους εντάχθηκαν στις οργανώσεις της Αριστεράς και τελικά βρέθηκαν με την πλευρά των ηττημένων. Οι πιο πολλοί από αυτούς κατέφυγαν το 1949 στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 250-300 άτομα. Η δημογραφική μείωση συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες.

 

Πηγές

Вишани / Костурско: 82 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Vissani, χριστιανοί ορθόδοξοι: 960 [Synvet 1878, 55].

Βέσιανη Καστορίας: «Χωρίον έχον 1.000 χριστιανούς, εκκλησίαν, σχολείον αρρένων, κρήνας» [Σχινάς 1886, 246].

Višeni (Višani) [Αυστριακός Χάρτης].

ВишениКостурска каза, 1.150 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 265].

Viseni (Visani), λειτουργία εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Vicheni / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 1.280 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με δύο δασκάλους και 101 μαθητές [Brancoff 1905, 182-183].

Βύσσιανι, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και εξαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Βύσιανι Καστορίας: «950 σχισματικοί βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910, 101].

Βίσανη καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βύσανη Καστορίας, 960 άτομα (460 άρρενες και 500 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Βύσανη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Вишени, 200 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920, 19].

Βύσανη Καστορίας, 700 άτομα (241 άρρενες και 459 θήλεις) - 175 οικογένειες [Απογραφή 1920, 308].

Ρευστοποιήθηκαν 13 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 199].

«Η κοινότης Βύσανης, μετονομάζεται εις κοινότητα Βυσσινιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Βύσανη εις Βυσσινιά» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Βυσσινιά (ΒύσανηΚαστορίας, 642 άτομα (249 άρρενες και 393 θήλεις). Υπήρχαν δύο πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 620 και ετεροδημότες 22. Επίσης 17 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928, 285].

Βύσσιανη, υπήρχαν 140 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Βυσσινέα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 684 (294 άρρενες και 390 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 669 [Απογραφή 1940, 391].

Вишени: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски 1998 B, 11].

Βυσσινιά, 664 κάτοικοι, εκ των οποίων 650 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β [Στατιστική 1945].

Το 1945 υπήρχαν 15 φυγάδες από τη Βυσσινιά, που είχαν περάσει στη Γιουγκοσλαβία και είχαν χαρακτηριστεί ως άτομα «με έντονη κομιτατζηδική και αυτονομιστική δράση». Ονομαστικά αναφέρεται από το χωριό ως γνωστή αυτονομίστρια η Βέρα Μπάλιου [Κολιόπουλος Β, 128, 142].

Вишени: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 159 παιδιά του χωριού και 8 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 52].

Βυσσινέα Καστορίας: 472 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 98].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 267, 1971: 260, 1981: 229, 1991: 157, Υψόμετρο 900 [Σταματελάτος, 150].

 

Λαογραφικά [182-184]

 

1. Παλάβωσε το ζουρλό - μουρλάθηκε (Залуде лудо - полуде)

Τραγούδησε ο Βάσιλ Στούμποφ από το χωριό Βίσενι Καστοριάς (Слусана от Васил Стумбов от село Вишени Костурско).

 

Παλάβωσε το ζουρλό, μωρέ, χάζεψε - Залуде лудо, море, полуде

μήτε στο σπίτι μένει, μωρέ μήτε έξω - ни дома седи, ни надвор

Δώστε του δυνατό , μωρέ, ρακί - Дајте му, море, ракија

ίσως το ζουρλό, μωρέ, να κοιμηθεί! - белким ќе лудо, море, да заспи!

Του δώσανε δυνατό, μωρέ, ρακί, - Дале му лјута, море, ракија,

πιο πολύ το παλαβό ζουρλάθηκε. - повек се лудо, море, залуде.

Δώστε του κρασί μωρέ, κόκκινο - Дајте му вино, море, црвено

ίσως το ζουρλό, μωρέ, να κοιμηθεί! - белким ќе лудо, море, да заспи!

Του δώσανε κρασί, μωρέ κόκκινο - Дале му вино, море, црвено

πιο πολύ το ζουρλό, παλάβωσε. - повек се лудо, море, залуде.

Δώστε του νεαρή , μωρέ, νυφούλα, - Дајте му млада, море, невеста,

ίσως, το ζουρλό, μωρέ να κοιμηθεί! - белким ќе лудо, море, да заспи!

Του δώσανε νεαρή, μωρέ, νυφούλα - Дале моѕ млада, море, невеста

ξάπλωσε το ζουρλό, μωρέ, δεν ξύπνησε. - Ка легна лудо, море, не стана.

 

2. Ποιος σου αγόρασε το φουστάνι (Кој ти купи фустано)

Τραγούδησε ο Τόμα Γκίλεφ από το χωριό Βίσενι Καστοριάς (Слусана от Тома Гилев от село Вишени Костурско).

 

Ώι, κοριτσάκι, της μαμάς, γλυκούλικο , - Ој, момиче мамино, цуцино,

Πάσχα γεννημένο, γεννημένο, - на Великден родено, родено,

του Άη Γιώργη βαφτισμένο. - на Гјоргјовден крстено.

Ωραίο όνομα σου βάλανε, - Лично ти име туриле,

ωραίο όνομα, Μαρία. - лично ти име, Марија.

Ώι, κοριτσάκι, γλυκούλικο της μαμάς, - Ој, момиче, мамино цуцино,

ποιος σου αγόρασε το φουστάνι; - кој ти купи фустано?

"Ε, βρε παλαβό παλικάρι, - "Е, бре лудо да младо,

μου το αγόρασε ο πατέρας σου, - купил ми го татко твој,

που θα γίνει ο πεθερός μου!" - шо ќе ми стани свекор мој!"

Ώι κοριτσάκι της μαμάς, κόκκινο, - Ој, момиче мамино, румено,

ποιος σου αγόρασε τη μαντήλα; - кој ти купи шемија?

"Ε, μωρέ παλαβό παλικάρι, - "Е, море лудо да младо,

την αγόρασε η μάνα σου, - купи ми е мајка ти

που θα γίνει η πεθερά μου!" - шо ќе ми стани свекрва!"

 

3. Βαριές πληγές από τούρκικο βόλι (Љути рани от турски куршум)

Τραγούδησε ο Μίλος Ποπ Ντίμιτροφ από το χωριό Βίσενι Καστοριάς (Слусана от Милош Поп Димитров от село Вишени Костурско).

 

Έι, καλέ γιαγιά, καλή γιαγιά, - Еј море бабо, жална бабо,

ωχ, αμάν, αμάν, - ох, аман, аман,

πες στην Ελένκα - иди кажи на Еленка

να βγει εδώ πάνω, - да излези тука горе,

ώι, λέλε, λέλε, - ој, леле, леле,

εδώ πάνω, στο δάσος, - тука горе, во гората,

κρύο νερό να φέρει, - да донеси студна вода,

κρύο νερό από το πηγάδι, - студна вода кладенчева,

από το πηγάδι, βρυσομάνα, - кладенчева, изворова,

να δροσίσει την καρδιά μου, - да олади мжко срце,

να πλύνει τις βαριές πληγές, - да измие љути рани,

βαριές πληγές ανοιχτές, - љути рани раносани

ανοιχτές από τούρκικο βόλι. - раносани турски куршум.

 

1903-1908

Σε έκθεση του στρατιωτικού ακολούθου της Γαλλίας George Dupon, διαβάζουμε: «Στις 16 (Αυγούστου 1902) στη Βίσανη, 10 χιλιόμετρα βορείως της Καστοριάς, μια συμμορία 22 ανταρτών κτύπησε απόσπασμα της τουρκικής χωροφυλακής. Σκοτώθηκαν 5, οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν, μόλις 8 κατόρθωσαν να διαφύγουν» [Δραγούμης, λδ'].

Από το χωριό Βίσενι καταγόταν ο Терпен Марков, στέλεχος των αυτονομιστών, δάσκαλος στη Θεσσαλονίκη [Силянов A].

Στις αρχές Αυγούστου 1902 πραγματοποιήθηκε στη Βίσενη συνάντηση των τοπικών αρχηγών των αυτονομιστών των περιφερειών Καστοριάς-Φλώρινας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, δέχθηκαν επίθεση από στρατιωτικό οθωμανικό απόσπασμα, το οποίο έβαλε φωτιά στο σπίτι που βρίσκονταν οι αυτονομιστές, καθώς επίσης και σε άλλα γειτονικά σπίτια. Οι αμυνόμενοι πραγματοποίησαν έξοδο, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κόλε, κάτοικος του χωριού [Dakin, 95-96].

Το ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου 1903, επαναστάτες Μακεδόνες επιτέθηκαν με επιτυχία στην οθωμανική φρουρά που στάθμευε στο χωριό [ΔΙΣ, 89].

Αυτής της επίθεσης ηγήθηκαν οι Ίβαν Πόποφ (Иван Попов) από το Σεστέοβο (Шештеово) και Βασίλ Τσακαλάροφ (Васил Чекалоров), μαζί με τους καθοδηγητές του χωριού. Η δύναμη των επιτιθέμενων ανερχόταν σε 300 άτομα. Η μάχη κράτησε τρεις ώρες και έληξε όταν οι στρατιώτες διέφυγαν, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι της νύχτας που είχε έρθει. Πέντε στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ δεν υπήρξαν απώλειες τσετών [Силянов A, 302 και Documents and Materials, έγγραφο ΙΙΙ 91].

Στις 21 Αυγούστου 1903 ο στρατός αφού πήρε πρώτα ζωοτροφές από την Καστοριά, πήγε κατευθείαν «εις Βύσανην, χωρίον σχισματικόν, την οποίαν κατεύκασεν» [Δραγούμης, 601].

Από τα 200 σπίτια του χωριού μόνο 13 δεν κάηκαν. Σκοτώθηκαν οι κάτοικοι: Дине Исков (65 ετών), Гиле Сотиров (73 ετών), Сито Бакрачев (81 ετών), Поп Коцо (70 ετών), Келе Лејка (60 ετών), Дино Калков (85 ετών) [Documents and Materials, έγγραφο ΙΙΙ 91].

Επίσης δολοφονήθηκε κυνηγημένος στο δάσος, από ένα λοχία και δυο στρατιώτες, ο εβδομηντάχρονος Гиле Гилев [Силянов A, 422].

Στις 26 Αυγούστου 1903 ο Δραγούμης γράφει: «Εν Βύσσανη και Μπόλας επί του όρους Βίτσι συμπλοκή εγένετο. Οι λυσταντάρται υπέστησαν πολλάς απώλειας, τα γυναικόπαιδα οδηγήθησαν υπό του στρατού και ετράφησαν» [Δραγούμης, 254].

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1903 σύμφωνα με είδηση νομαρχιακής εφημερίδας, παραδόθηκαν στις αρχές 29 επαναστάτες με τα όπλα τους από το χωριό Βύσσιανη [Δραγούμης, 330].

Στις 20 Μαΐου 1905 τα σώματα των Γιώργου Δικώνυμου-Μακρή και Φιλώτα (Φιλόλαος Πηχεών) μετά από επίθεση στην Πρεκοπάνα, ανέβηκαν στο Βίτσι όπου έπιασαν αιχμάλωτους 18 χωρικούς, οι μισοί από τους οποίους ήταν από το χωριό Βίσενι και οι άλλοι μισοί από το χωριό Μπλάτσα.

Ο Μόδης περιγράφει ως εξής το γεγονός: «Μακρής και Πηχεών είχαν μια παράξενη αλλά χαρακτηριστική διαφορά της εποχής, που την έλυσαν με σολομώνειο σοφία. Είχαν πιάσει κάμποσους χωρικούς από δυο χωριά της Καστοριάς, που ήταν τώρα στην απόλυτη κυριαρχία των κομιτατζήδων και είχαν γίνει κρησφύγετά τους. Γύριζαν απ' το παζάρι του Μοναστηρίου. Ο Μακρής ήθελε να τους "πελεκήσει". Ο Πηχεών έφερε αντιρρήσεις. Συμβιβάστηκαν. Τους χώρισαν σε δυο ομάδες και πήρε ο καθένας από μία. Εκείνοι που έπεσαν στη μερίδα του Πηχεών γύρισαν στα χωριά και στα σπίτια τους. Οι άλλοι... Ήταν ριζικό τους» [Μόδης Β, 280].

Ο ίδιος ο Μακρής, μιλάει για το ριζικό των 18 αιχμαλώτων: «Στις 20 περίπου Μαΐου του 1905 έπιασα στην κορυφογραμμή του Βιτσίου μαζί με το Φιλώτα δεκαοχτώ Βουλγάρους κομιτατζήδες προπαγανδιστές από τα χωριά Βουλγαρομπλάτσι και Βίσσανη. Τότε όμως διαφωνήσαμε ο Φιλώτας κι εγώ. Εκείνος ήθελε να μη τους σκοτώσουμε, κι εγώ επέμενα να τους σκοτώσουμε. Αποφασίσαμε λοιπόν να τους μοιράσουμε. Εγώ πήρα τους εννιά που ήταν από το Βουλγαρομπλάτσι, φανατικό βουλγαρικό χωριό, και τους αποκεφάλισα αμέσως. Ο Φιλώτας επήρε άλλους εννιά από το χωριό Βίσσανη και τους άφησε ελεύθερους. Όταν αποκεφαλίζαμε τους Βουλγάρους, ο Φιλώτας είχε κρυφτή, για να μη βλέπη το θέαμα» [Μακρής, σ. 96].

Σε έγγραφο του προξένου Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκη προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, διαβάζουμε πως τον Ιανουάριο του 1906 δολοφονήθηκε κοντά στην Καστοριά ένα μέλος του αντίπαλου κομιτάτου «εκ Βυσίνης», από εκεί μέλη του εκτελεστικού της ελληνικής οργάνωσης της πόλης [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 51, 26/1/1906].

Το ΕΜΠΡΟΣ πληροφορεί στις αρχές Φεβρουαρίου τους αναγνώστες του, πως στις 29 Ιανουαρίου «εις την επαρχίαν Καστορίας και εν τω χωρίω Βισάνι εφονεύθη εις διαβόητος κομιτατζής» [ΕΜΠΡΟΣ, 2.2.1906, σ. 4].

Η ίδια εφημερίδα τον Δεκέμβριο του 1906 δίνει την είδηση για μη επιτυχή έρευνα στρατιωτικού αποσπάσματος στο χωριό, προς ανεύρεση τσέτας. Από τα γραφόμενα γίνεται φανερό πως υπήρχε στο χωριό καταδότης που είχε ενημερώσει τόσο τις οθωμανικές αρχές όσο και την ελληνική οργάνωση για τη θέση της κρυψάνας και την τσέτα: «Εις το σχισματικόν χωρίον Βύσσανι της επαρχίας Καστορίας ευρίσκετο ο διαβόητος λήσταρχος Κούζος μετά της συμμορίας του. Στρατιωτικόν απόσπασμα σπεύσαν εκύκλωσε την οικίαν εντός της οποίας ευρίσκετο ο Κούζος μετά των συμμοριτών του. Στρατιώται δε εισελθόντες εις την οικίαν επεχείρησαν έρευναν, αλλ' ουδένα ευρόντες ήρξαντο ανασκάπτοντες το έδαφος εις τον σταύλον, όπως ανακαλύψωσιν υπάρχοντα εκεί κρυψώνα, εν ω είχον κρυβή οι κομιτατζήδες. Ανέσκαψαν επί αρκετήν ώραν το έδαφος, αλλ' ουδέν ανακαλύψαντες ανεχώρησαν άπρακτοι. Αν είχον την υπομονήν ολίγον ακόμη να ανασκάψωσι το έδαφος προς πάχνην θα ανεκάλυπτον τον κρυψώνα και ούτω θα κατεστρέφετο και ο Κούζος και οι συμμορίται του» [ΕΜΠΡΟΣ, 15.12.1906, σ.4].

Στις 3 Οκτωβρίου 1907 ο Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του πως η ελληνική οργάνωση είχε όντως στρατολογήσει στις τάξεις της «τον Θωμά Χρήστου εκ Βίσανης» [Βάρδας Β, 966].

Στα τέλη Φεβρουαρίου όπως προκύπτει από δύο ειδήσεις του ΕΜΠΡΟΣ πρέπει να πραγματοποιήθηκε συμπλοκή μεταξύ τσέτας και στρατιωτικού αποσπάσματος μέσα στο χωριό Βίσενι (αναγράφεται ως Βιχάνι Καστορίας και Βίνανι Καστορίας). Κατά τη σύγκρουση υπήρξαν τόσο νεκροί, όσο και αιχμάλωτοι «κομιτατζήδες» [ΕΜΠΡΟΣ, 26.2.1908, σ. 4 και 2.3.1908, σ. 3].

Το χωριό Βίσενι δέχεται ελληνική επίθεση την Άνοιξη του 1908. Ο Βλάχος σημειώνει: «Τολμήσασαι ελληνικαί συμμορίαι προσβάλουν κατά Μάιον (1908) τα χωρία της περιφερείας Κορεστίων Βύσανην και Κωστενέτσι, τα οποία εθεωρούνται μέχρι τούδε απρόσιτα, κατόπιν δε αντιστάσεως, την οποίαν προέβαλον οι κάτοικοι, πυρπολούνται οικίαι και φονεύονται οι ένοικοι αυτών, μεταξύ των οποίων και γυναίκες» [Βλάχος, 512].

Η επίθεση αυτή έγινε στις 26 Μαΐου 1908 από τα σώματα του Γιώργου Δικώνυμου-Μακρή και του Νίκου Ανδριανάκη. Οι Έλληνες σκότωσαν 30 εξαρχικούς κατοίκους και έκαψαν 20 σπίτια. Τα σώματα έφυγαν όταν τους επιτέθηκε στρατιωτικό απόσπασμα, το οποίο και σκότωσε τους αντάρτες Κώστα Κριθαρά Βασίλη Στυλιοδάκη [Τσάμης, 415. Dakin, 484. ΔΙΣ, 289. Βακαλόπουλος Β, 336].

Την επίθεση αυτή την περιγράφει και ο ίδιος ο Μακρής:

«Κατά το σούρουπο της άλλης μέρας αναχωρήσαμε για το Βίτσανι κι έπειτα από μιάμιση ώρα βρισκόμαστε απέξω. Εκεί πετύχαμε καμιά δεκαριά χωριάτες Βουλγάρους, άντρες και γυναίκες, τους οποίου πήραμε μαζί μας και τους είπαμε να προπορεύονται για να μπούμε στο χωριό. Κι αυτό το χωριό βρίσκεται σε ένα λεκανοπέδιο και περιστοιχίζεται από ισχυρούς λόφους. Ένα τέταρτο απόσταση από εκεί κατά τον νοτιά βρισκόταν δύο στρατιωτικές σκηνές, στις οποίες έμεναν 60 στρατιώται, μέσα δε στο χωριό βρισκόνταν και 10 έφιπποι χωροφύλακες, που περνούσαν τυχαίως από αυτά τα μέρη. Εμείς όλα αυτά δεν τα ξέραμε, ούτε μας είχαν πει τίποτα και οι χωριάτες που πιάσαμε. Μόλις λοιπόν μπήκαμε, οι Τούρκοι άρχισαν να μας πυροβολούν και οι χωριάτες τότε πήραν θάρρος κι άρχισαν να φωνάζουν για να ξεσηκώσουν το χωριό εναντίον μας. Τότε διέταξα και τους καθαρίσανε όλους. Πολεμούσαμε μισή ώρα, εν τω μεταξύ όμως είχαμε αρχίσει να βάνωμε φωτιά και στα σπίτια. Αλλά σε λίγο έφτασε κι άλλος στρατός από την Καστοριά και τότε αναγκαστήκαμε να αποσυρθούμε, επειδή φοβηθήκαμε να μη μας κυκλώσουν. Σε αυτή τη μάχη σκοτωθήκανε δύο από τους άνδρες του Ανδριανάκη. Ο Β. Στυλιοδάκης, Κρητικός, και ο Αθηναίος Κωνσταντίνος Κριθαράς, επιλοχίας της μουσικής, και οι δύο γενναία παιδιά, και πληγώθηκε ένας. Από τους κατοίκους σκοτώθηκαν 25 άνδρες και γυναίκες, κάηκαν δε καμιά εικοσαριά σπίτια» [Μακρής, 172-173].

Η είδηση για την επίθεση στο χωριό Βίσενι δημοσιεύεται και στην εφημερίδα Times του Λονδίνου. Εδώ γίνεται λόγος για δολοφονία οκτώ γυναικών και δύο ανδρών και τον τραυματισμό δύο γυναικών [The Times, June 10, 1908].

Λίγες μέρες αργότερα η εφημερίδα ανεβάζει τον αριθμό των θυμάτων σε δεκατρείς νεκρούς (εννέα άνδρες και τέσσερις γυναίκες) και τέσσερεις τραυματίες (όλοι άνδρες) [The Times, June 15, 1908].

Τελικά οι Times επανέρχονται στην ελληνική επίθεση στο χωριό Βίσενι με περισσότερες λεπτομέρειες: «Ένα άλλο επίτευγμα των Ελλήνων στην περιοχή αυτή ήταν μια επίθεση από ένα σώμα περίπου 30 ή 40 ανδρών, υπό το γνωστό Καπετάν Μακρή, στο χωριό Vishani στις 7 Ιουνίου (νέα ημερομηνία). Πριν την είσοδο στο χωριό, σκότωσαν εννέα γυναίκες που εργάζονταν στα χωράφια. Στο χωριό σκότωσαν τέσσερις άνδρες, τραυμάτισαν τρεις γυναίκες και έβαλαν φωτιά σε τέσσερα σπίτια, αλλά η περαιτέρω καταστροφή εμποδίστηκε μερικώς από τρεις περαστικούς χωροφύλακες που άνοιξαν πυρ» [The Times, July 3, 1908]

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1903-1911 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής 14 άτομα:

Mitre Stayan το 1903.

Christoff Iote και Spiros Tirpoff το 1905.

Constantin Christoff, Pando Damianoff, Gani Ganas, Vassil Goleff, Mitre Kostoff, Damian Marceoff, Gheorghi Pando και Ivan Vasileff το 1907.

Alanas Vasileff το 1909.

Nicola Christoff το 1910.

Ghighor Anasthasoff το 1911.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1906-1923 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής 36 άτομα:

Petroff Kanzan, Christo Kastoff και Anastas Krsteff το 1906.

Yovan Dimitri, Panajoti Kirste, Damian Kouzman, Nichola Mitre, Petre Pando, Yovan Vasil και Nicoli... ... Stoyanoff το 1909

Thomas Hristoff και Athanasoff Kouzman, Stoyan Comeff, Spiro Dimitroff, Turpen Gheorghieff, Ivan Illeheff, Ghiorgi Marcoff, Dimitri Placoff, Hadjioff Spiroff, Anastas Toleff, Anastas Vassileff το 1910.

Panaydt Christoff, Ghiorgi Dimitroff και Hristo Nicoloff το 1911.

Nicola Pando το 1912.

Pandelis... Constant., Anastas Constantin..., Gligor Cosina το 1913.

Kristo Anastas, Petro Pando, Andrea Stefanos, Yanni Tryfos, Stefo Vassoliff το 1914.

Cosmas Pastenaris το 1915.

