Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα – Ατασθαλίες της ελληνικής ιστοριογραφίας

  










ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΘΟΞΟΟΥ

 

 

ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

τρίτη έκδοση

αναθεωρημένη

 

 

εκδοσεις μπαταβια

θεσσαλονικη 2006


  


    Περιεχόμενα


Ελληνικός εθνικισμός και μειονότητες  

Οι Βλάχοι της Ελλάδας - αντίλογος πρώτος   

Οι Βλάχοι της Ελλάδας - αντίλογος δεύτερος 

Σημειώσεις για τους Ρομ    

Οι Γύφτοι στην ελληνική βιβλιογραφία 

Για το μακεδονικό ζήτημα  

Οι απογραφές του Χιλμή Πασά   

Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος  

Η απόφαση για το Σκοπιανό Εχθρό: η υπέρβαση των ορίων    

Πληθυσμός και οικισμοί της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη 

Για ένα μεταεθνικό ιστορικό λόγο

 

Πρόλογος τρίτης έκδοσης

 

Το βιβλίο που κρατάει ο αναγνώστης στα χέρια του πρωτοκυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1991. Ήταν μια συλλογή άρθρων που είχαν δημοσιευτεί σε ορισμένα περιοδικά και είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό την αντιεθνικιστική – φιλομειονοτική προσέγγιση των θεμάτων που έθιγαν.

Τα ίδια τα κείμενα, που είχαν δει το φως της δημοσιότητας μεταξύ 1985 – 1989, δημιούργησαν αίσθηση, καθώς έσπερναν καινά δαιμόνια και έθιγαν, ίσως για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το ζήτημα της διαχρονικά εχθρικής στάσης της ιδεολογικής κοινότητας του ελληνικού έθνους προς τις πολιτισμικές και εθνικές μειονότητες της χώρας, ενώ συγχρόνως επιχειρούσαν να αποδομήσουν στερεότυπα του ελληνικού εθνικού μύθου.

Αν καθένα χωριστά από αυτά τα κείμενα ενόχλησε το έθνος, όλα μαζί σε ένα τόμο συγκεντρωμένα μετατράπηκαν σε εθνικό μπελά. Αυτός ήταν ο λόγος που επί δύο χρόνια δεν μπορούσα να βρω εκδότη. Τελικά η συντακτική επιτροπή του περιοδικού λεβιαθαν, μετά από προβληματισμό και υπέρβαση των περί του αντιθέτου πατριωτικών προτροπών, αποφάσισε να αναλάβει το “βάρος” της δημοσίευσης.

Η πρώτη έκδοση συνέπεσε με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του μακεδονικού κράτους. Μιλάμε για μια εποχή που το ελληνικό έθνος αποφάσισε να υπερβεί τα όριά του κατασκευάζοντας έναν Εχθρό. Τα (κατ’ ευφημισμό) μέσα μαζικής επικοινωνίας στην Ελλάδα υλοποίησαν γρήγορα την απόφαση, παρουσιάζοντας στο αδηφάγο εθνικό κοινό τους “Σκοπιανούς”, αυτούς τους σύγχρονους βάρβαρους, που εμφανίστηκαν από το πουθενά στα βόρεια σύνορα, καραδοκώντας να εισέλθουν στη χώρα και να τη διαμελίσουν.

Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, παπάδες και πανεπιστημιακοί, πρωτοστάτησαν και δημιούργησαν ένα κλίμα εθνικής υστερίας που νομίζω για πρώτη φορά γνώρισε η μεταπολεμική Ελλάδα. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, με τη βοήθεια δημοσιογράφων (όχι τόσο των ιδεολόγων εθνικιστών, αλλά κυρίως εκείνων των επιτηδείων αμοραλιστών, που άρχισαν να απομυζούν τα περίφημα μυστικά κονδύλια) δημιούργησε ατμόσφαιρα πολεμικής αναμέτρησης. Τη σκυτάλη πήραν οι δεσποτάδες, οι γνήσιοι φορείς του ελληνορθόδοξου πνεύματος, που πρωτοστάτησαν κι οργάνωσαν συλλαλητήρια εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για την υπεράσπιση της Μακεδονίας, αυτής της νέας “ψυχής” του ελληνικού έθνους.

 Οι λίγες ψύχραιμες φωνές που επιχείρησαν να κάνουν έκκληση στην κοινή λογική και να μιλήσουν για την πραγματική διάσταση των γεγονότων, πνίγηκαν σχεδόν πριν προλάβουν να ακουστούν.

Εκ μέρους των Ρωμιών, κυρίως ένα μικρό τμήμα της φοιτητικής νεολαίας της εποχής αντιστάθηκε στη νέα εθνική ψύχωση και αυτό περισσότερο από διαίσθηση και αντιπολεμικό προσανατολισμό παρά από κατανόηση των ακραίων συνεπειών του εθνικού λόγου.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου εξαντλήθηκε μέσα σε δύο μήνες, έχοντας απευθυνθεί βασικά στους νέους εκείνης της γενιάς.

Έτσι ένα έργο που στον υπότιτλό του μιλούσε για τις “ατασθαλίες της ελληνικής ιστοριογραφίας” μετατράπηκε σε κατεξοχήν πολιτικό εργαλείο στην άνιση διαμάχη ενός μικρού κινήματος με ολόκληρο το έθνος. Ο συγγραφέας του αναθεματίστηκε, χαρακτηρίστηκε ύποπτος προδοσίας, έχασε φίλους. Βρέθηκε στα δικαστήρια να υπερασπίζεται φοιτητές που δικάζονταν γιατί μιλούσαν για “Σλαβομακεδόνες” και να περνάει τα σύνορα με τα πόδια μαζί με δυο δεκάδες συμπολίτες του για να αντισταθεί συμβολικά στο εμπάργκο κατά των γειτόνων.

Η κορυφαία όμως “ανθελληνική” πράξη του, η διάβαση του Ρουβίκωνα, εκείνη που τον χαρακτήρισε ως Εχθρό της κοινότητας, υπήρξε η καταρχάς συμπόρευσή του και στη συνέχεια η ένταξή του σε ένα νέο κίνημα που γεννήθηκε στη Μακεδονία. Πρόκειται για το κίνημα των Μακεδόνων της Ελλάδας, της πολιτικής οργάνωσης που τη συγκρότησή της απευχόταν το ελληνικό έθνος και στην ιδεολογία του οποίου χαρακτηριζόταν ως ο εσωτερικός εχθρός, δηλαδή οι “Σκοπιανοί” μέσα στη χώρα. Το ουρανιο τοξο κατέβηκε στις ευρωεκλογές παίρνοντας χιλιάδες ψήφους, διαψεύδοντας ταυτόχρονα την εθνική θέση για μη ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας.

Η απάντηση του έθνους υπήρξε άμεση, με αλλαγή τακτικής απέναντι στο κίνημα διεκδίκησης μειονοτικών δικαιωμάτων, που άρχισε δειλά και με τη θεσμική προστασία του δικαίου μιας υπό διαμόρφωση Ευρωπαϊκής Ένωσης, να κάνει τα πρώτα βήματά του: συνωμοσία σιωπής για τις πράξεις των ακτιβιστών και την έκδοση των αντεθνικών βιβλίων τους.

Έτσι μετά την εξάντληση και της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου (στα τέλη του 1993), δεν υπήρχε εκδότης πρόθυμος να προχωρήσει σε επανέκδοση, μέχρι που η μπαταβια, ένας εκδοτικός οίκος που δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη από το γιατρό Γεώργιο Νακρατζά, προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει τα δικά του “αντεθνικά” και “καταραμένα” βιβλία, δέχτηκε να προχωρήσει σε μια αναθεωρημένη επανέκδοση του βιβλίου μου, όπως έπραξε ήδη και με δύο ακόμα έργα μου.

Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του 1992 έγραφα πως τα κείμενά του, “αποτελούν τα πρώτα μου βήματα, μια ημιτελή προσπάθεια μη εθνικιστικής και αποϊδεολογικοποιημένης προσέγγισης”. Ξαναδιαβάζοντάς τα σήμερα, συνειδητοποίησα, ως προς το πρώτο σκέλος, πως επρόκειτο σίγουρα για “τα πρώτα βήματά” μου. Μια επανέκδοσή τους θα έπρεπε να συνοδεύεται από αλλαγές και σχόλια αναγκαία για την κατανόηση του τρόπου που βλέπω τα εθνικά και μειονοτικά ζητήματα μετά από μία εικοσαετία.

Από την άλλη, τα βιώματα και οι προβληματισμοί μου αυτές τις δύο δεκαετίες, με κάνουν σήμερα να πιστεύω πως είναι αδύνατη μια μη ιδεολογική και μη πολιτική άρθρωση ιστορικού λόγου.

Επιπλέον νομίζω ότι το στάδιο της “αντιεθνικιστικής” κριτικής πρέπει πλέον να το διαδεχτεί ένας συγκροτημένος μεταεθνικός λόγος, ένας λόγος που προσπαθεί να κατανοήσει την ιστορία όχι με τους όρους του παρελθόντος, αλλά με εκείνους μιας εποχής που έχει αρχίσει και σε επίπεδο κοινωνίας και οικονομίας υπερβαίνει τα παλαιά σύνορα τείνοντας σε ευρύτερες πολιτικές ενοποιήσεις.

Έπρεπε λοιπόν να προχωρήσω σε μια επανέκδοση, σεβόμενος εφ’ ενός μεν το βασικό κορμό των παλιών κειμένων, προχωρώντας δε αφετέρου, σε μικρές προσθαφαιρέσεις ή αντικατάσταση όρων που αντιστοιχούν στη σημερινή μου οπτική και στη συνακόλουθη επιθυμία μου για μια κριτική θεώρηση του έργου μου.

Έτσι δεν μπορούσα να αντισταθώ στον εμπλουτισμό της επιχειρηματολογίας μου, στην παρουσίαση νέου υλικού και στο σχολιασμό απόψεων συγγραφέων που για διαφορετικούς λόγους επιχείρησαν στο μεταξύ μια λιγότερο ή περισσότερο σοβαρή προσέγγιση των ζητημάτων που με απασχολούν. Για μεθοδολογικούς λόγους αποφάσισα αυτό το υλικό να το παραθέσω με τη μορφή υποσημειώσεων.

Κατέληξα λοιπόν αυτό το βιβλίο να αποτελείται από κεφάλαια που το κυρίως κείμενο, μερικά αναθεωρημένο, να αντιστοιχεί περισσότερο σε εκείνο της πρώτης δημοσίευσης του άρθρου ή της προφορικής εισήγησης στην αντίστοιχη εκδήλωση, ενώ το νέο υλικό να βρίσκεται συγκεντρωμένο στις υποσημειώσεις.

Στην τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, αφαίρεσα το κείμενο για το Φαλμεράυερ, μια και το θέμα το παρουσίασα ξαναδουλεμένο στο “Σύμμικτο Λαό”, πρόσθεσα δε πέντε νέα κεφάλαια (δύο παλαιότερα και τρία πρόσφατα κείμενα).

Βλέποντας τελικά το εγχείρημα ολοκληρωμένο, ανεπιφύλακτα πιστεύω πως, επί της ουσίας, ο αναγνώστης δεν έχει μπροστά του μια απλή επανέκδοση, αλλά ένα νέο βιβλίο.

 

 

Ελληνικός εθνικισμός και μειονότητες[1]

 

Ξεκινώντας την αναγκαστικά σύντομη παρέμβασή μου, σε αυτή τη συζήτηση της Αριστεράς για τα εθνικά ζητήματα και τα μειονοτικά, θα ήθελα να επαναλάβω τα λόγια ενός μαρξιστή, του Τομ Νερν, από το έργο του “Σύγχρονος Ιανός”:

Η θεωρία του εθνικισμού αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ιστορική αποτυχία του μαρξισμού. Μπορεί να είχε και άλλες και ορισμένες από αυτές να υπήρξαν αντικείμενο διαμάχης σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο καμιά από αυτές δεν είναι τόσο σημαντική όσο το πρόβλημα του εθνικισμού”.[2]

Η ιδεολογία της κομμουνιστικής αριστεράς, περιορισμένη σε αφορισμούς για όσους προλετάριους πίστευαν ότι έχουν πατρίδα και αναλύσεις βασισμένες στη σκέψη του Ιωσήφ Στάλιν[3], για δεκαετίες τραβούσε το δρόμο ενός διεθνισμού[4] εξυπηρέτησης των κάθε λογής και απόχρωσης μοντέλων.

Είναι αλήθεια βέβαια πως στην Ελλάδα κάποιοι “ιδιόρρυθμοι”, όπως τότε χαρακτηρίζονταν και οι οποίοι σήμερα θεωρούνται οι παραγωγοί της αριστερής εθνικής ιδεολογίας, έλεγαν με τον τρόπο τους,[5] από τη δεκαετία του 1960, αυτό που σήμερα φαίνεται να κυριαρχεί:

Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να σώσει το έθνος του… Τα έθνη δεν πεθαίνουν με μια πολιτική. Ζει ο λαός και αλλάζει η πολιτική μορφή… Δουλεύω για τον ελληνισμό. Μήπως μπορώ να δουλέψω για τίποτε άλλο;.[6]

Αυτή, ωστόσο, η ιδεολογία που συμπυκνώνεται στα παραπάνω λόγια του Ίωνα Δραγούμη και τα οποία κάποιοι αριστεροί φοιτητές δειλά χρησιμοποιούσαν με τη δική τους συνθηματική ιδεολογική διάλεκτο, την περίοδο 1965 – 1975, έγινε τώρα ο πολιτικός μπούσουλας και το πιστεύω της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Επειδή το εθνικό φαινόμενο είναι ένα ιδεολογικό φαινόμενο, που για να επανέλθουμε στον Νερν, “αντιστοιχεί σε ορισμένες εσωτερικές ανάγκες της κοινωνίας καθώς επίσης και σε ορισμένες ατομικές ψυχολογικές ανάγκες, προσφέροντας στους λαούς και τα άτομα ένα σημαντικό εμπόρευμα, την ταυτότητα”, θέλω να σημειώσω πως δεν μπορείς να κατανοήσεις και να ερμηνεύσεις μια ιδεολογία, όταν αυτή αποτελεί τον δικό σου κώδικα επικοινωνίας και τον δικό σου λόγο.

Ένας εθνικιστής μπορεί να πολεμήσει για τις “χαμένες πατρίδες” και να σκοτωθεί για τα “δίκαια του έθνους”. Δεν μπορεί όμως να καταλάβει το εθνικό φαινόμενο. Είναι το ίδιο απίθανο όσο οι προσπάθειες μιας μαρξιστικής - λενινιστικής γκρούπας να κατανοήσει τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα ή μιας χριστιανικής οργάνωσης να εμβαθύνει στη φιλοσοφία του Επίκουρου.

Οι πιθανότητες να ανιχνεύσεις τα ζητήματα της εθνικής συνείδησης γίνονται σοβαρές μέσω της συστηματικής έρευνας των ιστορικών πηγών και όχι με το διάβασμα της εθνικής ιστορίας (: εθνικού μύθου). Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να υπερβείς τα εθνικά ιδεολογικά πλαίσια.

Αν δεν απαντήσεις σε θεωρητικά προβλήματα, που έχουν να κάνουν με τη συλλογική ταυτότητα, τους “φίλους” και τους “εχθρούς” γείτονες, την ενοποίηση ως καταστροφή της ιδιαιτερότητας, τη συγκρότηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και την αναπαραγωγής της ως συνεκτικό στοιχείο κάθε κοινωνίας, τη σχέση της ιστορίας και του μύθου, είναι αδύνατο να απεγκλωβιστείς της εθνικής ερμηνείας των πραγμάτων. Επιπλέον ο κίνδυνος ενός τέτοιου εγχειρήματος, ίσως σημαίνει, γι’ αυτόν που τολμά ότι στο τέλος της διαδρομής, εκτός από τη σωτηρία της “εθνικής ψυχής” του, θα έχει χάσει και τους παλιούς του φίλους.[7]

Για να περάσω τώρα στο δεύτερο ζήτημα, εκείνο των πολιτισμικών και εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα.

Η ιστορία της λεγόμενης ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης ή της κρατικής συγκρότησης και επέκτασης του ελληνικού κράτους, συνοδεύεται από μία μικρότερη αλλά τραγική παράλληλη ιστορία, εκείνη της ενσωμάτωσης των μειονοτήτων.

Ο γεωγραφικός χώρος που βρίσκεται εντός των ορίων του ελληνικού κράτους, σε αντίθεση με την κρατούσα περί του αντιθέτου ιδεοληψία, κατοικήθηκε για αιώνες και από μη ελληνόφωνους πληθυσμούς, με διαφορετικούς πολιτισμούς.

Θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες πληροφορίες των πηγών, κάποια ιστορικά γεγονότα, τόσο σημαντικά που δύσκολα ξεμπερδεύουν μαζί τους οι επαγγελματίες συντηρητές και αναπαραγωγοί του εθνικού μύθου.

α. Ο γεωγράφος Στράβων (64 π.Χ. – 24 μ.Χ.) σημειώνει: “Σχεδόν δε τι και η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν, απ’ αυτών λογιζομένοις των μνημονευομένων, Πέλοπος μεν εκ της Φρυγίας επαγαγομένου λαόν εις την απ’ αυτού κληθείσαν Πελοπόννησον, Δαναού δε εξ Αιγύπτου, Δρυόπων τε και Καυκόνων και Πελασγών και Λελέγων και άλλων τοιούτων κατανειμαμένων τα εντός Ισθμού, και τα εκτός δε. Την μεν γαρ Αττικήν οι μετά Ευμόλπου Θράκες έσχον, της δε Φωκίδος την Δαυλίδα Τηρεύς, την δε Καδμείαν οι μετά Κάδμου Φοίνικες, αυτήν δε την Βοιωτίαν Άονες και Τέμμικες και Ύαντες. Και από των ονομάτων δε ενίων το βάρβαρον εμφαίνεται, Κέκροψ και Κόδρος και Άικλος και Κόθος και Δρύμας και Κρίνακος. Οι δε Θράκες και Ιλλυριοί και Ηπειρώται και μέχρι νυν εν πλευραίς εισίν. Έτι μέντοι μάλλον πρότερον ή νυν, όπου γε και της εν τω παρόντι Ελλάδος αναντιλέκτως ούσης την πολλήν οι βάρβαροι έχουσι, Μακεδονίαν μεν Θράκες και τινα μέρη της Θεττταλίας, Ακαρνανίας δε και Αιτωλίας [τα] άνω Θεσπρωτοί και Κασσωπαίοι και Αμφίλοχοι και Μολοττοί και Αθαμάνες, Ηπειρωτικά έθνη”.[8]

Ή σε ελεύθερη απόδοση: Σχεδόν δε ολόκληρη η Ελλάδα υπήρξε παλιά κατοικία των βαρβάρων, εάν κρίνουμε από τα μνημονευόμενα. Του Πέλοπος μεν εκ της Φρυγίας λαό εγκατεστημένου στην από αυτόν ονομασθείσα Πελοπόννησο, του Δαναού εξ Αιγύπτου, των Δρυόπων και των Καυκόνων και των Πελασγών και των Λελέγων και άλλων τέτοιων (λαών) που κατένειμαν τα (εδάφη) εντός και εκτός του Ισθμού (της Κορίνθου). Την μεν Αττική οι μετά του Ευμόλπου Θράκες κατέλαβαν, τη δε Δαυλίδα της Φωκίδος ο Τηρεύς, τη δε Καδμεία οι μετά του Κάδμου Φοίνικες, αυτή δε τη Βοιωτία οι Άονες, οι Τέμμικες και οι Ύαντες. Και εκ των ονομάτων μερικών φαίνεται το βάρβαρο: Κέκροψ και Κόδρος και Άικλος και Κόθος και Δρύμας και Κρίνακος. Οι δε Θράκες και οι Ιλλυριοί και οι Ηπειρώτες και μέχρι τώρα βρίσκονται στα πλευρά της (Ελλάδας), περισσότερο παλαιότερα παρά τώρα, όπου αναντίρρητα την πολλή της παρούσας Ελλάδας κατέχουν οι βάρβαροι, της Μακεδονίας και μερικά μέρη της Θεσσαλίας οι Θράκες, της Ακαρνανίας και της άνω Αιτωλίας (κατέχουν) οι Θεσπρωτοί, οι Κασσωπαίοι, οι Αμφίλοχοι, οι Μολοττοί και οι Αθαμάνες, (που είναι) έθνη[9] Ηπειρωτικά.

β. Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα πέθανε και συμβολικά με τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Οι εκκλησίες που πάνω στα χαλάσματα των αρχαίων ναών θεμελίωσε ως κατακτητής ο χριστιανισμός, είναι τα κενοτάφια του αρχαιοελληνικού πνεύματος.[10]

γ. Μετά τους Ρωμαίους, οι Γότθοι κυριεύουν την Ελλάδα και τους ακολουθούν οι Άβαροι και οι Σλάβοι που, σύμφωνα με το χρονικό της Μονεμβασίας, κατείχαν την Ελλάδα για 218 χρόνια (587 – 805 μ. Χ.).[11] Οι απόγονοί τους Μελιγγοί και Εζερίτες του Ταϋγέτου, θα αντισταθούν σκληρά σε Φράγκους και Βυζαντινούς μερικούς αιώνες αργότερα.[12]

δ. Οι Βλάχοι από τον 12ο αιώνα ζουν λίγο έξω από το Ζητούνι (Λαμία) και κατεβαίνουν από τα βουνά στους κάμπους για ληστεία και αρπαγή, σύμφωνα με τα λόγια του Βενιαμίν από την Τουδέλα.[13]

ε. Δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις οικογένειές τους, τα υπάρχοντά τους και τα ζώα τους γίνονται δεκτοί στις αρχές του 15ου αιώνα στον Ισθμό της Κορίνθου από το δεσπότη της Πελοποννήσου Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο. Οι νέοι έποικοι θα κατοικήσουν έρημους τόπους, θα ξεχερσώσουν και θα καλλιεργήσουν τη γη.[14]

στ. Στο σατυρικό διάλογο Ταξίδι στον Άδη (Επιδημία Μάζαρι εν Άδου) του βυζαντινού Μάξιμου Μάζαρι, ο συγγραφέας περιγράφει τις επτά γλωσσικές – πολιτισμικές κοινότητες που κατοικούν από κοινού (οικεί αναμίξ γένη) το 1415 στην Πελοπόννησο: Λακεδαίμονες (Μανιάτες), Ιταλοί, Πελοποννήσιοι (Μοραΐτες), Σθλαβίνοι, (Σλάβοι) Ιλλυριοί (Αρβανίτες), Αιγύπτιοι (Τσιγγάνοι) και Ιουδαίοι (Εβραίοι).[15]

Για να μην κουράσω άλλο με αναφορές σε αρχαίες και μεσαιωνικές πηγές, θέλω να καταλήξω λέγοντας ότι εκτός από τον ελληνόφωνο πληθυσμό που διασώθηκε μέσα στους αιώνες, στις αρχές της δεκαετίες του 1920 υπήρχαν εντός του ελληνικού κράτους εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι που μιλούσαν αλβανικά, βλάχικα, τούρκικα, μακεδόνικα, ισπανικά, τσιγγάνικα και βουλγάρικα.

Οι εκδίωξη χιλιάδων από αυτούς με διακρατικές συμφωνίες (που έλαβαν την ονομασία “ανταλλαγή πληθυσμών”) ή με τα όπλα (Τσάμηδες και Μακεδόνες) ή ακόμα και με τη φυσική εξόντωσή τους (ολοκαύτωμα των Εβραίων την περίοδο της γερμανικής κατοχής), μπορεί να οδήγησε στην αλλοίωση του γλωσσικού, πολιτισμικού και ιδεολογικού (εθνικού) τοπίου αλλά δεν εξαφάνισε τις μειονότητες από τη χώρα.

Το σύνολο του πολιτικού κόσμου σήμερα στην Ελλάδα, μιλώντας για μειονότητες στη χώρα, αποδέχεται μόνο την ύπαρξη των μουσουλμάνων της Θράκης, χωρίς να αναγνωρίζει την τουρκική εθνική συνείδησή τους.

Οι Μακεδόνες, μια εξίσου σημαντική αριθμητικά μειονότητα, θεωρούνται ως “δίγλωσσα φαντάσματα”.[16] Οι Βλάχοι κι οι Αρβανίτες παρουσιάζουν μόνο φολκλορικό ενδιαφέρον. Όσον αφορά τέλος τους Γύφτους, ενοχλεί ακόμα και η παρουσία τους.

