Skip to main content

9. Η τελευταία βαρκαδιά

 

Ελληνικός Αντιμακεδονικός Αγώνας

 

μέρος δεύτερο (1905-1908)

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

9. Η τελευταία βαρκαδιά

 

Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα НОВА ЗОРА 2016

Σάββατο, 30 Απριλίου 1905. Τα ένοπλα σώματα του υπολοχαγού Κώστα Μαζαράκη (καπετάν Ακρίτα) και του υπομοίραρχου Σπύρου Σπυρομήλιου (καπετάν Μπούα), συνολικής δύναμης 70 ανδρών, βρίσκονται νοτιοανατολικά της Βέροιας και του ποταμού Μπίστριτσα (Бистрица / Αλιάκμονα), κοντά στη μονή Προδρόμου (Μπουντρούμ). Τα χωριά του τόπου είναι ρωμαίικα, αλλά εδώ δουλεύουν σαν ξυλοκόποι, καρβουνιάρηδες και μυλωνάδες, πολλοί Μακεδόνες που έχουν έρθει για εργασία, από βορειότερες περιοχές. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν προγραφεί, αδιακρίτως, από την ελληνική οργάνωση, ως πιθανοί «συνεργάτες των κομιτατζήδων».

Στο δάσος που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μπρατίνιστα [Братиништа / Χαράδρα],1 βρίσκονται κάποια καλύβια που ζουν μερικοί καρβουνιάρηδες. Ο ανιχνευτής των δύο ελληνικών σωμάτων, ένας θρησκόληπτος Βλάχος που ελληνίζει «μέχρι παραφροσύνης», ο Γιώργος Τάσου (με το παρατσούκλι «Ασκητής») οδηγεί την ομάδα του Μαζαράκη στα καλύβια των καρβουνιάρηδων «εχθρών». Οι Έλληνες συλλαμβάνουν δεκατρία άτομα, που ζούνε και δουλεύουν εδώ, αλλά κατάγονταν από το χωριό Τσάπαρι [Цапари]2 του Μοναστηρίου (Битоласка). Ο Μαζαράκης σημειώνει, γεμάτος προκατάληψη και μίσος, πως όλοι τους «είχαν απαίσιες μορφές». Κατά τη σύλληψη τους, αυτοί «ήταν σιωπηλοί» και «δεν έκαναν καμιά διαμαρτυρία».

Τα μεσάνυχτα, οι Έλληνες μαζί με τους αιχμαλώτους Μακεδόνες (δεμένους με σχοινί ανά δύο) προχωρούν στο ποτάμι.

Το μεγαλύτερο μέρος των ελλήνων ανταρτών, περνάει με σχεδία τον Αλιάκμονα, αφήνοντας πίσω μια ομάδα με το Σπυρομήλιο και τον Κώστα Γαρέφη, που είναι υπεύθυνοι για τους αιχμαλώτους.

Σε λίγο ο Μαζαράκης βλέπει να φτάνει ο Γαρέφης λαχανιασμένος και να τους λέει «η δουλειά τελείωσε, η τελευταία βαρκαδιά3 πνίγηκε».

Οι Έλληνες είχαν ρίξει δεμένους και είχαν πνίξει στον ποταμό τους αιχμαλώτους Μακεδόνες.

Ο Μαζαράκης, σχολιάζοντας την πράξη αυτή, γράφει στα απομνημονεύματά του: «τότε κατάλαβα ότι στον αγώνα, που μπήκαμε, δεν χρειαζόταν λιποψυχία».

Και τελειώνει αποτιμώντας τις συνέπειες του τρόμου που έσπειρε στους εργαζόμενους Μακεδόνες, με αυτές τις δολοφονίες: «Άλλωστε το μάθημα ωφέλησε. Ως διά μαγείας εξαφανίστηκαν4 από την επόμενη μέρα, επανερχόμενοι στις πατρίδες τους, εκατοντάδες σχισματικοί (: εξαρχικοί) που ήταν διεσπαρμένοι στο ελληνικό αυτό διαμέρισμα».5

Ο Μαζαράκης όμως, δεν λέει όλη την αλήθεια. Στο βιβλίο «Ο μακεδονικός αγών και τα εις Θράκην γεγονότα», συλλογικό έργο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, οι συγγραφείς του, έχοντας υπόψη τους την ανέκδοτη έκθεση του Σπυρομήλιου, που βρίσκεται κατατεθειμένη στα στρατιωτικά αρχεία, γράφουν πως οι δυο αρχηγοί των ελληνικών σωμάτων αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν ευρεία εξερεύνηση της περιοχής και να συλλάβουν όλους τους ύποπτους ξένους εργαζόμενους. Η διεξαχθείσα έρευνα «απέφερε αρκετές δεκάδες αιχμαλώτους» και όχι δεκατρείς, όπως λέει ο Μαζαράκης.6

