Skip to main content

Οικισμοί της Θεσσαλονίκης που αρχίζουν από Κ

 

Οικισμοί της Θεσσαλονίκης που αρχίζουν από Κ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Καβακλή Γκόρνο / Kavakli Gorno / Кавакли Горно. Μετονομάστηκε σε Άγιος Αθανάσιος. Το 1912 ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν 80 μακεδονόφωνοι πατριαρχικοί χριστιανοί και 30 μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, εγκατέλειψαν τον οικισμό πρώτα οι χριστιανοί κάτοικοι και τους ακολούθησαν οι μουσουλμάνοι μέχρι το 1924. Το ελληνικό κράτος εγκατέστησε στα σπίτια τους ελληνόφωνους πρόσφυγες από διάφορα χωριά της Μικράς Ασίας και της Θράκης. Το 1928 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.100 άτομα.

 

Πηγές:

Kavakli (Levkes) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Καβακλή, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Kavaklu: Το 1771 ο οικισμός ήταν τσιφλίκι και οι κάτοικοί του χριστιανοί. Το 1862 ήταν τσιφλίκι με 8 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 417, 437].

Горно Каваклиово, Солунска Каза / Вардарѝя, 115 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Gorno Kavaklievo, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 144 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Υπήρχε ένα ελληνικό σχολείο με ένα δάσκαλο και 12 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Λεύκες ή Άνω Καβακλί (κρατεί το σλαυομακεδονικόν ιδίωμα), 19 Μαΐου 1906. Κτήμα έχον οικίας 16, ψυχάς δε 76 (ων 40 άρρενες + 36 θήλεις) ελληνοφρονούσας. Το χωρίον ενοικιασθέν δι’ επταετίαν υπό του Σαούλ ηρίθμει προ τινων ετών τριπλασίους κατοίκους… Οι παραμείναντες κάτοικοι του χωρίου εννοούσι πάντες την ελληνικήν» [Παπαδόπουλος, 141].

Άνω Καβακλί, τμήματος Βαρδάρ Οβασί: «75 ορθόδοξοι Έλληνες και 30 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 4].

Καβακλή Μπουλιά, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 14.000 στρεμμάτων, με 20 οικοδομές, αξίας 670.500 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Άνω Καβακλή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 31 κάτοικοι (20 άρρενες και 11 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καβακλή, κοινότητος Μπουγαριόβου, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Горно Каваклијево, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 3 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 32].

Καβακλή, κοινότητος Μπουγαριόβου, κάτοικοι 166 (102 άρρενες, 64 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Η κοινότης Καβακλή μετονομάζεται εις κοινότητα Αγίου Αθανασίου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Καβακλή εις Άγιος Αθανάσιος (Επαρχία Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 12.3.1928 (ΦΕΚ 81/14.5.1927) [Χουλιαράκης 1975, 317].

Καβακλή (Άγιος Αθανάσιος), γραφείου Θεσσαλονίκης, 467 προσφυγικές οικογένειες – 1.952 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 5].

Καβακλή (Άγιος Αθανάσιος), πρόσφυγες: 455 οικογένειες Θρακών και 80 οικογένειες Μικρασιατών. Από τις ελληνόφωνες θρακιώτικες οικογένειες 130 είχαν έρθει από Μπουγιούκ Γκερδελή, 195 από Μεσινή, 60 από Σκόπελο, 30 από Σαφρά, 20 από Πέτρα και 20 από Κερμέν. Οι μικρασιατικές οικογένειες και οι 80 ήταν ελληνόφωνες από Τσομπανισιά. Το Καβακλή ήταν, πριν την εγκατάσταση των προσφύγων, τσιφλίκι του Εβραίου Μαλλάχ. Εδώ ζούσαν 10 οικογένειες μουσουλμάνων Γύφτων. [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6, 225-247].

Άγιος Αθανάσιος, κοινότητος Αγίου Αθανασίου. Πραγματικός πληθυσμός 2.158 (1.084 άρρενες και 1.074 θήλεις), εκ των οποίων 2.069 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1.022 άρρενες και 1.047 θήλεις). Υπήρχαν 2.064 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 92 δημότες άλλων δήμων και 2 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 233].

Άγιος Αθανάσιος (Καβακλή), Αγίου Αθανασίου (Καβακλή) [Διοικητικά 1935, 134].

Άγιος Αθανάσιος, κοινότητος Αγίου Αθανασίου. Πραγματικός πληθυσμός 2.865 κάτοικοι (1.406 άρρενες και 1.459 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Кавакли (Горно Кавакли): Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας μακεδονικός οικισμός. Το 1924 έγινε ένας οικισμός προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία [Симовски, 323].

Άγιος Αθανάσιος (Καβακλή): Οικισμός του δήμου Αγίου Αθανασίου, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός του δήμου Θεσσαλονίκης, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 30. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 2.851, 1961: 3.183, 1971: 3.372, 1981: 3.972, 1991: 5.400 [Σταματελάτου, 43].

 

Καβακλή Ντόλνο / Kavakli Dolno / Кавакли Долно. Επίσημη απογραφική ονομασία Κάτω Καβακλή. Έρημο από το μεσοπόλεμο. Βρισκόταν νοτιοανατολικά του Γκόρνο Καβακλή. Ήταν ένα τσιφλίκι, στο οποίο ζούσαν και δούλευαν 70 περίπου μακεδονόφωνοι πατριαρχικοί χριστιανοί. Οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν τον οικισμό, πριν την απογραφή του 1928.

 

Πηγές:

Köpek Kavaklisi [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κάτω Καβακλή (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Κάτω Καβακλί: «Τσιφλίκιον πεδινόν έχον 7 οικογενείας χριστιανικάς εκκλησιαζομένας εις Βαλμάδαν, ης κείται Α ¼ ώρας» [Σχινάς 1886, 202].

Долно Каваклиово, Солунска Каза / Вардарѝя, 85 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Dolno Kavaklievo, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 80 πατριαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219]. Έκθεση Σάρρου: «Κάτω Καβακλί ή Κιοπέκ Καβακλισί (κρατεί η σλαβομακεδονική διάλεκτος), 24 Μαΐου 1906. Τσιφλίκι μετά 6 οικογενειών σλαυοφώνων ελληνοφρονουσών εκκλησιαζομένων εις Τεκελί» [Παπαδόπουλος, 122].

Κάτω Καβακλί, τμήματος Βαρδάρ Οβασί: «27 ορθόδοξοι Έλληνες υποκείμενοι εις την Βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1907» [Χαλκιόπουλος 1910, 4].

Κάτω Καβακλή, κοινότητος Τεκελή, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Κάτω Καβακλή, κοινότητος Τεκελή, κάτοικοι 71 (37 άρρενες, 34 θήλεις) [Απογραφή 1920, 116].

Καβακλή Ζιρ, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 18.905 στρεμμάτων, με 10 οικοδομές, αξίας 403.500 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Кавакли (Долно Кавакли): Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένα τσιφλίκι με μακεδόνες κατοίκους. Στη συνέχεια ερήμωσε [Симовски, 317].

 

Καγιαλή ή Κάνγκαλιτς (Kajali, Kangalič / Кајали, Кангалич). Μετονομάστηκε σε Βραχιά. Ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά στην οποία κατοικούσαν 200 περίπου μακεδονόφωνοι χριστιανοί, διαιρεμένοι σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς. Υπήρχαν ακόμα 50 μουσουλμάνοι Τούρκοι (ή και Τσιγγάνοι). Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι έφυγαν αναγκαστικά μέχρι το 1924 για την Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό οκτώ οικογένειες χριστιανών Τούρκων από δύο χωριά της Μικράς Ασίας και τρεις πατριαρχικές οικογένειες από τη Θράκη. Το 1928 ζούσαν εδώ 240 περίπου άτομα, εκ των οποίων μόνο το ένα δέκατο ήταν πρόσφυγες.

 

Πηγές:

Kajali (Kangelič) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Καϊλή (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Kayalu: τσιφλίκι 80 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 438].

Καϊλί: «Τσιφλίκιον πεδινόν έχον 60 οικογενείας χριστιανικάς, σχολείον και εκκλησίαν. Κείται 1 ώραν Δ του χωρίου Βαλμάδα και ¾ της ώρας του ποταμού Αξιού» [Σχινάς 1886, 202].

Кънгличъ, Солунска Каза / Вардарѝя, 240 χριστιανοί Βούλγαροι και 60 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900, 142].

Kangalitch, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 480 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Καϊλί (κρατεί το σλαυομακεδονικόν ιδίωμα), 21 Δεκεμβρίου, 11 Ιουνίου 1906. Κτήμα τουρκικόν έχον οικίας 40, οικογενείας δε 45 και κατοίκους (άρρενας 145 + 100 θήλεις) εν όλω 245 ελληνοφρονούντας. Μαθηταί εγγραφέντες 28 ων 2 κοράσια. Οι κάτοικοι του χωρίου φαίνονται διστακτικοί και απρόθυμοι. Υποκύψαντες ως γνωστόν εις το βουλγαρικόν κομιτάτον επανήλθον πέρυσιν εις τα πάτρια. Η εκκλησία και το παρακείμενον αυτή μικρόν διδακτήριον τον χειμώνα περικλύζονται υπό των υδάτων του Αξιού καθισταμένης ούτως αδυνάτου της εις αυτά μεταβάσεως άνευ λέμβου» [Παπαδόπουλος, 138].

Καϊλί, περιοχή Ρουμλουκίου: «220 ορθόδοξοι Έλληνες και 20 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Καγιαλή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 271 κάτοικοι (151 άρρενες και 120 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καγιαλή, κοινότητος Βαλμάδας, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134]. Кангалић, Солунска област - Западно од доњег Вардара, 25 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 10 μουσουλμάνων Τούρκων [Милојевић, 29].

Καγιαλή, κοινότητος Βαλμάδος, κάτοικοι 217 (115 άρρενες, 102 θήλεις) [Απογραφή 1920, 113].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Καγιαλή της κοινότητος Βαλμάδας, μετονομάζεται εις Βραχιά (Επαρχία Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 19.7.1928 (ΦΕΚ 156/8.8.1928) [Χουλιαράκης 1975, 333].

Καγιαλή (Βραχιά), γραφείου Θεσσαλονίκης, 11 προσφυγικές οικογένειες – 32 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 12].

Καγιαλή (Βραχιά), πρόσφυγες: 8 οικογένειες Μικρασιατών και 3 Θρακών. Από τις μικρασιατικές οικογένειες 5 ήταν τουρκόφωνες από Ανταβάλ (Αντάβαλη) και 3 τουρκόφωνες από Ουργκιούπ (Προκόπιον) [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6, 28, 219-220].

Βραχιά, κοινότητος Βαλμάδος. Πραγματικός πληθυσμός 242 (127 άρρενες και 115 θήλεις), εκ των οποίων 21 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (11 άρρενες και 10 θήλεις). Και οι 242 ήταν δημότες παρόντες στην κοινότητα [Απογραφή 1928, 234].