Για τους έλληνες πολιτικούς, απ’ ότι φαίνεται υπάρχει μόνο η εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους. Τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα και ο σεβασμός του διαφορετικού είναι ζητήματα ξένα προς την εθνική ιδεολογία τους και την κουλτούρα τους.


 

Οι Βλάχοι της Ελλάδας

αντίλογος πρώτος[17]

 

 

Η ελληνικότητα των σύγχρονων Βλάχων (Κουτσοβλάχων)[18] προκύπτει από την εθνική τους συνείδηση, που αποκτούν κυρίως μετά τους βαλκανικούς πολέμους και την ως υπηκόων ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό κράτος. Με αυτή την έννοια είναι Έλληνες. Κατά την αναζήτηση ωστόσο της πολιτισμικής[19] τους ταυτότητας (διάφορη αυτή της εθνικής) θα πρέπει να σταθούμε στην ιστορική εικόνα που εμφανίζουν οι μαρτυρίες των πηγών και όχι στα αυθαίρετα “εθνολογικά” δημοσιεύματα που επέβαλε η κρατική ιδεολογία.

Είναι λοιπόν ο βυζαντινός συγγραφέας του ΙΒ΄ αιώνα Κεκαυμένος, που εκφράζοντας την αντίθεση των αρχών της Κωνσταντινούπολης προς τους δυναμικά αντιστεκόμενους στην αυτοκρατορική εξουσία Βλάχους τους χαρακτηρίζει “γένος άπιστον τε παντελώς και διεστραμμένον, μήτε εις θεόν έχον πίστιν ορθήν μήτε εις βασιλέα μήτε εις συγγενή ή εις φίλον, αλλά αγωνιζόμενον πάντας καταπραγματεύεσθαι, ψεύδεται δε πολλά και κλέπτει πάνυ, ομνύμενον καθεκάστην όρκους φρικωδεστάτους προς τους εαυτού φίλους και αθετούν ραδίως ποιούν τε αδελφοποιήσεις και συντεκνίας και σοφιζόμενον δια τούτων απατάν τους απλουστέρους, ουδέποτε δε εφύλαξε πίστιν προς τινα, ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων”.

Και συνεχίζει περιγράφοντας τα συμβάντα που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τον τόπο όπου κατοικούσαν:

Πολεμηθέντες παρά του βασιλέως Τραϊανού και παντελώς εκτριβέντες εάλωσαν, και του βασιλέως αυτών του λεγομένου Δεκαβάλου αποσφαγέντος και την κεφαλήν επί δόρατος αναρτηθέντος εν μέση τη πόλει Ρωμαίων. Ούτοι γαρ εισιν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσοι. Ώκουν δε πρότερον πλησίον του Σάου, ον νυν ποταμόν Σάβαν καλούμεν, ένθα Σέρβοι αρτίως οικούσιν, εν οχυροίς και δυσβάτοις τόποις. Τούτοις θαρρούντες υπεκρίνοντο αγάπην και δούλωσιν προς τους αρχαιοτέρους των Ρωμαίων βασιλείς και εξερχόμενοι των οχυρωμάτων ελεΐζοντο τας χώρας των Ρωμαίων, όθεν αγανακτήσαντες κατ’ αυτών, ως είρηται, διέφθειραν αυτούς, οι και εξελθόντες των εκείσε διεσπάρησαν εν πάση τη Ηπείρω και Μακεδονία, οι δε πλείονες αυτών ώκησαν την Ελλάδα” [Cecaumeni, Strategicon et incerti scriptoris de officiis regiis libelus, έκδοση B. WassiliewskyV. Jernstedt, Petersburg 1896, σελ. 74].[20]

Την ίδια περίοδο ο Νικήτας Χωνιάτης γράφει για αυτούς “τους κατά τον Αίμον το όρος βαρβάρους, οι Μυσοί πρότερον ωνομάζοντο, νυνί δε Βλάχοι κικλήσκονται” οι οποίοι “τα Θετταλίας κατέχων μετέωρα, α νυν μεγάλη Βλαχία κικλήσκεται” [Nicetae Choniate, Historia, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841].[21]

Ένας Εβραίος περιηγητής ο Βενιαμίν εκ Τουδέλας[22] σημειώνει το 1159 στο Ζητούνι (Λαμία): “Εδώ βρίσκονται τα σύνορα της Βλαχίας που οι κάτοικοι της ονομάζονται Βλάχοι. Είναι αλαφροί και γρήγοροι σαν ζαρκάδια και κατεβαίνουν από τα βουνά στους ελληνικούς κάμπους για ληστεία και αρπαγές. Κανείς δεν ριψοκινδυνεύει πόλεμο μαζί τους, ούτε μπορεί να τους υποτάξει γιατί τα καταφύγιά τους είναι απρόσιτα και αυτοί μονάχα γνωρίζουν τους δρόμους. Δεν είναι χριστιανοί ούτε Εβραίοι”. Και συμπληρώνει: “Όταν συναντήσουν Ισραηλίτη τον ληστεύουν αλλά δεν τον σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες. Αυτή η φυλή δεν υπακούει σε κανένα νόμο” [Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος πρώτος, Αθήνα 1976, σελ. 223].

Πληροφορίες για τους Βλάχους[23] παρέχει και ο Χαλκοκονδύλης (ΙΕ αιώνας): “Δάκες δε χρώνται φωνή παραπλησία τη Ιταλών διεφθαρμένη δε ες τοσούτον και διενεγκούση, ώστε χαλεπώς επαΐειν τους Ιταλούς, ο,τιούν, ότι μη τας λέξεις διασημειουμένων επιγιγνώσκειν ό,τι μη τας λέξεις διασημειουμένων επιγιγνώσκειν ό,τι αν λέγοιτο. Όθεν μεν ουν τη τοιαύτη φωνή διαχρώμενοι ήθεσι Ρωμαίων επί ταύτην αφίκοντο την χώραν και αυτού τήδε ώκησαν”. “Από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. Βράκοι δε αμφότεροι ονομάζονται”. “Το τε Πίνδον όρος[24] (Βλάκοι δ’ ενοικούσιν αυτό, των Δακών ομόγλωσσοι, τοις παρά Ίστρον Δαξίν ομοίωντο)” [έκδοση Bonn Ι, σελ. 35, ΙΙ, σελ. 77, VI, σελ. 319].[25]

Τέλος ο Κίνναμος συνδέει τους Βλάχους με τους Ιταλούς έποικους όταν γράφει (ΙΒ΄ αιώνας): “Βλάχων πολύν όμιλον, οι των εξ Ιταλίας άποικοι πάλαι είναι λέγονταιIoannis Cinnami, Epitome rerum ab Ioanne et Alexio Comnenis gestarum, επιμ. Aug. Meineke, Bonn, 1836, σελ. 239].

Σε συμφωνία με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα που σημειώνονται στα προαναφερόμενα μεσαιωνικά έργα βρέθηκαν δύο μόνο έλληνες ιστορικοί. Ο Νίκος Βέης στο λήμμα περί των Βλάχων στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ελευθερουδάκη και ο Παναγιώτης Αραβαντινός στη μονογραφία του για τους Κουτσοβλάχους που γράφτηκε το 1865 και τυπώθηκε το 1905, μετά το θάνατό του. Όσοι άλλοι ασχολήθηκαν με το θέμα περιστρέφονται γύρω από τη θεωρία – μύθο του εκλατινισμού των αυτοχθόνων ελληνικών πληθυσμών της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και της φυλετικής συγγένειας Ελλήνων – Βλάχων.

Η πρώτη γενιά που στρατεύτηκε [26] για να αποδείξει την ελληνική καταγωγή των Βλάχων είναι οι: Σπύρος Παπαγεωργίου (les Koutsovalaques, Αθήναι 1908), Μιχαήλ Χρυσοχόου (Βλάχοι και Κουτσοβλάχοι, Αθήναι 1909), Κωνσταντίνος Νικολαΐδης, (Ετυμολογικόν λεξικόν κουτσοβλαχικής γλώσσης, Αθήναι 1909) και Αντώνιος Κεραμόπουλος, (Τι είναι οι Κουτσοβλάχοι, Αθήναι 1939).

Κανένας τους βέβαια δεν έδωσε πίστη στις υστεροβυζαντινές πηγές,[27] αγνόησαν όμως ανεπίτρεπτα και τον Στράβωνα που υπογράμμισε τη βαρβαρική σύνθεση του πληθυσμού αυτών των επαρχιών, των υποτιθεμένων ελληνικών: “Σχεδόν δε τι και η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν….Οι δε Θράκες και Ιλλυριοί και Ηπειρώται και μέχρι νυν εν πλευραίς εισίν. Έτι μέντοι μάλλον πρότερον ή νυν, όπου γε και της εν τω παρόντι Ελλάδος αναντιλέκτως ούσης την πολλήν οι βάρβαροι έχουσι, Μακεδονίαν μεν Θράκες και τινα μέρη της Θεττταλίας, Ακαρνανίας δε και Αιτωλίας [τα] άνω Θεσπρωτοί και Κασσωπαίοι και Αμφίλοχοι και Μολοττοί και Αθαμάνες, Ηπειρωτικά έθνη” [Γεωγραφικά Ζ, κεφ. έβδομον].

Είναι πάντως η αλυτρωτική πολιτική της Ρουμανίας που δημιούργησε το κουτσοβλαχικό ζήτημα[28] και προκάλεσε τις ποικιλότροπες ελληνικές αντιδράσεις, μερικές εκ των οποίων ήταν η συγγραφή αυτών των “Ιστοριών”.

Γιατί η ρουμανική κίνηση έδρασε συστηματικά για πολλές δεκαετίες στους τόπους που ζούσαν οι Βλάχοι. Η επεκτατική της πολιτική αρχίζει με το ταξίδι των Ραντουλέσκου - Μπολιντινεάνου[29] στην Ήπειρο και τη Μακεδονία το 1853, την αρθρογραφία των τελευταίων μετά την επιστροφή τους στο Βουκουρέστι και την έκδοση του βιβλίου “Le rêve d'un proscrit” (το όνειρο ενός απόκληρου) του Ραντουλέσκου. Το 1860 έγινε το επόμενο βήμα με την ίδρυση του Μακεδονο – Ρουμανικού Κομιτάτου.

Αλλά η μεγάλη μορφή των ρουμανιζόντων Βλάχων υπήρξε ο δάσκαλος Απόστολος Μαργαρίτης[30] που με κυβερνητική ενίσχυση αρχίζει μετά το 1862 την ίδρυση βλάχικων σχολείων. Το 1880 υπάρχουν ήδη 24 σχολεία στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, ένα ημιγυμνάσιο στο Κρούσεβο και ένα γυμνάσιο στο Μοναστήρι. Το 1886 άνοιξε γυμνάσιο στα Γιάννενα και το 1899 εμπορική σχολή στη Θεσσαλονίκη.[31]

Παράλληλα λειτουργούν έως το 1892, 25 ρουμανικές εκκλησίες και δύο μητροπόλεις (Μοναστήρι και Γιάννενα). Μεγάλη επιτυχία της ρουμανικής πολιτικής είναι επίσης η έκδοση Ιραντέ το 1905 από το σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ, με το οποίο αναγνωρίζει τη ρουμανική εθνότητα των Κουτσοβλάχων.[32] Οι συχνές συγκρούσεις μεταξύ των ελλήνων και βλάχων κομιτατζήδων κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα είχαν σαν αποτέλεσμα τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας – Ρουμανίας (1906 – 1911).[33]

Ο θρίαμβος ωστόσο της ρουμανικής διπλωματίας στο κουτσοβλαχικό έρχεται με την επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 29 Ιουλίου 1913, ημέρα της συνθήκης του Βερολίνου, προς τον πρωθυπουργό Τάκε Μαγιορέσκο: “Η Ελλάς συγκατατίθεται να παράσχη αυτονομίαν εις τας των κουτσοβλάχων σχολάς και εκκλησίας τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις Ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψη την σύστασιν επισκοπής δια τους κουτσοβλάχους τούτους, της Ρουμανικής Κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγή υπό την επίβλεψιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως τα ειρημένα ενεστώτα ή μέλλοντα θρησκευτικά και εθνικά καθιδρύματα”.[34]

Το ελληνικό κράτος φρόντισε στη συνέχεια να αμβλύνει τις συνέπειες αυτής της δέσμευσης.[35] Μια γνωστή του μέθοδος ήταν η ενσωμάτωση των μειονοτήτων στον “εθνικό κορμό” πάση θυσία, στην αρχή έστω και μόνο στα επίσημα στατιστικά στοιχεία των απογραφών πληθυσμού (το είχε κάνει παλαιότερα με τους Αρβανίτες).[36] Παρουσίασε έτσι 19.700 Κουτσοβλάχους στην απογραφή του 1928,[37] όταν ο Αραβαντινός είχε δώσει 23.700 για την παλαιά Ήπειρο, 20.000 για τη Θεσσαλία και 42.750 για τη Μακεδονία (πλην Μοναστηρίου), σύνολο δηλαδή 86.450.[38]

Το θέμα αναζωπυρώθηκε κατά την κατοχή[39], λόγω της συνεργασίας μερίδας Κουτσοβλάχων με τους Ιταλούς και την προσπάθεια του Αλκιβιάδη Διαμαντή για την ίδρυση λατινο-ιταλο-ρουμανικού κράτους[40] στα ελληνικά εδάφη που κατοικούσαν Βλάχοι [Βλ. περισσότερα στον Ευάγγελο Αβέρωφ, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος].

Μεταπολεμικά όσοι Έλληνες έγραψαν για τους Κουτσοβλάχους κράτησαν μια αμυντική - εθνικιστική στάση που απέρρεε από αυτά τα γεγονότα.[41] Από πλευράς ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος απλώς επανέλαβαν την θεωρία του “εκλατινισμού των ελλήνων αυτοχθόνων” δίχως ουσιαστικά να τη βελτιώσουν Οι κυριότεροι[42] από αυτούς: ο Τηλέμαχος Κατσουγιάννης [Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών, τόμοι Α΄ – Β΄, Θεσσαλονίκη 1964 – 1966], ο Αντώνης Κολτσίδας [Οι Κουτσοβλάχοι, τόμοι Α΄ – Β΄, Θεσσαλονίκη 1976 – 1978] και ο Αχιλλέας Λαζάρου [Βλάχοι Ελληνικού Χώρου, Αθήνα 1986].


 

Οι Βλάχοι της Ελλάδας

αντίλογος δεύτερος[43]

 

Η άποψη πως η εθνική συνείδηση των σύγχρονων Βλάχων (Κουτσοβλάχων) διαμορφώνεται “κυρίως μετά” τους βαλκανικούς πολέμους και την απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας, δεν αγνοεί τις εξεγέρσεις των βλαχοφώνων την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.[44] Θεωρεί όμως για παράδειγμα, ότι το κάλεσμα του Ρήγα Βελεστινλή “Βούλγαροι και Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί” πρεσβεύει το ιδανικό μιας πολυπολιτισμικής πολιτείας και όχι τη δημιουργία ελληνικού κράτους.

Όταν ο μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος (ο μετέπειτα Σμύρνης) έγραφε το 1907 στον πατριάρχη για τις προσπάθειες “προς διάσπασιν του ενός και αδιαιρέτου ορθοδόξου ελληνικού λαού[45] με την εισαγωγή στις σχολές και τις εκκλησίες των κουτσοβλάχων της ρωμουνικής γλώσσας,[46] εννοούσε τον “ελληνισμό” με τον τρόπο που διευκρίνιζε ο Ζάνας: “οι πατριαρχικοί ορθόδοξοι ήταν Έλληνες, άσχετα αν μιλούσαν την βουλγαρική ή την κουτσοβλαχική”.[47]

Είναι μεγάλη ωστόσο η απόσταση που χωρίζει τους αλλόγλωσσους ορθόδοξους πατριαρχικούς[48] με την ιδιαίτερη πολιτισμική κληρονομιά από τους μεγαλοϊδεάτες παλαιοελλαδίτες ιδεολόγους, την εποχή της ένοπλης διαμάχης στη Μακεδονία (1903 – 1908).[49]

Ταυτόχρονα υπήρχαν και χιλιάδες ρουμανίζοντες βλαχόφωνοι,[50] για τους οποίους [51] ο έλληνας αξιωματικός Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν (καπετάν Ακρίτας) παρατηρούσε: “Επροξένουν τοιούτον θόρυβον, διέθετον τόσον χρήμα και κατείχον δια νομάδων ποιμένων τας πλείστας διαβάσεις εις τα ορεινά μέρη, όθεν διήρχοντο αντάρται. Αυτοί ήσαν οι καταδόται, αυτοί οι τροφοδόται των βουλγαρικών συμμοριών, προς α είχον συμμαχήσει, αυτοί κατείχον τα γιατάκια (λημέρια) των, αυτοί ήσαν οι οδηγοί των καταδιωκτικών αποσπασμάτων”.[52]

Το διπλωματικό “ολίσθημα” του Βενιζέλου να υποσχεθεί στη ρουμανική κυβέρνηση το 1913 αυτονομία “εις τας των Κουτσοβλάχων σχολάς και εκκλησίας” δεν θα σημειωνόταν αν οι τελευταίοι είχαν ελληνική εθνική συνείδηση.

Η εμμονή στις μαρτυρίες των πηγών, είναι η μόνη επιστημονικά παραδεκτή προσέγγιση του ζητήματος. Το πολυσυζητημένο χωρίο του ιστορικού Θεοφυλάκτου Σιμοκάττη και του χρονογράφου Θεοφάνη “τόρνα, τόρνα φράτερ αναφέρεται σε λατινόφωνο αγωγιάτη και όχι σε Βλάχο συγκεκριμένα. Εξάλλου είναι άσχετο με το θέμα.[53]

Ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490 – 565), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει “τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται”. Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές – που τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους εξ ανάγκης μιλούν τα ιταλικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία – επαλήθευσε το χρησμό: “συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή”.[54] Ο εξελληνισμός επομένως κι όχι ο εκλατινισμός, απασχολεί το βυζαντινό λόγιο.[55]

Πρώτη σαφής μνεία στους νοτίως του Δούναβη Βλάχους γίνεται στο Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη. Είναι ένα επεισόδιο που συνέβη στους αδελφούς του βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ: “Τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς επεβίω αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας εις και τας λεγομένας Καλάς Δρυς παρά τινων Βλάχων οδιτών”.[56]

Η διάκριση που επιχειρείται σε λατινόφωνους Έλληνες και Βλάχους (νομάδες κτηνοτρόφους) είναι εντελώς αβάσιμη.[57] Η ονομασία Βλάχοι υπήρξε δηλωτικό πολιτισμικής ταυτότητας και όχι επαγγέλματος.[58]

Όσον αφορά τις ανθρωπολογικές έρευνες[59] του Πουλιανού είναι εντελώς αναξιόπιστες (βλέπε για παράδειγμα την περίπτωση χρονολόγησης του κρανίου του σπηλαίου των Πετραλώνων),[60]

Χαρακτηριστικό είναι πως ακόμα και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο ιδρυτής της εθνικής ιστορικής σχολής στην Ελλάδα, έγραφε στην ιστορία του πριν προκύψει το ζήτημα των Βλάχων:

Αι κυριώταται εντός του Ίστρου κατοικίαι των Βλάχων κατά τους χρόνους τούτους, ήσαν προς βορράν μεν περί τον Αίμον, προς μεσημβρίαν δε περί τον Πίνδον. Η επικρατεστέρα την σήμερον γνώμη είναι ότι οι Βλάχοι ούτοι ήσαν συγγενείς των επέκεινα του Ίστρου Βλάχων, και ότι οι τελευταίοι ούτοι προέκυψαν εκ της αναμίξεως των πολυαρίθμων Ρωμαίων αποίκων, ους ο αυτοκράτωρ Τραϊανός ίδρυσεν εν αρχή της 2ας εκατονταετηρίδος μετά Χριστόν εις Δακίαν, μετά των ιθαγενών της χώρας ταύτης κατοίκων, αναμίξεως ως εκ της οποίας το κυριώτερον στοιχείον της βλαχικής γλώσσης μέχρι της σήμερον είναι η λατινική. Τούτο ήδη επρέσβευον οι ημέτεροι, ό,τε Κίνναμος και ο Χαλκοκονδύλης”.[61]

Οι γνώμες των νεώτερων ιστορικών (ελλήνων και ξένων) μπορεί να βρίσκονται σε συμφωνία ή σε αντίθεση με τις πηγές, δεν αποτελούν όμως αποδεικτικό υλικό. Παρουσιάζουν ενδιαφέρον σαν πολιτική στάση κάποιων διανοουμένων μέσα στους εθνικούς ανταγωνισμούς στη βαλκανική (από το τέλος του 19ου αιώνα και μετά). Σημειώνουν τα όρια ανεξαρτησίας και καθαρότητας της ιστορίας.[62]

Για όσους πάντως ενδιαφέρονται η παλαιότερη βιβλιογραφία βρίσκεται στον Κεραμόπουλο, ενώ επιλογή των νεότερων δημοσιευμάτων[63] υπάρχει στην αξιόλογη εργασία του Eugen Stănesku, La population Vlaque de lempire Byzantin aux XIXIII siècles structure et mouvement, Athènes 1976.[64]

 

 

Σημειώσεις για τους Ρομ[65]

 

Τα σύνορα έθεσαν φραγμό στη μετανάστευσή τους, τα σύγχρονα κράτη τούς επέβαλαν τη νομιμότητά τους, η βιομηχανική ανάπτυξη έσβησε τη μαστοριά και τις τέχνες τους, παντού η κυρίαρχη εθνική κουλτούρα προσπαθεί να αλώσει τις χιλιόχρονες πολιτισμικές αξίες τους. Πλησιάζουν ίσως στο τέλος της μοναχικής τους πορείας, αυτοί οι μελαψοί αλλόγλωσσοι νομάδες που απλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, διαδίδοντας μύθους για την προέλευση και τον προορισμό τους, που πότε σαν οργανοπαίκτες, χαλκιάδες, καλαθοπλέχτες, αρκουδιάρηδες και άλλοτε σαν μάγοι, ζητιάνοι ή αλαφροχέρηδες, ξεχώριζαν ως περίεργο πλήθος από τις χώρες που περνούσαν. Στη Δύση τους είπαν Tsiganes, Gitans, Zigeuners, Gipsies, Bohemiens, Gitanos. Σαν γύφτους και Κατσίβελους τους γνωρίσαμε στην Ελλάδα [Σιναπίδης 1953 και 1955]. Πρόκειται για τους Ρομ, όπως οι ίδιοι ονομάζονται. Τώρα που χάνουν σταδιακά την πολιτισμική τους ταυτότητα, σε μια αναγκαστικά περιθωριακή ενσωμάτωση, είναι πλέον γνωστά μερικά γεγονότα ικανά να σκιαγραφήσουν την ιστορική διαδρομή τους.

Είναι πιθανόν ο λαός εκείνος που για άγνωστους λόγους, γύρω στο 900 μ.Χ., επέλεξε την έξοδο από την πατρική του γη Ινδία, σε μια φυγή προς την Περσία, την Αρμενία και το Βυζάντιο, να είχε κάτι από τον τρόπο ζωής των Γκαντουλίγια Λοχάρ, των περιπλανώμενων με τις βοϊδάμαξες σιδεράδων του σημερινού Ρατζαστάν [Foletier]. Μπορεί ακόμη να είχε συγγένεια με τους 12.000 Τζατ μουσικούς που φτάσανε στην Περσία στα μέσα του 10ου αιώνα [M’Bow] ή τους ακροβάτες Λορς που γύριζαν στη Συρία και την Αίγυπτο το 14ο αιώνα.

Σίγουρο ωστόσο είναι ότι από τη σφαίρα αυτών των υποθέσεων, περνάμε στις πρώτες ιστορικές μαρτυρίες με ένα γεωργιανό κείμενο του 1068 μ.Χ., το “βίο του Αγίου Γεωργίου του Αθωνίτη”. Εδώ πρωτοσυναντάμε τους Adsincani, διαβόητους κακούργους (Maleficiis Famosi), απόγονους του μάγου Σίμωνα, οι οποίοι εντυπωσίασαν το έτος 1059 μ.Χ. τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Μονομάχο, εξολοθρεύοντας με φαρμακωμένο κρέας άγρια θηρία που κατέστρεφαν τη θήρα του βασιλικού άλσους. Οι “Αθίγγανοι” ξαναεμφανίζονται σε σχόλιο του Θεόδωρου Βαλσαμώνα (+ 1024) σαν σατανικά άτομα ισχυριζόμενα την πρόβλεψη του μέλλοντος, σε επιστολή του πατριάρχη Αθανασίου 1ου (1289 – 1293 και 1303 – 1309) ως δάσκαλοι διαβολικών πραγμάτων, σε πραγματεία του Ιωσήφ Βρυέννιου (1340 – 1431) συσχετιζόμενοι με μάγους, προφήτες και γόητες.

