Skip to main content

Είκοσι δύο ρωμαίικα ή δημοτικά τραγούδια από την Κεφαλονιά (1877) [2010]

 

Είκοσι δύο ρωμαίικα ή δημοτικά τραγούδια από την Κεφαλονιά (1877)

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Κάποιος που θέλει να γνωρίσει τη ρωμαίικη γλώσσα, όπως αυτή ήταν, πριν την εθνική επιχείρηση κάθαρσης και εξελληνισμού της, που επιχειρήθηκε συστηματικά, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος (από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης), πρέπει να καταφύγει σε λαϊκά έργα του λόγου, στα δημοτικά τραγούδια, τα παραμύθια, τις παροιμίες και τα αινίγματα. Πρέπει μάλιστα να έχει υπ’ όψη του, ότι οι περισσότερες συλλογές με τα μνημεία αυτά της ρωμαίικης ή δημοτικής γλώσσας, είναι σε αρκετά σημεία αλλοιωμένα από το χέρι κάποιου εθνικά σκεπτόμενου φιλόλογου, που «διόρθωσε» το λαϊκό έργο προς το ελληνικότερο. Ο Κ. Δημαράς μάλιστα γράφει στο βιβλίο του για την ιστορία της λογοτεχνίας (6η έκδοση 1975, σελ. 11) ένα κεφάλαιο γι αυτό το θέμα, με τίτλο «Προσοχή στις συλλογές!».

Χειρότερος όλων, υπήρξε ο θεωρούμενος πατέρας της λαογραφίας στη χώρα, ο Νικόλαος Πολίτης, που λειτουργώντας κυριολεκτικά ως Φρανκεστάιν του λόγου, έκοψε και έραψε όπως γούσταρε το 1914 τα δημοτικά τραγούδια, στο έργο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού». Ο ίδιος εξ’ άλλου κατά καιρούς έγραψε διάφορες συμβουλές (και ως μέλος επιτροπών) για την «εθνικά ορθή» μέθοδο συλλογής λαογραφικού υλικού, έτσι ώστε πάντα να «αναδεικνύεται» η κληρονομιά των αρχαίων και να αποτρέπεται το ενδεχόμενο να εμφανιστούν «επικίνδυνες» συλλογές, από περιοχές ύποπτες για τα πολλά τούρκικα, ιταλικά ή άλλα ανεπιθύμητά της.

Η «διόρθωση» μοιάζει με φιλολογική αρρώστια. Ακόμα και συγγραφείς που επισημαίνουν το γεγονός, όπως για παράδειγμα ο Γιώργος Ιωάννου (Τα δημοτικά μας τραγούδια, 1966), έκαναν ακριβώς το ίδιο.

Οι καλύτερες δουλειές είναι έργο λίγων «ξένων» που ασχολήθηκαν με τη λαϊκή μούσα του τόπου μας. Όχι όμως όλων, γιατί υπάρχουν και κάποιοι, όπως για παράδειγμα ο πρώτος διδάξας Fouriel (Chants Populaires, Paris 1824), όπου είναι φανερή, ακόμα και από μη ειδικούς, η λόγια παρέμβαση που υπάρχει στα κείμενα.

Σε άλλες συλλογές, όπως η πολυσέλιδη του Passow (Τραγούδια Ρωμαίικα, Lipsiae 1860), βρίσκεις αυθεντικές καταγραφές εξαιρετικού ενδιαφέροντος, δίπλα σε άσχετα λόγια κατασκευάσματα.

Ο Bernhard Schmidt (1837-1917), είναι ένας από τους λίγους που κατέγραψε πιστά μερικά τραγούδια του ρωμαίικου λαού. Πρόκειται για μοιρολόγια και τραγούδια για το «Χάρο και τον Κάτω Κόσμο», που άκουσε ο ίδιος στη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Τα μετάφρασε στα γερμανικά και τα δημοσίευσε (αντικριστά) το 1877 στη Λειψία, στο βιβλίο του «Griechische Märchen, Sagen und Volkslieder».

Από το έργο αυτό αντιγράφω και παρουσιάζω εδώ τα είκοσι δύο τραγούδια από την Κεφαλονιά.

Πριν από κάθε τραγούδι υπάρχει ο αριθμός που του έδωσε ο συγγραφέας, οι σελίδες του βιβλίου που το βρίσκουμε και το χωριό που το άκουσε.

Στο τέλος, δίνω επεξεργασμένο από μένα, το λεξιλόγιο των τραγουδιών, κατά φθίνουσα αλφαβητική ταξινόμηση, με βάση τους ελληνικούς χαρακτήρες. Εδώ υπάρχουν 1.055, με κάθε διαφορετικό τρόπο γραμμένες με ελληνικά στοιχεία λέξεις, που συναντάμε σε αυτά τα τραγούδια. Δίπλα σε κάθε λέξη (και μέσα σε παρένθεση) βρίσκεται η μεταγραφή της με λατινικούς χαρακτήρες και φωνητική γραφή (αναγκαστικά δικής μου επιλογής, μέχρι να υπάρξει κοινότητα ενδιαφερόμενων να συμφωνήσει για κάτι τέτοιο) και στη συνέχεια υπάρχουν οι στίχοι των τραγουδιών, που μέσα τους υπάρχουν οι αντίστοιχες λέξεις.

 

2.11.2010

 

 

6.

(Bezirk Skála).

σελ. 152.

 

Που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει.

Κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει.

 

 

11.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 154.

 

Το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε;

Πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι.

Πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια,

Τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια.

Πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι,

Ήταν και εις το σπίτι του καράβι αρματωμένο.

Και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη

Και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη.

 

 

12.

(Bezirk Skála).

σελ. 154 & 156.

 

Εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά μυρολοΐστραις,

Η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη,

Κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι.

Αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! –

Τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης,

Που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι

Και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια;

 

 

15.

(Dorf Katapodáta).

σελ. 156 & 158.

 

«Ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι

Στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω,

Να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα,

Να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης,

Να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης.» –

«Α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το,

Κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω!

Κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα,

Κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι,

Και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα,

Και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι.» –

«Αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης,

Άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη

Κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου

Και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα,

Πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες,

Πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι!» -

 

 

16.

(Samos).

σελ. 158a.

 

Νοικοκυρά ετοιμάστηκε να πάρη να μισέψη.

Εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της

Κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει

Κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της.

«Κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη!»

 

 

17.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 158b.

 

Μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα.

Κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του.

Φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει,

Φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια,

Φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι,

Που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις,

Του μήλου του βενέτικου τση ροδοκοκκινάδαις.

Φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι.

Σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου.

 

 

18.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 158 & 160.

 

Ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα.

«Πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν,

Γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες!

Κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη.» –

Μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις.

Μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του.

Σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα.

Στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια.

Στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα.

«Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα;

Πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια,

Και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους!» -

Κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος.

«Να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια,

Να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους!

Κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα,

Να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις

Και να χωρίζω αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα.» –

Ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις,

Πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις.

Γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο,

Να καταιβαίνουν η αδερφαίς, να καταιβαίνουν η μάναις,

Ν’ αναιβοκαταιβαίνουνε καλών αντρών γυναίκες.

 

 

20.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 162.

 

[Οι αντριωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται].

Κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη.

Επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν.

«Καλώς τα παλληκάρια μου, καλώς τα πολεμάτε!» -

«Καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε,

Να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι,

Να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι!» -

«Δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας,

Παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας.» -

Κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν,

Παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο.

«Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη!» -

Σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα.

Σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε.

«Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη!» -

Σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα.

Σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει πενήντα πέντε.

Κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει.

«Άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια!» -

 

 

24.

(Dorf Skaliá).

σελ. 164.

 

Του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση.

Πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια,

Πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια.

 

 

27.

(Dorf Skaliá).

σελ. 166 & 168.

 

Ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι,

Γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.

Κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα,

Εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου.

«Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω;

Δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει,

Δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση,

Δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη.»-

«Σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω

Δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη,

Δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση,

Δίχως μεσαλοτουβάελα να κάθεται να φάη

 

 

28.

(Dorf Katapodáta).

σελ. 168.

 

Εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα.

Κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο.

Είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια,

Είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα.

Άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο.

«Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω;

Χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει,

Χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη,

Χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται

Κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει.

«Σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω

Χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να πίνη,

Χωρίς περουνομάχαιρο να κάθηται να τρώγη,

Χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται

 

 

29.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 168 & 170.

 

Εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα,

Όχι να πάρω να διαβώ, να πάρω να μισέψω,

Παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι.

Κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια,

Και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια.

Κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα.

Ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει.

«Τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις;

Μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη;» -

«Δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη,

Μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι.

Τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι;

Δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι;

Δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι;

Είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια,

Τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια.

Δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω,

Και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι!» -

 

 

31.

(Dorf Katapodáta).

σελ. 172a.

 

Εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα.

Κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο.

Κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν,

Και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου.

«Πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει.

Καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος,

Να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα,

Να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα,

Να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια!» -

 

 

32.

(Dorf Katapodáta).

σελ. 172b.

 

.......

Κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου,

Κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι

Και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης.

Κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με!

Κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με!

 

 

33.

(Dorf Katapodáta).

σελ. 174a.

 

Πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο,

Πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι,

Πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούς αρμούς χωρίζουν;

Πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια,

Και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι.

 

 

34.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 174b.

 

Πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη,

Να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους

Και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις.

Το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα,

Να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος,

Να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν.

Βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους

Και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια.

 

 

55.

(Dorf Zerbáta).

Του χορού.

σελ. 190.

 

Τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι,

Τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη.

Νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει.

Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια

Και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια.

Κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει.

«Πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις.» -

«Στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε.» -

«Ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση!

Να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια,

Και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια!» -

 

 

59.

(Dorf Zerbáta).

Του χορού.

σελ. 198-204.

 

Ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι.

Ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη.

Και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση.

Και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της.

Ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου.

Επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο,

Σα μήλο, σα δαμασκηνό κιτρινοφυλλιασμένο.

«Μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω.» –

«Πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης,

Που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος;»

«Μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε.

Ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση,

Κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα.» –

«Αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες.» –

Στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο,

Στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος.

Σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε,

Κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε.

Μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει.

«Καλώς τον άρχοντα Φουκά, καλώς το Νικηφόρο,

Καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος!»

«Εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη.» -

«Δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το.

Δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου

Και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου.

Αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου.

Τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο

Και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο,

Κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι.

Σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι.» –

Στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν.

«Καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει!» -

«Όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι!

Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε.

Δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της

Και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της.

Αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της.

Τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο

Και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο,

Κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι.

Σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι.» –

Επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο,

Σα μήλο, σα δαμάσκηνο κιτρινοφυλλιασμένο.

Στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει

.....

«Τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει!» -

«Κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου;» -

«Χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι,

Κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες

«Αργά κάτσε και δείπνησε, αργά κλείσε τση πόρταις,

Κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου

Κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια.

Γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις,

Γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο.

Οληνυχτίς εμάγευε μάνα και θυγατέρα.

Τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα.

«Ω βάγιαις μου, ω δούλαις μου, ω παραδεξιμιαίς μου,

Χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου,

Χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου!» -

Από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει.

«Άνοιξε, μάισσας παιδί και μάισσας αγγόνι,

Οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου!» -

«Ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι,

Ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα;»

Εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι,

Βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα!» -

«Ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι,

Του γύρου γύρου ολόχρυσο, στη μέση το φαρμάκι!» -

Τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη.

Χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι,

Μεσουρανίς το πέταξε, μεσ’ την καρδιά του πάει.

«Χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου!

Έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο.» –

Ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι.

Λυγοβεργάει ο κάλαμος, φιλεί το κυπαρίσσι.

Για ’δε τα κακορίζικα, τα κακομοιριασμένα.

Αν δε φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται παιθαμμένα.

 

 

64.

(Dorf Skaliá).

Τση τάβλας.

σελ. 206 & 208.

 

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος

Και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης

Αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα,

Κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους

Σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι.

Κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται,

Φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα.

«Εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου!» -

«Σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε;» -

«Πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα,

Και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του.»

«Έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους!

Κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες,

Κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας!» -

Εβίγλισε, διαβίγλισε, διαβιγλισμούς δεν είχε.

Στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης.

«Πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι;

Αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε!

Και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια,

Εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια.» -

 

 

65.

(Dorf Zerbáta).

σελ. 208.

 

Δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν.

«Δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι.» _

«Σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου!

Από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε,

Γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει» -

Ολημερίς ετρέχανε, κυνήγι δεν εκάμαν.

Το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια

Κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν.

Κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει.

Το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν.

Μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση,

Πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια,

Κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα.

Τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση.

«Ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε!

Πως είχα κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια.

Έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα.» -

«Δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα.» -

 

 

66.

(Dorf Skaliá).

σελ. 210.

 

Εδώ πέρδικα δε λαλεί κη ο κούκος δε το λέει,

Το λένε γη Αγραφιώτισσαις και γη Αγραφιωτοπούλαις.

«Οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα,

Ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη!

Γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα.

Κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει

Κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει.

Οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο,

Κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει.» -

 

 

68.

Kephalonia.

σελ. 212-216.

 

Του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι.

Με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια.

«Ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης,

Μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου.» -

«Μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω,

Να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια.

Να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης.

Κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι,

Θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον.

Και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ,

Και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις.

Διαβάταις που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε,

Μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι;” –

Για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε.” –

Σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του,

Σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του.”

Εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο.

Είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια.

Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν.

Κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη.

Ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει.

Φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου,

Φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα,

Όπου την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν.” –

Δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου

Είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα,

Οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν,

Γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου.” -

Μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου,

Χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω.

Το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου,

Το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου.

Να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου,

Να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου,

Να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος!

Κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης.

Κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το.

Να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους,

Κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον.” – »

Επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους,

Κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον.

Εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι,

Κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι.

«Κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι;»

«Το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος.» -

 

α (a): α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158] | κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b].

αγαπάει (aghapai): κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190].

αγαπημένα (aghapimena): να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a].

αγγελοκαμωμένα (agelokamomena): κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160].

άγγελος (agelos): πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι [σελ. 154].

αγγέλου (agelu): φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208].

αγγόνι (agoni): δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; [σελ. 168 & 170] | άνοιξε, μάισσας παιδί και μάισσας αγγόνι [σελ. 198-204].

αγερικά (aghjerika): χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται [σελ. 168] | χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται [σελ. 168].

αγκωνάρια (agonarja): πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια [σελ. 164].

Αγραφιώτισσαις (Aghrafjotises): το λένε γη Αγραφιώτισσαις και γη Αγραφιωτοπούλαις [σελ. 210].

