Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοί που πίνουνε νερό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοί που πίνουνε νερό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αυτοί που πίνουνε νερό

 

 

Αυτοί που πίνουνε νερό

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

27.2.2010

αναθεώρηση 29.1.2024

 

 

 


 

«Το έθνος πώς λέει το ψωμί, το κρασί και το νερόΨωμίκρασί και νερό τα λέει. Άμα έρθη κανένας και μας τα πη άρτοςοίνος και ύδωρ, τότες μας έφτειασε δέφτερη γλώσσα. τότες έχουμε δυο γλώσσες, έχουμε και δυο έθνη. Αφτό είναι όλο το ζήτημα»

Ψυχάρης, Ρόδα και Μήλα, 1907, σ. 271

 

 

Υπάρχει ένας μικρός αριθμός λέξεων σε όλες τις γλώσσες (ζωντανές και νεκρές), που ανήκουν σε αυτό που ονομάζεται βασικό λεξιλόγιο. Το βασικό λεξιλόγιο δείχνει μεγαλύτερη αντοχή στις αλλαγές και διατηρείται περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου. Ορισμένες λέξεις του βασικού λεξιλογίου ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του. Αυτές ορίζουν εκείνα που υπάρχουν ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο, χρησιμοποιήθηκαν από τη συγκρότηση των ανθρώπινων κοινοτήτων και προηγούνται της δημιουργίας και της ανάπτυξης κάθε υλικού πολιτισμού. Είναι οι λέξεις οι οποίες συγκροτούν το αρχέγονο ή πρωταρχικό (primitive) πυρήνα του βασικού λεξιλογίου [Swadesh list 100, Yakhontov list 35]

Παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν, για το ποιες λέξεις μπορεί να ενταχθούν εδώ και ποιες όχι, υπάρχουν κάποιες για τις οποίες υπάρχει γενική συμφωνία, καθώς είναι φανερό πως οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να βρουν ονόματα για κάποια πράγματα που βρίσκονταν γύρω τους καθημερινά και καθορίζουν την ίδια τους την ύπαρξη, ανεξάρτητα από τον τόπο και την εποχή που ζουν.

Μία από αυτές τις λέξεις, ίσως η πιο σημαντική, είναι το «νερό». Χωρίς «νερό» δεν υπάρχει ζωή. Το σύνολο της πανίδας και της χλωρίδας του πλανήτη, είναι αναπόσπαστα δεμένα με το νερό.

Οι διάφορες λέξεις που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν οι γλωσσικές κοινότητες για το «νερό» αντέχουν ιδιαίτερα στο πέρασμα των αιώνων.

 

Ένας εθνικός μύθος, ο οποίος διακηρύσσει πως τα μέλη του συγκεκριμένου Έθνους συνδέονται με τον κόσμο των αρχαίων κατοίκων της περιοχής, καθίσταται επί μέρους τρωτός, στο βαθμό που η λέξη που χρησιμοποιεί η εθνική κοινότητα για το «νερό» είναι διάφορη εκείνης που χρησιμοποιούσαν οι «αρχαίοι πρόγονοι», για να ονομάσουν ό,τι θεωρείται στη γη, πηγή της ζωής.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το ελληνικό έθνος. Οι εθνικά Έλληνες, πίνουν νερό (nerò), σε αντίθεση με τους θεωρούμενους (από τους ίδιους) αρχαίους προγόνους τους που έπιναν δωρ.

Η λέξη δωρ δεν χρησιμοποιήθηκε από τους Ρωμιούς. Απέτυχε να καθιερωθεί έστω και ως δεύτερη ονομασία, δίπλα στο νερό, μετά από υποχρεωτική «παιδεία» σχεδόν δύο αιώνων. Όλες οι λέξεις που υπάρχουν στη λεγόμενη κοινή νεοελληνική και σχετίζονται με το δωρ, έχοντας ως πρώτο συνθετικό το «υδρ-», όπως υδραυλικός, υδρογόνο, υδρατμός, υδράργυρος, είναι λέξεις νεότερες λόγιες, πλασμένες από τους κρατικούς διανοούμενους, με εθνικά κριτήρια.

