Skip to main content

5. Η σύλληψη του Κώτα

 

Η σύλληψη του Κώτα1

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Τις τελευταίες μέρες της παραμονής των ελλήνων αξιωματικών στη Δυτική Μακεδονία, την άνοιξη του 1904, κι ενώ είχαν έρθει μεταξύ τους σε ρήξη λόγω των διαφορετικών εκτιμήσεών τους για το μέλλον του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα και τις μορφές που αυτός έπρεπε να πάρει, άνοιγε το κεφάλαιο της προδοσίας του καπετάν Κότε ή Κώτα, της ιδιαίτερα αμφιλεγόμενης αυτής προσωπικότητας, που πότε ως μετανιωμένος ντόπιος λήσταρχος συνεργαζόμενος με τους μακεδόνες αυτονομιστές κι άλλοτε ως γκραικομάνος αρμαρτωλός μισθοφόρος, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό με τη δράση του τις εξελίξεις στην περιοχή των Κορεστίων, κατά το διάστημα πριν και μετά το Ίλιντεν.

Δεν υπάρχει έλληνας συγγραφέας που ασχολήθηκε με το λεγόμενο μακεδονικό αγώνα, ο οποίος δεν αφιέρωσε κάποιες σελίδες στο έργο του “σλαβόφωνου Έλληνα” και “μάρτυρα” Κώτα. Ελάχιστοι όμως κάνουν λόγο για τις σκοτεινές λεπτομέρειες της σύλληψής του από τους Οθωμανούς.

Είναι γνωστό πως τον Κώτα εξαγόρασε και συντήρησε, για δυόμισι σχεδόν χρόνια, ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης. Ο Καραβαγγέλης από το Μάϊο του 1902 θεωρούσε πως ο Κώτας ήταν “τυφλό όργανό” του.2 Ο Κώτας εξασφάλιζε τον έλεγχο των Κορεστίων, πίεζε όμως συνέχεια το μητροπολίτη για χρήματα προς συντήρηση της μισθοφορικής ομάδας του.3

Το ελληνικό προξενείο στο Μοναστήρι δεν είχε εμπιστοσύνη στον Κώτα, κάνοντας ωστόσο την ανάγκη φιλοτιμία, έδειχνε σ’ αυτόν φιλικές διαθέσεις.

Τα ελληνικά συμφέροντα ωθούσαν τον πρόξενο Πεζά σε ανοχή προς τους μισθοφόρους του Κώτα και ταυτόχρονα σε μυστική συνεργασία με τους Οθωμανούς.4 Ο Ίων Δραγούμης θεωρούσε τον Κώτα σχετικά καλό αλλά ελλείψει του απόλυτα καλού καπετάνιου, τον θεωρούσε σανίδα σωτηρίας κατά των απόλυτα κακών επαναστατών.5

Το τελευταίο κεφάλαιο της δράσης του Κώτα, αυτό που τελειώνει με τη σύλληψή του, αρχίζει στην περιοχή Μουρικίου νοτιοανατολικά της Καστοριάς, στα ελληνοχώρια Λόσνιτσα [Lošnica]6 και Μπογκάτσκο [Bogacko]7. Εκεί, στις 25 Απριλίου 1904, οι έλληνες αξιωματικοί δίνουν χρήματα στον Κώτα για να βρει ντόπιους μισθοφόρους και να εκτελέσει την υπόσχεσή του προς αυτούς, να εξοντώσει δηλαδή το Μήτρο Βλάχο και την τσέτα του.8 Ο Κώτας αναλαμβάνει αποστολή, την ίδια μέρα που ο Κοντούλης ενημερώνει το προξενείο Μοναστηρίου για τη “διαταραχή της σύμπνοιας” μεταξύ των ελλήνων αξιωματικών και ζητά την ανάκλησή του στην Αθήνα.9

