Facebook

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη γλώσσα

  

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

λέξεις που αρχίζουν από α-ν

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

2011-2013

 




βιβλιογραφία-πηγές

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικώνέτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondentAccessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατονΠαρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου ΚαρπάθουΖωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου ΝισύρουΖωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώναεν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπωνΖωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι. Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι ΣτενιμάχουΑρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.

 

 

αβαέτι το

δοσίματα, επιδόματα

avait

τούρκικο

αβάζι το

η φωνή

avaz

τούρκικο

αβάζος ο

φωνακλάς, μεγαλόφωνος

avaz

τούρκικο

αβανάκης

βλάκας, αγαθιάρης, ανόητος

avanak

τούρκικο

αβανακλούκι

βλακεία, αγαθομάρα

avanaklık

τούρκικο

αβάνης

συκοφάντης, κακολόγος | άδικος

havan

αραβικό

αβανιά η | αβανία η

συκοφαντία, κακολογία | αδικία

avania

ιταλικό

αβάντα η

πλεονέκτημα | αθέμιτο κέρδος, κωλόκουρο | βοήθεια σε παράνομη πράξη

avantare

ιταλικό

αβαντάγιο το

κέρδος | θάρρος

avantagium

λατινικό

αβαντανλίκι το

το εργαλείο

avadanlık

τούρκικο

αβαντάριο το

σημειωματάριο

aventario

βενετσιάνικο

αβαντατζής ο

τρακαδόρος

avantacı

τούρκικο

αβάντζα η | αβάντσα η

προκαταβολή

avanzo

ιταλικό

αβαντζαδώρος

πιστωτής

avanzatore

ιταλικό

αβαντζάρω | αβαντσάρω | αβατζέρνω

υπερτερώ, πλειοδοτώ, αυξάνω

avanzare

ιταλικό

αβάντζο το | αβάντσο το

πλεόνασμα

avanzo

ιταλικό

αβάντζο το | αβάντσο το

κέρδος, όφελος

avanzo

ιταλικό

αβάντι | αβάντε

εμπρός

avanti

βενετσιάνικο

αβάρα

άπωσον

avara

τούρκικο

αβαραλούκι

αναδουλειά

avarelik

τούρκικο

αβαράρω

αποθώ πλοίο | αντιπιέζω

varare

ιταλικό

αβαράς

άπρακτος, αργόσχολος

avare

τούρκικο

αβαρία η

θαλασσοζημία

avaria

ιταλικό

αβαρίζι το | αβαρίτζι το

πολεμικός φόρος

avarız

τούρκικο

άβαρος

πλούσιος, τσιγκούνης, πλεονέκτης

avarus

λατινικό

αβελίδος

εξαντλημένος

avvilito

ιταλικό

αβελιμέντο  το

στεναχώρια | ανυπομονησία

avvelimento

ιταλικό

αβελίρω

παραζαλίζω

avellere

ιταλικό

αβελίρω

ξεφτιλίζω

avvilire

ιταλικό

αβεντόρος ο

πελάτης, αγοραστής

avventore

ιταλικό

αβεντούρα

συμφορά

aventura

ιταλικό

αβερτίρω

αναγγέλω, ειδοποιώ

avertir

βενετσιάνικο

αβέρτος

ανοιχτός, ευρύχωρος | ελεύθερος

averto

βενετσιάνικο

άβι το

κυνήγι

av

τούρκικο

αβιζαδόρος ο

κήρυκας

avvisatore

ιταλικό

αβιζάδος

ειδοποιημένος

avizado

βενετσιάνικο

αβιζαμέντο

αγγελία, παραγγελία, καταγγελία

avvisamento

ιταλικό

αβιζάρω

ειδοποιώ, ενημερώνω, παραγγέλω | νουθετώ

avisar

βενετσιάνικο

αβίζο το

