Skip to main content

Αυτοί που πίνουνε νερό [2010]

 

Αυτοί που πίνουνε νερό

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Υπάρχει ένας μικρός αριθμός λέξεων σε όλες τις γλώσσες (ζωντανές και νεκρές), που ανήκουν σε αυτό που ονομάζεται βασικό λεξιλόγιο. Το βασικό λεξιλόγιο δείχνει μεγαλύτερη αντοχή στις αλλαγές και διατηρείται περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου. Ορισμένες λέξεις του βασικού λεξιλογίου ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του. Αυτές ορίζουν εκείνα που υπάρχουν ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο, χρησιμοποιήθηκαν από τη συγκρότηση των ανθρώπινων κοινοτήτων και προηγούνται της δημιουργίας και της ανάπτυξης κάθε υλικού πολιτισμού. Είναι οι λέξεις οι οποίες συγκροτούν το αρχέγονο ή πρωταρχικό (primitive) πυρήνα του βασικού λεξιλογίου.

Παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν, για το ποιες λέξεις μπορεί να ενταχθούν εδώ και ποιες όχι, υπάρχουν κάποιες για τις οποίες υπάρχει γενική συμφωνία, καθώς είναι φανερό πως οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να βρουν ονόματα για κάποια πράγματα που βρίσκονταν γύρω τους καθημερινά και καθορίζουν την ίδια τους την ύπαρξη, ανεξάρτητα από τον τόπο και την εποχή που ζουν.

Μία από αυτές τις λέξεις, ίσως η πιο σημαντική, είναι το «νερό». Χωρίς «νερό» δεν υπάρχει ζωή. Το σύνολο της πανίδας και της χλωρίδας του πλανήτη, είναι αναπόσπαστα δεμένα με το νερό.

Οι διάφορες λέξεις που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν οι γλωσσικές κοινότητες για το «νερό» αντέχουν ιδιαίτερα στο πέρασμα των αιώνων.

 

Ένας εθνικός μύθος, ο οποίος διακηρύσσει πως τα μέλη του συγκεκριμένου Έθνους συνδέονται με τον κόσμο των αρχαίων κατοίκων της περιοχής, καθίσταται επί μέρους τρωτός, στο βαθμό που η λέξη που χρησιμοποιεί η εθνική κοινότητα για το «νερό» είναι διάφορη εκείνης που χρησιμοποιούσαν οι «αρχαίοι πρόγονοι», για να ονομάσουν ό,τι θεωρείται στη γη, πηγή της ζωής.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το ελληνικό έθνος. Οι εθνικά Έλληνες, πίνουν νερό (nerò), σε αντίθεση με τους θεωρούμενους (από τους ίδιους) αρχαίους προγόνους τους που έπιναν ὕδωρ.

Η λέξη ὕδωρ δεν χρησιμοποιήθηκε από τους Ρομιούς. Απέτυχε να καθιερωθεί έστω και ως δεύτερη ονομασία, δίπλα στο νερό, μετά από υποχρεωτική «παιδεία» σχεδόν δύο αιώνων. Όλες οι λέξεις που υπάρχουν στη λεγόμενη κοινή νεοελληνική και σχετίζονται με το ὕδωρ, έχοντας ως πρώτο συνθετικό το «υδρ-», όπως υδραυλικός, υδρογόνο, υδρατμός, υδράργυρος, είναι λέξεις νεότερες λόγιες, πλασμένες από τους κρατικούς διανοούμενους, με εθνικά κριτήρια.

Το ὕδωρ, (γενική του ὕδατος), που σημειωτέον δεν λεγόταν από τους αρχαίους Έλληνες «ìdhor - ìdhatos», όπως διδάσκουν (μόνο) οι φιλόλογοι στην Ελλάδα, σύμφωνα με το γλωσσολόγο Julius Pokorny, είναι συγγενικό του φρυγικού βεδυ, του λιθουανικού vanduo, του παλαιο-σλαβικού voda, του χιττιτικού wātar, του παλαιο-Σαξονικού watar, που σημαίνουν όλα «νερό» [INDOGERMANISCHES ETYMOLOGISCHES WÖRTERBUCH, 1959, τομ. 1, σελ. 78-80].

