Skip to main content

Μηκρη ορμηνια για την ορθογραφηα της ρομεηκης γλοσας του Γιάνη Βηλαρά [2010]


 

Μηκρη ορμηνια για την ορθογραφηα της ρομεηκης γλοσας

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Ο Γιάνης Βηλαράς υπήρξε για μένα ο σπουδαιότερος λόγιος Ρωμιός του 19ου αιώνα. Τα γραφτά του για το γλωσσικό ζήτημα πιστεύω πως είναι από τα πιο προχωρημένα κείμενα, όσον αφορά το θέμα της ρωμαίικης αυτογνωσίας, της ρωμαίικης πολιτισμικής συνείδησης. Και μπορώ να πω ότι ο Βηλαράς βρέθηκε με το νου του περισσότερο κοντά, από κάθε άλλο στον καιρό του, σε αυτό που δεν έγινε τελικά: στη συγκρότηση μιας κοινότητας με ρωμαίικη εθνική συνείδηση, δηλαδή, στη δημιουργία ενός ρωμαίικου έθνους.

Ποτέ δεν υπήρξε ρωμαίικη εθνική κοινότητα: δεν υπήρξε κοινότητα συγκροτημένη με βάση το ρωμαίικο λαϊκό πολιτισμό και τη ρωμαίικη λαϊκή γλώσσα, με πρόγραμμα τη διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας στην περιοχή, από την Υψηλή Πύλη και συνακόλουθα τη ρήξη με την ιδεολογική κυριαρχία του Φαναρίου, και την κατάργηση της λόγιας ελληνικής γλώσσας στην παιδεία, της «ιερής» επαγγελματικής γλώσσας τού ορθόδοξου εκκλησιαστικού κατεστημένου (αυτού του βασικού πυλώνα της οθωμανικής διοίκησης).

Έθνος δημιουργήθηκε αργότερα, από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του Ελληνικού Βασιλείου, που είχε προηγουμένως συγκροτηθεί πάνω στη βάση ενός ρωσικού σχεδίου, με την ανοχή των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η Αυλή του εκ Βαυαρίας ρομαντικού και αρχαιολάτρη βασιλιά Όθωνα, η πραγματική κυβέρνηση της εποχής, είναι εκείνη που ξεκίνησε την εθνική επιχείρηση εξελληνισμού των Ρωμιών (όπως επίσης των Αρβανιτών, Βλάχων και Άλλων). Το έθνος που δημιουργήθηκε είχε ελληνική και όχι ρωμαίικη ιδεολογία. Ο πολιτισμός της Ρωμιοσύνης θεωρήθηκε βάρβαρος.

Η γλώσσα τέθηκε υπό διωγμό. Το κίνημα για τον «καθαρισμό» της γλώσσας, το γλωσσικό κίνημα της καθαρεύουσας, επέβαλε, ακόμα και συνταγματικά (το 1911), την απαγόρευση της ρωμαίικης γλώσσας στην κρατική διοίκηση. Μέχρι και στα δικά μου μαθητικά χρόνια, το μάθημα γινόταν στην καθαρεύουσα και τα βιβλία ήταν γραμμένα σε αυτήν. Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η δημοτική γλώσσα υποτίθεται πως επέστρεψε στα σχολεία. Στην ουσία το σώμα της, είχε ντυθεί κατά τα 2/3 με χιλιάδες λέξεις που οι φιλόλογοι του ελληνικού κράτους βρήκαν στα λεξικά της αρχαίας ελληνικής και επέβαλαν με το χαστούκι και το χάρακα σε διαδοχικές γενιές μαθητών. Το νέο όνομα της γλώσσας ήταν τώρα «κοινή νεοελληνική». Η παλιά καθαρεύουσα μετονομάστηκε «σύγχρονη δημοτική», αλλάζοντας απλώς τις καταλήξεις των λέξεων.

Οι νέοι γλωσσαμύντορες, η διανόηση του ελληνικού έθνους, όπως ο Μπαμπινιώτης και οι όμοιοί του, φτιάχνουν τώρα καινούργια λεξικά. Και εκεί μέσα, κρύβουν την αλήθεια για το γλωσσικό πόλεμο που είχε το ελληνικό κράτος ενάμιση αιώνα με τη ρωμαίικη γλώσσα. Εμφανίζουν τις κατασκευασμένες λόγιες λέξεις, τα δημιουργήματα της καθαρεύουσας που βίαια επιβλήθηκαν στους μαθητές από τους δασκάλους, σα να επέζησαν αδιάκοπα στο στόμα του λαού για χιλιάδες χρόνια. Λες και δεν υπήρξε ποτέ η εθνική προσπάθεια γλωσσικού «καθαρισμού» ενός Κόντου ή ενός Χατζιδάκι και η σε αυτούς, έστω και χωρίς μπούσουλα, αντίσταση των Ψυχάρη, Πάλλη, Εφταλιώτη. Λες και δε χύθηκε αίμα για τη γλώσσα που θα μιλούσαν σε αυτό τον τόπο, όπως στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά.