είδηση, γνωστοποίηση

aviso

βενετσιάνικο

αβλαγάς ο

οικόπεδο κοντά στο σπίτι

avlağa

τούρκικο

αβλαμάς ο

καρτέρι, ενέδρα

avlama

τούρκικο

αβλαντίζω

κυνηγώ, παραμονεύω

avlamak

τούρκικο

αβόι

τόπι, μπάλα

avolio

βενετσιάνικο

αβοκάτος ο | αβουκάτος ο

δικηγόρος

avvocato

ιταλικό

αβόριο το

ελεφαντόδοντο

avorio

βενετσιάνικο

αβουκατλίκι το

δικηγορία

avukatlık

τούρκικο

αβτζής ο

κυνηγός

avcι

τούρκικο

αβτζιλίκι το

κυνήγι

avcılık

τούρκικο

αγάλδερ

μισθωτήριο κτήματος

galder

βενετσιάνικο

αγάλι & αγάλια

σιγά, σιγανά

eguale

ιταλικό

αγαλίκι

η εξουσία του αγά | η αρχοντιά

ağalık

τούρκικο

αγάντα

άντεχε, βάστα

agguanta

ιταλικό

αγαντάρω

συλλαμβάνω | βοηθώ | αντέχω

agguantare

ιταλικό

αγάρα

έχθρα, καβγάς

agara

ιταλικό

άγαρμπος

άκομψος, αδέξιος | ασκημομούρης, άσκημος | άνοστος, σαχλός | α + garbo (κομψότητα)

garbo

βενετσιάνικο

αγάς

άρχοντας, πρόκριτος, προεστός

ağa

τούρκικο

αγγούρι το

 το φυτό Cucumis sativus, δροσίτης, αμελέτητο, καστραβέτσι

agur

αραβικό

αγγούτικας ο

σβέρκος, λαιμός

akot'

σλάβικο

αγγρίφι το | αγκρίφι το

άγκιστρο | αγκάθι, αγκύλι | αγκίδα | απότομος βράχος

grifo

ιταλικό

αγερίνα η

η λεπτή άμμος του γιαλού

arena

ιταλικό

αγέρμανος ο

αγριόπαπια

germano

ιταλικό

αγιάζι το

δροσιά | παγωνιά | πάχνη | ξαστεριά

ayaz

τούρκικο

αγιάνης ο

προύχοντας, προεστός, πρόκριτος

âyan

τούρκικο

αγιάρι το

ρύθμιση, ρέγουλα | έλεγχος

ayar

τούρκικο

αγιαρντίζω

ξελογιάζω, παραπλανώ

ayartmak

τούρκικο

αγιλάκης ο | αϊλάκης ο

χασομέρης, τεμπέλης, ακαμάτης

aylak

τούρκικο

αγίλι το

μάντρα, χειμαδιό, στάνη, στρούγκα

ağıl

τούρκικο

αγιουτάντης ο

βοηθός | μαθητευόμενος | γραμματέας

aiutante

ιταλικό

αγιουτάρω

βοηθώ, ενισχύω, υποστηρίζω | ενθαρρύνω

aiutare

ιταλικό

αγιούτο το

βοήθεια, συνδρομή | κουράγιο | θάρρος

aiuto

βενετσιάνικο

αγκανάδος

οργισμένος, αγανακτισμένος

accanito

ιταλικό

αγκανάρω

εξαπατώ, συκοφαντώ | στεναχωρώ | εξαναγκάζω, καταπιέζω

ingannare

ιταλικό

αγκαρτώ

γκαρίζω

angırdım

τούρκικο

άγκαστα

επίτηδες

an kasden

τούρκικο

αγκέντες ο

μεσάζοντας, πράκτορας

agente

ιταλικό

άγκινας ο | αγκινάρι το | αγκίνι το

αρπάγη, γάντζος, τσιγκέλι | μπαστούνι

uncinus

λατινικό

αγκιόρνο

ενήμερα

a giorno

ιταλικό

αγκλαμίδα η

μικρό κουβάρι με νήμα

glomua

λατινικό

αγκλιά η

κουβάς, σίκλα, χαρκιά, μετάγγι, ανασυρτός | νεροκολοκύθα, φλασκί

anclare

λατινικό

αγκοράρω

αγκυροβολώ | εξασφαλίζομαι

ancorare

ιταλικό

αγκορέτα η

μικρή άγκυρα

ancoretta

ιταλικό

αγκούσα η

άσθμα, δύσπνοια | φούσκωση | καύσωνας | στεναχώρια

angossa

βενετσιάνικο

αγναεύω | αγνάρω | αγναντίζω

καταλαβαίνω, εννοώ

ağnamak

τούρκικο

αγντάς ο

χαλάουα | σιρόπι για γλυκό

ağda

τούρκικο

αγουστέλα η

είδος σύκου και είδος  απιδιού που ωριμάζουν τον Αύγουστο

agosto

ιταλικό

αγραβάνι το

το φυτό Ceratonia siliqua, χαρουπιά, καρουπιά, κουτσουπιά, κουντουριδιά, αγριοκερατιά, ξυλοκερατιά

