Skip to main content

To Ονομαστηκο της Ρομεικης γλοσας για τα πεδια (Ονομαστικό της ρωμαίικης γλώσσας για τα παιδιά) του Θανάση Ψαλίδα (1822) [2010]

 

To Ονομαστηκο της Ρομεικης γλοσας για τα πεδια

του Θανάση Ψαλίδα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Το «Ονομαστικό της ρωμαίικης γλώσσας για τα παιδιά» δημοσιεύτηκε στα Άπαντα Ιωάννου Βηλαρά (Αθήναι 1935, σελ. 328-334). Ο επιμελητής της έκδοσης Γεώργιος Βαρβαρέτος τυπώνει το κείμενο με ιστορική ορθογραφία. Σχεδόν όπως παρουσιάζεται εδώ στην συνέχεια, στην αριστερή στήλη (με λίγες διορθώσεις και μονοτονικό). Ο Βαρβαρέτος θεωρεί το Ονομαστικό έργο του Γιάνη Βηλαρά. Σημειώνει μάλιστα πως το χειρόγραφο πρωτοδημοσιεύτηκε από το Σπυρίδωνα Λάμπρο στο Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον Δωδώνη 1886 (Αθήναι 1885, σελ. 35-47).

Ο Λάμπρος βρήκε το χειρόγραφο στην Εθνολογική Εταιρεία (δωρεά Γεωργίου Αναγνωστοπούλου, χειρόγραφο 119). Ωστόσο το έργο «Ονομαστηκο της Ρομεικης γλοσας για τα πεδια», όπως το παρουσιάζει ο Λάμπρος, είναι γραμμένο με φωνητική γραφή και όχι με ιστορική ορθογραφία όπως το έδωσε ο Βαρβαρέτος. Σε αυτή τη μορφή το αντιγράφω και εγώ, παρακάτω, στη δεξιά στήλη.

Ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Γ’ έκδοση, Αθήνα 1980, σελ. 137), αναφερόμενος στο Ονομαστικό, επισημαίνει πως σύμφωνα με το Λ. Βρανούση, «πιθανόν» να μην πρόκειται για κείμενο του Βηλαρά, αλλά του Αθ. Ψαλίδα.

Όποιος έχει διαβάσει τις επιστολές του Βηλαρά στον Ψαλίδα, ξέρει πως διακριτικά του έκανε κριτική για λόγιες εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Και το Ονομαστικό έχει κάποιες τέτοιες λόγιες λέξεις, που ο Βηλαράς δε θα έβαζε.

Η έρευνα του Βρανούση βρίσκεται στο περιοδικό Νέα Εστία, (τεύχος 94, Χριστούγεννα 1973, σελ. 51-70). Ο Βρανούσης που εξέτασε τα χειρόγραφα του Βηλαρά και τα συνέκρινε με χειρόγραφα και το γραφικό χαρακτήρα του Ψαλίδα, αποδεικνύει πως ορισμένα έργα του δεύτερου, έχουν θεωρηθεί σαν έργα του πρώτου, εξ αιτίας και μόνο του γεγονότος, ότι ο Ψαλίδας είχε πειστεί από το Βηλαρά να χρησιμοποιεί, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, το φωνητικό σύστημα γραφής.

Ανάμεσα στα έργα αυτά είναι και το Ονομαστικό, που σαν εκπαιδευτικός και διευθυντής σχολών ο Αθανάσιος Ψαλίδας (1760-1829), είχε γράψει για να διδάξει σε παιδιά.

Η αξία του κειμένου, έγκειται ακριβώς στο ότι ο Ψαλίδας πείστηκε από το Βηλαρά να γράψει και να διδάξει στους μαθητές του το Ονομαστικό, όχι σε λόγια γλώσσα με ιστορική ορθογραφία, αλλά στα ρωμαίικα με φωνητική γραφή.

Αν κρίνουμε από τα ισχύοντα μέχρι τότε (1822) και κυρίως από αυτά που ακολούθησαν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (εθνικό καθαρευουσιάνικο κίνημα), έχουμε να κάνουμε με ένα ριζοσπαστικό κείμενο.

Ο σύγχρονος αναγνώστης του Ονομαστικού, θα γνωρίσει σ’ αυτό τη ρωμαίικη γλώσσα στα Γιάννενα της εποχής του Ψαλίδα.  Και επιπλέον, θα βρει πολλές πληροφορίες για τον υλικό πολιτισμό εκείνων των χρόνων.

 

19 Δεκεμβρίου 2010

Ονομαστικό της ρομέικης γλώσσας για τα παιδιά

Ονομαστηκο της Ρομεικης γλοσας για τα πεδια

 

 

1822 τες 2 Γενάρη, Γιάννινα

1822 τες 2 Γεναρη, Γιανηνα

 

 

Άνθρωπος και τα μέρη του

Ανθροπος κε τα μερη του

 

 

Ο άνθρωπος έχει σώμα και ψυχή.

Ο ανθροπος εχη σομα κε ψηχη.

Η ψυχή έχει νου και θέληση.

Η ψηχη εχη νου κε θεληση.

Ο νους, όσα γνωρίζει καλά και κακά, τα γνωρίζει με τες εφτά αίστησες, οπού έχει το σώμα, οπού είναι: η βλέψη, η ακοή, η όσφρηση, η γέψη, η ψηλάφηση, η πείνα, και η δίψα.