Το όνομα της θρησκευτικής αίρεσης των Αθιγγάνων φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε από τους βυζαντινούς λόγιους αντί του δημώδους και αγνώστου ετυμολογίας Ατζίγγανοι. Με υβριστική σημασία απαντάται το τελευταίο σε δύο σατυρικά ποιήματα του 14ου αιώνα: “Κορμοφηκάρα, παίγνιον των μωροατζιγγάνων”, “αλλ’ είσαι ψεματάρισσα, κλέπτρια και τζιγκάνα” [Παιδιόφραστος διήγησις των τετραπόδων ζώων, στίχοι 846, 285] και “ατζίγγανε, μαυρότεχνε, εμέν τα συντυχαίνεις;” [Ο Πουλολόγος, στίχος 127].

Σαν μέλη της φυλής Χαμ παρουσιάζονται στην Κρήτη, σύμφωνα με περιγραφή φραγκισκανού μοναχού προσκυνητή του 1322. Γυρίζουν στο νησί, δίχως να μένουν σε έναν τόπο περισσότερο από τριάντα ημέρες. Ζουν σε μαύρα μικρά χαμηλά και στενόμακρα αντίσκηνα, τα δε μέρη που κατασκηνώνουν δεν πλησιάζονται από τη βρόμα [Liégeois και Foletier].

Με το όνομα Romniti και εγκαταστημένοι εκτός των τειχών της Μεθώνης, αναφέρονται από περιηγητή του 1384. Την ίδια εποχή βρίσκονται στην περιοχή του Ναυπλίου. Οι Βενετσιάνοι τους έχουν παραχωρήσει προνόμια. Έχουν δικό τους αρχηγό, τον Johanes Cinganus, κάτοχο του τίτλου Drugarus Acinganorum. Ο συγγραφέας του έργου Επιδημία Μάζαρι εν Άιδου, γράφοντας το 1415 “εν Πελοποννήσω οικεί αναμίξ γένη πολιτευόμενα πάμπολλα”, σημειώνει εκτός των άλλων και τους Αιγύπτιους. Οι Αιγύπτιοι της Επιδημίας ή Μικροί Αιγύπτιοι σύμφωνα με τον ταξιδιώτη Harff (1497), προέρχονται από τη χώρα του Gyppe, τη λεγόμενη Tzingania, σαράντα μίλια μακριά της Μεθώνης [Soulis]. Από το ψευδές Αιγύπτιος θα προκύψει στο μέλλον το νεοελληνικό Γύφτος.

Feudum Acinganorum υπάρχει στην Κέρκυρα από το 1381 τουλάχιστον. Διατηρείται μέχρι το 19ο αιώνα, είναι πλούσιο σε έσοδα και ο βαρόνος του διαθέτει σχεδόν απόλυτη πολιτική και δικαστική εξουσία πάνω στους δουλοπάροικους. Τσιγγάνοι σιδεράδες δουλεύουν στη Ζάκυνθο το 1518, με τον ίδιο τρόπο όπως και στη Μεθώνη [Liégeois και Soulis]. Οι Cinquanes της Κύπρου, οι πρόγονοι των Κιλίντζιρων, διακρίνονται το 1580 στη χειρομαντεία και τη νεκρομαντεία [Κύρρης και Μένανδρος].

Για αρκετούς από τους Ρομ, η Ελλάδα θεωρείται κατάλληλος τόπος εγκατάστασης (με την έννοια της εποχικής μετανάστευσης εντός του συγκεκριμένου χώρου), άλλοι όμως, οι περισσότεροι, διασκορπίζονται στα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι ιστορικές πηγές σημειώνουν τη διαδρομή τους:

Δύο άτομα της φυλής αιτούνται στη Δημοκρατία της Ραγούζας το 1362 επιστροφή καταθέσεων από έναν τραπεζίτη. Σαράντα οικογένειες δίνονται σκλάβοι το 1370 σε μοναστήρι της Βλαχίας. Στα δικαστικά χρονικά του Ζάγκρεμπ το 1378 και στο βιβλίο θανατικών καταδικών της Βοημίας του 1399 καταγράφονται για παρανομίες. Την προσφορά τροφίμων και χρημάτων χωρικών της Τρανσυλβανίας δέχονται 120 σύντροφοι του Emaus dEgypte το 1416. Την Ουγγαρία, Γερμανία και Ελβετία διασχίζουν το 1418 εφοδιασμένοι με επιστολές προστασίας του αυτοκράτορα Σιγισμόνδου. Στη Γαλλία, στον Άγιο Λαυρέντιο κοντά στον ποταμό Σάο, ο τοπικός πληθυσμός εντυπωσιάζεται το 1419 με αυτούς τους ανθρώπους “που τρέχουν στους κάμπους σαν τα αγρίμια”. Ταραχή προκαλούν στη Μπολόνια το 1422 οι γυναίκες της ομάδας του δούκα Αντρέα. Κυκλοφορούν με πουκαμίσες, ελάχιστα καλυμμένες και χρυσούς κρίκους στα αυτιά. Στις επόμενες περιπλανήσεις τους ο δούκας δείχνει στις αρχές συστατικό γράμμα με τη βούλα του Πάπα Μαρτίνου V. Αν και η επίσκεψη στο Βατικανό μάλλον δεν έγινε ποτέ, το πλαστό έγγραφο έκανε ευκολότερο το δρόμο τους. Ένας άλλος “ευγενής”, ο ντον Τζοάν της Μικρής Αιγύπτου εξασφαλίζει για τους πιστούς του το 1425, διαβατήριο από το βασιλιά Αλφόνσο V. Η τσιγγάνικη πορεία συνεχίζεται: Πολωνία (1428), Ρωσία (1501), Σκοτία και Δανία (1505), Σουηδία (1512), Αγγλία (1514), Φιλανδία (1515), Νορβηγία (1544) [Okely, Liégeois, Soulis, Foletier].

Ο γύφτικος μύθος της αιγυπτιακής καταγωγής τους, που διέδιδαν σκόπιμα οι “μετανοημένοι ειδωλολάτρες - ευλαβείς χριστιανοί προσκυνητές” του μεσαίωνα, αμφισβητήθηκε σοβαρά μόνο στα τέλη του 18ου αιώνα. Η τιμή ανήκει στον Ούγγρο Stephan Valyi που υπέθεσε πρώτος την ινδική τους προέλευση. Στην κατεύθυνση αυτή προσανατολίστηκαν οι εργασίες των γλωσσολόγων Rudiger, Grellmann, Bryant, Pott κ.ά. δίνοντας οριστική απάντηση στο πρόβλημα της κοιτίδας [Grellmann και Pott].

Η ρομάνι τσιμπ, η γλώσσα των Ρομ,[66] άσχετη με την αραβική και επομένως την μητέρα Αίγυπτο [πρβλ. Μπίρης 1942 και 1954] είναι θυγατρική της σανσκριτικής και συγγενής των νεοϊνδικών Χιντί και Παντζάμπι [Buck και Coulson]. Υπάρχουν σε αυτή λέξεις με περσική, αρμενική, ελληνική, σλαβική, ρουμάνικη, ουγγρική και γερμανική ρίζα. Ο αριθμός των δάνειων λέξεων είναι ανάλογος με το χρόνο παραμονής τους στις διάφορες χώρες. Με βάση την κοινή ρομάνι δημιουργήθηκαν στη συνέχεια επτά διάλεκτοι,[67] ορισμένες των οποίων δεν έχουν ερευνηθεί εκτενώς [Liégeois και Soravia].

Τα τουρκογύφτικα των οικισμών Εϊβάν Σεράι και Σουλού Κουλέ της Κωνσταντινούπολης μελετήθηκαν το 1857 – 1870 από το γιατρό Αλέξανδρο Πασπάτη [Πασπάτης και Paspati]. Δύο μεικτές συνθηματικές ελληνογύφτικες διαλέκτους[68] εξετάζουν τρία κείμενα: Αυτά των Χρίστου Σούλη (1929) και Αναστασίου Ευθυμίου (1954), παρουσιάζουν μικρά γλωσσάρια των Ρόμκα της Ηπείρου [Σούλης και Ευθυμίου], ενώ ένα του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (1923) ακροθιγώς αναφέρεται στα Ντόρτικα της Ευρυτανίας [Τριανταφυλλίδης].

Είναι η παράδοση των Τσιγγάνων που διατήρησε το νομαδισμό ή τα επαγγέλματα που ασκούσαν επέβαλαν τον πλάνητα βίο; Οι απομονωμένοι μεταξύ τους οικισμοί της προβιομηχανικής κοινωνίας με την κλειστή οικονομία τους, περιοδικά χρειάζονταν τις υπηρεσίες τεχνιτών και γυρολόγων που αδυνατούσαν μονίμως να συντηρήσουν. Έτσι σαν περαστικοί σιδεράδες, γανωτζήδες, καρεκλάδες, παλιατζήδες, πραματευτάδες, έμποροι χαλιών και αλόγων, σαν εποχικοί εργάτες σε αγροτικές εργασίες κι ακόμα σαν εξορκιστές – πνευματιστές, παρασκευαστές μαγικών φίλτρων και φυλαχτών ή μουσικοί στα πανηγύρια, έκαναν τη σύντομη παρουσία τους επιθυμητή. Από την άλλη η ροπή τους στη ζητιανιά και στις μικροκλοπές, έργο κυρίως των παιδιών και των γυναικών, συντηρούσε την επιφυλακτικότητα των χωρικών, που πολλές φορές γινόταν απροκάλυπτη εχθρότητα απέναντι στους αλλόκοτους ξένους [Charlemagne, Tomka, Γιαννακόπουλος]. Η καθημερινή ζωή των Γύφτων, η συναλλαγή και η επαφή τους με τους πάση φύσεως αλλόφυλους (τους γκατζέ ή μπελαμέ), αναπαρήγαγε τις πατρικές τέχνες και τους ξανάδενε με τις παραδόσεις.

Βέβαια ήταν η φαινομενική ελευθεριότητα της εξωτικά ντυμένης Γύφτισσας, η κοινοβιακή ζωή του τσαντιριού, η επιφανειακή αποδοχή των τοπικών θρησκευτικών δοξασιών, η εμμονή σε παγανιστικές λατρείες και μαγγανείες, η υπέρμετρη πονηριά, η απειθαρχία στους ισχυρούς και άλλα πολλά τα οποία μεγάλωναν το χάσμα των δύο πλευρών [Grande, Γιαννακόπουλος].

Στο τέλος, τα όρια συνύπαρξης και ανοχής στένεψαν ιδιαίτερα για τον ασθενέστερο της αναγκαστικής γειτονίας. Η σύγχρονη οικονομία κατέστρεψε τη χειροτεχνία, ο πολιτισμός της βιομηχανικής κοινωνίας απέρριψε την κουλτούρα της άμαξας και του αντίσκηνου, το εθνικό ευρωπαϊκό κράτος υποχρέωσε τους Τσιγγάνους σε άρνηση του εθιμικού τους δικαίου. Η σύσταση του Ρομάνο Κογκρέσο και της συνεργαζόμενης με την Ουνέσκο Εταιρείας Τσιγγάνικων Σπουδών, μοιάζει να είναι η ύστατη προσπάθεια λίγων διανοουμένων για τη διάσωση της τσιγγανότητας, σε ένα κόσμο που ραγδαία μεταβάλλεται.

Στη βαλκανική, οι μετακινήσεις τους περιορίστηκαν μετά τους πολέμους του 1912 – 1922 και τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με την “ανταλλαγή” των πληθυσμών, εντός των ελληνικών συνόρων (με εξαίρεση τη Δυτική Θράκη) παρέμειναν όσοι αληθώς ή ψευδώς δήλωσαν ορθόδοξοι Έλληνες [Ανδριώτης, Δαλέζιος, Καλονάρος, Σκαλιέρης]. Ομάδες και φάρες με διακριτικά ονόματα όπως Λαουτάρηδες, Χαντάρουρα, Μπράχοι, Καλπαζάνοι, Ζάπαρι, Φιτσίρα, Φιλιπίτζοι κ.ά. χάραξαν τα νέα ετήσια δρομολόγια βάση της προσφοράς αγροτικής εργασίας ή εγκαταστάθηκαν σε παραπήγματα στις παρυφές των πόλεων [Αναγνωστόπουλος, Φαλτάιτς 1931 και 1935, Γιαννακόπουλος, Θεοδωράκη].

Το ελληνικό κράτος προσπάθησε να κρύψει στις απογραφές τον πραγματικό αριθμό τους. Το 1928 κατέγραψε 4.998 άτομα που μιλούσαν την αθιγγανική (από αυτούς οι 3.853 ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί και οι 1.130 μουσουλμάνοι). Το 1940 εμφανίζει να μιλούν την τσιγγάνικη γλώσσα 8.141 άτομα, τα οποία τα μειώνει σε 7.429 το 1951. Σήμερα πανεπιστημιακές ερευνητικές ομάδες κάνουν λόγο για κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες Τσιγγάνων που ζουν στην Ελλάδα, διεσπαρμένοι σε όλη τη χώρα.[69]

 

 

Παραπομπές - Βιβλιογραφία

 

Αναγνωστόπουλος: Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά εξ Ηπείρου, λαογραφία, Ε (1915)

Ανδριώτης: Ν. Π. Ανδριώτης, Εισαγωγή στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία κατά τας παραδόσεις του καθηγητού, Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, 1968.

Γιαννακόπουλος: Τάκης Γιαννακόπουλος, Οι Γύφτοι και το δημοτικό μας τραγούδι, Αθήνα 1981.

Δαλέζιος: Λ. Γ. Δαλέζιος, Ατσίγγανοι, λήμμα μεγάλης ελληνικής εγκυκλοπαίδειας.

Δεληγιάννης: Β. Ν. Δεληγιάννης, Οι Γύφτοι της Θράκης, αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, ΙΙ (1944 – 1945).

Ευθυμίου: Αναστάσιος Ευθυμίου, Οι Γύφτοι (Ρώμηδες) της επαρχίας Κονίτσης και η συνθηματική των γλώσσα, ηπειρωτικη εστια, 3 (1954).

Θεοδωράκη: Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη, Εμείς οι Τσιγγάνοι, Αθήνα 1984.

Καλονάρος: Π. Καλονάρος, Τσιγγάνος, λήμμα εγκυκλοπαίδειας ηλιου.

Κύρρης: Κώστας Κύρρης, Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω, Λευκωσία 1969.

Μένανδρος: Σίμος Μένανδρος, Ιστορικαί παροιμίαι των Κυπρίων, λαογραφια, 2 (1923).

Μπίρης 1942: Κώστας Μπίρης, Οι Γύφτοι, Αθήναι 1942.

Μπίρης 1954: Κώστας Μπίρης, Ρωμ και Γύφτοι – εθνογραφία και ιστορία των Τσιγγάνων, Αθήναι 1954.

Πασπάτης: Α. Γ. Πασπάτης, Μελέτη περί των Ατσιγγάνων και της γλώσσης αυτών, πανδωρα 8 (1857).

Σιναπίδης 1953: Β. Σιναπίδης, Φυλετική καταγωγή - ήθη και έθιμα των Κατσιβέλων Διδυμοτείχου, αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 18 (1953).

Σιναπίδης 1955: Προσφορά στην έρευνα για τη φυλετική προέλευση των Κατσιβέλων Διδυμοτείχου Θράκης, αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 20 (1955).

Σκαλιέρης: Γ. Κ. Σκαλιέρης, Αθίγγανοι, λήμμα μεγαλης ελληνικης εγκυκλοπαιδειας.

Σούλης: Χρίστος Σούλης, Τα “Ρόμκα” της Ηπείρου, Ιωάννινα 1929.

Τριανταφυλλίδης: Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα “Ντόρτικα” της Ευρυτανίας – συμβολή στα ελληνικά μαστόρικα, λαογραφια, 2 (1923).

Φαλτάιτς 1931: Κ. Φαλτάιτς, Το πρόβλημα της καταγωγής των Τσιγγάνων, Αθήναι 1931.

Φαλτάιτς 1935: Κ. Φαλτάιτς, Οι Μπράχιδες Τσιγγάνοι της Θεσσαλίας απόγονοι του Απόλλωνος, Αθήναι 1935.

Buck: Carl Darling Buck, A dictionary of selected synonyms in the principal Indo-European languages, the university of chicago press, 1949.

Coulson: Michael Coulson, Sanskrit an introduction to the classical language, university press, Oxford 1985.

Grellmann: H. M. G. Grellmann, Histoire des Bohemiens, Paris 1810.

Liégeois: Jean Pierre Liégeois, Tsiganes, Paris 1983.

Paspati: Alexandre Paspati, Etudes sur les Tchinghianes ou Boemiens de l’ Empire Ottoman, Constantinople 1870.

Pott: A. F. Pott, Die Zigeuner in Europa und Asien, I & II, Halle 1844 – 1845.

Soulis: George Soulis, The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the latte middle ages, dumbarton oaks papers, 15 (1961).

 

unesco courier, Οι Τσιγγάνοι,[70] Δεκέμβριος 1984:

Charlemagne: Jacqueline Charlemagne, Η αφύπνιση της τσιγγάνικης συνείδησης.

Foletier : Francois de Vaux de Foletier, Όπου γης και πατρίδα τους.

Grande: Felix Grande, Φλαμέγκο – γεύση από αίμα στο στόμα.

Janush: Rosa Taikon Janush, Ο κύκλος των παραδόσεων.

MBow: Amadou-Mahtar MBow, Η μοίρα των Τσιγγάνων.

Mota: Vilas-Boas da Mota, Οι Τσιγγάνοι της Βραζιλίας.

Novitch: Myriam Novitch, 500.000 Τσιγγάνοι θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.

Slichenko: Nikolai Slichenko, Από το αντίσκηνο στη σκηνή.

Soravia: Giulio Soravia, Η γλώσσα και το ταξίδι.

Puente: Esteban Cobas Puente, Γκαντουαλίγιο Λοχάρ – οι περιπλανώμενοι σιδεράδες της Ινδίας.

Tomka: Miklos Tomka, Τσιγγάνοι τεχνίτες της Ευρώπης.

 

 

Οι Γύφτοι στην ελληνική βιβλιογραφία[71]

 

Η ζωή, ο πολιτισμός και η ιστορία των Τσιγγάνων που κατοικούν στην Ελλάδα,[72] είναι θέματα τα οποία η ελληνική βιβλιογραφία μόνον ακροθιγώς έχει αντιμετωπίσει. Στην πραγματικότητα λείπουν οι γλωσσολογικές, κοινωνιολογικές, λαογραφικές και ιστορικές επιστημονικές εργασίες για τους Γύφτους ή Τσιγγάνους στην ελληνική γλώσσα. Κάποια μικρά άρθρα και λίγα βιβλία, ευάλωτα σε αυστηρή κριτική, αποτελούν τη συνολική παραγωγή 130 ετών.

Η πρώτη μελέτη για τους Τσιγγάνους στην ελληνική γλώσσα, δημοσιεύεται στην Αθήνα το 1857 στο περιοδικό Πανδώρα. Συγγραφέας του είναι ο γιατρός – επόπτης υγιεινής στην Κωνσταντινούπολη Α. Πασπάτης. Εκτός από τις γενικές πληροφορίες που παρέχει[73], διασώζει ένα γλωσσάριο[74] των γύφτικων της Ανατολικής Θράκης και κυρίως των οικισμών Σουλού Κουλέ και Εϊβάν Σεράι της οθωμανικής πρωτεύουσας [Α. Γ. Πασπάτης, Μελέτη περί των Ατσιγγάνων και της γλώσσης αυτών, πανδώρα, 8 (1857)].

Οι επόμενες συλλογές γλωσσικού υλικού ακολουθούν μετά έξι δεκαετίες. Το 1923 ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης εξετάζει στο περιοδικό λαογραφία την τσιγγάνικη συνθηματική μαστόρικη γλώσσα της Ευρυτανίας, τα Ντόρτικα. Δυστυχώς όμως το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας μένει αδημοσίευτο [Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα Ντόρτικα της Ευρυτανίας – συμβολή στα ελληνικά Μαστόρικα, λαογραφία, 2 (1923)].

Μια μελέτη του Χρίστου Σούλη για τη γλώσσα των Τουρκόγυφτων ή Ροματσέλ της Ηπείρου,[75] τυπώνεται το 1929. Η συγκομιδή δεν ξεπερνά τις 170 λέξεις[76] και ελάχιστες φράσεις [Χρίστος Σούλης, Τα Ρόμκα της Ηπείρου, Ιωάννινα 1929].

Με την καταγωγή των Γύφτων ασχολήθηκε αρκετά αλλά με ασυγχώρητη επιπολαιότητα[77] ο Κ. Φαλτάιτς, διέσωσε πάντως στοιχεία για τη γεωγραφική κατανομή τους στην Ελλάδα[78] και τα ονόματα διαφόρων φυλών[79] [Κ. Φαλτάιτς: α. Το πρόβλημα του δημοτικού μας τραγουδιού – ελληνικό ή γύφτικο, Αθήναι 1927. β. Το πρόβλημα της καταγωγής των Τσιγγάνων, Αθήναι 1931. γ. Οι Μπράχιδες Τσιγγάνοι της Θεσσαλίας απόγονοι του Απόλλωνος, Αθήναι 1935. δ. Τσιγγάνοι και Ορφεύς].

Με περισσότεροι σοβαρότητα ακολούθησε ο Μπίρης πάνω όμως σε λάθος δρόμο. Η θεωρία του για τη φυλετική διαφορά μεταξύ των Ινδών “Ρωμ” και των Αιγυπτίων “Γύφτων” τον εμπόδισε να προσεγγίσει με επιστημονικούς όρους το θέμα του. Πρόσθεσε απλώς λίγες ιστορικές ειδήσεις[80] για τους Τσιγγάνους της Ελλάδας [Κώστας Μπίρης: α. Οι Γύφτοι, Αθήναι 1942. β. Ρωμ και Γύφτοι – Εθνογραφία και ιστορία των Τσιγγάνων, Αθήναι 1954].

Οι Κατσίβελοι, Οι Γύφτοι της Θράκης, ήταν το θέμα του Β. Ν. Δεληγιάννη στο αρχείον του θρακικού Λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού το 1945 [τόμος ΙΙ 1944 – 1945],[81] ενώ εκείνοι του Διδυμότειχου ειδικά, απασχόλησαν μεταγενέστερα στην ίδια επιθεώρηση το Β. Σιναπίδη δύο φορές [Β. Σιναπίδης: α. Φυλετική Καταγωγή – ήθη και έθιμα των Κατσιβέλων Διδυμοτείχου, αρχείον του θρακικού Λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 18 (1953). β. Προσφορά στην έρευνα για τη φυλετική προέλευση των Κατσιβέλων Διδυμοτείχου Θράκης, αρχείον του θρακικού Λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 20 (1955)].[82]

Η γλώσσα των Ρώμηδων της επαρχίας Κόνιτσας παρουσιάστηκε το 1954 στην ηπειρωτική εστία το 1954 από τον Αν. Ευθυμίου. Το γλωσσάριο[83] που παραθέτει αριθμεί 130 περίπου λέξεις [Αναστασίου Ευθυμίου, Οι Γύφτοι (Ρώμηδες) της επαρχίας Κονίτσης και η συνθηματική των γλώσσα, ηπειρωτική εστία, 3 (1954)].

Σε ένα βιβλιογραφικό σχεδίασμά του για τις ανθρωπωνυμικές σπουδές στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1832 – 1962, ο Δ. Βαγιακάκος δημοσίευσε το 1964 στο περιοδικό αθηνά ένα κεφάλαιο για τους Τσιγγάνους. Οι τίτλοι φτάνουν τους τριάντα, συμπεριλαμβάνουν όμως έργα όπου απλώς γίνεται μνεία του ονόματος ή υπάρχουν ορισμένες σημειώσεις άνευ αξίας [ Δικαίου Βαγιακάκου, Σχεδίασμα περί των τοπωνυμικών και ανθρωπωνυμικών σπουδών εν Ελλάδι 1833 – 1962, περιοδικό αθηνά, 67 (1963 – 1964)].[84]

Οι Ατσίγγανοι ή Κιλίντζιροι της Κύπρου, σιδηρουργοί και χαλκιάδες στο επάγγελμα, με παρουσία στο νησί από το Μεσαίωνα και μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, εξετάζονται από τον Κ. Κύρρη σε μικρό δημοσίευμα του 1969 [Κώστας Κύρρης, Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω, Λευκωσία 1969].[85]

Ο Τ. Γιαννακόπουλος με βάση δύο διαλέξεις που έδωσε το 1965, τύπωσε το 1979 ένα βιβλίο για τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι και τους γύφτους οργανοπαίκτες [Τάκης Γιαννακόπουλος, Οι Γύφτοι και το δημοτικό μας τραγούδι, 2η έκδοση, Αθήνα 1981].

