Skip to main content

4. Η αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών

 

Η αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών1

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Η δεύτερη χρονολογικά ελληνική ένοπλη ομάδα που πήρε μέρος στον αντιμακεδονικό αγώνα, μετά τους δέκα Κρητικούς, ήταν εκείνη που έμεινε στην ελληνική ιστορία σαν αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών. Πριν μιλήσουμε για τα πρόσωπα που την αποτέλεσαν και την ανιχνευτική δράση της ομάδας αυτής στη δυτική Μακεδονία, ας δούμε πρώτα το κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα εκείνη την εποχή.

Η μαζική συμμετοχή του χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού της δυτικής Μακεδονίας στην αντικαθεστωτική - αυτονομιστική επανάσταση του Ίλιντεν, ξάφνιασε τους έλληνες πολιτικούς. Οι ανεξέλεγκτες εξελίξεις στα ευρωπαϊκά εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας προβλημάτισαν, ίσως για πρώτη φορά, σοβαρά την ελληνική κυβέρνηση. Η ελληνική πολιτική ηγεσία έπρεπε να πάρει αποφάσεις στρατηγικού και τακτικού χαρακτήρα στο μακεδονικό ζήτημα, κι όμως εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις αγνοούσε τα μακεδονικά πράγματα.

Ο Περικλής Αργυρόπουλος στα απομνημονεύματά του, αναφέρει ένα κορυφαίο σχετικό παράδειγμα αυτής της άγνοιας: Ένας από τους δύο άνδρες που εναλλασσόταν αυτά τα χρόνια στην προεδρία της κυβέρνησης, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ήταν τόσο άσχετος με τη γεωγραφία της Μακεδονίας, που έκανε τη φοβερή γκάφα να ρωτήσει τάχα με ενδιαφέρον έναν έμπορο από τις Σέρρες, “εάν η κίνησις του λιμένος Σερρών” ήτο μεγάλη. Φυσικά το γεγονός μαθεύτηκε στην ανατολική Μακεδονία και ο Δηλιγιάννης έγινε ρεζίλι. Ακόμα και στη Δράμα, γι’ αυτό το λόγο, ο έλληνας πρωθυπουργός “μισείται απ’ όλους”, σύμφωνα με τον Αργυρόπουλο.2

Οι εθνικιστικοί κύκλοι της εποχής (Μελάδες, Δραγούμηδες, αδελφοί Πολίτου, Ρακτιβάν, Λάμπρος, Λαμπίρης, Δέλλιος, Μαύρος, Μάτεσης, Βαρατάσης) πίεζαν για εμπλοκή της Ελλάδος στο μακεδονικό με μυστική αποστολή ένοπλων μισθοφορικών σωμάτων που θα χτυπούσαν και θα τρομοκρατούσαν τους εξαρχικούς και ρουμανίζοντες πληθυσμούς.

Η πολιτική αυτή συναντούσε ωστόσο ισχυρά αντεπιχειρήματα. Περισσότερο ρεαλιστές πολιτικοί υποστήριζαν ότι οι Έλληνες δεν πρέπει να ξεχνούν την ήττα του 1897. Κι αν παρ’ όλα αυτά έπρεπε κάπου να δώσουν σημασία, ήταν στους αγώνες των Ελλήνων της Κρήτης κι όχι στη Μακεδονία, που ήταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστη γη.

Απελπισμένος ο έλληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ευγενειάδης, εκμυστηρευόταν στον Π. Αργυρόπουλο: “Να σχηματίσωμεν σώματα εις την Ελλάδα είναι ανωφελές, διότι οι Παλαιοελλαδίται δεν γνωρίζουν τον τόπο. Να τα σχηματίσωμεν με εντοπίους; δεν είναι κατάλληλοι διά ένοπλον αγώνα. Οι πιο θαρραλέοι είναι απογοητευμένοι. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει υλικόν, ούτε έδαφος προς δράσιν”.3

Όπως γράφει δε ο Αλέξανδρος Κοντούλης, στις ανέκδοτες αναμνήσεις του για τα συγκεκριμένα γεγονότα, ο τότε πρόεδρος της κυβέρνησης Γεώργιος Θεοτόκης “δεν επίστευεν εις τίποτε, φρονών ότι όσοι εργαζόμεθα επί του εθνικού εκείνου εδάφους [: της Μακεδονίας] ήμεθα τρελλοί”.4

Η συνεχής πίεση των εθνικιστών οδήγησε τελικά το Θεοτόκη στην απόφαση συγκρότησης μιας ένοπλης ομάδας υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών. Αποστολή της ομάδας ήταν η μυστική περιοδεία στη δυτική Μακεδονία, στα μέρη που είχε ξεσπάσει τον Ιούλιο του 1903 η επανάσταση του Ίλιντεν και η επί τόπου μελέτη της κατάστασης, για τη σύναξη των αναγκαίων πληροφοριών προς λήψη αποφάσεων. Πετύχαμε έτσι, σημειώνει ο Κοντούλης, “ενοχλούντες διηνεκώς και καταλλήλως τον Θεοτόκη να θελήση ν’ απαλλαγή ημών, οίτινες τω εγενόμεθα ως εκ τούτου πάρα πολύ φορτικοί”.