Αγραφιωτοπούλαις (Aghrafjotopules): το λένε γη Αγραφιώτισσαις και γη Αγραφιωτοπούλαις [σελ. 210].

αγροικήσης (aghrikisis): να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης [σελ. 212-216].

αγύρικο (aghiriko): ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι [σελ. 156 & 158].

αδειανό (adhjano): θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον [σελ. 212-216].

αδερφαίς (adherfes): να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις [σελ. 158 & 160] | να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a].

αδερφέ (adherfe): πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι [σελ. 206 & 208].

αδερφή (adherfi): και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του [σελ. 206 & 208] | να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι [σελ. 212-216].

αδερφής (adherfis): το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου [σελ. 212-216].

αδέρφια (adherfja): πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν [σελ. 158 & 160] | να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a].

αδερφό (adherfo): οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

άδη (adhi): πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη [σελ. 174b].

αετός (aetos): στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208].

αηδονολαλούσα (aidhonolalusa): φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα [σελ. 212-216].

άι (ai): κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι [σελ. 212-216].

αϊτός (aitos): κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

άκουσα (akusa): άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο [σελ. 168] | κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν [σελ. 172a].

άκουσε (akuse): κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη [σελ. 162] | και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση [σελ. 198-204].

ακούστε (akuste): ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160].

ακούω (akuo): ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει [σελ. 168 & 170].

ακρίβεια (akrivja): ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190].

Αλέξι (Aleksi): πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208] | πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι [σελ. 206 & 208].

Αλέξις (Aleksis): ο Κωσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος [σελ. 206 & 208].

άλλαις (ales): κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε [σελ. 198-204].

άλλη (ali): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156] | άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158].

αλληνής (alinis): και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο [σελ. 198-204].

αλλιώς (aljos): αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! [σελ. 154 & 156].

άλλο (alo): το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου [σελ. 212-216].

άλλον (alon): θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον [σελ. 212-216].

άλογο (alogho): μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του [σελ. 158 & 160] | νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει [σελ. 190] | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της [σελ. 198-204].

άμμο (amo): εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο | είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια [σελ. 212-216].

άμμον (amon): κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον [σελ. 212-216].

αμπελοχώραφα (abelohorafa): και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160] | να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160].

αν (an): αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης [σελ. 156 & 158] | κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162] | κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! | κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b] | κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα | αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; | αν δε φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται παιθαμμένα [σελ. 198-204] | κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! | αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! [σελ. 206 & 208] | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

αναδεξιμιαίς (anadheksimjes): αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204].

αναιβής (anevis): ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης [σελ. 212-216].

αναιβοκαταιβαίνουνε (anevokatevenune): ν’ αναιβοκαταιβαίνουνε καλών αντρών γυναίκες [σελ. 158 & 160].

αναιβούνε (anevune): σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε [σελ. 198-204].

αναικαθότου (anekathotu): σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου [σελ. 158b].

αναμένει (anameni): κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

αναστενάζει (anastenazi): ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει [σελ. 168 & 170].

αναστενάζεις (anastenazis): τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; [σελ. 168 & 170].

αναστενάζουν (anastenazun): κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν [σελ. 172a].

ανοίγη (anighi): καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a].

άνοιξε (anikse): άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158] | άνοιξε, μάισσας παιδί και μάισσας αγγόνι [σελ. 198-204].

άνοιξι (aniksi): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170].

άνοιξις (aniksis): τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι [σελ. 190].

ανοίξτε (anikste): ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι [σελ. 198-204].

αντάμ’ (adam): κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους [σελ. 206 & 208].

αντάμα (adama): αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα [σελ. 206 & 208].

αντίμερα (adinera): κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι [σελ. 212-216].

άντρα (adra): οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

αντρειωμένο (adriomeno): παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο [σελ. 162].

αντρειωμένοι (adriomeni): οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται [σελ. 162] | να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162].

αντρειωμένος (adriomenos): ο Κωσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος [σελ. 206 & 208].

αντρειωμένου (adriomenu): κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα [σελ. 168 & 170].

άντρες (adres): γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! [σελ. 158 & 160].

αντριά (adrja): φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου [σελ. 212-216].

αντρόγυνα (adroghina): και να χωρίζω αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα [σελ. 158 & 160] | να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα [σελ. 172a].

αντρών (adron): γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! | ν’ αναιβοκαταιβαίνουνε καλών αντρών γυναίκες [σελ. 158 & 160].

άξιο (aksio): μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

απ’ (ap): κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι [σελ. 154 & 156] | εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162] | εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a] | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204] | χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204] | φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208].

απάκια (apakja): να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162].

απαλάμαις (apalames): κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b].

απανταίνει (apadeni): στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204].

απανταίνουν (apadenun): στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν [σελ. 198-204].

απάνω (apano): κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι [σελ. 154 & 156] | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158].

απεράσαν (aperasan): κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν [σελ. 208].

απεράστε (aperaste): από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε [σελ. 208].

απερνούν (apernun): να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b].

απεφάσισες (apefasises): αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης [σελ. 156 & 158].

απηκουπίστη (apikupisti): και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη [σελ. 154].

απλάδα (apladha): μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα [σελ. 158b].

άπλωσε (aplose): κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει [σελ. 158a].

από (apo): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156] | και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα [σελ. 156 & 158] | να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162] | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b] | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204] | φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208] | από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε | κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν [σελ. 208] | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση [σελ. 208] | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα | γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου [σελ. 212-216].

αποκριά (apokria): καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a].

αποκρίθηκε (apokrithike): κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος [σελ. 158 & 160] | κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162] | κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει [σελ. 168].

αποταχυά (apotahja): τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη [σελ. 198-204] | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208].

απόψε (apopse): ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208].

αραχνιασμένο (arahnjazmeno): κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα [σελ. 156 & 158].

Αρβανίτισσα (Arvanitisa): που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; [σελ. 198-204].

αργά (argha): αργά κάτσε και δείπνησε, αργά κλείσε τση πόρταις | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου [σελ. 198-204].

αργυρό (arghiro): χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204].

άρματα (armata): να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b].

αρματωμένο (armatomeno): ήταν και εις τι σπίτι του καράβι αρματωμένο [σελ. 154].

αρμούς (armus): πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούs αρμούς χωρίζουν; [σελ. 174a].

αρχινήθη (arhinithi): γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210].

άρχοντα (arhoda): στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο | καλώς τον άρχοντα Φουκά, καλώς το Νικηφόρο [σελ. 198-204].

αρχοντικά (arhodike): αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! [σελ. 154 & 156].

ας (as): πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν [σελ. 158 & 160] | Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! | Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη [σελ. 162].

άσε (ase): άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162].

ασημένια (asimenja): βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια [σελ. 190].

ασημένιοι (asimenji): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156].

ασήμι (asimi): κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι | κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι [σελ. 198-204].

άσπρα (aspra): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160] | μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν [σελ. 212-216].

ασπράδαις (aspradhes): που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b].

άσπρος (aspros): κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! [σελ. 172b].

άστρα (astra): τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170].

άστρι (astri): ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι [σελ. 198-204].

άσχημος (ashimos): κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b].

αυγαίς (avghjes): κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210].

αυγερινό (avghjerino): τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170].

αυγή (avghi): χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι [σελ. 198-204].

αυλή (avli): να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158].

αυτά (afta): και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια [σελ. 190].

αφ’ (af): άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162].

άφσε (afse): κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158].

βάγιαις (vaghjes): αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204].

βάγιας (vaghjas): τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | ω βάγιαις μου, ω δούλαις μου, ω παραδεξιμιαίς μου [σελ. 198-204].

βάνει (vani): βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια [σελ. 190].

βαρύ (vari): μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170].

βαρυαναστενάζει (varjanastenazi): ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει [σελ. 212-216].

βασίλεμα (vasilema): ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι [σελ. 166 & 168].

βασιλιάς (vasiljas): εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη [σελ. 198-204].

βασιλιώς (vasiljos): δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; [σελ. 168 & 170] | ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου [σελ. 198-204].

βγαίνουν (vghjenun): πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a].

Βενετιά (Venetja): ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη [σελ. 198-204].

βενέτικου (venetiku): του μήλου του βενέτικου τση ροδοκοκκινάδαις [σελ. 158b].

βεργολυγεραίς (vergholighjeres): ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; | βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! [σελ. 198-204].

βέρτα (verta): χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου [σελ. 198-204].

βίγλα (vighla): έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! [σελ. 206 & 208].

βίγλισε (vighlise): έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! [σελ. 206 & 208].

βιολί (vjoli): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι] | και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη [σελ. 154].

Βλαχόπουλο (Vlahopulo): και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης | έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! [σελ. 206 & 208].

Βλαχόπουλου (Vlahopulu): και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του [σελ. 206 & 208].

βλέπει (vlepi): μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση [σελ. 208] | ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει [σελ. 212-216].

βλέπη (vlepi): να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα [σελ. 172a].

βλέπουνε (vlepune): να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a].

βλέπουνται (vlepude): να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα [σελ. 172a].

βλέπω (vlepo): βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! [σελ. 198-204].

βογκάει (vogai): ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει [σελ. 168 & 170].

βογκάς (vogas): τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; [σελ. 168 & 170].

βούλεται (vulete): τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190].

βουλήθηκε (vulithike): του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση [σελ. 164].

βουνά (vuna): σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

βουνό (vuno): από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε [σελ. 208] | κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν [σελ. 208].

βράδυ (vradhi): εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a] | το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια | το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν [σελ. 208].

βράχος (vrahos): το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

βράχους (vrahus): να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους [σελ. 212-216].

βρίσκει (vriski): τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη [σελ. 198-204].

βρίσκω (vrisko): βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b].

βύζαινε (vizene): κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι [σελ. 198-204].

γαϊτάνια (ghaitanja): φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια [σελ. 158b].

γειτονιά (ghitonja): γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου [σελ. 212-216].

γενώ (ghjeno): πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη [σελ. 174b].

γέρους (ghjerus): πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια [σελ. 164].

γεύομαι (ghjevome): και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα [σελ. 156 & 158].

γευόνταν (ghjevodan): επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν [σελ. 162] | κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162].

γευτής (ghjeftis): να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης [σελ. 156 & 158].

γευτούμε (ghjeftume): καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε [σελ. 162].

γέψου (ghjepsu): α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το [σελ. 156 & 158].

γη (ghi): το λένε γη Αγραφιώτισσαις και γη Αγραφιωτοπούλαις [σελ. 210].

γην (ghin): κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152].

γης (ghis): κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα] | κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι | πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω | και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! [σελ. 198-204].

γι’ (ghi): πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια [σελ. 164].

για (1) (ghja): κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι [σελ. 156 & 158] | κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη | στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια [σελ. 158 & 160] | παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162] | πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164] | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b] | να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b] | και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις [σελ. 174b] | για ’δε τα κακορίζικα, τα κακομοιριασμένα [σελ. 198-204] | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε [σελ. 212-216].

για (2) (ghja): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160].

γιαλούς (ghjalus): να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους [σελ. 212-216].

Γιάννου (Ghjanu): του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι [σελ. 212-216].

γιατ’ (ghjat): γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου [σελ. 212-216].

γιατί (ghjati): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160] | γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168] | γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει [σελ. 208] | γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210] | μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω [σελ. 212-216].

γίνεται (ghinete): πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a].

γιόμα (ghjoma): να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης | α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το [σελ. 156 & 158] | επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν | δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας [σελ. 162].

γιοφύρι (ghjofiri): γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160].

Γιωργιού (Ghjorghju): κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι [σελ. 212-216].

γλώσσα (ghlosa): και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα [σελ. 212-216].

γλωσσούλα (ghlosula): φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα [σελ. 212-216].

γνωρίζει (ghnorizi): τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει! [σελ. 198-204].

γοργ’ (ghorgh): γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο [σελ. 198-204].

γραμματισμένο (ghramatizmeno): έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο [σελ. 198-204].

γρόσια (ghrosja): πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια | να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

γυαλί (ghjali): δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει | δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη | χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει | χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να πίνη [σελ. 168].

γυιε (ghje): πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης [σελ. 198-204].

γυιοι (ghj): δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν [σελ. 208].

γυιος (ghjos): ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου [σελ. 198-204] | μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου [σελ. 212-216].

γυιου (ghju): του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι [σελ. 212-216].

γυναίκα (ghineka): μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη [σελ. 198-204].

γυναίκες (ghinekes): στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190] | γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! | ν’ αναιβοκαταιβαίνουνε καλών αντρών γυναίκες [σελ. 158 & 160].

γυρίζει (ghirizi): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει | κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152].

γύρισ’ (ghiris): κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b].

γύρος (ghiros): ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση [σελ. 198-204].

δάκρυ (dhakri): και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ [σελ. 212-216].

δάκρυα (dhakria): με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια [σελ. 212-216].

δαμάσκηνο (dhamaskino): σα μήλο, σα δαμασκηνό κιτρινοφυλλιασμένο [σελ. 198-204].

δανείση (dhanisi): να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος [σελ. 174b].

δαχτυλιδάκι (dhahtilidhaki): ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι [σελ. 198-204].

δε (dhe): κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152] | Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160] | οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται | δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας [σελ. 162] | πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a] | δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το | δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε | αν δε φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται παιθαμμένα [σελ. 198-204] | εδώ πέρδικα δε λαλεί κη ο κούκος δε το λέει [σελ. 210].

δε’ (dhe): για ’δε τα κακορίζικα, τα κακομοιριασμένα [σελ. 198-204].

δειπνάει (dhipnai): γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168].

δειπνάω (dhipnao): και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα [σελ. 156 & 158].

δείπνησε (dhipnise): α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το [σελ. 156 & 158].

δειπνήσης (dhipnisis): να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης [σελ. 156 & 158].

δείπνο (dhipno): να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης [σελ. 156 & 158] | α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το [σελ. 156 & 158].

δεμ (dhem): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160] | δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει | δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση [σελ. 166 & 168] | χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει | χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται [σελ. 168].

δεμένους (dhemenus): κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους [σελ. 206 & 208].

δεν (dhen): πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162] | στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190] | δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει | δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη [σελ. 166 & 168] | χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει [σελ. 168] | χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη [σελ. 168] | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη | τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; | δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; | δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; | δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω [σελ. 168 & 170] | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a] | πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a] | δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το | δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! | δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της [σελ. 198-204] | εβίγλισε, διαβίγλισε, διαβιγλισμούς δεν είχε [σελ. 206 & 208] | ολημερίς ετρέχανε, κυνήγι δεν εκάμαν | το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν [σελ. 208] | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου [σελ. 212-216].

δένη (dheni): και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της [σελ. 198-204].

δένω (dheno): και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου [σελ. 198-204].

διαβαίνετε (dhjavenete): διαβάταις που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε [σελ. 212-216].

διαβαίνουν (dhjavenun): να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b].

διαβάσ’ (dhjavas): να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! [σελ. 212-216].

διαβάτες (dhjavates): και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις | διαβάταις που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε [σελ. 212-216].