Ο Σπυρομήλιος μάλιστα γίνεται πολύ συγκεκριμένος: οι Έλληνες έπιασαν εκατό και τελικά έπνιξαν ογδόντα έξι Μακεδόνες, όταν περνούσαν τον ποταμό.7

Η «τελευταία βαρκαδιά» στον ποταμό Μπίστριτσα, ήταν το μαζικότερο έγκλημα των Ελλήνων, καθ’ όλη τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα. Μεγαλύτερο και από αυτό στη Ζαγκορίτσανη. Μόνο που ο αριθμός των νεκρών δεν έγινε ποτέ γνωστός στην Ευρώπη.8

Ας σημειωθεί μάλιστα, ότι το έγκλημα αυτό δεν ήταν τυχαίο. Υπάρχει απόρρητη επιστολή του πρόξενου Θεσσαλονίκης Λάμπρου Κορομηλά, προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, γραμμένη ένα μήνα πριν την πράξη, που λέει ότι σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον υπολοχαγό Γιώργο Βλαχογιάννη (καπετάν Οδυσσέα), με ένα μικρό σώμα, για να «καθαρίσει το έδαφος», στη Βέροια και τον Όλυμπο από τους επικίνδυνους αυτούς ξένους καρβουνιάρηδες.9

 

 

1 Bratiništa, Bratenešte, Brajnat. Στα ελληνικά Μπρατίνιστα. Χριστιανικός οικισμός του καζά Βέροιας (ή Μπερ ή Καραφέριας). Οι κάτοικοί του μάλλον ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί (υπάρχουν πηγές που εμφανίζουν τον πληθυσμό του χωριού ως μακεδονικό). Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 80 άτομα. Το 1927 η Μπρατίνιστα μετονομάστηκε Χάραδρος και το 1940 Χαράδρα.

2 Capari. Τσάπαρη και Τσάπαρι στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Μοναστηρίου ή Μπιτολίων. Οι κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες. Ο πληθυσμός του το 1914, σύμφωνα με τη σερβική απογραφή, ήταν 1.535 άτομα. Μεταξύ των ετών 1910-1915, 30 άτομα μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξή τους δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες».

3 Βαρκαδιά: το φορτίο μιας βάρκας.

4 Η εφημερίδα «Καιροί», την Τετάρτη 27 Απριλίου 1905, γράφει ότι όλοι οι εξαρχικοί που δούλευαν ως υλοτόμοι στα δάση της Πιερίας έγιναν άφαντοι.

5 Μαζαράκης, σ. 228-231.

6 Ο Dakin (σ. 291), εξιστορεί την πορεία του Μαζαράκη, έχοντας μπροστά του τα απομνημονεύματα του έλληνα αξιωματικού. Ωστόσο, όταν φτάνει στη διάβαση του Αλιάκμονα, στις 30 Απριλίου, γράφει μόνο για τις δυσκολίες που συναντούν οι Έλληνες, για να περάσουν απέναντι, λόγω της ορμητικότητας του ποταμού και δεν αναφέρει λέξη για την αιχμαλωσία και το πνίξιμο των μακεδόνων καρβουνιάρηδων. Ο Τσάμης (σ. 284) μιλάει γενικά για «ξεκαθάρισμα της περιοχής από ορισμένους πράκτορες» που «έμεναν εκεί με το πρόσχημα των υλοτόμων και των καρβουνιάρηδων». Ο Βακαλόπουλος (σ. 110) δεν λέει λέξη για τους φόνους, αλλά μιλάει αφηρημένα για «τη σύλληψη πολλών εξαρχικών, που χρησίμευαν ως πληροφοριοδότες και κατάσκοποι». Ο δε Κλειδής (σ. 290) χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα στο γεγονός, γράφει πως ο Μαζαράκης «έχει εκτελέσει δεκάδες» και «έχει υποχρεώσει σε μετανάστευση εκατοντάδες», ακόμα και «αθώους χωρικούς».

7 ΔΙΣ, σ. 177.

8 Το «Σκριπ», της 6ης Μαΐου 1905, παρουσιάζει το μαζικό έγκλημα ως «λυσσώδη συμπλοκή» των Ελλήνων με κομιτατζήδες, που είχε σαν αποτέλεσμα να πέσουν οι τελευταίοι στο ποτάμι για να σωθούν, με αποτέλεσμα να πνιγούν. Το «Άστυ» και το «Νέον Άστυ» της 9ης Μαΐου, γράφουν πως το σώμα που έπνιξε τους «κομιτατζήδες» το αποτελούσαν Αλβανοί (Γκέκηδες) και όχι Έλληνες. Το «Εμπρός» γράφει τέλος στις 13 Μαΐου, πως σύμφωνα με την «εφημερίδα της Φρανκφούρτης», άνδρες ελληνικού σώματος συνέλαβαν στο χωριό Μπράνιστα (: Μπρατίνιστα) κάποιους κομιτατζήδες, τους οποίους αφού έδεσαν, τους έπνιξαν στον ποταμό.

9 Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 87, 27 Φεβρουαρίου.