Dina Agas και Maria Naoumes Ognenos το 1923.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Βυσσινιά. Σκοτώθηκε μετά τη Βάρκιζα από χωροφύλακες του εκεί σταθμού χωροφυλακής χωρίς αιτία η Ελένη Τσιούλου. Φυλακίστηκαν το Σεπτέμβρη 1946 οι: Α. Τάσσος, Π. Λούρος, Κ. Κάλκος, Χ. Δρούγος, Α. Καρατόλης, Θ. Τσιάπας. Εξορίστηκε ο Α. Λεκίμης. Βασανίστηκαν με ξυλοδαρμό από χωροφύλακες οι: Δ. Κλιάφας, Λ. Σπύρος, Π. Σπύρος, Α. Πούφης, Πίλκα Πούφκα, Δημητρούλα Πούφκα, Δημητρούλα Κάλκου, Ν. Περνίκης, Α. Σιόλου, Δ. Ήλκου, Α. Ήλκου, Μ. Ήλκου, Καλλιόπη Παρτσενάρη, Μ. Μέλιου, Ευδοξία Μέλιου, Άγνω Πάσου, Ι. Ανδρέου. Καταδιωκόμενοι δημοκρατικοί 15. Κάηκαν με όλα τα υπάρχοντά τους το Σεπτέμβρη 1946 τα σπίτια: Α Πάντσιου, Σ. Σπάσου, Κ. Σιόλου, Γ. Κάλκου, Ν. Μέλιου, Κ. Παρασκευάρη, Γρ. Τάσκου, Γ. Ανδρέου, Ν. Μίλκου, Γρ. Τσιούλη» [46-47].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΔΡΕΟΥ (3), ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΓΕΡΓΙΝΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΓΚΙΚΑΣ, ΔΙΚΑΙΟΛΑΚΟΣ, ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΚΑΣΑΡΗΣ, ΚΑΦΕΤΖΗΣ, ΚΟΥΝΟΥΠΗΣ, ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, ΜΑΣΣΙΝΗΣ, ΜΗΛΙΟΣ (2), ΜΠΑΡΠΑΛΙΟΣ, ΜΠΑΤΣΙΟΣ, ΝΑΒΑΚΟΣ, ΠΑΝΤΣΙΟΣ (3), ΠΑΠΑΤΟΛΗΣ, ΠΑΠΠΟΥ, ΡΕΣΑΙΚΟΣ (2), ΡΕΣΙΝΗΣ, ΣΕΚΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ (2), ΣΙΔΟΣ (2), ΣΙΩΠΟΒΟΥ (2), ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΤΟΣΚΟΣ, ΤΟΤΟΝΙΔΗΣ, ΤΡΑΙΑΝΟΣ, ΤΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΤΣΙΤΣΙΑΣ (2).

 

Βιτάνι / Vitani / Витани. Μετονομάστηκε σε Βοτάνι και στη συνέχεια σε Βοτάνιον. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος του νομού Καστορίας. Οι χριστιανοί ελληνόφωνοι κάτοικοί του δεν αναμιχθήκαν στα αιματηρά γεγονότα της περιόδου 1903-1908.

 

Πηγές

Vicani [Αυστριακός Χάρτης].

Витанъ / Костурска каза, 80 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 80].

Βιτάνι: εξελληνισμένο βουλγάρικο χωριό [Δραγούμης].

ΒητάνηΕλληνικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Ελληνικόν κατά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Γλώσσα ελληνική. Υπάρχουν 12 ελληνικαί οικογένειαι (101 ψυχαί). Λειτουργία ενός ελληνικού αρρεναγωγείου με ένα διδάσκαλο [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Βιτάνι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βυτάνη Καστορίας, 107 άτομα (59 άρρενες και 48 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 40].

Βυτάνη Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Χρούπιστας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Βιτάνιον Καστορίας, 99 άτομα (48 άρρενες και 51 θήλεις) [Απογραφή 1920, 311].

«Ο συνοικισμός Βίτανι της κοινότητος Αμμουδάρας μετονομάζεται εις Βοτάνι» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Βοτάνι (Βιτάνιον) Καστορίας, 107 άτομα (60 άρρενες και 47 θήλεις). Υπήρχαν δύο πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 86, ετεροδημότες 20 και ένας αλλοδαπός [Απογραφή 1928, 284].

Βοτάνιον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 141 (71 άρρενες και 70 θήλεις) [Απογραφή 1940, 390].

Витан: Οικισμός χριστιανών Ελλήνων (Κατσαούνηδων) τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски 1998 B, 11].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 21 [Γρηγορίου, 150].

Βοτάνι, 136 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Βοτάνιον Καστορίας: 103 κάτοικοι [Απογραφή 1951, 98].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 91, 1971: 54, 1981: 78, 1991: 71. Υψόμετρο 630 [Σταματελάτος, 141].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Βοτάνι. Κακοποιήθηκαν πολλές φορές οι οικογένειες των ελασιτών Κ. Νασοπούλου, Δ. Δόλα, Λυσιμάχου Παπαδοπούλου. Μπλοκαρίστηκε το χωριό πολλές φορές και πάρθηκαν πολλά τρόφιμα για τη συντήρηση των μοναρχοφασιστικών συμμοριών. Φυλακίστηκαν και αποφυλακίστηκαν οι: Κ. Νασιόπουλος, Τ. Νασιόπουλος, Π. Κολιόπουλος, Σ. Γιαννακόπουλος, Ι. Γιαννακόπουλος, Ι. Γιαννακόπουλος, Θ. Σιδηρόπουλος, Π. Διαμαντόπουλος και Χ. Διαμαντόπουλος. Συνελήφθηκε και κρατείται στις φυλακές Καστοριάς ο Λυσίμαχος Παπαδόπουλος στέλεχος του ΕΛΑΣ, κατηγορούμενος σαν "οχρανίτης". Σκοτώθηκε από ένοπλους μοναρχοφασίστες, στις αρχές του Οκτώβρη 1946 ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, μεσάνυχτα, μέσα στο σπίτι του. Πολλοί δημοκρατικοί για να αποφύγουν τις διώξεις αναγκάστηκαν να εκπατριστούν» [52].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΣΑΡΗΣ, ΚΙΤΣΙΟΣ, ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΚΟΤΤΑΣ (2), ΚΟΥΤΣΟΜΙΧΑΣ, ΚΥΡΙΑΖΙΔΗΣ, ΜΙΧΑΛΑΚΑΣ, ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ (4), ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ , ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΣΤΕΡΓΙΟΥ, ΤΕΡΨΟΠΟΥΛΟΣ.

 

Βίτσιστα / Vičišta / Вичишта. Μετονομάστηκε σε Νίκη. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος του νομού Καστορίας. Μέχρι το 1924 ζούσαν εδώ περίπου 300 μουσουλμάνοι Αλβανοί, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν από τη χώρα. Στη θέση τους το ελληνικό κράτος εγκατέστησε 130 πρόσφυγες από τον Πόντο.

 

Πηγές

Βίτσιστα Καστορίας: 150 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Večišta [Αυστριακός Χάρτης].

Вичища (Вичани, Вицани) / Костурска каза, 160 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900].

Βίτσιστα Καστορίας: «200 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Βίτσιστα καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Βύτσιστα Καστορίας, 303 άτομα (164 άρρενες και 139 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Βύστιστα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Ζαμπύρδενη [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Вичишта, 35 σπίτια μουσουλμάνων Αλβανών [Милојевић 1920].

Βύτσιστα Καστορίας, 318 άτομα (171 άρρενες και 147 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Βίτσιστα γραφείου Καστορίας, έγινε καθαρά προσφυγικός οικισμός. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 38 προσφυγικές οικογένειες (131 άτομα) [ΕΑΠ].

Βίτσιστα, μουσουλμανικός οικισμός, έφυγαν 35 οικογένειες μουσουλμάνων (250 άτομα) και ήρθαν 40 οικογένειες προσφύγων: μία από τη Μικρά Ασία και 39 από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 45 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 1.966 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

Βύτσιστα Καστορίας, 123 άτομα (55 άρρενες και 68 θήλεις). Υπήρχαν 121 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (54 άρρενες και 67 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 122 και ένας ετεροδημότης [Απογραφή 1928].

Βύτσιστα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 261 (131 άρρενες και 130 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 49 [Γρηγορίου].

Вичишта: Οικισμός μουσουλμάνων Αλβανών το 1912. Οικισμός χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Βύτσιστα, 260 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Βύτσιστα Καστορίας: 214 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Διά διατάγματος της 11.5.54 μετωνομάσθη Νίκη (ΦΕΚ 101, τ. Α΄ 1954).

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 206, 1971: 107, 1981: 65, 1991: 69, 2001: 55.

Υψόμετρο 900 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

 Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΓΟΥΡΖΟΥΛΙΔΗΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΚΩΤΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΣΙΜΠΛΙΔΗΣ.

 

Γιανόβενι / Janoveni / Јановени. Μετονομάστηκε σε Γιαννοχώριον. Στην απογραφή του 2001 ήταν ένας μικρός οικισμός του δήμου Νεστορίου, του νομού Καστορίας. Για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο είχε ερημώσει. Ήταν ένα χριστιανικό χωριό που βρισκόταν πάνω στο Γράμμο, σε υψόμετρο 1.030 μέτρων. Οι κάτοικοί του είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι περισσότεροι τους ωστόσο γνώριζαν ελληνικά και αλβανικά. Ήταν ένα χωριό πιστό στο πατριαρχείο. Το 1912 είχε πληθυσμό περίπου 500 άτομα. Ο ίδιος αριθμός κατοίκων υπήρχε και το 1928. Το χωριό κάηκε δύο φορές. Μία στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο και μία στην κατοχή από τους Γερμανούς. Αρκετοί από εδώ εντάχθηκαν στις αριστερές οργανώσεις. Στο τέλος του εμφυλίου ο οικισμός εγκαταλείφθηκε. Πολλοί κάτοικοί του κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Γιαννοβένι Καστορίας: «Χωρίον έχοντος 240 χριστιανούς» [Σχινάς 1886].

Janoveni [Αυστριακός Χάρτης].

Яновени / Костурска каза, 490 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Jannoveni, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Yanoveni / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 448 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 30 μαθητές [Brancoff 1905].

Γιαννόβαινι, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Γιανόβαινι Καστορίας: «485 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γιανοβένι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Το χωριό ήταν πατριαρχικό και κάηκε κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο [Силянов / Спомени, 579].

Γιαννοβαίνη Καστορίας, 436 άτομα (192 άρρενες και 244 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γιανοβαίνη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Ζαγάρι και Λειβάδι [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Јановени, 80 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γιαννοβαίνη Καστορίας, 416 άτομα (157 άρρενες και 259 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Γιαννοβαίνης, μετονομάζεται εις κοινότητα Γιαννοχωρίου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γιαννοβαίνη εις Γιαννοχώριον» [ΦΕΚ 206 / 28.9.1927].

Γιαννοχώρι (ΓιαννοβαίνηΚαστορίας, 481 άτομα (186 άρρενες και 295 θήλεις). Υπήρχαν δύο πρόσφυγες (άρρενες) πού ήρθαν μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 456, ετεροδημότες 19 και αλλοδαποί 6 [Απογραφή 1928].

Γιαννοχώριον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 467 (194 άρρενες και 273 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 154 [Γρηγορίου].

Јановени: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Το χωριό Яновене κάηκε το 1942 από τους Γερμανούς [Мичев].

Γιαννοχώριον, 460 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Γιαννοχώριον Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].

Στην απογραφές του 1991 και του 2001 απογράφηκαν αντίστοιχα εδώ 24 και 17 άτομα.

Υψόμετρο 1040 [Υψομετρική Κατανομή].

 

1903-1908

Στις 22 Ιουλίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει πως το Γιαννόβενι είναι ένα από τα λίγα «βουλγαρόφωνα» χωριά που «δεν επεσκέφθησαν αι συμμορίαι» [Δραγούμης, 196].

Αναφορά στους κατοίκους του χωριού, υπάρχει σε επιστολή του ανθρώπου της ελληνικής οργάνωσης παπά Σταύρου Τσάμη από το Πισοδέρι, προς τον Παύλο Μελά, Ο παπα-Σταύρος μεταξύ άλλων σημειώνει σχετικά: «Οι κομίται τώρα δραπετεύουν εις Ελλάδα, και διά τον Τσακαλάρωφ λέγουν ότι θα αναχωρήση με τους υλοτόμους εκ Γιαννοβένης, διά τούτο πρέπει να προσέχη η Αστυνομία» [Δραγούμης, 618].

Στις 20 Ιουλίου 1906 το σώμα του Τσόντου-Βάρδα μπαίνει για πρώτη φορά στο πατριαρχικό μακεδονικό χωριό. Ο έλληνας αρχηγός σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Αναχωρούμεν και μετά 3 ώρας φθάνομεν εις Γιαννόβενην, ης προθύμως εξέρχονται οι κάτοικοι, μόλις ειδοποιήθησαν, είναι κάλλιστον ημέτερον χωρίον. Καθήμεθα ολίγον προ της εκκλησίας, πίνομεν ύδωρ και μετά λημεριάζομεν εις το απέναντι δάσος» [Βάρδας Β, 77].

Μια βδομάδα αργότερα η ελληνική ομάδα ξαναμπαίνει στο χωριό. Οι κάτοικοι φοβούνται ότι η παρουσία της ελληνικής ομάδας θα προκαλέσει οθωμανικά αντίποινα: «Ανεχωρήσαμεν τέλος διά Γιανόβενην, όπου μόλις εφθάσαμεν ο μουχτάρης, εξελθών μας έφερα την καταστροφήν, ότι δήθεν ο στρατός θα έλθη να κυκλώση το χωρίον, διότι το έχουσιν υπό δυσμένειαν οι οθωμανοί ώστε να μη σταματήσωμεν ουδέ στιγμήν να πίωμεν ύδωρ» [Βάρδας Β, 87].

Από το Γιανόβενι ήταν ο οπλαρχηγός Μπέλος, ο οποίος στρατολογήθηκε από το Βάρδα. Ο Μπέλος και οι άντρες του φέρονταν στους χωρικούς της περιοχής «ως κλέφτικα μπουλούκια» [Βάρδας Β, 111-112].

Ο ίδιος ο Μπέλος χαρακτηρίζεται από τον έλληνα αρχηγό σαν «αγράμματος, δειλός και όλως ανίκανος, εάν μη και φιλοβούλγαρος» [Βάρδας Β, 140].

Επίσης η ελληνική οργάνωση είχε συγκροτήσει ομάδα υπό την αρχηγία του Ισιδώρου Σιδέρη από το χωριό Γιανόβενι, η οποία δρούσε το 1908 στην περιοχή Πόπολε Καστοριάς [ΔΙΣ, 287].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Γιαννοχώρι. Ξυλοκοπήθηκαν οι: Ν. Κατσαμάνης, Η. Κουνέλας. Φυλακίστηκαν οι: Ν. Χατζής, Δ. Μίσιος, Η. Γραβάλας, Α. Σιούκας».

 

Γκάλιστα / Gališta / Галишта. Μετονομάστηκε σε Ωμορφοκκλησιά και στη συνέχεια σε Ομορφοκκλησιά. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αγίας Τριάδος, του νομού Καστορίας. Ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων. Το σύνολο του πληθυσμού είχε ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι χριστιανοί είχαν διχαστεί σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Αρκετοί κάτοικοι συμμετείχαν στο αυτονομιστικό κίνημα και γνώρισαν στη συνέχεια τα αντίποινα της οθωμανικής διοίκησης αλλά και της ένοπλης ελληνικής οργάνωσης. Μετανάστες από τη Γκάλιστα που έφτασαν στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις αμερικανικές αρχές, άλλοι πως ήταν εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως ήταν εθνικά Βούλγαροι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 350 χριστιανοί και 400 μουσουλμάνοι. Μέχρι το 1924 οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν περίπου 350 γηγενείς Μακεδόνες και 120 πρόσφυγες. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου αρκετές οικογένειες γηγενών, λόγω της πολιτικής δράσης τους, κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Galista, χριστιανοί ορθόδοξοι: 900 [Synvet 1878].

Γκάλιστα Καστορίας: «Χωρίου οικουμένου υπό 400 χριστιανών και 250 Οθωμανών, έχοντος δε αρχαίαν βυζαντινήν εκκλησίαν» [Σχινάς 1886].

Gališča [Αυστριακός Χάρτης].

Галища / Костурска каза, 600 χριστιανοί Βούλγαροι και 160 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Galista, λειτουργία πατριαρχικής εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Galichta / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 720 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με δύο δασκάλους και 41 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκάλλιστα, μικτό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό μετά. Εκ των 80 οικογενειών προσήλθαν οι 30 [Έγγραφο 4278].

Γκάλιστα: «Η εκκλησία από του 1902 κατείχετο υπό των Βουλγάρων. Η πλειοψηφούσα όμως μερίς των κατοίκων μετά το σύνταγμα προσήλθεν επισήμως εις την ορθοδοξίαν χειροτονηθέντος και έλληνος ιερέως. Η εκκλησία κατέχεται υπό των Βουλγάρων» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Γκάλλιστα Καστορίας: «228 ορθόδοξοι Έλληνες, 180 βουλγαρίζοντες και 350 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκάλιστα καζά Καστορίας, μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκάλιστα Καστορίας, 763 άτομα (397 άρρενες και 366 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκάλιστα Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τους οικισμούς Δρανίτσι και Ραδιγκόσδη [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Галишта, 95 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 55 μουσουλμάνων Σλάβων [Милојевић 1920].

Γκάλιστα Καστορίας, 596 άτομα (270 άρρενες και 326 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Γκαλίστη γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 32 προσφυγικές οικογένειες (118 άτομα) [ΕΑΠ].

Γκάλλιστα, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 40 οικογένειες μουσουλμάνων (400 άτομα) και ήρθαν 45 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 34 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 2.144 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

«Η κοινότης Γκαλίστης, μετονομάζεται εις κοινότητα Ωμορφοκκλησιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γκάλιστα εις Ωμορφοκκλησιά» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Ωμορφοκκλησιά (ΓκάλισταΚαστορίας, 406 άτομα (157 άρρενες και 249 θήλεις). Υπήρχαν 113 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (48 άρρενες και 65 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 391, ετεροδημότες 9 και αλλοδαποί 6 [Απογραφή 1928].

Γκαλίστα (Ωμορφοκκλησιά), υπήρχαν 82 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 81 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών και μία αλβανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Ομορφοκκλησιά Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 569 (250 άρρενες και 319 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 149 [Γρηγορίου].

Галишта: Οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Ωμορφοκκλησιά, 569 κάτοικοι, εκ των οποίων 280 ήταν σλαυόφωνοι [Στατιστική 1945].

Галишта: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 21 παιδιά του χωριού και 3 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 50-52].

Ομορφοκκλησιά Καστορίας: 270 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 251, 1971: 153, 1981: 87, 1991: 109, 2001: 47.

Υψόμετρο 800 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Τα πρώτα στελέχη των αυτονομιστών στο χωριό ήταν οι Манјо Лјондовски, Горги Рисино και Целе Теофичејно [Selo Gališta].

Στις 5 Μαΐου 1903 ο οθωμανικός στρατός σκότωσε 15 αυτονομιστές στην Γκάλιστα [Dakin, 131].

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει πως χωρικοί από το χωριό Γκάλιστα παραδώσανε τα όπλα τους στην κυβέρνηση [Δραγούμης, 272].

Τον Ιούλιο του 1905 επτά χριστιανοί κάτοικοι του χωριού Γκάλιστα, δολοφονήθηκαν από άγνωστους, ενώ επέστρεφαν στο χωριό τους από το βδομαδιάτικο παζάρι της Χρούπιστας [ΣΚΡΙΠ, 25.7.1905, σ. 3 και 28.7.1905, 6. 3].

Το Φεβρουάριου του 1906 βρέθηκε σκοτωμένος έξω από το χωριό ο πατριαρχικός Γ. Θεμελής [ΕΜΠΡΟΣ, 6.3.1906].

Το «σχισματικό» χωριό Γκαλιστά επανήλθε στην ορθοδοξία «κατόπιν των ενεργειών του οπλαρχηγού Ζάκα» το Μάιο 1907 [ΕΜΠΡΟΣ, 24.5.1907, σ. 4].

Τέλος στα τέλη Οκτωβρίου 1907 γίνεται γνωστό πως ένας κομιτατζής, ονόματι Μανιός, σκοτώθηκε από κάποιο οθωμανό στη Γκάλιστα [ΕΜΠΡΟΣ, 31.10.1907].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Το 1907 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής τρία άτομα:

Cuzma Janas, Dimitre Constantin και Vanil Sterio.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1910-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής εννέα άτομα:

Jan Paskal, Manol Hristo, Nikolas Hristo, Janako Stila, Vassil Nasse, Cosma Ghiorghi, Steris Sascaloff το 1910.

Leonidas Dimitroff Kushaff το 1912.

Ilia Naco το 1913.

 

Selo Gališta - κάτοικοι 1940

Κατάλογος 446 κατοίκων του χωριού Γκάλιστα το έτος 1940 (Список на жителите на село Галишта во 1940 година).

Τα ονόματα των αρχηγών 78 οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Кочо Ајновски (9), Гиро Илиевски (2), Илиа Илиевски (5), Фоти Илиевски (5), Фота Паигану (4), Коле Скамангов (9), Ване Јовков (7), Мичо Колокатранов (5), Ристо Колакатранов (2), Стрио Колокатранов (5), Петро Трповски (4), Насо Трпвцки (7), Коле Начевски (4), Фоти Костовски (6), Коле Пасковски (11), Гиро Гуанишев (7), Горго Димирков (5), Стево Папагјанушев (7), Горго Папагјанушев (5), Мичо Папанушев (5), Мичо Михаловски (7), Митра Папаганева (1), Гиро Папаганов (5), Митко Андреевски (5), Стерио Андреевски (7), Коле Карапов (5), Ристо Расов (8), Никола Андреев (7), Фоти Темелков (5), Михали Радос (5), Пандо Андреевски (7), Трпо Терезијов (7), Насо Терзијов (6), Стефо Терзиов (6),Кале Терзиов (11), Ленка Дубовска (2), Нумо Стамбулџиев (7), Вангел Андреев (6), Коле Кичевски (7), Коле Миновски (6), Ламбро Влахов (4), Кузо Влахов (4), Стерио Логов (9), Зиска Врапчевска (1), Гани Караганов (8), Пандо Неновски (3), Ристо Влахов (8), Коле Драгатов (5), Михо Благата (6), Стево Логов (4), Васил Ганушев (9), Горго Ландов (6), Доне Денебуков (9), Васил Лапчев (5), Кузо Лаков (6), Панагот Лаков (5), Насе Лаков (3), Тимко Кировски (8), Сидери Мишов (4), Никола Типов (7), Глигор Насков (8), Васил Драгота (6), Ристо Костов (6), Андов Палашев (5), Павло Палашев (6), Ташо Палашев (8), Ване Ајновски (6), Ване Палашев (5), Кало Насков (2), Насо Живков (5), Кало Доковски (7), Мањо Даковски (8), Доне Костовски (7), Вангел Митушев (5), Петро Ѓ. Ѓанушев (6), Петро Ѓанушев (1), Пандо Папазисов (5).

 

Selo Gališta - μέλη της Οχράνα (1942-1943)

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 13 άτομα:

Христо Кочов, Андон Лјаков, Паскал Терзиев, Атанас Папазисовски, Атанас Кировски, Ване Аиново, Панде Папазисовски, Паскал Папазисовски, Ламбро Папазасовски, Трпе Папазисовски, Динка Мисоска, Ицо Костовски, Атанас Лјаковски.

 

Selo Gališta - μέλη του ΕΛΑΣ (1943-1945)

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ (Список на учесниците во ЕЛАС).

Σύνολο 4 άτομα:

Горги Лјондов, Коста Костандиновски, Никола Марковски, Пандо Тодоровски.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Ομορφοκκλησιά. Ξυλοκοπήθηκαν οι: Λ. Τέρπου, Δ. Παπαϊωάννου, Α. Παπαϊωάννου, Φ. Ηλιού, Α. Παπαζήσης, Γ. Παπαζήσης, Α. Παλάσης, Π. Γιαννούσης, Α. Λιάκου. Όλοι αυτοί κακοποιήθηκαν από ένοπλους της μοναρχοφασιστικής συμμορίας του καπετάν Ανδρέα. Φυλακίστηκαν οι: Γ. Κωνσταντινίδης και Γ. Αναστασιάδης, Γ. Σαββίδης και Μ. Ανδρέου. Το χωριό μπλοκαρίστηκε 3 φορές από κρατικά όργανα και ένοπλους μοναρχοφασίστες κατά διάφορα χρονικά διαστήματα».

 

Selo Gališta - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού (1947-1949)

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 6 άτομα:

Илија Палаш, Димитри Типо, Тодор Папазис, Петро Јануш, Васил Јануш, Саве Спировски.