Με εντολή του υπουργού Εξωτερικών Ρωμάνου, αρχηγός της αποστολής ανέλαβε ο λοχαγός Αλέξανδρος Κοντούλης, ο οποίος είχε και την ευθύνη επάνδρωσης του σώματος. Ο Κοντούλης διάλεξε να πάρει μαζί του τους αξιωματικούς Αναστάσιο Παπούλα, Γεώργιο Κολοκοτρώνη και Παύλο Μελά.5

Εδώ αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες. Ο Ρωμάνος θεωρεί τον ανθυπολοχαγό Μελά φανατικό, που μπορεί να παρασύρει τους άλλους “σε παρακεκινδευμένα πράγματα”. Ο Μελάς δεν θέλει το λοχαγό Παπούλα, επειδή είναι αρχαιότερος του Κοντούλη και ίσως διεκδικήσει την ηγεσία. Ο Μελάς πιστεύει επίσης πως ο υπολοχαγός Κολοκοτρώνης “είναι γελοίος και επιζήμιος”. Αλλά και ο Κοντούλης δεν έχει καλή γνώμη για τον Κολοκοτρώνη. Θεωρεί αυτόν “ως μηδεμίαν αξίαν έχοντα”, αλλά ότι τον βάζουν στην αποστολή λόγω του ενδόξου ονόματος που έχει, ως απόγονος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης πάλι βάζει στην αρχή μέσον, τον επιτελάρχη Σαπουντζάκη, για να αποφύγει την αποστολή, μη και “στεναχωρηθή πολύ η μήτηρ του κα Μαρίκα”, αλλά τελικά ανακαλεί και ζητάει συγγνώμη απ’ τον Κοντούλη.

Η αποστολή των τεσσάρων αξιωματικών ήταν απόρρητο μυστικό του υπουργείου Εξωτερικών και του Γενικού Επιτελείου. Δόθηκαν εικονικές άδειες από την υπηρεσία τους (του Μελά λόγου χάρη, για υποθέσεις του στη Τζια) και ψεύτικα νουφούζια (ταυτότητες). Τα νέα τους ονόματα ήταν: Σκούρτης του Κοντούλη, Τάσος του Παπούλα, Πάνος του Κολοκοτρώνη και Ζέζας του Μελά. Οι τέσσερις αξιωματικοί πήραν μαζί τους αντίστοιχα από ένα “συνοδό – βοηθό” (ψυχογιό - ορντινάντσα), τους Ε. Καούδη, Απ. Τράγα, Γ. Δικώνυμο και Γ. Περάκη.

Ο “από μηχανής θεός”, κατά την έκφραση του Κοντούλη, που οδηγούσε τους αξιωματικούς στην άγνωστη για αυτούς Μακεδονία, ήταν ο Μακεδόνας οπλαρχηγός Κώτας, πρώην μέλος του βμρο που είχε εξαγοραστεί από το μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη, για δέκα λίρες το μήνα (συν δύο για κάθε οπαδό του). Ο Κώτας είχε δώσει ομήρους τα δυο παιδιά του, που τα κρατούσαν εσωτερικά στο Λύκειο του εθνικιστή Δέλλιου (ειδικευμένος σε τέτοιες δουλειές). Εκείνες τις μέρες είχε έρθει να δει στην Αθήνα τους γιους του και ανέλαβε να οδηγήσει το σώμα στην περιοχή του, στα Κορέστια της Καστοριάς.

Τον Κώτα ακολουθεί ο ψυχογιός του Σίμος Ιωάννης Γκράτσης από το Άρμενσκο, ο Ηλίας Μήτρου Γκαντούσης ή Σιδέρης από το Ζέλεβο, ο Βασίλης Κόλε Ράμπωφ ή Ράμος από την Όστιμα. Το σώμα δε συμπλήρωναν ο Παύλος Κύρου από το Ζέλεβο (ως κοινός φροντιστής - διερμηνέας) και δύο ακόμα νέοι, γνωστοί του Πύρζα.

Πριν αναχωρήσει το σώμα, οι τέσσερις αξιωματικοί, επισκέφτηκαν μετά από πρόσκληση το διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, που τους μίλησε για τη σπουδαιότητα της αποστολής τους.

Στις 29/2/1904, όλη η ομάδα βρίσκεται στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στο χωριό Βελεμίστι, όπου κι αρχίζει η προσπάθειά της να περάσει τα σύνορα. Το βράδι της 29/2 προς 1/3, αρχίζει η πορεία προς το σταθμό της Ασπροκλησιάς, με οδηγό “έναν ηλίθιο λοχία”, σύμφωνα με τα λόγια του Μελά, που δεν μπορούσε να βρει τον προορισμό του. Η πορεία γίνεται μέσα σε δάση βελανιδιάς, με απότομες ανηφόρες και κατηφόρες και συχνές πτώσεις ανδρών. Οι άνδρες παρουσιάζουν μια κωμική εικόνα, η οποία μοιάζει με οτιδήποτε άλλο παρά με σώμα ανταρτών.