διαβίγλισε (dhjavighlise): εβίγλισε, διαβίγλισε, διαβιγλισμούς δεν είχε [σελ. 206 & 208].

διαβιγλισμούς (dhjavighlizmus): εβίγλισε, διαβίγλισε, διαβιγλισμούς δεν είχε [σελ. 206 & 208].

διαβούν (dhjavun): μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου [σελ. 212-216].

διαβώ (dhjavo): όχι να πάρω να διαβώ, να πάρω να μισέψω [σελ. 168 & 170].

διακόσια (dhjakosja): να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια [σελ. 190] | κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια [σελ. 168 & 170].

διαλάλησε (dhjalalise): ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160] | κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το [σελ. 212-216].

διαλύνης (dhjalinis): κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

Διγενή (Dhighjeni): δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208].

δικό (dhiko): δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208].

δίκοπα (dhikopa): σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα [σελ. 158 & 160].

δίνω (dhino): χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι | κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες [σελ. 198-204].

διπλοχαιρετιώντα (dhiploheretjoda): κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα [σελ. 166 & 168].

δίχως (dhihos): δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει | δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση | δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη | δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη | δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση | δίχως μεσαλοτουβάελα να κάθεται να φάη [σελ. 166 & 168].

δο (dho): δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι [σελ. 208].

δόλια (dholja): κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι [σελ. 212-216].

δόντια (dhodja): δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της [σελ. 198-204].

δούλες (dhules): ω βάγιαις μου, ω δούλαις μου, ω παραδεξιμιαίς μου [σελ. 198-204].

δύο (dhio): φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια [σελ. 158b] | πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα | κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες [σελ. 206 & 208] | οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο [σελ. 210] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

δώδεκα (dhodheka): δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν [σελ. 208] | πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208].

έβγα (evgha): έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! [σελ. 206 & 208] | κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το [σελ. 212-216].

έβγαλε (evghale): χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204].

εβγήκε (evghike): κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει [σελ. 208].

εβίγλισε (avighlise): εβίγλισε, διαβίγλισε, διαβιγλισμούς δεν είχε [σελ. 206 & 208].

εβύζαινε (evizene): κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι [σελ. 198-204].

εγίνη (eghini): ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204].

εγύρισε (eghirise): εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου [σελ. 166 & 168].

εγώ (egho): κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα [σελ. 156 & 158] | κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160] | δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας [σελ. 162] | σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168] | τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; | δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; [σελ. 168 & 170] | στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190] | μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω | μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι [σελ. 198-204].

εγώχω (eghoho): σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168].

εδείλιασε (edhiljase): εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208].

εδείπνησε (edhipnise): γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις [σελ. 198-204].

εδιάβαινα (edhjavena): εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170].

εδικούς (edhikus): κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158].

εδώ (edho): εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη [σελ. 198-204] | εδώ πέρδικα δε λαλεί κη ο κούκος δε το λέει [σελ. 210].

εζύμωνε (ezimone): του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι [σελ. 212-216].

ειδ’ (idh): ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου [σελ. 198-204] | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208].

είδα (idha): κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο | είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια | είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι [σελ. 198-204].

είδαμε (idhame): εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο [σελ. 212-216].

είδε (idhe): δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας [σελ. 162] | ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; [σελ. 198-204].

είδετ’ (idhet): μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

ειμ’ (im): γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου [σελ. 212-216].

είμαι (ime): κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! | κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b].

ειν’ (in): μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170] | τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι [σελ. 190] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

είναι (ine): παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι [σελ. 168 & 170] | πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a] | τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι [σελ. 190] | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης | όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! [σελ. 198-204] | γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει | δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208] | κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι; [σελ. 212-216].

εις (is): ήταν και εις το σπίτι του καράβι αρματωμένο [σελ. 154].

εισ’ (is): μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου [σελ. 212-216].

είτε (ite): δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα [σελ. 212-216].

είχα (iha): είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170].

είχαν (ihan): που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b] | οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

είχε (ihe): κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | εβίγλισε, διαβίγλισε, διαβιγλισμούς δεν είχε [σελ. 206 & 208] | πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208] | είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια [σελ. 212-216].

εκάμαν (ekaman): ολημερίς ετρέχανε, κυνήγι δεν εκάμαν [σελ. 208].

έκαμες (ekames): πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160].

εκαταδεχόμουνα (ekatadhehomuna): δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω [σελ. 168 & 170].

εκατό (ekato): να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια [σελ. 190] | κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια [σελ. 168 & 170].

έκατσα (ekaca): παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι [σελ. 168 & 170].

έκατσε (ekace): γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις [σελ. 198-204].

εκεί (eki): κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα [σελ. 166 & 168] | κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται [σελ. 206 & 208].

εκείν’ (ekin): κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον [σελ. 212-216].

εκείνη (ekini): που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; [σελ. 198-204] | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι [σελ. 212-216].

εκείνο (ekino): και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη [σελ. 154].

εκείνον (ekinon): κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210].

εκείνος (ekinos): κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος [σελ. 158 & 160] | κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια [σελ. 198-204].

εκίνησες (ekinises): ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι [σελ. 156 & 158].

εκκλησιά (eklisja): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι [σελ. 154].

εκκλησιάς (eklisjas): εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a].

έκλεισε (eklise): γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις [σελ. 198-204].

εκοιμάτο (ekimato): γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο [σελ. 198-204].

Ελάτου (Elatu): από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε | κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν [σελ. 208].

έλεγε (eleghe): εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου [σελ. 166 & 168].

εμάγευε (emagheve): οληνυχτίς εμάγευε μάνα και θυγατέρα [σελ. 198-204].

εμείς (emis): για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε | εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο [σελ. 212-216].

εμέτρησα (emetrisa): παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι [σελ. 168 & 170].

εμίσεψε (emisepse): ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι [σελ. 198-204].

εν’ (en): μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

ένα (ena): πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a] | κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους | σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι [σελ. 206 & 208] | γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει [σελ. 208] | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210] | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη | το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου [σελ. 212-216].

έναν (enan): μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

εννιά (enja): εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά μυρολοΐστραις [σελ. 154 & 156].

ενού (enu): κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα [σελ. 168 & 170].

επάνω (epano): μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170].

επαράκουσε (eparakuse): κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια [σελ. 198-204].

επαραπάτησα (eparapatisa): κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα [σελ. 168 & 170].

επαράσκυψε (eparaskipse): και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της [σελ. 198-204].

επάτησες (epatises): μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170].

επερπατούνε (eperpatune): σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου [σελ. 158b].

έπεσε (epese): ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο [σελ. 198-204].

έπεσες (epeses): τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156].

επήαινε (epiene): επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο [σελ. 198-204].

επήγαινε (epighjene): στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204].

επήγαν (epighan): το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν [σελ. 208].

επήγε (epighe): επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν [σελ. 162].

επήρ’ (epir): επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους [σελ. 212-216].

επήρα (epira): κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

έπινα (epina): κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα [σελ. 166 & 168].

έπιναν (epinan): αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα [σελ. 206 & 208].

επροβάτουνα (eprovatuna): δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; [σελ. 168 & 170].

ερράγισε (eraghise): και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια [σελ. 206 & 208].

έρταις (ertes): πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164].

έρχετ’ (erhet): έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

ερωτιάρα (erotjara): έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο [σελ. 198-204].

εσβύστη (ezvisti): και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη [σελ. 154].

εσέ (ese): εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά μυρολοΐστραις [σελ. 154 & 156].

εσείς (esis): εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208].

εσείστηκε (esistike): ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη [σελ. 198-204].

έσκυψ’ (eskips): κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

εσύ (esi): σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168] | σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168] | που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; [σελ. 198-204].

εταράχτη (etarahti): ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη [σελ. 198-204].

ετοιμάστηκε (etimastike): νοικοκυρά ετοιμάστηκε να πάρη να μισέψη [σελ. 158a].

ετρέχανε (etrehane): ολημερίς ετρέχανε, κυνήγι δεν εκάμαν [σελ. 208].

έτρωγα (etrogha): κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα [σελ. 166 & 168].

ευγενικέ (evghjenike): αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! [σελ. 154 & 156].

εύρη (evri): οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210].

ευρήκ’ (evrik): εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι [σελ. 212-216].

ευρήκε (evrike): κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι [σελ. 212-216].

εύρης (evris): κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! [σελ. 206 & 208].

ευτού (eftu): ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι [σελ. 156 & 158] | ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190].

ευχή (efhi): δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! [σελ. 208].

εφάνη (efani): και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της [σελ. 198-204].

εφτά (efta): ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι [σελ. 198-204].

εχ (eh): οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

έχασες (ehases): έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο [σελ. 198-204].

έχεις (ehis): τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156] | τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; [σελ. 168 & 170].

έχη (ehi): κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα [σελ. 198-204].

έχουμε (ehume): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154].

έχουν (ehun): κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους [σελ. 206 & 208].

έχω (eho): κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι [σελ. 156 & 158] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168].

εψές (epses): εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a] | εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο [σελ. 212-216].

ζήσης (zisis): όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! [σελ. 198-204].

ζουλέψατε (zulepsate): πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a].

ζύμωνε (zimone): με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια [σελ. 212-216].

ζωντανά (zodana): αν δε φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται παιθαμμένα [σελ. 198-204].

η (i): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη | κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι [σελ. 154 & 156] | να καταιβαίνουν η αδερφαίς, να καταιβαίνουν η μάναις [σελ. 158 & 160] | να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

η (i): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156] | κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190] | ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160] | εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου [σελ. 166 & 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο | να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα [σελ. 172a] | ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! | τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει | ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204] | κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208] | γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210] | του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι | και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ | και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του | να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι | το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

ήθελα (ithela): δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου [σελ. 198-204].

ήθελε (ithele): δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της [σελ. 198-204] | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη [σελ. 212-216].

ηλιού (ilju): ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι [σελ. 166 & 168].

ήλιου (ilju): που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b].

ήμουν (imun): τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; | δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; [σελ. 168 & 170].

ήναι (ine): φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b] | αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες [σελ. 198-204] | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

ήρθ’ (irth): φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208].

ήρθα (irtha): παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162].

ηστ’ (ist): αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! [σελ. 206 & 208].

ήταν (itan): ήταν και εις το σπίτι του καράβι αρματωμένο [σελ. 154] | που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156] | μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του [σελ. 158 & 160] | παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο [σελ. 162] | κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια [σελ. 168 & 170].

ήτανε (itane): και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια [σελ. 168 & 170].

ηύρηκε (ivrike): επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν [σελ. 162].

θα (tha): μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω [σελ. 198-204] | και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ | και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις [σελ. 212-216].

θάλασσα (thalasa): είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια | το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

θάμα (thama): δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208].

θαύρης (thavris): θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον [σελ. 212-216].

θε (the): πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη [σελ. 174b] | μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω [σελ. 212-216].

θε (the): ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις [σελ. 158 & 160].

θέλει (theli): δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε [σελ. 198-204].

θέλη (theli): αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου [σελ. 198-204].

θέλης (thelis): αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204].

θέλω (thelo): δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας [σελ. 162] | δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το [σελ. 198-204] | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου [σελ. 212-216].

θεμελιώση (themeljosi): του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση [σελ. 164].

θέμελο (themelo): πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια [σελ. 164].

θέον (theon): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158].

θεός (theos): πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a].

θεργιό (therjo): γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει [σελ. 208] | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει [σελ. 208].

θρονί (throni): δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει | δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη [σελ. 166 & 168] | χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει [σελ. 168] | χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να πίνη [σελ. 168].

θυγατέρα (thighatera): οληνυχτίς εμάγευε μάνα και θυγατέρα [σελ. 198-204].

θυμιατό (thimjato): πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες [σελ. 156 & 158].

ιδές (idhes): άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158].

ιδής (idhis): κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b] | να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης [σελ. 212-216].

ιδούνε (idhune): κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε [σελ. 198-204].

ιδώ (idho): να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b].

ιστόρησε (istorise): κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του [σελ. 158b].

κ’ (k’): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη | που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156] | άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη | κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158] | κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του [σελ. 158b] | να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια | μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο | να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a] | κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190] | ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη | ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204] | εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208] | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι [σελ. 212-216].

καβελλάρις (kavelaris): μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις [σελ. 158 & 160].

καθ’ (kath): καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a].

κάθεται (kathete): δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει | δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη | δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη | δίχως μεσαλοτουβάελα να κάθεται να φάη [σελ. 166 & 168].

κάθηται (kathite): χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει | χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη | χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να | χωρίς περουνομάχαιρο να κάθηται να τρώγη [σελ. 168].

κάθισε (kathise): καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε [σελ. 162].

καθώς (kathos): φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει [σελ. 158b].

και (ke): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει [σελ. 152] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα | ήταν και εις το σπίτι του καράβι αρματωμένο | και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη [σελ. 154] | τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης | και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια [σελ. 154 & 156] | να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης | να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης | α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω | και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα | και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι | και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα [σελ. 156 & 158] | κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b] | μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις | μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του | στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα | πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια | και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους! | να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια | και να χωρίζω αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα [σελ. 158 & 160] | επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν | να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει πενήντα πέντε | άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162] | πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164] | κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα | εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου [σελ. 166 & 168] | είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168] | και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια | ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει | τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια | και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170] | κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν | και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου | καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος | να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα | να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα [σελ. 172a] | κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης | κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! [σελ. 172b] | και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι [σελ. 174a] | και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις | και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια [σελ. 174b] | βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια | και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια | πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις | και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190] | και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση | και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι] | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο | κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου | οληνυχτίς εμάγευε μάνα και θυγατέρα | άνοιξε, μάισσας παιδί και μάισσας αγγόνι | οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! | έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο [σελ. 198-204] | και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης | αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα | κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται | εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! | και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! | πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι | και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια [σελ. 206 & 208] | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! | γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει | κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα | δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208] | γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210] | με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια | και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ | και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις | ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει | οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

κακό (kako): γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει [σελ. 208] | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει [σελ. 208].

κακομοιριασμένα (kakomirjazmena): για ’δε τα κακορίζικα, τα κακομοιριασμένα [σελ. 198-204].

κακορίζικα (kakorizika): για ’δε τα κακορίζικα, τα κακομοιριασμένα [σελ. 198-204].

κακοφάνη (kakofani): κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη [σελ. 162].

καλά (kala): ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις | πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a] | καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει! | όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! [σελ. 198-204].

κάλαμος (kalamos): ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204].

καλή (kali): κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a].

καλίγια (kalighja): μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε [σελ. 198-204] χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204].

καλιγώνει (kalighoni): νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει [σελ. 190].

κάλλιο (kaljo): παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162].

καλλίτεραις (kaliteres): κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι [σελ. 154 & 156].

καλλίτερο (kalitero): παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162].

