Skip to main content

8. Η είσοδος του Τσόντου-Βάρδα

 

Η είσοδος του Τσόντου-Βάρδα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Τέσσερις μέρες μετά τη σφαγή του Ζέλενιτς, ένα άλλο μισθοφορικό σώμα υπό την ηγεσία του κρητικού ανθυπολοχαγού Γιώργου Τσόντου (Βάρδα), περνάει τα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Ο Βάρδας, που μπορεί να θεωρηθεί από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα,1 βρίσκεται επικεφαλής 36 ανδρών, μεταξύ των οποίων είναι ο ξάδελφός του Μιχάλης Τσόντος, ο πελοποννήσιος επιλοχίας Αθ. Σκλαβούνος, ο κρητικός λοχίας Θεοδ. Κουκουλάκης, ο Πελοποννήσιος Αριστείδης Μπονάτσος2, οι Κρητικοί Βαγγέλης Φραγκιαδάκης, Μανόλης Νικολούδης και Γιώργος Δικωνυμάκης (Μακρής), ο Αρ. Θεοφανόπουλος από τη Φθιώτιδα, ο θρακιώτης παπάς Δράκος Χρυσομαλλίδης και οι Μακεδόνες Σίμος Στογιάννης και Σταύρος Τσίλης. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι από τους 36 άνδρες του σώματος, οι 28 είναι Κρητικοί.

 Το σώμα του Τσόντου (Βάρδα), περνάει τον ποταμό Μπίστριτσα (Αλιάκμονα) στις 16 Νοεμβρίου και στις 17 - 18 Νοεμβρίου λημεριάζει κοντά στο χωριό Φιλί [Fili]3.

Την επόμενη μέρα ακολουθούν πορεία προς Βορρά. Διαβαίνουν το Βενέτικο ποταμό και στη συνέχεια περνούν ανάμεσα στα χωριά Ζίγκοστι [Zigosti]4 και Γκόστομ [Gostom]5. Τέλος διαβαίνουν το Γρεβενιώτικο ποταμό, κοντά στις εκβολές του στη Μπίστριτσα, και διανυκτερεύουν.

Στις 20 και 21/11 βρίσκονται στην περιοχή πλησίον του χωριού Παλαιόκαστρο [Paleokastro]6 και το βράδι της 22/11 κοντά στη Σιάτιστα [Sjatista]7, όπου μυημένοι στην ελληνική οργάνωση τους περιμένουν και τους παρέχουν δωρεάν τροφή.

Στις 23/11 βρίσκονται στη μονή Παναγίας Σισανίου. Από εκεί φεύγει το απόγευμα, ο Βαγγέλης Φραγκιαδάκης με ένα απόσπασμα 14 αντρών, για το χωριό Λόσνιτσα. Ο Βάρδας με τους υπόλοιπους μεταβαίνουν στη μονή Αγίου Δημητρίου, όπου φτάνουν νωρίς το βράδι και διανυκτερεύουν.

Την επομένη το βράδι φτάνουν στη Λόσνιτσα, όπου τους υποδέχονται οι Φραγκιαδάκης, Καραλίβανος, Μπισμπίκης και μέλη των μυημένων στην αντιμακεδονική ελληνική επιτροπή του χωριού. Το σώμα μοιράζεται και διανυκτερεύει σε τρία καταλύματα εντός του χωριού.

Το πρωί της 25/11, ο Βάρδας με τους επικεφαλής του συνεδριάζει από κοινού με την επιτροπή του χωριού. Η επιτροπή υπογράφει πρακτικό, με το οποίο αναλαμβάνει α) την υποχρέωση να διατηρεί τέσσερις σκοπούς με μηνιαίο μισθό ένα εικοσόφραγκο, β) να χορηγεί κατάλυμα στις ελληνικές ομάδες κατά τη διάρκεια της νύχτας εντός του χωριού και γ) να δίνει ψωμί δωρεάν στους άντρες. Ο Βάρδας αναλαμβάνει τη μισθοδοσία δύο οδηγών - ταχυδρόμων (ένα εικοσόφραγκο έκαστος).

Το βράδι μεταβαίνουν στο Μπογκάτσκο, όπου βρίσκουν κατάλυμα σε σπίτια μυημένων στην ελληνική οργάνωση.

Μεταξύ 26 και 28 Νοεμβρίου παραμένουν στο Μπογκάτσκο, λόγω κακοκαιρίας. Στις 29/11 βρίσκονται στη Σλίμνιτσα [Slimnica]8, στις 30/11 στο Μόλασι [Molasi]9 και την 1/12 στο Τσακαλοχώρι [Cakalohori]10. Και στα τρία χωριά ο Βάρδας οργανώνει επιτροπές, οι οποίες υπογράφουν πρακτικά, παρόμοια με το προαναφερόμενο στη Λόσνιτσα.