erguvan

τούρκικο

αγραβάρω

επιβαρύνω | στεναχωρώ

aggravare

ιταλικό

αγράβιο το

φορολογία, επιβάρυνση

aggravio

ιταλικό

αγραμάς ο | αγραμάδα η

περίβολος | σωρός λιθάρια | κέντημα με κρόσσια

agraman

βενετσιάνικο

αγραμπαλώνω

γρατσουνίζω

grampa

ιταλικό

αδετούρης ο

ελεγκτής

auditore

ιταλικό

αζαλίκι το

το αξίωμα του αζά

azalık

τούρκικο

αζάμης

μέγιστος

âzam

τούρκικο

αζάπης  | άζαπος

ταλαίπωρος, δυστυχής | απεριόριστος | άγαμος | ατίθασος, άτακτος | ακροβολιστής του οθωμανικού στρατού

azap

τούρκικο

αζαρόλια η | αζαρόλα η | αζαρόλι το

Το δέντρο Crataegus azarolus, μεμετζιλιά, πέρκα, μπέρκα, κουδουμηλιά, αντρικοκιά

azzeruola

ιταλικό

αζάς ο

σύμβουλος, μέλος συμβουλίου επισήμων οθωμανικών οργάνων

aza

τούρκικο

αζάτης

ελεύθερος | άγαμος | ζόρικος

azat

τούρκικο

αζάτι το

απελευθέρωση, λύτρωση

azat

τούρκικο

αζατλής

ελευθερωμένος

azatlı

τούρκικο

άζι το

ευχή

arzu

τούρκικο

αζίκι το

φαγητό, προσφάγι

azık

τούρκικο

αζολέτα η

κουμπότρυπα

asoleta

βενετσιάνικο

άζουλα η

κόπιτσα

asala

βενετσιάνικο

αζούρα η

καούρα στο στομάχι

arsura

ιταλικό

αζούχι το

προμήθειες τροφίμων

azıklık

τούρκικο

αζουχλαεύω

προμηθεύω τρόφιμα σε ταξιδιώτη

azıklamak

τούρκικο

αΐδα η | αΐτα η | αγίτα η

βοήθεια, ενίσχυση | περίθαλψη

aida

βενετσιάνικο

αϊδάρι το | αϊδάριση η | αϊδάρισμα το

βοήθεια, αρωγή

aidar

βενετσιάνικο

αϊτάρω | αϊδάρω | αϊδέρνω

βοηθώ, επικουρώ

aitare

ιταλικό

ακατσία η

το φυτό Robinia pseudoacacia, ακακία

acacia

ιταλικό

ακιλής

μυαλωμένος, λογικός

akıllı

τούρκικο

ακίλι το

συμβουλή | νοημοσύνη

akıl

τούρκικο

ακιντές ο

γλύκισμα

akide

τούρκικο

ακιντζής ο

ιππέας του οθωμανικού στρατού

akıncı

τούρκικο

ακιστάρω

αποκτώ

acquistare

ιταλικό

ακίστο το

απόκτημα

acquisto

ιταλικό

ακομπανιαμέντο

συνοδεία μουσικού οργάνου

accopagnamento

ιταλικό

ακομπανιάρω

συνοδεύω

acompagnar

βενετσιάνικο

ακόντο το

λογαριασμός

acconto

ιταλικό

ακόντρα

αντίπρωρα

a contra

βενετσιάνικο

ακορδάρω

παρέχω, δίνω, βοηθώ

accordare

ιταλικό

ακόρντο

συμφωνία, αρμονία | συγχορδία

accordo

ιταλικό

ακορτζέρομαι

καταλαβαίνω, νιώθω, συναισθάνομαι

accorgersi

ιταλικό

ακοστάρω

πλευρίζω

accostare

ιταλικό

ακουαρέλα η

υδατογραφία

aquarela

βενετσιάνικο