Γράφει για τη φοβερή αυτή πορεία ο Παύλος Μελάς στη γυναίκα του Ναταλία: […] “αίφνης χάνω τον Κολοκοτρώνη από εμπρός μου. Έπεσε εις ένα χανδάκι αρκετά βαθύ. Τον βλέπω αγωνιζόμενον κωμικώτατα υπό το αδιάβροχον και το φορτίον του να σηκωθή. Δε βαστώ εις τα γέλια, αλλ’ αίφνης χάνω την ισορροπίαν μου και πέφτω και εγώ μέσα […] αίφνης πέφτει και ο καπετάν Σκούρτης (Κοντούλης) από ένα μικρόν κρημνόν και μένει κρεμασμένος από το ένα πόδι”.6

Μια βδομάδα θα χρειαστεί για να περάσει τα σύνορα, το ελληνικό σώμα! Έξω από τα επιτελικά γραφεία τους, οι αξιωματικοί είναι όπως το ψάρι στη στεριά. Το άγχος για τα χάλια που παρουσιάζουν κάνει το Μελά να γράψει στις 8/3/1904 στη Ναταλία: “[…] έπρεπε να δείξωμεν και εις τους άνδρας μας και εις τους μεθ’ ημών Μακεδόνας, ότι δεν είμεθα καπεταναίοι του γλυκού νερού”.7

Για του λόγου το ψευδές, δυο μέρες μετά, ο Μελάς διηγείται το νέο πάθημα του υπολοχαγού Κολοκοτρώνη, κατά την προσπάθειά του να περάσει το Βενέτικο Ποταμό: “[…] ακούω τον Κολοκοτρώνη να με φωνάζει. Γυρίζω και βλέπω τον καημένον τον Γώγο - Πάνον (όπως αυτοκαλείται) φαρδύν πλατύν μέσα εις τον ποταμόν και από πάνω του το άλογον […] ένα χέρι του και ένα πόδι ευρίσκοντο υπό το άλογο. Του ήτο επομένως αδύνατον να βοηθηθή μόνος του. Το κεφάλι του μόνον εξείχεν ακόμη από το νερό. Η όψις του ήτο ψύχραιμη, όπως πάντοτε, τόσον όμως ήτο το σύνολον του κωμικόν, ώστε δεν ημπόρεσα να κρατήσω τα γέλια πριν τον βοηθήσω”.8

Το ελληνικό σώμα μπαίνει στις 13 Μαρτίου στον καζά Καστοριάς και λημεριάζει στο βουνό έξω από το Μπογκάτσκο, στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Στις 15/4 βρίσκεται στη μονή του Αγίου Νικολάου Τσιρίλοβου και το βράδι 15 προς 16 αρχίζει το, κατά Κοντούλη, “επικίνδυνον έργον της περιοδείας ανά την περιφέρειαν Κορεστίων”.9

Πρώτος σταθμός τη νύκτα εκείνη, είναι το νεκροταφείο του μακεδόνικου χωριού Σεστέοβο, όπου συναντούν τη χήρα του Γιανάκου Στάνσκου (πρώην οπαδού του Κώτα που σκότωσαν οι αυτονομιστές). Εδώ οι έλληνες αξιωματικοί προσπαθούν να δείξουν ένα καλό πρόσωπο και μοιράζουν χρήμα στους φτωχούς αγρότες. Δίνουν δυο λίρες στη χήρα, ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη. “Φαντάσου”, γράφει με έκπληξη το πλουσιόπαιδο ο Μελάς, “ότι κανείς εδώ δεν έχει λίρα να χαλάση”.10

Στη συνέχεια περνούν απ’ το κατεστραμμένο μακεδονικό χωριό Τσερνόβιστα, που κάηκε στο Ίλιντεν “καθ’ ολοκληρίαν από τους Τούρκους”, και φτάνουν τα ξημερώματα στο Γκάμπρες.

Στο Γκάμπρες [Gabreš]11, οι Κολοκοτρώνης και Μελάς συνεχίζουν να μοιράζουν χρήματα: ένα χρυσό Πεντόφραγκο και δυο μετζίτια. Ο Μελάς συνειδητοποιεί πως “οι γυναίκες δεν γνωρίζουν λέξιν ελληνικά”, γι’ αυτό και τους καλησπερίζουν λέγοντας ´ντόμπρο βέτσερ”.12

Το απόγευμα οι αξιωματικοί μαζεύουν δώδεκα προύχοντες κι αρχίζουν να τους βγάζουν διαδοχικά λόγους. Ο φλωρινιώτης Λάκης Πύρζας κάνει το διερμηνέα. Ο Κώτας, σύμφωνα πάντα με το Μελά, “ζωηρότατα, ευγλωττότατα και πειστικώτατα […] ωμίλησε μακεδονικά”.13

