Skip to main content

Οικισμοί της Θεσσαλονίκης που αρχίζουν από Σ

 

Οικισμοί της Θεσσαλονίκης που αρχίζουν από Σ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Σαλονίκη / Saloniki / Салоники ή Σόλουν / Solun / Солун ή Θεσσαλονίκη / Thesaloniki / Тесалоники. Ο πληθυσμός της πρωτεύουσας της Μακεδονίας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα πάντως με τις πηγές, πριν τους βαλκανικούς πολέμους φαίνεται πως ζούσαν στη Θεσσαλονίκη, σε στρογγυλούς αριθμούς και με κάθε επιφύλαξη, 60.000 ισπανόφωνοι Εβραίοι, 35.000 μουσουλμάνοι (οι περισσότεροι Τούρκοι, δευτερευόντως εξισλαμισμένοι Εβραίοι ή Ντονμέδες, καθώς επίσης και ένας αριθμός Τσιγγάνων), 16.000 ελληνόφωνοι χριστιανοί, 8.000 μακεδονόφωνοι χριστιανοί, 2.000 βλαχόφωνοι χριστιανοί και μερικές χιλιάδες άτομα από διάφορες άλλες γλωσσο-θρησκευτικές ομάδες. Μετά τις υποχρεωτικές και «εθελούσιες» ανταλλαγές των πληθυσμών, η εικόνα που παρουσιάζεται στην απογραφή του 1928 είναι η εξής: Στην πόλη απογράφονται 244.680 άτομα, μεταξύ των οποίων 117.041 πρόσφυγες. Περίπου 20.000 άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο οικισμό της Μακεδονίας, εκτός της πόλης. Άλλα 20.000 περίπου άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας, εκτός της Μακεδονίας (προφανώς τα περισσότερα από τα τελευταία στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό). Επίσημα απογράφονται 54.196 ισπανόφωνοι Εβραίοι, στην πλειοψηφία τους παλαιοί κάτοικοι της πόλης. Την τουρκική έχουν για μητρική γλώσσα 6.452 χριστιανοί (οι πιο πολλοί πρόσφυγες) και 364 μουσουλμάνοι (εξαιρεθέντες της υποχρεωτικής ανταλλαγής). Μεγάλη ομάδα αποτελούν οι 5.109 χριστιανοί Αρμένιοι (σχεδόν όλοι πρόσφυγες). Από τους αλβανόφωνους, εμφανίζονται μόνο οι 486 εξαιρεθέντες της ανταλλαγής μουσουλμάνοι, αλλά όχι και οι χριστιανοί. Η στατιστική υπηρεσία μειώνει τα νούμερα, αλλά καταγράφει την ύπαρξη κατοίκων της πόλης που έχουν ως μητρική γλώσσα την μακεδονοσλαυϊκή, την κουτσοβλαχική, την αλβανική, την αθιγγανική. Χωριστά εμφανίζονται 602 καθολικοί Ιταλοί και 340 ορθόδοξοι Ρώσοι.

 

Πηγές:

Saloniki (Selanik, Solun) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Θεσσαλονίκη, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Θεσσαλονίκη: «Η πόλις κατοικείται υπό 90-100 χιλιάδων ψυχών, εξ ων οι ημίσεις σχεδόν είναι Ισραηλίται, πάντες επαγγελματίαι, το ¼ Τούρκοι και το άλλο ¼ χριστιανοί Έλληνες μετ’ ολίγων Ευρωπαίων. Και οι μεν Ισραηλίται, ισπανικής καταγωγής ης ετήρησαν την γλώσσαν, εισί διεσκορπισμένοι πανταχού της πόλεως, κατέχουσιν όμως κυρίως το κατώτερον μέρος αυτής, το επίπεδον και προς την παραλίαν, οι δε χριστιανοί το μεσαίον μέρος κυρίως και συνοικίας τινας προς το παρά την Ακρόπολιν Τσαούς Μοναστήρι, οι δε Τούρκοι το ανώτερον μέρος αυτής, όπερ άλλοτε κατείχον οι Γενίτσαροι, και συνοικίας τινας προς το μεσημβρινόν άκρον της πόλεως πλησίον του Ιπποδρομίου και οι ευρωπαίοι το τμήμα κυρίως της πόλεως το μεταξύ της πύλης του Βαρδάρ και της παραλίας» [Σχινάς 1886, 184].