Τον Κώτα με τους λίγους που του έχουν απομείνει (ήδη δεκαπέντε άτομα υπό την ηγεσία του Σφέικου τον έχουν εγκαταλείψει)10 και τους τρεις Κρητικούς (Καούδη, Δικώνυμο και Περάκη), οδηγεί στο Λέχοβο ο Χρίστος Αργυράκης.11 Από κει πηγαίνουν στο γειτονικό Σρέμπρενο και παίρνουν μαζί τους άντρες του Βαγγέλη, δίχως τον ίδιο που λείπει στα Μπίτολα. Όλοι μαζί τώρα, περίπου είκοσι πέντε άτομα, ακολουθώντας τη διαδρομή Α. προς Β. στις πλαγιές του όρους Βίτσι, κοντά στα χωριά Μπελκαμένη, Νέρεντ, περνούν δυτικά, στην περιοχή Κορεστίων και λημεριάζουν στο δάσος πάνω από τα χωριά Όστιμα και Τίρνοβο.12

Στις αρχές του Μάη η ομάδα του Κώτα μπαίνει στο μακεδόνικο χωριό Τίρνοβο [Tirnovo]13 και δέρνει μέχρι θανάτου τον εξαρχικό δάσκαλο.14 Ο Μήτρος Βλάχος, που ηγείται μιας επαναστατικής μακεδονικής τσέτας σαράντα ενόπλων, στέλνει μήνυμα στον Κώτα και τον καλεί να συναντηθούν μόνοι, με “μπέσα για μπέσα”.15 Η συνάντηση δεν είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί καθώς οι δυο άντρες είναι παλιοί φίλοι και επιπλέον αδελφοποιτοί (βλάμηδες). Σαν τόπος ορίζεται το μακεδόνικο χωριό Όστιμα. Ο Κώτας αφήνει την ομάδα του, που αγνοεί το γεγονός, έξω από το χωριό και εισέρχεται κάποια βραδιά του Μάη στην Όστιμα, για να συλλέξει τάχα πληροφορίες περί του Βλάχου. Παίρνει μαζί του μόνο τον ψυχογιό του Σίμο Στογιάν και πηγαίνει στο σπίτι όπου είναι το προκαθορισμένο ραντεβού.16 Ο Κώτας κουβεντιάζει για ώρες με το Μήτρο Βλάχο. Ο δεύτερος τον καλεί να σταματήσει την αντιμακεδονική δράση του και να επανέλθει στις τάξεις των επαναστατών. Του υπόσχεται να αναλάβει βοεβόδας των Πρεσπών. Ο Κώτας ζητάει και παίρνει προθεσμία απάντησης ως το Σεπτέμβριο.17 Γυρίζει (με το Σίμο) στην ομάδα και αντιμετωπίζει την οργή του Καούδη, για την πολύωρη καθυστέρηση επιστροφής. Κρατά όμως μυστική τη συνάντησή του με το Βλάχο.

Το επόμενο βράδι, βρίσκουν κατάλυμα στο μακεδόνικο χωριό Ρούλια, την πατρίδα του Κώτα. Οι Περάκης - Μακρής κατηγορούν ανοιχτά τον Κώτα, πως δεν κρατά την υπόσχεσή του στους έλληνες αξιωματικούς, να κυνηγήσει το Βλάχο. Ο Κώτας παρά τις δικαιολογίες και τις γαλιφιές δεν καταφέρνει να τους αλλάξει τη γνώμη. Κατορθώνει όμως να πείσει τον τρίτο Κρητικό, το Θύμιο Καούδη, ο οποίος παίρνει το μέρος του ερχόμενος αντιμέτωπος με τους συμπατριώτες του. Οι Περάκης - Μακρής φεύγουν τελικά εξαγριωμένοι παίρνοντας μαζί τους και τους άντρες του Βαγγέλη. Το ίδιο βράδι πηγαίνουν στο Ζέλεβο, όπου βρίσκουν τον Παύλο Κύρου και του διηγούνται τα συμβάντα. Με οδηγό τον τελευταίο, φεύγουν από τα Κορέστια και μέσω Μπελκαμένης καταλήγουν στη μονή Αγ. Νικολάου Τσιρίλοβου, ανατολικά της Καστοριάς.18