Την Πέμπτη 2/12 κι ενώ βρίσκονται στο Τσακαλοχώρι, κάποιος Κ. Γκιώνης από τη Βιντολούστα [Vidolušta]11 τους πληροφορεί ότι ο μακεδόνας βοεβόντας Κοστάντοφ περιφέρεται στην περιοχή. Την επόμενη μέρα μεταβαίνουν και διανυκτερεύουν στη Βιντολούστα.

Το Σάββατο 4/12, παίρνουν την πληροφορία από το δραγάτη του Λιμπέσοβου [Libešovo]12, ότι ο Κοστάντοφ βρίσκεται εκεί, στο σπίτι της ερωμένης του. Ο Βάρδας αποφασίζει να σκοτώσει τον Κοστάντοφ. Το ίδιο βράδι η ομάδα περικυκλώνει το χωριό και μπαίνει σε αυτό μοιρασμένη σε ομάδες, πυροβολώντας ταυτόχρονα προς εκφοβισμό των κατοίκων. Ο δραγάτης τους οδηγεί γρήγορα στο σπίτι όπου βρίσκεται ο Κονστάντοφ.

Στο σημείο αυτό, είναι αποκαλυπτική η αφήγηση του Μακρή, που πήρε μέρος στην επίθεση: “Εγώ, γράφει, με το Βαγγέλη [Φραγκιαδάκη] πλησιάσαμε και χτυπήσαμε την πόρτα και τότε μας έριξαν από μέσα ομοβροντία πυροβολισμών και, πριν προφτάσουμε να τραβηχτούμε, μια σφαίρα τρύπησε την αριστερή παλάμη του Βαγγέλη, που από τότε έμεινε άχρηστη. Άμα είδαμε έτσι, έβαλα στο σπίτι φωτιά - από τα παράθυρα και τη σκεπή […] Στη σκεπή τη φωτιά την έβαλε ο παπα - Δράκος από την πίσω μεριά του σπιτιού, όπου δεν ήταν ούτε πόρτα, ούτε παράθυρα κι όπου εξ αιτίας του επικλινούς του εδάφους έφθανε κανείς τις πλάκες της σκεπής. Εσήκωσε λοιπόν ένα - δυο πλάκες κι έριξε μέσα πετρέλαιο και τούβαλε φωτιά κι έπιασε η ξύλινη σκεπή…Έσκασαν όλοι μαζί εκεί μέσα στην κρυψώνα”.13

Σημαντική είναι επίσης η σχετική μαρτυρία του Αρ. Θεοφανόπουλου, που συμμετείχε στην επίθεση. “Εβάλαμε φωτιά εις το σπίτι και ενθυμούμαι σαν να ήταν χθες, καθόμασταν απέναντι της πόρτας του υπογείου και παρακολουθούσαμε την πτώση του πατώματος διά να δούμε εάν πέσουν και τα πτώματα”.14

Έντεκα άνθρωποι έσκασαν από ασφυξία ή κάηκαν, ανάμεσά τους και δυο μικρά παιδιά. Μόλις τελείωσαν το έργο τους οι έλληνες μισθοφόροι μάζεψαν όλο το χωριό και φοβέρισαν τους κατοίκους ότι όποιος υποστηρίξει τους μακεδόνες επαναστάτες, θα πάθει τα ίδια.

Ο ιερέας του σώματος Δράκος, δεν είχε ωστόσο ικανοποιηθεί από το αποτέλεσμα της επίθεσης. Ήθελε κι άλλο αίμα. Πλησίασε ένα εικοσάχρονο μακεδόνα χωρικό “και χωρίς να τον αντιληφθούν του έριξε μια τουφεκιά σχεδόν εξ επαφής”. Αμέσως, όμως τραβήχτηκε γρήγορα πίσω και γυρίζοντας στο Μακρή που ήταν κοντά του λέει: "Μπράβο, Μακρή, μπράβο Μακρή. Έτσι να σκοτώνης τους προδότες"15.

Την ίδια ώρα, πίσω από το καμένο σπίτι, οι μισθοφόροι του Βάρδα σκότωναν έναν ακόμη Μακεδόνα.

Μεσάνυχτα, η ελληνική ομάδα φεύγει για το Βιντελούστι, αφήνοντας πίσω της 13 νεκρούς. Τις επόμενες μέρες περνάνε από τα χωριά Ζάνσκο, Κλέπιστα, ανεβαίνουν το βουνό Παλιόχα και φτάνουν στο χωριό Κοτέλτσι [Kotelci]16 στις 10 Δεκεμβρίου.