Ο Βηλαράς, αρκετά πριν από όλα αυτά, και από τους πρώτους (μαζί με τους Χριστόπουλο και Καλαρά), έγραψε στη ρωμαίικη γλώσσα, σε αντίθεση με τους μορφωμένους αρχαιόπληκτους Ρωμιούς, που θεωρούσαν τη μητρική τους γλώσσα «χυδαία».

Ο Βηλαράς θεωρούσε πως η ρωμαίικη γλώσσα ερχόταν από πολύ παλιά, αλλά δεν ήταν συνέχεια της αττικής διαλέκτου των αρχαίων Ελλήνων. Και το χειρότερο ήθελε τα ρωμαίικα να γράφονται διαφορετικά από τα αρχαία ελληνικά. Έσπασε λοιπόν τα δεσμά της «ιστορικής ορθογραφίας» και πρότεινε να αρχίσουν να γράφουν οι συμπατριώτες του με φωνητική γραφή.

Το μοναδικό βιβλίο του που τυπώθηκε όσο ζούσε ο ίδιος - στην Κέρκυρα (Κόρφο) το 1814 - Η Ρομέηκη Γλόσα, είναι τυπωμένο με φωνητική γραφή. Εξηγεί μάλιστα τη νέα γραφή του, στο σχετικό κεφάλαιο με τίτλο «Μηκρη ορμηνια για τα γραματα κε ορθογραφηα της ρομεηκης γλοσας». Αυτό το σημαντικό, ακόμα και με τα μέτρα του καιρού μας, κείμενο, δημοσιεύω εδώ στη συνέχεια.

Πιο προχωρημένη από την πρόταση του Βηλαρά, θεωρώ μόνο εκείνη των Φιλήντα – Γληνού για χρησιμοποίηση των λατινικών χαρακτήρων, που έρχεται πολύ αργότερα, στα χρόνια του μεσοπολέμου. Βέβαια και οι δύο προτάσεις είναι σε σύγκρουση (τόσο τότε, όσο και τώρα) με την ελληνική εθνική ιδεολογία και τα συμφέροντα των ταγών της.

Όσοι μάλιστα θίγουν τέτοια ζητήματα θεωρούνται από τους τελευταίους (και δίκαια) πως υπονομεύουν την κρατική εθνική ιδεολογία (τους).

 

8 Σεπτεμβρίου 2010

Το κείμενο της αριστερής στήλης δημοσιεύτηκε σαν κεφάλαιο χωριστό, στο βιβλίο του Γιάνη Βηλαρά Η Ρομέηκη Γλόσα (ΣΤΗΝ ΤΗΠΟΓΡΑΦΗΑ ΤΟΝ ΚΟΡΦΟ, 1814, σελ. θ’ – ια’). Στη θέση του γράμματος που χρησιμοποιούσαν τα τυπογραφεία του 19ου αιώνα για το ου, χρησιμοποιώ εδώ το u. Το κείμενο της δεξιάς στήλης δημοσιεύτηκε «ορθογραφημένο» από τον επιμελητή Γεώργιο Βαρβάτο, στα Άπαντα Ιωάννου Βηλαρά (Αθήναι 1935, σελ.239-240). Εδώ το δίνω με μονοτονικό και ορισμένες μικρές διορθώσεις.

ΜΗΚΡΗ ΟΡΜΗΝΙΑ

ΓΙΑ ΤΑ ΓΡΑΜΑΤΑ, ΚΕ ΟΡΘΟΓΡΑΦΗΑ

ΤΗΣ ΡΟΜΕΗΚΗΣ ΓΛΟΣΑΣ

ΜΙΚΡΗ ΟΡΜΗΝΕΙΑ

ΓΙΑ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΗΣ

ΡΩΜΑΙΪΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Ηκοση τρηα ψηφια πρεπη να εχομε στο Αλφαβητο της γλοσας, οπu κρενομε. γιατη τοσα χρηαζuντε σοστα για να παραστησομε ολες τες στηχηακες της φονες, κε ηνε.

Είκοσι τρία ψηφιά πρέπει να έχωμε στο Αλφάβητο της γλώσσας, όπου κρένομε. γιατί τόσα χρειάζονται σωστά για να παραστήσωμε όλες τες στοιχιακές της φωνές, και είναι.

α, β, γ, δ, ε, ζ, η θ, ι, κ, λ, μ, ν, ξ, ο π, ρ, σ, τ, φ, χ, ψ, u.

α, β, γ, δ, ε, ζ, η θ, ι, κ, λ, μ, ν, ξ, ο π, ρ, σ, τ, φ, χ, ψ, ου.

