Skip to main content

Οικισμοί της Θεσσαλονίκης που αρχίζουν από Α

 

Οικισμοί της Θεσσαλονίκης που αρχίζουν από Α

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Αϊβάτοβο / Ajvatovo / Ајватово. Μετονομάστηκε σε Λυτή και στη συνέχεια σε Λητή. Οι κάτοικοι του οικισμού ήταν χριστιανοί προσκείμενοι στο πατριαρχείο και είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 1.500 άτομα. Τόσοι ήταν σχεδόν και οι παρόντες δημότες στην απογραφή του 1928. Στο χωριό δεν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες.

 

Πηγές:

Ajvatli [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Αϊβάτι (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Ayvatlu: Χριστιανικό χωριό το 1771. Χριστιανικό χωριό με 167 σπίτια το 1862 [Δημητριάδης, 417, 445].

Αϊβάτ: «έχον 80 οικογενείας χριστιανών γεωργών» [Σχινάς 1886, 391].

Айватово, Солунска Каза, 1.580 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Aivatovo, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 2.000 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Υπήρχε ένα ελληνικό σχολείο με ένα δάσκαλο και 207 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Αειβάτι: «Το Αειβάτι αποτελεί Ελληνικήν Ορθόδοξον κοινότητα αμιγή εκ 200 περίπου οικογενειών, διατηρούσαν σχολεία αρρένων και θηλέων μετά δύο διδασκάλων εξ εκατέρου των φύλων… Οι του Αειβάτι έχουσι το γνωστόν Σλαυόμικτον ιδίωμα, καίτοι πάντες σχεδόν εξέμαθον πλέον τη Ελληνικήν και μεταχειρίζονται αυτήν ευχερώς κατά προτίμησιν» [Χατζηκυριάκος 1906, 21].

Έκθεση Σάρρου: «Αειβάτι (κρατεί η σλαβομακεδονική διάλεκτος), 27 Μαΐου 1906. Οικίαι 257, οικογένειαι 300, κάτοικοι 1.395 (725 άρρενες + 670 θήλεις) Έλληνες πάντες. Μαθηταί εγγραφέντες εν όλω 252, διδάσκαλοι 4. Και το κεφαλοχώριον τούτο εξακολουθεί ευτυχώς βαίνον καλώς υπό τε εθνικήν και παιδευτικήν έποψιν» [Παπαδόπουλος, 119].

Αειβάτι, επί του όρους Χορτιάτου: «1.395 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 4].

Αειβάτιον, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 1.503 κάτοικοι (763 άρρενες και 740 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11]. Αειβάτι, κοινότητος Αειβατίου, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Ајватово, Лугадинска област, 300 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 37].

Αειβάτιον, κοινότητος Αειβατίου, κάτοικοι 1.495 (721 άρρενες, 774 θήλεις) [Απογραφή 1920, 113].

Μετονομασία: «Η κοινότης Αειβατίου, μετονομάζεται εις κοινότητα Λητής και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Αειβάτι εις Λητή (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 31.8.1926 (ΦΕΚ 346/4.10.1926) [Χουλιαράκης 1975, 258].

Λυτή, κοινότητος Λυτής. Πραγματικός πληθυσμός 1.579 (774 άρρενες και 805 θήλεις), εκ των οποίων 14 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (12 άρρενες και 2 θήλεις). Υπήρχαν 1.502 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 73 δημότες άλλων δήμων και 4 αλλοδαποί. Οι απογραφέντες αλλού δημότες ήταν 124 [Απογραφή 1928, 235].

Λητή (Αειβάτιον), Λητής (Αειβατίου) [Διοικητικά 1935, 137].

Λητή, κοινότητος Λητής. Πραγματικός πληθυσμός 1.107 κάτοικοι (871 άρρενες και 917 θήλεις) [Απογραφή 1940, 165].

Ајватово: μακεδονικός οικισμός [Симовски, 308].

Λητή (Αειβάτιον και Αϊβάτι): Οικισμός του δήμου Μυγδονίας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Λητής, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 150. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 3.213, 1961: 1.852, 1971: 1.689, 1981: 1.747, 1991: 2.016 [Σταματελάτου, 428-429].