Το δωρ, (γενική του δατος), που σημειωτέον δεν λεγόταν από τους αρχαίους Έλληνες «ìdhor - ìdhatos», όπως διδάσκουν (μόνο) οι φιλόλογοι στην Ελλάδα, σύμφωνα με το γλωσσολόγο Julius Pokorny, είναι συγγενικό του φρυγικού βεδυ, του λιθουανικού vanduo, του παλαιο-σλαβικού voda, του χιττιτικού wātar, του παλαιο-Σαξονικού watar, που σημαίνουν όλα «νερό» [INDOGERMANISCHES ETYMOLOGISCHES WÖRTERBUCH, 1959, τομ. 1, σελ. 78-80].

Κατά τον Pokorny οι πρωτο-ινδοευρωπαϊκές ρίζες ner*, δεν έχουν καμιά σχέση με το νερό και τα συγγενή του, αλλά παραπέμπουν στις άσχετες έννοιες του «άντρα» και της «δύναμης», του «υποκάτω», του «κρύβομαι» και του «φωλιάζω». Ινδοευρωπαϊκή ρίζα «nir*» δεν υπάρχει [τομ. 2, σελ. 765-769].

Η λέξη δωρ υπάρχει στα έργα της ελληνικής, ελληνιστικής και βυζαντινής γραμματείας συνολικά 20.402 φορές, η γενική του δατος 12.540 φορές, ο πληθυντικός τα δατα 1.892 φορές και η γενική πληθυντικού των δάτων 4.107 φορές (στοιχεία από CD Mousaios 2001).

 

Η λέξη νερό(ν)νερούνεράνερών / nerò(n)nerùneràneròn απουσιάζει στην ελληνική γραμματεία από τον Όμηρο μέχρι τον 3ο-4ο αιώνα μ. Χ.

 

Ψάχνοντας στα πρώτα λεξικά της γλώσσας των Ρωμιών, που τυπώθηκαν στην Ευρώπη από το 16ο αιώνα:

Η λέξη νερό υπάρχει στο λεξικό Corona Preciosa το 1527.

Ως νερόν βρίσκουμε τη λέξη καταγραμμένη το 1610 (πρώτη έκδοση) και 1614 (δεύτερη έκδοση) στο Glossarium Graeco-barbarum του Johannes Meursius (σελ. 365), έργο που αποτελεί ένα από τα πρώτα γλωσσάρια της ρωμαίικης γλώσσας.

Στο λεξικόπουλο του Simone Portio το 1635, βλέπουμε πως το νερό στα Ρωμαίκα, είναι στα Ελληνικά τα: ύδωρ, ύδος, χεύμα (σελ. 132).

Ως νερό υπάρχει στο βιβλίο του Γεράσιμου Βλάχου (Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος, σελ. 426), ένα λεξικό τυπωμένο στη Βενετία το 1659, όπου σε κάθε λήμμα μαζί με την αρχαία ελληνική και τη λατινική, υπάρχουν οι αντίστοιχες λέξεις στην ιταλική και στην «απλή γλώσσα των Ρωμαίων».

Στον πρώτο τόμο του δίτομου έργου του Du Cange «Glossarium ad scriptores mediæ & infimæ Græcitatis», ένα γλωσσάρι του 1688, βρίσκουμε το νερόν και το παράδειγμα: «ότα διψά η αυλή σου, όξω νερό μη χύνεις» (σελ. 991-992).