Ο νους, οσα γνορηζη καλα κε κακα, τα γνορηζη με τες εφτα εστησες, οπου εχη το σομα, οπου ηνε: η βλεψη, η ακοη, η οσφρηση, η γεψη, η ψηλαφηση, η πηνα, κε η δηψα.

Με τη βλέψη γνωρίζει ο νους μας τα χρώματα, ήγουν το κόκκινο, το πράσινο, το γαλάζιο, το κίτερνο, το άσπρο, το μαύρο, το μουσακί, το νεραντζί, το δεκοχτούρι, το χορτάρι, το άλικο και τα παρόμοια.

Με τη βλεψη γνορηζη ο νους μας τα χροματα, ηγουν το κοκηνο. το πρασηνο, το γαλαζιο, το κητερνο, το ασπρο, το μαβρο, το μουσακη, το νεραντζη, το δεκοχτουρη, το χορταρη, το αληκο, κε τα παρομηα.

Το όμορφο, και το άσκημο, το μικρό και το μεγάλο, το μακρινό και σιμοτινό, ήγουν το διάστημα, οπού και μάκρος λέγεται.

Το ομορφο, κε ασκημο, το μηκρο κε το μεγαλο, το μακρηνο κε σημοτηνο, ηγουν το δηαστημα, οπου κε μακρος λεγετε.

Με την ακοή διακρένει ο νους μας κάθε χτύπημα του αέρα, ωσάν βροντές ήγουν μπουμπουναριές, νηχούς τραγουδιών, νηχούς ψαλσιμάτων, αρμονίες μουσικής, μελωδίες, τους καλόφωνους και κακόφωνους.

Με την ακοη διακρενη ο νους μας καθε χτηπημα του αερα, οσαν βροντες ηγουν μπουμπουναριες, νηχους τραγουδιον, νηχους ψαλσηματον, αρμονηες μουσηκες, μελοδηες, τους καλοφονους, κε κακοφονους.

Με την όσφρηση γνωρίζει τες μυρωδιές τες καλές και αχαμνές, οπού τες καλές τες λέμε ευωδιές, και μοσκομυρωδιές, και τες αχαμνές τες ονομάζομε βρώμες.

Με την οσφρηση γνορηζη τες μηδοδιες τες καλες, κε αχαμνες, οπου τες καλες τες λεμε εβοδηες, κε μοσκομηροδιες, κε τες αχαμνες τες ονομαζομε βρομες.

Κ' έτσι μ’ αυτή διακρίνει όλα τα άνθια και λουλούδια ποια μοσκοβολούν και ποια βρωμούν και ζοκοπούν.

Κ' ετζη μ' αφτη δηακρενη ολα τα ανθια κε λουλουδια πια μοσκοβολουν, κε πια βρομουν κε ζοκοπουν.

Με τη γέψη διακρένει ο νους τ’ ανθρώπου τες ποιότητες των ζουμιών, ήγουν το γλυκό, το ξινό, το αδρύ, το στυφό, το αψύ, το πικρό, το νόστιμο, το άνοστο.

Με τη γεψη διακρενη ο νους τ' ανθροπου τες πηοτητες τον ζουμιον, ηγουν το γληκο, το ξηνο, το αδρη, το στηφο, το αψη, το πηκρο, το νοστημο, το ανοστο.

Το αλατισμένο κι αλμυρό, το ανάλατο, το γλυφό, και τα τέτοια.

Το αλατησμενο κ' αρμηρο, το αναλατο, το γληφο, κε τα τετια.

Με την ψηλάφηση μαθαίνει ο νους μας το ζεστό, και κρύο, το απαλό και σκληρό, ακόμη και το μικρό και το μεγάλο.

Με την ψηλαφηση μαθενη ο νους μας το ζεστο κε κρηο, το απαλο κε σκληρο, ακομα κε το μηκρο κε το μεγαλο.

Με την πείνα καταλαβαίνει ο νους μας πότε λείπει από το στομάχι η στέργια θροφή, και με τη δίψα, πότε λείπει η υγρά θροφή, οπού είναι και οι δυο αναγκαίες για τη ζωή μας, σ' όλα όμως αυτά ο νους μας, για να τα γνωρίσει καλά, χρειάζεται να προσέχει, ήγουν να σταματά ώρα πολλή να συλλογιέται και ύστερα να αποφασίζει οπού να ειπεί να θέλει.

Με την πηνα καταλαβενη ο νους μας ποτε ληπη απο το στομαχη η στεργια θροφη, κε με τη δηψα, ποτε ληπη η ηγρα θροφη, οπυ ηνε κε η διο αναγκεες για τη ζοη μας, σ' ολα ομος αφτα ο νους μας, για να τα γνορηση καλα, χρηαζετε να προσεχη, ηγουν να σταματα ορα πολη να τα σηλογετε, κε ηστερα να αποφασηζη οπου θα ηπη να θελη

Το σώμα του ανθρώπου έχει κεφάλι, χέρια, ποδάρια και κορμί.

Το σομα του ανθροπου εχη κεφαλη, χερια, ποδαρια, κε κορμη.

Το κορφοκέφαλο και αντικέφαλο έχει τρίχες, ή μαλλιά, τα οποία μακραίνουν και κρέμονται στις πλάτες λέγονται τσάμπας, και όσοι των έχουν τους λέμε τσαμπαλήδες.