 

Ακ Μπουνάρ / Ak Bunar / Ак Бунар. Μετονομάστηκε σε Ασπρόβρυση. Πρόκειται για ένα μικρό χριστιανικό οικισμό, που βρισκόταν βορειοδυτικά και δίπλα στο Νταούτ Μπαλή (Ωραιόκαστρον) και τώρα αποτελεί συνοικία του τελευταίου. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 70 χριστιανοί, οι οποίοι μιλούσαν μακεδονικά και ήταν προσκείμενοι στο πατριαρχείο. Μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στην Ελλάδα, ο πληθυσμός του χωριού άλλαξε, τα υπάρχοντα όμως στοιχεία δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό της σύνθεσής του, από το μεσοπόλεμο και μετά. 

 

Πηγές:

Akbunar [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Ακμπουνάρ (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Akbunar: τσιφλίκι 5 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 437].

Акъ Бунаръ, Солунска Каза, 70 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Ak Bounar, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 80 πατριαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Ακ Μπουνάρ, βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης: «23 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 3].

Λικπουνάρ, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 196 στρεμμάτων, με 9 οικοδομές, αξίας 135.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 80].

Ακ Μπουνάρ, κοινότητος Μπάλτζης, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Ак Бунар, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 3 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 36].

Ακ Μπουνάρ, κοινότητος Μπάλτζης, κάτοικοι 40 (24 άρρενες, 16 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Ακ Μπουνάρ της κοινότητος Μπάλτζης (Μελισσοχωρίου), μετονομάζεται εις Ασπρόβρυση (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 31.8.1926 (ΦΕΚ 346/4.10.1926) [Χουλιαράκης 1975, 259].

 Ασπρόβρυση, κοινότητος Μελισσοχωρίου. Πραγματικός πληθυσμός 61 (27 άρρενες και 34 θήλεις), εκ των οποίων 18 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (6 άρρενες και 12 θήλεις). Και οι 61 ήταν δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 235].

Ασπρόβρυση (Ακ Μπουνάρ), Μελισσοχωρίου (Μπάλτζης) [Διοικητικά 1935, 137].

Ак Бунар: πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας μικρός μακεδονικός οικισμός [Симовски, 308].

Ασπρόβρυση (Ακ Μπουνάρ): Έως και την απογραφή του 1981 ήταν οικισμός της κοινότητας Μελισσοχωρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 260. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 95, 1961: 122, 1971: 144, 1981: 187 [Σταματελάτου, 106].

 

Ακσακλή ή Αρσακλή ή Μπουγιούκ Μαχαλέ (Aksakli, Arsakli, Bujuk Mahale / Аксакли, Арсакли, Бујук Махале). Μετονομάστηκε σε Πανόραμα. Μέχρι το 1912 ήταν ένας καθαρά μουσουλμανικός τουρκικός οικισμός 200 ατόμων. Στη συνέχεια ερήμωσε καθώς οι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ χριστιανούς πρόσφυγες από διάφορα χωριά του Πόντου και του Καυκάσου. Οι περισσότεροι από αυτούς μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο. Το 1928 ήταν ένα προσφυγικό χωριό 550 περίπου κατοίκων.

 

Πηγές:

Büjük mah. (Arsaklizes) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Ακσακλή ή Μπουγιούκ Μαχ. (μουσουλμανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Aksakallı: Το 1712 καταγράφονται εδώ 96 στρατιώτες Γιουρούκοι. Το 1862 το Aksakllı ήταν ένας συνοικισμός με 42 μουσουλμανικά σπίτια [Δημητριάδης, 406, 450].

Аксаклѫ, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 205 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Αϊσακλί, καζά Θεσσαλονίκης: «27 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Ακσακλή Θεσσαλονίκης, εγκαταλειμμένο, 6 προσφυγικές οικογένειες (35 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 25, 36].

Αρσακλή, κοινότητος Καπουτζήδων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Арсакли, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 15 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων [Милојевић, 36].

Бијик Махала, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 30 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων. Κατεστραμμένο και έρημο μετά τους βαλκανικούς πολέμους [Милојевић, 36].

Αρσακλή, κοινότητος Καπουτζήδων, κάτοικοι 133 (67 άρρενες, 66 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Αρσακλή της κοινότητος Καπουτζήδων (Πυλαίας) μετονομάζεται εις Πανόραμα (Επαρχία Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 12.3.1928 (ΦΕΚ 81/14.5.1927) [Χουλιαράκης 1975, 317].