Στις 17 Μαρτίου βρίσκονται όλοι στο χωριό του Κώτα, τη Ρούλια [Rulja]14. Τους υποδέχονται οι δέκα ένοπλοι του Κώτα κι ο υπαρχηγός Στογιάνης. Ο Μελάς καταλαβαίνει ότι κι εδώ, “καμία γυναίκα δεν ομιλεί ελληνικά”. Ο δάσκαλος στο σχολείο βάζει, για να ευχαριστήσει τους αξιωματικούς, τα παιδιά να πουν ένα ελληνικό τραγούδι, αλλά “δεν εννοήσαμε - συνεχίζει ο Μελάς - αν η γλώσσα ήτον μακεδονική ή η ελληνική”.15

Ο Λάκης Πύρζας, στο λογοκριμένα δημοσιευμένο (από το γαμπρό του Παπασταμάτη) ημερολόγιο, εξομολογείται πως, όσο έλειπε ο Κώτας στην Αθήνα, η ομάδα του είχε ληστέψει έναν Εβραίο της Καστοριάς και οι “αξιωματικοί εξέφρασαν την δυσαρέσκειάν των διά το συμβάν του Εβραίου”.16 Σημειώνει επίσης ότι “επειδή οι αξιωματικοί δεν ηδύναντο να συνεννοούνται με τους χωρικούς εγώ χρησίμεβα και ως διερμηνεύς”.17

Ο Μελάς σημειώνει πως και στη Ρούλια μοιράζουνε χρήμα. Ο Κοντούλης, που επισκέπτεται το σπίτι ενός αγρότη, τραυματισμένου από ατύχημα, “άφηκε τρία μετζίτια […] ποσόν κολοσσιαίον διά τους χωρικούς”.18 Ο Μελάς εξηγεί στους συγκεντρωμένους κατοίκους την ελληνική θέση ως προς την οθωμανική αυτοκρατορία και τον αγώνα των επαναστατών: “Λέγομεν ότι δεν θέλομεν επανάστασιν”.19

Το Σάββατο 20 Μαρτίου, το ελληνικό σώμα βρίσκεται στην Όστιμα [Oštima]20. Ο Μελάς προσπαθεί να μάθει λίγα μακεδόνικα, για να μιλήσει στους κατοίκους και να τους δωροδοκήσει: “Έμαθα, γράφει, και ολίγας μακεδονικάς λέξεις, που λέγω εις τας γυναίκας και μητέρας προ πάντων […] μια πενταρούλα εδώ, ένα σεκέρι εκεί, ένας καλός λόγος, ένα φιλάκι στα παιδιά, προσελκύουν αμέσως τους γονείς”.21

Από την Όστιμα, ο Μελάς γράφει με δέος για τον επαναστάτη Γιάγκωφ από το χωριό Ζαγκορίτσανη. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μελά, ο Γιάγκωφ έχει “φαρμακώσει” τη συνείδηση των κατοίκων της περιοχής με τη διδασκαλία ότι οι Μακεδόνες “αποτελούν ένα σύνολον χωριστόν από όλα τα άλλα έθνη”.22

Επόμενος σταθμός τους, στις 21/3, είναι το Ζέλεβο [Želevo]23, προπύργιο των πατριαρχικών στη ζώνη Πρέσπας - Κορεστίων. Στο Ζέλεβο το σώμα χωρίζεται. Μια ομάδα με τον άρρωστο από κρυολόγημα Παπούλα και τον Κολοκοτρώνη μένει εκεί και μια δεύτερη με τους Κοντούλη, Μελά, Περάκη, Καούδη, Πύρζα, Κώτα και οκτώ άντρες του τελευταίου, φεύγουν το βράδι 21 προς 22/3 για το χωριό Όροβνικ [Orovnik]24, στη λίμνη Βερντόκ (Μικρή Πρέσπα).

Στο Όροβνικ, η ομάδα μένει δυο μέρες και συναντάει αγρότες των γύρω χωριών. Τη Μεγάλη Δευτέρα (22/3) φτάνει “ένας γέρος δραγάτης, βρώμικος, ελεεινός, μισότρελος, ρακένδυτος”, πράκτορας του έλληνα υποπρόξενου στο Μοναστήρι Ίωνα Δραγούμη. Φέρνει στους αξιωματικούς την εξής κρυπτογραφική επιστολή: “Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Όπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον να επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον”.25 Η ομάδα επιστρέφει στις 24/3 στο Ζέλεβο και τη Μεγάλη Πέμπτη (25/3) ο Μελάς φεύγει στα Μπίτολα, για να επιστρέψει, μέσω Θεσσαλονίκης, στην Ελλάδα.26

Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντική η μαρτυρία του Γ. Δικώνυμου (μετέπειτα καπετάν Μακρή). Μας πληροφορεί λοιπόν ότι πριν φύγει ο Μελάς έγινε στο Ζέλεβο συμβούλιο των αξιωματικών για να προτείνουν μέτρα στην ελληνική κυβέρνηση. Οι Κοντούλης και Μελάς είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι οι επαναστατικές τσέτες των Μακεδόνων και η Εξαρχία μπορούν να αντιμετωπισθούν με μισθοφορικές ομάδες που θα σχηματιστούν στη Μακεδονία. Αλλά οι Παπούλας και Κολοκοτρώνης δεν πίστευαν ότι οι ντόπιοι, έστω και με χρυσάφι, θα μπορούσαν να δουλέψουν ουσιαστικά για τα ελληνικά συμφέροντα. Αντίθετα υποστήριζαν αυτό που και έγινε τελικά τα επόμενα χρόνια, δηλαδή να “έρθουν σώματα ισχυρά από την Ελλάδα για να χτυπήσουν”.27

Ο Μακρής δίνει όμως και μία ακόμα χαρακτηριστική πληροφορία. Η ομάδα του Κώτα διασπάστηκε εξ αιτίας της προσχώρησης του τελευταίου στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους. Δέκα άντρες έφυγαν και πήγαν στο Μήτρο Βλάχο: “Οι άντρες του [Κώτα], που είχαν μείνει στη Μακεδονία, μόλις είδαν τους αξιωματικούς τον εγκαταλείψανε λέγοντας ότι αυτοί δεν μπορούν να εργαστούν μ’ Έλληνες”.28

Οι αξιωματικοί (πλην του Μελά που αναχώρησε για την Ελλάδα) και οι συνοδοί τους φεύγουν από το Ζέλεβο στις 29/3, δεύτερη μέρα του Πάσχα. Με νυκτερινές πορείες, έχοντας ντόπιους αμειβόμενους οδηγούς, επισκέπτονται τα μακεδόνικα χωριά Νέρεντ [Nered]29, Λάγκινο [Lagino]30, Σρέμπρενο, και τα αρβανιτοχώρια Μπελκαμένη [Belkameni]31, Νεγκόβανη και Λέχοβο.

Στο Λέχοβο μένουν δέκα περίπου μέρες και γνωρίζουν από κοντά το στενό συνεργάτη του μητροπολίτη Καραβαγγέλη και των Οθωμανών καπετάν Βαγγέλη. Ο Λάκης Πύρζας θυμάται σχετικά: “Οι αξιωματικοί ωμίλησαν αρκετά με τον Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης τους είπεν ότι είναι πρόθυμος να τεθή υπό τας διαταγάς των αξιωματικών, δηλαδή ή να τους ακολουθήση ή να παραμείνη ως οδηγός των τουρκικών στρατευμάτων”.32

Από το Λέχοβο μεταβαίνουν στο ελληνοχώρι Μπογκάτσκο όπου ο Κοντούλης συντάσσει την έκθεση προς την ελληνική κυβέρνηση, με τα συμπεράσματα των αξιωματικών από την περιοδεία τους στη δυτική Μακεδονία. Η έκθεση αυτή, με ημερομηνία 16/4/1904, παραμένει μέχρι σήμερα αδημοσίευτη. Αντίγραφό της βρίσκεται στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, από όπου αντιγράφουμε ορισμένα ενδιαφέροντα αποσπάσματα.33

Για τον προαναφερόμενο καπετάν Βαγγέλη, το “μακεδονομάχο ήρωα” των ελλήνων ιστορικών, διαβάζουμε πως “ούτος κατάδικος ων εν ταις φυλακαίς Χαλκίδος, απέδρασεν αυτών έχων να εκτίση υπόλοιπον ποινής δέκα ετών και ότι ηδυνήθη ως εκ της μετά του τουρκικού στρατού κοινοπραξίας του να γίνη γνωστός”. Μαθαίνουμε επίσης πως οι αξιωματικοί του έκαναν πρόταση συνεργασίας με ελεύθερη επιλογή του να συνεχίσει αν θέλει τις σχέσεις του με τους Οθωμανούς, προς δε την κυβέρνηση γίνεται πρόταση να του δοθεί χάρη για το υπόλοιπο της ποινής του.

Για το παρελθόν του Κώτα μαθαίνουμε πως παλαιότερα που ήταν με τους επαναστάτες του ΒΜΡΟ “επολέμησε γενναίως κατά του τουρκικού στρατού, μη διακρίνων ορθόδοξους και σχισματικούς, βλέπων δε μίαν χριστιανικήν αδελφότητα και μίαν Μακεδονίαν”. Μετά όμως την εξαγορά του από τον Καραβαγγέλη και την πρόσθετη μισθοδοσία του από τους έλληνες αξιωματικούς, με μηνιαίο μισθό “ουχί κατώτερον των δέκα οθωμανικών λιρών”, αλλάζει γνώμη και υποστηρίζει ότι σημαντικότερο όλων είναι “η επαναφορά των σχισματικών εις την ορθοδοξίαν”.