Κατά τον Pokorny οι πρωτο-ινδοευρωπαϊκές ρίζες ner*, δεν έχουν καμιά σχέση με το νερό και τα συγγενή του, αλλά παραπέμπουν στις άσχετες έννοιες του «άντρα» και της «δύναμης», του «υποκάτω», του «κρύβομαι» και του «φωλιάζω». Ινδοευρωπαϊκή ρίζα «nir*» δεν υπάρχει [τομ. 2, σελ. 765-769].

Η λέξη ὕδωρ υπάρχει στα έργα της ελληνικής, ελληνιστικής και βυζαντινής γραμματείας συνολικά 20.402 φορές, η γενική του ὕδατος 12.540 φορές, ο πληθυντικός τα ὕδατα 1.892 φορές και η γενική πληθυντικού των ὑδάτων 4.107 φορές (στοιχεία από CD Mousaios 2001).

Η λέξη νερό(ν), νερού, νερά, νερών / nerò(n), nerù, nerà, neròn απουσιάζει κραυγαλέα, από τον Όμηρο μέχρι τον [ 3ο-4ο αιώνα μ. Χ.] *,  στα γραμμένα στην ελληνική κείμενα.

[Ψάχνοντας στα λεξικά] *, πρέπει να πάμε στα πρώτα λεξικά της γλώσσας των Ρομιών (Ρωμιών), που τυπώθηκαν στην Ευρώπη το 17ο αιώνα, για να συναντήσουμε το νερό.

Ως νερόν βρίσκουμε τη λέξη καταγραμμένη το 1610 (πρώτη έκδοση) και 1614 (δεύτερη έκδοση) στο Glossarium Graeco-barbarum του Johannes Meursius (σελ. 365), έργο που αποτελεί ένα από τα πρώτα γλωσσάρια της ρομέικης (ρωμαίικης) γλώσσας.

Στο λεξικόπουλο του Simone Portio το 1635, βλέπουμε πως το νερό στα Ρωμαίκα, είναι στα Ελληνικά τα: ύδωρ, ύδος, χεύμα (σελ. 132).

Ως νερό υπάρχει στο βιβλίο του Γεράσιμου Βλάχου (Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος, σελ. 426), ένα λεξικό τυπωμένο στη Βενετία το 1659, όπου σε κάθε λήμμα μαζί με την αρχαία ελληνική και τη λατινική, υπάρχουν οι αντίστοιχες λέξεις στην ιταλική και στην «απλή γλώσσα των Ρωμαίων».

Στον πρώτο τόμο του δίτομου έργου του Du Cange «Glossarium ad scriptores mediæ & infimæ Græcitatis», ένα γλωσσάρι του 1688, βρίσκουμε το νερόν και το παράδειγμα: «ότα διψά η αυλή σου, όξω νερό μη χύνεις» (σελ. 991-992).

Συναντάμε επίσης το λήμμα νερόν στο «Θησαυρό της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας», ένα λεξικό που εκδόθηκε στο Παρίσι (Παρίτζι) το 1709, από τον καπουτσίνο Αλέξιο Σουμαβεραίο (Allessio da Somavera). Ο συγγραφέας κάνει λόγο για το νερό: το «τρεχάμενο», το «βρόχινο», το «βρύσινο», της στέρνας ή «στερνόνερο», το «πηγαδίσιο», το «ποταμίσιο», το «λιμνήσιο», το «χιονόνερο», το «θαλασσόνερο», το «γλυφόνερο», το «θολόνερο», το «βουρκιασμένο», το «βρομερό» και διάφορα άλλα είδη νερού (σελ. 259).