ακουαφόρτε το

νιτρικό οξύ

acquaforte

ιταλικό

ακουζάρω

κατηγορώ, καταγγέλλω | προκαθορίζω

accusare

ιταλικό

ακουζάτορας ο | ακουζάτορος ο

κατήγορος, μηνυτής

accusatore

ιταλικό

ακουζάτος

κατηγορούμενος | προκαθορισμένος

accusato

ιταλικό

ακουμπέτι

τελικά, επιτέλους, τέλος πάντων, παρά ταύτα

akıbet

τούρκικο

ακουμπώ & ακουμπίζω

στηρίζομαι

accumbo

λατινικό

ακούτης ο

αυχένας

acuto

ιταλικό

ακούτος

οξύς, οξύτονος στη φωνή

acuto

ιταλικό

ακράνης ο

συνομήλικος, ισόβαθμος, φίλος

akran

τούρκικο

ακράπι το

σκορπιός

akreb

τούρκικο

ακταρμάς ο

μεταφορά, μετακόμιση, μεταφόρτωση | ανακάτεμα

aktarma

τούρκικο

ακταρντίζω | ακταρτίζω

μεταφέρω, μετακομίζω, μεταφορτώνω | ανακατεύω

aktarmak

τούρκικο

αλά

κατά τον τρόπο | κατά τη συνήθεια

alla

ιταλικό

άλα

εμπρός !

ala

βενετσιάνικο

αλαβία

αμέσως | στο δρόμο

alla via

ιταλικό

αλάβρες

μακάρι, ο θεός να δώσει

allah versin

τούρκικο

αλάγι το | αλάι το

πλήθος, σύνολο, πομπή, ακολουθία, σωρός

alay

τούρκικο

αλακάπα

αντίστροφα, αντίθετα | αδιάφορα | αιφνιδιαστικά

alla cappa

ιταλικό

αλακρέγκα | αλαγρέκα

σύμφωνα το ιουλιανό ημερολόγιο

alla greca

ιταλικό

αλαλούμ το

σύγχυση

ulalum

αραβικό

αλαμπάντα η

αναστάτωση, αναταραχή | απόπατος, αναγκαίο, πόρεψη, χρεία, μέρος, καμπινές, χαλές, χεστερή, χεζουριό, αποχωρητήριο

alla banda

ιταλικό

αλαμπάρδα η | αλαμπαρδόνα η

μακρύ δόρυ | άσχημο θηλυκό  | γυναίκα αλανιάρα

alabarda

ιταλικό

αλαμπουρνέζικα

ακαταλαβίστικα, παράξενα, αλλόκοτα

alla Livorno (Liburnum)

ιταλικό

αλαμπρατσέτα

αγκαζέ

a braccetto

ιταλικό

αλάνα η

πλατεία, ανοιχτός χώρος, ξέφωτο

alan

τούρκικο

αλάνης ο | αλανιάρης ο | αλάνι το

αλήτης, άνθρωπος της αλάνας

alan

τούρκικο

αλαντετούρα

κατευθείαν, ολόισια

alla addirittura

ιταλικό

αλάργα

μακριά, απόμακρα | αραιά | λίγο-λίγο

a la larga

βενετσιάνικο

αλαργάρω | αλαργεύω

απομακρύνομαι, ξεμακραίνω

alargar

βενετσιάνικο

αλαρμίζω

ενοχλώ, πειράζω, ταράζω

allarmare

ιταλικό

αλάρω

τραβώ με σκοινί, ρυμουλκώ

alare

ιταλικό

αλάς

ασπρόμαυρος | ποικιλόχρωμος

ala

τούρκικο

αλατζαλής | αλατζιάτικος

παρδαλός, πολύχρωμος

alacalı

τούρκικο

αλατζάς ο

πολύχρωμος | ύφασμα με πολύχρωμες ραβδώσεις και τετράγωνα | ρούχο από πολύχρωμο ύφασμα