Ένα βιβλίο με τίτλο “Εμείς οι Τσιγγάνοι” δημοσίευσε και η δημοσιογράφος Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη, σχετικά με τους Γύφτους της Αθήνας.

Μια έρευνα της Στ. Κοκκινάκη σε 211 νοικοκυριά στις περιοχές Ζοφριά, Μενίδι και Άνω Λιόσια, ανιχνεύει κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά των Τσιγγάνων της Αττικής [Σταματίνα Κοκκινάκη, Κοινωνικά χαρακτηριστικά των Τσιγγάνων της περιοχής Άνω Λιοσίων Αττικής, επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, 48 (1983)].

Το Β. Μαρσέλο απασχολεί το ζήτημα του αναλφαβητισμού των Τσιγγάνων[86]. Εκθέτει τις προσωπικές του εμπειρίες και τις προτάσεις του για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού σε ένα άρθρο του 1985 [Βαγγέλης Μαρσέλος, Ο αναλφαβητισμός στους Τσιγγάνους, στο συλλογικό έργο Συνδιάσκεψη για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού, κέντρο μελετών και αυτομόρφωσης, Αθήνα 1985].

Το βιβλίο της Ε. Γεριτσίδου για τους Τσιγγάνους του Δενδροποτάμου της Θεσσαλονίκης παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο για τους διάλογους και τα λίγα στοιχεία γραμματικής που υπάρχουν στο κείμενο [ Ερριέτα Γεριτσίδου, Η κοινωνικοποίηση των Τσιγγάνων του Δενδροποτάμου Θεσσαλονίκης και η κουλτούρα τους, Θεσσαλονίκη 1986].

Η μετάφραση του αφιερώματος Τσιγγάνοι του Courier που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1985 και εξαντλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, λειτούργησε ιδιαίτερα θετικά κεντρίζοντας το ενδιαφέρον ορισμένων για την ελληνική διάσταση του θέματος [Οι Τσιγγάνοι, unesco courier, Δεκέμβριος 1984].

Τέλος οι σύντομες ιστορικές σημειώσεις για τους Ρομ του Δ. Λιθοξόου στο περιοδικό Τετράδια αποτελεί μάλλον μια γενική εισαγωγή στο θέμα [Δημήτρης Λιθοξόου, Σημειώσεις για τους Ρομ, τετράδια πολιτικού διάλογου ερευνας και κριτικής, τεύχος 14, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1986].[87]


 

Για το μακεδονικό ζήτημα[88]

 

 

Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και το δημοψήφισμα, οι κάτοικοι της τέως Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας αποφάσισαν με μεγάλη πλειοψηφία να προχωρήσουν στη συγκρότηση ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους.

Εκμεταλλευόμενοι τη διεθνή συγκυρία οι ηγέτες της γειτονικής χώρας έδωσαν σάρκα και οστά στο όνειρο του λαού τους. Η ένταξη της Μακεδονίας στον οηε σαν ανεξάρτητο μέλος – κράτος είχε πίσω αγώνες ενός περίπου αιώνα.

Η Ελλάδα στάθηκε εχθρική στη συγκρότηση του μακεδονικού κράτους, χρησιμοποιώντας τη δύναμη που της παρείχε η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική θέση της στα Βαλκάνια. Το ελληνικό κράτος στηριζόμενο στην ισχύ και όχι στην αλήθεια και το δίκαιο, αρνήθηκε την πραγματικότητα, την ύπαρξη δηλαδή του μακεδονικού έθνους και το δικαίωμα του έθνους αυτού να έχει το δικό του κράτος με το όνομα και τα σύμβολα που επιθυμεί.[89]

Το ελληνικό κράτος, το σύνολο σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα , ο ακαδημαϊκός κόσμος, η ελληνική εκκλησία και το δημοσιογραφικό κατεστημένο εχθρεύονται την ύπαρξη του μακεδονικού κράτους.

Το ελληνικό επιχείρημα ότι δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος αλλά μια πανσπερμία λαών που κατοικούν στη γειτονική χώρα ήταν μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Εκτός της ελληνικής επικράτειας δεν έπεισε και δεν πείθει κανένα.[90] Η παγκόσμια κοινότητα γέλασε και εκνευρίστηκε με τους ελληνικούς ισχυρισμούς. Η Ελλάδα χαρακτηρίστηκε ως ο τραμπούκος των Βαλκανίων.

Η διαμάχη για την καταγωγή και την ελληνικότητα ή όχι των αρχαίων Μακεδόνων ήταν και είναι μια ιδεολογική διαμάχη με καθαρά ιδεολογικό περιεχόμενο. Είναι γνωστό πως οι λαοί ψάχνουν στο παρελθόν για να αντλήσουν δύναμη να προχωρήσουν στο μέλλον. Αυτό ωστόσο είναι μια ιδεολογική λειτουργία. Οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν άφησαν καμιά διαθήκη ή κληρονομιά στο χώρο που έζησαν γι’ αυτούς που θα κατοικούσαν εκεί μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Όπως όλοι οι λαοί που έζησαν πριν ή μετά απ’ αυτούς στην ίδια περιοχή, είχαν το δικό τους πολιτισμό, την ιδιαίτερη κουλτούρα τους, τις δικές του αξίες, ήθη και έθιμα, με τα οποία ασχολείται η ιστορική επιστήμη, η αρχαιολογία κλπ. Όταν η πολιτική ασχολείται με την ιστορία, πράγμα που γίνεται συχνά, αυτό γίνεται πάντα με αυθαίρετο τρόπο. Πρόκειται για ένα πλιάτσικο στην ιστορία. Αυτό έκανε και κάνει το ελληνικό κράτος, όπως και όλα τα εθνικά κράτη.[91]

Για να συγκροτηθούν οι εθνικοί μύθοι, λεηλατείται η ιστορία: γράφεται με τρόπο που να συμφέρει τους πληθυσμούς, να προσφέρει ιδεολογική συνοχή και να νομιμοποιεί την εξουσία. Οι γείτονες Μακεδόνες έχουν το “δικαίωμα στην αυθαιρεσία” και στη συγκρότηση της δικής τους εθνικής ιστορίας – μύθου, όπως οι άλλοι βαλκάνιοι και όλα τα έθνη.

Είναι δουλειά του ιστορικού να εμφανίσει τα γεγονότα που επιμελώς αποσιωπούνται, να αποκαταστήσει την αλήθεια, να αποκαλύψει τα χαλκευμένα “στοιχεία”. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει ο εθνικός ιστορικός, γιατί αυτός δεν είναι επιστήμονας αλλά πολιτικός προπαγανδιστής.

Γιατί ωστόσο αυτός ο μακεδονικός φόβος της ελληνικής πλευράς;

Από το 1912 – 1913 μέχρι σήμερα, στις βόρειες επαρχίες ζει σαν υπήκοος του ελληνικού κράτους, η μακεδονική μειονότητα.[92] Όλα τα βαλκανικά κράτη που πήραν τη θέση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αντιμετώπισαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα τις μειονότητες σαν κίνδυνο ή εσωτερικό εχθρό. Η Ελλάδα δεν ήταν η εξαίρεση. Η μειονοτική πολιτική του ελληνικού κράτους και η συστηματική του προσπάθεια για εξελληνισμό των μειονοτήτων έφτασε πολλές φορές σε ακραία σημεία, τις περασμένες δεκαετίες. Το ελληνικό κράτος δεν σεβάστηκε και δεν σέβεται τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τα δικαιώματα των μειονοτήτων που ζουν στην επικράτειά του. Αρκείται στο να αρνείται την ύπαρξή τους. Η Ελλάδα πολιτεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως τις πρώτες δεκαετίες μετά τον εμφύλιο. Εγκλωβίστηκε σε μια αναχρονιστική και αδιέξοδη πολιτική.[93]

Η χάραξη μιας πολιτικής που επιθυμεί την άρση του αδιεξόδου προϋποθέτει την αναγνώριση του μακεδονικού κράτους και την ύπαρξη της μακεδονικής μειονότητας.



Οι απογραφές του Χιλμή Πασά[94]

 

 

Το μακεδονικό υπήρξε για αρκετές δεκαετίες οξύ πολιτικό ζήτημα για τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και τα βαλκανικά κράτη, μια ιδιαίτερη φάση του ανατολικού ζητήματος.[95]

Αυτός που στάθηκε προσεκτικά στο μακεδονικό ζήτημα, χωρίς να χάσει την ιστορική του διάσταση, θα συμφωνήσει πως η προσπάθεια ανασύνθεσης της εικόνας που παρουσιάζει το, θρησκευτικό, γλωσσικό και εθνικό μωσαϊκό της Μακεδονίας τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Τουλάχιστον στο μικρό επίπεδο του καζά ή του χωριού (πολύ περισσότερο).[96]

Υπάρχουν αφετηριακά δύο εμπόδια γι’ αυτόν που θα το επιχειρήσει. Το πρώτο έχει να κάνει με τα όρια που θέτει στον εαυτό του η δική του εθνική συνείδηση στην προσέγγιση του προβλήματος. Η εθνική αντίληψη, από όποια πλευρά των συνόρων κι αν βρίσκεται ο συγγραφέας, είναι κατά κανόνας ένας κακός σύμβουλος. Οδηγεί εύκολα στην αυθαίρετη ερμηνεία, στην απόκρυψη δεδομένων, στη διαστρέβλωση γεγονότων. Το δεύτερο είναι το μη ευκρινές συνήθως αληθών και ψευδών πληροφοριών. Η αποκωδικοποίηση, η ανάγνωση των στοιχείων, η επιλογή και η απόρριψη, παρουσιάζει συχνά ιδιαίτερες δυσκολίες.

Η ανίχνευση της αλήθειας είναι ωστόσο μόνο η μια πλευρά του θέματος. Το ψεύδος της προπαγάνδας, το γράψιμο της ιστορίας με γνώμονα το κρατικό συμφέρον, από τη στιγμή που γίνεται κυρίαρχη άποψη και διαμορφώνει την κοινή γνώμη, έχει μια αυτόνομη δύναμη, τη δύναμη της ιδεολογίας. Οι ιδεολογικές ψηφίδες που συνθέτουν τον εθνικό μύθο διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται μέσα στο χρόνο ανάλογα με τις ανάγκες και τις σκοπιμότητες. Είναι η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, το επίπεδο των κρατικών σχέσεων με τους γείτονες, που οδηγούν στη γέννηση των νέων ή στην ανακύκλωση κάποιων παλιών υλικών για την αναδόμηση του εθνικού μύθου.

Ενδιαφέρει λοιπόν καθεαυτή η ιδεολογική ψηφίδα, ανεξάρτητα από την προσπάθεια καταγραφής της αλήθειας. Γίνονται εξίσου υλικά με τις βιοποριστικές ανάγκες τα ιδεολογικά κίνητρα που ωθούν τα ανθρώπινα σύνολα να δράσουν ή που τα καθιστούν αδρανή.

Θεωρείται ο εθνικός μύθος ως συλλογικό προϊόν που μέσα στο πέρασμα του χρόνου ξαναγράφεται και μεταμορφώνεται. Χωρίς να σημαίνει ότι είναι πολλοί οι συγγραφείς – δημιουργοί. Οι περισσότεροι, παρά τις φιλοδοξίες τους, λειτουργούν όπως η αναγκαία για την εμπέδωση επανάληψη. Μερικοί δεν δικαιούνται ούτε αυτόν το χαρακτηρισμό. Τα έργα τους ανεπίκαιρα και πολιτικά ανενεργά, μοιάζουν με απολιθώματα, δημιουργήματα μικρονόων φανατικών.

Των επιδέξιων εκείνων κατασκευαστών των ιδεολογικών υλικών, των πρώτων χρονικά, αλλά και των απλών αντιγραφέων, καθώς και των μετά πολλά έτη γραφικών δογματικών, η παρουσίαση μας ενδιαφέρει. Κι ακόμα η αξιολόγηση, η υπογράμμιση της συμβολής ενός εκάστου, το έτος δημοσίευσης σε σχέση με την πολιτική κατάσταση, την εξωτερική πολιτική και το εσωτερικό μέτωπο.

 

Η γεωγραφική Μακεδονία βρέθηκε για αιώνες υπό κοινή διοίκηση. Περνώντας διαδοχικά στην κυριαρχία Βυζαντινών, Βουλγάρων, Σέρβων, Φράγκων και Οθωμανών, δεν είχε γνωρίσει σύνορα στο εσωτερικό της. Αποτελούσε τμήμα ενός ιστορικού χώρου όπου κυκλοφορούσαν ελεύθερα λαοί, εμπορεύματα και ιδέες. Διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες και πολιτισμοί συνυπήρχαν στα ίδια εδάφη.

Πριν την ανάπτυξη και τη σύγκρουση των εθνικισμών στα Βαλκάνια, η βασική διάκριση ήταν εκείνη του χριστιανισμού και του ισλάμ.[97] Η διάκριση αυτή ήταν θεμελιωμένη στο “ιερό βιβλίο”. Οι απογραφές της Πύλης, τελούμενες για στρατιωτικούς και φορολογικούς λόγους, είχαν ως βάση το θρήσκευμα. Η μητρική γλώσσα δεν απογράφεται.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μακεδονία διοικητικά ήταν χωρισμένη στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων ή Κοσόβου. Οι ειδήσεις για τη γλώσσα των κατοίκων αυτών των επαρχιών προέρχονταν από περιηγητικά κείμενα, “εθνολογικές” μελέτες, δημοσιογραφικές αποστολές, εκτιμήσεις προξένων ή κληρικών. Οι λαοί της Μακεδονίας είχαν για μητρική τους γλώσσα τα μακεδόνικα[98], τα τούρκικα, τα ελληνικά, τα αλβανικά, τα βλάχικα, τα ισπανοεβραίικα και τα τσερκέζικα. Όσοι ασχολούνταν με το εμπόριο ή είχαν σχέσεις με τη διοίκηση, ήταν δίγλωσσοι ή και πολύγλωσσοι. Ο συνδυασμός θρησκείας και γλώσσας σχημάτιζε μια εικόνα ακόμα πιο περίπλοκη: Μακεδόνες χριστιανοί (εξαρχικοί, πατριαρχικοί ελληνίζοντες ή σερβίζοντες, ουνίτες, προτεστάντες) και μουσουλμάνοι. Τούρκοι μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Αλβανοί μουσουλμάνοι και χριστιανοί (πατριαρχικοί αλλά και αλβανίζοντες). Βλάχοι χριστιανοί (πατριαρχικοί και ρουμανίζοντες) και μουσουλμάνοι. Εβραίοι ισπανόφωνοι αλλά και ισπανόφωνοι μουσουλμάνοι (ντονμέδες, πρώην Εβραίοι). Τσερκέζοι μουσουλμάνοι. Τσιγγάνοι χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Ρωμιοί πατριαρχικοί και μουσουλμάνοι (Βαλαάδες).

Τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, κυρίως της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Μεγάλης Βρετανίας, συναρτούν τη λύση του μακεδονικού με τη συνολική έκβαση του ανατολικού ζητήματος. Τα βαλκανικά κράτη θέτουν το αίτημα του κατακερματισμού των εδαφών στα κράτη κληρονόμους του μεγάλου ασθενούς. Κάθε πλευρά διεκδικεί γι’ αυτήν τα μέγιστα. Ο σχεδιασμός των νέων συνόρων και των σφαιρών επιρροής έχει αρχίσει. Οι ιδιωτικές στατιστικές αυτής της περιόδου, παραγγελία επί το πλείστον των αντιμαχομένων παρατάξεων σε δυτικοευρωπαίους ή βαλκάνιους “μακεδονολόγους”, στηρίζονται σε κατασκευασμένες πληροφορίες, εξυπηρετούν εθνικές προπαγάνδες και κρατικά συμφέροντα. Είναι όπλα ιδεολογικού πολέμου και όχι επιστημονικές εργασίες.[99]

 

Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία πραγματοποιούνται απογραφές του πληθυσμού. Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων είναι ότι δεν πληρούν τα αυστηρά κριτήρια μιας απογραφής. Έχουν περισσότερο το χαρακτήρα κρατικών στατιστικών. Σε κάθε πάντως περίπτωση οι πληροφορίες που παρέχουν βρίσκονται πλησιέστερα στην πραγματικότητα απ’ ότι οι στατιστικές των αντιμαχόμενων εθνικών πλευρών. Η οθωμανική διοίκηση γνωρίζει τους αριθμούς των υπηκόων της κατά θρησκεία και γλώσσα. Ανακοινώνει όμως τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα κάνοντας διάκριση μόνο κατά θρησκευτική κοινότητα (millet). Αυτή η διάκριση είναι σύμφωνη με τη δομή και την παράδοση της αυτοκρατορίας.

Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η απογραφή / στατιστική του πληθυσμού της Μακεδονίας που δημοσιεύεται στις 20 Δεκεμβρίου 1904 στην τουρκική εφημερίδα asır[100] (Αιώνας) της Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε με διαταγή του γενικού επιθεωρητή των ευρωπαϊκών βιλαετίων Χιλμή Χουσεΐν Πασά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του οθωμανικού κράτους. Σε αυτήν ο χριστιανικός πληθυσμός διακρίνεται όχι μόνο κατά το δόγμα αλλά και κατά τη γλώσσα. Αυτός ακριβώς ο λόγος της προσδίδει ιδιαίτερη αξία.[101]

Η απογραφή / στατιστική αυτή[102] παρουσιάζεται στον επόμενο πίνακα. Αφορά το σύνολο του πληθυσμού και των τριών βιλαετίων της Μακεδονίας. Η ορολογία της πρώτης στήλης είναι δική μου. Η δεύτερη στήλη είναι οι αριθμοί που δημοσιεύτηκαν στην asır. Η τρίτη και η τέταρτη στήλη δημιουργούνται από μένα και ομαδοποιούν αντίστοιχα το σύνολο των ελληνοφώνων και μακεδονοφώνων πιστών στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (για να υπάρχει συγκρίσιμο μέγεθος με άλλες απογραφές / στατιστικές της εποχής) και τον αριθμό των χριστιανών Μακεδόνων (πολιτισμικά – γλωσσικά). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην απογραφή / στατιστική δεν υπάρχουν δεδομένα για τους Εβραίους, τους χριστιανούς Αλβανούς, τους Τσιγγάνους και τους χριστιανούς Τούρκους. Τέλος πατριαρχικοί και ρουμανίζοντες Βλάχοι απογράφονται μαζί.

 

μουσουλμάνοι

1.508.507

 

 

εξαρχικοί Μακεδόνες

575.534

 

997.213

σερβίζοντες Μακεδόνες

100.717

 

πατριαρχικοί Μακεδόνες

320.962

627.962

πατριαρχικοί Ρωμιοί

307.000

 

Βλάχοι

99.000

 

 

σύνολο

2.911.720

 

 

 

Το ιδιαίτερα ενοχλητικό στοιχείο, όχι για τόσο για το πατριαρχείο, όσο για το ελληνικό κράτος, ήταν εδώ ο μικρός αριθμός των χριστιανών Ρωμιών. Οι 307 χιλιάδες ελληνόφωνοι της Μακεδονίας αποτελούσαν το 10,5 % του συνολικού πληθυσμού της Μακεδονίας.[103] Αν συνυπολογιστεί μάλιστα ότι ο πληθυσμός αυτός δεν ήταν διάσπαρτος αλλά συγκεντρωμένος όλος στα νοτιότερα εδάφη της Μακεδονίας, μπορεί κανείς να καταλάβει το σημαντικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος όταν σχεδίαζε την κατάκτηση της Μακεδονίας. Οι πρώτοι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυτό το πρόβλημα ήταν οι έλληνες μακεδονομάχοι την περίοδο 1904 – 1908. Οι ελληνικές ένοπλες μισθοφορικές ομάδες βρέθηκαν να μάχονται σε ξένο τόπο.[104]

Στη συνέχεια δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Χιλμή Πασά και άλλες απογραφές / στατιστικές, οι οποίες όμως διέκριναν τον πληθυσμό της Μακεδονίας μόνο κατά θρησκευτική κοινότητα.

Τα αποτελέσματα της δεύτερης απογραφής / στατιστικής[105] δόθηκαν στη δημοσιότητα το Φεβρουάριο - Μάρτιο του 1905 και παρουσιάζονται στον επόμενο πίνακα:

 

 

 

βιλαέτι

Θεσσαλονίκης

βιλαέτι

Μοναστηρίου

βιλαέτι

Κοσόβου

 

σύνολο

μουσουλμάνοι

487.555

480.018

752.434

1.720.007

πατριαρχικοί

373.227

261.283

13.452

647.962

εξαρχικοί

207.317

178.412

17.2005

557.734

σερβίζοντες

 

 

167.601

167.601

ρουμανίζοντες

 

30.116

 

30.116

εβραίοι

48.270

 

 

48.270

σύνολο

1.116.369

949.829

1.105.492

3.171.690

 

 

Ακολούθησε η τρίτη απογραφή / στατιστική της οποίας τα αποτελέσματά της ανακοινώθηκαν το Μάρτιο του 1906. Σύμφωνα με αυτή, στο Βιλαέτι Μοναστηρίου υπήρχαν 480.018 μουσουλμάνοι, 261.283 πατριαρχικοί και 178.412 εξαρχικοί. Στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης 485 χιλιάδες μουσουλμάνοι, 290 χιλ. πατριαρχικοί, 220 χιλ. εξαρχικοί και 19.500 ρουμανίζοντες Βλάχοι.[106]

Τέταρτη είναι η απογραφή / στατιστική του 1907, σε μία διοικητικά μεταρρυθμισμένη Μακεδονία με αρκετά μικρότερη έκταση (απόσπαση βορειοδυτικών διαμερισμάτων).[107]

 

Ας δούμε τώρα πως στάθηκε η ελληνική πλευρά στα απογραφικά / στατιστικά δεδομένα του οθωμανικού κράτους για τον πληθυσμό της Μακεδονίας και κυρίως στον αριθμό των 307 χιλιάδων πατριαρχικών Ρωμιών.

Το περιοδικό ελληνισμος, στο τεύχος του Φεβρουαρίου του 1905, αγνοεί τον αριθμό των 307 χιλιάδων Ρωμιών και κάνει λόγο για 649 χιλιάδες Έλληνες, αριθμός που βρίσκεται κοντά στον αριθμό των 647.962 πατριαρχικών της δεύτερης απογραφής. Ο αριθμός των εξαρχικών (Βουλγάρων όπως τους ονομάζει) του βιλαετίου Θεσσαλονίκης, από 207.317 ανεβαίνουν (προφανώς από τυπογραφικό λάθος) σε 277.317.

Το λάθος του ελληνισμου αντιγράφει ο διευθυντής του περιοδικού και καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης, στο βιβλίο του (Το μακεδονικόν πρόβλημα, Αθήναι 1907). Προσθέτει όμως και ένα νέο που αποκλείεται να είναι τυπογραφικό: οι Έλληνες (όπως ονομάζει το σύνολο των πατριαρχικών) από 647.962 στη δεύτερη απογραφή ανεβαίνουν στους 749.932.

Ο Ιωάννης Χοϊδάς (Η ιστορία της μακεδονικής υποθέσεως, Αθήναι 1908), σχολιάζει τις στατιστικές της εξαρχίας του ταγματάρχη Huber και του Σέρβου Gopčević, δεν αναφέρεται όμως στα οθωμανικά στοιχεία.

Το ίδιο έτος ο Λιάκος Νικολαΐδης, σε ένα ολιγοσέλιδο έργο του (Γλωσσικά, στατιστικά και εθνολογικά Μακεδονίας, Χανιά 1908) αγνοεί και αυτός τα επίσημα οθωμανικά στατιστικά δεδομένα και προχωρεί σε δικούς του υπολογισμούς: “Έχουμε γράφει να παρατάξωμεν ένα συμπαγή ελληνικόν εθνολογικόν όγκον εξ 720 χιλ. περίπου κατοίκων κατά 245 χιλ. σχισματικών (εξαρχικών)”.