Солунъ (Тесалоники, Селеникъ), Солунска Каза, 10.000 χριστιανοί Βούλγαροι, 26.000 Τούρκοι, 16.000 χριστιανοί Έλληνες, 55.000 Εβραίοι, 2.500 Τσιγγάνοι και 8.500 διάφοροι [Кънчов 1900, 141].

Σύμφωνα με έγγραφο του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών που βρίσκεται στο Αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (Μακεδονία - Γενική Διοίκηση 1913, περίθαλψη και εγκατάσταση προσφύγων Ι, φακ 4 – στατιστικά Μακεδονίας) και αναφέρεται στον πληθυσμό της Μακεδονίας το 1902, ο πληθυσμός της πόλης της Θεσσαλονίκης ήταν: ψυχές 90.500 (17.500 οικογένειες), εκ των οποίων 15.500 «Ελληνόφωνοι», 1.200 «Βούλγαροι», 27.300 «Μουσουλμάνοι», 46.230 «Εβραίοι», 270 «Άλλοι».

Soloun (Salonique), kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 8.000 Βούλγαροι (5.600 εξαρχικοί, 2.160 πατριαρχικοί, 160 ουνίτες και 80 προτεστάντες), 20.000 Έλληνες, 900 Βλάχοι, 90 Αλβανοί και 60 Τσιγγάνοι. Υπήρχαν δύο δευτεροβάθμια και τρία πρωτοβάθμια βουλγαρικά σχολεία με 37 δασκάλους και καθηγητές και 821 μαθητές. Δύο δευτεροβάθμια και επτά πρωτοβάθμια ελληνικά σχολεία με 64 δασκάλους και καθηγητές και 1.970 μαθητές. Δύο βλάχικα σχολεία (ένα δευτεροβάθμιο και ένα πρωτοβάθμιο) με 13 δασκάλους και καθηγητές και 120 μαθητές. Δύο δευτεροβάθμια και δύο πρωτοβάθμια σερβικά σχολεία με 23 δασκάλους και καθηγητές και 229 μαθητές. Δύο βουλγαρικά σχολεία (ένα ουνιτικό και ένα προτεσταντικό) με 20 δασκάλους και 110 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Θεσσαλονίκη: «Κειμένη εν αμφιθεατρική θέσει εν τω μυχώ του θερμαϊκού κόλπου, είνε πρωτεύουσα του Βιλαετίου Θεσσαλονίκης, και έδρα έλληνος Μητροπολίτου, υφ’ ον εκτός της Μητροπολιτικής περιφερείας Θεσσαλονίκης, υπάγονται και αι επισκοπικαί περιφέρειαι 1) Πολυανής, 2) Αδραμερίου, 3) Ιερισσού, 4) Καμπανίας, 5) Κίτρους. Ο πληθυσμός της πόλεως Θεσσαλονίκης ανέρχεται εις 145.000 ψυχάς, κατανεμόμενος ως εξής: Έλληνες 30.000, Μουσουλμάνοι 20.000, Ισραηλίται 80.000, Βούλγαροι (εγκαταστάθηκαν εκ του εσωτερικού κατά τα τελευταία έτη) 1.000, διάφοροι 4.000. Γλώσσα επικρατούσα η Ελληνική, ομιλουμένη και υπό των αλλοφύλων στοιχείων, χρησιμεύουσα και ως διεθνής γλώσσα του εμπορίου» [Χαλκιόπουλος 1910, 1].

Θεσσαλονίκη, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 157.889 κάτοικοι (81.908 άρρενες και 75.891 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Θεσσαλονίκη, 8.282 προσφυγικές οικογένειες (31.528 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 26].