Την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου, ο Βάρδας και οι άντρες του βρίσκονται στη Λιάνγκα [Ljanga]17, όπου με δυσκολία υπογράφουν κάποιοι κάτοικοι το σχετικό πρακτικό. Το βράδι της 15/12 μεταβαίνουν στο Σκούμσκο [Skumso]18 και την επομένη λημεριάζουν πάνω από το χωριό. Την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου η ομάδα επιστρέφει στη Λιάνγκα, λόγω της αφόρητης κακοκαιρίας (ένα μέτρο χιόνι).

Ο Βάρδας αντιμετωπίζει πρόβλημα, γιατί οι μισθοφόροι του ζητούν τους μισθούς τους, αλλά τα χρήματα που έχει δεν φτάνουν για όλους.

Από επιστολή που έχει λάβει, ωστόσο, φαίνεται πως ο Ρούβας μπαίνοντας στη Μακεδονία είχε μαζί του 4.800 φράγκα, πήρε δε άλλα 1.220 από το προξενείο. Με αυτά τα χρήματα είχαν πληρωθεί οι μισθοφόροι του Ρούβα, του Καούδη, του Λεχόβου της Μπελκαμένης, της Νεγκόβανης και του Πούλακα.19

Η δύναμη σε άντρες και η μηνιαία μισθοδοσία των ομάδων που βρίσκονται υπό την αρχηγεία του Βάρδα, την περίοδο αυτή έχει ως εξής: α) ομάδα Καούδη 15 άντρες - 32 εικοσόφραγκα, β) ομάδα Πύρζα 16 άντρες - 30 εικοσόφραγκα, γ) ομάδα Καραλίβανου - Μπισμπίκη 12 άντρες - 30 εικοσόφραγκα, δ) ομάδα Πούλακα (Μπούλακα) - Βολάνη 14 άντρες - 20 εικοσόφραγκα, ε) ομάδα Κατεχάκη (Ρούβα) 23 άντρες - 55 εικοσόφραγκα, στ) ομάδα Μαργαρίτη 10 άντρες - 25 εικοσόφραγκα, ζ) ομάδα Τσόντου 40 άντρες - 100 εικοσόφραγκα. Σύνολο 130 άντρες και 302 εικοσόφραγκα, συν 48 εικοσόφραγκα για έξοδα κατασκόπων. Οι υπαξιωματικοί έπαιρναν μηνιαίως 50 φράγκα έκαστος, οι ελλαδίτες μισθοφόροι 40 φράγκα, οι μακεδόνες μισθοφόροι 30 φράγκα, οι ιδιώτες αρχηγοί 60 - 80 φράγκα και οι κατάσκοποι 20 φράγκα.20

Ο Βάρδας παίρνει επίσης επιστολή του Ρούβα από το Λέχοβο, με την οποία του γίνεται γνωστό ότι ο τελευταίος παραμένει για περισσότερο από είκοσι μέρες σε πλήρη αδράνεια λόγω της κακοκαιρίας. Η σωματική του κατάσταση και ο αποκλεισμός του έχουν προκαλέσει, κατά τα γραφόμενά “του νευρική ταραχή. Είναι τελείως απελπισμένος. Του φταίνε και τα ρούχα του”. Προτείνει στο Βάρδα να οργανώσει μια επίθεση κατά του Σρέμπρενου.21

Την επομένη των Χριστουγέννων μεταβαίνουν στο Ζάνσκο και στις 28/12 στην Κλέπιστα. Από εκεί, οι ληστές Καραλίβανος και Μπισμπίκης αφήνουν την ομάδα και φεύγουν για να περάσουν τις γιορτές με τους δικούς τους στην Κοζάνη. Ο Κουκουλάκης, επίσης, με έναν οδηγό φεύγει για την Ελλάδα.

Ας σημειωθεί ότι ο τραυματισμένος Βαγγέλης Γαλιανός έχει ήδη καταφύγει στο Μπογάτσκο για θεραπεία, ο Μιχάλης Τσόντος στο Τσακαλοχώρι με ορισμένους άντρες και ο κάποιοι άλλοι, υπό τον Αντρέα Δικωνυμάκη (Μπάρμπα Αντρέα), βρίσκονται στην Κοσταράτζα.

Την άλλη μέρα ο Βάρδας παίρνει επιστολή από το Ρούβα, με την οποία τον καλεί να συναντηθούν στη Σλίμνιτσα. Ο Βάρδας φεύγει με δύο άντρες για τη Σλίμνιτσα και οι υπόλοιποι, υπό τον παπά Δράκο, μεταβαίνουν στη Ντράμιστα [Dramišta]22.