Το κορφοκεφαλο κε αντηκεφαλο εχη τρηχες, ή μαλια, τα οπηα αντα μακρενουν κε κρεμοντε στες πλατες λεγοντε τσαμπας, κε οση τα εχουν τους λεμε τσαμπαληδες.

Το πρόσωπο έχει μέτωπο, φρύδια, μηλίγκια, μάτια, μύτη, μάγουλα, αυτιά, αυτιά, στόμα, πηγούνι, μουστάκια, γένεια, τσουλούφρρια από τα μηλίγκια, και σκυλόμαλλα στα μάγουλα.

Το προσοπο εχη μετοπο, φρηδια, μηληγκια, ματια, μητη, μαγουλα, αφτια, στομα, πηγουνη, μουστακια, γενια, τσουλουφρια απο τα μηληγκια, κεσκηλομαλα στα μαγουλα.

Το μέτωπο έχει ζαρωματιές.

Το μετοπο εχη ζαροματιες.

Το αυτί έχει ριζάφτι, και λοβόν.

Το αφτη εχη ρηζαφτη, κε λοβον.

Το μάτι έχει ματόφυλλα, ματοτσίνουρα, κόρη, μαυράδι και ασπράδι.

Το ματη εχη ματοφηλα ματοτσηνορα, κορη, μαβραδη κε ασπραδη.

Η μύτη έχει ορθούνια.

Η μητη εχη ορθουνια.

Το στόμα έχει αχείλια, δόντια, δοντούρες, γούλια, γλώσσα, σταφυλίτη ή γλωσσίδι, ουρανίσκο, κατωσάγουνο ή τσαγούλι.

Το στομα εχη αχηλια, δοντια, δοντουρες, γουλια, γλοσα, σταφηλητη, ή γλοσηδη, ουρανησκο, κατασαγουνο, ή τσαγουλη.

Και έτσι λέμε: το στόμα σιαλίζει, ήγουν έχει σιάλι.

Κε ετση λεμε: το στομα σιαληζη, ηγουν εχει σιαλη.

Κι η μύτη μύξα, και το μάτι δάκρυ.

Κη η μητη μηξα, κε το ματη δακρη.

Μέσα όμως εις το κεφάλι είναι το μυαλό κε από μέσα από το αυτί είναι ένα κιτερνάδι φαρμακερό, οπού φυλάγει το αυτί.

Μεσα ομος στο κεφαλη ηνε το μιαλο, κε απο μεσα απο το αφτη ηνε ενα κητερναδη φαρμακερο, οπου φηλαγη το αφτη.

Το κεφάλι δένεται με το κορμί, και το δέμα από μπροστά λέγεται λαιμός, και από πίσω λέγεται σβέρκλος.

Το κεφαλη δενετε με το κορμη, κε το δεμα απο μπροστα λεγετε λεμος, κε απο πησο λεγετε σβρεκλος.

Το χέρι έχει δάχτυλα και αρμό, και αγκώνα.

Το χερη εχη δαχτηλα κε αρμο, κε αγκονα.

Τα δάχτυλα έχουν κούμπους και κλείδωσες και νύχια.

Τα δαχτηλα εχουν κουμπους κε κληδοσες κε νηχια.

Το κορμί έχει αμασκάλη, βυζιά, και κοιλιά.

Το κορμη εχη αμασκαλη, βηζια, κε κηλια.

Το βυζί έχει ρόγα.

Το βηζη εχη ρογα.

Η κοιλιά έχει οφαλό.

Η κηλια εχη οφαλο.

Απ’ οπίσω το κορμί έχει πλάτες, και δίπλατα, και κουμποραχιά.

Απ' οπησο το κορμη εχη πλατες, κε δηπλατα, κε κουμποραχια.

Το ποδάρι έχει χτένι, πατούνα, φτέρνα, δάχτυλα, κότσι, άντζα, καλάμι, γόνα, μηρί.

Το ποδαρη εχη χτενη, πατουνα, φτερνα, δαχτηλα, κοτζη, αντζα, καλαμη, γονα, μηρη.

Και εκεί που δένεται το ποδάρι, με το κορμί είναι το λαγκόνι ή το γοφί, οπού και κούφιο και ψήχειο λέγεται.

Κε εκη που δενετε το ποδαρη με το κορμη ηνε το λαγκονη, ή το γαφη, οπου κε κουφιο κε ψηχηο λεγετε.

Έξω από το σώμα είναι η πέτσα ή το τομάρι, και μέσα είναι το κόκαλο, τα πλευρά, τ’ αστήθη, το στομάχι, τα σπλάχνα, ήγουν τα άντερα, η κοιλιά, τα νεφρά, η καρδιά και τα φλοκάρδια, οι φλέβες, το συκώτι, το πλεμόνι, η σπλήνα, η πάνα, το γαίμα, το ξύγκι, τα ποντικάκια, το κρέας, τα νεύρα, το φλέμα, η χολή, το κάτουρο, η κατουρήθρα και στες γυναίκες η μήτρα, το γάλα, το σπέρμα ή ο σπόρος.