καλό (kalo): πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a] | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! [σελ. 208] | μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη [σελ. 212-216].

καλοκαίρι (kalokeri): τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι [σελ. 190].

καλού (kalu): δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; [σελ. 168 & 170].

καλών (kalon): γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες | ν’ αναιβοκαταιβαίνουνε καλών αντρών γυναίκες [σελ. 158 & 160].

καλώς (kalos): καλώς τα παλληκάρια μου, καλώς τα πολεμάτε! | καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε [σελ. 162] | καλώς τον άρχοντα Φουκά, καλώς το Νικηφόρο | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! | καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει! [σελ. 198-204].

κάμαρα (kamara): οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204].

κάμε (kame): κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b].

κάμης (kamis): να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης [σελ. 212-216].

κάμπους (kabus): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι [σελ. 154] | μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις [σελ. 158 & 160].

κάμω (kamo): Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω | σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; [σελ. 198-204].

κάνει (kani): πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a].

κανείς (kanis): κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162].

κάνεις (kanis): ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις | πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160].

κάνουν (kanun): και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a].

κάνουνε (kanune): σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε [σελ. 198-204] | σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε; [σελ. 206 & 208].

καντήλι (kadili): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι [σελ. 154] | και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη [σελ. 154].

καπνίσεις (kapnisis): ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης [σελ. 212-216].

κάπου (kapu): κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη [σελ. 162].

κάπως (kapos): κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα [σελ. 168 & 170] | και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της [σελ. 198-204].

καράβι (karavi): ήταν και εις τι σπίτι του καράβι αρματωμένο [σελ. 154] | και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη [σελ. 154] | ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι [σελ. 198-204].

καράβια (karavja): να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια [σελ. 212-216].

καρδιές (kardhjes): στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια [σελ. 158 & 160].

καρφιά (karfja): βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια [σελ. 190].

κάστρι (kastri): ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση | κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα [σελ. 198-204].

κάστρο (kastro): σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

καστροπολεμίτης (kastropolemitis): και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης [σελ. 206 & 208].

καταδέχεταί (katadhehete): δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε [σελ. 198-204].

καταδέχουμαι (katadhehume): δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το [σελ. 198-204].

καταδέχτηκα (katadhehtika): και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170].

καταίβαινε (katevene): μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις [σελ. 158 & 160].

καταιβαίνουν (katevenun): να καταιβαίνουν η αδερφαίς, να καταιβαίνουν η μάναις [σελ. 158 & 160].

καταιβώ (katevo): πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη [σελ. 174b].

κατάμαυρος (katamavros): μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του [σελ. 158 & 160].

καταρουφάει (katarufai): γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει [σελ. 208] | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει [σελ. 208].

καταφέρνω (kataferno): σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168].

κάτεργα (katergha): μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου | να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια [σελ. 212-216].

κάτσε (kace): κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του [σελ. 158b].

κάτω (kato): γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a] | πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a].

καϋμένο (kajmeno): και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190].

κεινής (kinis): κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι | κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι [σελ. 198-204].

κείνος (kinos): κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152].

κελλί (keli): τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο [σελ. 198-204].

κεφαλή (kefali): χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου [σελ. 198-204] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

κεφάλι (kefali): κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι [σελ. 154 & 156] | φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει | φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b] | μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170] | και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι [σελ. 174a] | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι | κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι; [σελ. 212-216].

κεφάλια (kefalja): στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια [σελ. 158 & 160] | και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια [σελ. 206 & 208] | πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208].

κη (ki): και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη [σελ. 154] | αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! | τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156] | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω | κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα | κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι | άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη | κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158] | κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της | κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a] | πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν | κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη | κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος | κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160] | κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη | κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν | Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! | Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη | κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει [σελ. 162] | κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα | κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα | σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168] | κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει | σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168] | παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι | ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει | τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; | τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; | δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; [σελ. 168 & 170] | κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a] | κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου | κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! | κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b] | να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b] | τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι | τώρα κη ο ξένος βούλεται στ ν τόπον του να πάη | και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια [σελ. 190] | και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της | που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; | κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου | κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια | γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο | από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204] | ο Κωσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος | αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα | κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους | κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται | κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! | αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! | εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208] | κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει | κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208] | οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα | κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει | κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει | οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο [σελ. 210] | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210] | κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι | μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε | μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη | φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα | γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης | κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι [σελ. 212-216].

κιλαϊδούσαν (kilaidhusan): οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

κιτρινοφυλλιασμένο (kitrinofiljazmeno): σα μήλο, σα δαμασκηνό κιτρινοφυλλιασμένο [σελ. 198-204].

κλαίει (klei): να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! [σελ. 212-216].

κλειδιά (klidhja): κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει [σελ. 158a] | να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος [σελ. 174b].

κλερονόμοι (kleronomi): πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158].

κλινάρι (klinari): και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170].

κλίνη (klini): να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης [σελ. 156 & 158] | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158] | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο [σελ. 198-204].

κλουθούνε (kluthune): στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190].

κλώνοι (kloni): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156].

κλώσσα (klosa): πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια | κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

κόβει (kovi): γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210].

κόβοντας (kovodas): και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια [σελ. 206 & 208].

κοιμάται (kimate): χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται | χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται [σελ. 168].

κοιμήσου (kimisu): κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158] | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου [σελ. 198-204].

κόκκινος (kokinos): κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! [σελ. 172b].

κοντά (koda): κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες | από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204] | κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το [σελ. 212-216].

κόρη (kori): κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190] | μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω | έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο | ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204].

κορμί (kormi): και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι [σελ. 174a] | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι | κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι; [σελ. 212-216].

κορμιά (kormja): κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160].

κόσμο (kozmo): γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a].

κόσμος (kozmos): καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a] | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! [σελ. 198-204] | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! [σελ. 212-216].

κουρνιαχτό (kurnjahto): και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα [σελ. 156 & 158].

κουρσεύει (kursevi): κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210].

κουρσεύου (kursevu): εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208].

κουρσιά (kursja): σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε; [σελ. 206 & 208].

κουφάρια (kufarja): εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208].

κόψε (kopse): κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες [σελ. 206 & 208].

κρασί (krasi): να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162].

κρίθος (krithos): να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια [σελ. 190].

κρουσέψη (krusepsi): κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη [σελ. 158 & 160].

κρυφτήτε (kriftite): αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! [σελ. 206 & 208].

κρύψουνε (kripsune): πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν | γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! [σελ. 158 & 160].

κυνηγάει (kinighai): κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει [σελ. 210].

κυνηγήσουν (kinighisun): δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν [σελ. 208].

κυνήγι (kinighi): δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι | ολημερίς ετρέχανε, κυνήγι δεν εκάμαν [σελ. 208].

κυπαρίσσι (kiparisi): πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι [σελ. 154] | ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204].

κύρι (kiri): το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια [σελ. 208].

κωλοσέρνει (koloserni): κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει [σελ. 162].

Κωσταντά (Kostada): πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208].

Κωσταντά (Kostada): στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν [σελ. 198-204] | όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! [σελ. 198-204] | πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι [σελ. 206 & 208].

Κωσταντίνος (Kostadinos): ο Κωσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος [σελ. 206 & 208].

λαγού (laghu): να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162].

λαιμό (lemo): φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b].

λαλεί (lali): εδώ πέρδικα δε λαλεί κη ο κούκος δε το λέει [σελ. 210].

λαχταρίζω (lahtarizo): να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις [σελ. 158 & 160].

λεβένταις (levedes): και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις [σελ. 174b].

λεβέντη (levedi): πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις | ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190].

λέγανε (leghane): οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται [σελ. 162].

λέγει (leghi): κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει [σελ. 168].

λέει (lei): τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208] | εδώ πέρδικα δε λαλεί κη ο κούκος δε το λέει [σελ. 210].

λειδινό (lidhino): δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας [σελ. 162].

λένε (lene): το λένε γη Αγραφιώτισσαις και γη Αγραφιωτοπούλαις [σελ. 210].

λες (les): αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες [σελ. 198-204].

λιβάδι (livadhi): σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι [σελ. 206 & 208].

λίτρα (litra): σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι [σελ. 198-204].

λογάρι (loghari): κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι | κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι [σελ. 198-204].

λόγια (loghja): κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια [σελ. 198-204] | το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια [σελ. 208] | χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

λόγο (logho): κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει [σελ. 168].

λυγερή (ligheri): και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση | κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε | μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει [σελ. 198-204].

λυγνός (lighnos): πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι [σελ. 154].

μ’ (m’): κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος [σελ. 158 & 160] | άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162] | μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170] | κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα | κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι [σελ. 198-204] | πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι [σελ. 206 & 208].

μ’ (m’): να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης [σελ. 212-216].

μα (ma): μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις | πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου [σελ. 212-216].

μάγεψες (maghjepses): οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204].

μάγουλα (maghula): φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b].

Μάι (Mai): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170].

Μάις (Mais): τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι [σελ. 190].

μάισσα (maisa): στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204].

μάισσας (maisas): κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια | άνοιξε, μάισσας παιδί και μάισσας αγγόνι [σελ. 198-204].

μακρυά (makria): από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204].

μαλαματένια (malamatenja): και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια [σελ. 190].

μαλλιά (malja): κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει | άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162] | πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a] | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου [σελ. 198-204] | σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του [σελ. 212-216].

μαλώνει (maloni): άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο [σελ. 168].

μάνα (mana): ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160] | να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα [σελ. 172a] | μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω | μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε | οληνυχτίς εμάγευε μάνα και θυγατέρα [σελ. 198-204] | χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! [σελ. 198-204] | πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208] | του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι | μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω | να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι [σελ. 212-216].

μάναις (manes): να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις | να καταιβαίνουν η αδερφαίς, να καταιβαίνουν η μάναις [σελ. 158 & 160].

μάνας (manas): το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου [σελ. 212-216].

μανιασμένος (manjazmenos): κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος [σελ. 158 & 160].

μανούλα (manula): κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b].

μαραμένα (maramena): είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168].

μαραμένο (marameno): επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο [σελ. 198-204].

μαργαριτάρι (margharitari): σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι [σελ. 198-204].

μαργαριτάρια (margharitarja): και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια [σελ. 154 & 156].

μάρμαρα (marmara): κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια [σελ. 168 & 170].

μας (mas): πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a] | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη [σελ. 198-204] | σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε; | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! [σελ. 206 & 208] | δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι | δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208] | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε [σελ. 212-216].

μαστόρισσα (mastorisa): μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα [σελ. 158b].

ματαγυρίσης (mataghirisis): αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης [σελ. 156 & 158].

ματάκια (matakja): άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158].

ματασαρτάρουμε (matasartarume): Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη [σελ. 162].

μάτια (matja): τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια [σελ. 158b] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170] | πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a] | αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες [σελ. 198-204].

μαύρα (mavra): πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a] | μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν [σελ. 212-216].

μαύρη (mavri): κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152] | κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα [σελ. 156 & 158] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

μαύρο (mavro): μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του [σελ. 158 & 160].

μαύρος (mavros): μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του [σελ. 158 & 160] | κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b] | εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208] | το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

μαύρους (mavrus): κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους [σελ. 206 & 208].

μαχαίρι (maheri): χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204].

με (me): άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162] | πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις [σελ. 190] | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης | κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! | κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b] | τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει! | οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204].

με (me): γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168] | άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο [σελ. 168] | δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; [σελ. 168 & 170] | πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208] | με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια [σελ. 212-216] | να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια [σελ. 212-216].

Μέγα (Megha): ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι [σελ. 198-204].

μεγάλη (meghali): μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170].

μεγαλοδύναμε (meghalodhiname): ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις [σελ. 158 & 160].

μέρα (mera): κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

μέρες (meres): σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε [σελ. 198-204].

μερετάρει (meretari): φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει [σελ. 158b].

μεριά (merja): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156].

μες (mes): γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160] | πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούς αρμούς χωρίζουν; [σελ. 174a] | μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει [σελ. 198-204].

μεσ’ (mes): ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | μεσουρανίς το πέταξε, μεσ’ την καρδιά του πάει [σελ. 198-204].

μέσα (mesa): κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα | οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204].

μεσαλοτουβάελα (mesalotuvaela): δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη | δίχως μεσαλοτουβάελα να κάθεται να φάη [σελ. 166 & 168].

μέση (mesi): εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a].

μεσημέρι (mesimeri): χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι [σελ. 198-204].

Μέσοντας (Mesodas): ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι [σελ. 198-204].

μεσούλα (mesula): κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει [σελ. 158a].

μεσουρανίς (mesuranis): μεσουρανίς το πέταξε, μεσ’ την καρδιά του πάει [σελ. 198-204].

μη (mi): μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου | μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

μήλα (mila): είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168].

μηλιά (milja): τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156].

μήλο (milo): επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο [σελ. 198-204] | σα μήλο, σα δαμασκηνό κιτρινοφυλλιασμένο [σελ. 198-204].

μήλου (milu): του μήλου του βενέτικου τση ροδοκοκκινάδαις [σελ. 158b].

μημ (mim): ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι [σελ. 166 & 168] | από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε [σελ. 208].

μην (min): αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης [σελ. 156 & 158] | μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; [σελ. 168 & 170] | ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη! [σελ. 210] | ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

μήνες (mines): να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης [σελ. 212-216].

μια (mja): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156] | άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158] | και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση | στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204] | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση [σελ. 208].

μιας (mjas): τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο [σελ. 198-204].

μικρά (mikra): πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164] | είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168].

μικρό (mikro): και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης [σελ. 206 & 208].

μικρός (mikros): ο Κωσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος [σελ. 206 & 208].

μικρού (mikru): και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του [σελ. 206 & 208].

μικρούτσικα (mikrucika): και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια [σελ. 174b].

μικρώνε (mikrone): και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια [σελ. 168 & 170].

μίλησε (milise): κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! [σελ. 206 & 208].

μισέψ’ (miseps): μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου [σελ. 212-216].

μίσεψε (misepse): και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα [σελ. 156 & 158].

μισέψη (misepsi): νοικοκυρά ετοιμάστηκε να πάρη να μισέψη [σελ. 158a].

μισέψω (misepso): όχι να πάρω να διαβώ, να πάρω να μισέψω [σελ. 168 & 170].

μνήμα (mnima): κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα | ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει | τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; [σελ. 168 & 170].

μνήματα (mnimata): παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι | κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια [σελ. 168 & 170].

μοναχό (monaho): κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα [σελ. 198-204] | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210].