Τα πεντε απο ταφτα ονομαζuντε φονηεντα, γιατη προφεροντας τα κε μοναχα κανuν φονη ακερια, δηχος να χρηαζuντε βοηθια απο αλο ψηφη κε ηνε.

Τα πέντε από ταύτα, ονομάζουνται φωνήεντα, γιατί προφέροντάς τα και μοναχά κάνουν φωνή ακέρια, δίχως να χρειάζουνται βοήθεια από άλλο ψηφί και είναι.

α, ε, η ο, u.

α, ε, η ο, ου.

Τα δεκαφτα ονομαζuντε σημφονα, γιατη απατα τuς ηνε βuβα, κε χρηαζuντε βοηθια απο φονηεντο για να παραστησuν φονη ακερια, κε ηνε.

Τα δεκαφτά ονομάζουνται σύμφωνα, γιατί απατά τους είναι βουβά, και χρειάζουνται βοήθεια από φωνήεντο για να παραστήσουν φωνή ακέρια, και είναι.

β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ, τ, φ, χ, ψ.

β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ, τ, φ, χ, ψ.

Το ι απο λογu τu μνησκη αφονο, και μοναχο ποτε δεν προφερετε, μονε χρησημεβη για να σχηματηζuντε η δηφθογγες.

Το ι, από λόγου του μνήσκει άφωνο, και μοναχό ποτέ δεν προφέρεται, μόνε χρησιμεύει για να σχηματίζουνται οι δίφθογγες.

Η δηφθογγο ηνε φονη ακερια σηνθεμενη απο διο φονες, οπu τες προφερομε σ’ εναν κερο, σε τροπο οπu ακuγοντε κη διο, δηχος να καμuν, παρα μια φονη μοναχα. Αφτες ηνε ενια.

Η δίφθογγο είναι φωνή ακέρια συνθεμένη από δυο φωνές, οπού τες προφέρομε σ’ έναν καιρό, σε τρόπο οπού ακούγονται κι’ οι δυο, δίχως να κάμουν, παρά μια φωνή μονάχα. Αυτές είναι εννιά.

αι, ει, οι, uι, ια, ιε, ιη, ιο, ιu.

αι, ει, ουι, ια, ιε, ιη, ιο, ιου.

Τες δηφθογγες μπορuμε να τες μηρασομε σε διο ταξες ονομαζοντας κηρηες τες προτες τεσερες. αι, ει, οι, uι, γιατη σε ταφτες ακuγοντε παστρηκα κη διο φονες, καθος στες λεξες, ΑΙτος, χΑΙδεβο, πετΑΙ, λΕΙμονη, λΕΙ, ελΕιμοσηνη, ρΟιδο, Οισκε, ακοι, κρuι.

Τες δίφθογγες μπορούμε να τες μοιράσουμε σε δυο τάξες ονομάζοντας κύριες τες πρώτες τέσσερες. αι ει οι, ουι, γιατί σε ταύτες ακούγονται παστρικά κι’ οι δυο φωνές, καθώς στες λέξες ΑΙτός, χΑΙδεβο, λΕΙμονη, λΕΙ, ελΕΙμοσύνη, ρΟΙδο, ΟΙσκε, ακΟΙ, κρΟΥΙ.

Κε καταχρηστηκες τες αλες πεντε, ια, ιε, ιο, ιη, ιu, γιατη σε ταφτες το ι, δεν αβγαται φονη, μονε χρησημεβη μοναχα για να καμη μαλακοτερο το φονηεντο, οπu ακολuθαι, καθος στες λεξες, πεδιΑ, πιΕ, αξιΗ, σκολιΟ, ψομιu, κε τλ.

Και καταχρηστικές τες άλλες πέντε, ια, ιε, ιο, ιη, ιου, γιατί σε ταύτες το ι δεν αβγατάει φωνή, μόνε χρησιμεύει μονάχα για να κάμη μαλακότερο το φωνήεντο, όπου ακολουθάει, καθώς στες λέξεις παιδΙΑ, πιΕ, άξιΗ, σκολιΟ, ψομιου, κ.τ.λ.

Η γλοσα μας στο ανακατομα της με ξενες γλοσες επηρε κε ξενες φονες, τες οπηες για να τες γραψομε αναγγαζομαστε να ανταμονομε διο η τρηα ψηφια απο το αλφαβητο μα κ’ ετζη εσηνηθησαμε να τες παραστενομε. Αφτες ηνε πεντε. ντ, γγ, μπ, τζ, ντζ, καθος στες λεξες. μπαλα, μπαρuτη, οντας, τζηταο, γγιονης, ντζηναο.