Λόγος στην έκθεση γίνεται ακόμα για το μακεδόνα επαναστάτη Γιάγκωφ, στον οποίο αναφέρεται κι ο Μελάς. Οι έλληνες αξιωματικοί ενημερώνουν την κυβέρνησή τους λοιπόν ότι ο Γιάγκωφ “αφήκε αρίστας εντυπώσεις, πάντες δε αναφέρουν το όνομα αυτού μετ’ ευλαβείας”. Με τη διδασκαλία του καλλιεργούσε “Μακεδονικήν συνείδησιν ανεξάρτητον πάσης άλλης φυλής” και κατάφερε “να χαράξη εις τους Μακεδόνας τας γενικάς περί αυτονομίας ιδέας”.

Σχετικά με τις δαπάνες των 45 περίπου ημερών της περιοδείας διαβάζουμε πως ξόδεψαν “το ποσόν των τετρακοσίων λιρών”! Έχουν όμως καβάντζα άλλες τριακόσιες για ώρα ανάγκης.

Άποψη των αξιωματικών είναι πως η οργάνωση του αγώνα κατά των εξαρχικών Μακεδόνων πρέπει να στηριχθεί κυρίως σε δυνάμεις πατριαρχικών μισθοφόρων. Όπλα, πυρομαχικά και λίρες στους προαναφερόμενους και επικουρικά ορισμένες επίλεκτες δυνάμεις από την Ελλάδα, είναι η τελική επίσημη πρόταση που υπογράφουν οι Κοντούλης, Παπούλας και Κολοκοτρώνης.

Ας ξαναδώσουμε όμως το λόγο στο Λάκη Πύρζα για να δούμε το άδοξο τέλος αυτής της αποστολής: “Προτού υπογράψουν την έκθεσιν ο Παπούλας και ο Πάνος [Κολοκοτρώνης], ο μεν πρώτος έγραψεν [κρυφά] γράμματα προς τον Σαπουντζάκην [επιτελάρχη] ότι δεν είναι δυνατόν εν Μακεδονία να γίνη εργασία, ότι παντού υπάρχουν προδόται κτλ. Επειδή ο Παπούλας δεν είναι δυνατός εις τον κάλαμον του διώρθωνεν τα λάθη ο Γ. Πάνος και πολλά του υπαγόρευεν. Ο δε Γ. Πάνος έγραψεν [κι αυτός κρυφά] γράμματα προς τον Λεβίδην τότε υπουργόν”.34

Ο Πύρζας ήταν “γνώστης όλης αυτής της κωμωδίας”, η οποία οδήγησε στην ανάκληση των αξιωματικών επειγόντως στην Αθήνα.35

Ο Κοντούλης σε μεταγενέστερες αναμνήσεις του (1926) που βρίσκονται στο αρχείο Στ. Δραγούμη,36 σημειώνει πως στις 8 Μαΐου που φτάνει στην Αθήνα, επισκέπτεται το γέροντα Στέφανο Δραγούμη, ο οποίος τον πληροφορεί “ότι εις των συντρόφων [αξιωματικών] έγραψεν εις Αθήνας ότι δεν υπάρχει χειρότερος λαός των Μακεδόνων, ότι ευρισκόμεθα μεταξύ προδοτών, ότι μας εδέχθησαν δυσμενέστατα κλπ. κλπ.” Ο Δραγούμης του έδειξε για να μην αμφιβάλλει αντίγραφο της επιστολής Κολοκοτρώνη που έφτασε μέσω Λεβίδη στον πρωθυπουργό Θεοτόκη. Του είπε επίσης πως άλλη παρόμοια επιστολή του Παπούλα έφτασε μέσω Σαπουντζάκη στο διάδοχο Κωνσταντίνο.

Στις 24 Μαΐου ο ίδιος ο Θεοτόκης έδειξε στον Κοντούλη την έκθεση “ην υπέβαλον αυτώ οι κ.κ. Παπούλας και Κολοκοτρώνης, καθ’ ην οι Μακεδόνες δεν θα εδέχοντο όπλα προς άμυναν κλπ.”.  Έγινε μάλιστα γνωστό πως οι δύο αξιωματικοί “υπέγραψαν την έκθεσιν του Κοντούλη εξ ανάγκης διά να μην μονομαχήσουν” εις ξένον έδαφος.37

Τελικά η μονομαχία που δεν έγινε στη Μακεδονία πραγματοποιείται στις 28 Μαΐου στην Αθήνα μεταξύ του Μελά και του Κολοκοτρώνη. Ο Μελάς λαμβάνει ικανοποίηση για την απόπειρα “καταστροφής των εθνικών ονείρων του”, πληγώνοντας τον Κολοκοτρώνη ελαφρά στο μηρό.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως η άποψη των Παπούλα - Κολοκοτρώνη, που θεωρούσαν μάταιη κάθε απόπειρα στήριξης στους ντόπιους Μακεδόνες για τη διεξαγωγή του σχεδιαζόμενου ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα, έγινε τα επόμενα χρόνια η επίσημη πολιτική. Ο δε Παύλος Μελάς ήταν ο πρώτος που υλοποίησε το σχέδιο των αντιπάλων αξιωματικών, ότι δηλαδή ο αγώνας στη Μακεδονία για την επαναφορά των εξαρχικών στο Πατριαρχείο έπρεπε κατά κύριο λόγο να στηριχθεί σε σώματα σταλμένα από την Ελλάδα υπό την ηγεσία ελλήνων στρατιωτικών.38

1 Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Зора (τεύχος 7, Απρίλιος 1995, σ. 19-22).