Εκτός από το νερό / nerò, κοινό σε πολλές ρομέικες διαλέκτους, μεταξύ άλλων υπάρχουν:

Νιρό / nirò στο Λεβίσι (Μ. Ι. Μουσαίου, Βατταρισμοί ήτοι Λεξιλόγιον της Λειβησιανής Διαλέκτου, Αθήναι 1884, σελ. 91).

Νιρό / nirò στην Ήπειρο (Γεωρ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών, Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, Κωνσταντινούπολις 1891, σελ. 49)

Νιρού / nirù στη Λέσβο (Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά, Αθήναι 1903, σελ. 120)

Νιαρό / njarò στη Σύλλη (R. DawkinsW. Halliday, Modern Greek in Asia Minor, Cambridge 1916, σελ. 626).

Νιαρό / njarò στη Στενίμαχο (Φιλήμονος Τζουμπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ’, Αθήναι 1946, σελ. 212)

Νιρό / nirò στη Λόσνιτσα (Χρίστου Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 141).

Νιρού / nirù στα Γιάννινα (Ευάγγελου Μπόγκα, Τα γλωσσικά Ιδιώματα της Ηπείρου, Ιωάννινα 1964, τομ Α’, σελ. 264).

Νιρού / nirù στα Γρεβενά (Μιλτιάδη Παπαϊωάννου, Το Γλωσσάριο των Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 79).

Νερού / nerù στη Λήμνο (Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, διδακτορική διατριβή, 1985, σελ. 367).

Αυτός που προσπάθησε να εξηγήσει γιατί οι Ρομιοί, παρότι «απόγονοι» των αρχαίων Ελλήνων, δεν πίνουν ὕδωρ αλλά νερό, έχοντας έτσι «χάσει» μια από τις σημαντικότερες λέξεις τους (από εκείνες που δεν χάνονται), ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), ένας λόγιος Ρομιός, γιατρός και φιλόλογος, που θεωρούσε εαυτόν απόγονο των αρχαίων Ελλήνων. Ένας άνθρωπος που έδρασε στο Παρίσι, και το έργο του επηρέασε καθοριστικά πλήθος μεταγενέστερων λογίων που εργάστηκαν συστηματικά στην κατεύθυνση εξάλειψης του «βάρβαρου» πολιτισμού της Ρομιοσύνης.

Ο Κοραής λοιπόν, στον τέταρτο τόμο του έργου του «Άτακτα», που κυκλοφορεί στο Παρίσι το 1832 (λίγο πριν το θάνατό του), γράφει για την ετυμολογία της λέξης νερόν: «Από το Νηρόν ή Ναρόν, Ελλ. Τούτο δε, ή ως ρηματικόν του Νάω, το ρέω, ή κατά σύγκρασιν ή συγκοπήν, του Νεαρόν, παραγώγου του Νέον (récent, frais), ή, κατ’ άλλους, συνθέτου από τι Νεωστί (nouvellement puisé). Όπως αν ετυμολογηθεί, το Ναρόν ή Νηρόν ήτο καταρχάς επίθετον, ως φαίνεται από τον Φρύνιχον, “Νηρόν ύδωρ, μη είπης, αλλά πρόσφατον, ακραιφνές”. Λέγει και ο Ησύχιος “Ναρόν… υγρόν” ο δε Φώτιος “Ναράς… ρευστικής. Αισχύλος”. Ως επίθετον το εμεταχειρίσθη και ο Σοφοκλής (παρά τω Ετυμολογ. σελ. 597). “Προς ναρά δε κρηναία χωρούμεν ποτά”. Ήκουσα Θεσσαλόν να το προφέρει, ακόμη σήμερον, Νηρόν» (σελ. 349).

Από το παραπάνω απόσπασμα γίνεται φανερό πως ο Κοραής δεν είχε αποφασίσει για την ετυμολογία του νερού. Προτείνει όμως να αναζητηθεί ένα κάποιο «επίθετο», για να μπει στη θέση ενός από τα πιο συγκεκριμμένα ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μια και το ὕδωρ δεν ακουγόταν πια από τα στόματα των Ελλήνων (όπως θεωρούσε τους Ρομιούς), καταφεύγει στην παρετυμολογία, προτείνοντας «λύσεις» τραβηγμένες από τα μαλλιά.