 

Selo Gališta - φυγάδες

Κατάλογος των φυγάδων από το χωριό Γκάλιστα μεταξύ των ετών 1941-1949 (Список на пребегнатите лица од село Галишта од 1941 до 1949 година).

Αναφέρονται οι 22 αρχηγοί οικογενειών και εντός παρενθέσεως το σύνολο των μελών κάθε οικογένειας που πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Η λίστα αναφέρει συνολικά 80 άτομα:

Για Τσεχοσλοβακία (Во Цешка): Васил Јануш (3), Зоица Палас (3), Петро Јануш (4).

Για Πολωνία (Во Полска): Илија Костовски (4).

Για Σοβιετική Ένωση (Во СССР): Дора Попазисоски (3), Илија Балас (3).

Για Βουλγαρία (Во Бугарија): Глигор Папазисовски (6), Манјо Палаш (4), Ставре Кочоски (5), Колукотрони Штерјо (3), Пандо Папазисовски (3), Паскал Папзисовски (3), Ламбро Папазисовски (3), Трпе Терзеивски (3), Атанас Лјаковски (4), Динка Мишока (5), Ицо Кастовски (3).

Για Γιουγκοσλαβία (Во Југославија): Зоица Јануш (3), Атанас Папазисовски (4), Андон Палажов (3), Вангел Костовски (5), Горги Аинис (3).

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΙΝΗΣ, ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ (2), ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (2), ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ (2), ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ, ΗΛΙΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (2), ΛΙΩΓΟΣ, ΜΗΡΤΣΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, ΠΑΛΑΣΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΑΠΑΛΑΜΠΡΟΥ, ΡΑΠΤΗΣ, ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ, ΤΥΠΟΥ, ΧΑΤΖΗΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ.

 



Γκάμπρες / Gabreš / Габреш. Εξελληνίστηκε σε Γαβρέσι και στη συνέχεια σε Γάβρος. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Κορεστίων, του νομού Καστορίας. Το σύνολο του των κατοίκων του είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Ήταν επίσης χριστιανοί ορθόδοξοι. Μέχρι το 1903 σχεδόν όλοι πέρασαν σταδιακά στην εξαρχική παράταξη. Πολλοί από το Γκάμπρες συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν. Στο χωριό μπήκαν τα σώματα του Παύλου Μελά και του Γιώργου Τσόντου-Βάρδα. Μετανάστες από το Γκάμπρες που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ δήλωσαν στις εκεί αρχές, άλλοι πως είναι εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 650 άτομα. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης μερικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 ζούσαν στον οικισμό σχεδόν 470 Μακεδόνες. Οι αρχές ασφαλείας θεωρούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων ως άτομα ανθελληνικών φρονημάτων. Την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, άτομα από το χωριό εντάχθηκαν στις αριστερές οργανώσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς κατέφυγαν τελικά σαν πολιτικοί πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταξύ των απογραφών 1981 και 1991, οι πιο πολλοί κάτοικοι του Γάβρου μετοίκησαν στο Νέο Οικισμό.

 

Πηγές

ΓκάμπρεςΓκαμπρέσι Καστορίας: «Χωρίον έχον 300 χριστιανούς και εκκλησίαν» [Σχινάς 1886].

Gabreš [Αυστριακός Χάρτης].

Габрешъ / Костурска каза, 455 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Gabres, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γάβρεση: «Το 1902 κατοικούνταν από 62 εξαρχικές και 28 πατριαρχικές οικογένειες, οι οποίες μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, δήλωσαν προσχώρηση στην εξαρχία» [Γούναρης].

Gabreche / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 600 εξαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 53 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκαμπρέσι: «Εκηρύχθη σχισματικόν οριστικώς τω 1903» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Γκαμπρές Καστορίας: «318 ορθόδοξοι Έλληνες διατελούντες υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1906» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γαμπρέσι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γαμπρέσι Πρεσπών, 648 άτομα (323 άρρενες και 325 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γαμπρέσι Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Габреш, 100 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γαβρέσι Καστορίας, 509 άτομα (201 άρρενες και 308 θήλεις) - 112 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν οκτώ περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

«Η κοινότης Γαβρεσίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Γάβρου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γάβρεσι εις Γάβρος» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Γάβρος (Γαβρέσι) Καστορίας, 405 άτομα (178 άρρενες και 227 θήλεις). Υπήρχαν 7 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (4 άρρενες και 3 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 400, ετεροδημότες 4 και ένας αλλοδαπός. Επίσης 67 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Γαβρέσιον (Γάβρος), υπήρχαν 88 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Γάβρος Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 384 (185 άρρενες και 199 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 390 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 94 [Γρηγορίου].

Габреш: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912, όσο και το 1940 [Симовски].

Γάβρος, 355 κάτοικοι, εκ των οποίων 340 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις Β. Έδρασαν αντεθνικώς 35. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 35. Παρατηρήσεις: Έφυγαν με Γκότσεφ [Στατιστική 1945].

Γνωστοί κομμουνιστές και αυτονομιστές από το χωριό ήταν ο Ναούμ Πέιος και ο Μιχάλης Κεραμιτζής [Κολιόπουλος Α, 157, 159, 168, 257 και Β, 140, 160].

Στις αρχές του 1946 υπήρχαν 40 κάτοικοι του χωριού, φυγάδες στη Γιουγκοσλαβία, λόγω της αυτονομιστικής τους δράσης [Κολιόπουλος Β, 128].

Габреш: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 87 παιδιά του χωριού και 5 παιδαγωγοί συντοπίτες τους [Мартинова, 50-52].

Γάβρος Καστορίας: 447 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 107, 1971: 75, 1981: 91, 1991: 10, 2001: 7.

Υψόμετρο 810 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Οθωμανοί στρατιώτες και βασιβουζούκοι λεηλάτησαν την Άνοιξη του 1902 το χωριό: «Αι οθωμανικαί αρχαί, πλην της διώξεως των συμμοριών, αι οποίαι έδρων εις τας ευρωπαϊκάς επαρχίας της Τουρκίας, εξετράπησαν εις βιαιότητας και ωμότητας εναντίον του ιθαγενούς βουλγαρικού και βουλγαροφρονούντος στοιχείου της Μακεδονίας, περί της εκτάσεως και του χαρακτήρος των οποίων μαρτυρεί η διαρπαγή του χωρίου Γαβρέσι και η πυρπόλησις του χωρίου Σμαρδέσι της Καστορίας κατά Απρίλιον (1902)» [Βλάχος, 269].

Το Μάιο του 1903 ο Τσακαλάροφ και 35 άνδρες του βρήκαν κατάλυμα στο Γκάμπρες [Δραγούμης, 122].

Στις 16 Μαρτίου 1904, Ο Παύλος Μελάς και οι αξιωματικοί Αλέξανδρος Κοντούλης, Αναστάσιος Παπούλας και Γεώργιος Κολοκοτρώνης, μαζί με τους άνδρες που τους συνοδεύουν στη διερευνητική αποστολή τους, βρίσκονται στο χωριό Γκάμπρες. Ο Μελάς περιγράφει εκτενώς σε επιστολή προς τη γυναίκα του Ναταλία όσα είδαν, είπαν και έπραξαν οι ελληνες αξιωματικοί στο χωριό:

 «Η ώρα είναι 3 το πρωί όταν φθάνομεν εις τον μύλον τον επί του ποταμού του ρέοντος έξω από το Γαβρέσι και κατά μήκος της δημοσίας οδού Μοναστηρίου. Εξυπνούμεν τον μυλωνάν και μας οδηγεί εις το χωριό. Εισερχόμεθα κατ' αρχάς εις το σπίτι της οικογενείας ενός των παλληκαριών του Κώτα. Μας ανοίγει την αυλόθυραν μία νέα χωρική η οποία μας φωτίζει με δάδα. Η αυλή είναι αρκετά μεγάλη. Μέσα της τρέχουν σαν τρελά πλήθος μικρών γουρουνιών, κατσικιών και αρνιών που εξυπνήσαμεν και ετρόμαξαν. Εις τον εξώστην του χαγιατιού προβάλουν λογιών λογιών τρομαγμένα γυναικόπαιδα, γέροντες, γριές, νέοι, παιδιά, καμιά δεκαπεντεριά. Μόλις αναγνωρίζουν τον Κώταν αμέσως γέλια και χαρά διαδέχονται την ανησυχίαν. Είναι απερίγραπτος η ευτυχία που προκαλεί η παρουσία και επάνοδος του Κώτα. Τον λατρεύουν όλα αυτά τα χωριά, διότι πράγματι εμπόδισε, διά της παρουσίας του και μόνον, τους Βουλγάρους να τα ψευδοεπαναστατήσουν και έτσι τα έσωσαν από την καταστροφήν των Τούρκων.

Ανερχόμεθα και ημείς εις το χαγιάτι και τα "ντόμπρο βέτσερ" (καλησπέρα) των γυναικών (δεν γνωρίζουν λέξιν ελληνικά) και τα "καλώς ωρίσατε αδέλφια" των ανδρών δίνουν και παίρνουν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα γουρουνάκια, με τα σκυλάκια, τα κατσικάκια και τα προβατάκια, αποτελούν μια καλήν πατριαρχικήν οικογένειαν...

Επί τέλους βλέπομεν ότι είναι πάρα πολύ πολυμελής διά να μείνωμεν εκεί και ο Κώτας μας χωρίζει εις τρία μέρη και μας ορίζει τρία καταλύματα. Αυτός, ημείς και ο Πύρζας πηγαίνομεν εις ενός προύχοντος το σπίτι. Έχει δύο πατώματα, είναι μάλλον μεγάλη εκ χώματος και ξύλων οικοδομή, της οποίας το μέσον αποτελεί ένα υπόστεγον χωριζόμενον δι' ενός πατώματος. Εις το ισόγειον έχουν στάβλους, τας αποθήκας κλπ. Εις το πρώτον πάτωμα είναι τα δωμάτιά τους και εις το χαγιάτι έχουν τους εργαλειούς των, μαγειρεύουν, πλύνονται (είναι καθαρώτατοι). Ημάς μας οδηγούν εις ένα καθαρώτατον λευκόν δωμάτιον με λαμπράν φωτιά. Εις την μεγάλην γωνιά καίουν τρεις κορμοί δένδρων, είναι δε στρωμένον με παχυτάτους τάπητας εγχωρίους. Μας φέρουν καφέ και κοιμώμεθα αμέσως.

Σήμερα εξύπνησα εις τας 8 π.μ. Μας φέρουν καφέ... Εις τας9 1/2 πηγαίνω με τον Κολοκοτρώνην εις το σχολείον του χωριού. Τούτο κατέχει ένα αρκετά μεγάλον αλλά πτωχικόν δωμάτιον εις τον πρώτον όροφον ενός παλαιού σπιτιού και θερμαίνεται από σιδηράν θερμάστραν. Ολόγυρα είναι θρανία επί των οπίων κάθονται αρκετά στοιβαγμένα 50 περίπου αγόρια και εις το άκρον ενός θρανίου 6-7 κορίτσια ως 11 ετών. Ένας μαύρος ξύλινος πίναξ είναι το μόνον κόσμημα της τάξεως. Ο διδάσκαλος είναι νέος 25-30 χρόνων, κοντός, αμούστακος, κόκκινος, με ανοικτήν και έξυπνον φυσιογνωμίαν. Μισθοδοτείται από την Μητρόπολιν 15 λίρας το έτος. Είναι έγγαμος και έχει 3 παιδιά. Τα γράμματα τα έμαθεν εις τον Παρνασσόν, όταν επί δεκαετίαν εχρημάτισε πηλοφόρος εις τας Αθήνας. Ομιλεί αρκετά καλά τα ελληνικά. Αφού πρώτον του εδείξαμεν ενδιαφέρον διά το άτομόν του και διά την εργασίαν του, τον συνεχάρημεν διά την τάξιν την οποίαν ετήρει. Και τωόντι, μόλις εισήλθομεν εις την τάξιν, όλοι εσηκώθησαν και εκάθησαν μόνον όταν τους διέταξεν ο διδάσκαλος. Αν και ήσαν 50 τον αριθμόν, δεν ηκούετο κανείς θόρυβος εις την τάξιν. Τα χέρια και πρόσωπά των ήσαν καθαρά, ως επίσης και τα βιβλία και τα τετράδιά των. Εβάλαμεν 2-3 παιδιά να αναγνώσουν και εδιάβασαν τελείως καλά, αλλά δεν εννοούσαν όλα όσα εδιάβαζαν. Κατόπιν τους έκαμεν από αυτήν την παναθεματισμένην τεχνολογίαν, την οποίαν επίσης εγνώριζαν καλά. Τον συνεβουλεύσαμεν να μη κοπιάζη αυτός και τα παιδιά με την ευλογημένην αυτήν πληγήν των παιδιών, αλλά να τους κάμνη ομιλίας. Έπειτα υπαγόρευσα εις ένα την εξής φράσιν: "Ο Έλλην πρέπει να είναι καλός πατριώτης διά να ελευθερώση την πατρίδαν" και την έγραψεν αρκετά καλά. Όταν εφεύγαμεν, έδωκεν ο Γιώργος εις τον διδάσκαλον ένα χρυσό πεντόφραγκον, εγώ δε ένα μετζίτι διά να μοιράση εις τα παιδιά και όταν ήλθε να μας αντεπισκεφθή εις το σπίτι μας, του εδώσαμεν άλλο ένα, ενώπιον των προυχόντων, διά να αγοράση χαρτί διά το σχολείον. Του παρεστήσαμεν το ύψος της αποστολής του και τον απεχαιρετήσαμεν.

Όταν επεστρέψαμεν ήτον η ώρα του φαγητού. Πριν στρώσουν, ήλθε μια νέα με μίαν χαλκίνην λεκάνην και ισταμένη προ εκάστου εξ ημών μας έχυνε νερό διά να νίψωμεν τα χέρια μας. Διά το πρόγευμα, επί του σιφρά, εκτός του αφθονωτάτου κρασιού, δεν είχε τίποτε άλλο από τρεις πήτες, την μίαν επάνω σεις την άλλην. Η πρώτη ήτο καμωμένη με αραβόσιτον, αυγά και γάλα, η δευτέρα με τυρί και η τρίτη με κρομμύδια και άλλα χορταρικά. Σε βεβαιώ ποτέ δεν έφαγα και έπια τόσον.

Το απόγευμα περί τας 5 μ.μ., κατόπιν προσκλήσεως του Κώτα, συγκεντρώθησαν εις το δωμάτιόν μας 12 προύχοντες. Εις αυτούς ζωηρότατα, ευγλωττότατα και πειστικώτατα - μετέφρασε (στους αξιωματικούς) ο Πύρζας - ωμίλησε μακεδονικά, ο Κώτας. Τους είπε πολλά, αλλά περιορίζομαι να σου ειπώ ότι ήσαν όλα σύμφωνα με τας ιδέας μας, ο δε τόνος της φωνής του και το ύφος του έδεικνυον ότι τα έλεγε ειλικρινώς. Όλοι οι προύχοντες ενθουσιάστηκαν και συμφώνησαν με τον Κώταν. Μετά τον Κώταν τους ωμίλησεν ο Αλέκος (Κοντούλης) με τη συνήθη βαθείαν του λογικήν και φρόνησιν, επίσης δε και πολλοί άλλοι τους ωμίλησαν πολύ ωραία εις τρόπον ώστε ν' αυξήσουν τον ενθουσιασμόν των. Εγωιστικώς φερόμενος θα σου κάμω μίαν μικράν περίληψιν του λόγου τον οποίον εξεφώνησα προ της μακεδονικής αυτής βουλής, διά να γνωρίζης υπό ποίον πνεύμα ομιλώ εις τους αδελφούς μας. "Αδελφοί, ημείς που ήλθαμεν από τας Αθήνας διά να σας βοηθήσωμεν, εφέραμεν μαζί μας μόνον αγάπην, πατριωτισμόν και παλληκαριά. Με αυτά μόνον και με τα όπλα, που θα σας φέρωμεν αν τα θελήσετε, θα σας βοηθήσωμεν να υπερασπισθήτε κατά των ατιμιών των Τούρκων. Ημείς δεν θα σας βιάσωμεν να μας ακολουθήσετε, όπως σας έκαμαν οι Βούλγαροι. Αυτοί σας ανάγκαζαν να πωλήτε και τα βώδια σας διά να τους δώσετε χρήματα δι' όπλα. Αλλά αφού έπαιρναν τα χρήματά σας, όχι μόνον όπλα δεν σας έδιδαν, αλλά το καλοκαίρι διά της βίας σας εσήκωσανμόνον και μόνον διά να δείξουν εις την Ευρώπην ότι η Μακεδονία είναι βουλγαρική και ολόκληρος επανεστάτησε. Και αφού έκαμαν έτσι το κέφι τους, άφησαν τους Τούρκους και έκαψαν τα χωριά σας. Ημείς όπλα θα δώσωμεν δωρεάν εις όσους μας ζητήσουν. Αλλά και εκείνους που δεν θα μας ζητήσουν, θα τους αγαπώμεν και θα τους προστατεύωμεν. Ημείς δεν θα βγάλωμεν μάτια, ούτε αυτιά θα κόψωμεν, ούτε θα κρεμάσωμεν κανένα. Αλλά, ένας δικός μας άμα δολοφονήται, αμέσως θα σκοτώνωμεν ένα ένοχον εχθρόν, Δεν θα κρυπτώμεθα, όπως οι άτιμοι Σαράφωφ, Τσακαλάρωφ και λοιποί. Αλλά θα πολεμούμε στήθος με στήθος και πρώτα θα πέφτωμεν ημείς και έπειτα εσείς. Η πολιτική μας εφέτος είναι η εξής. Πρέπει να εμποδίσωμεν τους Βουλγάρους να κάμουν πάλιν κακουργήματα και την ιδίαν περσινήν ψευδοεπανάστασιν. Διότι ο κόσμος όλος κονεύει να πιστεύση ότι εδώ μέσα μόνον Βούλγαροι είναι. Αυτό πρέπει να γίνη εφέτος. και του χρόνου εργαζόμεθα διά την ελευθερίαν κλπ. κλπ.". Βεβαίως αυτός ο πολιτικός λόγος δεν είχε αξιώσεις, αλλά λεγόμενος με τόνον και ελικρίνιαν δεν ημπορεί παρά να τους έκαμεν εντύπωσιν. Η συνάθροισις διελύθη και απεκομίσαμεν αμφοτέρωθεν λαμπράς εντυπώσεις. Σε βεβαιώ ότι θα ήθελα να παρευρίσκεσο εις την συνάθροισιν αυτήν.

Όλοι οι προύχοντες (ομιλούν όλοι κάλλιστα τα ελληνικά) εκάθοντο κάτω σταυροπόδι, από το ένα μέρος του δωματίου. Από το άλλο ημείς επίσης σταυροπόδι. Ο Κώτας με την φανταστικήν στολήν του (φορούσε ένα είδος τουρκικής στολής), γονατιστός ενώπιόν των τους ωμιλούσε με πολύν ενθουσιασμόν και πολλήν διπλωματίαν διά τα διάφορα ζητήματά μας. Όταν έφθασεν εις το ζήτημα της ελευθερίας τους έκαμε την εξής ευφυεστάτην παραβολήν. "Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Εκλέξατε εσείς ποίον θέλετε. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν. Είναι δρόμος που βαστά 30 ημέρας και είναι γεμάτος αγκάθια που θα μας γδάρουν ως που να φθάσωμεν εκεί. Ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα εις 3 ημέρας και είναι ωραίος και καθαρός".

Αφού έφυγαν οι άνθρωποι, εκαθήσαμεν και ημείς και εφάγαμεν καλά, πολύ ευχαριστημένοι από την υποδοχήν. Όλοι μας απήντησαν ότι πιστεύουν αληθινά ότι ημείς θα τους δώσωμεν ασφάλειαν εφέτος και του χρόνου ελευθερίαν. Εις τας 10 την νύκτα εφύγαμεν διά την Ρούλιαν, την πατρίδα τού Κώτα. Οι χωρικοί μας προσέφεραν μουλάρια και εξεκινήσαμεν μ' ένα καιρόν εξαίσιον" [Μελάς, 238-243].

Στις 8 Νοεμβρίου 1904 ο υπολοχαγός Γιώργος Κατεχάχης (Ρούβας), που μόλις είχε μπει στη Μακεδονία με το σώμα του, ως ο νέος αρχηγός των ελληνικών ομάδων μετά το θάνατο του Μελά, έλαβε επιστολή από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη που τον πληροφορούσε να προσέχει γιατί στο χωριό Γκαμπρές των Κορεστίων βρισκόταν ο Μήτρος Βλάχος με τους άντρες του [Καραβίτης, 144].

Ο Κατεχάκης θα βρεθεί κάποια στιγμή αργότερα κοντά στο Γκάμπρες και ο Δημήτρης Νταλίπης που βρισκόταν στο σώμα και καταγόταν από εκεί, θα του προτείνει να μπουν στο χωριό. Ο Καούδης όμως απέτρεψε την είσοδο, καθώς θεωρούσε το χωριό εχθρικό και την ενέργεια επικίνδυνη [Καραβίτης, 168].

Στο Γκάμπρες θα μπει για λίγο ο Καραβίτης με την ομάδα του, πάλι μετά από προτροπή του Νταλίπη, που επιθυμούσε «να κάμη την εμφάνιση του ως καπετάνιος» στους συγχωριανούς του [Καραβίτης, 246].

Σύμφωνα με λίστα που βρίσκεται στο αρχείο του Τσόντου-Βάρδα, στο Γκαμπρέσι δεν υπήρχε «πλην του αδελφού του Νταλίπη ουδείς άλλος ημέτερος» [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 17-19].

Στο ίδιο αρχείο, σχετικά με τα φρονήματα των κατοίκων του Γκάμπρες, βρίσκουμε την εξής πληροφορία: «... εις το Γκαμπρέσι, όπου και ο τελευταίος ημέτερος και άλλοτε διδάσκαλος Γκίζος ανεχώρησε δι' Αμερικήν» [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 4].

Ο Γιώργος Μακρής θεωρούσε τον Παπαμήτρο εκ Γάβροβου, ως έναν από τους προδότες-υπεύθυνους για το θάνατο του Παύλου Μελά [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 6].

Στις 29 Αυγούστου 1905 ο Τσόντος-Βάρδας μπαίνει με το σώμα του στο Γκάμπρες. Διαβάζουμε σχετικά στο ημερολόγιό του: «Καθ' όλην την ημέραν μένομεν άνευ ουδεμίας ειδήσεως. Προς το εσπέρας μεταβαίνει ο Νταλίπης εις το χωρίον του, προειδοποιεί και μετέβημεν, πολλοί χωρικοί μας υποδέχονται μετά φαινομενικής προθυμίας, η οποία άγνωστον κατά πόσον είναι αληθής, διότι πρώτη φοράν γίνεται εις Ελληνικόν σώμα. Τοποθετούμεν σκοπούς εις τα διάφορα σημεία και διανεμόμεθα εις τας οικίας ανά 6 όπως φάγωμεν διότι είμεθα εντελώς νηστικοί. Επειδή δε είναι του Αγίου Ιωάννου (Νηστευτού) δεν ευρίσκει τις μαγειρευμένον τίποτε και καταφεύγομεν εις σαλάτας κ.τ.ό. Μοι λέγουσιν ότι οι κομίται ειδοποίησαν διά γυναικών ότι θα έλθωσιν εις το χωρίον, δεν δίδω πολλήν πίστην, εν τούτοις διά παν ενδεχόμενον εξέρχεται ο Γ. Κλάπας και ο Π. Γύπαρης μετά των υπ' αυτόν και καταλαμβάνει επίκαιρον θέσιν. Συνομιλώ μετά διαφόρων και την νύκτα εξερχόμεθα του χωρίου» [Βάρδας Α, 206-207].