2 Περικλής Αργυρόπουλος, Ο μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, στο: Ο μακεδονικός αγώνας - απομνημονεύματα, ιμχα, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 20 - 21.

3 Αργυρόπουλος, σ. 9 - 10.

4 Αλέξανδρος Κοντούλης, Η κατά το έτος 1904 στρατιωτική αποστολή εν Μακεδονία, Δυρράχιο 25/3/1926, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, υποφακ. 201.2, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.

5 Ο Αναστάσιος Παπούλας, με επιστολή του στις 26/6/1930 προς τον Ραδίση, εκδότη του περιοδικού Μακεδονικός Αγών, διαψεύδει τον ισχυρισμό του Κοντούλη, ότι υπήρξε αρχηγός της αποστολής. Γράφει σχετικά: “Κατόπιν σχετικής εισηγήσεως της τότε Ανωτάτης Διοικήσεως του Στρατεύματος προς την Κυβέρνησιν Θεοτόκη, εκλήθην τηλεγραφικώς εκ Πατρών εις Αθήνας, όπου μ’ ανετέθη η Διοίκησις της αποστολής Αξιωματικών εις την Μακεδονίαν […] Το ότι δε, είναι όχι μόνον τούτο ακριβές, αλλά και επισήμως εξηκριβωμένον είναι ότι αι διαταγαί της τότε Κυβερνήσεως, όσον και αι πληροφορίαι των Προξένων και άλλων παραγόντων προς εμέ και μόνον διεβιβάζοντο ως Αρχηγόν της αποστολής”. Βλ. Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φάκελος 6, Γ.Α.Κ.

6 Ναταλία Μελά, Παύλος Μελάς, Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Β΄ έκδοσις, Αθήνα 1964, σ. 202.

7 ό.π., σ. 215.

8 ό.π., σ. 218.

9 Κοντούλης, υποφακ. 201.2.

10 Μελά, σ. 246.

11 Gabreš. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 455 κατοίκους και ο Brancoff 600. Το χωριό προσχώρησε στο σύνολο του στην Εξαρχία το 1903 [Εκκλησιαστική Αλήθεια]. Το 1913 απογράφονται 648 άτομα, το 1920, 112 οικογένειες - 509 άτομα, και το 1928, 405 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 88 σλαβόφωνες οικογένειες, οι οποίες θεωρούνται όλες δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 340 σλαβόφωνους μη ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 447 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Γάβρος.

12 ό.π., σ. 239.

13 ό.π.,, σ. 241.

14 Rulja ή Rula. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 500 κατοίκους και ο Brancoff, 600. Το χωριό παραμένει εξαρχικό καθ’ όλη τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα [Εκκλησιαστική Αλήθεια και έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 572 άτομα, το 1920, 107 οικογένειες - 504 άτομα, και το 1928, 491 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 120 σλαβόφωνες οικογένειες, 70 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 619 σλαβόφωνους, από τους οποίους 200 θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 150 ελληνικής και 269 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 218 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Κώτας.

15 Μελά, σ. 244.

16 Πάνος Παπασταμάτης, Ο οπλαρχηγός καπετάν Λάκης Πύρζας, περιοδικό Αριστοτέλης, τ. 20, Φλώρινα 1960, σ. 33.

17 ό.π., σ. 34.

18 Μελά, σ. 246.

19 ό.π., σ. 250.

20 Oštima ή Ostima ή Oščima. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 384 κατοίκους και ο Brancoff 560. Το χωριό περνάει στην εξαρχία το 1899 [Εκκλησιαστική Αλήθεια] και παραμένει εξαρχικό καθ’ όλη τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 520 άτομα, το 1920, 89 οικογένειες - 406 άτομα, και το 1928, 421 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 104 σλαβόφωνες οικογένειες, 24 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 508 σλαβόφωνους, 300 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 70 ελληνικής και 138 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται μόνο 56 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Τρίγωνον.

21 Μελά, σ. 253.

22 ό.π., σ. 253.

23 Želevo ή Želova ή Zelovo ή Želin. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 1.250 κατοίκους και ο Brancoff 1.760, όλους πατριαρχικούς. Το χωριό, που στην αρχή του αντιμακεδονικού αγώνα θεωρείται προπύργιο ελληνιζόντων, περνάει το 1904 κατά το ήμισυ στην Εξαρχία. [Εκκλησιαστική Αλήθεια και έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 1.415 άτομα, το 1920, 245 οικογένειες - 1.262 άτομα, και το 1928, 1.136 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 270 σλαβόφωνες οικογένειες, 100 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 1.345 σλαβόφωνους, 500 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 700 ελληνικής και 145 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 1.047 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Ανταρτικόν.