Σε έγγραφο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών (αριθ. 6541, Αθήναι 15 Μαρτίου 1916), ο γενικός διευθυντής Ν. Πολίτης συμβουλεύει την ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, να χρησιμοποιήσει για προπαγανδιστικούς λόγους μια στατιστική του πληθυσμού, του τμήματος της Μακεδονίας που ενσωματώθηκε στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων εμφανίζει την πόλη της Θεσσαλονίκης με 165.704 κατοίκους: 68.204 Έλληνες, 1.800 Βούλγαρους, 30.000 Μουσουλμάνους, 61.400 Εβραίους, 4.300 διάφορους ξένους.

Солун, Град Солун, 4.000 σπίτια χριστιανών Σλάβων, 200 χριστιανών Αλβανών, 8.000 μουσουλμάνων Τούρκων, 200 χριστιανών Βλάχων, 5.000 χριστιανών Ελλήνων, 17.700 Εβραίων, 1.300 εξισλαμισμένων Εβραίων και 4.000 σπίτια διάφορων άλλων [Милојевић, 37].

Θεσσαλονίκη, δήμου Θεσσαλονίκης, κάτοικοι 169.123 (90.836 άρρενες, 78.287 θήλεις) [Απογραφή 1920, 113].

Θεσσαλονίκη: Ρευστοποιήθηκαν 212 περιουσίες κατοίκων που μετανάστευσαν με τις οικογένειές τους στη Βουλγαρία [Μιχαηλίδης, 197].

Θεσσαλονίκη, γραφείου Θεσσαλονίκης, 399 προσφυγικές οικογένειες – 1.544 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 21].

Θεσσαλονίκη, πρόσφυγες: 27 οικογένειες Θρακών (55 άτομα) και 369 οικογένειες Μικρασιατών (1.475 άτομα) [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 5].

Θεσσαλονίκης Δήμος (περιλαμβάνει τους οικισμούς: Θεσσαλονίκη, Γενή και Εσκή Δελίκ, Επταλόφου, Ζεϊτενλίκ, Καλλιθέα, Σεΐχ Σου και Τοπ Αλτή). Πραγματικός πληθυσμός 244.680 (121.627 άρρενες και 123.053 θήλεις), εκ των οποίων 117.041 ήταν πρόσφυγες. Οι προ της μικρασιατικής καταστροφής πρόσφυγες ήταν 20.016 και οι μετά 97.025 (44.122 άρρενες και 52.903 θήλεις). Υπήρχαν 210.224 δημότες παρόντες στο δήμο, 24.805 δημότες άλλων δήμων και 9.651 αλλοδαποί. Απογράφηκαν σε άλλο δήμο ή κοινότητα 14.852 δημότες [Απογραφή 1928, 233]. Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκης [Διοικητικά 1935, 134].

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της απογραφής πληθυσμού του 1928, η σύνθεση του πληθυσμού του δήμου Θεσσαλονίκης κατά θρησκεία και γλώσσα είχε ως εξής: 171.201 ορθόδοξοι ελληνικής γλώσσας, 6.452 ορθόδοξοι τουρκικής, 364 μουσουλμάνοι τουρκικής, 296 ορθόδοξοι μακεδονοσλαυικής, 54.196 ισραηλίτες ισπανικής, 5.109 ορθόδοξοι αρμενικής, 1.256 καθολικοί ελληνικής, 534 ορθόδοξοι κουτσοβλαχικής, 486 μουσουλμάνοι αλβανικής, 731 ισραηλίτες ελληνικής, 320 διαμαρτυρόμενοι ελληνικής, 286 ορθόδοξοι αθιγγανικής, 340 ορθόδοξοι ρωσσικής, 602 καθολικοί ιταλικής, 64 μουσουλμάνοι ελληνικής και 244 «λοιποί».

Σύμφωνα επίσης με την απογραφή του 1928, οι απογραφέντες στον δήμο Θεσσαλονίκης διακρίνονταν ως προς τον τόπο που γεννήθηκαν σε 127.833 γεννηθέντες στην Ελλάδα και 116.847 γεννηθέντες στο εξωτερικό.