Ο Βάρδας με τους άντρες του λημεριάζει κοντά στο χωριό. Την άλλη μέρα, στις 30 Αυγούστου 1905, γράφει στο ημερολόγιό του: «Ατυχώς ένεκα αμελείας ή παρεξηγήσεως ο Νταλίπης δεν κατόρθωσε να μας εύρη σφακτά και οι άνδρες δεν έφαγον κρέας, από της 24ης, εισί δ' ως εκ τούτου εξανλημένοι εκ των συχνών πορειών. Διά τούτο πάντες γογγύζουσι κατά τούτου, δεν είχεν έλθει δ' ακόμη μέχρι της μεσημβρίας ο άρτος όν παρήγγειλα να ζυμώσωσιν εκ καθαρού αλεύρου σίτου, πληρώσας δι' αυτό. Αποφασίζω να μεταβώσι 3 άνδρες εις το χωρίον και ο Νταλίπης μετά του συγχωρίου του αντάρτου Μήτσου ίνα εύρωσι κρέας, παρασκευάσωσιν αυτό και την εσπέραν κατέλθομεν να δειπνήσωμεν. Μόλις ανεχώρησαν οι ανωτέρω έφθασεν ο άρτος και ύδωρ, διότι δεν έχει εις το λημέρι, υπό 2 γερόντων κομισθέντα. Γράφω έκθεσιν του 2ου 15ημέρου του παρελθόντος μηνός και επιστολήν εκτεταμένην διά Βιτόλια αισιοδοξών διά τα Κορέστια, Ενώ όμως σχεδόν είχον περατώσει ταύτας, ακούονται σφοδροί πυροβολισμοί εκ των υπερκειμένων Δυτικών ορέων Σμαρδεσίου, εις ους ανταποκρίνονται οι σκοποί ημών. Δράττομεν τα όπλα και τρέχομεν προς την κορυφήν, οι πυροβολισμοί είναι πολλοί καθ' όλην την κορυφογραμμήν, άπαντες επαναληπτικών όπλων. Ομοίως ακούονται τοιούτοι και εις το χωρίον, όπου νομίζομεν ότι είναι στρατός και ίσως επυροβόλησε τους μεταβάντας διά το φαγητόν εκεί. Μετά πολλού κόπου ανερχόμεθα την απότομον και βραχώδη κλιτύν, φθάνομεν τινες, ολίγοι όμως, εις την οφρύν, ο ατρόμητος όμως Γ. Κλάπας πρώτος ανέρχεται εκ του αριστερού άκρου εις το υψηλότερον σημείον και αμέσως βάλλεται υπό ενεδρεύοντος κομίτου δεξιόθεν εις την καρδίαν και πίπτει άπνους, χάνω δ' ένα των γενναιοτέρων ανδρών μου. Εξακολουθούμεν το διαρκές πυρ κατά των υψηλοτέρων σημείον διότι δεν βλέπομεν ουδένα, εκτός μόνον του κρότου και των σφαιρών ας ακούομεν, επίσης και τας φωνάς "Ούρα!". Προς στιγμήν κλονιζόμεθα ότι θα μας αναγκάσωσι να κατέλθωμεν. Τέλος όμως διά φωνών και ενθαρρύνσεων προς τους άνδρας και συνεχών πυροβολισμών μένομεν κύριοι του υψώματος, εφ ου όμως δεν δυνάμεθα να ανέλθωμεν, διότι υπάρχει εις καλήν απόστασιν άλλο υψηλότερον όπερ κατείχον αυτοί και εξ ου έβαλλον. Επήλθεν η νυξ, αλλά πλήρης φωτός εκ της σελήνης, σύρομεν τον νεκρόν του ατυχούς Κλάπα χαμηλότερον, αφαιρούμεν τον οπλισμόν αυτού και ό,τι άλλο είχε και τον ρίπτομεν εντός συστάδας δένδρων, όπως ει δυνατόν μη ευρεθή υπό των κομιτών αργότερον και κρεουργηθή. Κατερχόμεθα προς το λημέριον, προς ανεύρεσιν πολλών ειδών μας, άτινα είχομεν εγκαταλείψει προς ελάφρυνσιν. Ευρίσκομεν και τους Π. Πατρόν, βαρέως τραυματισμένον εις το δεξιόν βραχίονα, έχει θραυσθή, και τον Πάνον Τσαουσέλον ή Ξηρομερίτην εις τους λόφους της έδρας. Επιδένει τας πληγάς αυτών ο Πύρζας και κατερχόμεθα χαμηλότερον, μη γνωρίζοντες τι να πράξωμεν και που να βαδίσωμεν άνευ οδηγού. Απουσιάζουσι δε και οι κατεβάντες εις το χωρίον. Ενώ αφ' ετέρου οι όντες σκοποί κατά την έναρξην της συμπλοκής μας λέγουσιν ότι κομίται είχον κυκλώσει το χωρίον και επυροβόλουν. Τέλος αποφασίζομεν να κατέλθωμεν μετά προφυλάξεως εις το χωρίον και να πληροφορηθώμεν εκ τινος των κατοίκων τα διατρέξαντα εκεί. Εισέρχονται τινες και κατορθώσι να εύρωσι 2 χωρικούς, οι οποίοι διηγούνται ότι πολυπληθείς κομίται εκύκλωσαν το χωρίον, ότι οι ημέτεροι εξήλθον, αλλ' άγνωστον που διηυθύνθησαν, οι δε κομίται εισελθόντες έφαγον το φαγητόν, είπον δ' εις τους χωρικούς να κλεισθώσιν εις τας οικίας των, όπερ σημαίνει ότι είχον μετ' αυτών χωρικούς, ους δεν ήθελον να ίδωσιν οι Γκαμπρεσιώται. Μη δυνάμενοι να παραλάβωμεν τους πληγωμένους, τους εμπιστευόμεθα εις τον ένα χωρικόν, εις ον δίδω 1 εικοσόφραγκον, εξάδελφον του Νταλίπη ονόματι Βαγγέλην, τον δε άλλον παραλαμβάνομεν ως οδηγόν. Εκκινούμεν βαδίζοντες επί μιας γραμμής και εις μεγάλην απόστασιν, διευθυνόμεθα Β.Α., διερχόμεθα τον ποταμόν εις ον ολισθήσας πίπτει ο Λάκης Πύρζας και βρέχεται όλος. Μόλις δε είχομεν απομακρυνθή ολίγον πυροβολούμεθα εκ μικράς αποστάσεως υπό των ενερδευόντων κομιτών, χωρίς να απολέσωμεν στιγμήν απομακρινόμεθα εκ της θέσεως μας και ύστερον μετατιθέμενοι από θέσεως εις θέσιν κι από δένδρου εις δένδρον και πυροβολούντες απομακρυνόμεθα, άνευ ουδενός ατυχήματος, ελλείπουσιν όμως 3 εκ των ανδρών οίτινες μετά του οδηγού φαίνεται ηκολούθησαν άλλην διεύθυνσιν. Βαδίζομεν την λοιπή νύκτα, διότι τα ανωτέρω εγένοντο περί το μεσονύκτιον και φθάνομεν τα εξημερώματα εις τι δάσος Ανατολικώς του χωρίου Ρούλια» [Βάρδας Α, 207-209].

Την είσοδο των Ελλήνων στο Γκάμπρες και τη σύγκρουση ανάμεσα στη μακεδονική τσέτα και το ελληνικό σώμα περιγράφει στο ημερολόγιό του και ο Λάκης Πύρζας. Στις 29 Αυγούστου γράφει: «Την ημέρα μείναμε εις το λημέρι Πιόιτε, ετοιμάστηκαν τρεις Κρητικοί να φύγουν και ο Λάκης εκ Μοναστηρίου του οποίου ο αρχηγός έδωσε φύλλο πορείας. Εις τας 10 κατέβηκε ο Δαλίπης και τσάκωσε τον αδελφό του να ειδοποιήσει εις το χωριό διά καταλύματα. Εις τας 11 1/2 αναχωρήσαμε από το λημέρι, εις την μία πήγαμε εις το χωρίο Γαπρέση, μας έκαμαν καταλύματα, φάγαμε λίγο ψωμί. Εις τις 5 αναχωρήσαμε διά το λημέρι η Ψηλή Τούμπα. Μας έστειλαν γράμμα από την Ποσδέβιστα ότι μας δέχονται ευχαρίστως» [Πύρζας, 66].

Την επομένη, στις 30 Αυγούστου, ο Πύρζας γράφει: «Την ημέρα μείναμε εις το λημέρι Ψηλή Τούμπα. Μας έφεραν νερό από το Γαπρέση, το μεσημέρι ξανά μαγείρεψαν. Ο Δαλίπης κατέβηκε εις το χωρίο με 4 παιδιά να μαγειρέψουν κρέας. Οι περισσότεροι κοιμόνταν. Εις τας 11 είχα ξυπνήσει, άναψα ολίγη φωτιά να ψήσω ένα καφέ, μόλις φούσκωνε ο καφές να τον βγάλω, μας έριξαν την πρώτη μπαταριά, η ώρα 11 και 20 λεπτά, από πάνω μας. Είπα του Δημ. Τσάπανου και Σπανού, ετοιμαστείτε παιδιά και εξακολούθησα τον καφέ μου. Μας έριξαν τη δεύτερη όταν είχα χύσει τον καφέ στο φλιτζάνι. Μας έριξαν και την τρίτη. Τρεις φορές ρούφηξα και έχυσα τον καφέ. Έδωσα τον τσεσβέ του Σπανού, επειδή φώναξε ο αρχηγός τις πέτρες να πιάνουμε. Του Δ. Τσοπάνου είπα να τραβήξει απάνω και εγώ τράβηξα με το Σήφη τον Κρητικό να πιάσουμε τις πέτρες. Οι άλλοι έτρεξαν πάνω, έριξα μόν μία, ο Σήφης έφυγε, κατόπιν είδα να φεύγει ο Λούκος, τον ρώτησα που πηγαίνεις, δεν τον άκουσα τι μου είπε. Πήρα το Σπανό και τράβηξα τον ανήφορο. Καθ' οδόν αντάμωσα το Σταύρο Ιωάννη και το Στατιστινό. Απάνω παιδιά, τους είπα από μία ώρα, μακριά ακούγονται μερικοί πυροβολισμοί. Σταθήκαμε ολίγο εκεί. Αφού νύχτωσε μαζί με τους άλλους κατεβήκαμε. Άμα φθάσαμε πλησίον του αρχηγού, ήταν με δύο άλλους σε μία πέτρα. Αριστερά δεν υπήρχε κανείς, άφησα το σάκο και την κάπα, πήρα τον ανήφορο και βγήκα ψηλά αριστερά του αρχηγού. Από κάτω μας έριχναν οι κομίτες. Φοβάμαι μήπως είναι στρατός από το Κονομπλάτι, διότι ο Δαλίπης με τα παιδιά πολεμούσαν. Όλο επαναληπτικά μας έριχναν από κάτω. Κατόπιν ήλθαν πλησίον μου τρία παιδιά, του Σκλαβούνου υπαξιωματικοί. Έως την 1/2 ώρα μας έριχναν και κατόπιν έφυγαν οι Βούλγαροι διότι φοβήθηκαν, αν και είχαν τέτοια οχυρά θέση, πέτρες μεγάλες και ήσαν εις ψήλωμα, ενώ δεν είμεθα πολλοί, έως 13 άνδρες, είχαμε ανέβει πάνω διότι και το όλο είμεθα 28 άνδρες. Άμα έπαυσαν το πυρ και αποσύρθηκαν, περίμεναν κάμποσα λεπτά, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Πήραν το μακαρίτη Κλάπα και τον κατέβασαν ολίγο παρακάτω. Ο αρχηγός κατέβηκε κάτω με το Μιχάλη και ένα Κρητικάκη, να ζητήσουν τις κάπες και τους σάκους. Μου είπαν να περιμένω να φέρουν τον Κλάπα παρακάτω να τους πω να τον βάλουν εις κάτι κλαριά. Άμα έφεραν τον Κλάπα, τον ταίριαξαν εις τα κλαριά, τους είπα να περιμένουν και άμα ακούσουν την σφυρίχτρα μου να κατέβουν. Κατέβηκα κάτω, αντάμωσα τον Αρχηγό, του είπα περί Κλάπα, βρήκα τα πράγματα. Σφύριξα τρεις φορές να κατέβουν οι άλλοι, είδα ότι ήταν πληγωμένοι ο Πάνος πίσω στο παχύ κρέας, στα δυο ποδάρια τον είχε πάρει η σφαίρα. Ο Παυλής Πατέρας εις το δεξί χέρι μεταξύ του ώμου και της μεσαίας κλειδώσεως του χεριού εις το ψαχνό κρέας. Ο δε Δημ. Τσάπανος ήταν πληγωμένος εις το αριστερό χέρι, είχε δύο πληγές, μία εις τον ώμο και μία άλλη ολίγο παρακάτω έως 2-3 δάχτυλα. Το κεφάλι του, το πρόσωπο και όλο το χέρι ήταν με αίματα χτυπημένος από τις πέτρες. Έδεσα πρώτα την πληγή του Παυλή Πατέρα, με βοήθησε ο Σήφης, κατόπιν έδεσα την πληγή του Πάνου, με βοήθησε ο λοχίας Στάθης. Κατόπιν έδεσα την πληγή του Δημ. Τσάπανου, με βοήθησε ο Παύλος. Κατεβήκαμε εις το χωριό Γαπρέση, ζυγώσαμε εις το χωριό, εις δύο σπίτια μόνο είδαμε φως. Μας έβγαλαν λίγο νερό, πήραμε δυο χωρικούς, τους βγάλαμε έξω από το χωριό όπου ήταν ο αρχηγός. Ο ένας χωρικός, ο Βαγγέλης, εξάδελφος του Δαλίπη. Δώσαμε το όπλο του μακαρίτη Κλάπα, αφήσαμε τους δύο πληγωμένους, τον Παυλή και τον Πάνο, διότι δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Του έδωσε ο αρχηγός ένα εικοσόφραγκο του Βαγγέλη, διά να κρύψει τους πληγωμένους, να τους πάει εις την Καστοριά. Ρωτήσαμε τον Δαλίπη, τι γίνεται με τα παιδιά. Μας είπε ότι βγήκαν από το χωριό, δεν ξέρουμε τι γίνεται. Πήραμε τον άλλο χωρικό ως οδηγό και κατεβήκαμε προς τα κάτω του χωριού. Πως περνούσαμε το ποτάμι, φωνάξαμε γρήγορα να περνούν, γλίστρησα και έπεσα καθιστά, εις το ποτάμι είχε και πολύ νερό, ήταν σαν γούρνα, εις τη μέση απάνω βράχηκα. Ευτυχώς ο Πέτρος Γούλας μου έδωσε το χέρι και με τράβηξε. Μόλις βγήκα το τουφέκι μου βράχηκε. Ο αρχηγός μου είπε, άιντε τώρα ζήτησε ένα μαντήλι να σκουπίσεις το όπλο. Ο αρχηγός μου έδωσε το μαντήλι, σκούπισα τη μηχανή. Κατόπιν παρατήρησα ότι και παραπάνω ήταν βρεγμένο. Πήρα το μαντήλι του Σπανού από το κεφάλι, καθώς σκούπιζα το όπλο μου. Μας έπεξαν μια μπαταριά από το δεξιό μέρος, κατόπιν από το αριστερό. Εις δύο μέρη μας είχαν πιασμένο το δρόμο. Αμέσως τους πετάξαμε και εμείς και προχωρούσαμε και πότε να τους ρίχναμε. Χάσαμε τον οδηγό όπου είχαμε. Χάσαμε και το Σηφη, τον Ιωάννη και ένα κρητικάκι. Μείναμε χωρίς οδηγό. Ούτε από μας ήξερε κανείς το μέρος. Στραβά κουτσά ανέλαβα εγώ, είπα του αρχηγού να τραβήξουμε διά το λημέρι απάνω από το Τύρνοβο. Πήραμε τον ανήφορο. Το πρωί μόλις φτάσαμε εις το βουνό η Ψηλή Κορυφή (Βίσακιο Βερ), απέναντι της Ρούλιας» [Πύρζας, 66-67].

Στις 4 Σεπτεμβρίου γίνεται γνωστό στο Βάρδα πως «οι κομίται εφόνευσαν τους 2 τραυματίας τους εις Γκαμπρέσι αφεθέντας» [Βάρδας Α, 216].

Η είδηση της συμπλοκή στο Γκάμπρες, γίνεται γνωστή στον αθηναϊκό τύπο μετά από δέκα μέρες.

Το ΣΚΡΙΠ μεταξύ άλλων γράφει πως πριν ο Νταλίπης φτάσει στο χωριό, έστειλε πρώτα 15 άντρες να καταλάβουν το όρος Καλιά. Αυτός δε με τους υπόλοιπους μπήκε στον οικισμό και «συνέλαβε τρεις εκ των φανατικωτέρων σχισματικών κατοίκων τους οποίους προσεπάθησε να νουθετήση επιπλήξας αυτούς διά την περίθαλψίν των προς τους κομιτατζήδες. Εις απάντησιν οι σχισματικοί εξύβρισαν τον οπλαρχηγόν, όστις πάραυτα τους εθανάτωσε» [ΣΚΡΙΠ, 11.9.1905, σ. 3].

Στην εκτέλεση των τριών αιχμαλώτων επανέρχεται η εφημερίδα την άλλη μέρα. Αφού πρώτα σημειώνει ότι έγινε γνωστό πως επικεφαλής του σώματος ήταν ο ίδιος ο Βάρδας, επαναλαμβάνει πως το σώμα «συνέλαβε και τρεις αιχμαλώτους, τους οποίους, αφού ματαίως προσεπάθησε να νουθετήση εθανάτωσεν» [ΣΚΡΙΠ, 12.9.1905, σ. 3].

Το ΕΜΠΡΟΣ, αν και έχει εκδότη του τον Δημήτρη Καλαποθάκη, τον πρόεδρο του μακεδονικού κομιτάτου της Αθήνας, καθυστερεί να πληροφορήσει τους αναγνώστες του για τη μάχη στο Γκάμπρες:

«Την 30ην (Αυγούστου) προς το χωρίον Γκαμπρέσι εγένετο πεισματώδης συμπλοκή εναντίον πολλών κομητατζήδων, οίτινες υπό τον Μήτρον Βλάχον κατέλαβον επικαιροτάτας θέσεις και υψηλάς κορυφάς ορέων, οπόθεν έτοιμοι ήσαν να επιπέσωσι κατά του ελληνικού σώματος. Η συμπλοκή απέβη κατά των Βουλγάρων εκτοπισθέντων. Ατυχώς εκ των Ελλήνων εφονεύθη ο Γ. Κλάψας ο πρωτοστατών εις πάσαν τολμηράν και ηρωικήν πράξιν και ετραυματίσθησαν οι ισάξιοι του Γ.Κλάψα, Παύλος Πάτρας και Π. Τσαουσέλος. Τους δύο τούτους τραυματίας έθεσεν προς νοσηλείαν εις το χωρίον μη υπαρχόντος κατά την περιφέρειαν τούτου ουδενός ορθοδόξου, ελήφθησαν δε και αι σχετικαί υπέρ των τραυματιών προφυλάξεις υπό του Βάρδα». Τέλος γράφει πως η τσέτα του Μήτρου Βλάχου, όταν έμαθε για τους δύο ελληνες τραυματίες, επέστρεψε στο χωριό και τους σκότωσε [ΕΜΠΡΟΣ, 18.9.1905, σ. 3-4].

Πέντε μέρες αργότερα το ΕΜΠΡΟΣ παρουσιάζει νέες λεπτομέρειες της συμπλοκής, που άντλησε όπως γράφει από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων Γύπαρη και Κουντουράκη. Εδώ γίνεται λόγος για 28 συνολικά αντιπάλους εχθρούς. Ο Γιώργος Κλάπας κατάφερε να «φονεύση ιδία χειρί τρεις Βουλγάρους ότε σφαίρα εχθρική τον εύρεν εις την καρδίαν και τον έρριψεν άπνουν». Η τύχη των δύο ελλήνων πληγωμένων και νοσηλευόμενων στο χωριό επιβεβαιώνεται. Τους σκότωσαν κατόπιν προδοσίας [ΕΜΠΡΟΣ, 23.9.1905, σ. 3-4].

Η εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, αλλά και ο Καραβίτης υποστήριξαν αργότερα πως ο ένας από τους δύο τραυματίες, ο Πάτρας, αυτοκτόνησε για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των αντιπάλων [ΣΚΡΙΠ, 15.10. 1905, σ. 3 και Καραβίτης, 378]. Την άποψη αυτή αποδέχτηκε και ο Μόδης [Μόδης Α, 194].

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1905 ο Βάρδας μαθαίνει από χωρικούς στη Ρούλια, «ότι ο Μήτρος Βλάχος διαρκώς κάθηται εις Γκαμπρέσι την νύκτα και την ημέραν εξέρχεται». Ο έλληνας αρχηγός γράφει σχετικό γράμμα στον Καραβαγγέλη: «Έγραψα εις τον Μητροπολίτην να ενεργήση διά στρατού να κτυπηθή ο Μήτρος Βλάχος εις Γκαμπρέσι ή αν είναι δυνατόν να μας τον προδόση αντί αδράς αμοιβής ο αδελφός του Νταλίπη Φλώρος, όταν εξέρχεται εις το λημέρι να μας υποδείξη ποίον» [Βάρδας Α, 227-229].

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1905 ο Βάρδας σημειώνει πως τάγμα κυνηγών (αβτζή ταμπούρ), δύναμης 150 ανδρών, θέλησε να μπει στο Γκάμπρες. «Οι εντός κομίται και οι κάτοικοι νομίσαντες ότι ήσαν αντάρτες επυροβόλισαν κατ' αυτών και ο πυροβολισμός διήρκεσεν επί πολλάς ώρας, ότε ένεκα του σκότους και της βροχής διέφυγον οι κομίται. Ο στρατός εφόνευσεν τον πρωτόγερον και συνέλαβεν τους προεστούς εν οις και τον αδελφόν του Νταλίπη, ους μετέφερεν εις Φλώριναν» [Βάρδας Α, 241].

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης απαντά στην επιστολή του Βάρδα περί κομιτών στο Γκάμπρες και του ζητάει να εισβάλει εκεί αυτός με το σώμα του. Ο Βάρδας σχολιάζει πως η πρόταση του είναι άξια απορίας, καθώς είναι γνωστό «πως μας υποδέχονται μετά πυροβολισμών» [Βάρδας Α, 250].

Το 1906-1907 υπήρχε στο Γκάμπρες στρατιωτική φρουρά 60-70 ανδρών [Καούδης, 125, 132 και Βάρδας Β, 40, 80, 805].

Σε αναφορά του προς το υπουργείο Εξωτερικών, ο πρόξενος Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκης σχολιάζει το θάνατο του Νταλίπη: «Ο Δημήτριος Νταλίπης εκ Γκαμπρές καταγόμενος ήτο γενναίος και αρκούντος ικανός οπλαρχηγός, γνωρίζων καλώς τα μέρη και τα χωρία και υπό την έννοιαν ταύτην επαρκώς χρήσιμος. Το κύριον προσόν αυτού τε και του Παύλου Κύρου εκ Ζελόβου καταγομένου ήτο ότι ήσαν εγχώριοι, επομένως εγκρατείς των λαλουμένων γλωσσών, γνώσται του τόπου και των κατοίκων» [Προξενείο Μοναστηρίου, 11.12.1906, έγγραφο 832].

Στις 4 Απριλίου 1907 η ελληνική οργάνωση θεωρεί το Γκάμπρες εξ ολοκλήρου σχισματικό. Δικούς της ανθρώπους θεωρεί μόνο την οικογένεια του Νταλίπη [Βάρδας Β, 591].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Μεταξύ 1906-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής πέντε άτομα:

Ilia Zisso το 1906.

Pavle Ditchoff, Giro Jane Pandoff και Jane Toloff το 1910.

Ilia Yanoff το 1912.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Μεταξύ 1907-1923 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Βούλγαροι τα εξής έντεκα άτομα:

Nicola Kosta το 1907.

Tole Filipp και Tisso Ilo το 1909

Toanusi Stairo το 1910.

Dimitrios Hristou, Stoyan Illia, Emmanuel Markoff, Hristo Traiko, Illia Zerpen, Petros Papadopoulos το 1916.

Maria Craleva το 1923.