Εξο απο το σομα ηνε η πετσα ή το τομαρη, κε μεσα ηνε τα κοκαλα, τα πλεβρα, τ' αστηθιη, το στομαχη, τα σπλαχνα, ηγουν τα αντερα, η κηλια, τα νεφρα, η καρδια, κε τα φλοκαρδια, η φλεβες, το σηκοτη, το πλεμονη, η σπληνα, η πανα, το γεμα, το ξηγκη, τα ποντηκακια, το κρεας, τα νεβρα, το φλεμα, η χολη, το κατουρο, η κατουρηθρα, κε στες γηνεκες η μητρα, το γαλα, το σπερμα, ή ο σπορος.

Ο άνθρωπος άντα πρωτοπιάνεται στη μήτρα της γυναίκας λέγεται έμβρυο, και άντα γεννιέται ονομάζεται παγανό και νήπιο.

Ο ανθροπος αντα προτοπιανετε στη μητρα της γηνεκας λεγετε εμβρηο, κε αντα γενιετε ονομαζετε παγανο, κε νηπηο.

Και ύστερα αν είναι ασερκό ως τα 17 χρόνια λέγεται παιδί, κι από τα 18 ως τα 24, λέγεται παλληκάρι, κι από τα 24 ως τα 30 νέος.

Κε ηστερα, αν ηνε ασερκο πς τα 17 χρονια λεγετε πεδη, κι απο τα 18 ος τα 24 λεγετε παληκαρη, κι απο τα 24 ος τα 39 νεος.

Και από τα 30 ως τα 45 άντρας, και από τα 45 ως τα 75 γέροντας.

Κε απο τα 30 ος τα 45 αντρας, κε απο τα 45 ος τα 75 γεροντας.

Και παρέκει από τα 75, παλιόγερος.

Κε παρεκη απο τα 75, παλιογερος.

Και αν είναι θηλκό λέγεται κορίτσι, κόρη, γυναίκα, γριά, και παλιόγρια.

Κε αν ηνε θηλκο λεγετε κορητση, κορη, γηνεκα, γρηα, κε παλιογρηα.

Ο άντρας αντ’ αποχτά παιδιά λέγεται πατέρας, και η γυναίκα μάννα και μητέρα.

Ο αντρας αντ' αποχτα πεδια λεγετε πατερας, κε η γηνεκα μανα κε μητερα.

Και τα παιδιά υιός και γιός, και θυγατέρα.

Κε τα πεδια ηος κε γιος, κε θηγατερα.

Και αν παντρέψει τα παιδιά του λέγεται πεθερός και η γυναίκα του πεθερά, και η γυναίκα του γιου του νύφη, και ο άντρας, της θυγατέρας του γαμπρός, και τα παιδιά των παιδιών του αγγόνια, και αυτός παππούς, και η γυναίκα του βάβω.

Κε αν παντρεψη τα πεδια του λεγετε πεθερος, κε η γηνεκα πεθερα, κε η γηνεκα του γιου του νηφη, κε ο αντρας της θηγατερας του γαμπρος, κε τα πεδια τον πεδιον του αγκονια, κε αφτος παπους, κε τη γηνεκα του βαβο.

Τα παιδιά του ίδιου πατέρα αδέρφια και αδερφές λέγονται.

Τα πεδια του ηδιου πατερα αδελφια κε αδελφες λεγοντε.

Και αν είναι από την ίδια μάννα και από δυο πατεράδες ονομάζονται λολάδελφα, και στον πατέρα των άλλων προγόνια και όχι παιδιά.

Κε αν ηνε απο την ηδια μανα κε απο διο πατεραδες ονομαζοντε λολαδελφα, κε στον πατερα τον αλο προγονια κε οχη πεδια.

Τα παιδιά της αδερφής, ή του αδερφού, τα έχω ανιψίδια και ανιψιές, και αυτά με έχουν θειο, και τη γυναίκα μου θεια.

Τα πεδια της αδελφης, ή του αδελφου, τα εχο ανηψηδια κε ανηψες, κε αφτα με εχουν θιο, κε τη γηνκα μου θια.

Τα παιδιά των αδελφών ανάμεσά τους λέγονται ξαδέρφια, και τα θηλυκά ξαδέρφες.

Τα πεδια τον αδελφον αναμεσα τους λεγοντε ξαδερφια, κε τα θηληκα ξαδερφες.

 

 

Σπίτι

Σπητη

 

 

Το σπίτι είναι η κατοικία τ’ ανθρώπου.

Το σπητη ηνε η κατηκηα τ' ανθροπου.

Αυτό είναι δυο λογιών, στρωτό και ψηλό.

Αφτο ηνε διο λογιον, στροτο κε ψηλο

Έχει λοιπόν το σπίτι περιοχή, εξώπορτα, αυλή, κήπο, πηγάδι ή στέρνα, χωρίσματα απάνω και κάτω.

εχη ληπον το σπητη περηοχη, οξοπορτα, αβλη, κηπο, πηγαδη ή στερνα, χορησματα απανο κε κατο.

Τα απάνω λέγονται χοτζερές, μεσιό ή χειμωνιάτικο, και μαγειριό, απέξω απ’ αυτά είναι η σάλα ή κρεβάτα, και σ’ αυτή η σκάλα.

Τα απανο λεγοντε χοτζερες, μεσιο, ή χημονιατηκο, κε μαγηριο, απεξο απ' αφτα ηνε η σαλα ή κρεβατα, κε σ' αφτη η σκαλα.

Τα αποκάτω λέγονται κατώγεια, κελάρια, και μπροστά σ’ αυτά είναι το χαγιάτι, και οι κάμαρες.