Βραχιά (Καγιαλή), Βαλμάδος [Διοικητικά 1935, 135].

Βραχιά, κοινότητος Αδένδρου. Πραγματικός πληθυσμός 469 κάτοικοι (249 άρρενες και 220 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Кангалиќ (Кајали): Πριν то 1924 ήταν ένας μακεδονικός οικισμός. Τότε εγκαταστάθηκαν στο χωριό και πρόσφυγες από την Βουλγαρία και την Τουρκία [Симовски, 324].

Βραχιά (Καγιαλή): Οικισμός του δήμου Αξιού, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Βραχιάς, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 9. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 633, 1961: 638, 1971: 598, 1981: 625, 1991: 638 [Σταματελάτου, 146].

 

Καγιάτσαλη / Kajačali / Кајачали. Μετονομάστηκε σε Τριάδι. και στη συνέχεια σε Τριάδιον. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας οικισμός με 100 περίπου μουσουλμάνους Τούρκους. Μέχρι το 1924 οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους χριστιανούς πρόσφυγες από τη Θράκη και τον Πόντο. Από αυτούς, άλλοι μίλαγαν Ελληνικά (το θρακικό ιδίωμα ή την ποντιακή διάλεκτο) και άλλοι Αλβανικά (εννέα οικογένειες). Το 1928 το χωριό αριθμούσε γύρω στα 250 άτομα.

 

Πηγές:

Kajačali [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Καγιατζάλ, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Коранъ Махале & Кая Чали & Съгърли, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 106 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Καγιά Τσαλή, κοινότητος Καπουτζήδων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Кајачали, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 10 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων [Милојевић, 36].

Καγιά Τσαλή, κοινότητος Καπουτζήδων, κάτοικοι 77 (41 άρρενες, 36 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Καγιά Τσαλή της κοινότητος Θέρμης (πρώην Σέδες), μετονομάζεται εις Τριάδι (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 20.8.1927 (ΦΕΚ 179/30.8.1927) [Χουλιαράκης 1975, 289].

Κραν Καγιά Τσαλή (Τριάδι), γραφείου Θεσσαλονίκης, 69 προσφυγικές οικογένειες – 234 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 59].

Κραν-Καγιά-Τσαλί (Τριάδι), πρόσφυγες: 39 οικογένειες Θρακών (161 άτομα) και 34 οικογένειες Ποντίων (106 άτομα). Η μεγαλύτερη ομάδα των Θρακιωτών, ήταν 15 ελληνόφωνες οικογένειες καταγόμενες από τους Άγιους Πάντες (Άη Πα) της Κωνσταντινούπολης. Υπήρχαν επίσης 9 αλβανόφωνες οικογένειες από την Μανδρίτσα. Από τους εκ Πόντου προερχόμενους, υπήρχαν 15 οικογένειες που μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και ήταν από το Καγιά Ταπί (Κονάχιανη ή Γονάχιανη) [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 295, 372-375].

Τριάδι, κοινότητος Θέρμης. Πραγματικός πληθυσμός 259 (123 άρρενες και 136 θήλεις), εκ των οποίων 19 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (7 άρρενες και 12 θήλεις). Υπήρχαν 235 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 24 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 235].

Τριάδι (Καγιάτζαλι), Θέρμης [Διοικητικά 1935, 136].

Τριάδιον, κοινότητος Θέρμης. Πραγματικός πληθυσμός 355 κάτοικοι (187 άρρενες και 168 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Кајачали: Πριν то 1924 ήταν ένας τουρκικός οικισμός. Τότε οι κάτοικοί του έφυγαν για την Τουρκία και στη θέση τους ήρθαν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο [Симовски, 323].

Τριάδιον (έως το 1928 Καγιάτζαλι, έως το 1940 Τριάδι): Οικισμός του δήμου Θέρμης, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός του δήμου Θέρμης, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 140. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 481, 1961: 431, 1971: 466, 1981: 517, 1991: 842 [Σταματελάτου, 745].

 

Κάλιανη / Kaljani / Калјани. Μετονομάστηκε σε Άλωρον και στη συνέχεια σε Άλωρος. Ήταν ιδιοκτησία ενός μουσουλμάνου τσιφλικά. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 100 χριστιανοί Έλληνες και 50 μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι. Το 1928 είχαν απομείνει στο χωριό γύρω στους 80 Έλληνες. Ο οικισμός ερήμωσε πριν την απογραφή του 1981.

 

Πηγές:

Kaljani [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κάλιανη (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Kalyan: τσιφλίκι 28 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 438].

Κάλιανη (Κάιλεν): «Τσιφλίκιον πεδινόν κείμενον ½ ώραν ΒΔ της επί του ποταμού Λουδίου περαταριάς, του χωρίου Γεντσίδα, έχον 50 οικογενείας χριστιανικάς» [Σχινάς 1886, 202].

Каляни, Солунска Каза / Урумлъкъ, 107 χριστιανοί Έλληνες και 48 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900, 142].

Kaliani, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 100 Έλληνες [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Κάλιανη, 29 Μαΐου 1906. Τουρκικόν κτήμα. Δεν διαμένουσι πλέον ημέτεραι οικογένειαι αντικαταστάσαι διά Τουρκαθιγγάνων» [Παπαδόπουλος, 133].

Κάλιανι, περιοχή Ρουμλουκίου: «75 ορθόδοξοι Έλληνες και 25 Τουρκαθίγγανοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Καλιά, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 12.800 στρεμμάτων, με 65 οικοδομές, αξίας 490.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Κάλιανη, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 102 κάτοικοι (53 άρρενες και 49 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Κάλιανη, κοινότητος Κορυφής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Κάλιανη, κοινότητος Κορυφής, κάτοικοι 51 (22 άρρενες, 29 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Κάλιανη υπαγόμενος εις την κοινότητα Κορυφής εις Άλωρον (νομός Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 9.2.1926 (ΦΕΚ 55/15.2.1926) [Χουλιαράκης 1975, 237].

Άλωρος, κοινότητος Κορυφής. Πραγματικός πληθυσμός 76 (32 άρρενες και 44 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας (που να ήλθε μετά τη μικρασιατική καταστροφή). Υπήρχαν 45 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 31 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 235].

Άλωρος (Κάλιανη), Κορυφής [Διοικητικά 1935, 136].

Άλωρος, κοινότητος Κορυφής. Πραγματικός πληθυσμός 109 κάτοικοι (63 άρρενες και 46 θήλεις) [Απογραφή 1940, 165].

Калјани: Ήταν τσιφλίκι Ελλήνων και Τσιγγάνων [Симовски, дел. 1, 12].

Άλωρος (Κάλιανη): Οικισμός της κοινότητας Κλειδίου, της επαρχίας Ημαθίας. Υψόμετρο 9. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 104, 1961: 82, 1971: 37 [Σταματελάτου, 63].

 

Καλύβια / Kalivja / Каливја. Στις ελληνικές πηγές τον βρίσκουμε ως Καλύβια Κλειδίου. Μικρός οικισμός ελληνόφωνων χριστιανών. Βρισκόταν νοτιοδυτικά από το Κλειδί και νοτιοανατολικά από το Τσινάρ Φούρνος. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ 85 άτομα. Στη συνέχεια δεν αναφέρεται στις απογραφές. Ίσως ο πληθυσμός του συνυπολογιζόταν με αυτόν του χωριού Κλειδί.

 

Πηγές:

Kalivia [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Έκθεση Σάρρου: «Καλύβια Κλειδίου (ελληνόφωνοι), 29 Μαΐου 1906. Έχει οικίας ελληνικάς 11, κατοίκους δε 85. Εκκλησιάζονται και στέλλουσι τα τέκνα των εις Κλειδί» [Παπαδόπουλος, 133].

Καλύβαι Κλειδίου, περιοχή Ρουμλουκίου: «85 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

 

Καμάρα / Kamara / Камара. Βρισκόταν βορειοδυτικά του χωριού Ντρεμίγκλαβα (Δρυμός). Ήταν ένας τσιφλίκι το οποίο είχε πριν τους βαλκανικούς πολέμους 50 περίπου κατοίκους. Το 1928 ζούσαν εδώ γύρω στα 80 άτομα, τα περισσότερα ετεροδημότες. Οι αντιφατικές πληροφορίες των πηγών δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη σύνθεση του πληθυσμού κατά θρησκεία και γλώσσα. Ο οικισμός ερήμωσε μεταπολεμικά.

 

Πηγές:

Kamara [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Kamara, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 88 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 5 Έλληνες [Brancoff 1905, 218-219].

Καμάρα, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 11.245 στρεμμάτων, με 14 οικοδομές, αξίας 122.500 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Καμάρα, κοινότητος Δρυμιγκλάβων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Καμάρα, κοινότητος Δρυμιγκλάβων, κάτοικοι 49 (27 άρρενες, 22 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Камара, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 3 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων [Милојевић, 35].

Καμάρα, κοινότητος Δρυμού. Πραγματικός πληθυσμός 76 (47 άρρενες και 29 θήλεις), εκ των οποίων 4 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (άρρενες). Υπήρχαν 27 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 49 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 234].

Καμάρα, Δρυμού (Σιδηροκεφάλου, Δρυμιγκλάβων) [Διοικητικά 1935, 136].

Καμάρα, κοινότητος Δρυμού. Πραγματικός πληθυσμός 7 κάτοικοι (6 άρρενες) [Απογραφή 1940, 164].

Камара: Μικρός μακεδονικός οικισμός που ερήμωσε [Симовски, 324].

 

Καπουτζιλάρ ή Καπουτζίδες (Kapudžilar, Kapudžidhes / Капуџилар, Капуџидес). Μετονομάστηκε σε Στρέφα και στη συνέχεια σε Πυλαία. Πρόκειται για ένα μεγάλο οικισμό γηγενών χριστιανών Ελλήνων. Το 1912 και το 1928 ζούσαν εδώ αντίστοιχα περίπου 2.200 και 3.000 άτομα.

 

Πηγές:

Kapudžilar (Kapuazizes) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Καπουτζήδες (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Kapucılar: Το 1771 ήταν ένα χριστιανικό χωριό. Το 1862 ήταν ένα χωριό με 111 χριστιανικά σπίτια και ένα μουσουλμανικό [Δημητριάδης, 426, 451].

Καπουτζίδες: «έχον οικίας 150 και ευρύχωρον μεταξουργείον και τρεις πύργους στερεούς, στερούμενον όμως αφθόνου ύδατος»[Σχινάς 1886, 186].

Капуджиларъ, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 1.200 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].