Οι μισθοφόροι του Βαγγέλη επιστρέφοντας στα λημέρια τους μαθαίνουν τα κακά γι’ αυτούς μαντάτα, το θάνατο του αρχηγού τους. Ο Βαγγέλης Στρεμπενιώτης, ο μισθοφόρος του Καραβαγγέλη και οδηγός των οθωμανικών στρατιωτικών αποσπασμάτων, γυρίζοντας απ’ το Μοναστήρι όπου είχε πάει για να αποφυλακίσει (με τη μεσολάβηση του βαλή) το Στέργιο Βολιώτη, πέφτει σε ενέδρα μακεδόνων ανταρτών του Αλέξη Τουρούντζεφ19 κοντά στο χωριό Λουμπέτινο [Lubetino]20. Ο Βαγγέλης και ο Στέργιος σκοτώνονται εκεί στις 13 Μαΐου.21

Στη Ρούλια απομένουν με τον Κώτα, οι άντρες του Σίμος Στογιάν, Δημήτρης Νταλίπης, Βασίλης Τσίλες και ο Καούδης. Κάποια μέρα, στα τέλη του Μάη, φτάνει στα Κορέστια από την Καστοριά ο γιος του Νταλίπη, μικρό παιδί, και μεταφέρει κρυφά22 στη μητέρα του ένα μήνυμα ζωής και θανάτου από το μητροπολίτη Καστοριάς. Εκείνη πηγαίνει στον άντρα της και έχει μαζί του και με το Σίμο μια μυστική συνομιλία.23

Τις αμέσως επόμενες μέρες οι Σίμος και Νταλίπης προειδοποιούν με τρόπο τον Καούδη να φύγει το γρηγορότερο γιατί υπάρχει κίνδυνος να τον δολοφονήσει ο Τσίλες. Ο Καούδης φεύγει στο Γκάμπρες και από ’κει ο αδελφός του Νταλίπη τον οδηγεί στη μονή Αγίου Νικολάου Σλίβενης.24

Πίσω στη Ρούλια, οι Σίμος - Νταλίπης ανακοινώνουν στον Κώτα την απόφασή τους να φύγουν προσωρινά και να πάνε στην Αθήνα. Ο Κώτας τους παίρνει τα όπλα κι αυτοί φεύγουν ντυμένοι με χωριάτικα ρούχα. Συναντούν τον Καούδη και μεταβαίνουν μαζί στο χωριό Κοσταράτζα [Kostaratža]25 όπου βρίσκουν τους Περάκη και Δικώνυμο. Εκεί οι τελευταίοι ακούν για πρώτη φορά από το Σίμο, τα όσα ειπώθηκαν στη συνάντηση Μήτρου Βλάχου - Κώτα.26

Στις 27 Μαΐου, ο έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου λαμβάνει μια αινιγματική, σχεδόν ανεξήγητη επιστολή, απ’ τον Καραβαγγέλη σχετικά με τον Κώτα. Ο Καλλέργης έχει ζητήσει, μετά από εντολή του υπουργείου Εξωτερικών, να δώσει ο μητροπολίτης μέσω των πρακτόρων του και για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης, χρήματα στον Κώτα. Ο μητροπολίτης απαντά πως αρκετά έδωσε σ’ αυτόν επί δυόμισι χρόνια, πως τώρα ο Κώτας ζει απελπισμένος και δεν θέλει να εργασθεί, πως σκέφτεται να τον αντικαταστήσει με το Σίμο και πως τελικά ίσως χρειαστεί ακόμα και να πέσει “υπό την σπάθην”.27

Ο Καλλέργης συλλέγει ειδήσεις προκειμένου να ερμηνεύσει τη μεταστροφή του Καραβαγγέλη κατά του Κώτα. Ο καστοριανός τραπεζίτης Τσάκαλης τον πληροφορεί ότι ο μητροπολίτης “μένεα πνέει εναντίον του Κώτε” γιατί ο τελευταίος “ευρίσκεται εις συνεννοήσεις” με τον Κωλέτη.28