μου (mu): τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156] | στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158] | καλώς τα παλληκάρια μου, καλώς τα πολεμάτε! [σελ. 162] | τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170] | πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις | ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190] | κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b] | να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος [σελ. 174b] | αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες | δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; | ω βάγιαις μου, ω δούλαις μου, ω παραδεξιμιαίς μου | χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου | χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! | οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204] | πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι | αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! | και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια | εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208] | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208] | ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης | μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου | μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω | θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον | μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; | φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου | το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου | το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου [σελ. 212-216].

μουν’ (mun): μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170].

μούφερες (muferes): Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168].

μπάντα (bada): άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158].

μπήκε (bike): στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208].

μπολούλα (bolula): και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ [σελ. 212-216].

μπόρις (boris): μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου [σελ. 212-216].

μύρια (mirja): χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι [σελ. 198-204].

μυρολόγι (mirologhi): ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι [σελ. 166 & 168].

μυρολόγια (mirologhja): με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια [σελ. 212-216].

μυρολόι (miroloi): αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! [σελ. 154 & 156].

μυρολοΐστραις (miroloistres): εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά μυρολοΐστραις [σελ. 154 & 156].

μωρέ (more): έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! [σελ. 206 & 208].

ν (n): φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια [σελ. 158b].

ν’ (n’): κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a] | ν’ αναιβοκαταιβαίνουνε καλών αντρών γυναίκες [σελ. 158 & 160] | καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a] | σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε [σελ. 198-204] | από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε [σελ. 208].

να (na): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154] | ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι | στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω | να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα | να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης | να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης | αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης [σελ. 156 & 158] | νοικοκυρά ετοιμάστηκε να πάρη να μισέψη | κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a] | μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα [σελ. 158b] | γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! | κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη | μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις | να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια | να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! | να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις | και να χωρίζω αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα | να καταιβαίνουν η αδερφαίς, να καταιβαίνουν η μάναις [σελ. 158 & 160] | καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε | να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι | να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162] | του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση [σελ. 164] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω;] | δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να | δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη | σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω | δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη | δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση | δίχως μεσαλοτουβάελα να κάθεται να φάη [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; | χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη | χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται | χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να πίνη | χωρίς περουνομάχαιρο να κάθηται να τρώγη | χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται [σελ. 168] | όχι να πάρω να διαβώ, να πάρω να μισέψω | δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω [σελ. 168 & 170] | να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα | να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα | να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a] | κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b] | πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη | να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους | να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος | να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b] | τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη | ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! | να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια [σελ. 190] | και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης | ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση | κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; | χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204] | δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν | δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι [σελ. 208] | ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη! [σελ. 210] | μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου | μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω | να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια | να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη | χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω| το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου | το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου | να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον [σελ. 212-216].

νάβγη (navghi): κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη [σελ. 158 & 160].

ναν’ (nan): κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; [σελ. 198-204].

νέαις (nees): να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b].

νέους (neus): πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια [σελ. 164] | να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b].

νεράντσι (neranci): φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b].

νεραντσούλα (nerancula): σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του [σελ. 212-216].

νιαις (njes): είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια [σελ. 168] | κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν [σελ. 172a] | βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b].

νιαις (njes): να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b].

νιε (nje): τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; [σελ. 168 & 170].

Νικηφόρο (Nikiforo): στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο [σελ. 198-204].

νιο (njo): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει [σελ. 168 & 170].

νιον (njon): έχασες κόρη ερωταριά και νιον γραμματισμένο [σελ. 198-204] | μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

νιος (nios): τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; [σελ. 168 & 170] | ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204] | ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει [σελ. 212-216].

νιότη (njoti): φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου [σελ. 212-216].

νιους (njus): είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια [σελ. 168] | κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν [σελ. 172a] | να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b].

νιούτσικε (njucike): εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά μυρολοΐστραις [σελ. 154 & 156].

νοικοκυρά (nikokira): νοικοκυρά ετοιμάστηκε να πάρη να μισέψη | κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a].

νύφη (nifi): μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση [σελ. 208].

νύχια (nihja): κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b].

νύχτα (nihta): δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; [σελ. 168 & 170] | νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει [σελ. 190] | ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; | βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! [σελ. 198-204] | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

νύχτες (nihtes): κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210].

ξαγναντά (ksaghnada): από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204].

ξαγοράση (ksaghorasi): ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση [σελ. 198-204].

ξαμαρτωμένους (ksamartomenus): βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b].

ξαμάρτωτους (ksamartotus): είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια [σελ. 168].

ξανθά (ksantha): πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a] | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της [σελ. 198-204].

ξαπλωμένο (ksaplomeno): εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο [σελ. 212-216].

ξεγυμνωμένα (kseghimnomena): σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα [σελ. 158 & 160].

ξένα (ksena): οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

ξενιτειά (ksenitja): οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

ξένος (ksenos): τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190].

ξένους (ksenus): κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει [σελ. 210].

ξεριζώθης (kserizothis): τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156].

ξεσκεπάσης (kseskepasis): και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b].

ξεστόλιστες (ksestolistes): βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b].

ξημερώματα (ksimeromata): κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες [σελ. 198-204] | κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το [σελ. 212-216].

ξυπνάει (ksipnai): ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει [σελ. 212-216].

ο (o): κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη [σελ. 158 & 160] | κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει πενήντα πέντε [σελ. 162] | γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168] | κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει [σελ. 168] | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει | καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a] | τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190] | ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι | ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου | ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη | ο νιος εγίνη κάλαμος κ’ η κόρη κυπαρίσσι [σελ. 198-204] | ο Κωσταντίνος ο μικρός κη ο Αλέξις ο αντρειωμένος | και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης | εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208] | γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210] | μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου | ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! | το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

ό,τι (oti): κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα [σελ. 198-204].

οθ’ (oth): οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210].

οι (i): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156] | πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες | πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158] | να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια | να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160] | οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται | να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162] | ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι [σελ. 198-204] | εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208].

ολημερίς (olimeris): ολημερίς ετρέχανε, κυνήγι δεν εκάμαν [σελ. 208].

όλο (olo): κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210] | κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει [σελ. 210].

ολονυχτίς (olonihtis): οληνυχτίς εμάγευε μάνα και θυγατέρα [σελ. 198-204].

όλος (olos): να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! [σελ. 212-216].

ολόχρυσο (olohriso): του γύρου γύρου ολόχρυσο, στη μέση το φαρμάκι! [σελ. 198-204].

όμορφα (omorfa): κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160].

ομορφιαίς (omorfjes): που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b].

όμορφο (omorfo): και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη [σελ. 154] | σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι [σελ. 206 & 208].

όμορφους (omorfus): και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις [σελ. 174b].

ομπρός (obros): αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! [σελ. 206 & 208].

όνειρο (oniro): μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! | δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208].

οπίσω (opiso): κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152] | αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! [σελ. 206 & 208].

όποια (opja): κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a].

όποιος (opjos): Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! | Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη [σελ. 162].

οπού (opu): κεινής οπού μ’ εβύζαινε, ασήμι και λογάρι | κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι | στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204].

οπού (opu): στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν [σελ. 198-204] | οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

οπούρτες (opurtes): οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204].

οπώχ’ (opoh): οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

ορθή (orthi): κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190].

ορκίζω (orkizo): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158].

όσοι (osi): κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ όσοι κη αν γευόνταν [σελ. 162].

ουρανοί (urani): ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι [σελ. 198-204].

ουρανούς (uranus): φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208].

οχ (oh): κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει [σελ. 162] | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204] | φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου [σελ. 212-216].

όχι (ohi): όχι να πάρω να διαβώ, να πάρω να μισέψω [σελ. 168 & 170] | κη όχι το κάστρι μοναχό, μ’ ό,τι κη αν έχη μέσα | όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! [σελ. 198-204].

πα (pa): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει | κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152].

παγαίνω (paghjeno): στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190].

πάγω (pagho): κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα [σελ. 156 & 158].

πάει (pai): σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει πενήντα πέντε [σελ. 162] | και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι [σελ. 174a] | και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση [σελ. 198-204].

πάη (pai): τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη | να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια [σελ. 190] | κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον [σελ. 212-216].

παιδί (pedhi): παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162] | δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; [σελ. 168 & 170] | άνοιξε, μάισσας παιδί και μάισσας αγγόνι [σελ. 198-204].

παιδιά (pedhja): πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν [σελ. 158 & 160] | πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164] | είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168] | να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα [σελ. 172a] | και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια [σελ. 174b] | πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208] | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! [σελ. 208].

παιδιών (pedhjon): και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια [σελ. 168 & 170].

παιθαμμένα (pethamena): αν δε φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται παιθαμμένα [σελ. 198-204].

παιθαμμένη (pethameni): τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη [σελ. 198-204].

παλληκάρι (palikari): τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; [σελ. 168 & 170] | μη μου είδετ’ έναν νιον καλό κη εν’ άξιο παλληκάρι; [σελ. 212-216].

παλληκάρια (palikarja): καλώς τα παλληκάρια μου, καλώς τα πολεμάτε! [σελ. 162].

παλούκια (palukja): δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της [σελ. 198-204].

πάμε (pame): δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι [σελ. 208].

πάνε (pane): εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά μυρολοΐστραις [σελ. 154 & 156] | δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν [σελ. 208].

πανεγύρι (paneghiri): κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι [σελ. 212-216].

πανούκλα (panukla): γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210].

παντυχαίνη (padiheni): ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη! [σελ. 210].

παξιμάδι (paksimadhi): του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι [σελ. 212-216].

παπάδες (papadhes): πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες [σελ. 156 & 158].

πάπια (papja): σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου [σελ. 158b].

πάπιας (papjas): φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b].

πάπλωμα (paploma): κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι [σελ. 156 & 158] | είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια [σελ. 212-216].

παπουτσάκι (papucaki): σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι [σελ. 198-204].

παρ’ (par): παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162] | παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι [σελ. 168 & 170] | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους [σελ. 212-216].

παρά (para): παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο [σελ. 162].

παραδείσος (paradhisos): να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος [σελ. 174b].

παραδεξιμιαίς (paradeksimjes): ω βάγιαις μου, ω δούλαις μου, ω παραδεξιμιαίς μου [σελ. 198-204].

παραθύρια (parathirja): πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164].

παρακούσανε (parakusane): το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια [σελ. 208].

παρασαρτάρουμε (parasartarume): Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! [σελ. 162].

παραστέκει (parasteki): κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190].

πάρε (pare): και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα [σελ. 156 & 158] | και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160] | πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις [σελ. 190].

πάρε (pare): πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

πάρη (pari): νοικοκυρά ετοιμάστηκε να πάρη να μισέψη | κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a] | Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! | Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη [σελ. 162] | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη [σελ. 198-204].

πάρης (paris): πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης [σελ. 198-204].

πάρω (paro): όχι να πάρω να διαβώ, να πάρω να μισέψω [σελ. 168 & 170] | να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b] | μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω [σελ. 198-204].

πας (pas): ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι | αν απεφάσισες να πας, να μην ματαγυρίσης [σελ. 156 & 158] | ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190] | κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι | το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου | το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου [σελ. 212-216].

πάσσα (pasa): σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162].

πασχαλιά (pashalja): καθ’ αποκριά και πασχαλιά ν’ ανοίγη ο κάτω κόσμος [σελ. 172a].

πάτε (pate): από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε [σελ. 208].

πατέρα (patera): δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι [σελ. 208].

πατώντας (patodas): εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208].

πάω (pao): χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204] | να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια [σελ. 212-216].

πεθερού (petheru): τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208] | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208].

πέλαγο (pelagho): γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160].

πενήντα (penida): σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162].

πένητες (penites): να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160].

πένητων (peniton): και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160].

πεντακόσια (pedakosja): και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190] | και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια [σελ. 168 & 170].

πέντε (pede): σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε [σελ. 162] | οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο [σελ. 210].

περβατούν (pervatun): ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; | βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! [σελ. 198-204].

πέρδικα (perdhika): εδώ πέρδικα δε λαλεί κη ο κούκος δε το λέει [σελ. 210].

περδίκι (perdhiki): να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162].

περικάλεσα (perikalesa): το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 174b].

περικαλώ (perikalo): στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 158 & 160].

περικλωνάρια (periklonarja): και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια [σελ. 154 & 156].

περιλάβουνε (perilavune): πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158].

περνάτε (pernate): διαβάταις που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε [σελ. 212-216].

πέρνει (perni): πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια | πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164] | κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει | οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210].

πέρνεις (pernis): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160].

πέρνουν (pernun): πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208].

πέρνω (perno): κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160].

περονοκούταλα (peronokutala): χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη [σελ. 168].

περουνομάχαιρο (perunomahero): χωρίς περουνομάχαιρο να κάθηται να τρώγη [σελ. 168].

περπατεί (perpati): κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210].

περπατήσω (perpatiso): δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω [σελ. 168 & 170].

πες (pes): για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε [σελ. 212-216].

πέσε (pese): κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου [σελ. 198-204].

πέση (pesi): ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190].

πέσης (pesis): να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης [σελ. 156 & 158].

πέταλα (petala): βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια [σελ. 190].

πέταξε (petakse): μεσουρανίς το πέταξε, μεσ’ την καρδιά του πάει [σελ. 198-204].

πέτε (pete): πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a].

πετρίτης (petritis): στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208].

πέφτει (pefti): δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση [σελ. 166 & 168] | χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται [σελ. 168].

πέφτει (pefti): δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση [σελ. 166 & 168] | χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται [σελ. 168].

πέφτουνε (peftune): πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a].

πήγαιναν (pighjenan): στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν [σελ. 198-204].

πηγαίνεις (pighjenis): πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις [σελ. 190].

πήγανε (pighane): κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν [σελ. 208].

πηρ’ (pir): το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

πήραν (piran): και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του [σελ. 206 & 208].

πήρε (pire): κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον [σελ. 212-216].

πης (pis): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158] | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης [σελ. 212-216].

πιάνει (pjani): κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει [σελ. 158a].

πιάνης (pjanis): ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι [σελ. 166 & 168].

πιάσε (pjase): άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162].

πιης (pjis): να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162].

πίλι (pili): παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο [σελ. 162].

πίνει (pini): δίχως θρονί δεν κάθεται, δίχως γυαλί δεμ πίνει [σελ. 166 & 168] | χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει [σελ. 168].

πίνετε (pinete): εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208].

πίνη (pini): δίχως θρονί να κάθεται, δίχως γυαλί να πίνη [σελ. 166 & 168] | χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να πίνη [σελ. 168].

πίνουν (πίνουν): να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162].

πίνουνε (pinune): κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται [σελ. 206 & 208].

πίνω (pino): και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι [σελ. 156 & 158].

πλαγιάση (plaghjasi): δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση | δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση [σελ. 166 & 168].

πλαγιάσης (plaghjasis): να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης [σελ. 156 & 158].

πλάκα (plaka): μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170].

πλάκας (plakas): και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι [σελ. 156 & 158].

πλακό (plako): δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της [σελ. 198-204].

πλάταις (plates): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

πληρώνεσαι (plironese): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160].