Συναντάμε επίσης το λήμμα νερόν στο «Θησαυρό της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας», ένα λεξικό που εκδόθηκε στο Παρίσι (Παρίτζι) το 1709, από τον καπουτσίνο Αλέξιο Σουμαβεραίο (Allessio da Somavera). Ο συγγραφέας κάνει λόγο για το νερό: το «τρεχάμενο», το «βρόχινο», το «βρύσινο», της στέρνας ή «στερνόνερο», το «πηγαδίσιο», το «ποταμίσιο», το «λιμνήσιο», το «χιονόνερο», το «θαλασσόνερο», το «γλυφόνερο», το «θολόνερο», το «βουρκιασμένο», το «βρομερό» και διάφορα άλλα είδη νερού (σελ. 259).

 

Εκτός από το νερό / nerò, κοινό σε πολλές ρωμαίικες διαλέκτους, υπάρχουν (ή υπήρχαν):

Νιρό / nirò στη βόρεια διάλεκτο (Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Βοιωτία, Γρεβενά, Έβρο, Ευρυτανία, Θάσο, Ίμβρο, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Κοζάνη, Λάρισα, Λέσβο, Μαγνησία, Νιγρίτα, Πιερία, Σαμοθράκη, Σάμο, Σέρρες, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική).

Νερόν / neròn σε Κάρπαθο, Κύπρο, Πόντο, Ρόδο.

Νιαρό / njarò στη Σίλλη και στη Στενήμαχο.

Ναρό / narò στη Νικόπολη (Πόντου).

Ν-ναρό / n-narò στο Μαρτάνο (Απουλία).

 

Αυτός που προσπάθησε να εξηγήσει γιατί οι Ρωμιοί, παρότι «απόγονοι» των αρχαίων Ελλήνων, δεν πίνουν δωρ αλλά νερό, έχοντας έτσι «χάσει» μια από τις σημαντικότερες λέξεις τους (από εκείνες που δεν χάνονται), ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), ένας λόγιος Ρωμιός, γιατρός και φιλόλογος, που θεωρούσε εαυτόν απόγονο των αρχαίων Ελλήνων. Ένας άνθρωπος που έδρασε στο Παρίσι, και το έργο του επηρέασε καθοριστικά πλήθος μεταγενέστερων λογίων που εργάστηκαν συστηματικά στην κατεύθυνση εξάλειψης του «βάρβαρου» πολιτισμού της Ρωμιοσύνης.

Ο Κοραής λοιπόν, στον τέταρτο τόμο του έργου του «Άτακτα», που κυκλοφορεί στο Παρίσι το 1832 (λίγο πριν το θάνατό του), γράφει για την ετυμολογία της λέξης νερόν: «Από το Νηρόν ή Ναρόν, Ελλ. Τούτο δε, ή ως ρηματικόν του Νάω, το ρέω, ή κατά σύγκρασιν ή συγκοπήν, του Νεαρόν, παραγώγου του Νέον (récent, frais), ή, κατ’ άλλους, συνθέτου από τι Νεωστί (nouvellement puisé). Όπως αν ετυμολογηθεί, το Ναρόν ή Νηρόν ήτο καταρχάς επίθετον, ως φαίνεται από τον Φρύνιχον, “Νηρόν ύδωρ, μη είπης, αλλά πρόσφατον, ακραιφνές”. Λέγει και ο Ησύχιος “Ναρόν… υγρόν” ο δε Φώτιος “Ναράς… ρευστικής. Αισχύλος”. Ως επίθετον το εμεταχειρίσθη και ο Σοφοκλής (παρά τω Ετυμολογ. σελ. 597). “Προς ναρά δε κρηναία χωρούμεν ποτά”. Ήκουσα Θεσσαλόν να το προφέρει, ακόμη σήμερον, Νηρόν» (σελ. 349).

Από το παραπάνω απόσπασμα γίνεται φανερό πως ο Κοραής δεν είχε αποφασίσει για την ετυμολογία του νερού. Προτείνει όμως να αναζητηθεί ένα κάποιο «επίθετο», για να μπει στη θέση ενός από τα πιο συγκεκριμμένα ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μια και το δωρ δεν ακουγόταν πια από τα στόματα των Ελλήνων (όπως θεωρούσε τους Ρωμιούς), καταφεύγει στην παρετυμολογία, προτείνοντας «λύσεις» τραβηγμένες από τα μαλλιά.