Ο Κωλέτης είχε διατελέσει υποδιοικητής Καστοριάς και ήταν, όπως και ο Καραβαγγέλης, στέλεχος της οθωμανικής εξουσίας. Ο μητροπολίτης έμαθε την επικοινωνία Κώτα - Κωλέτη και πίστεψε ότι θα προδοθούν στους Οθωμανούς οι σχέσεις του με την ελληνική κυβέρνηση29, καθώς και τα της πρόσφατης αποστολής του σώματος των ελλήνων αξιωματικών. Για να αποδείξει τη σταθερή πίστη του στην Υψηλή Πύλη και να δικαιολογήσει τα τρία οθωμανικά παράσημα, που είχε λάβει εντός διετίας για την αντιμακεδονική δράση του, αποφασίζει να καταδώσει τον Κώτα. Ο Καραβαγγέλης ανακοινώνει στους Οθωμανούς ότι έχει πληροφορίες για το κρησφύγετό του και προσφέρεται να τους δώσει άνθρωπο της εμπιστοσύνης του που θα τους οδηγήσει στη σύλληψή του.

Ξημερώματα 9 Ιουνίου 1904, ο Κώτας κοιμάται στο σπίτι του στη Ρούλια. Μαζί του βρίσκεται ο Βασίλης Τσίλης (μόνος από τους παλιούς οπαδούς του) και δύο ακόμα άντρες, ο φυγόδικος για φόνο στην Κορυτσά Κώστας Μαλοβέσης και ο πισοδερίτης Λάζαρος Κίζας. Το οθωμανικό απόσπασμα που έρχεται από την Καστοριά σταλμένο από τον Καραβαγγέλη, τους πιάνει στον ύπνο. Οδηγός του αποσπάσματος είναι ο φίλος και συμπολεμιστής του Κώτα, ζελοβίτης Παύλος Κύρου!30

Ο Κώτας μεταφέρεται διαδοχικά στις φυλακές Καστοριάς, Κορυτσάς και Μοναστηρίου.31 Ο Καραβαγγέλης του προτείνει να τον αποφυλακίσει με αντάλλαγμα να μπει στην υπηρεσία των Οθωμανών, σαν οδηγός (κολαούζος) των οθωμανικών αποσπασμάτων.32 Ο Κώτας αρνείται και οδηγείται τελικά στην κρεμάλα στις 27 Σεπτεμβρίου 1905.

Αυτή είναι η πραγματική ιστορία της σύλληψης του Κώτα που από τότε προσπαθούν να κρύψουν οι έλληνες ιστορικοί. Οι μισθοφόροι “μακεδονομάχοι” Σίμος, Νταλίπης και Κύρου, υπό την καθοδήγηση του μητροπολίτη Καστοριάς, πρόδωσαν τον Κώτα στους Οθωμανούς.

1 Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Зора (τεύχος 8, Ιούλιος 1995, σ. 24-25).

2 Επιστολή Καραβαγγέλη προς τον έλληνα πρωθυπουργό. Προξενείο Μοναστηρίου, 4/5/1902.

3 Επιστολή Καραβαγγέλη. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 8/11/1902, έγγραφο 685.

4 Προξενείο Μοναστηρίου, 2/4/1902, έγγραφο 167.

5 Έκθεση του Ίωνα Δραγούμη προς τον πρόξενο Κ. Κυπραίο. Προξενείο Μοναστηρίου, 4/9/1903, έγγραφο 643.

6 Lošnica. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 600 κατοίκους και ο Brancoff, 400. Το 1913 απογράφονται 903 άτομα, το 1920, 201 οικογένειες - 960 άτομα, το 1928, 1.024 άτομα, και το 1951, 1.032 άτομα. Το 1928 μετονομάστηκε Γέρμας.

7 Bogacko ή Vogaciko. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 1.750 κατοίκους και ο Brancoff, 2.250. Το 1913 απογράφονται 2.693 άτομα, το 1920, 389 οικογένειες - 1.701 άτομα, το 1928, 1.601 άτομα και το 1951, 1.842 άτομα. Η ελληνική διοίκηση το ονομάζει Βογατσικόν.