alaca

τούρκικο

αλατζατζής ο

αυτός που υφαίνει αλατζάδες

alacaci

τούρκικο

αλάτη η

φτερούγα

alata

ιταλικό

αλατορίζω | αλατουριάζω

χρησιμοποιώ το γάλα και άλλου βοσκού, μαζί με των δικών μου ζώων, για να φτιάξω τυρί, συνεταιρικά

alleato

ιταλικό

αλάφι το

φλόγα

alaz

τούρκικο

αλάφι το

φλυαρία

lâf

τούρκικο

αλάχ ο

θεός

allah

τούρκικο

αλεγραμέντο το

η ευθυμία, η διασκέδαση, το κέφι

allegramento

ιταλικό

αλεγράρω | αλεγρίζω

διασκεδάζω, ευθυμώ, φτιάχνω τη διάθεση

allegrare

ιταλικό

αλεγρία η

ευθυμία, χαρά, κέφι | ελευθερία

allegria

ιταλικό

αλέγρος

εύθυμος, χαρούμενος, κεφάτος

alegro

βενετσιάνικο

αλεγροσύνη η

χαρά, ευθυμία | ζωηρότητα

allegrezza

ιταλικό

αλέμι το

σημαία, λάβαρο | κεφαλομάντηλο

alem

τούρκικο

αλέμι το

διασκέδαση, γλέντι

âlem

τούρκικο

αλένιος

κόκκινος

al

τούρκικο

αλέστα

πρόθυμα, προσεκτικά, έτοιμα | αμέσως, γρήγορα

alla lesta

ιταλικό

αλεστάρω

προετοιμάζω, παρασκευάζω

allestare

ιταλικό

αλέστος

πρόθυμος, έτοιμος | ευκίνητος, γρήγορος

alesto

βενετσιάνικο

αλέτι το

εργαλείο, μαραφέτι

alet

τούρκικο

αλητάμπουρας

αλήτης + berrü (άντρας)