Τα αποκατο λεγοντε κατογια, κελαρια, κε μπροστα σ' αφτα ηνε το χαγιατη, κε η καμαρες.

Το σπίτι έχει ακόμα πλυσταριό, αχούρι, αναγκιό ή χρεία.

Το σπητη εχη ακομα πλησταριο, αχουρη, αναγκιο ή χρηα.

Ο χοτζερές έχει κρεβάτια, παραθύρια, παραθύρες, μεσανταρά, μπουχαρί, πόρτα ή θύρα, ντουλάπια, νταβάνι, αράφια, ντουλαπόπουλα, εικονοστάσι, γυαλιά, το μπουχαρί έχει μπουχαροπόδια, ογνήστρα.

Ο χοτζερες εχη κρεβατια, παραθηρια, παραθηρες, μεσανταρα, μπουχαρη, πορτα, ή θηρα, ντουλαπια, νταβανη, αραφια, ντουλαποπουλα, ηκονοσταση, γιαλια, το μπουχαρη εχη μπουχαροποδια, ογνηστρα.

Δαυλοστάτες, ξύλα για φωτιά ήγουν καψόξυλα, οπού λέγονται απόδαυλα και απόκαυτρα, έχει η ογνήστρα κάρβουνα, προύσια, χόβολη και στάχτη.

Δαβλοστατες, ξηλα για φοτια, ηγουν καψοξηλα, οπου λεγοντε δαβλια, κε σαν καουν κε μηνουν μηκρα λεγοντε αποδαβλα κε αποκαφτρα, εχη η ογνηστρα καρβουνα, προυσια, χοβολη κε σταχτη.

Τα κρεβάτια έχουν στρώματα ή μπάσια, μακάτια, μαξιλάρες, προσκέφαλα και τσελντέδες.

Τα κρεβατια εχουν στροματα ή μπασια, μακατια, μαξηλαρες, προσκεφαλα κε τσελντεδες.

Η μέση έχει πεύκια στρωμένα ή κιλίμια.

Η μεση εχη πεφκια στρομενα ή κηλημια.

Ο μεσανταράς έχει μέσα τα στρώματα του ύπνου, τα σεντόνια, τα παπλώματα και τα προσκέφαλα.

Ο μεσανταρας εχη μεσα τα στροματα του ηπνου, τα σεντονια, τα παπλοματα κε τα προσκεφαλα.

Τα ίδια έχει και το μεσιό.

Τα ηδια εχη κε το μεσιο.

Το μαγειριό έχει πυροστιές, τεντζερέδες, σαγάνια, τηγάνια, σκάρα, σουβλιά, ξαφριστήρι, γουδιά, γουδοχέρι, κεφτεντένι, κεφτεντενόξυλο, απλάδες, απλάδια, πιρούνια, χουλιάρια, χουλιάρες, πιπερολόγο, αλατερό, αλατολόγο, χουλιαρολόγο, καρδαροστάτη, γκιούμια, μπρίκια, ληγένια, χειροπάνια (πατσαούρες), σκύφο, τεψιά, σινιά, νταβάδες, σκαφίδι, μεσάλι, ξύστρα, προζύμι, σαπούνι.

Το μαγηριο εχη πηροστιες, τεντζερεδες, σαγανια, τηγανια, σκαρα, σουβλια, ξαφρηστηρη, γουδια, γουδοχερη, κεφτεντενη, κεφτεντενοξηλο, απλαδες, απλαδια, πηρουνια, χουλιαρια, χουλιαρες, πιπερολογο, αλατερο, αλατολογο, χουλιαρολογο, καρδαροστατη, γκιουμια, μπρηκια, ληγενια, χηροπανια (πατσαουρες), σκηφο, τεψια, σηνια, νταβαδες, σκαφηδη, μεσαλη, ξηστρα, προζημη, σαπουνη.

Στο μεσιό συνηθίζουν να τρων και εκεί κρέμονται προσόψια, φλοκοτές, ομπόλιες για το νίψιμο.

Στο μεσιο σηνηθηζουν να τρον, κε εκη κρεμοντε προσοψια, φλοκατες, ομπολιες για το νηψημο.

Και για το τραπέζι, έχουν σινί μεγάλο απάνω σ’ ένα σκαμνί, και βάνουν στα απλάδια και ντουβαέλια, και το βράδυ σιαμντάνι, ψαλιδοκέρι και για να μαζώνει τες τριμόψιχες στρώνουν αποκάτω στο σκαμνί μπεζί και τες τριμόψιχες τες μαζώνουν με τη σκούπα, στον ψιχολόγο (φαρασάνι).

Κε για το τραπεζη, εχουν σηνη μεγαλο απανο σ' ενα σκαμνη, κε βανουν στα απλαδια κε ντουβαελια, κε το βραδη σιαμντανη, ψαληδοκερη, κε για να μαζονη τες τρημοψηχες στρονουν αποκατο μπεζη κε τες τρημοψηχες τες μαζονουν με τη σκουπα στον ψηχολογο (φαρασανη).

Στα κατώγεια είναι αμπάρια με αλεύρι, με σιτάρι, με κριθάρι, είναι τάλαροι, είναι σκαφίδια, σκουτέλες, κοσκινιστήρι, βαγένια, βαρέλια, στάμνες, καπάσες, και μέσα σ' αυτά κρασί, βούτυρο, λάδι, είναι γαράφες μικρές και μεγάλες, σουράγια, και σ' αυτές ρακί.