Οι επίγονοί του, από τα είτε και είτε του Κοραή, επέλεξαν τελικά το χωρίο του Φρύνιχου.

 

Ο Φρύνιχος ο Βιθυνός ήταν ένας αττικιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στο έργο του ΦΡΥΝΙΧΟΥ ΕΚΛΟΓΗ (βλ. PHRYNICHI EKLOGAE NOMINUM ET VERBORUM ATTICORUMLIPSIAE 1820) διορθώνει αυτούς που δεν ήξεραν καλά τα αρχαία Ελληνικά, τους «αποπλανηθέντες της αρχαίας φωνής και επί την αμαθίαν καταφεύγοντες» (σελ. 2), αυτούς που έγραφαν ή μίλαγαν «λάθος».

Γράφει σχετικά:

«Εκοντήν ου χρη λέγειν αλλ’ εθελοντήν» (σελ. 4)

«Όπιθεν άνευ του σ μηδέποτε είπης, όπισθεν δε» (σελ. 8)

«Ικεσία και τούτο αδόκιμον, ικετεία δε» (σελ. 11).

«Υπόδειγμα: ουδέ τούτο ορθώς λέγεται. παράδειγμα λέγε» (σελ. 12)

«Μέχρις και άχρις συν τω σ, αδόκιμα. μέχρι δε και άχρι λέγε» (σελ. 14)

Φτάνοντας δε στο επίμαχο απόσπασμα, διαβάζουμε: «Νηρόν ύδωρ μη είπης, αλλά πρόσφατον, ακραιφνές» (σελ. 42).

Το Λεξικό του Ησύχιου του Αλεξανδρινού (συμπληρωμένο από τον Κύριλλο Α’ πατριάρχη Αλεξανδρείας), ένα έργο του 5ου μ.Χ. αιώνα, ερμηνεύει το «νηρόν» ως «ταπεινόν <υδατεινό?>», το «πρόσφατον» ως «αρτίως γινόμενον, νέον, νεαρόν» και το «ακραιφνές» ως «καθαρόν» (Haesychii Alexandrini Lexicon, Janae 1867, σελ. 77, 1088, 1291).

Ψάχνοντας δηλαδή το σωστό γι’ αυτόν επίθετο, για να ορίσει το καθαρό ὕδωρ, ο Φρύνιχος αναφέρει σε μια πρόταση τρία. Κι αν έγραφε όλα τα επίθετα για τις ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά του ὕδατος, θα μπορούσε βέβαια να γράψει δεκάδες.

Τώρα, ότι εδώ στο Φρύνιχο, βρίσκουμε τη μετονομασία του ὕδατος σε νερό / nerò, μόνο με ένα λογικό άλμα, από εθνικούς λόγους επιβαλλόμενο, μπορεί να προκύψει.

Η «ερμηνεία» πάντως καθιερώθηκε.

Ο Ανδριώτης ετυμολογεί στο λεξικό του το νερό, παραπέμποντας στον Κοραή και το νηρόν του Φρύνιχου (Ν. Π. Ανδριώτη Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 228).

Ο Κριαράς «βρίσκει» πως το επίθετο «νηρός» έδωσε το ουσιαστικό «νηρόν» τον 6ο αιώνα (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937).

Ο Μπαμπινιώτης αντιγράφει απλώς τους προηγούμενους [Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, 2η έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ, Αθήνα 2002, σελ. 1175].

Υπάρχει ακόμα ένα σχετικό ερώτημα:

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το επίθετο χρησιμοποιείται τόσο συχνά, σε όλες τις διαλέκτους της γλώσσας, ώστε κάποτε ταυτίζεται με το ουσιαστικό που προσδιορίζει. Γιατί το ίδιο το ουσιαστικό, που ανήκει στο σκληρό αρχέγονο πυρήνα του βασικού λεξιλογίου, δεν συνεχίζει να χρησιμοποιείται παράλληλα στον προφορικό λόγο;

 

Ας γυρίσουμε όμως στους Ρομιούς και το νερό τους.