Kapoudjiler, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 1.000 Έλληνες. Υπήρχαν δύο ελληνικά σχολεία με δύο δασκάλους και 104 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Καπουτζήδες (λαλείται μόνον η ελληνική γλώσσα), 2 Ιουνίου 1906. Κατά την περυσινήν στατιστικήν του μουχτάρη οικίαι 320. Ψυχαί εν όλω 1.510 (ων 768 άρρενες και 742 θήλεις. Μαθηταί εγγραφέντες εν όλω 198 (ων 135 νηπιαγωγείου). Διδάσκαλοι 2. Πάσαι αι οικογένειαι είναι ελληνόφωνοι πλην 2 εκ σλαυοφώνων μερών προερχομένων. Το χωρίον τούτο εις τα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης, αν και οιονεί πυλωρός αυτής, ως δηλοί και το τουρκικόν όνομά του, από τσιφλίκιον κατέστη βαθμηδόν κεφαλοχώριον όλον. Και υλικώς μεν ευπορεί, των κατοίκων ασχολουμένων εις την κτηνοτροφίαν, ιδία των χοίρων, και την καλλιέργειαν των αμπελώνων και αγρών, ων πολλοί εκποιούνται νυν υπ’ αυτών, ιδία οι περιλαμβανόμενοι εις το σχέδιον και την περιοχήν της Θεσσαλονίκης. Υπό πνευματικήν όλως έποψιν διατελεί εν οικτρά καταστάσει, οφειλομένη το μεν εις την αβελτηρίαν και αδιαφορίαν αυτών των κατοίκων, το δε εις την έλλειψιν προσηκούσης μερίμνης εκ μέρους της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης» [Παπαδόπουλος, 125-126].

Καπουτσήδες, τμήματος Καλαμαριάς: «1.510 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 5].

Καπουτζήδες, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 2.330 κάτοικοι (1.195 άρρενες και 1.135 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καπουτζήδες, κοινότητος Καπουτζήδων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Капудžилар, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 500 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 36].

Καπουτζήδες, κοινότητος Καπουτζήδων, κάτοικοι 2.658 (1.364 άρρενες, 2.658 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Η κοινότης Καπουτζήδων της υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης εις κοινότητα Στρέφας και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Καπουτζήδες εις Στρέφα (νομός Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 9.2.1926 (ΦΕΚ 55/15.2.1926) [Χουλιαράκης 1975, 237].

Μετονομασία: «Η κοινότης Καπουτζήδων, μετονομασθείσα ήδη εις κοινότητα Στρέψας, μετονομάζεται αύθις εις κοινότητα Πυλαίας και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Καπουτζήδες εις Πυλαία (Επαρχία Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 12.3.1928 (ΦΕΚ 81/14.5.1927) [Χουλιαράκης 1975, 317].

Πυλαία, κοινότητος Πυλαίας. Πραγματικός πληθυσμός 3.039 (1.553 άρρενες και 1.486 θήλεις), εκ των οποίων 76 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (37 άρρενες και 39 θήλεις). Υπήρχαν 2.915 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 116 δημότες άλλων δήμων και 8 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 236].

Πυλαία (Στρέφα, Καπουτζήδες), Πυλαίας (Στρέφας, Καπουτζήδων) [Διοικητικά 1935, 138].

Πυλαία, κοινότητος Πυλαίας. Πραγματικός πληθυσμός 3.972 κάτοικοι (2.025 άρρενες και 1.974 θήλεις) [Απογραφή 1940, 166].

Капуџилар (Капуџидес) [Симовски, 324].

Πυλαία (έως το 1928 Στρέφα και Καπουτζήδες): Οικισμός του δήμου Πυλαίας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός του δήμου Πυλαίας, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 90. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 4.640, 1961: 5.014, 1971: 6.900, 1981: 12.015, 1991: 20.785 [Σταματελάτου, 653].

 

Καρά Χουσεΐν / Kara Husein / Кара Хусеин. Μετονομάστηκε σε Πολίχνη. Μέχρι το 1912 ήταν ένα τσιφλίκι με πληθυσμό 80 περίπου άτομα. Οι κάτοικοί του μιλούσαν μακεδονικά και ήταν χριστιανοί προσκείμενοι στο πατριαρχείο. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους οι τελευταίοι εγκατέλειψαν τον οικισμό. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ χριστιανούς πρόσφυγες από διάφορα χωριά του Καυκάσου. Από αυτούς, άλλοι μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και άλλοι τουρκικά. Το 1928 το προσφυγικό χωριό αριθμούσε 450 περίπου άτομα.

 

Πηγές:

Karaissi [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Καραϊσίν, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Kara Hüşeyin: Το 1771 ο οικισμός ήταν τσιφλίκι και οι κάτοικοί του χριστιανοί. Το 1862 ήταν τσιφλίκι με 7 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 417, 445]

 Кара Усеинъ, Солунска Каза, 71 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Kara Issin, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 88 πατριαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Καραχουσεΐν, επί του όρους Χορτιάτου: «14 ορθόδοξοι και 25 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 4].

Καρά Χουσεΐν, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 10.193 στρεμμάτων, με 24 οικοδομές, αξίας 727.125 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 80].

Καρά Ισίν, δήμου Θεσσαλονίκης, κάτοικοι 858 (447 άρρενες, 411 θήλεις) [Απογραφή 1920, 113].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Καραϊσίν της κοινότητος Σταθμού, μετονομάζεται εις Πολίχνη (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 20.8.1927 (ΦΕΚ 179/30.8.1927) [Χουλιαράκης 1975, 289].

Καραϊσίν (Πολύχνη), γραφείου Θεσσαλονίκης, 153 προσφυγικές οικογένειες – 508 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 50].

Καρά Ισίν (Πολίχνη), πρόσφυγες: 139 οικογένειες Καυκασίων (463 άτομα). Οι οικογένειες αυτές μιλούσαν άλλες την ποντιακή διάλεκτο και άλλες τούρκικα. Αυτές που μιλούσαν ποντιακά προέρχονταν από την περιοχή Καρς: 25 από Καρά Κιλισέ, 8 από Βεζίνκιοϊ, 3 από Τσιλαχανά, 10 από Τσατάχ, 4 από Αλή Σοφή, 2 από Τεκνελή, 4 από Σουμπατάν, 10 από Αρδαχάν και 10 από Καρς. Οι τουρκόφωνες οικογένειες ήταν από την περιοχή Τσάλκας: 3 από Ποστ, 3 από Τσισγαρός, 5 από Ιβάνκοβα, 5 από Γεντί Κιλισέ και κάποιες από άλλα χωριά [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 5, 31-32].

Πολίχνη, κοινότητος Σταθμού. Πραγματικός πληθυσμός 451 (223 άρρενες και 228 θήλεις), εκ των οποίων 13 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (5 άρρενες και 8 θήλεις). Υπήρχαν 271 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 180 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 236].

Πολίχνη (Καραϊσίν), Σταυρουπόλεως (Λεμπέτ) [Διοικητικά 1935, 138].

Πολίχνη, κοινότητος Πολίχνης. Πραγματικός πληθυσμός 708 κάτοικοι (347 άρρενες και 361 θήλεις) [Απογραφή 1940, 166].

Кара Исин: Μικρός μακεδονικός οικισμός που ερήμωσε [Симовски, 325].

Πολίχνη (Καραϊσίν): Οικισμός του δήμου Πολίχνης, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός του δήμου Πολίχνης, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 90. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 2.105, 1961: 5.752, 1971: 19.382, 1981: 22.597, 1991: 27.894 [Σταματελάτου, 634].

 

Καραμπουρούν Μπουγιούκ / Karaburun Bujuk / Карабурун Бујук. Μετονομάστηκε σε Αγγελοχώρι και στη συνέχεια σε Αγγελοχώριον. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν τσιφλίκι του Χασάν Μπέη, στο οποίο ζούσαν και δούλευαν 100 περίπου χριστιανοί Έλληνες. Στα τέλη του 1922 εγκαταστάθηκαν εδώ ελληνόφωνοι χριστιανοί πρόσφυγες, κυρίως από το Αγγελοχώρι της Θράκης. Ο οικισμός χαρακτηρίστηκε από την επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων ως καθαρά προσφυγικός οικισμός. Το 1928 ο πληθυσμός του ήταν γύρω στα 330 άτομα.

 

Πηγές:

Karaburun Mega [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].

Kara Burun Sağır και Kebir: τσιφλίκια με 21 χριστιανικά σπίτια το 1862 [Δημητριάδης, 450].

Буюкъ Кара Бурунъ, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 150 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].

Kara Bouroun, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 100 Έλληνες. Ένα ελληνικό σχολείο με ένα δάσκαλο και 40 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Καραμπουρούν Μέγα και Μικρόν ή Άνω και Κάτω (λαλείται μόνον η ελληνική γλώσσα), 20 Μαΐου 1906. Αμφότερα τα εν λόγω χωρία είναι κτήματα Χασάν βέη, απέχουσι δ’ αλλήλων 20’ της ώρας και κείνται παρά το ομώνυμον ακρωτήριον Αιναίον το πάλαι), εν ω και τα οχυρώματα. Έχουσι δε τα χωρία ταύτα νυν ανά 22 οικίας, ήτοι εν όλω 44 ελληνοφώνους. Η εκκλησία και το σχολείον ίδρυνται εν τω Μεγάλω Καραμπουρούν, ο διδάσκαλος όμως κατά μήνα εναλλάξ μεταφέρει τους μαθητάς του και εις το μικρόν, ένθα παρέχεται αυτώ κελλίον τι ως διδακτήριον. Ενεγράφησαν δε κατά το έτος τούτο 28 μαθηταί (ουδεμία μαθήτρια… Το παρά την Θεσσαλονίκην οχύρωμα Μικρόν Καραμπουρούν ή Καραμπουρνάκι, κακώς συγχέεται προς το χωρίον)» [Παπαδόπουλος, 128].

Καρα Μπουρνού Μέγα, τμήματος Καλαμαριάς: «167 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Καραμπουρνού Μπεγόκα, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 12.437 στρεμμάτων, με 34 οικοδομές, αξίας 595.125 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Καραμπουρνού Άνω, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 77 κάτοικοι (40 άρρενες και 37 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καραμπουρνού Μέγα, κοινότητος Επανωμής, κάτοικοι 19 (12 άρρενες, 7 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Καραμπουρνού Άνω, κοινότητος Επανωμής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Καραμπουρνού Άνω, κοινότητος Επανωμής, κάτοικοι 18 (10 άρρενες, 8 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Αγγελοχώρι, γραφείου Θεσσαλονίκης, 72 προσφυγικές οικογένειες – 271 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 5].

Αγγελοχώριον, πρόσφυγες: 75 οικογένειες Θρακών (259 άτομα) και 5 οικογένειες Μικρασιατών (16 άτομα). Οι θρακιώτικες οικογένειες ήταν ελληνόφωνες από το χωριό Αγγελοχώρι [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 8, 454-455].

Αγγελοχώρι, κοινότητος Νέας Μηχανιώνας. Πραγματικός πληθυσμός 333 (168 άρρενες και 165 θήλεις), εκ των οποίων 288 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (142 άρρενες και 146 θήλεις). Υπήρχαν 318 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 15 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 236].