πλούσιοι (plusii): να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

πλούσιων (plusion): πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

ποδούλας (podhulas): ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση [σελ. 198-204].

ποθετή (potheti): να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! | κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι [σελ. 212-216].

ποθετής (pothetis): το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου [σελ. 212-216].

ποθητόν (pothiton): χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204].

ποιος (pjos): ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; [σελ. 198-204].

ποκαμισάκια (pokamisakja): και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια [σελ. 174b].

πολεμάτε (polemate): καλώς τα παλληκάρια μου, καλώς τα πολεμάτε! [σελ. 162].

πόλεμος (polemos): γιατ’ αρχινήθη ο πόλεμος και κόβει η πανούκλα [σελ. 210].

πολεμούνε (polemune): σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε; [σελ. 206 & 208].

Πόλι (Poli): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει [σελ. 152] | ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη [σελ. 198-204].

πολλά (pola): ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις | πολλά καλά μας έκαμες, μα ένα καλό δεν κάνεις [σελ. 158 & 160] | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a].

πολλή (poli): ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190].

πολύ (poli): κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη [σελ. 162].

πολυαγαπημένα (poliaghapimena): και να χωρίζω αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα [σελ. 158 & 160] | να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα [σελ. 172a].

πονή (poni): κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b].

πόρτα (porta): να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158] | εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a].

πόρταις (portes): γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις [σελ. 198-204].

πόσα (posa): παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι [σελ. 168 & 170].

πότε (pote): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158] | ποτέ βασίλεμα ηλιού μημ πιάνης μυρολόγι [σελ. 166 & 168] | ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη! [σελ. 210].

που (pu): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει | κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152] | το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154] | που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156] | ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι [σελ. 156 & 158] | φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι | που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b] | ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις [σελ. 158 & 160] | επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν | να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! | παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο [σελ. 162] | κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει | πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις | στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε | ευτού που πας, λεβέντη μου, πολλή ακρίβεια να πέση! [σελ. 190] | κη εκεί που ετρώγα κη έπινα και διπλοχαιρετιώντα | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν | πολλά καλά που κάνει ο θεός, κη ένα καλό δεν κάνει [σελ. 172a] | που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; | ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; | βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! [σελ. 198-204] | κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται [σελ. 206 & 208] | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208] | διαβάταις που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε | κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι; [σελ. 212-216].

πούδα (pudha): μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω [σελ. 198-204].

πούθε (puthe): τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει! [σελ. 198-204].

πουλί (puli): κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη | φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου [σελ. 212-216].

πουλιά (pulja): πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208] | μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν [σελ. 212-216] | οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

πούμε (pume): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154] | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε [σελ. 212-216].

πουν’ (pun): κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι; [σελ. 212-216].

πουσ’ (pus): πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι [σελ. 206 & 208].

πούτο (puto): πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι [σελ. 154].

πούτον (puton): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι [σελ. 154].

πούχε (puhe): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154].

πραγματευτής (praghmateftis): πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη [σελ. 174b].

πρικού (priku): ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160].

Πρικοχάροντας (Prikoharodas): σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει πενήντα πέντε [σελ. 162].

πριτά (prita): πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες | πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158].

προβαίνει (proveni): μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει [σελ. 198-204].

προλάβει (prolavi): Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη [σελ. 162].

προλάβη (prolavi): Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! [σελ. 162].

προξενητάδες (proksenitadhes): αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες [σελ. 198-204].

προσκέφαλο (proskefalo): δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση | δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση [σελ. 166 & 168].

προσκυνήση (proskinisi): και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση [σελ. 198-204].

προσμένανε (prozmenane): το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν [σελ. 208].

προσμένω (prozmeno): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158].

πρόσωπο (prosopo): κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b].

προχτές (prohtes): εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170].

πύργο (pirgho): του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση [σελ. 164].

πωκεί (poki): πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a] | πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούς αρμούς χωρίζουν; [σελ. 174a].

πως (pos): οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται [σελ. 162] | μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170] | πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208].

πώς (pos): να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b] | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης [σελ. 198-204].

πώχουν (pohun): πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν [σελ. 158 & 160].

ρηγός (righos): δεν ήμουν βασιλιώς παιδί, καλού ρηγός αγγόνι; [σελ. 168 & 170].

ρίζα (riza): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156].

ρίξτε (rikste): ανοίξτε οι εφτά ουρανοί, ρίξτε δαχτυλιδάκι [σελ. 198-204].

ρίξω (pikso): να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158].

ρόδα (rodha): να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158].

ροδοκοκκινάδαις (rodhokokinadhes): του μήλου του βενέτικου τση ροδοκοκκινάδαις [σελ. 158b].

ρούχα (ruha): να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b].

ρωτώντας (rotodas): και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις [σελ. 212-216].

σ’ (s’): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158] | κάπως επαραπάτησα σ’ ενού αντρειωμένου μνήμα [σελ. 168 & 170] | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης [σελ. 198-204] | κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους | σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι [σελ. 206 & 208].

σα (sa): σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου [σελ. 158b] | κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος [σελ. 158 & 160] | επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο | σα μήλο, σα δαμασκηνό κιτρινοφυλλιασμένο | αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες [σελ. 198-204] | σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε; [σελ. 206 & 208] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του | σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του [σελ. 212-216].

σαι (se): που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; [σελ. 198-204].

σαμ (sam): σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου [σελ. 158b] | στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208] | κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι [σελ. 212-216].

σαν (san): πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι [σελ. 154] | φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b] | είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168] | φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα | στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208] | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

σαπή (sapi): και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ [σελ. 212-216].

σαράντα (sarada): σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε [σελ. 162] | σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε | κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε | μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει [σελ. 198-204].

σαραντοήμερο (saradoimero): πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούς αρμούς χωρίζουν; [σελ. 174a].

σαρταίν’ (sarten): σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162].

σαρταίνει (sarteni): σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει σαράντα πέντε | σαρταίνει ο Πρικοχάροντας και πάει πενήντα πέντε [σελ. 162].

σας (sas): δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας | παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162] | εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208] | γιατ’ είν’ ένα κακό θεργιό και σας καταρουφάει [σελ. 208].

σε (se): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω | πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες | πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158] | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη | δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; [σελ. 198-204].

σελλώνει (seloni): νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει [σελ. 190].

σεντόνι (sedoni): κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι [σελ. 156 & 158].

σεντόνια (sedonja): χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται [σελ. 168] | χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται [σελ. 168] | είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια [σελ. 212-216].

σέρνει (serni): σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα [σελ. 158 & 160] | σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι [σελ. 198-204].

σήκω (siko): και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα [σελ. 156 & 158].

σηκώθηκε (sikothike): τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα | τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη [σελ. 198-204] | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208].

σηκώνουνε (sikonune): και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a].

σηκώσου (sikosu): και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα [σελ. 156 & 158].

σιώπα (sjopa): σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168].

σκάλα (skala): γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160] | σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε [σελ. 198-204].

σκαρίκια (skarikja): καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει! [σελ. 198-204].

σκασμάδα (skazmadha): κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a].

σκάψε (skapse): και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b].

σκέπασε (skepase): κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b].

σκεπή (skepi): χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου [σελ. 198-204].

σκοπό (skopo): οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

σκυλογύφτισσα (skiloghiftisa): τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει! [σελ. 198-204].

σκύλος (skilos): κη εκείνος μ’ αποκρίθηκε σα σκύλος μανιασμένος [σελ. 158 & 160].

σκύψε (skipse): κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! [σελ. 172b].

σκύψη (skipsi): κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a].

σου (su): εσέ σου πάνε, νιούτσικε, εννιά [σελ. 154 & 156] | πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες [σελ. 156 & 158] | κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b] | χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι | κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες [σελ. 198-204] | μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε | χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

σου (su): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι | και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια [σελ. 154 & 156] | άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158] | κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158] | μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; [σελ. 168 & 170] | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου | χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! [σελ. 198-204] | και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ | και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα | γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

σουσούμια (susumja): κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του [σελ. 158b] | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε [σελ. 212-216].

σπαθί (spathi): και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια [σελ. 206 & 208].

σπαθιά (spathja): σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα | στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια [σελ. 158 & 160].

σπίτι (spiti): ήταν και εις τι σπίτι του καράβι αρματωμένο [σελ. 154] | κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158] | επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο [σελ. 198-204] | το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν [σελ. 208].

σπιτιού (spitju): εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a].

στ’ (st’): ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι | κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα [σελ. 156 & 158] | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση [σελ. 208].

στα (sta): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170] | να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια | και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190] | κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες | χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου [σελ. 198-204] | οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210] | κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το [σελ. 212-216].

στάβγα (stavgha): στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208].

σταβλί (stavli): σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι [σελ. 206 & 208].

στάβλο (stavlo): κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους | σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα σταβλί, σ’ ένα όμορφο λιβάδι [σελ. 206 & 208].

στάμπα (staba): στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208].

στάρι (stari): να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια [σελ. 190].

στασίδι (stasidhi): θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον [σελ. 212-216].

σταυρό (stavro): και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a].

σταυρωμένα (stavromena): στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 158 & 160] | το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 174b] | τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 198-204].

στεγνώξη (steghnoksi): και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις [σελ. 212-216].

στείλε (stile): αν ήναι, μάτια, σα μου λες, στείλε προξενητάδες [σελ. 198-204].

στέκω (steko): στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 158 & 160].

στελέττα (steleta): σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα | στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια [σελ. 158 & 160].

στέρνει (sterni): στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος [σελ. 198-204] | εδώ μας στέρνει ο βασιλιάς, γυναίκα να σε πάρη [σελ. 198-204].

στη (sti): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει | κείνος, που πα στη μαύρη γην, οπίσω δε γυρίζει [σελ. 152] | κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα [σελ. 156 & 158] | εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της | κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | δεν εκαταδεχόμουνα στη γης να περπατήσω [σελ. 168 & 170] | πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις | στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190] | στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν [σελ. 198-204] | στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204] | έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! [σελ. 206 & 208] | οπώχ’ άντρα στη ξενιτειά κη εχ’ αδερφό στα ξένα [σελ. 198-210].

στηθάμι (stithami): να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162].

στήθια (stithja): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170].

στημ (stim): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει [σελ. 152] | να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158].

στην (stin): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι [σελ. 154] | να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158] | κη αργά πέσε στην κλίνη σου και πέσε και κοιμήσου | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο | χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου | οπούρτες και με μάγεψες μέσα στην κάμαρά μου! [σελ. 198-204] | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! [σελ. 208].

στο (sto): κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158] | επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν [σελ. 162] | μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170] | επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο [σελ. 198-204] | δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι | σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! [σελ. 208] | κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι | θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον [σελ. 212-216].

στολίδια (stolidhja): είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια [σελ. 168].

στομ (stom): δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της | χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! | χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204].

στόμα (stoma): φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208].

στον (ston): στον θέον σ’ ορκίζω να μου πης, πότε να σε προσμένω [σελ. 156 & 158] | γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160] | πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a] | πραγματευτής θε να γενώ, να καταιβώ στον άδη [σελ. 174b] | τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190] | εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο [σελ. 212-216].

στου (stu): και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a].

στους (stus): πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι [σελ. 154] | κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158].

στράτα (strata): πάρε και με, λεβέντη μου, στη στράτα που πηγαίνεις | στη στράτα που παγαίνω εγώ, γυναίκες δεν κλουθούνε [σελ. 190] | στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν | στη στράτα οπού επήγαινε μια μάισσα απανταίνει [σελ. 198-204].

στρατιώτες (stratiotes): διαβάταις που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε [σελ. 212-216].

στρώσης (strosis): κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158].

στρώσω (stroso): να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης [σελ. 156 & 158].

συ (si): πουσ’, αδερφέ μου Κωσταντά, και συ, αδερφέ μ’ Αλέξι [σελ. 206 & 208].

συγυρίζεται (sighirizete): κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη [σελ. 158 & 160].

συνεβγάνουμε (sinevghanume): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154].

συνταζόσουνα (sidazosuna): μάνα μου, συνταζόσουνα, γιατί θε να σου φύγω [σελ. 212-216].

συντάχτηκες (sidahtikes): μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα [σελ. 158b].

Συριά (Sirja): που πα στημ Πόλι, στρέφεται, και στη Συριά, γυρίζει [σελ. 152].

σύρουν (sirun): πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες [σελ. 156 & 158].

σύρτε (sirte): σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και σύρτε στην ευχή μου! [σελ. 208].

συχνοχαιρετιώντα (sihnoheretjoda): αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα [σελ. 206 & 208].

συχνοχαιρετιώνται (sihnoheredjode): κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται [σελ. 206 & 208].

σφογγίζοντας (sfogizodas): και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ [σελ. 212-216].

σφυριδοκάλιγα (sfiridhokaligha): και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια [σελ. 190].

σώπα (sopa): σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168].

τ’ (t’): και το καράβι τ’ όμορφο κη εκείνο απηκουπίστη | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι [σελ. 156 & 158] | μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του | και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους! | να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! | κη εγώ πέρνω όμορφα κορμιά, τ’ αγγελοκαμωμένα [σελ. 158 & 160] | κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη | να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170] | να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα | να βλέπουνε κ’ η αδερφαίς τ’ αγαπημένα αδέρφια! [σελ. 172a] | νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει [σελ. 190] | και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήση | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της | τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα | | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη [σελ. 198-204] | πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208] | από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε | κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν | κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα | δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208] | κη αντήμερα τ’ άι Γιωργιού, σαμ πας στο πανεγύρι [σελ. 212-216].

τα (ta): και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια [σελ. 154 & 156] | άνοιξε τα ματάκια σου κ’ ιδές μια μπάντα κη άλλη [σελ. 156 & 158] | κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει | κη όποια ’ν’ καλή νοικοκυρά, να σκύψη να τα πάρη! [σελ. 158a] | κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του | φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια | φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b] | πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν | στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια | στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα | πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα | να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια | και να χωρίζω αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα [σελ. 158 & 160] | καλώς τα παλληκάρια μου, καλώς τα πολεμάτε! | κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει | άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162] | πέρνει και τα μικρά παιδιά έρταις για παραθύρια [σελ. 164] | είδα και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμένα [σελ. 168] | παρ’ έκατσα κη εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι | κ’ ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια [σελ. 168 & 170] | και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου | να βλέπη η μάνα τα παιδιά και τα παιδιά τη μάνα | να βλέπουνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα [σελ. 172a] | κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b] | πέφτουνε τα ξανθά μαλλιά, βγαίνουν τα μαύρα μάτια [σελ. 174a] | το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα | να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος | και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια [σελ. 174b] | βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια | και τα σφυριδοκάλιγα κη αυτά μαλαματένια [σελ. 190] | δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της | κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια | τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | για ’δε τα κακορίζικα, τα κακομοιριασμένα [σελ. 198-204] | και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια | εδείλιασε κη ο μαύρος μου πατώντας τα κουφάρια [σελ. 206 & 208] | το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια [σελ. 208] | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει [σελ. 208] | με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια | μπόρις διαβούν τα κάτεργα, να μη μισέψ’ ο γυιος μου | να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε | σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του | οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν [σελ. 212-216].