Μόνο οι Ρομιοί πίνουν νερό / neròνιρό / nirò ή νιρού / nirù, όπως λέγεται στις διάφορες διαλέκτους);

Η απάντηση είναι όχι.

Και βρίσκεται εκεί που υπάρχει το γλωσσικό υλικό, από τη μελέτη του οποίου γεννήθηκε η συγκριτική γλωσσολογία και η θεωρία των Ινδογερμανών (μετέπειτα Ινδοευρωπαίων).

Η απάντηση βρίσκεται στην Ινδία.

Ένα μεγάλο μέρος των λαών που προϋπήρχαν της εισβολής των Αρίων στην Ινδία, σύμφωνα με τις αρχαίες ινδικές πηγές, είχαν ένα κοινό γλωσσικό υπόστρωμα. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάστηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Robert Caldwell (1814-1891) Dravidians και η γλώσσα τους Dravidian (από τη σανσκριτική λέξη drāvida). Οι αντίστοιχες λέξεις έχουν μεταφραστεί εδώ «Δραβίδες» και «Δραβιδική».

Στην Ινδία υπάρχουν σήμερα αρκετές σύγχρονες γλώσσες που ανήκουν στη δραβιδική οικογένεια (Dravidian family). Συνολικά υπάρχουν 85 δραβιδικές γλώσσες με 200 εκατομμύρια ομιλητές. Μερικές από αυτές τις γλώσσες βρίσκονται έξω από την Ινδία: στη Σρι Λάνκα, το Πακιστάν, το Νεπάλ, το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, το Ιράν, τη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη.

Τι κοινό έχουν οι Ρομιοί με τους Δραβίδες; Τουλάχιστον, τη λέξη για το «νερό».

Εκτός από τους λίγους Ρομιούς, άλλα 200 εκατομμύρια άνθρωποι πίνουν κάθε μέρα νιρό / nirò, νιρού / nirù και νιρ / nir.

Ενδεικτικά, η λέξη που έχουν για το νερό ορισμένες δραβιδικές γλώσσες είναι:

Karnataka «niru», Tuluva «nir», Kurgi «niru», Toda «nir», Kota «nire», Badaga «niru», Malabar «nir», Malayalma «nir», Tamil «nir» (Sir William Wilson Hunter, A comparative dictionary of the languages of India and high Asia, London 1868, σελ. 164).

Ο προαναφερόμενος Caldwell, γράφει πως σε όλες τις διαλέκτους της Δραβιδικής, μια λέξη, η λέξη nîr ή nîr-u, χρησιμοποιείται για το νερό. Πρότεινε μάλιστα να εξεταστεί η σχέση αυτής της δραβιδικής λέξης «with the modern Greek νηρό»! (Robert Caldwell, A comparative grammar of the Dravidian or South-Indian family of languages, London 1875, σελ. 458).

Νομίζω πως αργήσαμε 135 χρόνια.

 

27 Φεβρουαρίου 2010

 

* Σημείωση 28ης Μαΐου 2011:

 

Οι δυο μικρές διευκρινίσεις [μέσα σε αγκύλη], έγιναν προς άρση παρεξηγήσεων, μετά την κριτική (επίθεση) του φιλόλογου Νίκου Σαραντάκου, σε αυτό το κείμενο μου και σε μένα.