Αγγελοχώρι, Νέας Μηχανιώνας [Διοικητικά 1935, 137].

Αγγελοχώρι, Νέας Μηχανιώνας [Διοικητικά 1935, 137].

Αγγελοχώριον, κοινότητος Νέας Μηχανιώνας. Πραγματικός πληθυσμός 484 κάτοικοι (230 άρρενες και 254 θήλεις) [Απογραφή 1940, 165].

Големо Карабурну (Αγγελοχώριον): Ήταν μικρό τσιφλίκι κατοικούμενο από Έλληνες. Μετά το 1922 εγκαταστάθηκαν εδώ πρόσφυγες [Симовски, 314].

Αγγελοχώρι: Οικισμός του δήμου Νέας Μηχανιώνας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Αγγελοχωρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 30. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 536, 1961: 532, 1971: 487, 1981: 557, 1991: 1.087 [Σταματελάτου, 3].

 

Καραμπουρούν Κιουτσούκ / Karaburun Kjučuk / Карабурун Кјучук. Μετονομάστηκε σε Κερασιά, στη συνέχεια σε Έμβολον και τελικά και Νέα Κερασιά. Το 1912 ήταν τσιφλίκι του Χασάν Μπέη με 100 χριστιανούς Έλληνες. Στα τέλη του 1922 εγκαταστάθηκαν εδώ ελληνόφωνοι χριστιανοί πρόσφυγες από την Κερασιά της Θράκης. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν περίπου 260 άτομα, εκ των οποίων τα 9/10 ήταν πρόσφυγες.

 

Πηγές:

Karaburun Mikra [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].

Kara Burun Sağır και Kebir: τσιφλίκια με 21 χριστιανικά σπίτια το 1862 [Δημητριάδης, 450].

Кючукъ Кара Бурунъ, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 200 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].

Dolno Kara Bournou, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 125 Έλληνες [Brancoff 1905, 218-219]

Έκθεση Σάρρου: «Καραμπουρούν Μέγα και Μικρόν ή Άνω και Κάτω (λαλείται μόνον η ελληνική γλώσσα), 20 Μαΐου 1906. Αμφότερα τα εν λόγω χωρία είναι κτήματα Χασάν βέη, απέχουσι δ’ αλλήλων 20’ της ώρας και κείνται παρά το ομώνυμον ακρωτήριον Αιναίον το πάλαι), εν ω και τα οχυρώματα. Έχουσι δε τα χωρία ταύτα νυν ανά 22 οικίας, ήτοι εν όλω 44 ελληνοφώνους. Η εκκλησία και το σχολείον ίδρυνται εν τω Μεγάλω Καραμπουρούν, ο διδάσκαλος όμως κατά μήνα εναλλάξ μεταφέρει τους μαθητάς του και εις το μικρόν, ένθα παρέχεται αυτώ κελλίον τι ως διδακτήριον. Ενεγράφησαν δε κατά το έτος τούτο 28 μαθηταί (ουδεμία μαθήτρια… Το παρά την Θεσσαλονίκην οχύρωμα Μικρόν Καραμπουρούν ή Καραμπουρνάκι, κακώς συγχέεται προς το χωρίον)» [Παπαδόπουλος, 128].

Καρα Μπουρνού Μικρόν, τμήματος Καλαμαριάς: «114 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Καραμπουρνού Κάτω, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 87 κάτοικοι (44 άρρενες και 43 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καραμπουρνού Κάτω, κοινότητος Επανωμής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Καραμπουρνού Κάτω, κοινότητος Επανωμής, κάτοικοι 191 (111 άρρενες, 80 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Νέα Κερασέα, πρόσφυγες: 79 ελληνόφωνες οικογένειες από την Κερασιά της Θράκης (εγκαταστάθηκαν εδώ στα τέλη του 1922) και 8 οικογένειες Μικρασιατών. Ήταν τσιφλίκι των μπέηδων αδελφών Χασάν, Μεμέτ, Μουστά και του γαμπρού τους Σουλεϊμάν [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 8, 462-465].

Κερασιά, κοινότητος Νέας Μηχανιώνας. Πραγματικός πληθυσμός 263 (122 άρρενες και 141 θήλεις), εκ των οποίων 228 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (106 άρρενες και 122 θήλεις). Υπήρχαν 258 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 5 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 236].

Κερασιά, Νέας Μηχανιώνας [Διοικητικά 1935, 137].

Έμβολον (Κερασέα), κοινότητος Εμβόλου. Πραγματικός πληθυσμός 402 κάτοικοι (197 άρρενες και 205 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Мало Карабурну (Νέα Κερασιά, Έμβολον): Ήταν μικρό τσιφλίκι κατοικούμενο από Έλληνες. Μετά το 1923 εγκαταστάθηκαν εδώ πρόσφυγες [Симовски, 331].

Νέα Κερασιά (έως το 1940 Κερασιά, έως το 1981 Έμβολο): Οικισμός του δήμου Μηχανιώνας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Νέας Μηχανιώνας, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 20. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 417, 1961: 444, 1971: 416, 1981: 499, 1991: 713 [Σταματελάτου, 533].

 

Καράογλου / Karaoglu / Караоглу. Μετονομάστηκε σε Καστανάς, στη συνέχεια σε Καστανιά και τελικά ξανά και Καστανάς. Ήταν ένας μουσουλμανικός οικισμός 150 περίπου μουσουλμάνων Τούρκων και 30-40 Τσιγγάνων (μάλλον χριστιανών εξαρχικών). Μετά τους βαλκανικούς πολέμους και μέχρι το 1924, οι παλαιοί κάτοικοι, στο σύνολό τους, εγκατέλειψαν το χωριό. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε χριστιανούς πρόσφυγες. Αρκετοί από αυτούς ήταν ομιλητές της ποντιακής διαλέκτου και κατάγονταν από το Κεστενέ Μπουνάρ της Μικράς Ασίας. Στο καθαρά προσφυγικό πλέον χωριό, κατοικούσαν το 1928 γύρω στα 300 άτομα.

 

Πηγές:

Karaoglu [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Καραογλού (μουσουλμανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Karaoğlu: τσιφλίκι 19 μουσουλμανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 437].

Кара Оглу (Караглово), Солунска Каза, 150 Τούρκοι και 60 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900, 141].

Καρά Ολού, μεταξύ Εχεδώρου και Αξιού: «75 Μουσουλμάνοι και 30 Βουλγαροαθίγγανοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 5].

Καρά Ογλού Θεσσαλονίκης, εγκαταλειμμένο, 60 προσφυγικές οικογένειες (233 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 26, 36].

Καράογλου, κοινότητος Βερλάντζης, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Караоглово, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 40 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους: 5 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων και 65 σπίτια προσφύγων χριστιανών Ελλήνων [Милојевић, 32].

Καράογλου, κοινότητος Βερλάντζης, κάτοικοι 92 (51 άρρενες, 41 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Καρά Ογλού της κοινότητος Βυρλάντζης, μετονομάζεται εις Καστανάς (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 28.12.1926 (ΦΕΚ 7/14.1.1927) [Χουλιαράκης 1975, 270].

Καρά Ογλού (Καστανάς), γραφείου Αξιουπόλεως, 56 προσφυγικές οικογένειες – 225 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 5].

Τουλάχιστον 11 οικογένειες που μιλούσαν ποντιακά κατάγονταν από το Κεστενέ Μπουνάρ της Μικράς Ασίας [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 389-390].

Καστανιά και Σιδ. Σταθμός, κοινότητος Αγιονερίου. Πραγματικός πληθυσμός 313 (162 άρρενες και 151 θήλεις), εκ των οποίων 63 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (30 άρρενες και 33 θήλεις). Υπήρχαν 248 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 63 δημότες άλλων δήμων και 2 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 233].

Καστανιά και Σιδ. Σταθμός (Καρά Ογλού), Προχώματος (Δογαντζή) [Διοικητικά 1935, 138].

Καστανάς, κοινότητος Προχώματος. Πραγματικός πληθυσμός 456 κάτοικοι (240 άρρενες και 216 θήλεις) [Απογραφή 1940, 166].

Кара Оглу: Μέχρι τους βαλκανικούς πόλεμους ήταν ένας τούρκικος οικισμός. Στη συνέχεια και μέχρι το 1924, οι κάτοικοί του έφυγαν για την Τουρκία και στη θέση τους ήρθαν από εκεί χριστιανοί πρόσφυγες [Симовски, 325].

Καστανάς (Καρά Ογλού): Οικισμός του δήμου Κουφαλίων, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Προχώματος, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 35. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 521, 1961: 617, 1971: 537, 1981: 618, 1991: 596 [Σταματελάτου, 314].

 

Καρατσοχαλή ή Καρατζοβαλή / Karačohali, Karadžovali / Карачохали, Катацовали. Μετονομάστηκε σε Καρδιά, στη συνέχεια σε Καρδία. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας οικισμός 270 μουσουλμάνων Τούρκων. Μέχρι το 1924 οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Στα σπίτια τους το ελληνικό κράτος εγκατέστησε ελληνόφωνους πρόσφυγες από το Πλαγιάρι της Καλλίπολης και το Τσεσνίρ της Προύσας. Στο προσφυγικό πια χωριό κατοικούσαν το 1928 περίπου 440 άτομα.

 

Πηγές:

Kara Čukali [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].

Καρα Τσοχαλί: Στα τέλη του 15 αιώνα είχε 20 σπίτια μουσουλμάνων και 4 άγαμους μουσουλμάνους. Το 1712 καταγράφονται στο Kara Çulhsalı 9 στρατιώτες Γιουρούκοι. Το 1862 το χωριό Kara Çovallı είχε 25 μουσουλμανικά σπίτια [Δημητριάδης, 399, 406, 449].

Кара Човали, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 200 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Καρατζοβαλί, καζά Θεσσαλονίκης: «180 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Καρά Τσοχαλή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 270 κάτοικοι (137 άρρενες και 133 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καρά Τζοχαλή, κοινότητος Ζουμπάτων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Καρατζοχαλή, κοινότητος Ζουμπάτων, κάτοικοι 303 (169 άρρενες, 134 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114]. Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Καρατζοχαλή της κοινότητος Ζουμπάτες, μετονομάζεται εις Καρδιά (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 31.8.1926 (ΦΕΚ 346/4.10.1926) [Χουλιαράκης 1975, 259].

Καραδζοχανλή (Καρδιά), γραφείου Θεσσαλονίκης, 110 προσφυγικές οικογένειες – 452 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 25].

Καρά Τσοχανλή (Καρδία), πρόσφυγες: 84 ελληνόφωνες οικογένειες (347 άτομα) από το Πλαγιάρι της Θράκης και 30 ελληνόφωνες οικογένειες (130 άτομα) από το Τσενίρ της Μικράς Ασίας [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 393, 426].