Ο παπά Δράκος και οι άντρες βρίσκονται στη Ντράμιστα στις 30/12 και την επομένη στο Κοστάνσκο [Kostansko]23. Την πρωτοχρονιά, ο ιερέας - αναπληρωτής αρχηγός της ελληνικής ομάδας, καλεί στο κατάλυμά του τους πρόκριτους του χωριού και τους εξαναγκάζει να υπογράψουν το γνωστό πρακτικό. Οι επιφυλάξεις και οι αντιρρήσεις των προκρίτων κάμπτονται μετά τον ξυλοδαρμό ενός (ονόματι Πασχάλη) από τον παπά Δράκο.

Ο άσχημος καιρός (συνεχώς χιονίζει) εμποδίζει τις μεγάλες μετακινήσεις τους. Ο παπά Δράκος παίρνει επιστολή από το Λιμπόχοβο [Libohovo]24, με την οποία του γίνεται γνωστό ότι δέκα ληστές της περιοχής θέλουν να συμπράξουν με την ελληνική ομάδα.

Την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου βρίσκονται στην Κλέπιστα και την επομένη στο Ζάνσκο. Εκεί ο παπά Δράκος προσβάλλει δημόσια τους ιερείς τους χωριού, για ασήμαντη αφορμή, και τους διώχνει από το κατάλυμά του, προκαλώντας έτσι τη γενική δυσαρέσκεια. Την ίδια μέρα, πληροφορούνται τη σύλληψη του Καραλίβανου, από το στρατό, στην Κοζάνη.

Σε αυτό το σημείο, επιβάλλεται να ανοίξει μία παρένθεση.

Ο Καούδης, στα απομνημονεύματα του, γράφει σχετικά: “Ο μακαρίτης ο Μελάς, όταν επέρασεν τον ανήφορον, είχε μαζί του τρεις παλαιούς ληστές, τον Καραλίβανον, τον Βισβίκην, τον Αριστείδην από την Καστοριά, δεν ξεύρω το υπώνυμόν του [Μαργαρίτης]25. Αυτοί λοιπόν σε όποιον σπίτι έμπαιναν εζητούσαν και παράδες, λίρες. Οι χωρικοί όμως εφοβόντουσαν και δεν το μαρτυρούσαν, σιγά σιγά όμως και αφού οι Κοζανίτες παρέδωσαν τον Καραλίβανο με τον Βισβίκη στον στρατόν, διότι οι ίδιοι τον πρόδωσαν, αφού είδαν ότι βρήκαν το μπελά τωνε να τους υποχρεώνει να του μαζεύουν παράδες, δήθεν ότι τα παιδιά θέλουν κάπες, θέλουν τσαρούχια και λπ”.26

Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του Καραλίβανου, αποστέλλεται προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών μία επιστολή από το προξενείο Μοναστηρίου, που υπογράφει ο Σ. Λεβίδης και στην οποία γίνεται γνωστό ότι μαζί με τον Καραλίβανο ο οθωμανικός στρατός συνέλαβε επίσης τρεις οπαδούς του, κατάσχεσε δε σημαντικά απόρρητα έγγραφα σχετικά με τη δράση των ελληνικών μισθοφορικών ομάδων.

Ο Λεβίδης ωστόσο δεν είναι ανήσυχος, γιατί η οθωμανική διοίκηση μέσα από την ανάγνωση των κατασχεμένων εγγράφων πείστηκε ότι ο σκοπός του ελληνικού κομιτάτου “είναι ουδόλως εχθρικός προς την Τουρκίαν. Απεναντίας διέτασσε τα εν Μακεδονία σώματα και κέντρα αυτού, όπως εν αδελφική συμπνοία μετά των Τούρκων εργασθώσιν. Όχι μόνο δε ν’ αποφεύγωσιν επιμελώς σύγκρουσιν μετά του τουρκικού στρατού, αλλά στην ανάγκη να μην αρνηθώσι παροχήν συνδρομήν και εις τους Τούρκους”.

Ο Λεβίδης ενημερώνει επίσης τον έλληνα υπουργό, ότι “ο αρχηγός της χωροφυλακής διεβεβαίωσε τον κ. Χωναίον ότι και ο Γεν. Διοικητής είνε της γνώμης ότι οι συλληφθέντες πρέπει ν’ αφεθώσιν ελεύθεροι, αλλ’ ίνα μη διεγείρη τούτο τας διαμαρτυρίας των ξένων, καλόν είνε η αποφυλάκισίς των να γείνη δια της δικαστικής οδού”.27

Είναι δε ο ίδιος ο Λεβίδης, που εννέα μέρες πριν σε άλλη επιστολή του, χαρακτηρισμένη ως “όλως απόρρητος”, έγραφε στον υπουργό Εξωτερικών, για το ζήτημα της ελληνοτουρκικής συμμαχίας στο μακεδονικό, τα εξής εξόχως αποκαλυπτικά:

Θέλω λάβη την τιμήν να εκθέσω τη Υμετέρα Εξοχότητι τας εντυπώσεις, ας απεκόμισα εκ της διαμονής μου εν Μακεδονία εν σχέσει προς την ψυχολογικήν κατάστασιν του Μακεδόνος και τα αισθήματα αυτού απέναντι τοιάσδε ή τοιάσδε Ελληνικής πολιτικής, και τούτο όπως έχη η Β. Κυβέρνησις υπ’ όψει αυτής, καίτοι ίσως εκ περισσού, την ταπεινήν μου γνώμην, ης βάσις είνε η απόλυτος ανάγκη, όπως διαγραφή εις τους αρχηγούς των Ελληνικών συμμοριών καθωρισμένη στάσις, άνευ του οποίου κινδυνεύομεν να δημιουργήσωμεν χάος εν Μακεδονία, να συντελέσωμεν εις τον σχηματισμόν ρεύματος πολιτικού, το οποίον να παρασύρη ημάς […].

Οι Τούρκοι, ως πολλαχόθεν μοι βεβαιούται κλείουσι τους οφθαλμούς απέναντι των Ελληνικών συμμοριών και ενεργειών[…]. Ουδεμία εκ των υπό Έλληνα αξιωματικόν συμμοριών συνεκρούσθη μέχρι τούδε προς τους Τούρκους […]. Εάν μεν αι ελληνικαί συμμορίαι συστηματικώς δεν έρχονται εις σύγκρουσιν προς τα Τουρκικά αποσπάσματα, θέλομεν υποστή μεγάλην απώλειαν, την εκ της απογοητεύσεως των ημετέρων γεννηθησομένην και την εκ της κατακραυγής της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης […].

Ελληνοτουρκική συνεννόησις έσται πολυτιμοτάτη αν μη απαραίτητος ημίν κατά το παρόν, αλλά συμμαχία ή συνεννόησις φανερά και πασίγνωστος προσπίπτουσα εις τας όψεις πάντων έσται επιζημία. Αρκεί καλή θέλησις εκ μέρους της Υψηλής Πύλης, όπως καθορισθή απλώς η στάσις των Τουρκικών Αρχών απέναντι των Ελληνικών συμμοριών […]. Οι Τούρκοι δεν εισί ξένοι προς τα τεχνάσματα. Εάν αφ’ ενός εδέχοντο, όπως δοθώσι ευρισκόμεναι διαταγαί, όπως όχι μόνον μη καταδιώκονται ή συλλαμβάνονται Έλληνες συμμορίται, αλλ’ επί πλέον προς το θεαθήναι συμπλέκονται ενίοτε υπεκφεύγουσαι πάντοτε […].

Ο Καϊμακάμης Φλωρίνης έλεγε προ τινος τω ημετέρω Διερμηνεί κ. Χωναίω ότι βεβαίως θα συνέπραττον οι Τούρκοι τοις Έλλησιν, αλλά δέον να μη προβαίνωσιν οι τελευταίοι εις πράξεις, οία η του Ζέλενιτς επίθεσις, ότε παρά πάσαν προσπάθειαν καθίσταται αδύνατον να καλυφθώσιν τα γιγνόμενα ένεκα της παρουσίας εν Μακεδονία τόσων ξένων απεσταλμένων”.28

Ας επανέλθουμε όμως στην, υπό τον παπά Δράκο, ελληνική ομάδα.

Η συνεχιζόμενη κακοκαιρία (ένα μέτρο χιόνι και - 30 βαθμοί), κάνουν τη μετακίνηση τους ιδιαίτερα προβληματική. Στις 14 Ιανουαρίου βρίσκονται στη Λούτσιστα [Lučišta]29 και στις 16/1 στη Ζικοβίστα [Zikovišta]30. Εδώ οι κάτοικοι είναι αγανακτισμένοι από την αισχρή διαγωγή του έλληνα μισθοφόρου Ταγαρούλια που τους φορολογεί με την απειλή του όπλου.

Στις 17/1 έρχονται στη Ζικοβίστα κατόπιν διαταγής του παπά Δράκου κάποιοι χωρικοί από το Λιμπέσοβο και το Μπουχίν [Buhin]31. Ο ιερέας δεν περιορίζεται σε απλό υπέρ του ελληνισμού κήρυγμα, αλλά χτυπάει για εκφοβισμό με το όπλο του στο κεφάλι το γέροντα Κοσμά Μιτσάντικο, από το Λιμπέσοβο.

Την επομένη βρίσκονται στο Τσουκαλοχώρι. Επ’ ευκαιρία της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, παίρνουν μέρος σε ένα μικρό γλέντι, όπου η συμπεριφορά του παπά Δράκου ξαναπροκαλεί τη δυσαρέσκεια των παρευρισκόμενων.