24 Orovnik. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Μοναστηρίου. Ο Кънчов δίνει 150 κατοίκους και ο Brancoff 200, όλους πατριαρχικούς. Το χωριό περνάει στην Εξαρχία το 1903 (;) [Εκκλησιαστική Αλήθεια]. Το 1913 απογράφονται 222 άτομα, και το 1920, 244. Ο Милојевић καταγράφει 30 μακεδονικά σπίτια. Το 1928 απογράφονται 226 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 46 σλαβόφωνες οικογένειες, 37 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 417 σλαβόφωνους, 200 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 67 ελληνικής και 150 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται μόνο 107 άτομα. Το 1920 μετονομάστηκε Καρυαί.

25 Μελά, σ. 261.

26 Την ίδια μέρα, φτάνουν στο Ζέλεβο, από το προξενείο Μοναστηρίου, 300 λίρες για τους έλληνες αξιωματικούς, προκειμένου να στρατολογήσουν μισθοφόρους και να εξαγοράσουν συνειδήσεις. Βλ. Προξενείο Μοναστηρίου, 25/3/1904, έγγραφο 316.

27 Μακρής, σ. 86.

28 ό.π., σ. 86.

29 Nered ή Neret. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 1.950 κατοίκους και ο Brancoff 2.336. Πριν το 1908, προσχωρούν στο πατριαρχείο οκτώ οικογένειες [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 2.075 άτομα, το 1920, 401 οικογένειες - 1.606 άτομα, και το 1928, 1.697 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 380 σλαβόφωνες οικογένειες, 330 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 1639 σλαβόφωνους, 1.100 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 239 ελληνικής και 300 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 932 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Πολυπόταμον.

30 Lagino ή Lagjen ή Lagen. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 520 κατοίκους και ο Brancoff 504, όλους πατριαρχικούς. Το χωριό περνάει, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα στην Εξαρχία [Εκκλησιαστική Αλήθεια και έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 560 άτομα, και το 1920, 466. Ο Милојевић καταγράφει 100 μακεδονικά σπίτια. Το 1928 απογράφονται 492 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 120 σλαβόφωνες οικογένειες, 90 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 450 σλαβόφωνους, 350 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 50 ελληνικής και 50 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 265 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Τριανταφυλλέα.

31 Belkameni ή Bel Kamen. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов και ο Brancoff δίνουν 660 κατοίκους, από τους οποίους 560 είναι Αλβανοί και 100 Βλάχοι. Η Πατριαρχική Στατιστική δίνει 230 πατριαρχικές και 5 ρουμανίζουσες οικογένειες. Το 1913 απογράφονται 1.364 άτομα και το 1920, 770 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 200 χριστιανικά σπίτια, 50 αλβανικά και 150 βλάχικα. Το 1928 απογράφονται 752 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 150 οικογένειες, 30 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων ρουμανικών και 10 δεδηλωμένων αλβανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το σχολικό έτος 1939 - 1940, το μειονοτικό ρουμάνικο σχολείο του χωριού είχε 29 μαθητές [Αρχείο Ι. Μεταξά]. Το 1945 καταμετρούνται 981 άτομα, 100 από τα οποία θεωρούνται ρουμανίζοντες [Στατιστική 1945]. Στην απογραφή του 1951, το χωριό καταγράφεται εξ ολοκλήρου εγκαταλειμμένο (προσωρινά). Το 1928 μετονομάστηκε Δροσοπηγή.

32 Παπασταμάτης, σ. 36.

33 Φακ. 201.1.

34 Παπασταμάτης, σ. 37.

35 Στις 25 Απριλίου, ο Σκούρτης (Κοντούλης) στέλνει επείγον μήνυμα στο προξενείο Μοναστηρίου, στο οποίο γράφει: “Η σύμπνοια μεταξύ των μελών της αποστολής ημών διεταράχθη, ώστε εκ της επί πλέον κοινοπραξίας είνε πιθανόν να προκύψη ζημία. Είνε ανάγκη ν’ ανακληθώ εις Αθήνας. Παρακαλώ να φροντίσητε την ανάκλησίν μου, ει δυνατόν, τηλεγραφικώς”. Βλ. Προξενείο Μοναστηρίου, συνημμένο στο έγγραφο 453, 25/4/1904.

36 Αλέξανδρος Κοντούλης, Τα μετά την επάνοδον εκ Μακεδονίας εις Αθήνας κατά το έτος 1904, φακ. 201.2.

37 Παπασταμάτης, σ. 43.

38 Douglas Dakin, Ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία 1897 - 1913, μετάφραση Γ. Στεφανίδη - Ξ. Κοτζαγεώργη, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 239.