Αρσακλή (Πανόραμα), γραφείου Θεσσαλονίκης, 155 προσφυγικές οικογένειες – 549 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 50].

Αρσακλή (Πανόραμα), πρόσφυγες: 138 οικογένειες εκ Πόντου, οι οποίες μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο (75 από Ίμερα, 40 από Παρτίν, 15 από Κρώμνη και 8 εκ Ρουσίων και Πολίτας), και 10 οικογένειες που μιλούσαν επίσης ποντιακά από το χωριό Μπορζόμ του Καυκάσου [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 305-306, 313, 318].

Πανόραμα, κοινότητος Πυλαίας. Πραγματικός πληθυσμός 561 (268 άρρενες και 293 θήλεις), εκ των οποίων 378 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (181 άρρενες και 206 θήλεις).

Υπήρχαν 541 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 20 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 236].

Πανόραμα (Αρσακλή), Πανοράματος (Αρσακλή) [Διοικητικά 1935, 138].

Πανόραμα, κοινότητος Ασβεστοχωρίου. Πραγματικός πληθυσμός 789 κάτοικοι (394 άρρενες και 395 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Арсакли: Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας τούρκικος οικισμός. Οι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό χριστιανούς πρόσφυγες [Симовски, 311].

Πανόραμα (Αρσακλή): Πόλη του δήμου Πανοράματος, του νομού Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 340. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 831, 1961: 992, 1971: 1.560, 1981: 4.193, 1991: 10.275 [Σταματελάτου, 584].

 

Ανταλή / Adali / Адали. Μετονομάστηκε σε Κάτω Σχολάριον. Στους σύγχρονους οδικούς χάρτες αναγράφεται ως Κάτω Σχολάρι. Οι κάτοικοι του χωριού, που ήταν μουσουλμάνοι Τούρκοι, ήταν το 1912 περίπου 200 άτομα. Αυτοί κατέφυγαν το 1913-1914 στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε τότε στα σπίτια τους πρόσφυγες χριστιανούς Ρωμιούς από το Σχολάρι (Ισικλέρ) της Ανατολικής Θράκης. Ωστόσο οι πρόσφυγες επέστρεψαν στο χωριό τους στη Θράκη, στο τέλος του 1920, το οποίο είχε προσαρτηθεί εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα. Στα τέλη του 1922 άρχισε η δεύτερη εγκατάσταση προσφύγων στο Ανταλή. Μετά την ολοκλήρωσή της, βρέθηκαν τελικά εδώ 97 οικογένειες από το Σχολάρι, τέσσερις οικογένειες από τη Μικρά Ασία και 70 οικογένειες που μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο, από έξι διαφορετικά χωριά του Πόντου. Το 1928 ζούσαν στον οικισμό σχεδόν 610 πρόσφυγες.

 

Πηγές:

Adali [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].

Adalı: Το 1712 καταγράφονται εδώ 54 στρατιώτες Γιουρούκοι. Το 1862 το Adalu ήταν χωριό με 51 μουσουλμανικά σπίτια [Δημητριάδης, 406, 449].

Αδαλή, καζά Θεσσαλονίκης: «125 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Адали, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 470 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Αδαλήδες, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 190 κάτοικοι (100 άρρενες και 90 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Αδαλή Θεσσαλονίκης, εγκαταλειμμένο. Εγκαταστάθηκαν 35 προσφυγικές οικογένειες (124 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 25, 36].

Αδαλή, κοινότητος Ζουμπάτων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Αδαλή, κοινότητος Ζουμπάτων, κάτοικοι 477 (309 άρρενες, 168 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Μετονομασία: «Η κοινότης Αδαλή, μετονομάζεται εις κοινότητα Κάτω Σχολαρίου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Αδαλή εις Κάτω Σχολάριον (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 31.8.1926 (ΦΕΚ 346/4.10.1926) [Χουλιαράκης 1975, 259].

Αδαλή (Κάτω Σχολάριον), γραφείου Θεσσαλονίκης, 151 προσφυγικές οικογένειες – 597 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 25].

Αδαλή (Κάτω Σχολάριον), πρόσφυγες: 97 ελληνόφωνες οικογένειες (355 άτομα) από το Σχολάριον της Θράκης, 4 οικογένειες Μικρασιατών (15 άτομα) και 70 οικογένειες (204 άτομα) που μιλούσαν ποντιακά, από τα χωριά του Πόντου: Καρά Ερίκ, Αγαλούκ Μαντέν, Κουρτ Μπελή, Περνετζούκ, Άγιο Αντώνιο και Κουρούκ [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 378, 386-387].