Οι επίγονοί του, από τα είτε και είτε του Κοραή, επέλεξαν τελικά το χωρίο του Φρύνιχου.

  

Ο Φρύνιχος ο Βιθυνός ήταν ένας αττικιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στο έργο του ΦΡΥΝΙΧΟΥ ΕΚΛΟΓΗ (βλ. PHRYNICHI EKLOGAE NOMINUM ET VERBORUM ATTICORUM, LIPSIAE 1820) διορθώνει αυτούς που δεν ήξεραν καλά τα αρχαία Ελληνικά, τους «αποπλανηθέντες της αρχαίας φωνής και επί την αμαθίαν καταφεύγοντες» (σελ. 2), αυτούς που έγραφαν ή μίλαγαν «λάθος».

Γράφει σχετικά:

«Εκοντήν ου χρη λέγειν αλλ’ εθελοντήν» (σελ. 4)

«Όπιθεν άνευ του σ μηδέποτε είπης, όπισθεν δε» (σελ. 8)

«Ικεσία και τούτο αδόκιμον, ικετεία δε» (σελ. 11).

«Υπόδειγμα: ουδέ τούτο ορθώς λέγεται. παράδειγμα λέγε» (σελ. 12)

«Μέχρις και άχρις συν τω σ, αδόκιμα. μέχρι δε και άχρι λέγε» (σελ. 14)

Φτάνοντας δε στο επίμαχο απόσπασμα, διαβάζουμε: «Νηρόν ύδωρ μη είπης, αλλά πρόσφατον, ακραιφνές» (σελ. 42).

Το Λεξικό του Ησύχιου του Αλεξανδρινού (συμπληρωμένο από τον Κύριλλο Α’ πατριάρχη Αλεξανδρείας), ένα έργο του 5ου μ.Χ. αιώνα, ερμηνεύει το «νηρόν» ως «ταπεινόν <υδατεινό?>», το «πρόσφατον» ως «αρτίως γινόμενον, νέον, νεαρόν» και το «ακραιφνές» ως «καθαρόν» (Haesychii Alexandrini Lexicon, Janae 1867, σελ. 77, 1088, 1291).

Ψάχνοντας δηλαδή το σωστό γι’ αυτόν επίθετο, για να ορίσει το καθαρό δωρ, ο Φρύνιχος αναφέρει σε μια πρόταση τρία. Κι αν έγραφε όλα τα επίθετα για τις ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά του δατος, θα μπορούσε βέβαια να γράψει δεκάδες.

Διορθώνει το επίθετο "νηρόν" και προτείνει τα συνώνυμα " πρόσφατον" ή " ακραιφνές" για την ίδια έννοια. Δίνει επίθετα που θεωρεί εκείνος σωστά, αντί του λάθους "νηρόν". Δεν έγραψε "νηρόν" μη είπης, αλλά ύδωρ". Δεν αναφέρεται στο ουσιαστικό, αλλά στο επίθετο. Δίπλα στο ουσιαστικό "ύδωρ" θα μπορούσε να υπάρχουν πολλά άλλα ουσιαστικά.

Τώρα, ότι εδώ στο Φρύνιχο, βρίσκουμε τη μετονομασία του δατος σε νερό / nerò, μόνο με ένα λογικό άλμα, από εθνικούς λόγους επιβαλλόμενο, μπορεί να προκύψει.

Η «ερμηνεία» πάντως καθιερώθηκε.

Ο Ανδριώτης ετυμολογεί στο λεξικό του το νερό, παραπέμποντας στον Κοραή και το νηρόν του Φρύνιχου (Ν. Π. Ανδριώτη Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 228).