Από τους γεννηθέντες στην Ελλάδα, 88.050 ήταν γεννηθέντες στο δήμο Θεσσαλονίκης, 3.882 σε άλλο δήμο ή κοινότητα της επαρχίας Θεσσαλονίκης, 4.453 σε οικισμό άλλης επαρχίας του νομού Θεσσαλονίκης (: Βεροίας, Κιλκίς, Λαγκαδά, Παιονίας, Πιερίας), 11.454 σε άλλο νομό της Μακεδονίας, 4.310 στη Στερεά Ελλάδα ή την Εύβοια, 4.088 στη Θεσσαλία, 920 στα Ιόνια νησιά, 778 στις Κυκλάδες, 2.584 στην Πελοπόννησο, 1.952 στην Ήπειρο, 1.999 στα νησιά του Αιγαίου, 1.894 στην Κρήτη, 1.469 στη Δυτική Θράκη.

Από τους γεννηθέντες στο Εξωτερικό, οι μεγαλύτερες ομάδες (άνω των 100 ατόμων) ήταν: 1.381 γεννηθέντες στην Αλβανία, 104 στην Αυστρία, 3.598 στη Βουλγαρία, 193 στη Γαλλία, 177 στη Γερμανία, 6.224 στη Γιουγκοσλαυΐα, 24.841 στην Ανατολική Θράκη, 370 στην Ιταλία, 9.465 στην Κωνσταντινούπολη, 448 στη Ρουμανία, 975 στη Ρωσσία, 257 στα Δωδεκάνησα, 1.904 στον Καύκασο, 138 στην Κύπρο, 55.007 στη Μικρά Ασία, 10.899 στον Πόντο, 278 στην Αφρική, 147 στις ΗΠΑ [Στατιστικά 1935, 218-219]

Θεσσαλονίκης Δήμος (περιλαμβάνει τους οικισμούς: Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά, Σαράντα Εκκλησίαι και Τούμπα). Πραγματικός πληθυσμός 226.147 κάτοικοι (111.173 άρρενες και 114.974 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Solun: Στην πόλη ζούσαν πριν τους βαλκανικούς πολέμους 120.000 άτομα, εκ των οποίων 55.000 ήταν Εβραίοι, 26.000 Τούρκοι ή άλλοι μουσουλμάνοι, 10.000 Μακεδόνες, 15.000 Έλληνες [Симовски, 341].

Θεσσαλονίκη: Πρωτεύουσα του νομού Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 20. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 217.049, 1961: 250.920, 1971: 345.799, 1981: 406.413, 1991: 383.967 [Σταματελάτου, 255].

 

Σαμλή / Šamli / Шамли. Ήταν ένα μικρό τσιφλίκι, το οποίο βρισκόταν ανατολικά από το Ίνγκλιζ (Αγχίαλος). Οι λίγοι κάτοικοί του ήταν μακεδονόφωνοι χριστιανοί. Εγκαταλείφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα εξ αιτίας των πλημμυρών των ποταμού Γαλλικού.

 

Πηγές:

Šamli [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Σιαμλή, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Şamlı: τσιφλίκι 4 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 439].

Έκθεση Σάρρου: «Σαμλί (κρατούσε η σλαβομακεδονική διάλεκτος), 24 Μαΐου 1906. Τσιφλίκι άνευ χριστιανικών οικογενειών» [Παπαδόπουλος, 122].

Σαμλή, κοινότητος Μπουγαριόβου, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Шамли: Ήταν ένα τσιφλίκι με λίγες μακεδονικές οικογένειες. Εγκαταλείφθηκε το 1888 λόγω πλημμύρας του ποταμού Глалик (Γαλλικού) [Симовски, 349].

 

Σαρή Ομέρ / Sari Omer / Sari Omer. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν περίπου 100 μακεδονόφωνοι εξαρχικοί. Στη συνέχεια οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν τον οικισμό. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους χριστιανούς πρόσφυγες από τον Πόντο. Τα 30 σχεδόν άτομα που κατοικούσαν εδώ το 1928 ήταν ετεροδημότες. Ο οικισμός ερήμωσε πριν τον πόλεμο.

 

Πηγές:

Sariomer (Saramur) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Σαριομέρ (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Сарамурово, Солунска Каза, 120 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Saramirovo, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 128 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Σαρί Ουμέρ, μεταξύ Εχεδώρου και Αξιού: «85 σχισματικοί Βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910, 5].

Σαρτομέρι, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 84 κάτοικοι (41 άρρενες και 43 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 12].