 

Γκέρλενι / Grleni / Грлени. Μετονομάστηκε σε Χιονάτον. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Χιονάτο. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ακριτών του νομού Καστορίας. Εδώ ζούσαν περίπου 700 μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική.  Οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν μέχρι το 1924 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Στη θέση τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Το 1928 ζούσαν εδώ 330 πρόσφυγες.

 

Πηγές

Γκάρλιανη Καστορίας: 150 οθωμανοί [Σχινάς 1886].

Grleni [Αυστριακός Χάρτης].

Гърлени / Костурска каза, 600 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Γκάρλιανι Καστορίας: «600 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκάρλιανη καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκέρλιανη Καστορίας, 700 άτομα (388 άρρενες και 312 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκέρλιανη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Грлени, 130 σπίτια μουσουλμάνων Βλάχων [Милојевић 1920].

Γκέρλιανη Καστορίας, 738 άτομα (412 άρρενες και 326 θήλεις) - 138 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν δύο περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Γκέρλιανη γραφείου Καστορίας, έγινε καθαρά προσφυγικός οικισμός. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 87 προσφυγικές οικογένειες (331 άτομα) [ΕΑΠ].

Γκέρλιανη, μουσουλμανικός οικισμός, έφυγαν 110 οικογένειες μουσουλμάνων (710 άτομα) και ήρθαν 87 οικογένειες προσφύγων: 58 από τη Μικρά Ασία και 29 από τον Πόντο. Την περίοδο 1931-1934 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 86 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 3.927 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

«Η κοινότης Γκέρλιανης, μετονομάζεται εις κοινότητα Χιονάτου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γκέρλιανη εις Χιονάτον» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Χιονάτον (Γκέρλιανη) Καστορίας, 326 άτομα (154 άρρενες και 172 θήλεις). Υπήρχαν 323 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (153 άρρενες και 170 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 324 και 2 ετεροδημότες. Επίσης 13 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Χιονάτον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 363 (181 άρρενες και 182 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 371 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 78 [Γρηγορίου].

Грлени: Οικισμός μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός προσφύγων Μικρασιατών το 1940 [Симовски].

Χιονάτον, 363 κάτοικοι [Στατιστική 1945].

Χιονάτον Καστορίας: 324 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 210, 1971: 165, 1981: 194, 1991: 124, 2001: 155.

Υψόμετρο 960 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΡΜΟΥΤΙΔΗΣ, ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΡΤΑΝΙΔΗΣ, ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, ΒΕΡΒΕΡΑΚΗΣ, ΓΙΑΖΗΤΖΙΔΗΣ (3), ΓΙΑΖΙΤΖΙΔΗΣ (2), ΓΙΑΝΑΣΜΟΓΛΟΥ (2), ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ, ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ (3), ΚΑΡΑΛΙΩΤΗΣ, ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑΣ (2), ΚΕΚΙΛΟΓΛΟΥ (3), ΚΕΣΙΔΗΣ, ΚΩΣΤΗΣ (3), ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΝΩΛΙΔΗΣ (1), ΜΕΣΕΛΙΔΗΣ, ΜΠΕΡΜΠΕΡΑΚΗΣ (2), ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ (2), ΠΑΠΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, ΠΥΡΓΕΛΗΣ, ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ (2), ΣΑΡΟΓΛΟΥ, ΣΚΕΤΕΡΗΣ (2), ΤΟΥΝΤΑΣ, ΤΡΥΓΟΥΤΗΣ (3), ΤΣΙΓΑΝΗΣ, ΧΑΡΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

 

Γκόρεντσι / Gorenci / Горенци. Μετονομάστηκε σε Κορησός. Στην απογραφή του 2001 ήταν ένας οικισμός του δήμου Αγίων Αναργύρων, του νομού Καστορίας. Καταγράφεται σε φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων. Οι χριστιανοί είχαν διαιρεθεί σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Οι τελευταίοι αποτέλεσαν στόχο των ένοπλων ελληνικών ομάδων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 μουσουλμάνοι και 1.200 χριστιανοί. Όλοι οι μουσουλμάνοι μετανάστευσαν υποχρεωτικά στην Τουρκία μέχρι το 1924. Στη θέση τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε πρόσφυγες, κυρίως Μικρασιάτες. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν σχεδόν 1.200 ντόπιοι Μακεδόνες και 400 πρόσφυγες. Δεν υπήρξαν δημογραφικές αρνητικές επιπτώσεις λόγω του εμφυλίου πολέμου.

 

Πηγές

Геренджи / Костурско: 98 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Gorista, χριστιανοί ορθόδοξοι: 1.800 [Synvet 1878].

Γκορέντσι Καστορίας: «Χωρίον οικούμενον υπό 3.000 ψυχών, ων το 1/4 εισίν οθωμανοί, και έχον εκκλησίαν, σχολείον αρρένων και θηλέων, τέμενος, ικανόν αριθμόν κρηνών, χάνια, καφείον και 2 κλιβάνους» [Σχινάς 1886].

Gorenci [Αυστριακός Χάρτης].

Горенци / Костурска каза, 1.800 χριστιανοί Βούλγαροι και 550 Τούρκοι [Кънчов 1900].

Gorentzi, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Gorentzi / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 768 εξαρχικοί Βούλγαροι, 1.672 πατριαρχικοί Βούλγαροι, 180 Βλάχοι και 60 Τσιγγάνοι. Λειτουργία ενός εξαρχικού σχολείου με δύο δασκάλους και 37 μαθητές και τριών πατριαρχικών με τέσσερις δασκάλους και 155 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκορέντσι: «Περιέχει ευαρίθμους οικογενείας βουλγαριζούσας, αίτινες από καιρού εις καιρόν παρέχουσι τοις ορθοδόξοις πράγματα» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Γκόρεντσι Καστορίας: «2.080 ορθόδοξοι Έλληνες, 70 σχισματικοί βουλγαρίζοντες και 850 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκόρεντσι καζά Καστορίας, μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκορέντση Καστορίας, 1.731 άτομα (825 άρρενες και 906 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκορέντη Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Απόφασις Υπουργείου Εσωτερικών 38200/31-10-1919 (ΦΕΚ 69/ 5.11.1919: «Ο οικισμός και η κοινότης Γκορέντσης μετωνομάσθησαν εις οικισμόν και κοινότητα Κορησού (επαρχία Καστορίας)».

Горенци, 300 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 200 Τούρκων [Милојевић 1920].

Κορησός Καστορίας, 1.921 άτομα (872 άρρενες και 1.049 θήλεις) - 471 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκαν 26 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

Κορυσσός γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 88 προσφυγικές οικογένειες (358 άτομα) [ΕΑΠ].

Γκόρεντσι, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 75 οικογένειες μουσουλμάνων (650 άτομα) και ήρθαν 87 οικογένειες προσφύγων: 5 από τη Θράκη, 67 από τη Μικρά Ασία και 15 από τον Πόντο. Το 1928 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 100 κλήροι αγροτικής γης έκτασης 2.790 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

Κορησός Καστορίας, 1.468 άτομα (621 άρρενες και 847 θήλεις). Υπήρχαν 252 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (109 άρρενες και 143 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 1.431, ετεροδημότες 29 και αλλοδαποί 9. Επίσης 217 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Κορησσός, υπήρχαν 330 ξενόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 30 ήταν δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Κορησός Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 1.627 (740 άρρενες και 887 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 1.791 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 514 [Γρηγορίου].

Горенци: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων το 1912. Κατά το μεσοπόλεμο είκοσι μακεδονικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Κορησσός, 1.552 κάτοικοι, εκ των οποίων 775 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις ρευστή μάλλον. Έδρασαν αντεθνικώς 165. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 14. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 151. Παρατηρήσεις: Έφυγαν με Γερμανούς [Στατιστική 1945].

Горенци: Μεταξύ Μαρτίου 1948 και Αυγούστου 1950, η ελληνική διοίκηση πήρε 25 παιδιά από το χωριό στο ίδρυμα της βασίλισσας Φρειδερίκης «Αγία Τριάδα» στη Θεσσαλονίκη [Мартинова, 50-52].

Κορησός Καστορίας: 1.835 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 1.136, 1971: 988, 1981: 1.105, 1991: 1.105, 2001: 1.309.

Υψόμετρο 720 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στις 26 Μαρτίου 1903 διαβάζουμε στο ημερολόγιο του Δραγούμη πως οι κομίτες έδιωξαν τον πατριαρχικό δάσκαλο Γκορέντσης. Η πληροφορία προέρχεται μάλλον από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, που σε επιστολή του δίνει και το όνομα του δασκάλου: Κ. Παπά-Γεωργίου [Δραγούμης, 62 και 542].

Στις 11 Αυγούστου 1903 ο Δραγούμης σημειώνει, μετά τα αντίποινα των Οθωμανών εναντίων των αυτονομιστών, πως οι «οι σχισματικοί της Γκορέντσης ζήτησαν να γυρίσουν ορθόδοξοι». Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει σε αναφορά του, πως ο σχισματικός ιερέας Γκορέντσης ζήτησε μετάνοια και το έλεος της εκκλησίας [Δραγούμης, 221 και 608].

Στις 10 Απριλίου 1904 τσέτα σκοτώνει το δραγάτη στο χωριό Γκορέντση, έναν πατριαρχικό ονόματι Νικόλαο [Δραγούμης, 476].

Στις 26 Ιουνίου 1905 ο Βάρδας πληροφορείται με επιστολή, πως οι Ντόγρης και Κουτσούκης έπιασαν τον οθωμανό δραγάτη στο δάσος της Γκορέντσης, τον κράτησαν δε και τον φιλοδώρησαν για να πάρουν πληροφορίες για τις κινήσεις των αντιπάλων [Βάρδας Α, 152].

Στις 20 Ιουλίου 1905 ο Βάρδας γράφει στο ημερολόγιό του: «Είχον γράψει εις Γκορέντσην να μας δεχθώσι, το εσπέρας μου απαντώσι ότι οι Τούρκοι κάτοικοι φυλάττουσι την νύκτα, και ότι ο στρατός είναι πλησίον, ένεκα του Κομανίτσοβου» [Βάρδας Α, 172].

Ο Νικόλαος Βλάχος στηριζόμενος σε αρχειακές ελληνικές πληροφορίες, γράφει πως το 1907 «πυρπολούνται οικίαι και θανατούνται κάτοικοι εις τα χωρία... Λουβράδες, Οσνίτσανην, Μογγίλαν, Στρέμπενον και Γκορέντζην του καζά Καστορίας» υπό ελληνικών σωμάτων [Βλάχος, 438].

Το Μάιο του 1907 έξω από το Μαύροβο «εφονεύθη εις χωρικός εκ του χωρίου Γκόρεντσι» [ΕΜΠΡΟΣ, 28.5.1907, σ. 4].

Το φόνο αναφέρει την 1η Ιουνίου ο πρόξενος Δημαράς στον Έλληνα υπουργού Εξωτερικών: «Την 17ην Μαΐου εφονεύθη υπό Βουλγάρων μεταξύ Μαυρόβου και Γκορέντσης ο εκ Γκορέντσης ομογενής Κούζος Τσικριτσής» [Προξενείο Μοναστηρίου, 1.6.1907, έγγραφο 354].

Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους δολοφονήθηκε «ο σχισματικός Τράικο Δανδανώφ εκ Γκορέντσης» [ΕΜΠΡΟΣ, 8.12.1907, σ. 4].

Σύμφωνα με πληροφορία του Ντόγρα, που υπάρχει στο αρχείου του Τσόντου-Βάρδα, «Το σώμα Αθαν. Σκλαβούνου πήρε από το Λέχοβο μία Βουλγάρα και την εφόνευσεν Αυτή ήτο από το χωρίον Γκόρεσκο και την είχε φέρει, εις Λέχοβον ο Τοσούμ Βέης, Τούρκος εκ του ιδίου χωρίου» [Αρχείο Βάρδα, φ. 6].Βοεβόδας της περιοχής καταγόμενος από το χωριό Γκορέντση ήταν ο Τσούλκος (: Τσούλκοφ) [ΕΜΠΡΟΣ, 31.10.1907, σ. 3].

Το Μάιο του 1909 η τσέτα του βοεβόδα Τσούλκωφ μπήκε στο Γκορέντση και κατέλαβε με τη βία την πατριαρχική εκκλησία [ΕΜΠΡΟΣ, 18.5.1909, σ. 3].

Τέλος τον Αύγουστου του 1909 για να αποφύγουν εκ μέρους του οθωμανικού στρατού «έρευνα εις Γκορέντσαν άπαντες οι χωρικοί κατέφυγον εις το όρος» [ΣΚΡΙΠ, 16.7.1909, σ. 4].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Κορησσός, Κακοποιήθηκαν από χωροφύλακες και μπράβους μοναρχοφασίστες οι: Θ. Χρηστίδης, Λ. Βάσος, Π. Τούρνας, Βαρσάμης, Κ. Μπαλίλας, Γ. Σακελλαρίδης, Α. Στούμπος, Ζ. Ζάχου, Κ. Κυριάκου, Δ. Χαλκιάς, Π. Μήτσιας, Γ. Καρπινιώτης, Κ. Θεμελής, Κ. Τσιούρας, Δ. Χατζής, Α. Καραγιάννης, Ν. Αντωνιάδης, Μ. Βασιλείου, Λ. Γούσιος, Α. Βαγγελίδης, Δ. Παπαϊωαννίδης, Κ. Γογούσης, Μ. Γουγούσης, Φ. Ψαρρός, Σ. Τσιότρας, Γ. Τσιότρας, Μ. Τσιότρας, Κ. Στυλιάδης, Α. Στυλιάδης, Ι. Αντωνιάδης, Β. Βελίδης, Γ. Κωνσταντινίδης, Β. Κίσαλος, Π. Χριστίδης, Σ. Μπότσιας, Κ. Πασίμης, Σ. Σκύκος, Χ. Μπάτσιος, Α. Κορεντζής, Μ. Λιόλιος, Π. Τοροφίας, Μ. Σαπουντζή, Αγγελική Στούμπου, Α. Κολομπέσκος. Δολοφονήθηκαν οι: Β. Καμπούρης και Χαράλαμπος. Εξορίστηκαν οι: Α. Στούμπος, Α. Βάσος, Γ. Σακελλαρίδης, Χ. Καραμάνος, Κ. Δημάδης, Μ. Καραμάτας. Φυλακίστηκαν οι: Δ. Καμπούρης, Ν. Καμπούρης, Λ. Καμπούρης, Κ. Λασιάμης, Α. Κορεντίδης, Ν. Μίχου, Γ. Μίχου, Π. Τσιστάνης, Χ. Μπάτσιος, Μ. Λιόλιος, Η. Πνεμονίδης, Μ. Κελέσης, Α. Κάλας, Χ. Ταρτούφας, Δ. Βαγενάς, Π. Παπάντος, Γ. Τσιβίτης. Φυλακίστηκαν και απολύθηκαν άλλοι 75. Καταδιώκονται 12».

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΓΑΠΑΛΙΔΗΣ, ΑΔΑΜΙΔΗΣ, ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΜΠΑΝΗΣ (4), ΑΜΑΣΑΣ, ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ (2), ΑΝΤΩΝΙΟΥ (5), ΑΞΙΩΤΗΣ, ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΑΧΡΑΝΑΣ, ΑΧΡΑΝΗΣ (3), ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, ΒΑΣΣΟΥ, ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ, ΒΕΛΛΙΔΗΣ (12), ΒΛΑΧΟΣ, ΒΛΕΤΣΙΟΣ, ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ, ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, ΓΑΚΙΑΣ, ΓΕΡΟΣ, ΓΕΡΟΥ (2), ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (5), ΓΙΑΝΝΑΚΑΣ, ΓΚΟΓΚΟΣ, ΓΟΣΙΑΣ, ΓΟΥΓΟΥΣΗΣ (7), ΓΟΥΣΗΣ, ΔΑΛΚΟΥΡΑ (2), ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ, ΔΗΜΑΡΑΣ, ΔΗΜΑΡΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΕΛΑΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ(3), ΖΑΧΟΣ (5), ΗΛΙΟΥ, ΘΕΜΕΛΗΣ (2), ΘΕΟΔΩΡΟΥ, ΙΝΤΖΙΔΗΣ (2), ΚΑΛΕΑΣ, ΚΑΛΕΜΑΝΗΣ, ΚΑΛΛΙΝΤΕΡΗΣ, ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ (4), ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ (7), ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΣ, ΚΑΡΥΩΤΗΣ (2), ΚΑΣΤΙΑΣ, ΚΑΤΣΑΡΟΣ (3), ΚΕΤΣΕΜΕΝΙΔΗΣ (3), ΚΟΖΙΝΑΣ (2), ΚΟΖΙΝΗΣ (1), ΚΟΚΚΑΛΕΝΙΟΣ, ΚΟΚΚΙΝΙΔΗΣ (14), ΚΟΚΚΙΝΟΣ (4), ΚΟΛΛΑΡΑΣ, ΚΟΛΛΙΑΣ, ΚΟΝΤΟΣ, ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ, ΚΟΡΕΝΤΣΙΔΗΣ (3), ΚΟΡΤΣΕΛΙΔΗΣ (2), ΚΟΥΖΙΝΑΣ, ΚΟΥΚΑΣ, ΚΟΥΚΟΥΦΙΚΑΣ, ΚΡΕΠΕΝΙΩΤΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (5), ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (13), ΚΩΤΣΙΔΗΣ, ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, ΛΑΖΑΡΟΥ, ΛΙΑΚΗΣ, ΛΙΛΙΟΣ (3), ΛΙΟΛΙΟΣ (5), ΜΑΛΛΑΣ, ΜΑΤΡΑΚΑΣ, ΜΑΥΡΙΔΗΣ (2), ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ (4), ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΔΗΣ (2), ΜΕΛΛΙΔΗΣ, ΜΕΛΛΙΟΣ (2), ΜΗΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΗΤΣΙΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, ΜΙΧΟΣ (6), ΜΟΓΚΑΣ, ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, ΜΟΥΧΑΡΕΜΗΣ (2), ΜΠΑΝΤΗΣ (3), ΜΠΑΣΔΑΡΑΣ, ΜΠΑΤΖΑΚΗΣ, ΜΠΑΤΣΙΟΣ (2), ΜΠΕΛΕΓΑΚΗΣ (9), ΜΠΟΡΙΚΑΣ, ΜΠΡΕΝΤΑΣ, ΝΑΝΟΣ, ΝΑΝΤΣΙΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ (3), ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΤΑΛΛΑΣ (3), ΠΑΙΤΑΡΙΔΗΣ, ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΠΑΠΑΔΑΜ, ΠΑΠΑΔΑΜΙΑΝΟΣ, ΠΑΠΑΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (4), ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (2), ΠΑΠΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ (5), ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, ΠΑΠΑΠΑΝΤΟΣ, ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΠΑΡΑΔΙΑΣ (3), ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΙΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΝΕΥΜΟΝΙΔΗΣ (5), ΠΟΥΡΝΑΡΑΚΗΣ (2), ΠΡΩΤΟΓΕΡΟΣ (2), ΡΑΚΚΟΥ (3), ΣΑΒΒΙΔΗΣ (2), ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ, ΣΑΛΤΖΟΓΛΙΔΗΣ, ΣΑΜΑΡΑΣ, ΣΑΜΠΑΝΗΣ, ΣΑΠΟΥΝΤΖΗΣ (3), ΣΑΡΡΗΣ, ΣΑΡΡΟΣ, ΣΙΑΜΑΤΑΣ, ΣΙΔΗΡΑΣ, ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΙΛΗΜΑΝΗΣ, ΣΙΝΑΣ, ΣΙΟΛΑΣ, ΣΙΟΛΔΑΣ, ΣΙΟΛΔΑΣ, ΣΙΟΥΤΑΡΗΣ (2), ΣΙΟΥΤΚΑΣ, ΣΚΑΠΑΡΓΙΩΤΗΣ, ΣΚΗΠΟΣ, ΣΚΥΒΑΛΟΣ, ΣΟΛΑΤΣΑΡΗ (2), ΣΟΛΑΤΣΙΑΡΗΣ, ΣΠΥΡΙΔΗΣ (3), ΣΠΥΡΟΥ, ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ (2), ΣΤΟΥΜΠΟΣ (9), ΣΤΥΛΙΑΔΗΣ (5), ΤΑΓΑΡΑΣ, ΤΑΓΚΟΣ, ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ (4), ΤΖΑΧΑΛΗΣ (5), ΤΖΙΟΛΑΣ, ΤΖΙΩΛΑΣ, ΤΟΛΟΣ (4), ΤΟΡΟΦΙΑΣ (3), ΤΟΥΣΚΑΣ, ΤΡΑΙΑΝΟΣ (2), ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΤΡΙΧΑΚΗΣ, ΤΡΥΦΩΝΙΔΗΣ, ΤΣΑΓΚΑΔΟΥΡΑΣ, ΤΣΑΛΙΟΣ (2), ΤΣΑΠΟΣ (2), ΤΣΕΛΙΟΣ, ΤΣΙΓΑΡΑΣ, ΤΣΙΚΡΙΤΣΗΣ, ΤΣΙΟΠΡΑΣ (2), ΤΣΙΠΟΣ, ΤΣΙΤΣΙΜΙΔΗΣ (2), ΤΣΙΤΣΙΠΑΝΗΣ (5), ΤΣΙΦΟΡΑΣ (5), ΤΣΟΒΡΑΣ, ΤΣΟΠΡΑΣ (11), ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ, ΦΙΛΙΟΣ, ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, ΦΙΤΖΙΟΣ (4), ΧΑΛΚΙΔΗΣ, ΧΑΡΙΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (2), ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗΣ, ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (2), ΨΩΜΑΔΑΚΗΣ (9)

 

Γκόρνο Πάπρατσκο / Gorno Papratsko / Горно Папратско. Μετονομάστηκε σε Άνω Φτεριάς και στη συνέχεια σε Πτεριά. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αλιάκμονος (μετονομάστηκε το 2004 δήμος Μεσοποταμίας) του νομού Καστορίας. Μέχρι το 1924 ζούσαν εδώ περίπου 450 μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν μέχρι το 1924 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν στην Τουρκία. Στη θέση τους το ελληνικό κράτος εγκατέστησε 180 πρόσφυγες από τον Πόντο.

 

Πηγές

Πάπρασκον Καστορίας: «Χωρίον κείμενον παρά την οδόν και έχον δύο συνοικίας, ων η μεν άνω έχει 60 οικογενείας οθωμανικάς και κείται επί λόφου, η δε κάτω 15 οικογενείας Βουλγάρων και δύο υδρομύλους» [Σχινάς 1886].

Grn. Papratsko [Αυστριακός Χάρτης].

Папратско Горно / Костурска каза, 330 μουσουλμάνοι Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Άνω Πάπρασκον Καστορίας: «350 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910].

Άνω Πάπρασκον καζά Καστορίας, μουσουλμανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Παπράτσκον (Άνω και Κάτω) Καστορίας, 442 άτομα (245 άρρενες και 197 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Παπράτσκον (Άνω και Κάτω) Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Горно Папратско, 50 σπίτια μουσουλμάνων Σλάβων [Милојевић 1920].

Άνω Παπράτσκον Καστορίας, 351 άτομα (194 άρρενες και 157 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Πάπρεσκον γραφείου Καστορίας, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 49 προσφυγικές οικογένειες (194 άτομα) [ΕΑΠ].

Πάπρατσκο, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 60 οικογένειες μουσουλμάνων (450 άτομα) και ήρθαν 50 οικογένειες προσφύγων από τον Πόντο. Το 1929 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες 66 κλήροι αγροτικής γης, έκτασης 3.903 στρεμμάτων [Πελαγίδης].

Οι περισσότεροι πρόσφυγες που ήρθαν μιλούσαν ποντιακά [Χατζησαββίδης].