Ο Κριαράς «βρίσκει» πως το επίθετο «νηρός» έδωσε το ουσιαστικό «νηρόν» τον 6ο αιώνα (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937).

Ο Μπαμπινιώτης αντιγράφει απλώς τους προηγούμενους [Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, 2η έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ, Αθήνα 2002, σελ. 1175].

Υπάρχει ακόμα ένα σχετικό ερώτημα:

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το επίθετο χρησιμοποιείται τόσο συχνά, σε όλες τις διαλέκτους της γλώσσας, ώστε κάποτε ταυτίζεται με το ουσιαστικό που προσδιορίζει. Γιατί το ίδιο το ουσιαστικό, που ανήκει στο σκληρό αρχέγονο πυρήνα του βασικού λεξιλογίου, δεν συνεχίζει να χρησιμοποιείται παράλληλα στον προφορικό λόγο;

 

Εκτός από το ύδωρ, χάθηκε και η δεύτερη ελληνική λέξη για το νερό: το  ύδος.

Ακόμα χάθηκαν όλες οι αρχαίες ελληνικές λέξεις, περίπου 200, που παράγονται από τη λέξη ύδωρ ή περιέχουν αυτή στη σύνθεση τους.

Μερικές από τις λέξεις αυτές είναι οι παρακάτω:

[Μέσα σε παρένθεση δίνω την αντίστοιχη ρωμαίικη λέξη, σύμφωνα κυρίως με τα αρχαία ελληνικά λεξικά των Σακελλαρίου (1883) και Γιάνναρη (1892)]

 

Υδαλέος (νερουλός), υδαρής (νερουλός), υδαρός (νερουλός), υδαρότης (νερουλάδα), υδαρώδης (νερουλός), υδάτινος (νερουλός), υδάτιον (νεράκι), υδατόλουτος (νερολουσμένος), υδατομήτωρ (νερομάνα), υδατοποσία (νερόπιομα), υδατοποτέω (νεροπίνω), υδατότροφος (νεροφάγος), υδατόω (νερώνω), υδατώδης (νερουλός), υδερόομαι (νερουλιάζω), ύδρα (νεροφίδα), υδραγωγός (νεροκράτης), υδραλέτης (νερόμυλος), υδράλμη (σαλαμούρα), υδρέλαιον (νερόλαδο), ύδρευμα (βρύση), ύδρευσις (πότισμα), υδρεύω (ποτίζω), υδρία (λαγήνα), υδρίον (νεράκι), υδρίσκη (λαγηνάκι), υδροδόκη (στέρνα), υδροειδής (νερουλός), υδροθήκη (στέρνα), υδροθήρας (ψαράς), υδροθηρία (ψάρεμα). υδροθηρικός (ψαράδικος), υδρομιγής (νερωμένος), υδρομύλη (νερόμυλος), υδροποσία (νερόπιομα), υδρορόσατον (τριανταφυλλόνερο), υδρορρόα (νεροχύτης), ύδρος (νεροφίδα), υδροστάτης (νεροζύγι), υδροφόρος (νεροκουβαλητής), υδροχοείον (στέρνα).

 

Ας γυρίσουμε όμως στους Ρωμιούς και το νερό τους.

Μόνο οι Ρωμιοί πίνουν νερό / nerò ή νιρό / nirò;

Η απάντηση είναι όχι και βρίσκεται στην Ινδία

Ένα μεγάλο μέρος των λαών που προϋπήρχαν της εισβολής των Αρίων στην Ινδία, σύμφωνα με τις αρχαίες ινδικές πηγές, είχαν ένα κοινό γλωσσικό υπόστρωμα. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάστηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Robert Caldwell (1814-1891) Dravidians και η γλώσσα τους Dravidian (από τη σανσκριτική λέξη drāvida). Οι αντίστοιχες λέξεις έχουν μεταφραστεί εδώ «Δραβίδες» και «Δραβιδική».