Σαρή Ομέρ Θεσσαλονίκης, ιδιωτικό, 41 προσφυγικές οικογένειες (172 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 26, 36].

Σαρή Ομίρ ή Σαλαμούροβον, κοινότητος Μπουγαριόβου, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Сарамурово, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 20 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 33].

Σαρή Ομέρ ή Σαλαμούροβον, κοινότητος Μπουγαριόβου, κάτοικοι 20 (11 άρρενες, 9 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Σαρή Ομέρ, πρόσφυγες: 9 οικογένειες Ποντίων (32 άτομα) [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6].

Ομέρ, κοινότητος Αγχιάλου Μακεδονίας. Πραγματικός πληθυσμός 27 (13 άρρενες και 14 θήλεις), εκ των οποίων 2 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (άρρενες). Και οι 27 ήταν δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 234].

Ομέρ Αγχιάλου Μακεδονίας (Ίγγλις) [Διοικητικά 1935, 135].

Саламурово (Сари Омер): Ήταν ένα τσιφλίκι όπου κατοικούσαν Μακεδόνες. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, οι περισσότεροι Μακεδόνες εγκατέλειψαν τον οικισμό. Το 1922 εγκαταστάθηκαν εδώ λίγες οικογένειες από τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη. Ο οικισμός ερήμωσε πριν τον πόλεμο [Симовски, 339].

 

Σάριτζα / Šaridža / Шариджа. Μετονομάστηκε σε Βαλτοχώρι και στη συνέχεια σε Βαλτοχώριον. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Εδώ ζούσαν 230 περίπου μακεδονόφωνοι χριστιανοί, διαιρεμένοι σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς. Το 1928 ο οικισμός είχε πληθυσμό σχεδόν 280 άτομα, αλλά οι 100 από αυτούς ήταν ετεροδημότες.

 

Πηγές:

Saridža [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Σαρίτσα (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Sarıça: τσιφλίκι 39 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 439].

Саръдже (Сараклово), Солунска Каза / Вардарѝя, 175 Τούρκοι [Кънчов 1900, 141].

Saridja, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 228 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Σαρίτσι (κρατεί το σλαυομακεδονικόν ιδίωμα), 21 Δεκεμβρίου και 19 Μαΐου 1906. Κτήμα τουρκικόν μετά οικιών 50, στεφάνων δ’ 61 και κατοίκων ελληνοφρονούντων νυν» [Παπαδόπουλος, 139-140].

Σαρίτσι, τμήματος Βαρδάρ Οβασί: «150 ορθόδοξοι Έλληνες και 65 προσχωρήσαντες εις το σχίσμα μετά την ανακήρυξιν του συντάγματος» [Χαλκιόπουλος 1910, 4].

Σαριτζιά, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 6.876 στρεμμάτων, με 45 οικοδομές, αξίας 543.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Σοφίτσα, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 177 κάτοικοι (89 άρρενες και 88 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 12].

Σαρίτσης, κοινότητος Κιρτζιλάρ, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Сарачево, Солунска област - Западно од доњег Вардара, 30 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 5 μουσουλμάνων Τσιγγάνων [Милојевић, 29].

Σαρίτσης, κοινότητος Κιρτζιλάρ, κάτοικοι 297 (168 άρρενες, 129 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Σαρίτσα της κοινότητος Κιρτζιλάρ, μετονομάζεται εις Βαλτοχώρι (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 31.8.1926 (ΦΕΚ 346/4.10.1926) [Χουλιαράκης 1975, 259].

Βαλτοχώρι, κοινότητος Αδένδρου. Πραγματικός πληθυσμός 284 (166 άρρενες και 118 θήλεις), εκ των οποίων 18 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (13 άρρενες και 5 θήλεις). Υπήρχαν 187 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 97 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 234].

Βαλτοχώρι (Σαρίτσης), Αδένδρου (Κιρτζιλάρ) [Διοικητικά 1935, 135]. Βαλτοχώριον, κοινότητος Αδένδρου. Πραγματικός πληθυσμός 287 κάτοικοι (163 άρρενες και 124 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Сарачево (Сараџа): Ήταν ένας μακεδονικός οικισμός. Στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ και πρόσφυγες Έλληνες [Симовски, 340].