Απλή μνεία στη δεύτερη απογραφή κάνει τον επόμενο χρόνο ο Ανδρέας Αρβανίτης (Η Μακεδονία εικονογραφημένη, Αθήναι 1909). Μάλλον από αβλεψία ο αριθμός των εξαρχικών μειώνεται από 557.734 σε 547.743. Άγνωστο όμως είναι που βρήκε τον ακριβή αριθμό των 677.987 για τους Έλληνες.

Το 1910 το ελληνικό υπουργείο Στρατιωτικών τυπώνει μία Στατιστική του βιλαετίου Θεσσαλονίκης. Όπως φαίνεται, στο υπόμνημα στην αρχή του βιβλίου, συντάκτης είναι ο λοχαγός πεζικού Γεώργιος Μαστραπάς. Γράφει λοιπόν ο τελευταίος, τον Ιούνιο του 1909: “Η παρούσα στατιστική του Βιλαετίου Θεσσαλονίκης συνετάχθη επί τη βάσει της τελευταίας επισήμου Τουρκικής τοιαύτης (της εν λόγω στατιστικής κατέχω επίσημον αντίγραφον), ήτις ανεξαρτήτως των ανακριβειών αυτής, προερχομένων εκ του τρόπου καθ’ ον διενεργείται η απογραφή των κατοίκων εν Τουρκία, είναι η ακριβεστέρα οιασδήποτε άλλης”.

Στα συγκεντρωτικά αποτελέσματα του βιλαετίου, ο Μαστραπάς δίνει πληθυσμό 1.072.933 άτομα εντοπίους και 59.525 ξένους. Οι εντόπιοι χωρίζονται σε 482.494 οθωμανούς, 285.085 ορθόδοξους, 20.033 Βλάχους, 223.535 εξαρχικούς, 50.729 εβραίους, 6.726 χριστιανούς Αθίγγανους και 4.331 διάφορους άλλους.

Ο Αλμάζ ή Αλέξανδρος Μαζαράκης (Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Αθήναι 1912) γράφει πως τα οθωμανικά στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν “ως η μάλλον ασφαλής βάσις προς εκτίμησιν του αριθμού των εν Μακεδονία κατοίκων”, δεν παραθέτει ωστόσο τα κρίσιμα νούμερα.

Το βιβλίο του Μαζαράκη είναι το τελευταίο που τυπώνεται ενώ η Μακεδονία τελεί υπό οθωμανική διοίκηση. Ακολουθούν οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο κατακερματισμός της Μακεδονίας. Τα έργα που συναντάμε τώρα στην ελληνική βιβλιογραφία δεν έχουν το χαρακτήρα των εθνικών διεκδικήσεων αλλά της ιστορικής δικαίωσης. Τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς αποσκοπούν να εδραιώσουν την προσάρτηση των νέων επαρχιών.

Το 1919 κυκλοφορεί στο Παρίσι το βιβλίο του Β. Κολοκοτρώνη (V. Colocotronis, La Macédoine et l'Hellénisme). Ο συγγραφέας αναφέρεται σε απογραφή του Χιλμή, αλλά όχι στον αριθμό των ελληνοφώνων. Δίνει επίσης για τα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου τον αριθμό των 521.300 πατριαρχικών και των 288.750 εξαρχικών.

Το 1923 κυκλοφορεί ένα ογκώδες σύγγραμμα του Κλεάνθη Νικολαΐδη (Ιστορία του Ελληνισμού με κέντρο και βάσιν την Μακεδονίαν). Εδώ εμφανίζεται “μια οθωμανική απογραφή του 1905”. Για τα βιλαέτια Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης συν το σαντζάκι Σκοπίων ο Νικολαΐδης εμφανίζει πληθυσμό: 751.798 μουσουλμάνων, 655.745 πατριαρχικών, 332.162 εξαρχικών, 12.053 Ρουμανοβλάχων, 22.878 σερβιζόντων, 2.484 ουνιτών, 54.717 εβραίων, 13.119 χριστιανών Τσιγγάνων και 5.474 διαφόρων άλλων.

Το 1925 τυπώνεται στην Αθήνα το βιβλίο του Αλεξάνδρου Πάλλη (Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912 – 1924). Ο Πάλλης αντί για τα οθωμανικά στοιχεία χρησιμοποιεί ως βάση εκκίνησης για τους υπολογισμούς τους τη χαλκευμένη στατιστική της ελληνικής πρεσβείας που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα le temps στις 27/12/1904.

Το 1931 οι Μ. Μαυρογορδάτος και Αχ. Χαμουδόπουλος στο έργο τους για τη Μακεδονία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη (Η Μακεδονία – μελέτη δημογραφική και οικονομική) παραπέμπουν στις στατιστικές πληροφορίες του λοχαγού Μαστραπά.

Το 1931 ο τότε υφηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Βλάχος στο βιβλίο του για το μακεδονικό (Το μακεδονικόν ως φάσις του ανατολικού ζητήματος), επανέρχεται στα στοιχεία της απογραφής της asır, τα οποία όμως παρουσιάζει ομαδοποιώντας τα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκρύψει τη διάκριση κατά γλώσσα: 1.498.507 μουσουλμάνοι, 627.452 “Έλληνες” (: πατριαρχικοί), 575.594 “Βούλγαροι” (: εξαρχικοί), 199.717 “Σέρβοι και Βλάχοι” (σερβίζοντες και Βλάχοι).

Μεταξύ 1936 και 1941 το μακεδονικό ζήτημα απουσιάζει από την ελληνική βιβλιογραφία. Το 1942 θα τυπωθούν στη Θεσσαλονίκη τα βιβλία του Κ. Σνωκ (Μακεδονία – Θράκη) και Αθ. Χρυσοχόου (Οι βόρειες επαρχίες της Ελλάδος και οι βουλγαρικές βλέψεις). Η μεγάλη έκρηξη σε έκδοση έργων για το μακεδονικό πραγματοποιείται μεταξύ 1944 και 1955, δηλαδή πριν, κατά τη διάρκεια, και λίγο μετά τον εμφύλιο και τη συμμετοχή σε αυτόν των Μακεδόνων ως συμμάχων του κκε. Το σύνολο της τότε παραγωγής σε τίτλους ξεπερνά τους 150.[108]

Είναι η περίοδος όπου τα απογραφικά οθωμανικά δεδομένα του παρελθόντος σχεδόν θα αγνοηθούν. Μέσα σε ένα καθεστώς εθνικιστικής υστερίας οι έλληνες ιστορικοί δεν τρέφουν μόνο τον εθνικό μύθο, τρέφονται και από αυτόν.


 

Μια άλλη προσέγγιση

του μακεδονικού ζητήματος[109]

 

 

Η αποκωδικοποιημένη ανάγνωση του μακεδονικού ζητήματος, αυτού του τόσο σημαντικού κεφαλαίου της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας των λαών της περιοχής, επιτρέπει την πρόσβαση σε θέματα ιδεολογίας, όπως αυτά της δόμησης του εθνικού μύθου και της διαμόρφωσης της εθνικής συνείδησης.[110]

Εάν η ιστορία των ιστορικών συγγραμμάτων αποτελεί μέρος της ιστορίας των ιδεών, η ατραπός της επιστροφής του μακεδονικού ζητήματος από το μύθο στην ιστορία διέρχεται το χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας. Ιστορικό γεγονός δεν είναι μόνο η πολιτική αντιπαράθεση αλλά και η ιστορική διαμάχη ή η σύγκρουση των ιστορικών.

Το μακεδονικό ως θέμα διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης, ζήτημα δηλαδή ιδεολογικό, υπάρχει με τον ιστορικό λόγο και μετασχηματίζεται μαζί του. Ο μακεδονολόγος ιστοριογράφος συνθέτει το έργο του με το ιδεολογικό υλικό που προκύπτει από την αναδόμηση του σώματος της προϋπάρχουσας φιλολογικής κληρονομιάς. Ο αρχιτέκτονας του “νέου” οικοδομήματος χρησιμοποιεί στη σύνθεση τις περισσότερες από τις ιδεολογικές ψηφίδες που συγκροτούν τον εθνικό μύθο. Ο μύθος συλλογικά σχηματισμένος μέσα στη διάρκεια θέτει το πλαίσιο στο συγγραφέα. Η πρωτότυπη συμβολή του εθνικού ιστορικού περιορίζεται έτσι στην ερμηνεία κάποιων νεώτερων συμβάντων ή σε προτάσεις μιας άλλης ανάγνωσης επιμέρους σημείων, ετοιμόρροπων από τις φθορές που σωρεύει ο χρόνος.

Ο έλληνας ιστορικός του μακεδονικού ζητήματος είναι κυρίως ερασιτέχνης. Πρόκειται για τον εθνικιστή πολιτικό, κληρικό, διπλωμάτη, στρατιωτικό, δημοσιογράφο, δάσκαλο, δικηγόρο, γιατρό που γράφει για να υπερασπιστεί την εθνική υπόθεση. Επίκουρος στον κοινό αγώνα έρχεται γράφοντας κάποιο βιβλίο ιστορίας ο εθνικιστής αρχαιολόγος, θεολόγος, πολιτειολόγος, οικονομολόγος, λαογράφος, γλωσσολόγος πανεπιστημιακός. Μέσα σε αυτό το πλήθος των αυτοδίδακτων ιστοριογράφων, ο επαγγελματίας έλληνας ιστορικός εμφανίζεται σαν η εξαίρεση του κανόνα.[111] Ο τελευταίος, μεθοδολογικά εξοπλισμένος, με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό, γνώση της βαλκανικής και ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας και κρατική υποστήριξη, συνθέτει αρτιότερο έργο. Η εθνική αντίληψη των πραγμάτων, δηλαδή ο εθνικός μύθος, αποτελεί όμως και γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους προηγούμενους, τον κοινό παρανομαστή.

Ο έλληνας μακεδονομάχος, ο πατριαρχικός δεσπότης και ο προξενικός υπάλληλος της εποχής θα μιλήσει πολύ εκ των υστέρων και συχνά κατόπιν παραγγελίας.[112] Είναι ωστόσο αρκετά τα ημερολόγια, οι επιστολές και τα απομνημονεύματα που παραμένουν ερμητικά σφραγισμένα σε κάποια αρχεία και δε θα γνωρίσουν, για εθνικούς λόγους, το φως της δημοσιότητας.[113]

Η έκδοση των ιστορικών αναμνήσεων των ελλήνων πρωταγωνιστών της περιόδου 1903 – 1908, έπεται εκείνης των αντιπάλων γειτόνων τους. Η ελληνική απάντηση έχει κυρίως αμυντικό – απολογητικό χαρακτήρα. Μια προσεκτική ανάγνωση των λίγων δημοσιευμένων ελληνικών κειμένων[114] παρουσιάζει πάντως, αν και με έμμεσο τρόπο, τα μελανά σημεία του ελληνισμού στον αγώνα για την κυριαρχία στη Μακεδονία.[115]

Η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας είναι ένα κεφάλαιο που συναντάς στα περισσότερα βιβλία περί μακεδονικού ζητήματος. Οι ελληνικές στατιστικές, ιδιωτικές ή κυβερνητικές, αδέξια χαλκευμένες, εμφανίζουν ως ελληνισμό το σύνολο των πιστών στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι εμφανίζουν τη Μακεδονία των αρχών του 20ου αιώνα με ένα πληθυσμό 650 έως 750 χιλιάδων “Ελλήνων”. Αυτή ωστόσο η προπαγάνδα προοριζόταν για ενδοελλαδική κατανάλωση. Οι ξένοι δημοσιογράφοι, ταξιδιώτες, επιχειρηματίες και διπλωμάτες γνώριζαν ότι το ποσοστό των ελληνοφώνων ορθοδόξων της Μακεδονίας ήταν πολύ μικρότερο. Οι Ρωμιοί (και όχι Έλληνες), όπως οι ίδιοι αποκαλούσαν τον εαυτό τους, αποτελούσαν το 10 % περίπου του πληθυσμού της Μακεδονίας και ήταν συγκεντρωμένοι στους νότιους καζάδες.[116]

Οι πληροφορίες που ευνοούσαν την ελληνική πλευρά αφορούσαν την εκπαιδευτική δραστηριότητα[117] και τον αριθμό των ελληνικών σχολείων συγκριτικά με τα βουλγάρικα, τα ρουμανικά και τα σέρβικα. Ο αριθμός των πατριαρχικών (ελληνικών) σχολείων,[118] αν και μεγάλος εξ αιτίας της παραδοσιακά ισχυρής δύναμης του πατριαρχείου εντός της αυτοκρατορίας, παρουσιαζόταν ακόμη μεγαλύτερος από την ελληνική προπαγάνδα.

Ο εχθρός του ελληνισμού στη διαμάχη για τη Μακεδονία ήταν κυρίως – και για πολλές δεκαετίες – ο Βούλγαρος. Ο επί αιώνες κυρίαρχος Τούρκος, θεωρείτο ο προσωρινός διαχειριστής και συγκυριακά σύμμαχος κατά του βουλγαρισμού.

Οι ρωμιοί βιοτέχνες και έμποροι των μακεδονικών πόλεων του νότου και η εκκλησιαστική γραφειοκρατία του πατριαρχείου δεν επιθυμούσαν το διαμελισμό μιας αυτοκρατορίας στην οποία κατείχαν κοινωνικά δεσπόζουσα θέση αλλά την περαιτέρω βελτίωση της θέσης αυτής.[119]

Η αδυναμία του ελληνικού βασιλείου να διεκδικήσει στρατιωτικά (από την ήττα του 1897 μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους) τα μακεδονικά βιλαέτια, το υποχρεώνει μπροστά στο φάντασμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, σε διπλωματική συνεργασία με την Πύλη.

Ο Βούλγαρος θα εμφανιστεί σαν εχθρός θρησκευτικός για το πατριαρχείο και εθνικός για το ελληνικό κράτος. Η δημιουργία και η εξάπλωσης της βουλγαρικής εξαρχίας στα μακεδονικά εδάφη, από το Φεβρουάριο του 1870 μέχρι και τον Ιούλιο του 1903, υπήρξε πλήγμα κατά του Πατριαρχείου. Ο θρησκευτικός εξαρχικός κίνδυνος έγινε και ελληνικός εθνικός κίνδυνος με την αυτονομιστική επανάσταση του Ίλιντεν.[120] Παρ’ όλο που η δράση και το πρόγραμμα των μακεδόνων αυτονομιστών ήταν άσχετα με τα σχέδια και τα συμφέροντα της εξαρχίας, το ελληνικό κράτος συνέδεσε και τα δύο ως εκφάνσεις ενός ενιαίου εθνικού πολιτικού κινήματος.

Από το Ίλιντεν και μετά, ισχυροποιείται η συμμαχία πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ελληνικού κράτους στα μακεδονικά πράγματα. Το πατριαρχείο υποδεικνύει τον εξαρχικό εχθρό και η Ελλάδα στέλνει ένοπλες μισθοφορικές ομάδες υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών για να τον τιμωρήσει.[121]

Τα ένοπλα ελληνικά σώματα θα επιτεθούν με σφοδρότητα στα εξαρχικά μακεδονικά χωριά επιχειρώντας να τα τρομοκρατήσουν ώστε να επανέλθουν στο πατριαρχείο. Το ίδιο θα κάνουν και με τους ρουμανίζοντες Βλάχους. Η σύγκρουση με τις αυτονομιστικές τσέτες ή τα οθωμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα συνήθως αποφεύγεται λόγω του υψηλού ρίσκου.

Το μακέλεμα των μη πατριαρχικών μακεδόνων αγροτών και βλάχων βοσκών και το κάψιμο των χωριών τους από τους έλληνες κομιτατζήδες θα κρατήσει από την έξοδο του Παύλου Μελά το φθινόπωρο του 1904 μέχρι το καλοκαίρι του 1908 και την επανάσταση των Νεότουρκων.

Από την άλλη το αγροτικό αυτονομιστικό κίνημα θα διασπαστεί σε δύο παρατάξεις. Οι βερχοβιστές προσανατολίζονται στη βουλγαρική εθνική ιδέα της ένωσης της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία και οι τσεντραλιστές εμμένουν στο σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες”.[122]

Οι βαλκανικοί πόλεμοι που θα τελειώσουν με ήττα όχι μόνο των Οθωμανών αλλά και των Βουλγάρων, θα προσφέρουν στην Ελλάδα και τη Σερβία το μεγαλύτερο μέρος των μακεδονικών εδαφών. Οι ελπίδες της Βουλγαρίας για έναν αγώνα ρεβάνς θα την ωθήσουν να βγει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Οι επιτυχίες της όμως στο μακεδονικό μέτωπο, στάθηκαν σύντομες. Η λήξη των εχθροπραξιών θα τη βρει από την πλευρά των ηττημένων για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια. Τα νέα σύνορα στα Βαλκάνια χαράχτηκαν στα επιτελεία των νικητών και εκεί συμμετείχαν οι Έλληνες και Σέρβοι πολέμιοί της.

Ο μακεδονικός λαός τριχοτομήθηκε. Το όνειρο των Τσεντραλιστών για εθνικό κράτος παρέμεινε ανεκπλήρωτο.[123]

Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας του 1924 που ξερίζωσε χιλιάδες οικογένειες από τις προγονικές εστίες τους και τις έσυρε εκατέρωθεν στην προσφυγιά άλλαξε σημαντικά την πολιτισμική σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.[124]

Από το 1912 μέχρι το 1924 θα εγκαταλείψουν το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας 470.000 περίπου μουσουλμάνοι[125] (μεταξύ των οποίων χιλιάδες Μακεδόνες αλλά και οι ελληνόφωνοι Βαλαάδες) και μέχρι το 1928, περίπου 100.000 εξαρχικοί Μακεδόνες.[126] Τη θέση τους θα πάρουν 638.253 χιλιάδες χριστιανοί πρόσφυγες (ανάμεσα τους χιλιάδες τουρκόφωνοι αλλά και πατριαρχικοί Μακεδόνες).[127]

Η μακεδονική μειονότητα[128] γνωρίζει τη σκληρότητα του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο του μεσοπολέμου κυρίως σε δύο ζητήματα. Πρώτον με τον αποκλεισμό της από τη διανομή της γης των εκδιωχθέντων μουσουλμάνων καθώς αυτή πηγαίνει κατά κύριο λόγο στους νεοαφιχθέντες πρόσφυγες και δεύτερον στην ουσιαστική απαγόρευση της μητρικής τους γλώσσας.[129] Οι Μακεδόνες θα διατηρήσουν τη συνείδηση της διαφορετικότητας τους[130] και θα βιώσουν τη σκληρότητα (έως και εχθρότητα) της ελληνικής διοίκησης.

Το μακεδονικό θα αναζωπυρωθεί στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της κατοχής. Οι Βούλγαροι ως σύμμαχοι του Άξονα θα εισέλθουν νικητές τόσο στο γιουγκοσλαβικό τμήμα της Μακεδονίας όσο και στο ελληνικό.[131] Στην Ελλάδα οι Μακεδόνες ιδρύουν το σνοφ και συνεργάζονται στην αντίσταση με το εαμ.[132]

Μετά την ήττα του Άξονα ο μακεδονικός πληθυσμός θα δεχτεί σφοδρή επίθεση από το ακροδεξιό παρακράτος.[133] Οι Μακεδόνες ιδρύουν την οργάνωση νοφ, συμμαχούν με το δημοκρατικο στρατο και αγωνίζονται για την “πλήρη αποκατάσταση του μακεδονικού λαού”.

Η ήττα της ελληνικής αριστεράς το 1949, θα οδηγήσει χιλιάδες Μακεδόνες, κυρίως από την περιοχή της Καστοριάς και των Πρεσπών, στην προσφυγιά προς τη Γιουγκοσλαβία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.[134]

Η ίδρυση της δημοκρατιας της μακεδονιας τον Αύγουστο του 1944 μέσα στα πλαίσια της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας και η πίεση του Τίτο τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια προς τη Βουλγαρία και την Ελλάδα για παραχώρηση μειονοτικών δικαιωμάτων στη μακεδονική μειονότητα, υπήρξε σημείο τριβής στις διακρατικές σχέσεις.

Στη συνέχεια η αντισοβιετική πολιτική του Τίτο οδήγησε στην άμβλυνση της αντιπαράθεσής του με τη νατοϊκή Ελλάδα και τον οδήγησε στην υποβάθμιση του ζητήματος των δικαιωμάτων της μακεδονικής μειονότητας.

  

Η απόφαση για το Σκοπιανό Εχθρό:

η υπέρβαση των ορίων[135]

 

Αν η διάκριση μεταξύ του Φίλου και του Εχθρού αποτελεί την πεμπτουσία της Πολιτικής ή αν αυτή η διάκριση συνιστά μία – πλην όμως όχι τη μοναδική – από τις κορυφαίες πολιτικές διακρίσεις, είναι ένα θεωρητικό ζήτημα που έθεσε ο γερμανός Carl Schmitt (1888 – 1985) από το 1927, ανοίγοντας μία συζήτηση τόσο για την έννοια του δημόσιου Εχθρού (hostis), όσο και για τα επιμέρους χαρακτηριστικά του.[136]

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακραία συνέπεια της απόφασης για τον καθορισμό του Εχθρού είναι ο πόλεμος, που αποτελεί και την απόλυτη πραγμάτωση της εχθρότητας μέσω της θυσίας ανθρώπινων ζωών.

Μία Κοινότητα είναι αυτόνομη πολιτικά όταν μπορεί να αποφασίζει μόνη της για τον Εχθρό, έχοντας τη δυνατότητα να τον καταπολεμήσει μέχρι την υπαρξιακή άρνησή του.

Όταν η Κοινότητα δεν έχει το δικαίωμα της απόφαση για τον καθορισμό του Εχθρού, που σε τελευταία ανάλυση συνεπάγεται το δικαίωμα κήρυξης πολέμου, σημαίνει πως είναι ενταγμένη ή υποταγμένη σε ένα άλλο πολιτικό σύστημα.

Στη σύγχρονη εποχή, η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας αποκτά περιεχόμενο όταν το Έθνος ως Ιδεολογική Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να υψωθεί σε Αυτόνομη Πολιτική Κοινότητα καθορίζοντας τον Εχθρό και αποφασίζοντας για τον πόλεμο.

 

Το λεγόμενο σκοπιανό ζήτημα, η στάση δηλαδή της Ελλάδας στην ύστερη φάση του μακεδονικού ζητήματος, μπορεί κατά τη γνώμη μου να ερμηνευθεί μόνο υπό το πρίσμα των ανωτέρω.

 

Η ιδεολογική κοινότητα του ελληνικού έθνους αποφάσισε στα τέλη του 1991 για την ύπαρξη του Σκοπιανού Εχθρού. Τα χαρακτηριστικά αυτού του Εχθρού,[137] όπως το ίδιο το ελληνικό Έθνος τα προσδιόρισε, ήταν πως επρόκειτο για ένα μη έθνος, ένα ανθρώπινο συνονθύλευμα που σφετεριζόταν την ελληνική ιστορία και τα ελληνικά σύμβολα, κάποιοι βάρβαροι που καραδοκούσαν την ευνοϊκή συγκυρία, ώστε εκμεταλλευόμενοι προβοκάτσιες πεμπτοφαλαγγιτών και υλοποιώντας τα σχέδια ισχυρών ανθελληνικών δυνάμεων, να αποσπάσουν εδάφη από την Ελλάδα.

Το ελληνικό έθνος “ήξερε” επίσης πως στα βόρεια σύνορα της χώρας κατοικούσαν μέχρι τότε Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι, ότι η Μακεδονία είχε απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό με τους βαλκανικούς πολέμους και αποτελούσε πλέον τμήμα της Ελλάδας, ο δε πληθυσμός της Μακεδονίας ήταν ελληνικός από αρχαιοτάτων χρόνων.

Η ηγεσία του έθνους (δημοσιογράφοι, δεσποτάδες, πολιτικοί και διανοούμενοι) κάλεσε σε εγρήγορση για την προάσπιση των ιερών και των οσίων. Το έθνος απάντησε με συλλαλητήρια εκατοντάδων χιλιάδων λαού σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα και πολλά μικρότερα σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Μαζικές διαδηλώσεις επίσης οργανώθηκαν από τους Έλληνες της διασποράς. Το βασικό σύνθημα αυτών των συλλαλητηρίων ήταν: “Μακεδονία, 4.000 χρόνια ελληνική”.