Οι λόγιες παρατηρήσεις του προαναφερόμενου, για τις λίγες πρωτοβυζαντινές πηγές (όπου συναντάμε τη μη ελληνική λέξη νερό), ήτανε μεν βάσιμες, πλην όμως εντελώς εκτός θέματος…

 

Τα υπόλοιπα «σοφά» περί «εθνικής συνέχειας», ανορθογραφίας του «Ρομιού», ένταξης ή μη του σκύλου και του ψωμιού στο βασικό  λεξιλόγιο,  «ετυμολογίας» του ντρουλάπ ή ντουρλάπ από το αρχαιοελληνικό «αμάρτυρο υδρολαίλαψ», το δικαίωμα της αστοχίας και άλλα παρόμοια, ας τα κουβεντιάσει με τους εθνικο-σοσιαλιστές ομοϊδεάτες-χειροκροτητές του ιστολογίου του και ας αποφασίσουν για το ιδεολογικά σωστό και συμφέρον του Έθνους τους.

Εμένα, τον ακατανόητα (τους) άεθνο, ας μ’ αφήσουνε να κάνω – όπως νομίζουν – «τρύπες» στο ρομέικο (romeiko) νερό μου.

Έτσι κι αλλιώς, άβυσσος χώριζε πάντα διαδρομές, συμπεριφορές, σκέψεις και πράξεις μας.

 

Σημείωση 1ης Ιουνίου 2011

 

[τις αρχαίες λέξεις τις γράφω με μονοτονικό, αναγκαστικά]

Εκτός από το ύδωρ, χάθηκε και η δεύτερη ελληνική λέξη για το νερό: το  ύδος.

Ακόμα χάθηκαν όλες οι αρχαίες ελληνικές λέξεις, περίπου 200, που παράγονται από τη λέξη ύδωρ ή περιέχουν αυτή στη σύνθεση τους.

Μερικές από τις λέξεις αυτές είναι οι παρακάτω:

[Μέσα σε παρένθεση δίνω την αντίστοιχη ρομέικη λέξη, σύμφωνα κυρίως με τα αρχαία ελληνικά λεξικά των Σακελλαρίου (1883) και Γιάνναρη (1892)]

 

Υδαλέος (νερουλός), υδαρής (νερουλός), υδαρός (νερουλός), υδαρότης (νερουλάδα), υδαρώδης (νερουλός), υδάτινος (νερουλός), υδάτιον (νεράκι), υδατόλουτος (νερολουσμένος), υδατομήτωρ (νερομάνα), υδατοποσία (νερόπιομα), υδατοποτέω (νεροπίνω), υδατότροφος (νεροφάγος), υδατόω (νερώνω), υδατώδης (νερουλός), υδερόομαι (νερουλιάζω), ύδρα (νεροφίδα), υδραγωγός (νεροκράτης), υδραλέτης (νερόμυλος), υδράλμη (σαλαμούρα), υδρέλαιον (νερόλαδο), ύδρευμα (βρύση), ύδρευσις (πότισμα), υδρεύω (ποτίζω), υδρία (λαγήνα), υδρίον (νεράκι), υδρίσκη (λαγηνάκι), υδροδόκη (στέρνα), υδροειδής (νερουλός), υδροθήκη (στέρνα), υδροθήρας (ψαράς), υδροθηρία (ψάρεμα). υδροθηρικός (ψαράδικος), υδρομιγής (νερωμένος), υδρομύλη (νερόμυλος), υδροποσία (νερόπιομα), υδρορόσατον (τριανταφυλλόνερο), υδρορρόα (νεροχύτης), ύδρος (νεροφίδα), υδροστάτης (νεροζύγι), υδροφόρος (νεροκουβαλητής), υδροχοείον (στέρνα).

 

Σημείωση 6ης Μαίου 2013

Η λέξη νερό υπάρχει στο λεξικό Corona Preciosa (1527).

 

Σημείωση 18ης Δεκεμβρίου 2015

Θεωρώ σημαντικό, παρά τις επι μέρους διαφωνίες μου (κυρίως ως προς τους "Νεοέλληνες" και τους "Πρωτοέλληνες" ) το κείμενο του Χρίστου Δάλκου "Σχέσεις "προ"ελληνικής και νεοελληνικής γλώσσας". Βλ. Τετράδια Πολιτικού Έρευνας και κριτικής, 35 (1994).