Καρδιά, κοινότητος Τριλόφου. Πραγματικός πληθυσμός 445 (208 άρρενες και 237 θήλεις), εκ των οποίων 444 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (207 άρρενες και 237 θήλεις). Υπήρχαν 437 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 8 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 236].

Καρδιά (Καρατζοχαλή), Τριλόφου (Ζουμπάτων) [Διοικητικά 1935, 138].

Καρδία, κοινότητος Τριλόφου. Πραγματικός πληθυσμός 538 κάτοικοι (252 άρρενες και 286 θήλεις) [Απογραφή 1940, 167].

Карачохали: Ήταν ένας τούρκικος οικισμός. Το 1924 οι κάτοικοί του έφυγαν για την Τουρκία και στη θέση τους ήρθαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη [Симовски, 325-326].

Καρδιά (Καρατζοχαλή): Οικισμός του δήμου Μίκρας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Καρδιάς, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 180. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 563, 1961: 496, 1971: 471, 1981: 429, 1991: 749 [Σταματελάτου, 305].

 

Καρυά / Karja / Карја. Βρισκόταν βορειοανατολικά του χωριού Τρίκαλα. Ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο κατοικούσαν πριν τους βαλκανικούς πολέμους 100 περίπου χριστιανοί Έλληνες. Τα επόμενα χρόνια οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν σταδιακά το χωριό, που μέχρι το 1928 είχε ερημώσει.

 

Πηγές:

Karja [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Карба, Солунска Каза / Урумлъкъ, 100 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].

Karye: τσιφλίκι 15 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 438].

Καρυά: «Τσιφλίκιον πεδινόν, κείμενον ½ ώραν ΝΑ του προηγουμένου, έχον 15 οικογενείας χριστιανικάς και 4 βουλγάρων. Συνοικία του άνω, είναι το Αϊδενοχώρι, κειμένη ΜΑ και ώραν Δ του ποταμού Λουδίου (Καρά Ασμάκι), έχουσα 10 οικογενείας χριστιανικάς και 2 τουρκικάς» [Σχινάς 1886, 204].

Karia, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 100 Έλληνες [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Καρυά, 29 Μαΐου 1906. Τουρκικόν κτήμα. Δεν διαμένουσι πλέον ημέτεραι οικογένειαι αντικαταστάσαι διά Τουρκαθιγγάνων» [Παπαδόπουλος, 133].

Καρυά, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Καρυά, περιοχή Ρουμλουκίου: «85 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Καργιέ και Κάργια, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 6.824 στρεμμάτων, με 23 οικοδομές, αξίας 323.650 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Καρυά, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 34 κάτοικοι (20 άρρενες και 14 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Καρυά, κοινότητος Κορυφής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Καρυά, κοινότητος Κορυφής, κάτοικοι 16 (12 άρρενες, 4 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

 Κασαπλή / Kasapli / Касапли. Στις ελληνικές απογραφές αναγράφεται ως Χασαπλή. Ήταν ένας οικισμός μουσουλμάνων Τούρκων, ο οποίος πριν τους βαλκανικούς πολέμους αριθμούσε 100 περίπου άτομα. Στη συνέχεια οι κάτοικοί του κατέφυγαν στην Τουρκία και τη θέση τους πήραν χριστιανοί Έλληνες από το Σχολάρι της Θράκης. Το 1928 ζούσαν εδώ γύρω στους 50 πρόσφυγες. Οι τελευταίοι εγκατέλειψαν το μέρος πριν το 1940.

 

Πηγές:

Kasapli [Αυστριακός Χάρτης, φ. Athos].

Kasapli: Το 1712 καταγράφονται εδώ 54 στρατιώτες Γιουρούκοι. Το 1862 ήταν ένας συνοικισμός με 9 μουσουλμανικά σπίτια [Δημητριάδης, 406, 450].

Касанли, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 90 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Κασσαπλί, καζά Θεσσαλονίκης: «65 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 6].

Χασαπλή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 55 κάτοικοι (36 άρρενες και 19 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Κασαπλή Θεσσαλονίκης, εγκαταλειμμένο, 27 προσφυγικές οικογένειες (111 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 26, 36].

Χασαπλή, κοινότητος Βασιλικών, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Χασαπλή, κοινότητος Βασιλικών, κάτοικοι 96 (49 άρρενες, 47 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Κασαπλή, γραφείου Θεσσαλονίκης, 9 προσφυγικές οικογένειες – 41 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 25].

Χασαπλή, πρόσφυγες: 9 ελληνόφωνες οικογένειες (37 άτομα) από το Σχολάρι της Θράκης [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 7, 288].

Χασαπλή, κοινότητος Βασιλικών. Πραγματικός πληθυσμός 49 (30 άρρενες και 19 θήλεις), εκ των οποίων 43 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (24 άρρενες και 19 θήλεις). Υπήρχαν 44 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 5 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 234].

Χασαπλή, Βασιλικών [Διοικητικά 1935, 135].

Хасапли (Карши Махала, Хасапли Чекишлер) : Ήταν ένας τούρκικος οικισμός. Το 1924 οι κάτοικοί του έφυγαν για την Τουρκία και στη θέση τους ήρθαν πρόσφυγες από την Αν. Θράκη [Симовски, 346].

 

Κασκάρκα / Kaskarka / Каскарка. Μετονομάστηκε σε Καλοχώριον. Στους τουριστικούς χάρτης αναγράφεται ως Καλοχώρι. Πρόκειται για μια θέση νοτιοανατολικά του Τεκελή (Σίνδος), για την οποία δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κατοικείτο πριν το 1912. Εδώ η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε χριστιανούς πρόσφυγες από τη Θράκη, τη Μικρά Ασία και τη Βουλγαρία. Ανάμεσά τους υπήρχαν και 35 οικογένειες χριστιανών Αλβανών από το Μεγάλο Ζαλούφο της Θράκης. Το 1928 το χωριό είχε περίπου 1.000 κατοίκους.

 

Πηγές:

Κασκαρίκα, κοινότητος Τεκελή, κάτοικοι 238 (127 άρρενες, 111 θήλεις) [Απογραφή 1920, 116].

Μετονομασία: «Ο οικισμός και η κοινότης Κασκαρίκας, μετωνομάσθησαν εις οικισμόν και κοινότητα Καλοχωρίου (επαρχία Θεσσαλονίκης)», απόφασις υπουργείου Εσωτερικών υπ’ αριθμ. 43707/27.11.1924 (ΦΕΚ 113/1924, τ. Β’) [Χουλιαράκης 1975, 208].

Κασκάρκα (Καλοχώριον), γραφείου Θεσσαλονίκης, 231 προσφυγικές οικογένειες – 913 άτομα, αμιγής προσφυγικός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 25].

Κασκάρκα (Καλοχώριον), πρόσφυγες: 160 οικογένειες Θρακών (615 άτομα), 10 οικογένειες Μικρασιατών (40 άτομα), 1 οικογένεια Καυκασίων (4 άτομα), 54 οικογένειες εκ Βουλγαρίας (194 άτομα) και 3 οικογένειες (6 άτομα) από αλλού. Από τις θρακιώτικες οικογένειες που ήρθαν, υπήρχαν 83 ελληνόφωνες από το Γιουβαλί και 35 αλβανόφωνες από το Μεγάλο Ζαλούφο [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6, 171-173].

Καλοχώριον, κοινότητος Καλοχωρίου. Πραγματικός πληθυσμός 1.005 (519 άρρενες και 486 θήλεις), εκ των οποίων 435 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (213 άρρενες και 222 θήλεις). Υπήρχαν 924 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 79 δημότες άλλων δήμων και 2 αλλοδαποί. Οι απογραφέντες αλλού δημότες ήταν 28 [Απογραφή 1928, 235].

Καλοχώριον (Κασκαρίκα), Καλοχωρίου [Διοικητικά 1935, 136]. Καλοχώριον, κοινότητος Καλοχωρίου. Πραγματικός πληθυσμός 1.373 κάτοικοι (731 άρρενες και 642 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].

Гаскарка (Каскарка): Ήταν τούρκικος οικισμός που ερήμωσε το 1913. Το ελληνικό κράτος έφερε εδώ πρόσφυγες από τη Θράκη και τη Βουλγαρία [Симовски, 314].

Καλοχώρι (Κασκαρίκα): Οικισμός του δήμου Εχεδώρου, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Καλοχωρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 7. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 1.623, 1961: 2.109, 1971: 2.609, 1981: 3.020, 1991: 3.424 [Σταματελάτου, 290].

 

Κίρετς Κιό ή Πεϊζάνοβο / Kireč, Kjoj, Pejzanovo / Киреч Ќој, Пејзаново. Στις ελληνικές πηγές απαντάται ως Ασβεστοχώρι ή και Ασβεστοχώριον. Πρόκειται για ένα κεφαλοχώρι, οι κάτοικοι του οποίου ήταν χριστιανοί και είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους είχε περίπου 4.700 άτομα. Στο χωριό δεν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Το 1928 ο πληθυσμός του είχε μειωθεί σε 2.700 κατοίκους.

 

Πηγές:

Kirečköj (Pajzanevo, Neohori) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Ασβεστοχώριον ή Κιρέτσκιοϊ ή Νεοχώρι, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Kireç Yeni Köy: Το 1771 ήταν ένα χριστιανικό χωριό. Το 1862 είχε 408 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 426, 444].

Ασβεστοχώριον: «Εκ της θέσεως Ρουτζούκι, οδός βαίνουσα ανωφερώς προς Α και διά στενής και βραχώδους κοιλάδος φέρει εις την κωμόπολιν κειμένην εις το βάθος και επ’ αμφοτέρων των κλιτύων της κοιλάδος και διαρρεομένην υπό παμφλάζοντος ρύακος. Οικείται υπό 700 περίπου οικογενειών ελληνοφώνων και έχει εκκλησίαν, αξιόλογα σχολεία (νηπιαγωγείον, παρθεναγωγείον, δημοτικόν σχολείον), καφεία και χάνιον. Οι κάτοικοι κύριον επάγγελμα έχουσι την παραγωγήν ασβέστου εκ των κυκλούντων το χωρίον τιτανολίθων» [Σχινάς 1886, 413-414].

Киречъ Кьой (Пейзаново), Солунска Каза, 4.200 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Kiretch Keuy, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 8.920 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Ένα πρωτοβάθμιο και ένα δευτεροβάθμιο ελληνικό σχολείο με 9 δασκάλους και καθηγητές και 770 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Ασβεστοχώριον (κρατεί η σλαβομακεδονική διάλεκτος), 2 Ιουνίου 1906. Κατά νεωτάτην στατιστικήν γενομένην υπό του μουκτάρη, το Ασβεστοχώριον έχει οικίας 736, στέφανα 852, άρρενας 2.216 (ων 1.081 αποδημούσι), θήλεις δε 2.206, ήτοι κατοίκους εν όλω 4.422 πάντας Έλληνας. Γλώσσα λαλουμένη εν μεν τη οικογενεία η σλαυομακεδονική, εκτός δ’ αυτής και η ελληνική, ην άριστα γινώσκουσι και φιλοτιμούνται να μεταχειρίζωνται πάντες οι νεώτεροι. Μαθηταί εγγραφέντες εν όλω 764, διδάσκαλοι εν όλω 10. Περί της αξιολογωτάτης ταύτης κωμοπόλεως, ης το φρόνημα παραμένει ακμαίον, η δε επιχωριάζουσα σλαυομακεδονική γλώσσα οσημέραι περιορίζεται υπό της διά των σχολείων και των νέων διαδιδομένης ελληνικής, εκτενώς εγράψαμεν κατά το παρελθόν σχολικόν έτος» [Παπαδόπουλος, 117-118].