Σύντομα η Ελλάδα γέμισε μακεδονολόγους. Το Έθνος άκουγε, εμπέδωνε και επαναλάμβανε τις εθνικές θέσεις. Η Μακεδονία έγινε η ψυχή του Ελληνισμού.[138] Η βασική εθνική γραμμή απέναντι στο Σκοπιανό Εχθρό ήταν πως δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και μακεδονικό κράτος. Σε σχέση με το δέον γενέσθαι υπήρχαν δύο απόψεις.

Το ρεύμα της υπεράσπισης της εθνικής θέσης ως τις ακραίες συνέπειες,[139] με κύριους πολιτικούς εκφραστές τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και την υφυπουργό Βιργινία Τσουδερού, απέβλεπε στη μη συγκρότηση κράτους (ανεξαρτήτως ονομασίας),[140] μιλούσε για ύπαρξη ελληνικής μειονότητας[141] στα Σκόπια και την ανάγκη προάσπισης των δικαιωμάτων της, πρότεινε την κήρυξη οικονομικού εμπάργκο, συνιστούσε λήψη μέτρων στρατιωτικής ετοιμότητας και συνομιλούσε με το Μιλόσεβιτς για το ενδεχόμενο κοινών συνόρων με τη Σερβία.[142] Ήταν το πλέον δημοφιλές καθώς πρότεινε στο Έθνος (και κυρίως στα λαϊκά στρώματα που η παγκοσμιοποίηση περιθωριοποιούσε) μια αυτόνομη ελληνική στρατηγική που εκπληρούσε τα εθνικά οράματα.

Το δεύτερο ρεύμα, με βασικό εκπρόσωπο τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, επιδίωκε μία νίκη επί του συμβολικού, αποσκοπούσε στην ικανοποίηση του εθνικού αισθήματος, χωρίς να εκτρέψει τη χώρα από την ευρωπαϊκή πορεία της και δίχως να τη φέρει αντιμέτωπη με την αμερικανική πολιτική στα Βαλκάνια. Το πολιτικά ρεαλιστικό αυτό ρεύμα εκπροσωπούσε το χώρο ενός μειοψηφικού αλλά δυναμικού και εξωστρεφώς προσανατολισμένου κοινωνικά και οικονομικά τμήματος του πληθυσμού. Εθνική φοβία της ηγεσίας αυτού του ρεύματος ήταν η πιθανότητα συγκρότησης πολιτικού μειονοτικού κινήματος των Μακεδόνων της Ελλάδας.[143]

Η κοινή γνώμη στο εξωτερικό, πλην της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Αλβανίας (που οι εκεί πληθυσμοί, ο καθένας χωριστά για τους δικούς του ιδιαίτερους εθνικούς λόγους, κατανοούσαν την ελληνική στάση), έμεινε έκπληκτη από τη συμπεριφορά της Ελλάδας. Έχοντας εντελώς διαφορετική πληροφόρηση από αυτή των Ελλήνων,[144] οι ξένοι γνώριζαν ότι υπάρχει μακεδονικό έθνος, ιστορικά διαμορφωμένο εδώ και ένα αιώνα,[145] ότι το έθνος αυτό αποτελούσε, μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ενώ υπήρχαν και εθνικές μακεδονικές μειονότητες στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα. Σε πολλά δε ξένα πανεπιστήμια διδασκόταν η μακεδονική γλώσσα. Γρήγορα η έκπληξη των ξένων μετατράπηκε σε αντιπάθεια για τους Έλληνες που χαρακτηρίστηκαν ως τραμπούκοι των Βαλκανίων.

Στην Ελλάδα αντιτάχθηκαν στην εθνική γραμμή του Σκοπιανού Εχθρού δύο χώροι. Μια νέα κίνηση μέσα στο χώρο της μακεδονικής μειονότητας, που πρόκυψε ως απάντηση στην στρεφόμενη εναντίον της, ελληνική εθνική θέση περί ανύπαρκτων” και ένα μικρό αντιεθνικιστικό κίνημα ακτιβιστών, με ερείσματα κυρίως στο φοιτητικό χώρο της Αθήνας, που βρέθηκε αντιμέτωπο με δικαστικές διώξεις και μια καθολικά εθνική περιφρόνηση.

Κάποιοι διανοούμενοι επιχείρησαν επίσης να λογικέψουν το Έθνος, μιλώντας για έντιμο συμβιβασμό,[146] ωστόσο οι περισσότεροι από αυτούς σύντομα εγκατέλειψαν την προσπάθεια καθώς κινδύνεψαν να περιθωριοποιηθούν.

Το ανένδοτο εθνικό ρεύμα δέχεται πλήγμα το Φεβρουάριο του 1992, όταν μετά την πρώτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποπέμπεται από την κυβέρνηση ο Αντώνης Σαμαράς και το υπουργείο Εξωτερικών αναλαμβάνει ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Η απήχηση που έχει ωστόσο η σκληρή εθνική γραμμή ωθεί την πολιτική ηγεσία (πλην κκε που θεωρεί το ζήτημα της ονομασίας δευτερεύον)[147] στην αδιάλλακτη θέση της μη αναγνώρισης του γειτονικού κράτους, ακόμα και εάν υπάρχει επιθετικός προσδιορισμός στο όνομα Μακεδονία (όχι παράγωγα).[148] Για δεύτερη φορά το ρεύμα αυτό βρίσκεται σε ηγεμονική θέση το Φεβρουάριο του 1994, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, με υπουργό Εξωτερικών το σημερινό πρόεδρο Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, όταν η Ελλάδα επιβάλει εμπάργκο στη Μακεδονία.

Στην αρχή η Ελλάδα εκμεταλλευόμενη το δικαίωμα του βέτο στις συλλογικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων, εκβιάζει τους εταίρους να αποδεχτούν τις εθνικές της θέσεις. Το Δεκέμβριο του 1991 οι δώδεκα υπουργοί Εξωτερικών αποφασίζουν στις Βρυξέλες ότι προϋπόθεση αναγνώρισης είναι και “η μη χρησιμοποίηση ονόματος που υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις”. Τον Απρίλιο του 1992, το δεύτερο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών ερμηνεύει αυτό τον όρο ως απόφαση μη ύπαρξης της λέξης Μακεδονία στην ονομασία του νέου κράτους. Τον Ιούνιο, στη διάσκεψη κορυφής στη Λισσαβόνα, οι ευρωπαίοι εταίροι υποχωρούν στις ελληνικές πιέσεις και αποφασίζουν τη μη αναγνώριση εφόσον στην ονομασία θα υπάρχει η λέξη Μακεδονία. Τον Αύγουστο η Ρωσία παρεμβαίνει στην ελληνομακεδονική διαμάχη παίρνοντας το μέρος του γείτονα. Με επιστολή του υφυπουργού Εξωτερικών Βιτάλι Τσούρκιν προς τον Γκλιγκόροφ, αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα. Το Δεκέμβρη του 1992 η Ελλάδα απορρίπτει βρετανική πρόταση για όνομα Μακεδονία – Σκόπια, στο συμβούλιο κορυφής του Εδιμβούργου. Τον Απρίλιο του 1993 η Μακεδονία, με την απόφαση 817, γίνεται δεκτή στον ΟΗΕ με το προσωρινό όνομα Former Yugoslav Republic of Macedonia. (Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Το Φεβρουάριο του 1994 οι ηπα αναγνωρίζουν το νέο κράτος με το προσωρινό όνομα. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου απαντά με εμπάργκο.

Η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίζει να τελειώνει με την ανεξάρτητη ελληνική πολιτική στέλνοντας τον υφυπουργό Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1995 στην Αθήνα. Ο Χόλμπρουκ ζητά από την Ελλάδα άρση του εμπάργκο και αναγνώριση του γειτονικού κράτους (υπογραφή συμφωνίας). Την εθνικά αδιάλλακτη Ελλάδα εκπροσωπεί ο τότε υπουργός Εξωτερικών και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.[149] Ο Χόλμπρουκ εκβιάζει τον Παπούλια και στη συνέχεια τον παρακάμπτει, πείθοντας τον Ανδρέα Παπανδρέου με τη βοήθεια της νεαράς συζύγου του άρρωστου έλληνα πρωθυπουργού. Η Ελλάδα υπογράφει τη λεγόμενη ενδιάμεση συμφωνία, αφήνοντας σε εκκρεμότητα το ζήτημα του ονόματος. Την συμφωνία ανακοινώνουν ταυτόχρονα στις 4 Σεπτεμβρίου, οι Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στα Σκόπια και ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Τομ Μίλερ, υπογραμμίζοντας συμβολικά ποιος παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις στην περιοχή.

Τα επόμενα χρόνια η ηττημένη στο μακεδονικό ελληνική πολιτική ηγεσία παγώνει το ζήτημα της ονομασίας, ελπίζοντας να βγει προφήτης ο Μητσοτάκης και να ξεχάσει ο ιθαγενής πληθυσμός την “περήφανη” εθνικά θέση του όχι στο Μακεδονία και όχι στα παράγωγα.[150] Στο μεταξύ η μία χώρα μετά την άλλη εγκαταλείπουν το Former Yugoslav Republic of Macedonia και αναγνωρίζουν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα.

Το 2001 υπογράφεται συμφωνία σύνδεσης και σταθεροποίησης της Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και της ευρωπαϊκής ένωσης. Το τελειωτικό χτύπημα στις φαντασιώσεις του ελληνικού εθνικισμού, το δίνουν πάλι οι ηπα. Όταν εκτιμούν πως οι εξελίξεις στα Βαλκάνια επιβάλουν να ενισχυθεί περαιτέρω το γειτονικό κράτος, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοινώνει το Νοέμβριο του 2004 την αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Όσοι συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων και όσοι νομίζουν πως επηρεάζουν αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις στην Ελλάδα, συμφωνούν όλοι πως πλέον η εθνική θέση σχετικά με το σκοπιανό ζήτημα πρέπει να είναι η άρνηση ύπαρξης μακεδονικού έθνους, μακεδονικής γλώσσας και μακεδονικής μειονότητας. Από εκεί και πέρα διαφοροποιούνται. Οι εθνικά ανένδοτοι ελπίζουν και εύχονται τη διάλυση του σκοπιανού κράτους αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό για το όνομα. Οι λιγότερο φανατικοί υποστηρίζουν ένα συμβιβασμό με αναγνώριση σύνθετης ονομασίας στο όνομα και χρήση του όρου Σλαβομακεδόνες για την αναφορά στο λαό. Λίγοι ρεαλιστές συνιστούν αποδοχή της πραγματικότητας και αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.[151] Οι δυο πρώτες κατηγορίες υποστηρίζουν ή απειλούν για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την εισδοχή της Μακεδονίας στο νατο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μην έχοντας καταλάβει τίποτα τα τελευταία χρόνια, άλλοι χαμένοι μέσα στις εθνικιστικές φαντασιώσεις τους και άλλοι παίζοντας τα μικροπολιτικά τους παιχνίδια, θεωρούν πως η Ελλάδα μπορεί να απειλήσει ξανά τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους με βέτο.

Το Ελληνικό Έθνος, ως ιδεολογική κοινότητα, δεν κατανόησε τα γεγονότα των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Η θέλησή του να υψωθεί σε αυτόνομη πολιτική κοινότητα που λαμβάνει την Απόφαση για τον Εχθρό και τον Πόλεμο, ήταν μια κορυφαία Πολιτική Απόφαση, που δεν μπορούσε να πάρει. Στο γεωπολιτικό χώρο που βρίσκεται και στο οικονομικό σύστημα που είναι ενταγμένη η Ελλάδα, αυτές οι Αποφάσεις λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλες. Είναι Αποφάσεις που χάθηκαν ή παραχωρήθηκαν σε ισχυρότερους πολιτικούς συνασπισμούς χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει το Έθνος.[152]


 

Πληθυσμός και οικισμοί

της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη[153]

 

 

Για τις διακρίσεις εις βάρος της τουρκικής μειονότητας που ζει στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου, έχουν δημοσιευτεί αρκετά στοιχεία. Το κεφάλαιο ωστόσο που λείπει – και όχι τυχαία κατά τη γνώμη μου – είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία για τους οικισμούς που ζει αυτή η μειονότητα καθώς και ο αντίστοιχος χάρτης.

Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει αυτό το κείμενο, το γράψιμο του οποίου δεν ήταν καθόλου εύκολο καθώς υπάρχει έλλειψη δημοσιευμένων πηγών όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στη διεθνή βιβλιογραφία.

Οι διάσπαρτες πληροφορίες κάλυπταν ένα μόνο μέρος, έτσι επέλεξα να προσφύγω στον τηλεφωνικό κατάλογο του οργανισμου τηλεπικοινωνιων ελλαδος  και να επεξεργαστώ ένα υλικό 106 χιλιάδων περίπου ονοματεπώνυμων κατά οικισμό.

Τα στοιχεία του πληθυσμού αφορούν εκείνα της απογραφής του 2001. Στους πίνακες που ακολουθούν παραθέτω αυτούς τους αριθμούς κατά Νομό και Δήμο. Οι οικισμοί που κατοικεί η μειονότητα διακρίνονται σε αμιγής μειονοτικούς και σε μικτούς. Εκτός από την επίσημη ελληνική ονομασία (μετονομασία), αναφέρεται και το παλιό όνομα του οικισμού.

Η μειονότητα θεωρείται τουρκική ως προς την εθνική συνείδηση, κάτι που ως γνωστό αρνείται να αποδεχτεί το ελληνικό κράτος (αλλά και το ελληνικό έθνος), που κάνει λόγο για “έλληνες μουσουλμάνους” διακρινόμενους σε τουρκόφωνους ή τουρκογενείς, Πομάκους και Τσιγγάνους.


νομος ξανθης

 

δημος βιστωνιδοσ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αλκυόνη

Altıcıler

αμιγές

202

Βαφαίικα

Boyacılar

μικτό

683

Γενισέα

Yenice

μικτό

1.872

Παλαιόν Κατράμιον

Karaköy

αμιγές

422

Παλαιός Ζυγός

Mızanlı

μικτό

477

Σούνιον

Sünnetçi

μικτό

930

Τέκτων

Müsellim Teke

μικτό

66

Φελώνη

Masuaklı

μικτό

429

 

 

δημος θερμων

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Άνω Θέρμαι

Ilıca Birinci Mahalle

αμιγές

433

Διάσπαρτον

İsmail Mahalle

αμιγές

112

Θέρμαι

Ilıca Orta Mahalle

αμιγές

237

Κίδαρις

Sarıyer

αμιγές

50

Κοττάνη

Koşnalar

αμιγές

37

Μέδουσα

Memkova

αμιγές

336

Μέσαι Θέρμαι

(Ilıca İkinci Mahalle)

αμιγές

86

 

 

δημος κοτυλησ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αιμόνιον

Balkanova

αμιγές

141

Δημάριον

Demircik

αμιγές

623

Κοτύλη

Kozluca

αμιγές

463

Πάχνη

Paşevik

αμιγές

1.114

 

 

δημος μυκησ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αιώρα

Salıncak

αμιγές

238

Άλμα

Agnilo

αμιγές

317

Άνω Κίρρα

 

αμιγές

71

Αχλαδιά

Krusa

αμιγές

5

Γλαύκη

Gökçepınar

αμιγές

1.179

Γοργόνα

Bratankova

αμιγές

208

Διάφορον

Türlü Tarla

αμιγές

51

Εχίνος

Şahin

αμιγές

2.232

Ζουμπούλιον

Zümbül Mahallesi

αμιγές

149

Θεοτόκος

Teu

αμιγές

31

Κένταυρος

Ketenlik

αμιγές

2.380

Κίρρα

Kıramahallesi

αμιγές

106

Κορυφή

Sarilar

αμιγές

26

Κότινον

Kocina Mahallesi

αμιγές

120

Κουτσομύτης

 

αμιγές

132

Κύκνος

Sadnoviça

αμιγές

246

Μάνταινα

Basaykova

αμιγές

282

Μελίβοια

Elmalı

αμιγές

651

Μύκη

Mustafçova

αμιγές

1.239

Όασις

 

αμιγές

129

Πανέριον

Sekızpinar

αμιγές

44

Προσήλιον

Güney Mahallesi

αμιγές

151

Πύργος

 

αμιγές

35

Ρεύμα

Çahır Mahalle

αμιγές

170

Σιρόκον

Sirak

αμιγές

117

Σμίνθη

Dolaphan

αμιγές

375

Σούλα

 

αμιγές

70

Σταμάτιον

 

αμιγές

8

Στήριγμα

Bara

αμιγές

59

Τρίγωνο

 

αμιγές

73

Χρυσόν

Para Mahallesi

αμιγές

128

Ωραίον

Yassıören

αμιγές

722

 

 

δημος ξανθησ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Γιαλιστερόν

Karaçanlar

αμιγές

7

Έρανος

Otmanören

αμιγές

1

Κιμμέρια

Koyunköy

μικτό

3.263

Λιβάδιον

Slanve

αμιγές

5

Ξάνθη

İskeçe

μικτό

46.457

Παλαιά Μορσίνη

Büyük Murselli

μικτό

124

Πελεκητόν

Bekirli

αμιγές

4

Πριόνιον

Köstra

αμιγές

1

 

 

δημος σατρων

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Ακραίος

Dolövo

αμιγές

6

Δουργούτιον

Durgutlar

αμιγές

18

Καλότυχον

Uğurlu

αμιγές

30

Κούνδουρος

Körükler

αμιγές

7

Λυκότοπος

Korçalar

αμιγές

12

Πολύσκιον

Soğuçak

αμιγές

6

Ποταμοχώριον

Sinikova Dur Mahalle

αμιγές

122

Ρεματιά

 

αμιγές

9

Σάτραι

Sinikova Orta Mahalle

αμιγές

298

Τέμενος

Sinikova Eske Mahalle

αμιγές

253

Τσαλαπετεινός

Çalaperde

αμιγές

13

 

 

δημος σελερου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Άκαρπον

Koruköy

αμιγές

226

Βελοχώριον

Höyükköy

αμιγές

209

Γρήγορον

Yelkenciler

αμιγές

237

Λευκόπετρα

Sakarkaya

μικτό

639

Ρύμη

Bokluca

αμιγές

15

Σέλερον

Gökçeler

αμιγές

1.764

Σήμαντρα

Karaçanlar

αμιγές

723

Φίλια

Dinkler

αμιγές

687

 

 

δημος σταυρουπολησ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Γέρακας

Atmacalı

μικτό

24

Ισαία

Isica

αμιγές

145

Καλλιθέα

Aşagı Kozluca

αμιγές

12

Μέγα Εύμοιρον

Emerli

αμιγές

79

Μυρτούσσα

Buracik

αμιγές

13

Ορεστινή

Köresten

αμιγές

19

Πίλημα

Kıçelı

αμιγές

127

 

 

δημος τοπειρου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Άβατον

Beyköy

μικτό

1.218

Βανιάνον

Balabanlı

μικτό

206

Δέκαρχον

Beke Ovası

μικτό

701

Εξοχή

Üsekdere

μικτό

109

Εύλαλον

İnhanlı

μικτό

949

Ηλιοκέντημα

Gencerlı & Gütaslı

αμιγές

1.123

Κρεμαστή

Kurthasanlı

μικτό

404

Κύρνος

Kırköy

αμιγές

703

Μικρόν Τύμπανον

Davutlu

μικτό

70

Μικροχώριον

 

αμιγές

259

Ορφανόν

Öksüzlü

αμιγές

284

Παλαιόν Εράσμιον

Taraşmanlı

αμιγές

237

Παλαιόν Όλβιον

Nuhullu

μικτό

125

 

 

νομος ροδοπησ

 

δημος αιγειρου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αρωγή

Sarıyer

μικτό

177

Γλυφάδα

Nuhçalı

μικτό

166

Καλλίστη

Kalanca

αμιγές

167

Μελέτη

Melekli

αμιγές

646

Μέση

Meşe

μικτό

313

Πόρπη

Ortakışla

μικτό

447

Αμαξάδες

Arabacıköy Yunan Mahallesi

μικτό

1.060

Άνω Αμαξάδες

Arabacıköy

αμιγές

542

Μοναχοί

Hoca Mahalle

αμιγές

28

 

 

δημος αμαξαδων

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αμαξάδες

Arabacıköy Yunan Mahallesi

μικτό

1.060

Άνω Αμαξάδες

Arabacıköy

αμιγές

542

Μοναχοί

Hoca Mahalle

αμιγές

28

 

 

δημος αρριανων

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αγιοχώριον

Hacıköy

αμιγές

238

Αρριανά

Kozlukebir

αμιγές

1.144

Δαρμένη

Değirmendere

αμιγές

329

Δειλινά

Delinazköy

αμιγές

341

Ήπιον

Isıklar

αμιγές

301

Κίνυρα

Taşkınlar

αμιγές

219

Λύκειον

Kurcalı

μικτό

1.035

Μικρόν Πιστόν

Küçük Müsellim

αμιγές

367

Μύστακας

Bıyıklıköy

αμιγές

438

Νέδα

Durhasanlar

αμιγές

260

Νικηταί

Üçgaziler

μικτό

101

Πλαγιά

Payamlar

αμιγές

293

Σκάλωμα

Menetler

αμιγές

377

Στροφή

Dolapçılar

αμιγές

346

 

 

δημος ιασμου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αμβροσία

Ortacı

μικτό

600

Γαλήνη

Çakırlı

αμιγές

327

Διαλαμπή

Balabanköy

μικτό

584

Ίασμος

Yassıköy

μικτό

2.722

Ιππικόν

Beygirciler

αμιγές

85

Κοπτερόν

Yalımlı

αμιγές

840

Μελίταινα

Ballıca

αμιγές

42

Μικρόν Παλλάδιον

Palazlı

αμιγές

52

Μωσαϊκόν

Karamusa

μικτό

179

Παλλάδιον

Palazlı

μικτό

316

Πολύαρνον

Kuzubaşi

αμιγές

7

Σάλπη

Sağsallı

μικτό

678

Ταγγαίον

Kuruçay

αμιγές

10

 

 

δημος κεχρου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Άνω Καμπή

Yukarı Kamberler

αμιγές

42

Βούρλα

Fırçıl

αμιγές

44

Κάμπος

Kaypak

αμιγές

164

Κάτω Καμπή

Aşağı Kamberler

αμιγές

20

Κερασιά

Beşikli

αμιγές

135

Κέχρος

Mehrikoz

αμιγές

155

Μικρός Κέχρος

Atmezarı

αμιγές

166

Μοναστήριον

Manastır

αμιγές

79

Τσούκκα

Çukas

αμιγές

67

Χαμηλόν

Salıncak

μικτό

153

Χαράδρα

Karadere

αμιγές

120

Χλόη

Seçek

αμιγές

432

 

 

δημος κομοτηνησ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Ήφαιστος

Kalkanca

αμιγές

1.505

Ιάμπολις

Yabacıklı

αμιγές

145

Ιτέα

Has Köy

αμιγές

71

Κάλχας

Kalfa

αμιγές

644

Κηκίδιον

Tuzcuköy

αμιγές

425

Κομοτηνή

Gümülgine

μικτό

44.421

Μεγάλη Άδα

Adadere

αμιγές

9

Μύτικας

Aşağı Aralıkburun

αμιγές

6

Νυμφαία

Yanıkköy

αμιγές

70

Σαρακηνή

Sarancina

αμιγές

78

Σιδηράδες

Demircili

αμιγές

167

Στυλάριον

Baraklı

αμιγές

304

Σύμβολα

Semetli

αμιγές

243

Τυχηρόν

Bulduklu

αμιγές

302

Φύλακας

Seymen

αμιγές

269

 

 

δημος μαρωνειασ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αμάραντα

Yahyabeyli

αμιγές

643

Ασκηταί

Sofular

μικτό

94

Βάκος

Vakıf

αμιγές

394

Βέννα

Demirbeyli

αμιγές

491

Εργάνη

Yardımlı

αμιγές

387

Ίσαλον

Uysallı

αμιγές

487

Μίρανα

Muratlı

αμιγές

297

Πάμφορον

Ambarköy

μικτό

315

Σαλμώνη

Salmanlı

αμιγές

395

 

 

δημος νεου σιδηροχωριου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Καλαμόκαστρον

Kargılısarıca

αμιγές

360

Μαυρομμάτιον

Karagözlü

αμιγές

130

Μέγα Δουκάτον

Büyük Doğanca

αμιγές

415

Μικρόν Δουκάτον

Küçük Doğanca

αμιγές

193

Παγούρια

Bayatlı

μικτό

703

 

 