Βαλτοχώρι (Σαρίτσης): Οικισμός του δήμου Χαλκηδόνος, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1997 ήταν οικισμός της κοινότητας Βαλτοχωρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 18. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 340, 1961: 297, 1971: 282, 1981: 274, 1991: 285 [Σταματελάτου, 121].

 

Σεμεσελή / Semseli / Семсели. Μετονομάστηκε σε Τρούλος. Μάλλον ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στην περιοχή 15 οικογένειες από τον Πόντο, οι οποίες μετεγκαταστάθηκαν μέχρι το 1930 σε γειτονικά χωριά λόγω ελλείψεως ύδατος. Στη συνέχεια ο τόπος έμεινε ακατοίκητος.

 

Πηγές:

Μετονομασία: «Ο εις την κοινότητα Τριλόφου (πρώην Ζουμπάτες), υπαγόμενος συνοικισμός Σεμσελή, μετονομάζεται εις Τρούλλος (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 20.8.1927 (ΦΕΚ 179/30.8.1927) [Χουλιαράκης 1975, 289].

Σεμσελή (Τρούλλος), γραφείου Θεσσαλονίκης, 16 προσφυγικές οικογένειες – 45 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 59].

Σεμσελή (Τρούλος), πρόσφυγες: 15 οικογένειες Ποντίων (40 άτομα). Επειδή το χωριό δεν είχε επάρκεια νερού, οι οικογένειες αυτές εγκατέλειψαν το μέρος μέχρι το 1930 [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 392].

Τρούλος, κοινότητος Τριλόφου. Πραγματικός πληθυσμός 47 (21 άρρενες και 26 θήλεις), εκ των οποίων 46 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (20 άρρενες και 26 θήλεις). Και οι 47 ήταν δημότες παρόντες στην κοινότητα [Απογραφή 1928, 236].

Τρούλος (Σεμσελή), Τριλόφου (Ζουμπάτων) [Διοικητικά 1935, 139].

Семсели: Ήταν ένας μικρός οικισμός μουσουλμάνων Τούρκων που εγκαταλείφθηκε πριν τους βαλκανικούς πολέμους [Симовски, 341].

 

Σέντες / Sedes / Седес. Στις ελληνικές πηγές Σέδες. Μετονομάστηκε σε Θέρμη. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Οι πηγές δίνουν αντιφατικές πληροφορίες για τη γλωσσική και θρησκευτική σύνθεση του πληθυσμού του. Το 1913 αριθμούσε 200 περίπου άτομα. Στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου άρχισε εδώ η εγκατάσταση προσφύγων και συνεχίστηκε μέχρι το 1926. Ο οικισμός χαρακτηρίστηκε μικτός, με τους πρόσφυγες (προερχόμενους από διάφορα μέρη) να αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία. Το 1928 είχε γύρω στους 1.100 κατοίκους.

 

Πηγές:

Sedes [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Sedes: τσιφλίκι με 27 χριστιανικά σπίτια το 1862 [Δημητριάδης, 450].

Σέδες: «Τσιφλίκιον έχον 10 οικογενείας και χάνιον μικρόν» [Σχινάς 1886, 513].

Седесъ, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 200 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 142].

Sedés, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 135 Έλληνες [Brancoff 1905, 220-221].

Έκθεση Σάρρου: «Σέδες, 20 Μαΐου 1906. Το χωρίον τούτο έχον έκτασιν 27.000 στρεμμάτων ανήκεν άλλοτε τη γνωστή της Θεσσαλονίκης οικογενεία Ρογκότη, πωληθέν υπ’ αυτής αντί 11.500 λιρών τω Αλή πασά, όστις εκ των 26 ελληνικών οικογενειών, αι ειργάζοντο εκεί πέρυσιν, αφήκε μόνον νυν 13 αντικαταστήσας διά τουρκαθιγγάνων τας λοιπάς εκδιωχθείσας και διασκορπισθείσας εις τα παρακείμενα ελληνικά κεφαλοχώρια. Αι μένουσαι 13 οικογένειαι είναι δίγλωσσοι λαλούσαι την τε σλαυομακεδονικήν, ήτις φαίνεται μητρική αυτών γλώσσα, και την ελληνικήν, ην εξέμαθον εκ του μετά των παρακειμένων ελληνικών της Χαλκιδικής χωρίων συγχρωτισμού» [Παπαδόπουλος, 142].