Στα κατογια ηνε αμπαρια με αλεβρη, με σηταρη, με κρηθαρη, ηνε ταλαρη, ηνε σκαφηδια, σκουτελες, κοσκηνηστηρη, βαγενια, βαρελια, σταμνες, καπασες, κε μεσα σ' αφτα, κραση, βουτηρο, λαδη, ηνε γαραφες μηκρες κε μεγαλες, σουραγια, κε σ' αφτες ρακη.

Στο κελάρι είναι στις κασέλες σακούλες και μέσα σ' αυτές όσπρια, ήγουν ρεβίθια, φασόλια, φακή, κουκιά, ρύζι, άμυλο (νισεστές), καφές, ζάχαρη, σαφράνι (κρόκος), πιπέρι, αυγά, λεμόνια, σταφίδα λιανή και χοντρή, σύκα, μύγδαλα, σαπούνι, ξιγκοκέρια, αγιοκέρια, μέλι, άλας.

Στο κελαρη ηνε στες κασελες σακουλες κε μεσα σ' αυτες οσπρηα, ηγουν ρεβηθια, φασολια, φακη, κουκια, ρηζη, αμηλο (νησεστες), καφες, ζαχαρη, σαφρανη (κροκος), πηπερη, αβγα, λεμονια, σταφηδα λιανη κε χοντρη, σηκα, μηγδαλα, σαπουνη, ξηγκοκερια, μελη, αλας.

Στο πλυσταριό είναι καζάνια και σκαφίδια.

Στο πλησταριο ηνε καζανια, κε σκαφηδια.

Στον κήπο είναι σκαμνιές, κομπλιές, ροδακινιές, ζερντελιές, κυδωνιές, απιδιές, σουρβιές, λεφτοκαρυές, συκιές, δαμασκηνιές, τρανταφυλλιές, ροϊδιές και τα πορκά τους είναι σκάμνα, κούμπλα, ροδάκινα, ζέρντελα, κυδώνια, απίδια, σούρβα, λεφτόκαρα, σύκα, δαμάσκηνα, τραντάφυλλα, τ' άνθη, ρόιδα, και μήλα από τες μηλιές.

Στον κηπο ηνε σκαμνιες, κομπλιες, ροδακηνιες, ζερντελιες, κηδονιες, απηδιες, σουρβιες, λεφτοκαριες, σηκες, δαμασκηνιες, τρανταφηλιες, ροηδιες, κε τα πορκα τους ηνε σκαμνα, κουμπλα, ροδακηνα, ζερντελα, κηδονια. απηδια, σουρβα, λεφτοκαρα, σηκα, δαμασκηνα, τρανταφηλα, τ' ανθη, ροηδα, κε μηλα απο τες μηλιες.

Σπέρουν στον κήπο και σπανάκια, μαρούλια για σαλάτα, λάπατα (μπελάσες), παζιά, μακεδονήσι, σέλινα, κρομμύδια, σκόρδα, πράσα, πράντζινα, στρεκλέτζια, φυτεύουν και ζαμπακιές, ζιμπιλιές, μανσακές για τα λουλούδια τους ζαμπάκια, ζιμπίλια και μανσέκια.

Σπερουν στον κηπο κε σπανακια, μαρουλια για σαλατα, λαπατα (μπελασες), παζια, μακεδονηση, σεληνα, κρομηδια, σκορδα, πρασα, πραντζινα, στρεκλετζια, φητεβουν κε ζαμπακιες, ζημπλιες, μανσακες, για τα λουλουδια τους, ζαμπακια, ζημπηλια, κε μανσεκια.

Σπέρνουν και βασιλικό, και μαντζουράνα, και δενδρολίβανο, και άλλα λουλούδια εντόπια και ξένα, σαν καρουφαλιές, νησιώτικα.

Σπερνουν κε βασηληκο, κε μαντζορανα, κε δενδροληβανο κε αλα λουλουδια εντοποα κε ξενα, σαν καρουφαλιες, νησιοτηκα.

Αποκάτω στο χαγιάτι της κρεβάτας είναι και το καδί ή καρούτα, οπού βράζουν το κρασί, και η ρακοβαρέλα.

Αποκατο στο χαγιατη της κρεβατας ηνε κε το καδη, η καρουτα, οπου βραζουν το κραση, κε η ρακοβαρελα.

Η σκάλα έχει σκαλίδια και κορφόσκαλο.

Η σκαλα εχη σκαληδια κε κορφοσκαλο.

Το σπίτι έχει πάτωμα, νταβάνι και σκεπή.

Το σπητη εχη πατομα, νταβανη κε σκεπη.

Η σκεπή έχει καβαλάρη και ποδιές.

Η σκεπη εχη καβαλαρη κε ποδιες.

Η σκεπή έχει ψαλίδες, γρέντες, μισογρέντια, κοντογρέντια, σανίδια, μπέταβρα, κεραμίδια, και παπάδες ορθούς ή διπλα, ήγουν βαϊστούς.

Η σκεπη εχη ψαληδες, γρεντες, μησογρεντια, κοντογρεντια, σανηδια, μπεταβτα, κεραμηδια, κε παπαδες ορθους ή δηπλα, ηγουν βαηστους.

Το πάτωμα έχει πατωματερά και σανίδια, τεκνέδες, στύλους, ταμπάνια.