Ασβεστοχώριον, επί του όρους Χορτιάτου: «4.422 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 4].

Ασβεστοχώριον, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 4.800 κάτοικοι (2.450 άρρενες και 2.350 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Ασβεστοχώριον, κοινότητος Ασβεστοχωρίου, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134]

 Кречово, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 1.000 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 36].

Ασβεστοχώριον, κοινότητος Ασβεστοχωρίου, κάτοικοι 2.767 (1.210 άρρενες, 1.557 θήλεις) [Απογραφή 1920, 113].

Ασβεστοχώριον, κοινότητος Ασβεστοχωρίου. Πραγματικός πληθυσμός 2.705 (1.120 άρρενες και 1.585 θήλεις). Δεν υπήρχε κανένας πρόσφυγας (που να ήλθε μετά τη μικρασιατική καταστροφή). Υπήρχαν 2.386 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 303 δημότες άλλων δήμων και 16 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 234].

Ασβεστοχώριον, Ασβεστοχωρίου [Διοικητικά 1935, 135].

Ασβεστοχώριον, κοινότητος Ασβεστοχωρίου. Πραγματικός πληθυσμός 2.732 κάτοικοι (1.324 άρρενες και 1.408 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Пејзаново (Киреч Ќој): χριστιανικό μακεδονικό χωριό [Симовски, 337].

Ασβεστοχώρι (Κιρέτσκιοϊ): Οικισμός του δήμου Χορτιάτη, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Ασβεστοχωρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 460. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 2.519, 1961: 2.618, 1971: 2.593, 1981: 2.602, 1991: 3.326 [Σταματελάτου, 104].

 

Κίρτζαλαρ / Kirdžalar / Кирџалар. Μετονομάστηκε σε Άδενδρον. Στους τουριστικούς χάρτης αναγράφεται ως Άδενδρο. Ήταν ένας καθαρά μακεδονόφωνος χριστιανικός οικισμός, ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους είχε περίπου 200 κατοίκους (κυρίως εξαρχικούς). Το  1923-1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ και ελληνόφωνους πρόσφυγες από διάφορα χωριά της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν 800 άτομα, εκ των οποίων 550 πρόσφυγες.

 

Πηγές:

Kirdzalar [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κιρτζαλάρ (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Κίρτζα Χαλίλ: Στα μέσα του 15ου αιώνα υπήρχαν εδώ 4 σπίτια χριστιανών, 13 σπίτια μουσουλμάνων και 8 τσιφλίκια Γιουρούκων. Το 1862 το Kırcalar ήταν τσιφλίκι με 68 χριστιανικά σπίτια [Δημητριάδης, 382, 439].

Καρζιάλιοβο: «Τσιφλίκιον πεδινόν έχον 80 οικογενείας χριστιανικάς, σχολείον και εκκλησίαν. Κείται ¼ ώρας ΒΔ του προηγουμένου (Καϊλί)»[Σχινάς 1886, 202].

Кърджалиево (Кърджаларъ), Солунска Каза / Вардарѝя, 250 χριστιανοί Βούλγαροι και 35 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900, 142].

Kirjalevo, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 320 εξαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Καρτζελάρι ή Γκριτζάλι (κρατεί το σλαυομακεδονικόν ιδίωμα), 21 Μαρτίου 1906. Κτήμα τουρκικόν μετά οικογενειών 35, κατοίκων δε 165 (ήτοι) 90 αρρένων και 75 θηλέων). Μαθηταί 30 (ων 10 κοράσια). Προ τριακονταετίας το χωρίον ηρίθμει περί τας 100 οικογενείας, ων αι πλείους μετώκησαν εις Κουλακιάν και Βαλμάδα ένεκα των πιέσεων των βέηδων. Οι κάτοικοι υποκύψαντες προπέρυσιν εις την βουλγαρικήν πίεσιν και κλείσαντες το σχολείον φαίνονται νυν ελληνοφρονούντες, γινώσκουσι δ’ οι πλείους και την ελληνικήν πλην των γυναικών και των αγραμμάτων κορασίων» [Παπαδόπουλος, 137-138].

Κιρτσιλάρ, περιοχή Ρουμλουκίου: «215 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Κιρτζιλάρ, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 12.674 στρεμμάτων, με 68 οικοδομές, αξίας 336.625 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Κηρτζιλάρ, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 176 κάτοικοι (89 άρρενες και 87 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Κιρτζιλάρ, κοινότητος Κιρτζιλάρ, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Крдžалево, Солунска област - Западно од доњег Вардара, 32 σπίτια χριστιανών Σλάβων και 3 μουσουλμάνων Τσιγγάνων [Милојевић, 29].

Κιρτζιλάρ, κοινότητος Κιρτζιλάρ, κάτοικοι 241 (142 άρρενες, 99 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Η κοινότης Κιρτζιλάρ, μετονομάζεται εις κοινότητα Αδένδρου και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Κιρτζιλάρ εις Άδενδρον (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 20.8.1927 (ΦΕΚ 179/30.8.1927) [Χουλιαράκης 1975, 289].

Κιρτσιλάρ (Άδενδρον), γραφείου Θεσσαλονίκης, 143 προσφυγικές οικογένειες – 562 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 5].

Κιρτζιλάρ (Άδενδρον), πρόσφυγες: 93 οικογένειες Θρακών (248 άτομα), 61 οικογένειες Μικρασιατών (394 άτομα), 1 οικογένεια Ποντίων (2 άτομα) και 2 οικογένειες εκ Βουλγαρίας (13 άτομα). Από τις ελληνόφωνες θρακιώτικες οικογένειες, 30 ήταν από Αλμαλή, 25 από Γιολτζίκ, 14 από Παλαμούτ και 13 από Γιάγατς. Από τις ελληνόφωνες μικρασιάτικες οικογένειες, υπήρχαν 31 από Γενή Σαρ και 28 από Νεοχώρι (Νιχώρ) [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6 195-211].

Άδενδρον, κοινότητος Αδένδρου. Πραγματικός πληθυσμός 800 (423 άρρενες και 377 θήλεις), εκ των οποίων 551 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (279 άρρενες και 272 θήλεις). Υπήρχαν 737 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 61 δημότες άλλων δήμων και 2 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 234].

Άδενδρον (Κιρτζιλάρ), Αδένδρου (Κιρτζιλάρ) [Διοικητικά 1935, 135].

Άδενδρον, κοινότητος Αδένδρου. Πραγματικός πληθυσμός 1.441 κάτοικοι (723 άρρενες και 718 θήλεις) [Απογραφή 1940, 163].

Крцилар (Крџалиево): Ήταν ένα χριστιανικό μακεδονικό χωριό στο οποίο το 1924 εγκαταστάθηκαν και πρόσφυγες [Симовски, 328].

Άδενδρο (Κιρτζιλάρ): Οικισμός του δήμου Χαλκηδόνος, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Αδένδρου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 12. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 1.947, 1961: 2.048, 1971: 1.920, 1981: 2.117, 1991: 2.201 [Σταματελάτου, 44].

 

Κλειδί / Klidhi / Клиди. Μεταγράφηκε από τη διοίκηση ως Κλειδίον. Ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Οι άνθρωποι που ζούσαν και δούλευαν εδώ ήταν γηγενείς χριστιανοί Έλληνες. Το 1912 είχε πληθυσμό 400 περίπου άτομα. Τον ίδιο σχεδόν αριθμό κατοίκων είχε και το 1928.

 

Πηγές:

Klidi [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κλειδί (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Klıdı: τσιφλίκι 37 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 438].

Κλειδί: «Χωρίον πεδινόν έχον 60 οικογενείας χριστιανών Ελλήνων και 7 Βουλγάρων , και απέχον της θαλάσσης 1 ώραν. Η θέσις αύτη ως κεντρική είναι αξία σημειώσεως. Παρ’ αυτήν εστρατοπέδευσεν, ήτοι μεταξύ των ποταμών Αλιάκμονος και Αξιού, Αλέξιος ο Κομνηνός βαίνων κατά του αποστάτου Νικηφόρου Βασιλείου. Εν αυτή δε και ο Μουράτ Β’ εδέχθη παρά των απεσταλμένων τας κλείδας των Ιωαννίνων. Παρ’ αυτό το χωρίον εις αρχαιοτέραν εποχήν ηνούτο ο Αλιάκμων μετά του από της λίμνης των Γενιτσών εκρέοντος ποταμού Λουδίου, και επί της ενώσεως τούτων κατεσκευάσθη η σήμερον εν τη πεδιάδι και τη άμμω καταφανής μεγάλη μονότοξος εκ λαξευτών λίθων γέφυρα (καμάρα κοινώς) Κλειδί καλουμένη, έχουσα άνοιγμα εις την νυν επιφάνειαν 17μ. 14, πλάτος 5 μ. 13 και ύψος φαινόμενον 6 μ. 50 » [Σχινάς 1886, 197-198].

Клиди, Солунска Каза / Урумлъкъ, 600 χριστιανοί Έλληνες και 80 Τσιγγάνοι [Кънчов 1900, 142].

Klidi, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 400 Έλληνες. Ένα ελληνικό σχολείο με ένα δάσκαλο και 36 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Κλειδί (ελληνόφωνοι), 29 Μαΐου 1906. Κτήμα τουρκικόν μετά οικιών 50, κατοίκων δε 430 Ελλήνων. Το διδασκαλείον του χωρίου, εν ω προσήλθον εφέτος 38 μαθηταί, είναι διώροφον και καθαρόν» [Παπαδόπουλος, 133].

Κλειδί, περιοχή Ρουμλουκίου: «550 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Κιλίτ-Κλειδί και Καλύβες, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 16.861 στρεμμάτων, με 88 οικοδομές, αξίας 562.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Κλειδί, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 407 κάτοικοι (234 άρρενες και 173 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Κλειδί, κοινότητος Κορυφής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Κλειδί, κοινότητος Κορυφής, κάτοικοι 455 (242 άρρενες, 213 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Κλειδί, κοινότητος Κορυφής. Πραγματικός πληθυσμός 434 (236 άρρενες και 198 θήλεις), εκ των οποίων 9 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (7 άρρενες και 2 θήλεις). Υπήρχαν 371 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 63 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 235].

Κλειδί, Κορυφής [Διοικητικά 1935, 136].