«Η κοινότης Παπράτσκου, μετονομάζεται εις κοινότητα Φτεριάς και οι συνοικισμοί της αυτής κοινότητος Άνω Παπράτσκον και Κάτω Παπράτσκον εις Άνω Φτεριάς και Κάτω Φτεριάς» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Άνω Φτεριάς (Άνω Παπράτσκον) Καστορίας, 181 άτομα (84 άρρενες και 97 θήλεις). Υπήρχαν 181 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (84 άρρενες και 97 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 178 και ετεροδημότες 3 [Απογραφή 1928].

Πτεριά Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 312 (161 άρρενες και 151 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Горно Папратско: Οικισμός μουσουλμάνων Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών προσφύγων το 1940 [Симовски].

Άνω Φτεριά, Κάτω Φτεριά και Ακόντιον, 511 κάτοικοι, εκ των οποίων 91 ήταν σλαυόφωνοι [Στατιστική 1945].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 51 [Γρηγορίου].

Πτεριά Καστορίας: 275 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 333, 1971: 247, 1981: 269, 1991: 207, 2001: 165.

Υψόμετρο 820 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

 Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ (3), ΔΕΜΕΡΤΣΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ (2), ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ (4), ΚΑΡΑΜΑΝΙΔΗΣ, ΚΑΤΣΑΡΟΣ (2), ΚΟΣΕΤΣΙΔΗΣ, ΚΟΤΑΝΙΔΗΣ (2), ΜΑΡΑΓΚΟΖΙΔΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΠΑΡΣΑΛΙΔΗΣ (2), ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ, ΠΙΠΕΡΙΔΗΣ (4), ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ (3), ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΤΟΤΙΚΙΔΗΣ, ΤΟΥΛΚΑΡΙΔΗΣ (3), ΦΙΛΚΟΤΣΙΔΗΣ.

 

Γκόσνο / Gosno / Госно. Μετονομάστηκε σε Λαχανόκηποι. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορεστίδος, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα μικρό χριστιανικό οικισμό. Οι κάτοικοί του έχουν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής διοίκησης ο πληθυσμός ήταν διχασμένος σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Το 1912 υπήρχαν περίπου 120 κάτοικοι. Το 1928 ο αριθμός τους έφτασε τους 200. Δεν υπήρξε δημογραφική μείωση λόγω του εμφυλίου πολέμου.

 

Πηγές

Γκόσνον Καστορίας: 200 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Gosno [Αυστριακός Χάρτης].

Госно / Костурска каза, 152 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Gosno / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 240 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Λειτουργία ενός πατριαρχικού σχολείου με ένα δάσκαλο και 20 μαθητές [Brancoff 1905].

Γκόσνον, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Γκόσνου: «Σχισματικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Ελληνικόν κατά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Ανάγκη ιερέως και καλού διδασκάλου. Υπάρχουν 14 ελληνικαί οικογένειαι (116 ψυχαί) και 2 βουλγαρικαί (16 ψυχαί). Λειτουργία ενός ελληνικού αρρεναγωγείου με ένα διδάσκαλο» [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Γκόζνον Καστορίας: «200 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γκόσνον καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκόσνον Καστορίας, 121 άτομα (59 άρρενες και 62 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκόσινον Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Σταρίτσανης [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Госно, 50 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γκόσινον Καστορίας, 161 άτομα (86 άρρενες και 75 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ρευστοποιήθηκε μία περιουσία κάτοικου που μετανάστευσε στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης].

«Ο συνοικισμός Γκόσνον της κοινότητος Σταριτσάνης μετονομάζεται εις Λαχανόκηποι» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Λαχανόκηποι (Γκόσινον) Καστορίας, 196 άτομα (98 άρρενες και 98 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 192 και ετεροδημότες 4 [Απογραφή 1928].

Γκόσνον (Λαχανόκηποι), υπήρχαν 23 ξενόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932].

Λαχανόκηποι Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 264 (141 άρρενες και 123 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Госно: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1912. Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων το 1940 [Симовски].

Λαχανόκηποι, 273 κάτοικοι, εκ των οποίων 140 ήταν σλαυόφωνοι [Στατιστική 1945].

Λαχανόκηποι Καστορίας: 268 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 255, 1971: 184, 1981: 215, 1991: 202, 2001: 149.

Υψόμετρο 670 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στις αρχές Ιουλίου 1903 τσέτα τραυμάτισε ένα και σκότωσε έξι μουσουλμάνους θεριστές από τη γειτονική Ζαμπέρντενι (Забрдени) «εις το τσιφλίκι Γκόσνο απέχον μίαν ώραν από Χρουπίστης» [Δραγούμης, 177-178].

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1903 κάτοικοι από το Γκόσνο παρέδωσαν στις οθωμανικές αρχές τα όπλα τους [Δραγούμης, 274].

Στις 12 Απριλίου 1907 το σώμα του ανθυπολοχαγού Γρηγόρη Φαληρέα (καπετάν Ζάκα) υποχρέωσε τους κατοίκους του χωριού να υποβάλουν στο μητροπολίτη Καστοριάς αίτηση επιστροφής στο πατριαρχείο [ΔΙΣ, 246].

Την είδηση δημοσίευσε αρχές Μαΐου το ΕΜΠΡΟΣ, σημειώνοντας πως το Γκόζνο ήταν ένα από τα φανατικότερα σχισματικά χωριά [ΕΜΠΡΟΣ, 4.5.1907, σ. 3].

Την επαναφορά του χωριού Γκόσνο στο πατριαρχείο, «τη ενεργεία του αρχηγού Ζάκα», αναφέρει την 1η Ιουνίου ο πρόξενος Δημαράς στον Έλληνα υπουργού Εξωτερικών [Προξενείο Μοναστηρίου, 1.6.1907, έγγραφο 354].

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Βασανίστηκαν και διώκονται οι: Σ. Παπάς, Ν. Δηνάδης, Α. Δηνάδης, Α. Παπαχρήστου, Γ. Γάκης, Β. Καραγιαννίδης, Ε. Δηνάδης, Α. Ζάρκος, Θ. Γράντζος, Α. Γράντζος, Η. Γράντζος, Γ. Σταυρίδης, Π. Σταυρίδης, Θ. Μπατσέλας και Χ. Παπαλάμπρου, γιατί είναι δημοκράτες κι έχουν πάρει ενεργό μέρος στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Φυλακίστηκαν οι δημοκράτες: Ν. Παπάς και Α. Ζάρκος. Έγιναν 7 μπλόκα και έρευνες. Πλιατσικολογήθηκαν πολλά σπίτια δημοκρατικών».

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΑΚΗΣ, ΓΙΑΝΤΣΟΣ (2), ΓΚΡΑΝΤΣΗΣ (2), ΓΚΡΑΝΤΣΙΟΣ, ΓΟΥΔΗΣ (3), ΓΡΑΝΤΣΙΟΣ (3), ΓΡΑΝΤΣΟΣ, ΔΙΝΑΔΗΣ (3), ΖΑΡΜΠΟΣ (2), ΚΑΝΤΣΑΔΗΣ, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ (6), ΚΥΡΟΥ (6), ΜΠΑΤΣΕΛΑΣ, ΜΠΟΥΤΣΙΑΔΗΣ, ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ, ΠΑΠΑΣ, ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ (2), ΠΑΠΠΑΣ (6), ΠΙΠΛΙΟΣ, ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ (2), ΦΙΛΙΑΔΗΣ, ΦΥΣΕΑΣ, ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.

 



Γκράμοστε / GramošteГрамоште. Εξελληνίστηκε σε Γράμμοστα και στη συνέχεια σε Γράμμος και ΓράμοςΣτην απογραφή του 2001 αποτελούσε ιδιαίτερη κοινότητα του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα μεγάλο χριστιανικό βλάχικο χωριό (τόπος θερινής διαμονής), που σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του και τελικά ερήμωσε. Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής διοίκησης ο πληθυσμός του πρέπει να ήταν γύρω στα 500 άτομα. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου ζούσαν εδώ 300 περίπου Βλάχοι, όλοι δηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων.

 

Πηγές

Gramošte, 120 ρουμανικές οικογένειες [Picot 1875].

Γράμμοστα, «άλλοτε μέγα και καλόν χωρίον καταστραφέν υπό των Αλβανών, έχει νυν 50 οικογενείας χριστιανικάς, 3 εκκλησίας, ύδωρ εκ του παραρρέοντος ποταμού, όστις παρ' αυτό πηγάζει» [Σχινάς 1886].

Gramosti, ομάδα του Γράμμου, στην ανατολική πλαγιά του βουνού, 300 Αρομούνοι [Weigand 1895].

Gramosta [Αυστριακός Χάρτης].

Грамосъ (Грамости) / Костурска каза, 160 Βλάχοι [Кънчов 1900].

Gramoste: 500 Βλάχοι [Papahagi 1905].

Γράμμοστα, επαρχία Χρουπίστης, 400 κουτσοβλαχικές οικογένειες [Αραβαντινός 1905].

Γράμοστα (Gramosta), βλάχικο χωριό [Χάρτης Χρυσοχόου 1909].

Grammosta, λειτουργία πατριαρχικής εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γράμμοστας καλύβαι Καστορίας: «450 ορθόδοξοι Έλληνες (Βλαχόφωνοι)» [Χαλκιόπουλος 1910].

Γράμμοστα Καστορίας, έρημο [Απαρίθμηση 1913].

Γράμμοστα Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Σλήμνιτσας [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Γράμμοστα Καστορίας: θερινή διαμονή [Απογραφή 1920].

«Ο συνοικισμός Γράμμοστα της κοινότητος Άργους Ορεστικού (πρώην Χρουπίστης) μετονομάζεται εις Γράμμος» [ΦΕΚ 179 / 30.8.1927].

Γράμμος (Γραμμοστα) Καστορίας, 13 άτομα (11 άρρενες και 2 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Και οι 13 ήταν ομοδημότες. Επίσης 13 δημότες απογράφηκαν αλλού [Απογραφή 1928].

Γραμμούστα (Γράμμος), υπήρχαν 64 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Γράμος Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 55 (άρρενες). Νόμιμος πληθυσμός 183 [Απογραφή 1940].

Грамушта: Οικισμός χριστιανών Βλάχων το 1912. Οικισμός χριστιανών Βλάχων το 1940 [Симовски].

Γράμμος, έρημο [Στατιστική 1945].

Γράμος Καστορίας: έρημο [Απογραφή 1951].

Γράμμουστα, Μετονομάστηκε Γράμμος.  Υπήρξε μεγάλο βλαχοχώρι, σε ύψος 1.450 μέτρα [Κουκούδης].

Γράμος Καστορίας: 28 κάτοικοι [Απογραφή 2001].

 

Γκράτσε / Gališta / Галишта. Μετονομάστηκε σε Φτελιά και στη συνέχεια σε Πτελέα. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Νεστορίου, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα χριστιανικό οικισμό, οι κάτοικοι του οποίου έχουν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής διοίκησης ήταν διχασμένοι σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς. Το Γκράτσε γνώρισε τη βία των ελληνικών σωμάτων. Τόσο το 1912 όσο και το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 320 άτομα. Ο πληθυσμός του αυξήθηκε μέχρι την έναρξη του εμφυλίου σε 470 άτομα. Οι περισσότεροι κάτοικοί του εντάχθηκε στις αριστερές οργανώσεις, συμμετείχαν στις πολεμικές συγκρούσεις και αναγκάστηκαν τελικά να εγκαταλείψουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους, καταφεύγοντας στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εδώ παρέμειναν λιγότερα από εκατό άτομα.

 

Πηγές

Granč (Gröče) [Αυστριακός Χάρτης].

Гръче / Костурска каза, 195 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Grentzi, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Γκρέντσι Καστορίας: «198 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Gratche / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 208 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905].

Γρέντσι, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Γορέντσι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Γκρέντση Καστορίας, 318 άτομα (156 άρρενες και 162 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Γκρέντση Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Τσούκα [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Гроче, 30 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Γκρέντση Καστορίας, 287 άτομα (133 άρρενες και 287 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Γκρέντσης, μετονομάζεται εις κοινότητα Φτελιάς και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Γκρέντση εις Φτελιά» [ΦΕΚ 156 / 8.8.1928].

Φτελιά (Γκρέντση) Καστορίας, 333 άτομα (166 άρρενες και 167 θήλεις). Υπήρχαν 32 πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (16 άρρενες και 16 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 313 και ετεροδημότες 20 [Απογραφή 1928].

Γκρέντση (Φτελιά), υπήρχαν 40 ξενόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932].

Πτελέα Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 462 (236 άρρενες και 226 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 112 [Γρηγορίου].

Граче (Грче, Гратче): Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Φτελιά, 472 κάτοικοι, εκ των οποίων 450 ήταν σλαυόφωνοι. Έδρασαν αντεθνικώς 37. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 15. Ευρίσκονται εις φυλακή δυνάμει ενταλμάτων 2. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 22 [Στατιστική 1945].

Πτελέα (Φτελιά) Καστορίας: 83 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 79, 1971: 76, 1981: 69, 1991: 72, 2001: 56.

Υψόμετρο 800 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Τέλη Ιανουαρίου 1903 το ΕΜΠΡΟΣ γράφει για πυρπόληση του χωριού από τους Τούρκους, λόγω συνεργασίας με το κομιτάτο [ΕΜΠΡΟΣ, 31.1.1903, σ. 3].

Στις 22 Ιουλίου 1903 ο Ίων Δραγούμης σημειώνει πως το Γράντσι ήταν ένα «βουλγαρόφωνο» χωριό που δεν είχαν επισκεφτεί οι «συμμορίες» [Δραγούμης, 196].

Το Βάρδα τον απασχολούσε ως αρχηγό, η υπόταξη του «σχισματικού» χωριού Γκρέντσι [Βάρδας Α, 171 και Β, 41, 77, 80, 96].

Στις 29 Ιουλίου 1906 σημειώνει στο ημερολόγιό του πως επιλέχθηκε ο «τελείως αγράμματος και ανίκανος» οπλαρχηγός Μπέλος από τη Σλίμνιτσα, για να υποτάξει το χωριό. Έπρεπε δε να φονευθεί εκεί «ο τσοπάνος Καϊλής και αργότερα άλλοι» [Βάρδας Β, 88, 90, 94].

Ο έλληνας αξιωματικός παίρνει στις 13 Σεπτεμβρίου 1906 γράμμα από άνθρωπο της ελληνικής οργάνωσης στη Βίγλιστα, όπου μεταξύ άλλων του γράφει: «Διά Γκρέντσι, όπως διατάσσετε, τα γεννήματα τα σήκωσαν. Αν θέλετε να σας στείλω τα ονόματα, όπου είναι ανάγκη να χαλασθούν» [Βάρδας Β, 191].

Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, ο ίδιος άνθρωπος του ξαναγράφει: «Διά το Γκρέντσι μας είπεν ο οθωμανός όπου έχει το τσιφλίκι, ο Κώστας Βλάχος και ο Βουλγαροδιδάσκαλος με τον αδελφόν του, και ο μουχτάρης για να ησυχάση το χωρίον αυτό πρέπει να σκοτωθούν» [Βάρδας Β, 201].

Το Μάιο του 1907 το ΕΜΠΡΟΣ πανηγυρίζει για την οριστική επαναφορά «εις την ορθοδοξίαν» του χωριού Γκρέντση, «τη ενεργεία του ιδίου αρχηγού Ζάκα» [ΕΜΠΡΟΣ, 4.5.1907, σ. 3 και 24.5.1907, σ. 4].

Στις 3 Ιουλίου 1907 τα σώματα του υπολοχαγού Νικολάου Πλατανιά (καπετάν Λαχτάρα) και του ανθυπολοχαγού Γιώργου Τόμπρα (καπετάν Ρουπακιά) προσβάλλουν το Γκράτσε. Ο Τσάμης, ο οποίος υποστηρίζει ότι σκοπός της επίθεσης ήταν το κτύπημα του βοεβόδα Καρσάκωφ (καθώς οι Έλληνες είχαν πληροφορίες πως ο προαναφερόμενος βρισκόταν στο χωριό με άντρες του), γράφει πως μόλις τα ελληνικά σώματα μπήκαν στο χωριό, άρχισαν αμέσως να προβαίνουν σε συλλήψεις χωρικών [Τσάμης, 375].

Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, οι άντρες του Καρσάκοφ μαζί με τους κατοίκους του χωριού, οχυρωμένοι μέσα στα σπίτια, άρχισαν να πυροβολούν κατά των Ελλήνων και να μάχονται «μετά λύσσης, βαρέως φέροντες ότι προσεβλήθησαν υπό ελληνων ανταρτών εις αυτό τούτο το οχυρόν κρησφύγετόν των. Ο αγών διεξήχθη σφοδρός από γωνίας εις γωνίαν και από οικίας εις οικίαν, με τελικόν αποτέλεσμα την εξόντωσιν δεκάδος κομιτατζήδων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο περιβόητος βοεβόδας Κορσάκωφ» [ΔΙΣ, 255].

Ο Dakin σημειώνει πως κατά την ελληνική επίθεση σκοτώθηκε ο μουχτάρης, ο παπάς και πέντε ακόμα κάτοικοι [Dakin, σ. 416].

Το ΕΜΠΡΟΣ του προέδρου του Μακεδονικού Κομιτάτου Δημήτρη Καλαποθάκη, έχοντας από τη μια εσωτερική πληροφόρηση και λειτουργώντας από την άλλη ως ημιεπίσημο ελληνικό προπαγανδιστικό όργανο των εθνικών θέσεων, παρουσιάζει ως εξής τα γεγονότα:

«Περί της παρά το χωρίον Γκράτσι των Κορεστίων συμπλοκής, η οποία συνέβη τη 3 Ιουλίου, εγνώσθησαν αι κατωτέρω θετικώταται λεπτομέριαι. Είχε γνωσθή ότι ο τρομερός και αιμοχαρής Βούλγαρος λήσταρχος Καρτσάκωφ είχε κατέλθη εκ των ορεινών του κρυσφυγέτων, ίνα εμπνεύση διά του φόνου και των δηώσεων τον τρόμον εις τα Ελληνικά χωρία και ενθάρρυνσιν εις τα Βουλγαρικά της περιφερείας ταύτης.

Οι Ελληνομακεδόνες οπλαρχηγοί Ρουπακιάς και Λαχτάρας μόλις επληροφορήθησαν τους σκοπούς του Καρτσάκωφ έσπευσαν να συναντηθούν ακολουθούμενοι και από τα παλληκάρια των διά να λάβουν κοινάς αποφάσεις. Η σύσκεψίς των κατέληξεν εις την απόφασιν να μεταβούν εις το χωρίον Γκράτσι, φανατικώτατα σχισματικόν, και αν μεν εκεί συνηντώντο μετά του Καρτσάκωφ να κτυπηθούν με αυτόν, άλλως να αιχμαλωτίσουν τινάς εκ των προυχόντων Βουλγάρων, ίνα έχοντες αυτούς εις χείρας των αναστείλουν την αιμοβόρον ορμήν του Βουλγάρου ληστάρχου απειλούντες και αυτοί θάνατον των αιχμαλώτων ομοφύλων του.

Το σχισματικόν τούτο χωρίον, το οποίον χρησιμεύει ως ορμητήριον των κομιτατζήδων δολοφόνων, κείται εις το βάθος λεκανοπεδίου περί το οποίον υπάρχουν τα επίσης σχισματικά χωρία Τσούκα, Ραδογκότς, Γκάλιστα, Δορινίτσοβο και τα οθωμανικά Νέβανι, Ζεληγκρήτι και Γκερλάνι. Τρεις λόφοι και τινα άλλα υψώματα δεσπόζουν το Γκράτσι.

Οι αρχηγοί Ρουπακιάς και Λαχτάρας περί την δύσιν του ηλίου της 2 προς την 3 Ιουλίου εγκατέλειπον μετά των γενναίων συντρόφων το λημέρι των και έβαινον προς το Γκράτσι. Μετά μακράν δε και επικίνδυνον πορείαν, διότι επρόκειτο επί ώρας να διέλθουν διά κάμπου τινός μηδέν παρέχοντος φυσικόν οχύρωμα, έφθασαν περί το λυκαυγές εις το χωρίον και το περιεκύκλωσαν. Την 5ην δε πρωινήν ώραν αποσπάσματα των δύο σωμάτων εισήλθον εις το χωρίον. Αντίστασις ουδεμία εγένετο, ουδέ εις πυροβολισμός ερρίφθη.

Οι Ελληνομακεδόνες οπλαρχηγοί ήλπισαν ότι θα απεφεύγετο ούτω η αιματοχυσία διά προσωρινής αιχμαλωσίας τινών εκ των κατοίκων. Και όντως συνέλαβον τον διδάσκαλον, τον ιερέα, τον μουχτάρην και εξ άλλους εκ των προεστώτων. Οι κάτοικοι δεν ηδυνήθησαν να αντιταχθούν, διότι δεν εφαντάζοντο ότι Ελληνομακεδονικά σώματα θα ετόλμων να φθάσουν μέχρι της φωλέας εκείνης των ληστών της Βουλγαρίας. Κατόπιν όμως τα πράγματα έλαβον άλλην τροπήν, η οποία ανέδειξε και πάλιν τους Βουλγάρους ασκούντας πάντοτε τας δολοφονικάς των μεθόδους.

Οι Ελληνομακεδόνες χωρίς να χρονοτριβήσουν εξεκίνησαν μετά των αιχμαλώτων διά να επανέλθουν εις το λημέρι των. Μόλις όμως εξήρχοντο του χωρίου απροσδόκητον πυρ ραγδαίον διά επαναληπτικών όπλων εκτοξευόμενον τους υπεδέχθη εκ των δεσποζόντων του Γκράτσι λόφωνΟι αρχηγοί Ρουπακιάς και Λαχτάρας διέταξαν αμέσως επίθεσιν και επί κεφαλής αυτοί οι ίδιοι τεθέντες ώρμησαν κατά των ενεδρευόντων. Ούτοι όμως είχον τόσον ενισχυθή υπό χωρικών σπευσάντων εκ των πέριξ σχισματικών και οθωμανικών χωρίων, ώστε οι Ελληνομακεδόνες ανέκοψαν την έφοδον και διά συγκεντρωμένων πυρών προσεπάθουν κατευθύνοντες ταύτα προς ωρισμένον σημείον να ανοίξουν δίοδον και απέλθουν, καθ' όσον από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο ασφαλώς η άφιξις του τουρκικού στρατού.

Οι Ελληνομακεδόνες ούτω ευρέθησαν εις δυσχερεστάτην θέσιν, την οποίαν επηύξησεν η ανταρσία των αιχμαλώτων, οι οποίοι προσεπάθησαν να δραπετεύσουν. Τούτο τους ηνάγκασεν, ίνα μείνουν ελεύθεροι και εξακολουθήσουν την συμπλοκήν, να φονεύσουν τους αιχμαλώτους, μεθ' ο κυκλικώς βαίνοντες επροχώρουν κατά των εχθρών.

Η συμπλοκή λυσσώδης διήρκεσεν ούτω επί τρεις ώρας, μετά τας οποίας επί του λόφου δι' ου ηδύναντο να απέλθουν παρουσιάσθη ο στρατός. Οι Ελληνομακεδόνες τότε εβάλλοντο πανταχόθεν υπό Βουλγάρων και στρατού. Η θέσις των ήτο δεινή και μόνον η απαράμιλλος ανδρεία των τους έσωσεν. Οι Βούλγαροι άμα τη εμφανίσει του στρατού ολίγον κατ' ολίγον απεχώρησαν, ως συνηθίζουν να κάμνουν πάντοτε, και ούτω οι Ελληνομακεδόνες εμάχοντο πλέον μόνον προς τον στρατόν. Επί δίωρον διήρκεσεν ακόμη η προς τον στρατόν συμπλοκή, ο οποίος τέλος προ της ακαθέκτου ορμής των Ελληνομακεδόνων ηναγκάσθη να υποχωρήση και ούτω ο Ρουπακιάς και ο Λαχτάρας με τα παλληκάρια των θριαμβεύσαντες απήλθον εις το λημέρι των, έχοντες μόνον επτά τραυματίας, εξ ων τους τέσσαρας σοβαρώς. Εκ των κομιτατζήδων εφονεύθησαν 19, άγνωστοι δε είναι αι απώλειαι του στρατού.