Στις 19/1 μεταβαίνουν στο χωριό Ρεσούλια [Resulja]32. Εκεί, σχηματίζουν τη γνωστή επιτροπή και αποσπούν τη δήλωση υποταγής ή πρακτικό.

Την Παρασκευή 21 Ιανουαρίου η ομάδα περνάει από το χωριό Μόλασι, όπου τους περιμένουν δύο οδηγοί από το Μπογάτσκο, σταλμένοι από το Βάρδα, οι οποίοι και τους οδηγούν αργά το βράδι στο χωριό.

Την ίδια μέρα, ο Βάρδας βρίσκεται στη Σέλιτσα [Selica]33, από την οποία και στέλνει στο Μπογκάτσκο χρήματα για τη μισθοδοσία των ήδη δυσαρεστημένων για την καθυστέρηση αντρών που βρίσκονται υπό τον παπά Δράκο.

Ο Βάρδας συνοδευόμενος από το Μακρή και το Βασ. Επισκοπάκη, είχε ήδη συναντηθεί την πρωτοχρονιά στη Λόσνιτσα, με τους Κατεχάκη (Ρούβα), Καούδη, Μιχ. Τσόντο και Αρ. Μαργαρίτη.34

Ο Βάρδας φτάνει στο Μπογκάτσκο με είκοσι άντρες, την Πέμπτη 27 Ιανουαρίου το βράδι. Τις επόμενες μέρες μια ομάδα πηγαίνει στην Κοσταράτζα και μια άλλη υπό το Βάρδα, στη Μπλάτσα.

Την 1/2 ο Βάρδας επιστρέφει στο Μπογκάτσκο. Την επομένη μεταβαίνει με 25 άντρες στη Σέλιτσα και στις 4/2 στο Κόντσικο [Konciko]35. Από το Κόντσικο36, οι Παπά Δράκος, Μακρής, Καραβίτης και τέσσερις υπαξιωματικοί φεύγουν για την Ελλάδα, παίρνοντας μαζί τους και τον άρρωστο Ρούβα.

Ο Βάρδας, περιμένοντας να τελειώσει η βαρυχειμωνιά, διατάζει τους ομαδάρχες του να προβούν σε διάφορες "μικρές" σφαγές.

Ο Γιάννης Πούλακας σκοτώνει στις 13 Φεβρουαρίου στη Νεγκοβάνη τους ρουμανίζοντες Βλάχους Γ. Θωμαΐδη και Παπά Θεοδόση, τους Μακεδόνες Τίπες Βούλγαρη και Νίκο Βλάχο (ανιψιό του Μήτρου Βλάχου) και τον αλβανίζοντα Παπά Χρήστο.37

Στις 17 Φεβρουαρίου ο Μιχάλης Τσόντος χτυπάει το χωριό Μανγκίλα [Mangila]38.

Την επομένη, ο Καούδης σκοτώνει πέντε Μακεδόνες στα περίχωρα της Ζαγκορίτσανης.39

Στις 21/2 ο Μιχάλης Τσόντος σφάζει τέσσερις Μακεδόνες40 στο χωριό Οσνίτσανι [Osničani]41.

Στις 7 Μαρτίου ο Βαγγέλης Γαλιανός σφάζει δώδεκα εξαρχικούς Μακεδόνες, στη θέση Χαρατσάρι Λάκκο, κοντά στο Μπογκάτσκο.42

Στις 14 Μαρτίου σφάζουν τον εξαρχικό παπά του χωριού Μπλάτσα Καστοριάς43

Κι από σφαγή σε σφαγή, ο Βάρδας προετοιμάζει το μεγάλο μακελειό, τη Ζαγκορίτσανη…

1 Ο Καλαποθάκης, σε επιστολή του στις 24/2/1905, αποκαλεί το Βάρδα “αρχηγό περιφερείας Μοναστηρίου”. Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 2.

2 Η εξιστόρηση της δράσης του ένοπλου σώματος του Βάρδα, μεταξύ 16/11/1904 και 15/2/1902, βασίζεται κυρίως σε αντίγραφο του ημερολογίου του Αριστείδη Μπονάτσου που βρίσκεται στο Αρχείο του Τσόντου - Βάρδα (φακ. 17 - 19).

3 Fili ή Fil ή Fal. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Γρεβενών. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 217 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 212 και το 1920 155 άτομα. Στο χωριό προστίθενται 22 προσφυγικές οικογένειες - 63 άτομα [Κατάλογος Ε.Α.Π.]. Το 1928 απογράφονται 488 άτομα. Το 1949 μετονομάστηκε Φελλίον.