Κλειδίον, κοινότητος Κορυφής. Πραγματικός πληθυσμός 574 κάτοικοι (318 άρρενες και 256 θήλεις) [Απογραφή 1940, 165].

Клиди: ελληνικός οικισμός  [Симовски, дел. 1, 14].

Κλειδί: Οικισμός του δήμου Πλατέος, του νομού Ημαθίας. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Κλειδίου, της επαρχίας Ημαθίας. Υψόμετρο 9. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 775, 1961: 873, 1971: 997, 1981: 1.244, 1991: 1.412 [Σταματελάτου, 352].

 

Κουλακιά / Kulakja / Кулаќа. Μετονομάστηκε σε Χαλάστρα, στη συνέχεια σε Πύργος και τέλος ξανά σε Χαλάστρα. Πρόκειται για ένα μεγάλο χωριό, οι κάτοικοι του οποίου ήταν γηγενείς χριστιανοί Έλληνες. Υπήρχε επίσης εδώ και ένας αριθμός μακεδονόφωνων πατριαρχικών, που είχαν εγκατασταθεί από γειτονικούς μικρούς οικισμούς, εξ αιτίας των πλημμυρών του ποταμού Αξιού (Βάρνταρ). Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ο πληθυσμός του χωριού ήταν περίπου 3.000 άτομα, εκ των οποίων το 1/10 ήταν μακεδονόφωνοι. Ίδια σχεδόν ήταν η σύνθεση του πληθυσμού και το 1928.

 

Πηγές:

Kulakja [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κουλακιά (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Köleke: χωριό 286 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 439].

Κουλακιά (αρχ. Χαλάστρα) «Χωρίον κεφαλοχώρι πεδινόν, πρωτεύουσα της Καμπανίας, έχον προ εξαετίας 400 οικογ. και νυν μόνον 300 οικογενείας χριστιανικάς, 2 σχολεία αρρένων, εκκλησίαν. Παρ’ αυτό άλλοτε έρρεεν ο ποταμός Αξιός (Βαρδάρ), αλλ’ εγκαταλείψας την αρχαίαν κοίτην, ετράπη μεσημβρινώτερον. Προ εξαετίας όμως ως ενοχλούμενον υπό των εκάστοτε πλημμυρών του Αξιού και αποκλειόμενων ως νήσος υπό των 2 κλάδων αυτού εγκαταλείφθη υπό 100 οικογενειών, αίτινες μετώκησαν εις Θεσσαλονίκην και Κασσάνδραν. Εις αρχαιοτέραν εποχήν παρέκειτο τη ακτή, ης νυν απέχει 1 ½ ώραν σχεδόν, χωριζόμενον δι’ ελώδους εκτάσεως. Τούτου δ’ ένεκα οι κάτοικοι και νυν έτι διατηρούσιν εκ των άλλοτε 30, μόνο 10 καΐκια χωρητικότητα 1.600 κοιλών, και τινα άλλα μικρότερα πλοιάρια αλιευτικά και λέμβους, όντες πολλοί τούτων αλιείς, έχοντες ως καλλίτερον αυτών ιχθυοτροφείον και κέντρον το του Αγίου Νικολάου» [Σχινάς 1886, 199].

Куликия, Солунска Каза / Вардарѝя, 1.720 χριστιανοί Έλληνες [Кънчов 1900, 142].

Kolakia, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 400 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 1.750 Έλληνες. Δύο ελληνικά σχολεία με τέσσερις δασκάλους και 220 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Κουλακιά (ελληνόφωνοι), 22 Μαρτίου 1906. Κατά την περυσινήν στατιστικήν κάτοικοι 2.674 πάντες Έλληνες και ελληνόφωνοι πλην 35 οικογενειών σλαυοφώνων εγκατεστημένων εκεί εκ των πλησίον ξενοφώνων τσιφλικίων Λάπρας, Μαχμούτ, Τσαλικίου, Κωλοπαντζίου ένεκα των πλημμυρών του Αξιού και άλλων κακουχιών. Ευτυχώς και οι ξενόφωνοι εξελληνίζονται. Μαθηταί εγγραφέντες εν όλω 280, διδάσκαλοι 4. Η Κουλακιά, έδρα του Επισκόπου Καμπανίας, διατελεί εν διαστάσει προς αυτόν υβρίζοντα και υβριζόμενον και απειλούντα να καταλίπη αυτήν και εγκατασταθή εν Γιδά… Οι πλείονες των κατοίκων της Κουλακιάς, ην “Κόλασιν” καλεί ο Επίσκοπός της, είναι δύστροποι και πλεονέκται και συμμέτοχοι εις καταχρήσεις κοινοτικών χρημάτων και κτημάτων. Ετοιμόρροπος είναι και η εκκλησία των, ης το ήμισυ εξωτερικώς έχει καταχωσθή εκ της ιλύος του Αξιού. Όθεν ηναγκάσθησαν να κενώσωσιν αυτήν και πήξωσιν ξύλινον παράπηγμα, εν ω εκκλησιάζονται, έως ου δυνηθώσι να την ανιδρύσωσιν. Ούτως εχόντων εκεί καθόλου των πραγμάτων παρήγορον είναι ότι τα σχολεία λειτουργούντα εν ανεκτοίς διδακτηρίοις ευρίσκονται σχετικώς εν καλή καταστάσει… Η Κουλακιά ωνομάσθη ούτως εκ τινός υψηλού πύργου (= τουρκιστί κουλέ), σωζομένου εκεί από εκατονταετίας… Κείται δε κατά τινας εν τη θέσει της αρχαίας “Χαλάστρας”, ήτις αναμφιβόλως είχε κληθή ούτως εκ των καταστροφών ας ανέκαθεν επέφερεν ενταύθα ο Αξιός πλημμυρίζων» [Παπαδόπουλος, 129-131].

Κολακιά, περιοχή Ρουμλουκίου: «έδρα του Έλληνος Επισκόπου Καμπανίας, οικουμένη υπό 2.674 ορθοδόξων Ελλήνων» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Κουλακιά, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 3.013 κάτοικοι (1.558 άρρενες και 1.445 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Кулакија, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 550 σπίτια χριστιανών Σλάβων [Милојевић, 32].

Κουλουκιά, κοινότητος Κουλουκιάς, κάτοικοι 3.004 (1.437 άρρενες, 1.507 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Μετονομασία: «Η κοινότης Κουλακιάς της υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης εις κοινότητα Χαλάστρας και ο ομώνυμος αυτή συνοικισμός Κουλακιά εις Χαλάστραν (νομός Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 9.2.1926 (ΦΕΚ 55/15.2.1926) [Χουλιαράκης 1975, 237].

Χαλάστρα, κοινότητος Χαλάστρας. Πραγματικός πληθυσμός 3.079 (1.516 άρρενες και 1.563 θήλεις), εκ των οποίων 18 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (13 άρρενες και 5 θήλεις). Υπήρχαν 3.032 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 47 δημότες άλλων δήμων. Οι απογραφέντες αλλού δημότες ήταν 269 [Απογραφή 1928, 237].

Χαλάστρα (Κουλακιά), Χαλάστρας (Κουλακιάς) [Διοικητικά 1935, 139].

Χαλάστρα, κοινότητος Χαλάστρας. Πραγματικός πληθυσμός 3.987 κάτοικοι (2.033 άρρενες και 1.954 θήλεις) [Απογραφή 1940, 167].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Χαλάστρα της κοινότης Χαλάστρας μετονομάζεται Πύργος, η δε ομώνυμος κοινότης, κοινότης Πύργου (Επαρχία Θεσσαλονίκης)», βασιλικό διάταγμα 11.5.1955 (ΦΕΚ 157/21.6.1955) [Χουλιαράκης 1976, 106].

Кулаќа: μεγάλο μακεδονικό χωριό [Симовски, 328].

Χαλάστρα (έως το 1928 Κουλουκιά, έως το 1955 Χαλάστρα, έως το 1981 Πύργος): Οικισμός του δήμου Χαλάστρας, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός του δήμου Χαλάστρας, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 8. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 4.547, 1961: 5.094, 1971: 5, 1981: 6.498, 1991: 7.111 [Σταματελάτου, 783].

 

Κουλούπαντσα / Kulupanca / Кулупанца. Βρισκόταν βορειοανατολικά από την Κουλακιά. Ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Εδώ ζούσαν πριν τους βαλκανικούς πολέμους 100 περίπου μακεδονόφωνοι πατριαρχικοί χριστιανοί. Ο οικισμός ερήμωσε πριν το 1928.

 

Πηγές:

Kolopanca (Kulibanča) [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κολοπάντσα, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Kulupanca: τσιφλίκι 29 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 439].

Κολοπάντσα: «Τσιφλίκιον πεδινόν έχον 12 οικογενείας χριστιανικάς και 2 Γύφτων, κείμενον ¼ της ώρας ΒΔ του άνω (Κολακιά)» [Σχινάς 1886, 201].

Колопанци, Солунска Каза / Вардарѝя, 175 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 142].

Kolopantzi, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 160 πατριαρχικοί Βούλγαροι [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Κωλοπάντζι, 11 Ιουνίου 1906. Κτήμα τουρκικόν έχον 8 σλαυοφώνους ελληνοφρονούσας οικογενείας εκκλησιαζομένας εν Δεκελί» [Παπαδόπουλος, 139].

Κολοπάντσα, περιοχή Ρουμλουκίου: «118 ορθόδοξοι Έλληνες και 20 Μουσουλμάνοι» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Κουλούμπαντζα, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 5.953 στρεμμάτων, με 25 οικοδομές, αξίας 154.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Κουλουπάντσα, κοινότητος Τεκελή, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Κουλουπάντσα, κοινότητος Τεκελή, κάτοικοι 26 (17 άρρενες, 9 θήλεις) [Απογραφή 1920, 116].

Колопанци: Ήταν ένας μικρός μακεδονικός οικισμός, ο οποίος ερήμωσε πριν το 1928 [Симовски, 327].

 

Κόριτεν ή Γκιόρντινο / Koriten, Gjordino / Коритен, Ѓордино. Μετονομάστηκε σε Ξηροχώρι και στη συνέχεια σε Ξηροχώριον. Ήταν τσιφλίκι στο οποίο κατοικούσαν 400 περίπου μακεδονόφωνοι εξαρχικοί. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους η σύνθεση του πληθυσμού άλλαξε, καθώς οι περισσότεροι παλαιοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τον οικισμό και η ελληνική διοίκηση έφερε εδώ χριστιανούς πρόσφυγες. Οι περισσότεροι από τους τελευταίους ήταν τουρκόφωνοι από τη Μικρά Ασία. Το 1928 ζούσαν στο χωριό γύρω στα 450 άτομα.

 

Πηγές:

Kjorzine [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Γκιόρδινον (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Gördine: τσιφλίκι 28 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 437].

Коритенъ (Гьордже, Солунска Каза, 370 χριστιανοί Βούλγαροι [Кънчов 1900, 141].