Σέδες (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Σέδες, τμήματος Καλαμαριάς: «135 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 5].

Σέδεν, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 20.520 στρεμμάτων, με 45 οικοδομές, αξίας 1.067.250 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 80].

Σέδαις, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 191 κάτοικοι (82 άρρενες και 109 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 12].

Σέδες, κοινότητος Καπουτζήδων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Седес, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 8 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 36].

Σέδες, κοινότητος Καπουτζήδων, κάτοικοι 526 (271 άρρενες, 255 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Η κοινότης Σέδες εις κοινότητα Θέρμης και ο ομώνυμος ταύτη συνοικισμός Σέδες εις Θέρμην (νομός Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 9.2.1926 (ΦΕΚ 55/15.2.1926) [Χουλιαράκης 1975, 237].

Σέδες (Θέρμη), γραφείου Θεσσαλονίκης, 181 προσφυγικές οικογένειες – 763 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 21].

Σέδες (Θέρμη), πρόσφυγες: 21 οικογένειες Θρακών (89 άτομα), 27 οικογένειες Μικρασιατών (115 άτομα), 82 οικογένειες Ποντίων (248 άτομα), 4 οικογένειες Καυκασίων (15 άτομα), 56 οικογένειες εκ Βουλγαρίας (263 άτομα) και 1 οικογένεια (2 άτομα) από αλλού. Μεταξύ των οικογενειών που ήρθαν από τον Πόντο, υπήρχαν 14 οικογένειες από Ορντού (Κοτύωρα) που μίλαγαν ποντιακά. Ανάμεσα στους πρόσφυγες εκ Βουλγαρίας, 38 οικογένειες προέρχονταν από τα Άνω Βοδενά και 28 από τη Στενίμαχο [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 339-348].

Θέρμη, κοινότητος Θέρμης. Πραγματικός πληθυσμός 1.156 (616 άρρενες και 550 θήλεις), εκ των οποίων 646 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (321 άρρενες και 325 θήλεις). Υπήρχαν 1.061 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 95 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 235].

Θέρμη (Σέδες), Θέρμης [Διοικητικά 1935, 136].

Θέρμη, κοινότητος Θέρμης. Πραγματικός πληθυσμός 3.033 κάτοικοι (2.224 άρρενες και 809 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Седес: παλιός χριστιανικός οικισμός στον οποίο εγκαταστάθηκαν και πρόσφυγες [Симовски, 340].

Θέρμη: Οικισμός του δήμου Θέρμης, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1997 ήταν οικισμός του δήμου Θέρμης, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 65. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 3.038, 1961: 1.750, 1971: 1.909, 1981: 3.430, 1991: 285 [Σταματελάτου, 252].

 

Σουρουκλή / Surukli / Сурукли. Στις ελληνικές πηγές συναντάται κυρίως σαν Σουρωτή, ονομασία που καθιερώθηκε και επίσημα. Ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Οι άνθρωποι που ζούσαν και δούλευαν εδώ ήταν μουσουλμάνοι Τούρκοι. Την περίοδο των βαλκανικών πολέμων ο πληθυσμός του ήταν περίπου 35 άτομα. Με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του έφυγαν στην Τουρκία. Στη θέση τους ήρθαν χριστιανοί πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Το 1928 ήταν ένα προσφυγικό χωριό 300 ατόμων.

 

Πηγές:

Surukli (Soroti) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].

Σουρουκλί, καζά Θεσσαλονίκης: «25 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Suruklı: συνοικισμός-τσιφλίκι με 4 μουσουλμανικά και 2 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 451].

Сюрвекли Махале, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 35 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Σουροτή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 33 κάτοικοι (21 άρρενες και 12 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 12].

Σουρωτή, κοινότητος Βασιλικών, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Συρωτή Θεσσαλονίκης, κεφαλοχώρι, 36 προσφυγικές οικογένειες (145 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 26].