Εις τον νέον τούτον θρίαμβον των Ελληνομακεδονικών όπλων συνετέλεσαν εξόχως οι οπλαρχηγοί Στέφος και Σιδέρης, οι οποίοι με απαράμιλλον αυταπάρνησιν μαχόμενοι επί κεφαλής των παλληκαριών των επροξένουν θαυμασμόν αλλά και θάρρος ενέπνεον εις τους συμπολεμιστάς των. Επίσης ο οπλαρχηγός Λυκοβαρδάκης επέδειξεν αξιοθαύμαστον ανδρείαν, καθώς και οι Καλύβας, Νικλάμπος, Μ. Παπαδάκης, Ι. Θεοδωρίδης, Γαλάνης, Αντωνίου, Παντ. Ιωάννου, Μ. Οικονόμου, Ξεν. Χαίρης, Δασκαλόπουλος, Νικολάου και Ρήγας και εν γένει πάντα τα παλληκάρια τα συμμετασχόντα της συμπλοκής απεδείχθησαν ατρόμητα προ του θανάτου» [ΕΜΠΡΟΣ, 15.7.1907, σ. 3-4].

Ο Τσόντος-Βάρδας σημειώνει στις 15 Αυγούστου 1907 στο ημερολόγιό του, πως «ο Ρουπακιάς μετά την εν Γκρέντσι συμπλοκήν μετά κομιτών και τον θάνατον του Καρσάκωφ, θεωρήσας εαυτόν ικανοποιημένον αρκούντως, επροφασίσθη ασθένειαν, και μετά 5-6 απεσύρθη, είτα δ' ανεχώρησε δι' Ελλάδα, χωρίς να το εννοήσωμεν» [Βάρδας Β, 867-868].

Τέλος, το Μάρτιο του 1908 το ΕΜΠΡΟΣ ανακοινώνει ξανά την «εις την ορθοδοξίαν» επιστροφή του χωριού, τώρα «κατόπιν πολυμόχθων κόπων του καπετάν Λαχτάρα» [ΕΜΠΡΟΣ, 20.3.1908, σ. 4].

 

Μετανάστευση εθνικά Μακεδόνων

Το 1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες τα εξής πέντε άτομα:

Stefo Dimtri, Vaomn Paoloff, Dimitri Pavloff, Georghi Petroff και Vuola Vangnel.

 

Μετανάστευση εθνικά Βουλγάρων

Το 1916 μετανάστευσε από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη του στο Ellis Island δήλωσε εθνικά Μακεδόνας ο George Vasileff.

 

Selo Grače - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των κατοίκων από το χωριό Γκράτσε κατά οικογένεια το έτος 1940 (Список на жителите од селло Граче по семејства во 1940 година).

Ονοματεπώνυμο του αρχηγού κάθε οικογενείας, αριθμός των μελών της το 1940 εντός παρενθέσεως και τέλος που βρέθηκαν να ζουν τα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο.

Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία: Главинов Јане (3), Шукалов Кузо (8), Шукаров Аргир (7), Шукаров Сотир (4), Иљовски Глигор (6), Главинов Петре (13), Главинов Андон, Иљовски Зицо (3).

Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση: Каралиев Апостол (8).

Κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση: Чоровски Илија (5), Главинов Иљо (3), Шукаловски Н. Доне (4).

Άλλοι κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Чоровски Анастас (5).

Κατέφυγαν στην Ουγγαρία: Чоровски Сотир (7), Чоровски Фиљо (4), Главинов Васил (3), Главинов Павле (6), Старовски Јане (8), Ставроски Христо (5), Ставровски Пасклал (2), Шукалов Т. Пандо (6), Шукалов Јован (6), Шукалов Ѓорги (6), Шукалов Стефо (9), Иљовски Коста (6).

Άλλοι κατέφυγαν στην Ουγγαρία και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Главинов Ѓорги (6).

Κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία: Главинов Кољо (7), Ставровцки Пандо (8), Ставровски П. Никола (9), Шукалов Андон (12), Шукалов Коста (10), Шукалов Мито (9), Ставровски Циле (7).

Άλλοι κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Главинов Кузо (7), Џуваров Паскал (9), Ставровски Нуме (6), Шукалов Мањо (6).

Κατέφυγαν στη Βουλγαρία: Главинов Пандо (7), Шукалов Динко (7).

Κατέφυγαν στη Ρουμανία: Иљовски Доне (7), Главинов Ило (6), Кателиев Ахил (8), Каралиев Нуме (5).

Κατέφυγαν στην Πολωνία: Новев Мичо (5).

Κατέφυγαν άλλοι στην Πολωνία και άλλοι στην Σοβιετική Ένωση: Главинов Панајот (5).

Άλλοι κατέφυγαν στη Ρουμανία και άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα: Иловски Петро (17).

Παρέμειναν στην Ελλάδα: Чоровски Вангел (3), Главинов Кристо (4), Ставровски Никола (6), Ставров Кузо (7), Шукалов Зико (6), Шукалов Пандо (6), Шукалов Сотир (7), Шукалов Марко (5), Иљовски Лазо (6), Иљовски Попјане (11), Иљовски Ѓорги (6), Иљовцки Христо (5), Иљовски Арсен (5), Иљовски Фоти (6), Главинов Попиорги (13), Главинов Кузо (10), Главинов Глигор (5), Кирчовски Хасе (19), Фарцалов Пандо (7), Фарцалов Ѓорги (5).

Άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα και άλλοι μετανάστευσαν στην Αμερική: Ставрев Васил (10), ... (δυσανάγνωστο όνομα - 4 μέλη).

Σύνολο 68 οικογένειες - 463 άτομα.

 

Selo Crače - μέλη της Οχράνα (1942-1943)

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 19 άτομα:

Главинов Пандо, Ставров Пандо, СтавроВ Паљо, Ставров Паскал, Ставрев Крсто, Главинов Ташо, Иљов Зисо, Ставровски Нуме, Шукалов Иљо, Шукалов Спиро, Џуваров Томе, Шукалов Филе, Шукалов Петро, Шукалов Тимјо, Шукалов Доне, Главинов Вангел, Каралиев Нуме, Иљов Васил.

 

Selo Grače - μέλη του ΕΛΑΣ (1943-1945)

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ (Список на учесниците во ЕЛАС).

Σύνολο 32 άτομα:

Чоров Сотир (σκοτώθηκε το 1945 στην Πτολεμαΐδα), Главинов Спиро, Главинов Христо, Главинов Клљо (έφυγε πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Пандо (σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι), Главинов Гиро (σκοτώθηκε το 1946), Главинов Ташо, Ставров Пандо, Ставров Нуме, Ставров Иљо (σκοτώθηκε το 1948 στο Γράμμο), Ставров Павле, Ставров Паскал, Ставров Крсто (σκοτώθηκε το 1944), Џуваров Томе (σκοτώθηκε το 1944 στην Ήπειρο), Џуваров Коста (σκοτώθηκε το 1949), Шукаловски Мањо, Шукаловски Иљо (σκοτώθηκε το 1945), Шукаловски Лазо (έφυγε πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Шукаловски Аргир (έφυγε πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукаловски Сотир (έφυγε πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукаловски Филик, Шукаловски Петре, Шукаловски Спиро, Каралиев Наум, Иљовски Доне (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Иљовски Пандо (σκοτώθηκε το 1949 στο Γράμμο), Иљовски Васил (σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι), Иљовски Зицо (έφυγε πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Главинов Христо, Главинов Глигор (σκοτώθηκε το 1949 στο Βίτσι), Кирчовски Ѓорги (έφυγε μετανάστης στην Αυστραλία), Кирчовски Вангел.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Φτελιά. Φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν οι αντιφασίστες: Η. Σταυρόπουλος, Π. Σταυρόπουλος, Π. Σταυρόπουλος, Π. Σωπολόπουλος, Α. και Θ. Σωπολόπουλος, Α. και Π. Ηλιόπουλος, Θ. Τσοτσόπουλος και Σ. Σωπολόπουλος. Βασανίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, διώχθηκαν και εξακολουθούν να διώκονται από τους μοναρχοφασίστες και τις αρχές όλοι οι κάτοικοι του χωριού, άνδρες και γυναίκες. Ατιμάστηκαν 30 γυναίκες και κορίτσια από ένοπλους μοναρχοφασίστες όπως η Σοφία Κύρου κλπ. Έγιναν πάνω από 300 μπλόκα και συνεχίζονται. Το χωριό ζει μέρες αγωνίας, τρόμου και οργίων. Πάνω από 20 δημοκράτες εγκατέλειψαν τις οικογένειές τους και σκόρπισαν στα 4 σημεία του ορίζοντα. Πλιατσικολογήθηκαν όλα τα σπίτια. Πολλά ξεκληρίστηκαν. Αρπάχτηκαν δύο χιλιάδες πρόβατα, 46 μεγάλα ζώα, φορτία, βελέντζες, ρούχα κλπ.».

 

Selo Grače - φυλακισμένοι

Κατάλογος των φυλακισμένων 1945-1949 (Список на затворените).

Главинов Кочо (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή επτά χρόνια), Саврова Махи (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή επτά χρόνια), Каралиев Ахил (φυλακίστηκε το 1947), Каралиев Наум (φυλακίστηκε το 1947 - ποινή δέκα χρόνια), Каралиев Христо (φυλακίστηκε το 1947 - ποινή δέκα χρόνια), Ставровски Пандо (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Ставровски Паљо (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Главинов Анастас (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Сукаловски Андон (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Сукаловски Петро (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια), Ставров Наум (φυλακίστηκε το 1946 - ποινή τέσσερα χρόνια).

 

Selo Grače - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού (1947-1949)

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 66 άτομα:

Чоровски Иљо (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Чоровски Кољо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Чоровски Ставро (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Чоровцки Фиљо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Ρουμανία), Чоровска Ф. Гена (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинов Анастас (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Ουγγαρία), Главинов Пандо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинов Циле (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Βουλγαρία), Главинова Маргарита (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Лазо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинова Софија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Иљо (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Главинов Вангел (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинова Лефтера (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинов Панајот (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинова Цилка (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Πολωνία), Главинова Митра (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинова Вантија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Ставровски Ѓорги (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ставровски Спиро (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Ставровски Циле (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Ставровски Паскал (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στην Ουγγαρία), Ставровска Дора (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Џуваров Коста (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Џуваров Ѓорги (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаловска Параскева (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Ставрев Иљо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Ставрев Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία), Ставрева Мара (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Шукалов Вангел (πολέμησε στο Βίτσι - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукарова Харила (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукарова Ники (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаров Христо (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаров Лазо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Шукарова Лефтера (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Шукаров Стефо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукаров Н. Лазо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукаров Нацо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Шукарова А. Кула (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Шукаров А. Ѓорги (σκοτώθηκε), Шукаров Павле (σκοτώθηκε), Шукаров Доре (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στην Ουγγαρία), Иљовска Стерја (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Иљовска Марија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Иљовска Докса (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Иљовски Христо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Иљовски Ѓорги (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Иљовски Доне (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Иљовска Хариклија (αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στην Ελλάδα), Иљовски Васил (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Иљовски Пандо (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Иљовски Паскал (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Главинова Марјанти (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση), Главинова И. Марјанти (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Главинов Глигор (πολέμησε στο Βίτσι - σκοτώθηκε), Кирчов Спиро (πολέμησε στο Γράμμο - έμεινε στην Ελλάδα), Кирчова Дона (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Каралиев Вангел (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Каралиева Уранија (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε), Каралиев Кољо (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Каралиев Апостол (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Каралиев Михали (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Каралиева Евгенија (πολέμησε στο Γράμμο - πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία), Ставрева Дора (πολέμησε στο Γράμμο - σκοτώθηκε).

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΒΛΑΧΟΣ, ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΚΑΤΣΙΑΜΑΚΗΣ, ΚΥΡΟΥ (2), ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (2), ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΦΑΡΤΣΑΛΑΣ, ΣΟΥΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (6), ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (2).

 

Έζερετς / Ezerec / Езерец. Μετονομάστηκε σε Πετροπουλάκι και στη συνέχεια σε Πετροπουλάκιον. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Ορέστιδος, του νομού Καστορίας. Πρόκειται για ένα αμιγώς χριστιανικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου έχουν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι περισσότεροι από αυτούς προσχώρησαν στην εξαρχία. Ελληνικά σώματα επιτέθηκαν αρκετές φορές στο χωριό σκοτώνοντας κατοίκους του και καίγοντας τα σπίτια τους. Το 1912 και το 1928 ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 200 και 250 άτομα. Η πλειοψηφία του πληθυσμού προσχώρησε στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου στις αριστερές οργανώσεις. Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, με τη λήξη των εχθροπραξιών, τα 4/5 των κατοίκων κατέφυγαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Ezerce / Гьоридже: 41 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Εζηρέτσι Καστορίας: 300 χριστιανοί [Σχινάς 1886].

Ezerec [Αυστριακός Χάρτης].

Езерецъ / Костурска каза, 105 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Εζερέτς Καστορίας: «300 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910].

Ezeretz / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 240 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905].

Έζερετς, πατριαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και πατριαρχικό μετά [Έγγραφο 4278].

Έζερετς: «Σχισματικόν από του 1904 προσήλθεν εις την Ορθοδοξίαν κατά το έτος 1907. Μετά το Σύνταγμα εκηρύχθη και αύθις σχισματικόν» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Ερζερέτση: «Σχισματικόν χωρίον κατά την έναρξη της ενόπλου δράσεως των ελληνικών σωμάτων. Σχισματικόν και μετά την ανακήρυξην του Συντάγματος (1908). Ελπίδες υπάρχουν να επανέλθη και πάλιν. Υπάρχουν 23 βουλγαρικαί οικογένειαι (165 ψυχαί). Λειτουργία ενός βουλγαρικού αρρεναγωγείου και ενός βουλγαρικού παρθεναγωγείου» [Αρχείο Βάρδα / Καστανοχώρια].

Εζερέτσι καζά Καστορίας, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Έζερετς Καστορίας, 209 άτομα (98 άρρενες και 111 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Έζερετς Καστορίας, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Λουβράδες [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Језерец, 30 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић 1920].

Έζερετς Καστορίας, 91 άτομα (37 άρρενες και 54 θήλεις) [Απογραφή 1920].

«Η κοινότης Έζερετς, μετονομάζεται εις κοινότητα Πετροπουλάκι και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Έζερετς εις Πετροπουλάκι» [ΦΕΚ 413 / 22.11.1926].

Πετροπουλάκη (Έζερετς) Καστορίας, 235 άτομα (103 άρρενες και 132 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 231 και ετεροδημότες 4 [Απογραφή 1928].

Έζερετς (Πετροπουλάκι), υπήρχαν 35 ξενόφωνες οικογένειες [Στατιστική 1932].

Πετροπουλάκιον Καστορίας: Πραγματικός πληθυσμός 310 (132 άρρενες και 178 θήλεις). Νόμιμος πληθυσμός 328 [Απογραφή 1940].

Αριθμός οικοδομών το έτος 1940: 48 [Γρηγορίου].

Езерец: Οικισμός χριστιανών Μακεδόνων τόσο το 1912 όσο και το 1940 [Симовски].

Πετροπουλάκη, 313 κάτοικοι, εκ των οποίων 300 ήταν σλαυόφωνοι. Συνείδησις ρευστή. Έδρασαν αντεθνικώς 10. Ευρίσκονται εις Σερβία ή Βουλγαρία 5. Ευρίσκονται εις τας οικίας των ανενόχλητοι 2. Παρατηρήσεις: Εξετελέσθησαν 3 υπό ανταρτών [Στατιστική 1945].

Πετροπουλάκιον Καστορίας: 54 κάτοικοι [Απογραφή 1951].

Езерец: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης 72 παιδιά από το χωριό [Мартинова, 50-52].

Στις νεότερες απογραφές ο πραγματικός πληθυσμός του οικισμού ήταν --> 1961: 94, 1971: 49, 1981: 33, 1991: 30, 2001: 35.

Υψόμετρο 990 [Λεξικό ΕΣΥΕ].

 

1903-1908

Στην επανάσταση του Ίλιντεν το 1903, συμμετείχαν από το Έζερετς ως τσέτες οι: Коста Димитровски, Јане Насковски, Атанас Варсамовски, Атанас Сидовски, Христо Томов, Аргир Митов, Атанас Томов, Петре Колевски [Selo Jezerec].

Σύμφωνα με πληροφορία που υπάρχει σε κύριο άρθρο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ με τίτλο «Ο θρίαμβος εν Καστανοχωρίοις», άρθρο που μάλλον είχε γράψει ο Δημήτρης Καλαποθάκης, διευθυντής της εφημερίδας και πρόεδρος του μακεδονικού κομιτάτου της Αθήνας, η πρώτη επίθεση ελληνικής ομάδας στο Έζερετς πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 1904 από τον Αριστείδη Μαργαρίτη και τους δεκαπέντε περίπου άντρες του. Ο Μαργαρίτης, «ατυχώς, είτε εκ κακών εισηγήσεων, είτε εκ της επιθυμίας όπως αποσπάση εκ των προκρίτων χρήματα, εφόνευσέ τινας εξ αυτών προς τιμωρίαν δήθεν της μεταστάσεώς των» [ΕΜΠΡΟΣ, 30.9.1905, σ. 1].

Στις αρχές Ιανουάριο του 1905, οι Βάρδας και Καραλίβανος στέλνουν επιστολή σε άτομα στο Έζερετς και τους ζητούν καταλύματα για τους άντρες τους. Αυτοί απαντούν στους Έλληνες «να μην εισέλθωσιν ούτε να επανέλθωσιν εις το χωρίον διότι δεν τοις εγγυώνται από τους κομίτας» [Βάρδας Α, 56].

Στις 15 Μαρτίου 1905, κατά το Σιλιάνοφ, μία ελληνική ομάδα μπαίνει στο Έζερετς και σκοτώνει οκτώ κατοίκους [Силянов B, 210].

Η πράξη αυτή αναφέρεται στις 11 Απριλίου στο ΕΜΠΡΟΣ. Η εφημερίδα πληροφορεί τους αναγνώστες της, πως η ομάδα του καπετάν Αριστείδη «συνέλαβε δέκα εκ του χωρίου Ιζερέτς τους οποίους και απήγαγε» [ΕΜΠΡΟΣ, 11.4.1905, σ.4].

Τι έκανε αυτούς τους αιχμαλώτους ο καπετάν Αριστείδης, γίνεται γνωστό λίγες μέρες μετά στις στήλες του ΣΚΡΙΠ. Ο έλληνας οπλαρχηγός έκρινε αυτούς τους δέκα «ενόχους και τους ωδήγησεν εις άγνωστον μέρος ίνα ανταποδώση αυτοίς τα ίσα προς ό,τι έπραξαν» [ΣΚΡΙΠ, 14.4.1905, σ.4].

Ο Μιχάλης Τσόντος, οπλαρχηγός και ξάδελφος του Γιώργου Τσόντου-Βάρδα, γράφει από τα Χανιά στον τελευταίο, στις 10 Μαρτίου 1939, ότι όπως θυμάται, το Μάρτιο του 1905 «στα Καστανοχώρια έμειναν οι Αρ. Μαργαρίτης ή καπετάν Πίτας και ο Ταγαρούλιας που πήγε στο Έζερετς και σκότωσε τους απαχθέντες επτά Εζερετσιώτες ή μάλλον τους έξι, γιατί ο ένας διέφυγε τον τουφεκισμό» [Αρχείο Βάρδα, φάκελος 6].

Για την αλήθεια οι έλληνες αντάρτες, άντρες του καπετάν Αριστείδη, έσφαξαν τους βοσκούς Вангел Томов, Ставре Ставровски, Петре Николовски, Штерјо Сидовски, Штерјо Фотевски, Никола Капера, Штерјо Лјочо και Лазо Лјочо [Selo Jezerec].

Ο Στέφανος Δούκας-Μάλλιος που είχε ζητήσει από κατοίκους της περιοχής καταλύματα, πήρε από αυτούς γραπτή απάντηση στην οποία έλεγαν «ότι δεν ηδύναντο να δεχθώσι καμμίαν συνεννόησιν και μας υπενθύμιζον τας άγριας σφαγάς εννέα αδελφών των, ας ενήργησαν τον Μάρτιον οι Έλληνες αντάρται μετά προηγούμενην δεξίωσιν και περιποίησιν, ης έτυχον εν Έζερετς» [Βάρδας Α, 108].

Αργότερα, στις 5 Μαΐου 1905, ο Βάρδας σημειώνει στο ημερολόγιό του πως ο Μάλλιος του γράφει «ότι θελήσας να εισέλθη εις τα βουλγαροχώρια εστάθη αδύνατον, διότι μετά την αισχράν πράξιν εν Έζερετς των Αρ. Μαργαρίτη και Μιχ. Ταγαρούλια έχουσιν εξαγριωθή εναντίον μας» Βάρδας Α, 124].

Σύμφωνα με το Βακαλόπουλο, οι ομάδες των Βαγγέλη Βλάχου και Λουκά Κόκκινου το Δεκέμβριο του 1905 και τον Ιανουάριο του 1906 επιτέθηκαν άλλες δύο φορές κατά του Έζερετς [Βακαλόπουλος Β, 145].

Οι συγγραφείς της ΔΙΣ του ΓΕΣ υποστηρίζουν πως στις επιθέσεις αυτές έλαβαν μέρος όχι ο Βλάχος, αλλά ο ανθυπολοχαγός Αντώνης Βλαχάκης (καπετάν Λίτσας). Κατ' αυτούς, οι Βλαχάκης και Κόκκινος επιτέθηκαν στο Έζερετς στις 20 Δεκεμβρίου 1905, «επυρπόλησαν δύο οικίας και εφόνευσαν ωρισμένους εκ των φανατικών σχισματικών». Στη δεύτερη ελληνική επίθεση της 1ης Ιανουαρίου «εφονεύθησαν αρκετοί κομιτατζήδες, επυρπολήθησαν διάφοροι οικίαι, ως και μία αποθήκη πυρομαχικών» [ΔΙΣ, 215].

Τις δύο αυτές επιθέσεις περιγράφει στο βιβλίο του και ο Dakin: «Ο Λίτσας και ο Λούκας έμειναν μαζί και επιτέθηκαν (20 Δεκεμβρίου / 2 Ιανουαρίου 1906) στο Έζερετς, προπύργιο των εξαρχικών, όπου έκαψαν δύο σπίτια και πιθανότατα σκότωσαν αρκετούς κομιτατζήδες. Στις 1/14 Ιανουαρίου 1906, έχοντας ακούσει ότι ο Μήτρος Βλάχος βρισκόταν στο Έζερετς, οι δύο αρχηγοί έκαναν ακόμη μια επίθεση στο χωριό. Έριξαν μια βόμβα στο σπίτι όπου κρυβόταν ο Μήτρος Βλάχος και τον τραυμάτισαν, αλλά για άλλη μια φορά ο "ασύλληπτος" αντίπαλος διέφυγε. Το ελληνικό σώμα πέταξε τότε βόμβες και σε άλλα σπίτια και σκότωσε αρκετούς κομιτατζήδες. Ανατίναξαν, επίσης, μια αποθήκη με πυρομαχικά, φυσίγγια και βόμβες. Για άλλη μια φορά οι Τούρκοι έφτασαν στον τόπο της συμπλοκής, οι Έλληνες, όμως (που είχαν ένα νεκρό, τον Κρητικό Δουκάκη, και πέντε τραυματίες) κατάφεραν να διαφεύγουν» [Dakin, 351].

Για την επίθεση της πρωτοχρονιάς του 1906 υπάρχει σχετικό άρθρο στο ΕΜΠΡΟΣ:

«Θετικαί εκ Μακεδονίας ειδήσεις παρέχουν λεπτομερείας της συμπλοκής, η οποία συνέβη μεταξύ του υπό τον αρχηγόν Νάκον Λίτσαν Ελληνομακεδονικού σώματος και της υπό την Μήτρον Βλάχον ληστανταρτικής Βουλγαρικής συμμορίας.