8 Σημείωμα Τάσου (Παπούλα) προς πρόξενο Μοναστηρίου. Προξενείο Μοναστηρίου, 26/4/1904, έγγραφο 453.

9 Σημείωμα Σκούρτη (Κοντούλη) προς Δ. Καλλέργη και Ίωνα Δραγούμη. Προξενείο Μοναστηρίου, 25/4/1904, έγγραφο 453.

10 Μεταγενέστερη επιστολή Καούδη (22 Ιουλίου 1930), αναφερόμενη στα γεγονότα. Γ.Α.Κ., αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 6.

11 Παπασταμάτης, σ. 38.

12 Μακρής, σ. 87 - 88.

13 Tirnovo ή T'rnovo ή T'rnova ή T'rnaa. Εξαρχικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 395 κατοίκους και ο Brancoff 544. Το χωριό περνάει στην Εξαρχία το 1903 [Εκκλησιαστική Αλήθεια] και παραμένει εξαρχικό καθ’ όλη τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 505 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 80 μακεδονικά σπίτια. Το 1920 απογράφονται 324 άτομα. Το 1945 το χωριό αριθμεί 396 σλαβόφωνους, 160 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 70 ελληνικής και 166 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 128 άτομα. Το 1958 μετονομάστηκε Πράσινον.

14 Επιστολή Δ. Καλλέργη προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών. Προξενείο Μοναστηρίου, 12/5/1904, έγγραφο 514.

15 Καραβίτης, τ. Α΄, σ. 19 - 20.

16 Μακρής, σ. 87 - 88.

17 Καραβίτης, τ. Α΄, σ. 19 - 20.

18 Μακρής, σ. 87 - 88.

19 Ν. Γ. Κοεμτζόπουλος, Καπετάν Κώττας, Αθήναι 1968, σ. 134 - 135.

20 Lubetino ή Lubetine. Χριστιανικό χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 355 κατοίκους, από τους οποίους 325 είναι Βούλγαροι και 30 Τσιγγάνοι. Ο Brancoff δίνει 280 κατοίκους, από τους οποίους 240 είναι εξαρχικοί Βούλγαροι και 60 Τσιγγάνοι. Το 1913 απογράφονται 277 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 20 μακεδονικά σπίτια. Το 1928 απογράφονται 308 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 55 σλαβόφωνες οικογένειες, 31 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 316 σλαβόφωνους, 250 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 50 ελληνικής και 66 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 264 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Πεδινόν.

21 Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 6

22 Μόδης, σ. 176 - 177.

23 Κοεμτζόπουλος, σ. 134 - 135.

24 Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 6.

25 Kostaratža ή Kosturadža ή Kosturac ή Košterjak. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 750 κατοίκους, 150 από τους οποίους τους θεωρεί χριστιανούς Βούλγαροι. Ο Brancoff δίνει 650 χριστιανούς Έλληνες. Το 1913 απογράφονται 941 άτομα, το 1920, 189 οικογένειες - 796 άτομα, το 1928, 798 άτομα, και το 1951, 941 άτομα. Η ελληνική διοίκηση το ονομάζει Κωσταράζιον.

26 Μακρής, σ. 87 - 88.

27Επιστολή Καραβαγγέλη (27/5/1904) και έκθεση Δ. Καλλέργη προς τον έλληνα πρωθυπουργό. Προξενείο Μοναστηρίου, 28/6/1904, έγγραφο 647.

28 Προξενείο Μοναστηρίου, 28/6/1904, έγγραφο 647.

29 Επιστολή Δ. Καλλέργη προς τον έλληνα πρωθυπουργό. Προξενείο Μοναστηρίου, 17/7/1904, έγγραφο 713.

30 Αλέξανδρος Κοντούλης, Βιογραφία Καπετάν Κώτα, Φλώρινα 1931, σ. 42 - 43.

31 Προξενείο Μοναστηρίου, 17/7/1904, έγγραφο 713.

32 Αλέξανδρος Κοντούλης, ό.π., σ. 42 - 43.