Η γλώσσα μας στο ανακάτωμα της με ξένες γλώσσες επήρε και ξένες φωνές, τες οποίες για να τες γράψωμε αναγκαζόμαστε να ανταμώνομε δυο ή τρία ψηφιά από το αλφάβητό μας, και έτσι εσυνηθίσαμε να τις παρασταίνωμε. Αυτές είναι πέντε. ντ, γγ, μπ, τζ, ντζ, καθώς στες λέξες. μπάλα, μπαρουτη, οντας, τζηταο, γγιονης, ντζηναο.

Οσες φονες ληπον μπενuν στη γλοσα μας φτανuν να γραφτuν με τα ηκοση τρηα γραματα τu αλφαβητu μας. Κε ακολuθος ολες αφτες η φονες εχuν τα παραστατηκα τuς σημαδια, ή απο ενα ψηφη μονο, ή απο διο, ή κε περσοτερα. Αφτα τα ψηφια, τα παραστατηκα σημαδια καθε φονης σε μια λεξη βαλμενα, κι’ αραδιασμενα κατα την ταξη, οπu ερχετε το καθενα, γραφuν, κε παραστενuν καθαρα αφτη τη λεξη κατα πος την προφερομε κιολα.

Όσες φωνές λοιπόν μπαίνουν στη γλώσσα μας φτάνουν να γραφτούν με τα είκοσι τρία γράμματα του αλφαβήτου μας. Και ακολούθως όλες αυτές οι φωνές έχουν τα παραστατικά τους σημάδια, ή από ένα ψηφί μόνο, ή από δυο, ή και περσότερα. Αυτά τα ψηφιά, τα παραστατικά σημάδια κάθε φωνής σε μια λέξη βαλμένα κι’ αραδιασμένα κατά την τάξη, όπου έρχεται το καθένα, γράφουν, και παρασταίνουν καθαρά αυτή τη λέξη κατά πως την προφέρομε κιόλα.

Ενας παρομιος αραδιασμος αφτον τον φηφιον, οπu παραστενuν απο μια φονη, μας δηνη κε ταχτηκο γραψημο, ή την ορθογραφηα, στη γλοσα μας. Κε ορθογραφομε εκηνο, οπu θελομε, αν τα βαλομε στο γραψημο μας τα παραστατηκα σημαδια τον φονον, οπu εχη καθε λεξη. Καθε περησιο, η αλο ψηφη απο το καθοληκο, ή οληγοτερο απο τα χρηαζομενα σε καθε λεξη κανuν το γραψημο ανορθογραφο, αλοφονο, ανεσοστο, κε εξαναγγης κακογραμενο, κε βαρβαρο, αφορμης οπu δεν παραστενη πλιο τη λεξη σοστα, καθος την προφερομε κιολα, ή την παραστενη σε τροπο, οπu διαβαζοντας τη την καταλαβενομε αχαμνα, κε μας ξηπναι αχαμνη, κε στραβη ηδεα στο νu μας.

Ένας παρόμοιος αραδιασμός αυτών των ψηφιών, οπού παρασταίνουν από μια φωνή, μας δίνει και ταχτικό γράψιμο, ή την ορθογραφία, στη γλώσσα μας. Και ορθογράφομε εκείνο, οπού θέλομε, αν τα βάλωμε στο γράψιμο μας τα παραστατικά σημάδια των φωνών, οπού έχει κάθε λέξη. Κάθε περίσσιο, ή άλλο ψηφί από το καθολικό, ή ολιγότερο από τα χρειαζόμενα σε κάθε λέξη, κάνουν το γράψιμο ανορθόγραφο, αλλόφωνο, ανέσωστο, και εξανάγκης κακογραμμένο, και βάρβαρο, αφορμής οπού δεν παρασταίνει πλιο τη λέξη σωστά, καθώς την προφέρομε κιόλα, ή την παρασταίνει σε τρόπο, οπού διαβάζοντάς τη την καταλαβαίνομαι αχαμνά, και μας ξυπνάει αχαμνή και στραβή ιδέα στο νου μας.

Αποδηχνετε ληπον φος φανερα απο τα ηπομενα, πος ορθογραφηα ονομαζετε ο τροπος, οπu αναφερα για να γραφομε. οπιον αλον τροπο μεταχηρηστuμε, ηνε ανορθογραφηα. Κε τuτα φτανuν για οσuς θελuν να ορθογραφuν κε να ορθοδιαβαζuν στη ρομεηκη γλοσα.

Αποδείχνεται λοιπόν φως φανερά από τα ειπωμένα, πως ορθογραφία ονομάζεται ο τρόπος, οπού ανάφερα για να γράφωμε. όποιον άλλον τρόπο μεταχειριστούμε είναι ανορθογραφία. Και τούτα φτάνουν για όσους θέλουν να ορθογράφουν και να ορθοδιαβάζουν στη ρωμαίικη γλώσσα.