Ο αρχηγός Νάκος Λίτσας πληροφορηθείς ότι ο Μήτρος Βλάχος ευρίσκεται εις το χωρίον Εζερέτς μετέβη περί την 5 πρωϊνήν ώραν, της 1ης Ιανουαρίου και περικύκλωσε το χωρίον. Οι Βούλγαροι ήρχισαν αμέσως πυροβολούντες κατά των οικιών εις τας οποίας ήσαν ωχυρωμένοι. Οι Ελληνομακεδόνες ώρμησαν τότε εντός του χωρίου αντιπυροβολούντες και επλησίαζον ολονέν προς τας οικίας, τας οποίας κατείχον οι Βούλγαροι διά να πυρπολήσουν αυτάς. Αιφνιδίως όμως ευρέθησαν μεταξύ δύο πυρών.

Άλλη βουλγαρική συμμορία ευρισκομένη εις το χωρίον Λοβράδες ειδοποιηθείσα εκ των πυροβολισμών έσπευσε και καταλαβούσα θέσιν οχυράν έξωθεν του χωρίου ήρχισε και αυτή πυροβολούσα κατά των Ελληνομακεδόνων των αψηφούντων την βροχήν των σφαιρών. Οι Ελληνομακεδόνες τότε ωχυρώθησαν και αυτοί και εξ εγγυτάτης αποστάσεως εξηκολούθουν μαχόμενοι επί πολλήν ώραν, ότε τέλος κατέφθασε και ο Τουρκικός στρατός.

Ούτω οι Ελληνομακεδόνες δεχόμενοι πανταχόθεν ραγδαίον πυρ ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν και να σωθούν πάντες εκτός του ανδρείου Γ. Δουκάκη, ο ποίος βληθείς υπό πολλών σφαιρών έπεσε νεκρός. Επίσης μετά του όλου σώματος εσώθη και ο καπετάν Δημητράκης, τραυματισθείς διά σφαίρας επαναληπτικού όπλου εις τον λαιμόν ακινδύνως και ο Γ. Σταμούλης ο οποίος επίσης ετραυματίσθη ακινδύνως εις την χείρα. Εκ των Βουλγάρων εφονεύθησαν πλέον των 10 και ετραυματίσθησαν 7» [ΕΜΠΡΟΣ, 28.1.1906, σ. 3].

Οι οπλαρχηγοί Βλάχος και Κόκκινος επιτέθηκαν πάλι στις 2 Ιουνίου 1906 και όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος «κατάστρεψαν το χωριό Έζερετς» [Βακαλόπουλος Β, 215].

Αυτή η καταστροφή του Έζερετς περιγράφεται στο ΕΜΠΡΟΣ. Οι ομάδες των Λούκα και Βλάχου προσέβαλαν το χωριό καθώς γνώριζαν, σύμφωνα με την αθηναϊκή εφημερίδα, πως εκεί κρύβονταν δεκαπέντε κομιτατζήδες. Ακολούθησε σφοδρή σύγκρουση με τα εξής αποτελέσματα: «Εκ των Ελληνομακεδόνων εφονεύθησαν πέντε και ετραυματίσθησαν τινές. Εκ των 15 κομιτατζήδων και εκ των κατοίκων του χωρίου δεν διέφυγεν ουδείς τον θάνατον εκτός των παιδίων και γυναικών ανερχομένων εις 30 και εκείνων οι οποίοι είχον προφθάση να φύγουν προ του να επιχειρήσουν την ακατάσχετον έφοδον οι Ελληνομακεδόνες. Πάσαι αι οικίαι εντός των οποίων εκρύπτοντο κομιτατζήδες αρνηθέντες να παραδοθώσιν επυρπολήθησαν» [ΕΜΠΡΟΣ, 11.6.1906, σ. 3].

Τρεις μέρες αργότερα το ΕΜΠΡΟΣ συμπληρώνει ότι η συμπλοκή έληξε με την άφιξη και εμπλοκή ενός οθωμανικού στρατιωτικού αποσπάσματος. Κάνει τώρα λόγο για νεκρούς πολλούς στρατιώτες και εννέα κομιτατζήδες. Γράφει επίσης για πέντε πυρπολημένα σπίτια [ΕΜΠΡΟΣ, 14.6.1906, σ. 3].

Δυο βδομάδες μετά, το ΕΜΠΡΟΣ επανέρχεται, ανεβάζει την ελληνική δύναμη σε 75 άνδρες και δίνει ως αρχηγούς τους Λουκά, Βασίλη και Σούλιο. Αναφέρει πως οι επιτιθέμενοι δεν πυρπόλησαν μόνο πέντε σπίτια, αλλά «έκαυσαν το χωρίον». Η στρατιωτική δύναμη ήταν 150 άτομα. Υποτίθεται πως σκοτώθηκαν είκοσι και τραυματίστηκαν διπλάσιοι [ΕΜΠΡΟΣ, 26.6.1906, σ. 4].

Την πληροφορία για «καταστροφή του σχισματικού Έζερετς» από το σώμα των Λούκα-Βαγγέλη (υπόλοιπο της ομάδας Λίτσα-Βλαχάκη), σημειώνει ο Βάρδας στις 13 Ιουνίου 1906 [Βάρδας Β, 224].

Στις 31 Ιουλίου 1906 ο Βάρδας κάνει λόγο και για το σχετικό πλιάτσικο: «ο Λούκας παραλαβών από το Έζερετς αρπαγέντα ζώα απήλθεν εις Ελλάδα προς πώλησιν αυτών» [Βάρδας Β, 95].

Συνολικά οι Έλληνες άρπαξαν από το Έζερετς 1.500 πρόβατα και 60 βόδια [Selo Jezerec].

Εκτός όμως των ελλήνων ανταρτών, στο Έζερετς επιτέθηκε και ο στρατός. Ο πρόξενος Μοναστηρίου Νικόλαος Ξυδάκης με έγγραφό του προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, ενημερώνει τον προϊστάμενό του, πως στις 8 Οκτωβρίου 1906 ο στρατός πολιόρκησε το Έζερετς και σκότωσε πέντε κομίτες [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 717, 14.10.1906].

Εκείνοι οι σκοτωμένοι Μακεδόνες ήταν οι: Васил Славов, Калето Цаколе, Горги Влавов, Христо Доневски και Коле Буре [Selo Jezerec].

Και αυτή την είδηση την βρίσκουμε δημοσιευμένη στο ΕΜΠΡΟΣ και μάλιστα μια μέρα μετά το γεγονός. Η εφημερίδα γράφει για πολιορκία του χωριού από 400 στρατιώτες με 3 πυροβόλα, πέντε νεκρούς κομίτες (μεταξύ τους ο βοεβόδας Τόμα) και επτά πυρπολημένες οικίες [ΕΜΠΡΟΣ, 9.10.1906, σ. 3]

Τέλος, ο ανθυπολοχαγός Γρηγόρης Φαληρέας (καπετάν Ζάκας) εξαναγκάζει στις 27 Απριλίου 1907 τους κατοίκους του Έζερετς να υποβάλουν αίτηση επιστροφής στο πατριαρχείο [ΔΙΣ, 247].

 

Selo Jezerec - κάτοικοι 1940

Κατάλογος των κατοίκων του χωριού Έζερερτς το έτος 1940 (Список на жителите на село Језерец во 1940 година).

Τα ονόματα των αρχηγών των οικογενειών και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Тодор Насков (12), Готи Минов (4), Марија Зикова (5), Тома Зиков (7), Вангел Николовски (8), Калето Николовски (11), Вангел Насков (12), Киро Насков (4), Штерјо Насков (7), Коста Насков (4), Павло Насков (6), Фоти Николовски (6), Мина Насков (4), Никола Насков (7), Ефтим Насков (6), Васил Миновски (7), Кочо Насковки (7), Ристо Насковски (5), Атанас Насковки (7), Атанас Томов (7), Зико Зиковски (8), Атанас Кирјазовски (5), Димитра Ниновска (5), Андреја Ниновски (4), Никола Ниновски (7), Сотир Ниновски (8), Христо Ниновски (8), Вангел Дуковеки (5), Коста Димитровски (9), Јане Ниновски (5), Штерјо Ниновски (7), Горги Сидировски (8), Зицо Сидидовски (10), Атанас Врсамовски (4), Горге Николовски, Паскал Томевски (8), Андон Томевски (7), Тома Томов (6), Илија Томов (7), Паслкал Ставровски (9), Риса Ставровска (4), Ристо Ставровки (7), Тома Гата (9), Аргир Кирјази (8), Штерјо Карпач (8).

Σύνολο 45 οικογένειες / 302 άτομα.

 

Selo Jezerec - μέλη της Οχράνα (1942-1943)

Κατάλογος των μελών της Οχράνα (Список на учесниците во Охраната).

Σύνολο 7 άτομα:

Христо Насков (σκοτώθηκε), Паско Насков (σκοτώθηκε), Штерјо Дуката (σκοτώθηκε), Фоти Насковски (σκοτώθηκε), Штерјо Насков, Тодор Насков, Коста Насков.

 

Selo Jezerec - μέλη του ΕΛΑΣ (1943-1945)

Κατάλογος των μελών του ΕΛΑΣ (Список на учесниците во ЕЛАС).

Σύνολο 10 άτομα:

Зико Зиков, Мито Гата, Мичо Гата, Ставро Минов, Јани Минов, Вангел Наско, Вангел Насков, Никола Минов, Андон Томов (σκοτώθηκε στην Ήπειρο), Никола Атанасов (σκοτώθηκε στην Ήπειρο).

 

Selo Jezerec - συνεργάτες του ΕΛΑΣ στα μετόπισθεν

Соработници на ЕЛАС во позадината

Σύνολο 16 άτομα:

Крсте Насков, Фоти Миновски, Вангел Николовски, Васил Миновски, Фоти Николовски, Лина Наскова, Горги Насков, Анастас Томов, Петре Крпач, Сптир Ноновски, Јани Ниновски, Атанас Варсамовски, Хилеја Томовски, Илија Томов, Андон Томов, Томо Гата.

 

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947

«Χωριό Πετροπουλάκι. Έγιναν 11 μπλόκα. Σκοτώθηκε με ρόπαλο από ένοπλους των χωριών Λάγγας και Μελανθίου, με αρχηγό τον Ι. Σπυρόπουλο, ο δημοκράτης Χ. Κοτσιόπουλος. Βασανίστηκαν οι δημοκράτες: Δ. Νικολόπουλος, Γ. Μινόπουλος, Β. Νασκόπουλος, Χ. Θωμόπουλος, Π. Γκιάς και η γυναίκα του, Σιδηρούλα Ξηκοπούλου, Ελευθερία Ζηκοπούλου, Ανδρομάχη Βαρσαμοπούλου, Ζωίτσα Βαρσαμοπούλου, Ζωίτσα Μινοπούλου, Μαρία Δυάδη και άλλοι, συνολικά 31. Φυλακίστηκαν οι λαϊκοί αγωνιστές: Κ. Θωμόπουλος, Β. Νασκόπουλος, Ι. Μινόπουλος και Π. Μινόπουλος. Λεηλατήθηκαν όλα σχεδόν τα σπίτια. Τους άρπαξαν 1000 γιδοπρόβατα, 50 βόδια, 4 γουρούνια, 100 βελέντζες, 100 ζεύγη κάλτσες, 500 οκάδες στάρι, 400 οκάδες φασόλια, 350 οκάδες τυρί, 120 οκάδες βούτυρο. Ατιμάστηκαν οι γυναίκες: Δήμητρα Νικοπούλου και Μαρία Θωμοπούλου. Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Νοέμβρη 1946 κάψανε τα σπίτια των δημοκρατικών: Θ. Γκιάτα, Θ. Ζηκόπουλου, Α. Βασαμόπουλου, Ευθ. Νασκόπουλου και Ν. Νασκόπουλου. Τα σπίτια αυτά πλιατσικολογήθηκαν μέχρι βελόνα. Βάλανε φωτιά και σε 5 αχυρώνες. Ξυλοκόπησαν άγρια τον ελασίτη Α. Θωμόπουλο, το δημοκράτη Π. Μηνόπουλο, το γέρο Βαλσαμόπουλο και την Ανδρομάχη Βαλσαμοπούλου. Τραυμάτισαν την Παναγιώτα Θωμοπούλου».

 

Selo Jezerec - μέλη του Δημοκρατικού Στρατού

Κατάλογος των μελών του ΔΣΕ (Список на учесниците во ДАГ).

Σύνολο 46 άτομα

1946-1949: Вангел Насков, Димитар Николовски, Тома Зиков, Вангел Насков, Мина Ниновски, Штерјо Ниновски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Александра Ниновска (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Зика Зиковски, Павло Зиковски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Лефтера Зиковска, Леонида Миновски, Јордан Миновски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Левтерија Миновска (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Коста Насковски, Павло Насковски, Димитар Николовски, Шоме Николовски, Димитар Сидровски, Акилеја Николовски, Сократи Томовски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Аргир Томов, Алеко Томов, Глигор Томов (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Атанас Ставровски, Олга Ставроцска (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Штерјо Гета, Мичо Гета, Христо Гета, Паско Гета (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Хилеја Карапачовски, Јани Атанасовски, Горги Коцовски, Констандина Коцовска, Христо Апостоловски, Мите Димитровски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Коста Димитровски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο), Пандо Димитровски (σκοτώθηκε το 1947 στο Γράμμο).

1948-1949: Лена Карпачовска, Христо Настовски, Никола Ставровски, Коста Томов, Аристиди Сидеровски, Левтера Нинова, Андроника Нонова, Јарна Монова, Маха Сидировска

 

Selo Jezerec - φυγάδες

Κατάλογος των φυγάδων από το χωριό Έζερετς μεταξύ των ετών 1940-1949 (Список на пребегнатите лица од село Језерец од 1940 до 1949 година).

Αναφέρονται οι αρχηγοί των οικογενειών και εντός παρενθέσεως το σύνολο των μελών-προσφύγων κάθε οικογένειας.

Κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία: Атанас Томов (4), Риса Томва (2), Атанас Масков (8), Лаке Томов (2), Васил Николовски (6), Васил Моновски (6), Жота Томова (2), Фоти Николовски (5), Стерјо Насков (5), Тимчо Насков (6), Фоти Николовски (2), Мичо Миновскисо (6), Ристо Гото (6), Димитар Гока (5), Никола Николовски (6), Леонида Насковски (2), Политиона Томова (2).

Κατέφυγαν στη Βουλγαρία: Киро Насков (5), Коста Насков (4), Никола Насков (8), Никола Карпачевски (7), Илија Томовски (7).

Κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση: Ставро Ниновски (3), Вангел Насковски (7), Левтера Николовска (2), Костандина Кацова (2), Горги Кацов (2), Ристо Нсков (2), Никола Ставровски (3), Аристиди Ставровски (3), Христо Николовски (3).

Κατέφυγαν στην Πολωνία: Марија Гата (6), Тома Зиков (8), Вангел Николовски (4), Димитар Николовски (6), Констандина Наскова (7), Констандина  Наскова (4), Милја Наскова (5), Павло Насковски (7), Доксија Насковска (2), Констандина Ниновска (2), Филјо Насковски (4), Зико Зиковски (6), Петро Крпачевски (7), Сотир Ниновски Ниновски (7), Ваја Димитровска (5), Гела Ниновска (2), Горги Сидировски (8), Кочо Сидировски (2), Андон Томовски (7), Тома Томов (5), Левтерија Ставровска (2), Риза Ставровска (2), Елена Кирјазо (2), Антигони Кирјазова (2), Афродити Сидировска (2).

Κατέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία: Лефтера Насковска (4), Кираца Николовска (4), Атанас Варсамовски (2), Јани Николовски (4), Левтера Зикова (2), Ристо Атанасовски (2).

Κατέφυγαν στην Πολωνία: Паскал Кацовски (7), Ристо Атанасовски (4).

Σύνολο 276 άτομα.

 

Selo Jezerec - κάτοικοι μετά τον εμφύλιο

Κατάλογος κατοίκων το έτος 1949 (Список на жители во 1949 година)

Τα ονόματα των αρχηγών των οικογενειών που παρέμειναν στο χωριό και εντός παρενθέσεως ο αριθμός των μελών της κάθε μιας:

Крсто Насков (7), Јани Николовски (3), Атанас Кирјазов (8), Павло Монов (2), Горго Минов (4), Андреа Монов (5), Вангел Дуков (5), Паскал Томовски (8), Горго Миновски (9), Димитар Сидировски (2), Зиси Сидировски (8), Аргир Кирјазовски (6), Христо Ставровски (7), Тома Ставровски (2).

Σύνολο 14 οικογένειες / 76 άτομα.

 

Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών

ΔΗΜΟΥ, ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΖΗΣ, ΜΗΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (2).

 

Ζαγκάρι / ZagariЗагари. Μετονομάστηκε σε Άγιος Ζαχαρίας. Ερήμωσε πριν τον πόλεμο. Παλιό βλαχοχώρι του Γράμμου που εγκαταλείφθηκε από το χριστιανικό πληθυσμό του και ξανακατοικήθηκε από μουσουλμάνους Αλβανούς. Οι τελευταίοι, γύρω στα εξήντα άτομα, υποχρεώθηκαν μέχρι το 1924 να φύγουν από την Ελλάδα. Φαίνεται πως στη συνέχεια το χωριό έγινε για λίγο τόπος θερινής διαμονής Αρβανιτόβλαχων.

 

Πηγές

Ζαγάρι: «Χωρίον έχον 20 οικογενείας Τουρκαλβανών» [Σχινάς 1886].

Zagari [Αυστριακός Χάρτης].

Ζαγάρι καζά Καστορίας, μουσουλμανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].

Ζαγάρι Καστορίας, αποτέλεσε οικισμό της κοινότητας Γιανοβαίνης [ΦΕΚ 259 / 21.12.1918].

Ζαγάρι Καστορίας, 66 άτομα (37 άρρενες και 29 θήλεις) [Απογραφή 1920].

Ζαγάρι, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν 8 οικογένειες μουσουλμάνων (40 άτομα) [Πελαγίδης].

«Ο συνοικισμός Ζαγάρι της κοινότητος Γιαννοβαίνης μετονομάζεται εις Άγιος Ζαχαρίας» [ΦΕΚ 179 / 30.8.1927].

Άγιος Ζαχαρίας (Ζαγάρι) Καστορίας, 31 άτομα (22 άρρενες και 9 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας που να ήρθε μετά το 1922. Και οι 31 ήταν ετεροδημότες [Απογραφή 1928].

Ζαγάρι (Άγιος Ζαχαρίας), υπήρχαν 8 ξενόφωνες οικογένειες, όλες δεδηλωμένων αλβανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932].

Загар: Οικισμός βοσκών Βλάχων το 1912. Έρημο το 1940 [Симовски].

Άγιος Ζαχαρίας, έρημο [Στατιστική 1945].

Άγιος Ζαχαρίας: «Ο οικισμός του Αγίου Ζαχαρία βρισκόταν σε μικρή απόσταση και λίγο βορειότερα από το Λινοτόπι και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ένας περιφερειακός οικισμός του Λινοτοπίου και όχι ως μία ιδιαίτερη και ανεξάρτητη κοινότητα. Το όνομά του θα πρέπει να προήλθε κατά πάσα πιθανότητα από τη σωζόμενη μέχρι και σήμερα μεταβυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ζαχαρία (16ος αι.), η οποία στα χρόνια ακμής των βλαχοχωριών του Γράμμου ήταν το καθολικό μοναστήρι στο όνομα του Προφήτη Ζαχαρία. Μετά την ερήμωση του Λινοτοπίου, στον Άγιο Ζαχαρία δημιουργήθηκε ένας οικισμός μουσουλμάνων Αλβανών, οι οποίοι φέρονται να μετέτρεψαν την εκκλησία σε τζαμί και ο νέος οικισμός τους ονομάστηκε Ζαγάρ ή Ζαγκάρι» [Κουκούδης 2000, σ. 397].

 



Ζαγκορίτσανη / Zagoričani / Загоричани. Μετονομάστηκε Βασιλειάς. Στους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Βασιλειάδα. Στην απογραφή του 2001 ήταν οικισμός του δήμου Αγίων Αναργύρων, του νομού Καστορίας.

Καταγράφεται σε φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν ένα μεγάλο χριστιανικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Πριν το Ίλιντεν τα 2/3 του χωριού είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Οι κάτοικοί του πρωτοστάτησαν στην αυτονομιστική επανάσταση. Τα αντίποινα των Οθωμανών υπήρξαν σκληρά. Στις 15 Αυγούστου 1903 η Ζαγκορίτσανη κάηκε από το στρατό και αρκετοί χωρικοί σκοτώθηκαν. Στις 25 Μαρτίου 1905 το χωριό δέχτηκε τη μεγαλύτερη επίθεση που πραγματοποίησαν τα ελληνικά σώματα, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα. Σχεδόν 200 μισθοφόροι, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, σκότωσαν περισσότερα από πενήντα άτομα (μεταξύ των οποίων υπήρχαν γέροι, γυναίκες και παιδιά) και έκαψαν όσα σπίτια και αποθήκες είχαν απομείνει όρθια από το Ίλιντεν. Τα σώματα αναχώρησαν μόνο όταν πλησίασε ο  οθωμανικός στρατός. Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη σκόρπισε φρίκη σε όλη την Ευρώπη και αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις της ελληνικής εμπλοκής στο μακεδονικό ζήτημα.

Το 1912 ζούσαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 2.300 άτομα. Μετανάστες από το χωριό που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, δήλωσαν στις εκεί αρχές, άλλοι πως είναι εθνικά Μακεδόνες και άλλοι πως είναι εθνικά Βούλγαροι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν πολλές οικογένειες στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 32 οικογένειες χριστιανών προσφύγων από τον Πόντο. Το 1928 υπήρχαν στη Ζαγκορίτσανη σχεδόν 700 Μακεδόνες και 100 πρόσφυγες. Το σύνολο των γηγενών κατοίκων της ήταν για τις αρχές ασφαλείας άτομα δεδηλωμένων ανθελληνικών φρονημάτων. Άνθρωποι από τον οικισμό προσχώρησαν στα χρόνια της κατοχής στην Οχράνα και στην Ταξιαρχία του Αιγαίου. Τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί Μακεδόνες του χωριού εντάχθηκαν στις αριστερές οργανώσεις  και στο Δημοκρατικό Στρατό. Όσοι από αυτούς δεν σκοτώθηκαν, με το τον τερματισμό των επιχειρήσεων πέρασαν τα σύνορα και ζήτησαν καταφύγιο στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγές

Загоричани / Костурско: 71 οικογένειες, στα τέλη του 15ου αιώνα [Οθωμανικά Αρχεία].

Zagoritzani, χριστιανοί ορθόδοξοι: 2.700 [Synvet 1878].

Ζαγορίτσανη Καστορίας: «Κωμόπολις οικουμένη υπό 2.500 χριστιανών, έχουσα δε εκκλησίαν, τρία σχολεία, ων το εν βουλγαρικόν, βρύσεις και χάνια» [Σχινάς 1886].

Zagoričani (Zagorec) [Αυστριακός Χάρτης].

Загоричани/ Костурска каза, 3.300 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900].

Ζαγοριτσάνη: «Κωμόπολη με πληθυσμό άνω των 3.000 κατοίκων. Ήδη πριν το 1903 οι κάτοικοι της Βασιλειάδας ήταν στην πλειοψηφία τους εξαρχικοί (350 εξαρχικές οικογένειες έναντι 130 πατριαρχικών). Στα επόμενα χρόνια τυπικά η επικράτηση της εξαρχικής παράταξης ήταν πλήρης» [Γούναρης].

Zagoritzani, λειτουργία πατριαρχικού και εξαρχικού σχολείου [Χάρτης Κοντογιάννη].

Zagoritchani / Caza de Kostour (Kastoria), χριστιανικός πληθυσμός: 3.144 εξαρχικοί Βούλγαροι, 480 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 48 Βλάχοι. Λειτουργία δύο εξαρχικών σχολείων με τρεις δασκάλους και 310 μαθητές και ενός πατριαρχικού με δύο δασκάλους και 35 μαθητές [Brancoff 1905].

Ζαγοριτσάνη