Συρωτή, κοινότητος Βασιλικών, κάτοικοι 149 (87 άρρενες, 62 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Συρωτή, γραφείου Θεσσαλονίκης, 54 προσφυγικές οικογένειες – 206 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 57].

Σουρωτή, πρόσφυγες: 20 οικογένειες Θρακών (82 άτομα) και 38 οικογένειες Μικρασιατών (144 άτομα) [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7].

Σουρωτή, κοινότητος Βασιλικών. Πραγματικός πληθυσμός 307 (173 άρρενες και 134 θήλεις), εκ των οποίων 138 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (73 άρρενες και 65 θήλεις).

Υπήρχαν 289 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 14 δημότες άλλων δήμων 4 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 234].

Σουρωτή, Βασιλικών [Διοικητικά 1935, 135].

Σουρωτή κοινότητος Βασιλικών. Πραγματικός πληθυσμός 360 κάτοικοι (183 άρρενες και 177 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Сурокли: Ήταν ένας μικρός τουρκικός οικισμός. Το 1924 οι κάτοικοί του έφυγαν στην Τουρκία και στη θέση τους ήρθαν χριστιανοί πρόσφυγες [Симовски, 342-343].

Σουρωτή: Οικισμός του δήμου Βασιλικών, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1997 ήταν οικισμός της κοινότητας Σουρωτής, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 115. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 485, 1961: 483, 1971: 447, 1981: 430, 1991: 719 [Σταματελάτου, 706].

 

Σχινά / Shina / Схина ή Εσκινάτ / Eskinat / Ескинат. Η διοίκηση το μετέγραψε ως Σχοινά και κατόπιν το άλλαξε σε Σχοινάς. Ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο κατοικούσαν την περίοδο των βαλκανικών πολέμων 230 περίπου γηγενείς χριστιανοί Έλληνες. Μέχρι το 1924 εγκαταστάθηκαν στον οικισμό 100 περίπου πρόσφυγες. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν 400 άτομα. Το 1/5 από αυτά ήταν προσφυγικής καταγωγής.

 

Πηγές:

Skina (Iskinat) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Σχοινά (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Σχινάς: «Τσιφλίκιον πεδινόν, κείμενον ¾ σχεδόν της ώρας Δ του άνω (Νεοχώρι), έχον 50 οικογενείας χριστιανικάς» [Σχινάς 1886, 204].

Шкинатъ, Солунска Каза / Урумлъкъ, 220 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].

Chkinat, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 220 Έλληνες [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Σχοινάς (ελληνόφωνοι), 28 Μαΐου 1906. Κτήμα τουρκικόν μετά οικιών 32 και κατοίκων 185 απάντων Ελλήνων» [Παπαδόπουλος, 132].

Σχοινάς, περιοχή Ρουμλουκίου: «270 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 3].

Εσχινάτ, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 3.539 στρεμμάτων, με 47 οικοδομές, αξίας 498.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Σχοινά, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 228 κάτοικοι (129 άρρενες και 99 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 12].

Σχοινά, κοινότητος Γιδά, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Σχοινά, κοινότητος Γιδά, κάτοικοι 279 (140 άρρενες, 139 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Σχοινάς γραφείου Βερροίας, 30 προσφυγικές οικογένειες – 113 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 57].

Σχοινά, κοινότητος Γιδά. Πραγματικός πληθυσμός 401 (213 άρρενες και 188 θήλεις), εκ των οποίων 74 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (37 άρρενες και 37 θήλεις). Υπήρχαν 365 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 36 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 234].

Σχοινά, Γιδά [Διοικητικά 1935, 136].

Σχοινάς, κοινότητος Μεσιού. Πραγματικός πληθυσμός 584 κάτοικοι (310 άρρενες και 274 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Схина: ελληνικό χωριό [Симовски, дел. 1, 26].

Σχοινάς: Οικισμός του δήμου Αλεξανδρείας, του νομού Ημαθίας. Έως το 1997 ήταν οικισμός της κοινότητας Νεοχωρίου, της επαρχίας Ημαθίας. Υψόμετρο 10. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 677, 1961: 687, 1971: 575, 1981: 552, 1991: 419 [Σταματελάτου, 729].