Στην Ινδία υπάρχουν σήμερα αρκετές σύγχρονες γλώσσες που ανήκουν στη δραβιδική οικογένεια (Dravidian family). Συνολικά υπάρχουν 85 δραβιδικές γλώσσες με 200 εκατομμύρια ομιλητές. Μερικές από αυτές τις γλώσσες βρίσκονται έξω από την Ινδία: στη Σρι Λάνκα, το Πακιστάν, το Νεπάλ, το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, το Ιράν, τη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη.

Τι κοινό έχουν οι Ρωμιοί με τους Δραβίδες; Τη λέξη για το «νερό / νιρό».

Εκτός από τους λίγους Ρωμιούς, άλλα 200 εκατομμύρια άνθρωποι πίνουν κάθε μέρα νιρό / niròνιρού / nirù και νιρ / nir.

Ενδεικτικά, η λέξη που έχουν για το νερό ορισμένες δραβιδικές γλώσσες είναι:

Karnataka «niru», Tuluva «nir», Kurgi «niru», Toda «nir», Kota «nire», Badaga «niru», Malabar «nir», Malayalma «nir», Tamil «nir» (Sir William Wilson Hunter, A comparative dictionary of the languages of India and high Asia, London 1868, σελ. 164).

Ο προαναφερόμενος Caldwell, γράφει πως σε όλες τις διαλέκτους της Δραβιδικής, μια λέξη, η λέξη nîr ή nîr-u, χρησιμοποιείται για το νερό. Πρότεινε μάλιστα να εξεταστεί η σχέση αυτής της δραβιδικής λέξης «with the modern Greek νηρό»! (Robert Caldwell, A comparative grammar of the Dravidian or South-Indian family of languages, London 1875, σελ. 458).

 

Μια εντυπωσιακή σύμπτωση ή ένα νήμα που συνδέει με μια άγνωστη προϊστορία;

 

 


Υ.Γ. (5.10.2023)

Η λέξη-έννοια για το νερό δεν χάνεται, αν δεν χαθεί η γλωσσική κοινότητα. Η λέξη-έννοια για το νερό ουσιαστικά δεν αλλάζει.

Ο λαός των Ρωμιών ή Ρουμιών, όπως ονομαζόταν για αιώνες (πριν επικρατήσει η νεότερη εθνική ονομασία των «Ελλήνων») έπινε και πίνει «νερό / nero», που δεν έπιναν οι πολίτες των πόλεων της αρχαίας Ελλάδας, οι υποτιθέμενοι (σύμφωνα με την ελληνική εθνική ιδεολογία) αρχαίοι πρόγονοί τους, που έπιναν «ΥΔΩΡ», καθώς μαρτυρούν τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Θεωρώ πως οι πρόγονοι των Ρωμιών, οι δούλοι που ζούσαν στην αρχαία Ελλάδα (και ο αριθμός των οποίων ήταν πολλαπλάσιος των ελευθέρων πολιτών), έπιναν και αυτοί «νερό / nero», την ίδια ώρα που οι αφέντες τους  Έλληνες, έπιναν «ΥΔΩΡ».

Και υποθέτω πως και οι πρόγονοι εκείνων των δούλων, που ζούσαν σε αυτή την περιοχή και είχαν ένα υψηλό πολιτισμό, πριν υποδουλωθούν στους Έλληνες, όπως κι αν λέγονταν, έπιναν και εκείνοι «νερό / nero».

Το «ΥΔΩΡ» σταμάτησε να υπάρχει, γιατί αυτοί που το έπιναν, οι ελεύθεροι Έλληνες, αφανίστηκαν από τους πολέμους και τις επιδημίες, όπως μαρτυρούν οι πηγές και τα ερείπια. Όσοι επέζησαν από τους κατοίκους της αρχαίας Ελλάδας, προέρχονταν από το μεγάλο πλήθος των αρχαίων δούλων και συνέχισαν να πίνουν «νερό / nero» και να μιλούν τη δική τους γλώσσα, που οι ρίζες της βρίσκονται στην προελληνική αρχαιότητα.