δημος οργανησ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Άνω Κάρδαμος

Gerdeme

αμιγές

131

Βυρσίνη

Hacıviran

αμιγές

407

Δρανιά

Kozdere

αμιγές

170

Καλύβια

Kulubeler

αμιγές

84

Κάρδαμος

Aşağı Gerdeme

αμιγές

193

Κάτω Βυρσίνη

Kazören

αμιγές

174

Κόβαλον

Kovanlık

αμιγές

91

Κύμη

Keziren

αμιγές

406

Μυρτίσκη

Musacık

αμιγές

434

Οργάνη

Hemetli

αμιγές

521

Σμιγάδα

Çalabı

αμιγές

254

 

 

δημος σαπων

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αμφία

Hacımustafa

μικτό

390

Αρίσβη

Ircan

μικτό

1.087

Αρσάκειον

Aşağıköy

μικτό

712

Βέλκιον

Bekirköy

αμιγές

293

Εβρίνος

Evrenköy

μικτό

507

Κρωβύλη

Karakurcalı

μικτό

220

Λοφάριον

Lefeciler

μικτό

414

Παλαιά Κρωβύλη

Karakurcalı

αμιγές

293

Πρωτάτον

Çeribaşköy

μικτό

345

Σάπαι

Şapçı

μικτό

3.812

Τσιφλίκιον

Çiftlik

αμιγές

76

Χαμηλόν

Gaybıköy

μικτό

254

 

 

δημος σωστου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αγίασμα

Ayazma

αμιγές

363

Ασώματοι

Bulatköy

μικτό

778

Δύμη

Sendelli

αμιγές

430

Θάμνα

Eşekçlli

αμιγές

553

Κερασέα

Kirazlı

αμιγές

13

Κρυστάλλη

Tekedere

αμιγές

8

Ληνός

Kozlu Dere

αμιγές

396

Μέγα Πιστόν

Büyük Müsellim

αμιγές

938

Μίσχος

Çepellli

αμιγές

736

Πολύανθον

Narlıköy

μικτό

798

Ρίζωμα

Gebecili

αμιγές

263

Σώστης

Susurköy

μικτό

751

Τρίκορφον

Dağkaramusa

αμιγές

9

Φωλέα

Yuvancillı

αμιγές

251

 

 

δημος φιλλυρασ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Άγρα

Küçük Sirkeli

αμιγές

298

Άνω Δροσινή

Üntiren

αμιγές

119

Άρατος

Karacalköy

μικτό

1.131

Αρδεία

Kayrak

αμιγές

55

Αρχοντικά

Celebiköy

αμιγές

336

Βραγιά

Balafar

αμιγές

468

Δοκός

Domruköy

αμιγές

1.015

Δροσιά

Dundarlı

αμιγές

258

Δρύμη

Kardere

αμιγές

320

Εσοχή

Üşekdere

αμιγές

362

Κάτω Δροσινή

Küçüren

αμιγές

111

Λαμπρόν

Satıköy

αμιγές

514

Νέον Καλλυντήριον

Kalendereköy

αμιγές

228

Νεύρα

Sınırdere

αμιγές

168

Ομηρικόν

Umurköy

αμιγές

323

Πάσσος

Basırlıköy

αμιγές

689

Πατερμά

Payamdere

αμιγές

114

Ραγάδα

Kızılağaç

αμιγές

366

Σκιάδα

Çardaklı

αμιγές

112

Φιλλύρα

Sirkeli

αμιγές

1.041

 

 

νομος εβρου

 

δημος αλεξανδρουπολεωσ

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αλεξανδρούπολις

Dedeağaç

μικτό

49.724

Ατάρνη

Hotallar

αμιγές

76

Αύρα

Hasanlar

αμιγές

140

Δίκελλα

Dikiltaş

μικτό

285

Κόμαρος

Musaköy

αμιγές

144

Λεπτοκαρυά

Fındıcak

αμιγές

78

Μάκρη

Miri

μικτό

805

Μεσημβρία

Güvendik

μικτό

149

Μέστη

Kösemescit

μικτό

116

Πέραμα

Güreci

αμιγές

109

Πλάκα

Sağırlar

αμιγές

106

 

 

δημος διδυμοτειχου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Διδυμότειχον

Dimetoka

μικτό

8.853

 

 

δημος μεταξαδων

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Πολιά

Aksakal

μικτό

156

 

 

δημος ορφεα

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Αγριάνη

Ahrenpınar

μικτό

458

Γέρικον

 

αμιγές

135

Γονικόν

Babalar

αμιγές

354

Κόρυμβος

Hacıalıköy

μικτό

257

Μέγα Δέρειον

Büyük Dervent

μικτό

571

Πετρόλοφος

Taşal

αμιγές

109

Ρούσσα

Ruşanlar

αμιγές

314

Σιδηροχώριον

Alren Pınar

αμιγές

354

 

 

δημος σουφλιου

 

μετονομασία

όνομα

σύνθεση

απογραφή

2001

Σιδηρώ

Demirören

αμιγές

499

 










Τα συγκεντρωτικά στοιχεία που προκύπτουν από την παρουσίαση των ανωτέρω πινάκων εμφανίζουν την εξής εικόνα:

 

Νομός Ξάνθης:

Σύνολο οικισμών 180 σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Σε δεκαπέντε από αυτούς τους οικισμούς δεν απογράφηκε κανένα άτομο. Έτσι απομένουν 165 κατοικούμενοι οικισμοί με 102.959 άτομα. Αμιγείς τουρκικοί οικισμοί είναι 79 ή το 47,9 %, με πληθυσμό 23.654 άτομα. Μικτοί οικισμοί είναι  19 ή το 11,5 %. Στους τελευταίους, ο συνολικός αριθμός μειονοτικών και μη ανέρχεται σε 58.746 κατοίκους.

 

Νομός Ροδόπης:

Σύνολο κατοικούμενων οικισμών 182, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, με πληθυσμό 111.237 άτομα. Από αυτούς αμιγείς τουρκικοί οικισμοί είναι 105 ή το 57,7 %, με πληθυσμό 32.207 άτομα. Μικτοί είναι  32 ή το 17,6 %. Στους τελευταίους, ο συνολικός αριθμός μειονοτικών και μη ανέρχεται σε 66.323 κατοίκους.

 

Νομός Έβρου:

Σύνολο κατοικούμενων οικισμών 168, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, με πληθυσμό 149.283 άτομα. Από αυτούς αμιγείς τουρκικοί οικισμοί είναι 12 ή το 7,1 %, με πληθυσμό 2.418 άτομα. Μικτοί είναι  13 ή το 7,7 %. Στους τελευταίους, ο συνολικός αριθμός μειονοτικών και μη ανέρχεται σε 62.581 κατοίκους. Οι περισσότεροι από τους Τούρκους ζουν στη δυτική πλευρά του Νομού, στα σύνορα με το νομό Ροδόπης.

 

Συνολικά, από το σύνολο των 515 κατοικούμενων οικισμών του ελληνικού τμήματος της Θράκης, που στην απογραφή του 2001 είχαν 363.479 κατοίκους, οι Τούρκοι ζούσαν μόνοι τους σε 196 οικισμούς ή στο 38,1 % και από κοινού με Έλληνες[154] σε 64 οικισμούς ή στο 12,4 %.

Οι 260 αμιγώς μειονοτικοί και μικτοί οικισμοί αποτελούσαν δηλαδή το 50,5 % του συνόλου της ελληνικής Θράκης ή ειδικότερα κατά Νομό, το 14,9 % του Έβρου, το 54,4 % της Ξάνθης και το 75,3 % της Ροδόπης.[155]

 

 

Για ένα μεταεθνικό ιστορικό λόγο[156]

 

Η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην επιστήμη της Ιστορίας και το μύθο της “εθνικής ιστορίας”, μπορεί να παρομοιαστεί με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε μία διαμάχη και την διαφορετική περιγραφή της, εκ των υστέρων, από τους εμπλεκόμενους σε αυτή.

Η αφήγηση του παρελθόντος, από τον εθνικό ιστορικό, όταν αυτή απευθύνεται στο εσωτερικό της ίδιας ιδεολογικής εθνικής κοινότητας, λαμβάνει τη μορφή της αναμφισβήτητης και ένδοξης αλήθειας.

Το πρόβλημα αξιοπιστίας του εθνικού ιστορικού, εμφανίζεται κατά την αντιπαράθεση με τους ιστορικούς των γειτόνων εθνών ή όταν τεθεί στην κρίση κάποιων αποστασιοποιημένων από την περιοχή και τις συγκρούσεις, ξένων ιστορικών.

 Τότε η “εθνική αλήθεια”, μετασχηματίζεται σε αυστηρά υποκειμενική περιγραφή ή ανακατασκευή των γεγονότων, και η ερμηνεία του παρελθόντος εκφυλίζεται σε ιδεολογικό μύθο, ικανό να πείσει μόνο τον αφηγητή και τους ομοϊδεάτες του.

Η σύγκρουση των αλλόφυλων ιστορικών ή η διαμάχη των αντίπαλων εθνικών μύθων, υποκρύπτει τη σύγκρουση συμφερόντων των αντίστοιχων εθνικών κρατών.

Το ερώτημα, εάν υπάρχει δυνατότητα σε ένα σύγχρονο ερευνητή να προσεγγίσει το ιστορικό παρελθόν της χώρας του, χωρίς να μπλέξει μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί.

Προσωπικά νομίζω, πως πρόκειται για μια επίπονη διαδικασία, με αναπόφευκτα πισωγυρίσματα. Η σημαντική προϋπόθεση πάντως, για την αίσια πορεία, αν όχι κατάληξη του εγχειρήματος, είναι ο απεγκλωβισμός του συγγραφέα από τα ιδεολογικά δεσμά του εθνικισμού.

Αυτό στην εποχή που διανύουμε, δηλαδή το πρώιμο στάδιο μετάβασης στη γηραιά ήπειρο από το εθνικό στο μεταεθνικό κράτος, δημιουργεί το υπόβαθρο για μία αντίστοιχη μεταεθνική ιδεολογική προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι. Ταυτόχρονα ο ίδιος αυτός κοινωνικός μετασχηματισμός, επιτρέπει σε άτομα και μικρές κοινωνικές ομάδες που πρωταγωνιστούν σε αυτή τη μετάβαση, να εγκαταλείψουν τα παλαιά στερεότυπα και να αναζητήσουν μια άλλη προσέγγιση και ερμηνεία της Ιστορίας, η οποία βρίσκεται πλησιέστερα στο νέο και διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αυτοί σήμερα κατανοούν έναν κόσμο, στη ραγδαία αλλαγή του οποίου μετέχουν.

Είναι η σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα, που επιτρέπει σε κάποιους διανοούμενούς της, να ξαναγράψουν την ιστορία της Δύσης ή των επιμέρους περιοχών της, βρίσκοντας ταυτόχρονα ένα αναδυόμενο κοινό – αναγνώστη που μπορεί και θέλει να μοιραστεί μαζί τους τις νέες προσεγγίσεις και προβληματισμούς.

Βρισκόμαστε ωστόσο ακόμα στην αρχή του δρόμου.

Όπως η μεταφυσική αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο, μέσω του οποίου οι άνθρωποι κατανοούν τη θέση τους μέσα στο σύμπαν, παρά το πέρασμα πάνω από δύο αιώνων από την εποχή του διαφωτισμού και τα εντυπωσιακά επιτεύγματα των θετικών επιστημών που ακολούθησαν, έτσι και οι εθνικοί μύθοι, πιστεύω ότι θα αποτελούν για πολύ καιρό τον κυρίαρχο τρόπο μέσω του οποίου η πλειοψηφία των ανθρώπων θα αντικρίζει ιδεολογικά το παρελθόν.

Παρότι υπάρχουν λοιπόν οι προϋποθέσεις, για την απόπειρα μιας μεταεθνικής συγγραφής κεφαλαίων της ιστορίας μιας ευρωπαϊκής χώρας, καθώς η εποχή γεννάει στη χώρα, τόσο το συγγραφέα όσο και το αναγνωστικό κοινό, το γεγονός παραμένει περιθωριακό, μια και βρισκόμαστε στα πρώτα βήματα μιας μεταβατικής διαδικασίας.

Όταν μάλιστα ο συγγραφέας έχει την τύχη ή την ατυχία να ζει στα Βαλκάνια, το έργο του είναι εξαιρετικά δύσκολο και το κοινό πολύ περιορισμένο.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, μια χώρα που μετέχει στην όποια πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συντελείται, το εθνικό κράτος αναγκάζεται και παραχωρεί σταδιακά εξουσίες στις νέες ευρωπαϊκές δομές. Σε επίπεδο ιδεολογικής εξουσίας, αυτό σημαίνει πως το ελληνικό κράτος, αναγκάζεται να εγκαταλείψει σταδιακά ορισμένα όπλα ιδεολογικής τρομοκρατίας, τα οποία μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, κατά κόρον χρησιμοποιούσε, ιδιαίτερα μπρος στον κίνδυνο αμφισβήτησης της εθνικής ιδεολογικής συνοχής. Αυτό επιτρέπει σήμερα, τη δημοσίευση έργων που αμφισβητούν εκδοχές του ελληνικού εθνικού μύθου, χωρίς τον κίνδυνο ο συγγραφέας τους να βρεθεί στα δικαστήρια, ωστόσο η απήχηση των έργων αυτών είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ο εθνικισμός ταυτίζεται εν πολλοίς ακόμη με την κρατική ιδεολογία. Επιπλέον αποτελεί τις ιδεολογικές παρωπίδες ενός λαού, που προσπαθεί να κατανοήσει το παρελθόν του.

Ένας εθνικός μύθος ορίζει το γεωγραφικό χώρο και αφηγείται τα διαχρονικά κατορθώματα των κατοίκων – ιδιοκτητών, των κληρονόμων αυτού του χώρου.

Όσον αφορά τους κατοίκους του χώρου, μέσα από μια σύνθετη ιδεολογική διαδικασία κυριάρχησε η άποψη, ότι αυτοί είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Η συγκεκριμένη άποψη αποτελεί το θεμέλιο λίθο του ελληνικού εθνικού μύθου.

Από την άλλη ο γεωγραφικός χώρος εντός του οποίου ζούσαν οι Νεοέλληνες, την εποχή της συγκρότησης των εθνικών κρατών στην περιοχή των Βαλκανίων (τον 19ο αιώνα), ήταν εδαφικά πολύ μικρότερος από τη χώρα που κατέκτησε στη συνέχεια, μέσω των διαδοχικών επιτυχών πολεμικών συγκρούσεων, το ελληνικό κράτος.

Ωστόσο, από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του ελληνικού κράτους, ένα σημαντικό τμήμα των κατοίκων του δεν ήταν Έλληνες. Ο απόλυτος δε αριθμός των μη Ελλήνων, υπηκόων του ελληνικού κράτους, συνεχώς μεγάλωνε, καθώς αυτό διεύρυνε τα σύνορά του, προσθέτοντας νέες επαρχίες που αφαιρούσε από την οθωμανική αυτοκρατορία. Σε μεγάλα μάλιστα γεωγραφικά διαμερίσματα, το ελληνικό στοιχείο ήταν από μειοψηφικό μέχρι ανύπαρκτο.

Οι νεώτερες χρονικά εκδοχές του ελληνικού μύθου, αυτές που οι σημερινοί υπήκοοι του ελληνικού κράτους αφομοίωσαν μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, εμφανίζει εαυτούς ως απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, και τη σημερινή ελληνική επικράτεια, πανάρχαια πάτρια εδάφη απελευθερωμένα από τη σκλαβιά.

Το ιδεολογικό αυτό πλαίσιο, ενός αναγεννημένου αρχαίου λαού που ανακτά με το σπαθί την κληρονομιά των προγόνων, επέβαλε τη λογική του εξοβελισμού ή αναγκαστικού εξελληνισμού κάθε αλλοφώνου, την εξαφάνιση κάθε γλωσσικής και πολιτισμικής διαφορετικότητας. Το σβήσιμο δηλαδή κάθε ίχνους, που θα οδηγούσε σε αμφισβήτηση αυτού του μύθου, που αποτελούσε πλέον την επίσημη κρατική ιδεολογία.[157]



[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί εισήγησή μου στις 23 Οκτωβρίου 1991 στην αίθουσα της εσηεα, σε συζήτηση που διοργάνωσε το φόρουμ της αριστεράς για τα “εθνικά θέματα”. Στην εκδήλωση παρευρέθηκα ως μέλος της εταιρείας για τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Δημοσιεύεται εδώ μερικά αναθεωρημένο και με τις αναγκαίες βιβλιογραφικές αναφορές.

[2] Το κείμενο του Τομ Νερν μεταφράστηκε από τους Μανόλη Αγγελίδη και Βασίλη Τσεκούρα για να δημοσιευτεί στο περιοδικό τετράδια πολιτικού διάλογου ερευνας και κριτικής. Λόγω των ενοχλητικών για τους εθνικιστές απόψεών του, δημοσιεύτηκε με καθυστέρηση αρκετών ετών και λογοκριμένο στο τεύχος 27 (1991).

[3] Έτσι όπως κωδικοποιήθηκε στο βιβλίο του "Ο Μαρξισμός και το Εθνικό ζήτημα" (1912). Ένα έργο που σύμφωνα με το Λένιν φωτίζει θεωρητικά το θέμα του έθνους.

[4] Ο όρος διεθνισμός, εμπεριέχει την αποδοχή του έθνους ως έννοιας ευρύτερης της ιδεολογικής κοινότητας. Γι αυτό και η διαμάχη των διεθνιστών με τους εθνικιστές δεν ξεπέρασε ποτέ το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης.

[5] Ο ιστορικός Νίκος Ψυρούκης και η ομάδα των φίλων των νέων χωρών που καθοδηγούσε, οι γνωστοί τότε ως φινιχίτες, αποτέλεσαν τον πρώτο ιδεολογικό πυρήνα μιας χωρίς προσχήματα εθνικιστικής αριστεράς. Το κεντρικό πολιτικό ζήτημα που έθεσαν ήταν ή ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Επίγονοι του Ψυρούκη υπήρξαν οι Γιώργος Καραμπελιάς, Λευτέρης Ριζάς και Λουκάς Αξελός.

[6] Ίωνος Δραγούμη, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες, Αθήνα 1927, σελ. 1-2.

[7] Η πρόβλεψη μου αυτή, επιβεβαιώθηκε όσον με αφορά, στα μέσα της διαδρομής.

[8] Strabo c 322, Στράβωνος Γεωγραφικά, έκδοση παπυροσ, Αθήνα, χωρίς χρονολογία, σελ. 918 – 920.

[9] Η έννοια του “έθνους” στα αρχαία ελληνικά σημαίνει σύνολο ή ομάδα ανθρώπων. Βλ. J. B. Hofmann, Ετυμολογικό λεξικόν της αρχαίας ελληνικής, Αθήναι 1974.

[10] Γράφει χαρακτηριστικά ο Gregorovius πως την Ελλάδα, “η εκκλησία την ταπείνωσε και την έκανε μισητή. Οι θεοί των Ελλήνων έμειναν για την εκκλησία όχι ανύπαρκτες παραστάσεις της φαντασίας, αλλά πραγματικοί κακοί δαίμονες, οι διαβολικοί εχθροί του Χριστιανισμού”. Βλ. Φ. Γκρεγκορόβιους, Μεσαιωνική ιστορία των Αθηνών, μετάφραση Άγις Τσάρις, εκδόσεις κριτικη, τόμος Α΄, σελ. 86.

[11] Για το χρονικό της Μονεμβασίας βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Σύμμικτος Λαός ή περί Ρωμιών και Αλλοφώνων σπαράγματα, εκδόσεις μπατάβια, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 35 – 56.

[12] Βλ. Δήμου Μέξη, Η Μάνη και οι Μανιάτες, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1977, σελ. 157 – 198. Επίσης Georg Ostrogorsky, Ιστορία του βυζαντινού κράτους, μετάφραση Ι. Παναγόπουλος, εκδόσεις βασιλόπουλος, Αθήναι 1979, τομ. Β΄, σελ. 64, 263 – 265 και Γεώργιος Νακρατζάς, Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων / Ήπειρος – Νότια Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 101, 112, 115, 126, 131.

[13] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος πρώτος, Αθήνα 1976, σελ. 223.

[14]Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί τε και γυναιξί και ταις ουσίαις και θρέμμασι τον ισθμόν κατέλαβον” και “Ώκουν οι νεήλυδες τας αοικήτους, και άλση κατετέμνετο και εκαθαίρετο χώρος άπας”. Βλ. Απόστολου Βακαλόπουλου, Πηγές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού (1204 – 1669), Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 18.

[15] D. Α. Zakythinos, Le Despotat grec de Morée, II Athènes 1953, σελ. 1.

[16] Μετά την συγκρότηση του Ουράνιου Τόξου, της πολιτικής οργάνωσης των Μακεδόνων της Ελλάδας και την παρουσία του σε τρεις ευρωεκλογές, η πολιτική ορολογία έχει (μέσω αναπαλαίωσης) εκσυγχρονιστεί: η πιο προωθημένη και εθνικά αποδεκτή ονομασία είναι σήμερα το Σλαβομακεδόνες, λέξη δανεισμένη από το λεξιλόγιο των ελλήνων κομμουνιστών της δεκαετίας του 1940.

[17] Το φθινόπωρο του 1985 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό τετράδια πολιτικού διάλογου ερευνας και κριτικής (τεύχος 12) μια επιστολή του Χρήστου Παπαγιάννη, τότε προέδρου της πανελλήνιας ενωσης πολιτιστικών συλλόγων βλάχων. Η επιστολή αυτή ασκούσε κριτική για εθνικά πιθανή παρεκτροπή μου στο ζήτημα της εθνικής συνείδησης των Βλάχων της χώρας, κάνοντας αναφορά σε ένα απόσπασμά μου σε μια βιβλιοπαρουσίαση της πρώτης μετάφρασης στα ελληνικά ενός έργου του Φαλμεράυερ, στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού. Ο συγγραφέας της επιστολής, με το εθνικό κύρος του “προέδρου” των Βλάχων της Ελλάδας με καλούσε να διευκρινίσω τη θέση μου για τους Βλάχους. Έτσι πρόκυψε το κείμενο αυτό.

[18] Οι ίδιοι χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους την ονομασία Αρουμάνοι ή Αρωμάνοι ή Αρμούνοι.

[19] Η πολιτισμική ταυτότητα είναι έννοια ευρύτερη της κουλτούρας και διάφορη της θρησκευτικής ή εθνικής ταυτότητας, που αποτελούν ιδεολογικές κατηγορίες.

[20] Σύμφωνα λοιπόν με τον Κεκαυμένο οι Βλάχοι, κατοικούσαν παλαιότερα σε οχυρούς και δύσβατους τόπους κοντά στον ποταμό Σάβα, στον οποίο την εποχή που έγραφε το Στρατηγικόν (12ος αιώνας), ζούσαν πια οι Σέρβοι. Ο ποταμός Σάβας εκτείνεται δυτικά του Βελιγραδίου, όπου και συναντά το Δούναβη. Από την περιοχή του Σάβα τους Βλάχους έδιωξαν με τα όπλα οι Βυζαντινοί και από εκεί κατέφυγαν στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και οι περισσότεροι στην Ελλάδα.

[21] Ο Χωνιάτης συνδέει τους Βλάχους με τους κατοίκους του Αίμου (Balkan) και σημειώνει πως στην εποχή του οι Βλάχοι κατείχαν την περιοχή των Μετεώρων της Θεσσαλίας, που ονομαζόταν Μεγάλη Βλαχία.

[22] Ο Benjamin MiTudelo ή γνωστότερος ως Benjamin Tudela έγραψε το έργο “Βιβλίο των ταξιδιών” στα εβραϊκά. Στη συνέχεια μεταφράστηκε στα λατινικά και αργότερα σε πολλές άλλες γλώσσες.

[23] Παρόμοια άποψη για τους Βλάχους με τον Βενιαμίν έχει και ο καταλανός άρχοντας Μονκάδα: “Ο δρόμος που πήραν οι δικοί μας ήταν από το μέρος των βουνών της επαρχίας της Θεσσαλίας, που το λένε Βλαχία…Οι κάτοικοι λέγονται Βλάχοι, άνθρωποι πολεμόχαροι και που για πολλά χρόνια καταπίεζαν τους αυτοκράτορες της Ανατολής”, Φρανθίσκο ντε Μονκάδα, Εκστρατεία των Καταλανών και Αραγονέζων κατά Τούρκων και Ελλήνων, μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη, Αθήνα, 1984, σελ. 261.