berrü 

αλβανικό

αλί | άλικος

κόκκινος

al

τούρκικο

αλιάδα η

σκορδαλιά

agliata

ιταλικό

αλιβερντίζω

αγοράζω για άλλον | προμηθεύω φτηνά

alıvermek

τούρκικο

αλιγαδούρα η

σχοινί φτιαγμένο από λυγιά, λυγαριά, λύγο

ligatura

ιταλικό

αλικοντίζω | αλικοντεύω

εμποδίζω, παρεμποδίζω | καθυστερώ | μεταπείθω, αποτρέπω

alıkoymak

τούρκικο

αλιμέντο το

διατροφή διαζυγίου

alimento

ιταλικό

αλιμπαρταρω

αναποδογυρίζω

ribaltare

ιταλικό

αλιμπερτά

ελεύθερα, απεριόριστα | ζώα που βόσκουν χωρίς τσοπάνη,

liberta

τούρκικο

αλιμπερτός

ανελεύθερος

liberto

τούρκικο

αλιντίζω

θίγομαι | παραφέρομαι | κυριεύομαι | σκιρτώ

alınmak

τούρκικο

αλισβερίσι το

δοσοληψία, συναλλαγή, νταραβέρι

alιşveriş

τούρκικο

αλισίβα η | αλισία η

σταχτόνερο, θολόσταχτη, αθουδιά, κατασταλαχτή, κατασταλαή, κατενή, πιπιλιά

lissia

βενετσιάνικο

αλκόβα η

εσοχή στον τοίχο με διαχωριστική κουρτίνα

alcova

ιταλικό

αλμάγκο

τουλάχιστον, τέλος πάντων, επί τέλους

almanco

ιταλικό

αλμένο

τουλάχιστον

almeno

ιταλικό

άλμπα η

χάραμα

alba

βενετσιάνικο

αλμπάνης ο

πεταλωτής

nalbant

τούρκικο

άλμπουρο το

κατάρτι

arboro & alboro

βενετσιάνικο

αλουμίνι το

λουμίνι, φυτίλι για καντήλι

lumin

βενετσιάνικο

αλπακάς ο

είδος λεπτού μάλλινου υφάσματος

alpaca

ισπανικό

αλταμάρω

κλυδωνίζομαι χωρίς να προχωρώ σε πλοίο | βαδίζω αργά με ζωηρές κινήσεις

alto mare

ιταλικό

αλτάνα η

παρτέρι με λουλούδια | πρασιά | ζαρτινιέρα | γλάστρα

altana

βενετσιάνικο

αλτάρι το | αλτάρε το

το άγιο βήμα, η αγία τράπεζα

altare

ιταλικό

αλτεράρομαι

συγχύζομαι, ταράζομαι

alterare

ιταλικό

άλτο | αλτάδο

το ύψος του διχτυού

alto

ιταλικό

άλτος

ψηλός | φημισμένος, δοξασμένος, ευγενής | πολύ μακρινός

altus

λατινικό

άλτσα η

κομμάτι δέρματος ή ξύλου στο ψίδι του καλαποδιού | σίδερο στις άκρες της σόλας των παπουτσιών, στις φτέρνες ή στις μύτες

alzo

ιταλικό

αλτσάκης

τιποτένιος, κάθαρμα

alçak

τούρκικο

αμάγκο

τουλάχιστον

almanco

ιταλικό

αμάδα η

πέτρα πλακουτσωτή σα δίσκος | μεγάλος σκληρός βόλος | μεγάλος σκληρός σβόλος

al matt

ιταλικό

αμάκα η

τράκα, τσάμπα | αρπαγή, κλεψιά

a maca

βενετσιάνικο

αμάν

επιφώνημα για λύπη, στεναχώρια | θαυμασμό, έκπληξη | έλεος

aman

τούρκικο

αμανάτι το | αμανέτι το

παρακαταθήκη, ενέχυρο | φροντίδα ατόμου | ταχυδρομικό δέμα

emanet

τούρκικο

αμανές ο

αργόσυρτο παραπονιάρικο τραγούδι | δίστιχο που διαβάζουν στον κλήδονα

emane

τούρκικο

αμανετζής o

ιδιωτικός ταχυδρόμος

emanetaçi

τούρκικο

αμέλι το

πράξη, ενέργεια

amel

τούρκικο

αμέντε

λάβε τα μέτρα σου | έχε κατά νου

a mente

βενετσιάνικο

αμέτι-μουχαμέτι

πεισματικά

amet muhabbet

τούρκικο

άμια η

θεία

amia

βενετσιάνικο

αμίκος ο

φίλος

amico

ιταλικό

αμίρα η

στόχαστρο

mıra

ιταλικό

αμιράλης ο

ναύαρχος

amiral

τούρκικο

αμιράλιος ο | αρμιράγιος ο

ναύαρχος

amiraglio

βενετσιάνικο

αμιράς | αμίρης ο

άραβας άρχοντας | αρχηγός

amir

αραβικό

άμιτο το

κεφαλομάντηλο

ammitto

ιταλικό

αμολάρω | αμολέρνω | αμολώ

αφήνω, εγκαταλείπω | ελευθερώνω | φεύγω | χαλαρώνω

ammollare

ιταλικό

αμόντε

μάταια, ανώφελα | χαμένα

a monte

ιταλικό

αμοράτος

εραστής

amorato

ιταλικό

αμόρε το

έρωτας, αγάπη | εραστής ή ερωμένη

amore

ιταλικό

αμορίδα η

αγαπητικιά, φιλενάδα, γκόμενα, ερωμένη

amoretto

ιταλικό

αμορίζω

έχω ερωμένη

amoreggiare

ιταλικό

αμορίλα η

τεμπελιά | ανικανότητα | κακοτυχία

mora

ιταλικό

αμορόζα η

ερωμένη, αγαπητικιά, γκόμενα

amorosa

ιταλικό

αμορόζα η

περίδεσμος των ιστίων, ακροδέα

borose

βενετσιάνικο

αμορόζος ο

εραστής, αγαπητικός, γκόμενος

amoroso

βενετσιάνικο

άμουλα η

μπουκάλι, φιάλη

amola

ιταλικό

αμπαζούδα η

κυρία

božur'