4 Zigosti ή Zigost. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Γρεβενών. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 170 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 175 και το 1920 160 άτομα. Το 1928 απογράφονται 168 άτομα. Το 1927 μετονομάζεται Μεσόλακκος.

5 Gostom ή Gostum ή Gustam ή Gostum. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Κοζάνης. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 97 κατοίκους και ο Brancoff 85. Το 1913 απογράφονται 63 και το 1920 72 άτομα. Το 1928 απογράφονται 85 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Πόρος.

6 Paleokastro ή Paliokastro. Ελληνικό χωριό του καζά Κοζάνης. Ο Кънчов δίνει πληθυσμό 432 κατοίκους: 217 χριστιανούς και 215 μουσουλμάνους. Το 1913 απογράφονται 431 και το 1920 342 άτομα. Το 1928 απογράφονται 322 άτομα.

7 Sjatista ή Šatista ή Sačišta. Ελληνικό κεφαλοχώρι του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 4.800 κατοίκους και ο Brancoff 5.250. Το 1913 απογράφονται 6.774 άτομα, Το 1916, καταμετρούνται 78 προσφυγικές οικογένειες - 308 άτομα. Το 1920 απογράφονται 4.648, και το 1928, 5.328 άτομα.

8 Slimnica ή Slimnista. Χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 150 χριστιανούς Βούλγαρους και 150 Έλληνες. Το 1913 απογράφονται 567 άτομα και το 1920 116 οικογένειες - 612 άτομα. Το 1928 απογράφονται 366 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Μηλίτσα.

9 Molasi. Χριστιανικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 150 χριστιανούς Βούλγαρους. Ο Βάρδας δίνει 13 ελληνόφωνες οικογένειες - 158 κατοίκους. [Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 4]. Το 1913 απογράφονται 157 άτομα, το 1920, 156, και το 1928, 197 άτομα. Το 1955 το χωριό μετονομάζεται Διαλεκτόν.

10 Cakalohori ή Skalohori ή Čerčišta. Ελληνικό χριστιανικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 400 κατοίκους και ο Brancoff 475. Ο Βάρδας σημειώνει 99 οικογένειες 588 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 588 άτομα, το 1920, 432 και το 1928, 515 άτομα. Η ελληνική διοίκηση το απογράφει ως Τσουκαλοχώριον.

11 Vidolušta ή Vidolus ή Biduluš. Χριστιανικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 405 χριστιανούς Βούλγαρους. Ο Βάρδας σημειώνει 102 οικογένειες 630 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 642 άτομα, το 1920, 573, και το 1928, 607 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Δαμασκηνέα.

12 Libešovo ή Libiševo. Μακεδόνικο χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 350 άτομα και ο Βάρδας 41 οικογένειες - 322 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 323 άτομα, το 1920, 253, και το 1928, 247. Το 1927 μετονομάστηκε Άγιος Ηλίας.

13 Μακρής, σ. 89 - 90.

14 Απαντητική επιστολή του Θεοφανόπουλου, με ημερομηνία 20/8/1930, προς τον Τσόντο - Βάρδα (βρίσκεται στο αρχείο του τελευταίου).

15 Μακρής, σ. 90.

16 Kotelci. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 160 κατοίκους. Ο Βάρδας σημειώνει 37 οικογένειες - 305 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 340 άτομα, το 1920, 312, και το 1928, 364 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Κοτύλη.

17 Ljanga ή L'ka. Χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 850 χριστιανούς Βούλγαρους. Ο Βάρδας σημειώνει 74 ελληνικές οικογένειες 485 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 473 άτομα, το 1920, 416, και το 1928, 329 άτομα. Η ελληνική διοίκηση το απογράφει ως Λάγκα.

18 Skumsko ή Skumcko ή Skonsko. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Βάρδας σημειώνει 22 οικογένειες - 164 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 340 άτομα, το 1920, 26 οικογένειες - 312 άτομα, και το 1928, 231 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Βράχος.

19 Επιστολή Μέγα προς Βάρδα, με ημερομηνία 10/12/1904. Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 2, επιστολή αριθμός 13.

20 Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 6.

21 Επιστολή Ρούβα προς Βάρδα με ημερομηνία 26/1/1905. Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 2, επιστολή αριθμός 5.

22 Dramišta. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 270 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 257 άτομα, το 1920, 178, και το 1928, 229 άτομα. Το 1930 μετονομάστηκε Δάφνη.

23 Kostansko ή Konstandžik. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 850 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 1.201 άτομα, το 1920, 168 οικογένειες - 702 άτομα, και το 1928, 882 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Αυγερινός.