Koritin, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 568 εξαρχικοί Βούλγαροι. Υπήρχε ένα βουλγάρικο σχολείο με ένα δάσκαλο και 28 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Κουρίταινα, μεταξύ Εχεδώρου και Αξιού: «260 σχισματικοί Βουλγαρίζοντες» [Χαλκιόπουλος 1910, 5].

Γκόρδινη, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 17.020 στρεμμάτων, με 42 οικοδομές, αξίας 400.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Γιάρδενα, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 379 κάτοικοι (184 άρρενες και 195 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Γιόρδινον ή Γκόρδινο Θεσσαλονίκης, ιδιωτικό, 26 προσφυγικές οικογένειες (36 άτομα) [Πρόσφυγες 1915, 26, 36].

Γιόρθινον, κοινότητος Βερλάντζης, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Коритен, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 50 σπίτια χριστιανών Σλάβων. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους: 20 σπίτια χριστιανών ελλήνων προσφύγων και 4 μουσουλμάνων Τσιγγάνων [Милојевић, 33].

Γιόρδινον, κοινότητος Βερλάντζης, κάτοικοι 141 (87 άρρενες, 54 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Μετονομασία: «Ο συνοικισμός Γιόρδινον της κοινότητος Βυρλάντζης, μετονομάζεται εις Ξηροχώρι (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 28.12.1926 (ΦΕΚ 7/14.1.1927) [Χουλιαράκης 1975, 271].

Γκιόρδενο (Ξηροχώρι), γραφείου Θεσσαλονίκης, 63 προσφυγικές οικογένειες – 243 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 45].

Γκόρδενο (Ξηροχώρι), πρόσφυγες: 5 ελληνόφωνες οικογένειες (29 άτομα) από το χωριό Αλεπλή της Θράκης, 3 οικογένειες που μίλαγαν ποντιακά από το Κιουμπέτ του Καυκάσου και 50 τουρκόφωνες οικογένειες (172 άτομα) από το Μίστι της Μικράς Ασίας [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 6, 165, 176-157, 215].

Ξηροχώρι, κοινότητος Αγιονερίου. Πραγματικός πληθυσμός 479 (252 άρρενες και 227 θήλεις), εκ των οποίων 174 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (96 άρρενες και 78 θήλεις). Υπήρχαν 276 δημότες παρόντες στην κοινότητα και 203 δημότες άλλων δήμων [Απογραφή 1928, 233].

Ξηροχώρι (Γιορδινού), Αγιονερίου (Βερλάντζης), Κιλκίς [Διοικητικά 1935, 187].

Ξηροχώριον, κοινότητος Αγιονερίου, επαρχίας Κιλκίς. Πραγματικός πληθυσμός 570 κάτοικοι (289 άρρενες και 281 θήλεις) [Απογραφή 1940, 215].

Ѓордино (Коритен): Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ήταν ένας μακεδονικός οικισμός. Στη συνέχεια οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό τους και εγκαταστάθηκαν εδώ πρόσφυγες [Симовски, 318].

Ξηροχώρι (Γιορδινού): Οικισμός του δήμου Αγίου Αθανασίου, του νομού Θεσσαλονίκης. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Ξηροχωρίου, της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Υψόμετρο 190. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 716, 1961: 169, 1971: 143, 1981: 620, 1991: 827 [Σταματελάτου, 556].

 

Κορυφή / Korifi / Корифи. Ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά. Οι κάτοικοί του ήταν γηγενείς χριστιανοί Έλληνες. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους είχε πληθυσμό 450 περίπου άτομα. Μέχρι το 1924 εγκαταστάθηκαν στον οικισμό μερικές προσφυγικές οικογένειες. Το 1928 ζούσαν εδώ γύρω στα 800 άτομα, εκ των οποίων τα 90 ήταν πρόσφυγες.

 

Πηγές:

Korfi [Αυστριακός Χάρτης, φ. Vodena].

Κορυφή (χριστιανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Βοδενά].

Körfe: τσιφλίκι 56 χριστιανικών σπιτιών το 1862 [Δημητριάδης, 438].

Κορ(υ)φή: «Τσιφλίκιον πεδινόν, κείμενον ½ ώραν Β του άνω (Τσαταλοχώρι), έχον 65 οικογενείας χριστιανικάς. Συνοικία του είναι το Φουρς, έχουσα 12 οικογενείας χριστιανικάς» [Σχινάς 1886, 204].

Korifi, kaza de Salonique. Χριστιανικός πληθυσμός: 145 Έλληνες. Υπήρχε ένα ελληνικό σχολείο με ένα δάσκαλο και 50 μαθητές [Brancoff 1905, 218-219].

Έκθεση Σάρρου: «Κορυφή (ελληνόφωνοι), 29 Μαΐου 1906. Κτήμα τουρκικόν εκ των μεγαλυτέρων του Ρουμλουκίου έχον οικίας 60, κατοίκους δε 482 Έλληνας. Εν τω σχολείω αυτού συνεκεντρώθησαν εφέτος 60 μαθηταί (ων 7 κοράσια), εν οις περιλαμβάνονται και δέκα εκ του πλησίον σλαυοφώνου Νησελλουδίου και της Παλαιοχώρας» [Παπαδόπουλος, 133].

Κορυφή, περιοχή Ρουμλουκίου: «370 ορθόδοξοι Έλληνες» [Χαλκιόπουλος 1910, 2].

Κιορφή ή Κορυφή, καζά Θεσσαλονίκης, τσιφλίκι 20.500 στρεμμάτων, με 124 οικοδομές, αξίας 1.357.000 γροσίων [Παλαμιώτης 1914, 79].

Κορυφή, κοινότητος Κορυφής, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Κορυφή, υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, 455 κάτοικοι (239 άρρενες και 216 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913, 11].

Κορυφή, κοινότητος Κορυφής, κάτοικοι 568 (316 άρρενες, 252 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Κορυφή, γραφείου Βερροιάς, 24 προσφυγικές οικογένειες – 88 άτομα, μικτός συνοικισμός [ΕΑΠ 1928, 22].

Κορυφή, κοινότητος Κορυφής. Πραγματικός πληθυσμός 816 (453 άρρενες και 363 θήλεις), εκ των οποίων 89 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (52 άρρενες και 37 θήλεις). Υπήρχαν 744 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 67 δημότες άλλων δήμων και 5 αλλοδαποί [Απογραφή 1928, 235].

Κορυφή, Κορυφής [Διοικητικά 1935, 136].

Κορυφή, κοινότητος Κορυφής. Πραγματικός πληθυσμός 1.206 κάτοικοι (640 άρρενες και 566 θήλεις) [Απογραφή 1940, 165].

Корифи: ελληνικός οικισμός  [Симовски, дел. 1, 15].

Κορυφή: Οικισμός του δήμου Πλατέος, του νομού Ημαθίας. Έως το 1977 ήταν οικισμός της κοινότητας Κορυφής, της επαρχίας Ημαθίας. Υψόμετρο 300. Πληθυσμός μεταπολεμικών απογραφών --> 1951: 1.208, 1961: 1.682, 1971: 1.656, 1981: 1.658, 1991: 1.520 [Σταματελάτου, 372].

 

Κραν / Kran / Кран. Ήταν ένας μικρός οικισμός μουσουλμάνων Τούρκων, ο οποίος βρισκόταν νοτιοανατολικά και κοντά στο χωριό Καγιάτσαλη (Τριάδιον). Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 100 άτομα. Το 1923-1924 οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο έρημο Κραν επτά προσφυγικές οικογένειες από την Ανατολική Θράκη. Οι τελευταίες εγκατέλειψαν το μέρος μέχρι το 1927.

 

Πηγές:

Kran [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Κραν (μουσουλμανικό), καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Коранъ Махале & Кая Чали & Съгърли, Солунска Каза / Гелимерска Нахия, 106 Τούρκοι [Кънчов 1900, 142].

Κράνι, κοινότητος Καπουτζήδων, βασιλικό διάταγμα 28.6.1918 (ΦΕΚ 152/2.7.1918) [Χουλιαράκης 1975, 134].

Кран, Солунска област - Источно од доњег Вардара, 15 σπίτια μουσουλμάνων Τούρκων [Милојевић, 36].

Κράνι, κοινότητος Καπουτζήδων, κάτοικοι 63 (38 άρρενες, 25 θήλεις) [Απογραφή 1920, 115].

Κραν Μαχαλέ, εγκαταστάθηκαν εδώ επτά οικογένειες από διάφορα μέρη της Θράκης, οι οποίες το 1927 έφυγαν για Σέδες και Αμπάρκιοϊ [Μαραβελάκης-Βακαλόπουλος, 372].

 

Καρίπτσια / Karipcja / Карипцја. Μετονομάστηκε Χλωρονομή. Μικρός οικισμός με απροσδιόριστη (γλωσσικά και θρησκευτικά) σύνθεση πληθυσμού. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους εγκαταστάθηκε εδώ και ένας αριθμός χριστιανικών προσφυγικών οικογενειών. Το 1928 ζούσαν στο χωριό περίπου 200 άτομα. Ερήμωσε μεταπολεμικά.

 

Πηγές:

Daribeč [Αυστριακός Χάρτης, φ. Saloniki].

Καλύβια Δριμικλαβιανά, καζάς Θεσσαλονίκης [Χάρτης Κοντογόνη, φ. Θεσσαλονίκη].

Karibça: Το 1771 ο οικισμός φορολογείται με 900 άσπρα [Δημητριάδης, 417].

Καρίπτσια, κοινότητος Δρυμιγκλάβων, κάτοικοι 34 (23 άρρενες, 11 θήλεις) [Απογραφή 1920, 114].

Μετονομασία: «Ο εις την κοινότητα Δρυμού (πρώην Δρυμιγκλάβων), υπαγόμενος συνοικισμός Καρίπτσια, μετονομάζεται εις Χλωρονομή (Υποδιοίκησις Θεσσαλονίκης)», διάταγμα 20.8.1927 (ΦΕΚ 179/30.8.1927) [Χουλιαράκης 1975, 289].

Χλωρονομή, κοινότητος Δρυμού. Πραγματικός πληθυσμός 212 (105 άρρενες και 107 θήλεις), εκ των οποίων 101 ήταν πρόσφυγες ελθόντες μετά τη μικρασιατική καταστροφή (45 άρρενες και 56 θήλεις). Υπήρχαν 78 δημότες παρόντες στην κοινότητα, 133 δημότες άλλων δήμων και 1 αλλοδαπός [Απογραφή 1928, 234].

Χλωρονομή (Καρίπτσια), Δρυμού (Σιδηροκεφάλου, Δρυμιγκλάβων) [Διοικητικά 1935, 136]. Χλωρονομή, κοινότητος Δρυμού. Πραγματικός πληθυσμός 48 κάτοικοι (23 άρρενες και 25 θήλεις) [Απογραφή 1940, 164].