Το πατομα εχη πατοματερα κε σανηδια, τεκνεδες, στηλους, ταμπανια.

Τα σπίτια έχουν και δίπατα.

Τα σπητια εχουν κε δηπατα.

Η αυλή είναι στρωμένη με λιθάρια ή με πλάκες.

Η αβλη ηνε με ληθαρια, η με πλακες.

Το πηγάδι έχει ροδάνι, τριχιά και τζούμα ή σίκλο.

Το πηγαδη εχη ροδανη, τρηχια κε τζουμα ή σηκλο.

Οι πόρτες έχουν κλειδωνιές, κλειδιά και μάνταλους.

Η πορτες εχουν κληδονιες, κληδια κε μανταλους.

Τα βαγένια έχουν στεφάνια και δόγες.

Τα βαγενια εχουν στεφανια κε δογες.

Το τοίμασμα του σινιού είναι τα απλάδια, τα χουλιάρια, τα πιρούνια, τα μαχαίρια, τα ντουβαέλια, το ψωμί, ο πιπερολόγος, τα σουράγια με το κρασί και το νερό, τα ρακοπότηρα, οι κούπες, το λαδερό, το ξυδερό.

Το τημασμα του σηνιου ηνε τα απλαδια, τα χουλιαρια, τα πηρουνια, τα μαχερια, τα ντουβαελια, το ψομη, ο πηπερολογος, τα σουραγια με το κραση κε το νερο, τα ρακοποτηρα, τα κρασοποτηρα, η κουπες η μαστραπαδες, το λαδερο, το ξηδερο

Και φαγητά σ' αυτό: μανέστρα (τσορβάς), κρέας βραστό, με σινάπι, ή με χρίανο, ψητό, σαλάτα με μυρωδικά, καπαμάς από κοτοπούλια, ή από αρνί, ή από χήνα, ή από πάπια, ή από νησάρι, κρέας με σέλινα, με πράσα, με κολοκυθόπουλα, με σπανάκια, με λάπατα, με ντολμάδες, με μπάμιες, με κάπαρη, με σπαράγγια, με χλωροκούκια, με δαμάσκηνα, με κυδώνια, με μήλα, με καμπρολάχανα, με αγκινάρες, με κουνουπίδια (καρναμπίκια), με γεώμηλα, με κρεμμύδια, με σκόρδα, και γιαπράκια με κληματόφυλλα, με μακεδονήσι, με πράντζινα, με στρεκουλέτζια, με καμπρολαχανόφυλλα.

Κε φαγητα σ' αφτο: μανεστρα (τσορβας) κρεας βραστο, με σηναπη, ή με χρηανο, ψητο, σαλατα με μηροδηκα, καπαμας απο κοτοπουλια, ή απο αρνη, ή απο χηνα, ή απο παπια, ή απο νησαρη, κρεας με σεληνα, με πρασα, με κολοκηθοπουλα, με σπανακια, με λαπατα, με ντολμαδες, με μπαμιες, με καπαρη, με σπαραγκια, με χλοροκουκια, με δαμασκηνα, με κηδονια, με μηλα, με καμπρολαχανα, με αγκηναρες, με κουνουπηδια (καρναμπηκια), με γεομηλα, με κρομηδια, με σκορδα, κε γιαμπρακια, με κληματοφηλα, με μακεδονηση, με πραντζηνα, με στρεκουλετζια, με καμπρολαχανοφηλα.

Και πίτες ή μπουρέκια με λάχανα, με βολάκια, με όρνιθες, με περιστέρια, και η λαχανόπιτα με τυρί, με γιαγούρτι αλειμμένη, η ρεβανή, η μπακλαή, το ρυζόγαλο, οι φούσκες, τα τραντάφυλλα, οι τηγανίτες, τα μαφήσια, τα μπεημπουρέκια, το κανταΐφι, οι διαφορετικές κεφτέδες, τα πορτοκάλια, τα λεμόνια.

Κε πητες ή μπουρεκια με λαχανα, με βολακια, με ορνηθες, με περηστερια, κε η λαχανοπητα με τηρη, με γιαγουρτη αλημενη, η ρεβανη, η μπακλαη, το ρηζογαλο, η φουσκες, τα τρανταφηλα, η τηγανητες, τα μαφησια, τα μπεημπουρεκια, το κανταηφη, η διαφορετηκες κεφτεδες, τα πορτοκαλια, τα λεμονια.

Ο τενές, ή πλάφι, ο ζερντές.

Ο τενες, ή πλαφη, ο ζερντες.

Η στολή, ενδυμασία και φορέματα του ανθρώπου ευρίσκονται στες κασέλες και σεπέτια, και στα ντουλάπια του σπιτιού οπού είναι: πουκάμισα σκουλινά, στούπινα, μεταξωτά ή τσίπινα, βαμπακερνά, αρουντζουκένια, από πεμπεζάρι, τσουράπια μάλλινα, μεταξωτά και βαμπακερνά, σκέτα ή πλουμιστά.

Η στολη, ενδημασηα κε φορεματα του ανθροπου εβρησκοντε στες κασελες κε σεπετια κε στα ντουλαπια του σπητιου, οπου ηνε: πουκαμησα σκουληνα, στουπηνα, μεταξοτα ή τσηπηνα, βαμπακερνα, αρουντζουκενια, απο πεμπεζαρη, τσουραπια μαληνα, μεταξοτα κε βαμπακερνα, σκετα ή πλουμηστα.