24 Libohovo. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 300 κατοίκους και ο Brancoff 455. Το 1913 απογράφονται 501 άτομα, το 1920, 88 οικογένειες - 347 άτομα, και το 1928, 333 άτομα. Το 1929 μετονομάστηκε Δίλοφον.

25 Στις 31 Μαρτίου 1905, οι Μάλλιος και Βάρδας, μετά από απαίτηση του Καραβαγγέλη, αποφάσισαν και διέταξαν την εκτέλεσή του “διά ληστείαν την οποίαν διέπραξεν εν Λάγγα και τα πέριξ χωρία αφαιρέσας παρά των χωρικών χιλιάδας λιρών και επειδή δια της βίας ητίμασε γυναίκας και νεάνιδας”. Βλ. Ημερολόγιο Καπετάν Φιλώτα (Φιλολάου Πηχιών), Δυτική Μακεδονία, 18/1/1931.

26 Ευθύμιος Καούδης, Απομνημονεύματα, σ. 94 - 95.

27 Προξενείο Μοναστηρίου, 28/1/1905, έγγραφο 101.

28 Προξενείο Μοναστηρίου, 19/1/1905, έγγραφο 69.

29 Lučišta ή Lutišta. Χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 90 χριστιανούς Βούλγαρους. Ο Βάρδας σημειώνει 20 ελληνικές οικογένειες - 98 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 126 άτομα, το 1920, 89, και το 1928, 89 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Κερασώνα.

30 Zikovišta. Μακεδόνικο χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 300 κατοίκους και ο Βάρδας 29 οικογένειες, 150 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 214 άτομα, το 1920, 153, και το 1928,174. Το 1927 μετονομάστηκε Σπήλαια.

31 Buhin ή Bojne ή Bojni. Μακεδόνικο χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 240 κατοίκους και ο Βάρδας 31 οικογένειες 237 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 251 άτομα, το 1920, 230 και το 1928,225. Το 1928 μετονομάστηκε Ανθηρόν.

32 Reculja ή Resuljani. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 100 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 129 άτομα, το 1920, 117 άτομα, και το 1928, 145 άτομα. Το 1959 μετονομάστηκε Βέλος.

33 Selica ή Selsko ή Selce. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 2.300 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 2.680 άτομα. Το 1916 καταμετρούνται 29 προσφυγικές οικογένειες - 146 άτομα. Το 1920 απογράφονται 1.935 άτομα και το 1928, 2.359 άτομα. Το 1928 μετονομάστηκε Εράτυρα.

34 Παύλος Τσάμης, σ. 222 - 223.

35 Konciko ή Konsko. Χριστιανικό ελληνικό χωριό του καζά Ανασελίτσας. Ο Кънчов δίνει 970 κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 1.522 άτομα, το 1920, 1.359 άτομα και το 1928, 1.473 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Γαλατηνή.

36 Σε επιστολή του Κ. Παπαευθυμίου προς τον Βάρδα, με ημερομηνία 11/6/30, διαβάζουμε: “Το πρώτον εις Κωντσικόν ήλθατε την 5ην Φεβρουαρίου 1905 ημέραν Σάββατον, εκ Σελίτσης […]. Είχατε τον Παπαδράκον και τον Ε. Δικώνυμον και 4 - 5 άλλα παιδιά. Την επομένη, ημέραν Κυριακήν μετά την θείαν λειτουργίαν εκαλέσατε τους κατοίκους εις το κατάλυμα και ανεπτύξατε εις αυτούς τον σκοπόν των ανταρτικών σωμάτων, οι οποίοι ήκουον με φόβον και τρόμον, διότι ο Παπαδράκος πίνων εις τας ευχάς του έλεγεν “εις υγείαν παιδιά, αν δεν κάψωμεν τα σπίτια μας δεν θα τα κάμωμεν καινούργια"”. Βλ. Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 6.

37 ό.π., φακ. 6.

38 Mangila ή Mogila. Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 250 κατοίκους. Ο Βάρδας σημειώνει 16 οικογένειες - 122 άτομα. Το 1920 απογράφονται 86 άτομα, και το 1928, 104 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Άνω Περιβόλιον.

39 ΓΕΣ / ΔΙΣ, σ. 187.

40 ό.π., σ. 188.

41 Osničani ή Sničeni.Χριστιανικό μακεδόνικο χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 840 κατοίκους. Ο Brancoff δίνει 960 εξαρχικούς. Ο Βάρδας σημειώνει 27 οικογένειες - 139 άτομα. Το 1913 απογράφονται 354 άτομα, το 1920 353 άτομα, και το 1928, 249 άτομα. Το 1927 μετονομάστηκε Καστανόφυτον.

42 Αρχείο Τσόντου - Βάρδα, φακ. 6.

43 ΓΕΣ / ΔΙΣ, σ. 188.