τα (ta): κη έσκυψ’ αϊτός κη επήρέ τα, και τ’ αναμένει η κλώσσα | έρχετ’ αϊτός κη επήρέ τα και τ’ αναμένει η κλώσσα [σελ. 208].

ταξίδι (taksidhi): ευτού που εκίνησες να πας στ’ αγύρικο ταξίδι [σελ. 156 & 158].

τάρριξε (tarikse): κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a].

τάχα (taha): τάχα δεν ήμουν κη εγώ νιος, δεν ήμουν παλληκάρι; [σελ. 168 & 170].

τάχει (tahi): στελέττα τάχει για καρδιαίς, σπαθιά για τα κεφάλια [σελ. 158 & 160].

τέσσαραις (tesares): κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε | μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει [σελ. 198-204].

τέσσαρους (tesarus): κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! [σελ. 206 & 208].

τέτοιο (tetjo): κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει [σελ. 168].

τη (ti): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156] | κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι [σελ. 156 & 158] | γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168] | άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο [σελ. 168] | δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; | και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170] | σαράντα μέραις κάνουνε, τη σκάλα ν’ αναιβούνε | κη άλλαις σαράντα τέσσαραις, τη λυγερή να ιδούνε | κεινής οπού τη βύζαινε, ασήμι και λογάρι | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, τη βρίσκει παιθαμμένη [σελ. 198-204] | πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα [σελ. 206 & 208] | είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια | φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα | γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου [σελ. 212-216].

τημ (tim): εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a] | μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης [σελ. 198-204].

την (tin): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154] | η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156] | να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλαγιάσης | κη α στρώσης και την κλίνη μου, πέσε, κοιμήσου απάνω [σελ. 156 & 158] | μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα [σελ. 158b] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170] | μάνα, την κόρη πούδα εγώ γυναίκα θα τημ πάρω | μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε | χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | ποιος είδε βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα; | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι | βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! [σελ. 198-204] | και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του [σελ. 206 & 208] | δο μας, πατέρα, την ευχή, να πάμε στο κυνήγι [σελ. 208] | φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου | φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα | οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κιλαϊδούσαν | δεν θέλω οχ τη νιότη σου είτε κη οχ την αντριά σου | είτε κη από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα [σελ. 212-216].

τήραξ’ (tiraks): τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει! [σελ. 198-204].

της (tis): εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της | κη άπλωσε στη μεσούλα της και τα κλειδιά της πιάνει | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της | και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι | δεν ήθελε τα δόντια σου παλούκια στομ πλακό της | και τα ξανθά σου τα μαλλιά να δένη τ’ άλογό της | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204] | του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι [σελ. 212-216].

τι (ti): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 154] | τι έχεις, μηλιά μου, κη έπεσες, τι έχεις και ξεριζώθης [σελ. 154 & 156] | ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | τι έχεις, μνήμα μου, και βογκάς, νιε μου, κη αναστενάζεις; [σελ. 168 & 170] | πέτε μας τι ζουλέψατε κάτω στον κάτω κόσμο [σελ. 174a] | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; [σελ. 198-204] | σα τι κουρσιά μας κάνουνε, σα τι μας πολεμούνε; [σελ. 206 & 208].

το (to): α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το [σελ. 156 & 158] | κη αν είμαι μαύρος κη άσχημος, γύρισ’ το, σκέπασέ με! [σελ. 172b] | νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει [σελ. 190] | ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη | ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου | δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το | τήραξ’ η σκυλογύφτισσα το πούθε με γνωρίζει! | μεσουρανίς το πέταξε, μεσ’ την καρδιά του πάει [σελ. 198-204] | το λένε γη Αγραφιώτισσαις και γη Αγραφιωτοπούλαις [σελ. 210] | ξυπνάει ο νιος και βλέπει το και βαρυαναστενάζει | να το διαβάσ’ η μάνα μου, να κλαίη η αδερφή μου | να το διαβάσ’ η αδερφή, να κλαίη η ποθετή μου | να το διαβάσ’ η ποθετή, να κλαίη ο κόσμος όλος! | κι αν ήναι νύχτα, μην το πης, μέρα, μην το διαλύνης | κοντά στα ξημερώματα έβγα, διαλάλησέ το [σελ. 212-216].

το (to): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; | πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια | πούτον στους κάμπους το βιολί, στην εκκλησιά καντήλι | και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη [σελ. 154] | κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι | αρχοντικέ κη ευγενικέ – κη αλλιώς το μυρολόι! [σελ. 154 & 156] | κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι | και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα | και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι [σελ. 156 & 158] | φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει | φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι | φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b] | γιοφύρι μες’ το πέλαγο, σκάλα στον κάτω κόσμο [σελ. 158 & 160] | δε θέλω εγώ το γιόμα σας είδε το λειδινό σας | παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα | άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | ακούω το μνήμα και βογκάει, το νιο κη αναστενάζει | μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα | και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a] | κη α σου πονή, μανούλα μου, να ιδής το πρόσωπό μου [σελ. 172b] | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b] | πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούς αρμούς χωρίζουν; | και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι [σελ. 174a] | το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 174b] | τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι | νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει | να πάη το στάρι στα εκατό, το κρίθος στα διακόσια | και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190] | ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι | και κάπως επαράσκυψε κη εφάνη το βυζί της | πώς είναι, γυιε, το βολετό σ’, γυναίκα να τημ πάρης | στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο | καλώς τον άρχοντα Φουκά, καλώς το Νικηφόρο | τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | σέρνει το παπουτσάκι της λίτρα μαργαριτάρι | τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο | κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; | χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι | ποιος είδε τ’ άστρι την αυγή και μεσ’ το μεσημέρι | εγώ είδα τ’ άστρι την αυγή, τ’ άστρι το μεσημέρι | χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204] | και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης | και το σπαθί μου ερράγισε κόβοντας τα κεφάλια [σελ. 206 & 208] | από τ’ Ελάτου το βουνό μημ πάτε ν’ απεράστε | το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια | κη από τ’ Ελάτου το βουνό πήγανε κη απεράσαν | κη εβγήκε το κακό θεργιό και τα καταρουφάει | το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση [σελ. 208] | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208] | δικό μας είναι τ’ όνειρο, δικό μας και το θάμα [σελ. 208] | και θα σαπή η μπολούλα σου σφογγίζοντας το δάκρυ | το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου | το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου | εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι | κη εκείν’ η δόλια ποθετή εύρηκε το κεφάλι | κεφάλι, που είναι το κορμί; κορμί, πουν’ το κεφάλι; [σελ. 212-216].

τομ (tom): στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 158 & 160] | κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190] | ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη! [σελ. 210] | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε [σελ. 212-216].

τον (ton): μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις [σελ. 158 & 160] | κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει [σελ. 162] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204] | ποτέ να μην τον καρτερή, να μην τομ παντυχαίνη! [σελ. 210] | εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο | μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν [σελ. 212-216].

τον (ton): τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα [σελ. 156 & 158] | καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε | παρ’ ήρθα για τον κάλλιο σας, για τον καλλίτερό σας [σελ. 162] | κ’ η κόρη που τον αγαπάει ορθή τομ παραστέκει [σελ. 190] | σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο | κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει | σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170] | κ’ είχε σκασμάδα η μαύρη γης κ’ είδα τον κάτω κόσμο [σελ. 172a] | στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο | στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | καλώς τον άρχοντα Φουκά, καλώς το Νικηφόρο | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! | στη στράτα όπου πήγαιναν τον Κωσταντά απανταίνουν | καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει! [σελ. 198-204] | θαύρης τον τόπον μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον | είχε τον άμμο πάπλωμα, τη θάλασσα σεντόνια | γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου | κη εκείν’ η δόλια ποθετή να πάη τον άμμον άμμον | κη εκείν’ η δόλια ποθετή πήρε τον άμμον άμμον [σελ. 212-216].

τονε (tone): καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε [σελ. 162].

τόνε (tone): κη οχ τα μαλλιά τον έπιασε και τόνε κωλοσέρνει [σελ. 162] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | κη οθ’ εύρη κη ένα μοναχό, κη εκείνον τόνε πέρνει [σελ. 210].

τόπο (topo): γιατ’ ειμ’ από τον τόπο σου κη από τη γειτονιά σου | μα αν εισ’ από τον τόπο μου κη από τη γειτονιά μου [σελ. 212-216].

τόπον (topon): τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190].

τόσο (toso): όχι, να ζήσης, Κωσταντά! τόσο καλά δεν είναι! [σελ. 198-204].

του (tu): εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της | κη εγύρισε και τάρριξε στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του | που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b] | ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα | πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια [σελ. 158 & 160] | να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162] | του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση [σελ. 164] | εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου [σελ. 166 & 168] | και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια [σελ. 168 & 170] | ο Μέσοντας εμίσεψε, του Μέγα το καράβι | ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου | επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο | δεν ήθελα τα δόντια του παλούκια στομ πλακό μου [σελ. 198-204] | του γύρου γύρου ολόχρυσο, στη μέση το φαρμάκι! [σελ. 198-204] | πέρνουν τ’ Αλέξι δύο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα | και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του [σελ. 206 & 208] | δώδεκα γυιοι του Διγενή πάνε να κυνηγήσουν | το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208] | του Γιάννου η μάνα εζύμωνε του γυιου της παξιμάδι [σελ. 212-216].

του (tu): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια | ήταν και εις τι σπίτι του καράβι αρματωμένο [σελ. 154] | κάτσε κ’ ιστόρησέ του τα σουσούμια του κορμιού του | φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια | φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι | του μήλου του βενέτικου τση ροδοκοκκινάδαις | φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b] | μαύρος ήταν, κατάμαυρος, μαύρο και τ’ άλογό του [σελ. 158 & 160] | τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190] | γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168] | και τα ξανθά του τα μαλλιά να δένω τ’ άλογό μου | γοργ’ έπεσε στην κλίνη του κη έπεσε κη εκοιμάτο [σελ. 198-204] | και του μικρού Βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του | στάμπα του μπήκε σαν αετός, στάβγα του σαμ πετρίτης [σελ. 206 & 208] | για πες μας τα σουσούμια του, κη εμείς να σου τομ πούμε | σα δύο βουνά ειν’ η πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του [σελ. 212-216].

του (tu): το νιο που συνεβγάνουμε τι έχουμε να του πούμε; [σελ. 158a] | κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη [σελ. 162] | από μακρυά τον ξαγναντά κη από κοντά του λέει [σελ. 198-204] | με δάκρυα του τα ζύμωνε και με τα μυρολόγια | σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του [σελ. 212-216].

τουμ (tum): και του μικρώνε τουμ παιδιών ήτανε πεντακόσια [σελ. 168 & 170].

τουν (tun): πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια | και πάρε και τουν πένητων τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160].

τουνεζίνικα (tunezinika): και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις [σελ. 174b].

Τούρκοι (Turki): εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208].

τους (tus): γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! [σελ. 158 & 160] | επήγε και τους ηύρηκε στο γιόμα που γευόνταν [σελ. 162].

τους (tus): να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160] | κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους | φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208] | έβγα, μωρέ Βλαχόπουλο, στη βίγλα βίγλισέ τους! [σελ. 206 & 208] | κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες [σελ. 206 & 208] | το βράδυ παρακούσανε του κύρι τους τα λόγια [σελ. 208].

τραντάφυλλα (tradafila): να ρίξω ρόδα στην αυλή, τραντάφυλλα στημ πόρτα [σελ. 156 & 158].

τρεις (tris): η τρεις από τη μια μεριά κ’ η τρεις από την άλλη [σελ. 154 & 156] | κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες [σελ. 198-204] | κη αν εύρης τρεις και τέσσαρους, έβγα και μίλησέ μας! [σελ. 206 & 208] | οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο [σελ. 210].

τρέμει (tremi): στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! [σελ. 198-204].

Τρεμοτράχηλα (Tremotrahila): στέρνει τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος | καλώς τον Τρεμοτράχηλα, τον τρέμει η γης κη ο κόσμος! | καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει! [σελ. 198-204].

τρία (tria): χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

τριγυρίζαν (trighirizan): μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν [σελ. 212-216].

τριπαληό (tripaljo): να πιης και τριπαληό κρασί, που πίνουν οι αντρειωμένοι! [σελ. 162].

τρίταις (trites): κ’ η τρίταις η καλλίτεραις απάνω απ’ το κεφάλι [σελ. 154 & 156].

τρίτο (trito): το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου [σελ. 212-216].

τρώγα (trogha): αντάμα τρώγα κη έπιναν και συχνοχαιρετιώντα [σελ. 206 & 208].

τρώγανε (troghane): μαύρα πουλιά τον τρώγανε κη άσπρα τον τριγυρίζαν [σελ. 212-216].

τρώγη (troghi): χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη [σελ. 168] | χωρίς περουνομάχαιρο να κάθηται να τρώγη [σελ. 168].

τρων (tron): κη εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιώνται [σελ. 206 & 208].

τρώτε (trote): εσείς τρώτε και πίνετε κ’ οι Τούρκοι σας κουρσεύου! [σελ. 206 & 208].

τσ’ (c’): εψές το βράδυ εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168] | εψές προχτές εδιάβαινα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 168 & 170] | εψές το βράδυ εδιάβανα απ’ τσ’ εκκλησιάς τημ πόρτα [σελ. 172a] | και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο [σελ. 198-204].

τσ’ (c’): που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b] | να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις [σελ. 158 & 160] | κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b] | και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις [σελ. 174b] | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της [σελ. 198-204] | κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210].

τσακίστηκε (cakistike): και το βιολί τσακίστηκε και το καντήλι εσβύστη [σελ. 154].

τσάμπαις (cabes): και τα περικλωνάρια σου τσάμπαις μαργαριτάρια [σελ. 154 & 156].

τσαπί (capi): κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b].

τση (ci): και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι | πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι! [σελ. 156 & 158] | εγύρισε απ’ τημ πόρτα τση στη μέση του σπιτιού της [σελ. 158a] | φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b] | παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162] | να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος [σελ. 174b] | ο γύρος τση ποδούλας τση κάστρι να ξαγοράση | τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο | κη εκείνος επαράκουσε τση μάισσας τα λόγια [σελ. 198-204] | μια νύφη από του Διγενή το βλέπει στ’ όνειρό τση | τ’ αποταχυά σηκώθηκε, το λέει του πεθερού τση [σελ. 208] | το ένα να πας τση μάνας μου, το άλλο τση αδερφής μου | το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου [σελ. 212-216].