Κάτω Σχολάριον, κοινότητος Κάτω Σχολαρίου. Πραγματικός πληθυσμός 619 (307 άρρενες και 312 θήλεις), εκ των οποίων 570 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (278 άρρενες και 292 θήλεις). Υπήρχαν 608 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 11 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 235].

Κάτω Σχολάριον (Αδαλή), Κάτω Σχολαρίου (Αδαλή) [Διοικητικά 1935, 136].

Κάτω Σχολάριον, κοινότητος Κάτω Σχολαρίου. Πραγματικός πληθυσμός 1.047 κάτοικοι (512 άρρενες και 535 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Адали: Τούρκικος οικισμός. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους οι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν. Στη θέση τους εγκαταστάθηκαν χριστιανοί πρόσφυγες [Симовски, 307-308].

Κάτω Σχολάρι (Αδαλή): Οικισμός του δήμου Μίκρας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Κάτω Σχολαρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 150. Κάτοικοι μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 3.213, 1961: 1.852, 1971: 1.689, 1981: 1.747, 1991: 2.016 [Σταματελάτου, 428-429].

  

 Απανομή / Apanomi / Апаноми. Μεταγράφηκε ως Επανωμή και στη συνέχεια ως Επανομή. Μεγάλο χωριό με κάτοικους γηγενείς χριστιανούς Έλληνες. Μετά το 1924 προστέθηκε εδώ ένας μικρός αριθμός προσφύγων. Το 1912 και το 1928, ο πληθυσμός του οικισμού ήταν περίπου 3.000 και 3.500 άτομα αντίστοιχα.

Πηγές:
Apanomi [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].
Apanomi: Στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν ένα μικτό χωριό χριστιανών και μουσουλμάνων. Το 1862 το χωριό είχε 183 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 429, 450].
Απανομή: «Η κωμόπολις Απανομή έχει περί τας 500 οικογενείας χριστιανών γεωργών, εκκλησίαν, παντοπωλεία τινα, καφεία, φρέατα, ίππους φορτηγούς και βόας δι’ αμάξας» [Σχινάς 1886, 529].
Апанами, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 2.300 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].
Panolia, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 1.850 Έλληνες. Δύο ελληνικά σχολεία με τρεις δασκάλους και 325 μαθητές [Brancoff 1905, 220-221].
Έκθεση Σάρρου: «Επανωμή (λαλείται μόνον η ελληνική γλώσσα), 20-21 Μαΐου 1906. Οικίαι 420, κάτοικοι πάντες Έλληνες. Μαθηταί 527. Διδάσκαλοι 5» [Παπαδόπουλος, 126].
Επανομή, τμήματος Καλαμαριάς: «2.600 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].
Επανωμή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 2.948 κάτοικοι (1.496 άρρενες και 1.452 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].
Επανωμή, κοινότητος Επανωμής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].
Επανωμή, κοινότητος Επανωμής, κάτοικοι 3.430 (1.667 άρρενες, 1.763 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].
Επανωμή, κοινότητος Επανωμής. Πραγματικός πληθυσμός 3.583 (1.811 άρρενες και 1.662 θήλεις), εκ των οποίων 75 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (39 άρρενες και 36 θήλεις). Υπήρχαν 3.419 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 152 δημότες άλλων δήμων και 12 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 234].
Επανωμή, Επανωμής [Διοικητικά 1935, 136].
Επανομή, κοινότητος Επανομής. Πραγματικός πληθυσμός 402 κάτοικοι (197 άρρενες και 205 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].
Епаноми: μεγάλο ελληνικό χωριό [Симовски, 319].
Επανομή: Οικισμός του δήμου Επανομής, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 οικισμός της κοινότητας Επανομής, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 50. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 4.505, 1961: 4.639, 1971: 4.587, 1981: 4.881, 1991: 5.562 [Σταματελάτου, 220].