[24] Η οροσειρά της Πίνδου μπορεί να θεωρηθεί ιστορικά η χώρα των Βλάχων. Σε μια νοητή επί χάρτου ευθεία 100 χιλιομέτρων, με κατεύθυνση Βορρά – Νότο, υπάρχει ένας αριθμός 77 χωριών σκαρφαλωμένων στις βουνοκορφές, με μέσο υψόμετρο 1.000 περίπου μέτρα, όπου μεταξύ τους δεν παρεμβάλλεται άλλος μη βλαχόφωνος οικισμός. Ο πληθυσμός αυτών των χωριών σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές πληθυσμού, μειώθηκε από 50.000 περίπου άτομα το διάστημα 1896-1913 σε 37.938 το 1940 και σε 19.096 το 1991.

[25] Γλώσσα παραπλήσια των Ιταλών και ίδια με αυτή των Δακών, που κατοικούσαν παρά τον Ίστρο (Δούναβη), θέλει να μιλούν οι Βλάχοι, ο Χαλκοκονδύλης. Ο ίδιος μάλιστα σημειώνει την Πίνδο ως τόπο κατοικίας των Βλάχων.

[26] Οι έλληνες συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τους Βλάχους της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας, με τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία αυτού του λαού, ξεκινούσαν κατά κανόνα την εργασία τους με μία επίδειξη της ικανότητάς τους να προσαρμόσουν την πραγματικότητα στις απαιτήσεις της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας (του ελληνικού εθνικού μύθου). Έτσι η ανάγνωση σήμερα των περί Βλάχων μονογραφιών, παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι σαν ύλη της ιστορικής επιστήμης, αλλά κυρίως ως συλλογή κειμένων – δειγμάτων ιδεολογικής γραφής.

[27] Είναι χαρακτηριστικά όσα έγραφε ο Κεραμόπουλος το 1939: “Ο Χαλκοκονδύλης και ο Κευκαμένος είναι άκριτοι ως ιστορικοί, ούτε ήσαν ερευνηταί έχοντες επίγνωσιν του ιστορικού καθήκοντος”, σελ. 25.

[28] Οι Βλάχοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως εξάλλου όλοι οι λαοί της, δεν είχαν εθνική συνείδηση μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου άρχισε η εξάπλωση των εθνικών ιδεολογιών στα Βαλκάνια. Η εθνική ρουμανική κίνηση αναπτύχθηκε στο βλάχικο πληθυσμό παράλληλα και ανταγωνιστικά με την ελληνική εθνική κίνηση.

[29] Ion Heliade Rădulescu (1802 – 1872) και Dimitrie Bolintineanu (1819 – 1872).

[30] Apostol Mărgărit (1832 - 1903), επιθεωρητής των ρουμανικών σχολείων και μέλος της Ακαδημίας Βουκουρεστίου. Ο Bérard σημειώνει στο βιβλίο του για τον Απόστολο Μαργαρίτη: “Τον Απόστολο τον μαχαίρωσαν μια φορά στη Θεσσαλονίκη, τον πέταξαν δυο φορές στο Βαρδάρη, τον έστησαν στο τουφεκίδη πάνω στα βουνά της Αχρίδας”, στο Victor Bérard, La Turquie et l' hellénisme contemporain, Paris 1897 – ελληνική μετάφραση Μ. Λυκούδης, Τουρκία και Ελληνισμός, εκδόσεις τροχαλία, Αθήνα 1987, σελ. 303.

[31] Το πρώτο ρουμάνικο σχολείο ιδρύεται στο Τίρνοβο (σήμερα ανήκει στη Δημοκρατία της Μακεδονίας) το 1864 και λειτουργεί κανονικά από το 1867 ως δημοτικό αρρένων. Ακολουθεί η ίδρυση των εξής σχολείων: Αρρένων στο Γκόπες (Μακεδονία) το 1867, μικτό στην Αβδέλλα (Ελλάδα) το 1867, αρρένων στη Βλαχοκλεισούρα (Ελλάδα) το 1868, αρρένων στην Οχρίδα (Μακεδονία) το 1868, μικτό στο Κρούσεβο (Μακεδονία) το 1868, μικτό στα Καλύβια Βέροιας (Ελλάδα) το 1870, μικτό στη Νέβεσκα (Ελλάδα) το 1875, μικτό στο Περιβόλι (Ελλάδα) το 1877, μικτό στο Πρίλεπ (Μακεδονία) το 1878, αρρένων στη Μπίτολα / Μοναστήρι (Μακεδονία) το 1878, θηλέων στην Οχρίδα (Μακεδονία) το 1879, θηλέων στο Κρούσεβο (Μακεδονία) το 1879, θηλέων στο Γκόπες (Μακεδονία) το 1879, αρρένων στο Μαλοβίστε (Μακεδονία) το 1880, αρρένων στη Χρούπιστα (Ελλάδα) το 1880, αρρένων στο Μαγκάρεβο (Μακεδονία) το 1880, μικτό στη Σαμαρίνα (Ελλάδα) το 1880, μικτό στη Βοβούσα (Ελλάδα) το 1880, Γυμνάσιο - Λύκειο στη Μπίτολα / Μοναστήρι (Μακεδονία) το 1880, θηλέων στη Βλαχοκλεισούρα (Ελλάδα) το 1881, θηλέων στη Μπίτολα / Μοναστήρι (Μακεδονία) το 1881, θηλέων στο Μαλοβίστε (Μακεδονία) το 1881, θηλέων στη Θεσσαλονίκη το 1881, μικτό στη Νιζέπολε (Μακεδονία) το 1881, αρρένων στη Λάιστα (Ελλάδα) το 1881, θηλέων στο Μαγκάρεβο (Μακεδονία) το 1882, μικτό στην Πλεάσα (Αλβανία) το 1882, μικτό στην Τούρια – Κρανιά (Ελλάδα) το 1884, γυμνάσιο στα Γιάννενα (Ελλάδα) το 1886, θηλέων στα Γιάννενα (Ελλάδα) το 1887, αρρένων στο Ρέσεν (Μακεδονία) το 1889, θηλέων στο Τίρνοβο (Μακεδονία) το 1890. Η ανάπτυξη των ρουμανικών σχολείων στις βλάχικες κοινότητες της οθωμανικής επικράτειας φτάνει στο απόγειο στις αρχές του 20ου αιώνα, με τη λειτουργία 7 γυμνασίων και 113 δημοτικών.

[32] Σωστότερα: την κοινότητα των ορθόδοξων Βλάχων.

[33] Η σύγκρουση των ελληνικών και των λίγων βλάχικων ένοπλων ομάδων υπήρξε δευτερεύων λόγος. Πρωταρχικός λόγος ήταν οι επιθέσεις των πρώτων στις στάνες και τα βλάχικα χωριά.

[34] Βλ. Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, δεύτερη έκδοση, Τρίκαλα 1987, σελ. 66.

[35] Την αναγνώριση δηλαδή εθνικής ρουμανικής μειονότητας στην Ελλάδα.

[36] Για τον πληθυσμό και τους οικισμούς των Αρβανιτών βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Σύμμικτος Λαός ή περί Ρωμιών και Αλλοφώνων σπαράγματα, εκδόσεις μπατάβια, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 67 – 88.

[37] Για την ακρίβεια 19.679 άτομα. Η κατανομή τους ανά νομό ήταν: Ιωαννίνων 4.597, Πρεβέζης 527, Άρτης 103, Αιτωλίας και Ακαρνανίας 836, Δράμας 429, Θεσσαλονίκης 6.159, Καβάλας 193, Κοζάνης 1.374, Πέλλης 1.670, Σερρών 1.275, Φλωρίνης 1.379.

[38] Για το συνολικό αριθμό των Βλάχων ο Αραβαντινός δίνει 28.400 οικογένειες ή 140.000 άτομα. Βλ. Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, σελ. 52. Ο βλάχικος πληθυσμός κατανεμημένος γεωγραφικά κατά κύριο λόγω εντός των σημερινών συνόρων της Ελλάδας (Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία) και δευτερευόντως εντός της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της Αλβανίας, κατοικούσε στα τέλη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τις αξιόπιστες πληροφορίες του Weigand, σε 154 αμιγώς βλάχικες και 76 μικτές κοινότητες, φτάνοντας το συνολικό αριθμό των 149.520 ατόμων. Βλ. Gustav Weigand, Die Aromunen. Ethnografische – Philologische – Historische, Leipzig 1895, σελ. 281 – 294.

[39] Το τελευταίο έτος πριν από τον πόλεμο και την κατοχή, το σχολικό έτος 1939-1940 φοιτούσαν στα βλάχικα (ρουμανικά) σχολεία της Ελλάδας 1.562 μαθητές σε 3 γυμνάσια και 30 δημοτικά σχολεία. Εκτός από τις πόλεις Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Ιωάννινα, Βέροια, Έδεσσα και Άργος Ορεστικόν, σχολεία υπήρχαν στα βλαχοχώρια: Κουμαριά, Πολλά Νερά, Κεδρών, Άνω Γραμματικό, Πάτημα, Κούπα, Μεγάλα Λειβάδια, Άνω Πορόια, Κλεισούρα, Νυμφαίο, Δροσοπηγή, Κρανιά, Περιβόλι, Δάμασι, Πραιτώρι, Βλαχογιάννη, Βωβούσα, Δίστρατο, Αβδέλλα, Σαμαρίνα, Ξειρολίβαδο και Κάτω Βέρμιο. Βλ. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Ιωάννου Μεταξά, φάκελος 36.

[40] Τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της κίνησης, τα βίωσε ο βλάχικος πληθυσμός στο σύνολό του, με τη σκλήρυνση της στάσης του ελληνικού κράτους μεταπολεμικά εναντίον των Βλάχων για “προδοσία και δωσιλογισμό”. Η ένταξη της Ρουμανίας στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, επέτρεψε στο ελληνικό κράτος, να προχωρήσει το 1945 στην κατάργηση των μειονοτικών δικαιωμάτων των Βλάχων. Την εποχή εκείνη ο υπουργός Εσωτερικών Θεοτόκης υπολόγισε τον αριθμό των “Ρωμανοφρόνων” σε 2.749 άτομα. Βλ. Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, υποφ. 104.5, έγγραφο 134, Απόρρητο υπόμνημα (27/4/1946) του Υπουργού Εσωτερικών Σπ. Θεοτόκη “Περί Βουλγαροφρόνων και Ρωμανοφρόνων Βορείου Ελλάδος”.

[41] Εξαίρεση αποτελεί ο Γεώργιος Νακρατζάς. Βλ. το έργο του Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων Ήπειρος Νότια Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 51 - 63 και Η στενή φυλετική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και εθνικά Μακεδόνων – Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 69 – 84.

[42] Ας σημειωθεί ότι το πρόσφατο τετράτομο έργο του Αστέρη Κουκούδη (Μελέτες για τους Βλάχους, Θεσσαλονίκη 2000 - 2001), το προλογίζει ο τότε πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, όπου μεταξύ των άλλων γράφει χαρακτηριστικά, ορίζοντας και την εθνική θέση: “ Οι Βλάχοι δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μια εξελληνισμένη ομάδα διχασμένη ανάμεσα στις εθνικές προπαγάνδες των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά ως μία γνήσια έκφραση της ρωμιοσύνης. Στη μελέτη διατυπώνεται η άποψη ότι τα ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή των Βλάχων και τη γνήσια ή φαλκιδευμένη ταυτότητά τους είναι περιττάΟι Βλάχοι δεν είναι μειονότητα”.

[43] Η δημοσίευση της απάντησής μου στην επιστολή του τότε προέδρου της πανελλήνιας ενωσης πολιτιστικών συλλόγων βλάχων Χρήστου Παπαγιάννη, προκάλεσε την ανταπάντησή του και μια δική μου δευτερολογία, που δημοσιεύεται εδώ. Τα δύο κείμενα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό τετράδια τεύχος 13, την άνοιξη του 1986. Όλα τα κείμενα της αντιπαράθεσης μεταφράστηκαν και αναδημοσιεύτηκαν από το Vasile Tega στη ρουμανική εφημερίδα του Καναδά Cuvantul Românesc, τον Σεπτέμβριο του 1986.

[44] Ο Παπαγιάννης υποστηρίζει πως από την εποχή του μεσαίωνα οι Βλάχοι “προσανατολίζονται συνειδητά και μακριά από «κρατικές ιδεολογίες» προς την Ελληνική εθνική και φυλετική καταγωγή τους”.

[45]Φρίκη δε και αποτροπιασμός καταλαμβάνει πάντα ενταύθα πολίτην και επί τη απλή μόνη υπονοία ότι είναι δυνατόν ποτε, αντί του εκπάγλου κάλλους της μητρικής ημών ελληνικής γλώσσης, να ακουσθή ποτε εν τη θεία και λατρευτή ημών Εκκλησία και εν ταις Ελληνικαίς Σχολαίς η ρωμουνική γλώσσα”. Βλ. Χρυσοστόμου Καλαφάτη Μητροπολίτου Δράμας, Εκθέσεις περί του Μακεδονικού αγώνος 1903 – 1907, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1960, σελ. 27 – 28.

[46] Η βλάχικη γλώσσα ανήκει στην ομάδα των Ιταλικών και στην υποομάδα των Ανατολικών γλωσσών και διακρίνεται στη μεγαλύτερη ομάδα των Μακεδονορουμάνων και στη μικρότερη των Μογλενιτών (περιοχή Αλμωπίας).

[47] Την εποχή εκείνη «ορθόδοξος» εσήμαινε Έλλην και «σχισματικός» Βούλγαρος”. Βλ. Ο Μακεδονικός Αγώνας Απομνημονεύματα, έκδοση ιμχα, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 72 – 73.

[48] Ο έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου Γουλιέλμος Φοντάνας έγραφε σχετικά τον Απρίλιο του 1890 προς τον υπουργό εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη: “οι βλαχόφωνοι Ελληνίζοντες και Ρουμανίζοντες δύνανται να θεωρηθώσιν εν γένει ως θιασώται της ελληνικής γλώσσας, τούτο μεν εκ παλαιών παραδόσεων τούτο δε εκ συμφέροντος, διότι το αίσθημα τούτο υπερισχύει παρ αυτοίς παντός άλλου. Αλλά ούτε παρά τοις Ρουμανίζουσιν ούτε παρά τοις Ελληνίζουσι μεταξύ των Βλάχων υπάρχει υπό εθνική έποψιν σταθερότης χαρακτήρος και πεποιθήσεων”. Η επιστολή βρίσκεται στο Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

[49] Πρόκειται για δύο διαφορετικές ιδεολογίες, της θρησκευτικής και της εθνικής κοινότητας.

[50] Σύμφωνα με στατιστική του πατριαρχείου του έτους 1906, για τον αριθμό των ρουμανιζόντων Βλάχων ανά οικισμό, στατιστική που σαφώς μειώνει τον αριθμό των ρουμανιζόντων για προπαγανδιστικούς λόγους, δίνεται ο αριθμός των 2.969 οικογενειών. Βλ. Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηράς καταστάσεως, πατριαρχικό τυπογραφείο, Κωνσταντινούπολις 1906, σελ. μδ΄- μθ΄.

[51] Την περίοδο 1905 – 1908 οι ρουμανίζοντες Βλάχοι συμμάχησαν με τους μακεδόνες αυτονομιστές κατά των ελληνικών ένοπλων ομάδων. “Στο σκληρό και αιματηρό αγώνα, που ακολούθησε, οι Βλάχοι αναμείχθηκαν γρήγορα, γιατί τα ελληνικά αποσπάσματα είχαν διαταγές να στρέψουν την προσοχή τους στα ρουμάνικα σχολεία επίσης. Οι απειλές γρήγορα λιγόστεψαν τον αριθμό του ρουμανικού κόμματος, αρκετά σχολεία κάηκαν, πολλοί από τους πιο αφοσιωμένους συνηγόρους δολοφονήθηκαν και τα σπίτια και η περιουσία τους καταστράφηκαν. Ένα από τα αποτελέσματα της ενέργειας αυτής ήταν ότι βλάχικα αποσπάσματα γρήγορα εμφανίστηκαν στην αντίθετη πλευρά, αλλά εξαιτίας του αριθμού και της θέσης τους αναγκάστηκαν να ενεργούν κυρίως αμυντικά”. Βλ. Alan WaceMaurice Thompson, Οι νομάδες των Βαλκανίων, μετάφραση Πάνου Καραγιώργου, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 9.

[52] Βλ. Ο Μακεδονικός Αγώνας Απομνημονεύματα, έκδοση ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 204. Για την κατά τόπους συμπεριφορά των Βλάχων, ο Δημήτριος Κάκκαβος σημειώνει στα απομνημονεύματά του ότι “οι περί την Πίνδον και την Βέροιαν (υπήρξαν) αποστάται με ζωηρόν φιλορρουμανικόν φανατισμόν, οι περί το Μοναστήριον με φανατισμόν επηρεασμένον όμως από την ελληνικήν επίδρασιν, οι της Καρατζόβας με φανατισμόν φιλοβουλγαρικόν”. Βλ. Δημητρίου Κάκκαβου, Απομνημονεύματα (Μακεδονικός Αγών), έκδοση εταιρείας μακεδονικών σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 81.

 

[53] Ο Παπαγιάννης επικαλείται ένα απόσπασμα του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη που υποτίθεται ότι αναφέρεται σε Βλάχους το 579 μ.Χ. Το περιστατικό αναφέρει ότι σε μία εκστρατεία του Στρατηγού Κομεντίολου κατά των Αβάρων της Θράκης, ένας στρατιώτης φώναξε σε έναν αγωγιάτη στη μητρική τους γλώσσα (τη πατρώα φωνή), βλέποντας το φορτίο ενός ζώου να πέφτει, “torna, torna frater”, δηλαδή “γύρνα, γύρνα αδελφέ”, κάτι που θεωρήθηκε ως στρατιωτικό παράγγελμα επιστροφής και δημιούργησε σύγχυση στους υπόλοιπους άνδρες.

[54] Βλ. Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324 – 1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.

[55] Η παρερμηνεία της ιστορικής είδησης είναι έργο του Βακαλόπουλου και αναπαράγεται από τον Παπαγιάννη. Βλ. Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 36.

[56] Ο θάνατος του αδελφού του Σαμουήλ από οδίτες Βλάχους συνέβη το 976 μ.Χ. στην περιοχή των Κορεστίων (Korešta). Βλ. Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae, Bonn 1838 – 1839, I, σελ. 435.

[57] Ο Παπαγιάννης διακρίνει “τους Βλάχους (νομαδοκτηνοτρόφους) από τους Βλαχόφωνους” και υποστηρίζει πως οι βυζαντινές πηγές συγχέουν τους μεν με τους δε.

[58] Κατά το μεσαίωνα ασχολούνται εκτεταμένα στην περιοχή με τη νομαδική κτηνοτροφία τόσο οι Βλάχοι όσο και οι Αλβανοί. Γι’ αυτό και ο σέρβος αυτοκράτορας Στέφανος Ντουσάν είχε συμπεριλάβει στους νόμους του ειδικό άρθρο (No 83): “Σε χωριό που σταματάει Βλάχος ή Αλβανός, σε αυτό το χωριό να μη σταματήσει άλλος που έρχεται μετά. Αν σταματήσει με τη βία, να πληρώσει το πρόστιμο και τη ζημιά που προκάλεσε με το κοπάδι στο πέρασμά του”. Βλ. Σέφανος Ντουσάν, Ο Κώδικας Νόμων, μετάφραση Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, εκδόσεις καστανιώτης, Αθήνα 1983, σελ. 58.

[59] Το ζήτημα της λεγόμενης “καταγωγής” των Βλάχων, αλλά και της “καταγωγής” κάθε λαού, έχει κατά το παρελθόν συνδεθεί με την “καθαρότητα” του αίματος και τις μετρήσεις των κρανίων. Είναι γνωστό πως αυτή η προσέγγιση, ενταγμένη στον εθνικό μύθο του ανώτερου λαού, οδήγησε στα κρεματόρια χιλιάδες ανθρώπους.

[60] Ο Άρης Πουλιανός, τις “μελέτες” του οποίου επικαλείται ο Παπαγιάννης για να ταυτίσει Έλληνες και Βλάχους, είναι ο άνθρωπος που έγινε περίγελος των ξένων συναδέλφων του με τις ανακοινώσεις του περί ανακάλυψης του κρανίου του πρώτου ανθρώπου, του Αρχανθρώπου, ηλικίας 800.000 ετών στην Ελλάδα. Όσον αφορά το βιβλίο του Πουλιανού για την καταγωγή των Ελλήνων (Η προέλευση των Ελλήνων, Αθήνα 1962), έχει τόση αξία όσο και τα δημοσιεύματα των “ανθρωπολόγων” του ναζιστικού κόμματος Γερμανίας.

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα μας είναι η κοινότητα ή η διαφορετικότητα τα των πολιτισμών και όχι οι μετρήσεις των κρανίων.

[61] Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίον ενδέκατον, εκδόσεις γαλαξία, Αθήνα 1971, σελ. 390 – 391.

[62] Ο εθνικός ιστορικός επιτελεί ιδεολογικό έργο αναγκαίο για το κράτος του. Αυτός είναι ο ρόλος του, γι’ αυτό υπάρχει και γι΄ αυτό αμείβεται. Βλ. Τάσου Κωστόπουλου - Λεωνίδα Εμπειρίκου – Δημήτρη Λιθοξόου, Μια συζήτηση στη Φιλοσοφική: Ελληνικός εθνικισμός και Μακεδονικό ζήτημα – η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, Αθήνα 1992, σελ. 52 – 53.

[63] Βλ. επίσης Γιώργου Παδιώτη, Τραγούδια Φαρσαριωτών (Αρβανιτοβλάχων), Αθήνα 1991 και Οι Αρωμάνοι (Βλάχοι) του μεσαίωνα στην Ήπειρο, Αθήνα 1992.

[64] Το κείμενο εκδόθηκε στα ελληνικά σε επιμέλεια Γιώργου Παδιώτη: Ο πληθυσμός των Βλάχων στη βυζαντινή αυτοκρατορία (XXIII αιώνα) δομή και μετακίνηση.

[65] Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τετράδια Πολιτικού Διάλογου Έρευνας και Κριτικής, τεύχος 14 (άνοιξη – καλοκαίρι 1986).

[66] Η γλώσσα τους, γνωστή ως Romani, ανήκει στην κεντρική ζώνη των Indo-Aryan, μαζί με τις Bhil, Dom, Gujarati, Khandesi, Panjabi, Rajasthani και Western Hindi. Η Romani υποδιαιρείται σε επτά τσιγγάνικες διαλέκτους.

[67] 1. Τη Balkan Romani (τρεις διάλεκτοι), τη μιλούν συνολικά ένα εκατομμύριο Τσιγγάνοι σε Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Ιράν, Ιταλία, Μακεδονία, Μολδαβία, Ρουμανία, Τουρκία, Ουγγαρία, Ουκρανία και Η.Π.Α. 2. Την Karpathian Romani ή αλλιώς Bashaldo ή Romungro ή HungarianSlovak Romani (τρεις διάλεκτοι) τη μιλούν 240.000 άνθρωποι σε Ουγγαρία, Ουκρανία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία, Τσεχία και ΗΠΑ. 3. Την Kalo Finnish Romani ή Fintika Romma τη μιλούν 8.000 σε Φιλανδία και Σουηδία. 4. Τη Sinte Romani ή Sinte ή Rommanes (τρεις διάλεκτοι): τη μιλούν 200.000 άτομα σε Αυστρία, Γαλλία, Γιουγκοσλαβία, Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Καζακστάν, Κάτω Χώρες, Κροατία, Ουγγαρία, Τσεχία, Πολωνία και Σλοβενία. 5. Τη Welsh Romani τη μιλά ένας ακαθόριστος αριθμός στην Ουαλία και την Αγγλία. 6. Τη Baltic Romani (πέντε διάλεκτοι) τη μιλούν 100.000 σε Πολωνία, Εσθονία, Λετονία, Λευκορωσία, Λιθουανία, Ουκρανία και Ρωσία. 7. Τη Vlax Romani ή Gypsy ή Tsigene ή Romanese ή Danuvian (13 διάλεκτοι), την τσιγγάνικη γλώσσα με τους περισσότερους ομιλητές, τη μιλούν 11.000.000 σε Αλβανία, Αργεντινή, Βοσνία - Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Μολδαβία, Νορβηγία, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Βραζιλία, Καναδά, Κολομβία, Μεξικό και Χιλή.

[68] Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των Τσιγγάνων μιλά τα ιδιώματα Greek Romani και Arliza ή Erli της Balkan Romani και ένας πολύ μικρός αριθμός το ιδίωμα Lovari ή Lovaricko