 

 

 

Σημείωση πρώτη:

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία (Όμηρος και Ησίοδος) ο Νηρεύς υπήρξε, πριν από τον Ποσειδώνα, ο θεός της θάλασσας (μιας προελληνικής λέξης). Είχε ένα γιο, τον Νηρίτη και πενήντα κόρες, τις Νηρηίδες. Το όνομα Νηρεύς θεωρείται μάλλον Προελληνικό και σίγουρα μη Ινδοευρωπαϊκό [Robert Beekes]. Οι Νηρηίδες, συνειρμικά παραπέμπουν στις Νεράιδες ή Νηράιδις (στη βόρεια διάλεκτο) των Ρωμιών, τις κυράδες των νερών (νηρών).

 

Σημείωση δεύτερη:

α. Θεωρώ σημαντικό, παρά τις επί μέρους διαφωνίες μου (κυρίως ως προς τους "Νεοέλληνες" και τους "Πρωτοέλληνες" ) το κείμενο του Χρίστου Δάλκου «Σχέσεις "προ"ελληνικής και νεοελληνικής γλώσσας». Βλ. Τετράδια Πολιτικού Διάλογου Έρευνας και Κριτικής, 35 (1994).

β. Κάποια σημεία του κειμένου μου διευκρινίστηκαν, μετά τη δημοσίευση του Χρίστου Δάλκου, «Το λεξικό ζεύγος α.ε. ύδωρ – ν.ε. νερό, το λανθάνον γραικικό υπόστρωμα της καθ’ όλου ελληνικής και η θεωρία του κ. Δ. Λιθοξόου για τη “ρωμαίικη” γλώσσα», βιβλιοπεριοδικό Ενδοσυγκριτικά, τεύχος 3, εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2023.

  

Σημείωση τρίτηΗ λέξη «νερό» είναι το ουσιαστικό που εμφανίζεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα στα κείμενα της ρωμαίικης λαογραφίας (: 1,43 φορές ανά 1.000 λέξεις, σε ένα σώμα παραδόσεων και παροιμιών που υπολόγισα, αποτελούμενο από 1,7 εκατομμύρια λέξεις). Η επισήμανση αυτή πρέπει να συσχετιστεί με σύγχρονες γλωσσολογικές μελέτες που υποστηρίζουν πως η συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούνται οι λέξεις στη γλώσσα, προβλέπει το ρυθμό αντικατάστασής τους στη πορεία της γλωσσικής εξέλιξης, θεωρώντας ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται συχνά (και μία από αυτές είναι το νερό) χρειάζονται ως και χιλιάδες χρόνια για να αντικατασταθούν, καθώς αλλάζουν με πολύ πιο αργούς ρυθμούς, από όσες λέξεις χρησιμοποιούντα λιγότερο [βλ. Mark Pagel, Quentin D. Atkinson & Andrew Meade, «Frequency of word-use predicts rates of lexical evolution throughout Indo-European history», Nature, 11 October 2007].

 

Σημείωση τέταρτη: Από τις αναζητήσεις μου για το νερό / νιρό σε άλλες γλώσσες, σημειώνω το nir στην Western Panjabi Shahpur (μια Ινδοευρωπαϊκή > Ινδο-Ιρανική γλώσσα), με 65 εκατομμύρια ομιλητές στο βόρειο Πακιστάν. Κυρίως όμως το ΝΕΡΙ (neri) για το νερό, της (μη ινδοευρωπαϊκής - παλαιοευρωπαϊκής) Ετρουσκικής, που βρέθηκε σε αρχαίες επιγραφές στη γειτονική Ιταλία, η ύπαρξη του οποίου συνηγορεί εντυπωσιακά σε όσα έχω προαναφέρει.