σλάβικο

άμπακας ο | άμπακος ο

αβάκιο | άμμος | πλήθος πραγμάτων | μεγάλη ποσότητα φαγητού | σοφός

abbaco

ιταλικό

αμπακίστας ο

λογιστής

abachista

ιταλικό

αμπαλάρω

συσκευάζω

abballare

ιταλικό

αμπανόζι το | αμπανός ο

έβενος

abanoz

τούρκικο

αμπαντάρω

εκτιμώ, προσέχω

abbadare

ιταλικό

αμπαντονάρω | αμπαντονεύω

αφήνω, εγκαταλείπω, παρατώ | παραμελώ

abandonar

βενετσιάνικο

αμπάρα η

σύρτης, μάνταλος, μαναβέλα, περάτης, καντινάτσο, σίδερο

barra

ιταλικό

αμπάρι το

αποθήκη ξύλινη ή χτιστή για φύλαξη αγροτικών προϊόντων | το κύτος του πλοίου

ambar

τούρκικο

αμπάριζα η

παιδικό παιχνίδι, λέγεται και έμπατος ή καλές ή σκλαβάκια

ambarezë

αλβανικό

αμπαρτζής ο

αποθηκάριος

ambarcı

τούρκικο

αμπάς ο

χοντρό μάλλινο ύφασμα | χοντρή μάλλινη κάπα βοσκών και αγροτών

aba

τούρκικο

αμπασά η

διάβαση, μπάσιμο

passada

βενετσιάνικο

αμπασάδα

δουλειά, θέλημα | παραγγελιά

ambassada

βενετσιάνικο

αμπασαδόρος

αγγελιαφόρος, αποκρισάριος | αυτός που κάνει το θέλημα, τη δουλειά | εργάτης

ambassador

βενετσιάνικο

αμπάσο

χαμηλά, κάτω

abbasso

ιταλικό

αμπάστα η

σχεδιασμένη ραφή

basta

ιταλικό

αμπατζής

αυτός που φτιάχνει ή πουλάει αμπάδες

abaci

τούρκικο

αμπελέτσα

παίρνω το παιδί στην πλάτη, καλικούτσα, όπαλα, αγκάνια

amplesso

ιταλικό

αμπέρι το | αμπεριά η

το φυτό Acacia farnesiana γαζία, γαντζία

amber

τούρκικο

αμπιτάδος

κατοικημένος

abitado

βενετσιάνικο

άμπιτο το

νυφικό, φουστάνι πολυτελείας, βελέσι

abito

βενετσιάνικο

αμπλά η

μεγαλύτερη αδερφή | θεία, άμια | σεβαστή ηλικιωμένη

abla

τούρκικο

αμπλάκης ο

αμούστακος νεαρός | αγαθός | βλάκας

ablak

τούρκικο

αμπντέστι το

Το πλύσιμο του μουσουλμάνου πριν προσευχηθεί

abdest

τούρκικο

αμπονάδα η

θέση κλεισμένη, προσωπική

abonar

βενετσιάνικο

αμπονάτος

τακτικός επισκέπτης | εκμισθωμένος | όνομα κόκκινου πετρόψαρου

abonato

βενετσιάνικο

αμπονόρα

νωρίς

bonora

βενετσιάνικο

αμπουγάδα η

μπουγάδα

bugada

βενετσιάνικο

αμπούλα η | άμπουλα η

μποτίλια, μπουκάλι, φιάλη

ampulla

λατινικό

αμπουριάζω | αμπουρίζω

αχνίζω, ατμίζω

abureádzà

βλάχικο

αμπουρνελιά

το δέντρο Prunus domestica, μπουρνελιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά, τζανεριά, κουμηλίά