 

Αραπλή / Arapli / Арапли. Μετονομάστηκε Λαχανόκηπος, στη συνέχεια Λαχανόκηποι και τελικά Νέα Μαγνησία. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Οι 200 περίπου κάτοικοί του μιλούσαν μακεδονικά και ήταν χριστιανοί που είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Η ελληνική διοίκηση αλλοίωσε το 1923-1924 τη σύνθεση του πληθυσμού, εγκαθιστώντας εδώ 41 οικογένειες προσφύγων από τη Θράκη και 285 οικογένειες από τη Μικρά Ασία (οι περισσότερες των οποίων ήταν χριστιανού Τούρκοι).

 

Πηγές:

Arapli [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Αραπλή (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Hanlu Araplu: Το 1771 ήταν ένα χριστιανικό χωριό. Το 1862 ήταν τσιφλίκι με 8 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 422, 439].

Арапли, Солунска Каза / Вардарѝя, 155 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 142].

Araplia, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 200 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Αραπλί (κρατεί η σλαβομακεδονική διάλεκτος), 24 Μαΐου 1906. Τσιφλίκι τουρκικόν μετά 15 οικιών σλαυοφώνων αποσχισθέντων προ τριετίας. Εις την εκκλησίαν του χωρίου μεταβαίνει ο ιερεύς του Δουδουλαρίου. Μένει ενταύθα και χωλός τις Βουλγαροδιδάσκαλος διδάσκων 5-6 μαθητάς» [Παπαδόπουλος, 122].

Αραπλί, βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης: «78 ορθόδοξοι Έλληνες, υποκείμενοι εις την τρομοκρατίαν του Βουλγαρικού κομιτάτου από του 1906» [Χαλκιόπουλος 1910, 3].

Αραπλή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 240 κάτοικοι (134 άρρενες και 106 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Αραπλή, κοινότητος Νεοχωρούδας, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Арапово, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 8 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 35 μουσουλμάνων Τσιγγάνων [Милојевић, 36].

Αραπλή, κοινότητος Νεοχωρούδας, κάτοικοι 413 (221 άρρενες, 192 θήλεις) [Απογραφή 1920, 116].

Μετονομασία: «Η κοινότης Αρπαλή, μετονομάζεται εις κοινότητα Λαχανοκήπου και ο οικισμός Αρπαλή εις Λαχανόκηπος (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 9.9.1927 (ΦΕΚ 206/28.9.1927) [Χουλιαράκης 1975, 300].

Αραπλή (Λαχανόκηπος), γραφείου Θεσσαλονίκης, 329 προσφυγικές οικογένειες – 1.209 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 32].

Αραπλή (Λαχανόκηπος), πρόσφυγες: 41 οικογένειες Θρακών (183 άτομα) και 285 οικογένειες Μικρασιατών (1.306 άτομα). Από τις μικρασιατικές οικογένειες, 65 τουρκόφωνες είχαν έλθει από το Κεμπίρ Σούσουρλουκ και 122 τουρκόφωνες από το Μουραδιέ [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6, 112, 115-116].

Λαχανόκηπος, κοινότητος Λαχανοκήπου. Πραγματικός πληθυσμός 1.800 (894 άρρενες και 906 θήλεις), εκ των οποίων 1.229 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (609 άρρενες και 620 θήλεις). Υπήρχαν 1.573 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 220 δημότες άλλων δήμων και 7 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 235].

Λαχανόκηπος (Αραπλή), Λαχανοκήπου (Αραπλή) [Διοικητικά 1935, 137].

Λαχανόκηποι (Νέα Μαγνησία), κοινότητος Λαχανοκήπων. Πραγματικός πληθυσμός 2.070 κάτοικοι (1.040 άρρενες και 1.030 θήλεις) [Απογραφή 1940, 166].

Μετονομασία: «Ο οικισμός Λαχανόκηπος, μετονομάζεται εις Νέα Μαγνησία, η δε ομώνυμος κοινότης, εις κοινότης Νέας Μαγνησίας (Επαρχία Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 24.3.1952 (ΦΕΚ 73/24.3.1952) [Χουλιαράκης 1976, 81].

Арапли: Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας μακεδονικός οικισμός. Στη συνέχεια η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό χριστιανούς πρόσφυγες από την Τουρκία [Симовски, 310].

Νέα Μαγνησία (έως το 1928 Αραπλή, ως το 1952 Λαχανόκηποι): Οικισμός του δήμου Εχεδώρου, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός του δήμου Ιωνίας, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 18. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 3.451, 1961: 3.026, 1971: 3.170, 1981: 3.770, 1991: 3.664 [Σταματελάτου, 533].