τση (ci): πούχε το Μάι τση πλάταις του, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 154] | του μήλου του βενέτικου τση ροδοκοκκινάδαις | είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια [σελ. 168] | είχα το Μάι τση πλάταις μου, την άνοιξι στα στήθια [σελ. 168 & 170] | να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους | να μου δανείση τα κλειδιά, κλειδιά τση παραδείσος | να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν | βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b] | μες’ τση σαράντα τέσσαραις η λυγερή προβαίνει | αν θέλη από τση βάγιαις μου κη απ’ τσ’ αναδεξιμιαίς μου | αν θέλης απ’ τση βάγιαις της κη οχ τσ’ αναδεξιμιαίς της | γοργ’ έκατσε κη εδείπνησε, γοργ’ έκλεισε τση πόρταις | βλέπω τση βεργολυγεραίς που περβατούν την νύχτα! | χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! [σελ. 198-204] | κη όλο τση νύχταις περπατεί κη όλο τσ’ αυγαίς κουρσεύει [σελ. 210] | χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

τσηγαρίζω (cigharizo): να τσηγαρίζω τσ’ αδερφαίς, να λαχταρίζω μάναις [σελ. 158 & 160].

τσοι (ci): και θα στεγνώξη η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις [σελ. 212-216].

τσοι (ci): να ιδώ τσοι νιους πως απερνούν, τση νέαις πως διαβαίνουν [σελ. 174b].

τσου (cu): μα να τον και καταίβαινε τσου κάμπους καβελλάρις [σελ. 158 & 160] | πέρνει τσου γέρους θέμελο, τσου νέους γι’ αγκωνάρια [σελ. 164] | είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια [σελ. 168] | και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a] | βρίσκω τση νιαις ξεστόλιστες, τσου νιους ξαμαρτωμένους [σελ. 174b] | κη αντάμ’ έχουν τσου μαύρους τους σ’ ένα στάβλο δεμένους [σελ. 206 & 208] | το βράδυ τσου προσμένανε, σπίτι τσου δεν επήγαν [σελ. 208] | κη όλο τσου ξένους κυνηγάει κη όλο τσου ξένους πέρνει | οθ’ εύρη πέντε, πέρνει τρεις, κη οθ’ εύρη τρεις, τσου δύο [σελ. 210] | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | να παρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους | επήρ’ η μάνα τσου γιαλούς, κ’ η αδερφή τσου βράχους [σελ. 212-216].

τσους (cus): να πάρω ρούχα για τση νιαις κη άρματα για τσους νέους [σελ. 174b].

των (ton): γυναίκες των καλών αντρών να κρύψουνε τους άντρες! [σελ. 158 & 160].

τώρα (tora): και τώρα καταδέχτηκα τη μαύρη γης κλινάρι! [σελ. 168 & 170] | τώρα είναι Μάις κη άνοιξις, τώρα ειν’ το καλοκαίρι | τώρα κη ο ξένος βούλεται στον τόπον του να πάη [σελ. 190].

τώφαγ’ (tofagh): το πηρ’ η μαύρη θάλασσα, τώφαγ’ ο μαύρος βράχος [σελ. 212-216].

τώχω (toho): μουν’ τώχω πως μ’ επάτησες επάνω στο κεφάλι [σελ. 168 & 170].

υγιά (ighja): κη άφσε υγιά στο σπίτι σου κ’ υγιά στους εδικούς σου [σελ. 156 & 158].

φάε (fae): φάε, πουλί, οχ τη νιότη μου, φάε κη οχ την αντριά μου [σελ. 212-216] | φάε κη οχ τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα [σελ. 212-216].

φάη (fai): δίχως μεσαλοτουβάελα δεν κάθεται να φάη | δίχως μεσαλοτουβάελα να κάθεται να φάη [σελ. 166 & 168] | κη ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάη [σελ. 212-216].

φαρμακερό (farmakero): το τρίτο το φαρμακερό να πας τση ποθετής μου [σελ. 212-216].

φαρμάκι (farmaki): και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι [σελ. 156 & 158].

φας (fas): να φας τ’ απάκια του λαγού, στηθάμι από περδίκι [σελ. 162].

φεγγάρι (fegari): δεν επροβάτουνα κη εγώ τη νύχτα με φεγγάρι; [σελ. 168 & 170].

φεγγαριού (fegarju): που είχαν του ήλιου τσ’ ομορφιαίς, του φεγγαριού τσ’ ασπράδαις [σελ. 158b].

φέρνει (ferni): καλώς τον Τρεμοτράχηλα! καλά σκαρίκια φέρνει! [σελ. 198-204].

φέρτε (ferte): χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204].

φέσια (fesja): και φέσια τουνεζίνικα για τσ’ όμορφους λεβένταις [σελ. 174b].

φεύγα (fevgha): και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα [σελ. 156 & 158].

φιλής (filis): κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; [σελ. 198-204].

φίλησε (filise): κη αν είμαι άσπρος και κόκκινος, σκύψε και φίλησέ με! [σελ. 172b].

φιλί (fili): και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190].

φιλιώνται (filjode): αν δε φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται παιθαμμένα [σελ. 198-204].

φιλοτιμιαίς (filotimjes): χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! [σελ. 198-204].

φλωριά (florja): πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια [σελ. 158 & 160] | να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

φοβούνται (fovude): οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται [σελ. 162].

φόριε (forje): μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε [σελ. 198-204].

Φουκά (Fuka): στέρνει τον άρχοντα Φουκά, στέρνει το Νικηφόρο | καλώς τον άρχοντα Φουκά, καλώς το Νικηφόρο [σελ. 198-204].

φουκάρι (fukari): χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204].

φουντώνουν (fudonun): σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του [σελ. 212-216].

φουντωτή (fudoti): σα νεραντσούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του [σελ. 212-216].

φούρνο (furno): ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης [σελ. 212-216].

φρόνιμο (fronimo): φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει [σελ. 158b].

φρύδια (fridhja): τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 154] | τ’ άστρα και τον αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια [σελ. 168 & 170].

φτερούγες (fterughjes): χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

φτιασ’ (ftjas): φτιασ’ το κεφάλι φρόνιμο, καθώς το μερετάρει | φτιασ’ του τα μάτια δύο ν εληαίς, τα φρύδια δύο γαϊτάνια | φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b].

φτιάσε (ftjase): φτιάσε του και τα μάγουλα, που ήναι σαν το νεράντσι [σελ. 158b].

φτιάσης (ftjasis): α φτιάσης γιόμα, γέψου το, και δείπνο, δείπνησέ το [σελ. 156 & 158] | μαστόρισσα, συντάχτηκες να φτιάσης την απλάδα [σελ. 158b].

φτιάσω (ftjaso): να φτιάσω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης [σελ. 156 & 158].

φτυάρι (ftjari): κάμε τα νύχια σου τσαπί και τσ’ απαλάμαις φτυάρι [σελ. 172b].

φτωχοί (ftohi): να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

φτωχών (ftohon): πάρε τουν πλούσιων τα φλωριά και του φτωχών τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

φύγετε (fighjete): αν ηστ’ ομπρός μου φύγετε, κη οπίσω μου κρυφτήτε! [σελ. 206 & 208].

φυλάξουν (filaksun): πώχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κη αδέρφια, ας τα φυλάξουν [σελ. 158 & 160].

φωνή (foni): φωνή τους ήρθ’ απ’ ουρανούς σαν απ’ αγγέλου στόμα [σελ. 206 & 208].

χαϊδεμένος (haidhemenos): που εκείνη Αρβανίτισσα κη εσύ ’σαι χαϊδεμένος; [σελ. 198-204].

χαίρουνται (herude): να χαίρουνται κ’ οι πένητες τ’ αμπελοχώραφά τους! [σελ. 158 & 160].

χαμπήλωσε (habilose): χαμπήλωσε τση φτερούγαις σου, τρία λόγια να σου γράψω [σελ. 212-216].

χαρά (hara): πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a].

Χάρε (Hare): άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162].

χάρες (hares): χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! [σελ. 198-204].

χάρισμα (harizma): κη εγώ αν σε κάμω να φιλής, τι ναν’ το χάρισμά μου; [σελ. 198-204].

Χάρο (Haro): Χάρο, για δε πληρώνεσαι, γιατί δεμ πέρνεις άσπρα [σελ. 158 & 160] | οι αντρειωμένοι λέγανε πως Χάρο δε φοβούνται | Χάρο, ας παρασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη! | Χάρο, ας ματασαρτάρουμε, κη όποιος προλάβη ας πάρη [σελ. 162] | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τον κάμω; [σελ. 166 & 168] | άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο | Χάρο, το νιο που μούφερες τι έχω να τόνε κάμω; [σελ. 168] | το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 174b].

Χάροντα (Haroda): καλώς τονε τον Χάροντα! κάθισε να γευτούμε [σελ. 162].

Χάροντας (Harodas): γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του [σελ. 166 & 168].

Χαρόντισσα (Harodisa): γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του | εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου | σώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώχω να τον κάμω [σελ. 166 & 168] | άκουσα τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο | σιώπα εσύ, Χαρόντισσα, κη εγώ τον καταφέρνω [σελ. 168].

Χάρος (Haros): κη ο Χάρος συγυρίζεται για νάβγη να κρουσέψη [σελ. 158 & 160] | κη ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη [σελ. 162] | κη ο Χάρος αποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέγει [σελ. 168].

Χάρου (Haru): ακούστε τι διαλάλησε του πρικού Χάρου η μάνα [σελ. 158 & 160] | του Χάρου του βουλήθηκε πύργο να θεμελιώση [σελ. 164] | εγύρισε η Χαρόντισσα και έλεγε του Χάρου [σελ. 166 & 168] | χάρου, μάνα, τση χάρες σου και τση φιλοτιμιαίς σου! [σελ. 198-204].

χαρούν (harun): να χαρούν οι πλούσιοι τα φλωριά και οι φτωχοί τα γρόσια [σελ. 158 & 160].

χέρι (heri): εύρηκ’ η μάνα το κορμί, κ’ η αδερφή το χέρι [σελ. 212-216].

χέρια (herja): στέκω και τομ περικαλώ, τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 158 & 160] | άσε με, Χάρε, αφ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ αφ’ τα χέρια! [σελ. 162] | και σηκώνουνε τα χέρια τσου και κάνουν το σταυρό στου [σελ. 172a] | το Χάρο περικάλεσα τα χέρια σταυρωμένα [σελ. 174b] | τ’ αποταχυά σηκώθηκε τα χέρια σταυρωμένα | χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου [σελ. 198-204].

χήνα (hina): σα χήνα επερπάτουνε, σαμ πάπια αναικαθότου [σελ. 158b].

χήνας (hinas): φτιασ’ του τση χήνας το λαιμό, τση πάπιας το κεφάλι [σελ. 158b].

χήρας (hiras): παρά τση χήρας το παιδί, που ήταν πίλι’ αντρειωμένο | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει σαράντα πάσσα | σαρταίν’ τση χήρας το παιδί, πάει πενήντα πάσσα [σελ. 162].

χίλια (hilja): και το καϋμένο το φιλί στα χίλια πεντακόσια! [σελ. 190] | χίλια σου δίνω την αυγή, μύρια το μεσημέρι [σελ. 198-204].

χιλιάδες (hiljadhes): κοντά στα ξημερώματα σου δίνω τρεις χιλιάδες [σελ. 198-204] | κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες [σελ. 206 & 208].

χίλιους (hiljus): κη αν εύρης χίλιους, κόψε τους. κη αν εύρης δύο χιλιάδες [σελ. 206 & 208].

χλίβονται (hlivode): κη άκουσα νιαις που χλίβονται και νιους που αναστενάζουν [σελ. 172a].

χοντρά (hodra): να πάω με τα κάτεργα, με τα χοντρά καράβια [σελ. 212-216].

χορός (horos): πωκεί χορός δε γίνεται, πωκεί χαρά δεν είναι [σελ. 174a].

χρήζει (hrizi): δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε [σελ. 198-204].

χρήζω (hrizo): δε θέλω το, δε χρήζω το, δεν καταδέχουμαί το [σελ. 198-204].

χρόνια (hronja): να κάμης μήνες να μ’ ιδής, χρόνια να μ’ αγροικήσης [σελ. 212-216].

χρυσά (hrisa): βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια [σελ. 190] | μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε | χρυσά καλίγια φέρτε μου, να πάω στομ ποθητόν μου! [σελ. 198-204].

χρυσή (hrisi): που ήταν η ρίζα σου χρυσή κ’ οι κλώνοι σου ασημένιοι [σελ. 154 & 156] | χρυσή βέρτα στα χέρια μου, σκεπή στην κεφαλή μου [σελ. 198-204].

χρυσό (hriso): χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ το αργυρό φουκάρι [σελ. 198-204].

χρυσοκεραμωμένο (hrisokeramomeno): τση μιας μου βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο | τση μιας τση βάγιας το κελλί χρυσοκεραμωμένο [σελ. 198-204].

χρυσοπαλουκωμένο (hrisopalukomeno): και τσ’ αλληνής το σπίτι της χρυσοπαλουκωμένο | και τσ’ αλληνής το σπίτι τση χρυσοπαλουκωμένο [σελ. 198-204].

χώμα (homa): κη εγώ πάγω στη μαύρη γης, στ’ αραχνιασμένο χώμα | κη έχω τη γης για πάπλωμα, το χώμα για σεντόνι | και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα [σελ. 156 & 158] | μην ειν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη; | δεν ειν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη [σελ. 168 & 170] | και σκάψε από το χώμα μου, για να με ξεσκεπάσης [σελ. 172b].

χώρια (horja): και χώρια πάει το κορμί και χώρια το κεφάλι [σελ. 174a].

χωρίζουν (horizun): πωκεί μες’ το σαραντοήμερο αρμούς αρμούς χωρίζουν; [σελ. 174a].

χωρίς (horis): είδα τσου νιους ξαμάρτωτους, τση νιαις χωρίς στολίδια | χωρίς θρονί δεν κάθηται, χωρίς γυαλί δεμ πίνει | χωρίς περουνοκούταλα δεν κάθηται να τρώγη | χωρίς σεντόνια αγερικά δεμ πέφτει να κοιμάται | χωρίς θρονί να κάθηται, χωρίς γυαλί να πίνη | χωρίς περουνομάχαιρο να κάθηται να τρώγη | χωρίς σεντόνια αγερικά να πέφτει να κοιμάται [σελ. 168] | και τα μικρούτσικα παιδιά χωρίς ποκαμισάκια [σελ. 174b].

ψάλουν (psalun): πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες [σελ. 156 & 158].

ψες (pses): μάνα, εγώ την είδα ψες, χρυσά καλίγια φόριε [σελ. 198-204].

ψηλό (psilo): δίχως ψηλό προσκέφαλο δεμ πέφτει να πλαγιάση | δίχως ψηλό προσκέφαλο να πέφτη να πλαγιάση [σελ. 166 & 168].

ψηλός (psilos): πούτο ψηλός σαν άγγελος, λυγνός σαν κυπαρίσσι [σελ. 154].

ψωμάκι (psomaki): ψωμάκι μου, μην αναιβής, φουρνό μου, μην καπνίσης [σελ. 212-216].

ω (o): ω θε μεγαλοδύναμε, πολλά καλά που κάνεις [σελ. 158 & 160] | ω βάγιαις μου, ω δούλαις μου, ω παραδεξιμιαίς μου [σελ. 198-204] | ω πεθερέ μου Διγενή, όνειρο που είδ’ απόψε! [σελ. 208].

ωργηοστάλαχτο (orghjostalahto): και πίνω τ’ ωργηοστάλαχτο τση πλάκας το φαρμάκι [σελ. 156 & 158].

ως (os): ως το είδε η Πόλι, εσείστηκε, κ’ η Βενετιά εταράχτη | ως το ειδ’ ο γυιος του βασιλιώς, έπεσε του θανάτου [σελ. 198-204] | πως είχε κλώσσα με πουλιά ως δώδεκα κεφάλια [σελ. 208].