brunella

ιταλικό

άμπουρος ο | άμπουρας ο | άμπρος ο

ατμός, αχνός

aburu

βλάχικο

άμπρα η | άμπαρι το | άμπαρο το

ήλεκτρο, κεχριμπάρι | εξαιρετική μυρουδιά

ambra

ιταλικό

αμπράζης ο

καχεκτικός | βάναυσος | άτακτος

ebras

αραβικό

αμπράκαμος ο

χάντρα κεχριμπάρι | το κολιέ, το περιδέραιο

ambracane

ιταλικό

άμπρα-κατάμπρα

«μαγική» λέξη

abracadabra

ιταλικό

αμπρακώνω

βάζω κάτω από τη μασχάλη

imbracciare

ιταλικό

αμπρατσάρω

αγκαλιάζω

abrazzar

βενετσιάνικο

αναβαντάγιο το

παράρτημα, πρόσθεμα

avvantaggio

ιταλικό

ανακαράς ο

μουσικό όργανο

nakkare

τούρκικο

αναμουρεύω

μουσμουρεύω, γοητεύω, ερωτεύομαι

innamorare

ιταλικό

αναμπουμπούλα η | αναμπαμπούλα η 

ανακατωσούρα | αναστάτωση | σύγχυση | ταραχή

ala babula

βενετσιάνικο

αναντάμ-μπαμπαντάμ

από παλιά (από μάνα και πατέρα), από καταγωγή

anadan babadan

τούρκικο

ανασόνι το | ανασονιά η

το φυτό Pimpinella anisum, γλυκάνισο, άνισο

anason

τούρκικο

αναφακάς ο

διατροφή διαζυγίου

nafaka

τούρκικο

αναφιλά

μάταια, άσκοπα, τσάμπα

nafile

τούρκικο

ανελέντο το

αρνάκι

agnelletto

ιταλικό

ανελέτα η

στρογγυλό σκουλαρίκι | διάτρητο στρογγυλό κόσμημα | η βέργα, το χέρι του κανταριού | το μάσκουλο του παράθυρου

anelletta

ιταλικό

ανέλο το | ανέλα α

ο μεγάλος κρίκος της άγκυρας | ο κρίκος του λουριού στο όπλο

anelo

βενετσιάνικο

ανίλα η

νίλα, ζημιά, παίδεμα

an’ilia

βλάχικο

άνιμα η

ψυχή

anima

ιταλικό

ανουνσιάζω

αναγγέλω

annunziare

ιταλικό

αντακόνω | αντακιάζω

αρχίζω κάτι

antaccare

ιταλικό

ανταλέτι το

δικαιοσύνη

adalet

τούρκικο

ανταλής ο

νησιώτης

adalι

τούρκικο

αντάμης ο

πραγματικός άνθρωπος | αντρειωμένος, γενναίος

adam

τούρκικο

αντάντε

αργά

andante

ιταλικό

αντάρε

πηγαίνω

andar

βενετσιάνικο

αντάσορας

μετά ταύτα

andan sonra

τούρκικο

αντάτζιο

αργά

adagio

ιταλικό

άντε | άιντε

εμπρός | πηγαίνετε

haydi

τούρκικο

αντένα

κεραία | γαστροκνημία ή αγκούλα

antena

βενετσιάνικο

αντενάτος ο

πρόγονος

antenato

βενετσιάνικο

αντερί το

μακρύ αντρικό φόρεμα | κελεμπία | εσώρουχο του παπά

entari

τούρκικο

αντετά

κατάλληλα, ταιριαστά

adatto

ιταλικό

αντέτι το

έθιμο, συνήθειο

âdet

τούρκικο

άντζα | άντζακι

μόλις | σπάνια

ancak

τούρκικο

άντζα η | άντσα η

κνήμη, καλάμι | γαστροκνημία, αγκούλα, γάμπα | πέλμα, χοιρομέρι

ancia

λατινικό

αντζίνα η

συνάχι, φαρυγγίτιδα

angina

ιταλικό

αντζούγια η

παστός γαύρος | χαψί

acciuga

ιταλικό

αντζούρι το | αντσούρι το

το φυτό Cucumis sativus, ξυλάγγουρο

acur

τούρκικο

αντιβινιαριστικά

κατ’ εικασία

indivinare

ιταλικό

αντίδι το

το φυτό Cichorium endivia, πικρομάρουλο, ρίτσα, ήμερο ραδίκι

intubus

λατινικό

αντίκα η

παλιό αντικείμενο αξίας

antica

ιταλικό

αντικάμαρα η

προθάλαμος

anticamara

βενετσιάνικο

αντίκος

παλιός, αρχαίος

antico

ιταλικό

αντίο

αποχαιρετισμός

adio

βενετσιάνικο

αντρές ο | αντρέ το

διάδρομος σπιτιού

antrata