Βρακιά, γελέκια, αντεριά, τουμάνια, τζαχτζερια, πουτούρια, σιαλβάρια, ντουλαμάδες, αλμπεντέδες, τζουμπέδες, μονοί ή γουνομένοι από σιάλι ή ρούχο ή μεταξωτό, με γούνες νεφέδες, σαμούρια, ζερνταβάδες, ποντίκια, σιντζάπια, κακούμια, νούρκες, γκιτζένια, κουνάβια, ρήσους με κουλήνκια και άλλα παρόμοια αγρίμια.

Βρακια, γελεκια, αντερια, τουμανια, τζαχτζερια, πουτουρια, σιαλβαρια, ντουλαμαδες, αλμπαντεδες, τζουμπεδες, μονη, ή γουνομενη απο σιαλη, ή ρουχο ή μεταξοτο, με γουνες νεφεδες, σαμουρια, ζερνταβαδες, ποντηκια, σηντζαπια, κακουμια, νουρκες, γκητζενια, κουναβια, ρησους, με κουληνκια κε αλα παρομηα αγρημια.

Κοντογούνια, μπηνίσια ρούχινα και σιάλινα, κοζόκες, μέστια, παπούτσια, κορδέλες, ποδήματα, φέσια, φουστάνια γυναικεία, καλπάκια, κεφαλοδέτια (τζαλμάδες) από ζωνάρια, λαχούρια, μαντήλια βαμπακερνά, μεταξωτά και από λαχούρι.

Κοντογουνια μπηνησια ρουχηνα κε σιαληνα, κοζοκες, μεστια, παπουτσια, κορδελες, ποδηματα, φεσια, φουστανια, γηνεκηα, καλπακια, κεφαλοδετια (τζαλμαδες) ζοναρια, λαχουρια, μανδηλια βαμπακερνα, μεταξοτα κε απο λαχουρη.

Τσεμπέρια γυναικεία, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια διαμαντένια, ζαφειρένια, σμαραγδένια, ρουμπινένια, μπιρλαντένια, λαιμός μαργαριτάρι, μπέντι με ντούπιες, φλωριά λαιμός, μαχτούλι ή χαχάλι, μπελεζίκια διαμαντένια, τζουλφρίκια, ζεκήρια, κεμέρια ασημένια, μαλαματένια και πετραδένια.

Τσεμπερια γηνεκηα, σκουλαρηκια, δαχτηληδια διαμαντενια, ζαφηρενια, σμαραγδενια, ρουμπηνενια, μπερλαντενια, λεμος μαργαρηταρη, μπεντη με ντουπιες, φλορια λεμος, μαχτουλη ή χαχαλη, μπελεζηκια διαμαντενια, τζουλφρηκια, ζεκηρια, κεμερια ασημενια, μαλαματενια κε πετραδενια

 

 

Πόλη

Πολη

 

 

Η πόλη λέγεται και πολιτεία και χώρα και έχει πολλά σπίτια συγκρατούμενα, όπου κάνουν σοκάκια μικρά και μεγάλα, και τα μεγάλα λέγονται και μεγάλη ρούγα.

Η πολη λεγετε κε πολητηα κε χορα, κε εχη πολα σπητια σηγκρατουμενα, οπου κανουν σοκακια μηκρα κε μεγαλα, κε τα μεγαλα λεγοντε κε μεγαλη ρουγα.

Και τα στενά και τα πλατιά σοκάκια, είναι καλιγωμένα με λιθάρια για να μη λασπώνουν.

Κε τα στενα κε πλατια σοκακια ηνε καληγομενα με ληθαρια για να μη λασπονουν.

Τα παράθυρα των σπιτιών απ' έξω έχουν σιδεριές και καφάσια για να μη κοιτάζουν οι διαβάτες τις γυναίκες στα παραθύρια.

Τα παραθηρα τον σπητιον απ' εξο εχουν σηδηριες κε καφασια για να μη κηταζουν η διαβατες της γηνεκες στα παραθηρια.

Οι πόρτες έχουν απέξω πεζούλια, για να μη ζυγώνουν τ' άλογα με τα φορτώματα και χαλνούν τα λιθάρια των παραστάδων της οξώπορτας.

Η πορτες εχουν απεξο πεζουλια, για να μη ζηγονουν τ' αλογα με τα φορτοματα, κε χαλνουν τα ληθαρια τον παρασταδον της οξοπορτας.

Η πόλη έχει στη μέση της παζάρι ή φόρο, έχει κάστρο, και το κάστρο ακρόπολη (ίτζκαλε).

Η πολη εχη στη μεση της παζαρη ή φορο, εχη καστρο, κε το καστρο ακροπολη (ητζκαλε).

Της πόλης τα σπίτια οπού είναι έξω από το κάστρο, λέγονται προάστια (βαρούσι).

Της πολης, τα σπητια, οπου ηνε εξο απο το καστρο, λεγοντε προαστηα (βαρουση).

Η πόλη έχει κριτήρια πολεμικά, πολιτικά και εκκλησιαστικά.

Η πολη εχη κρητηρηα πολεμηκα, πολητηκα, κε εκλησηαστηκα.

Έχει σκολειά ανώτερα και κατώτερα.

Εχη σκολια κατοτερα κε ανοτερα.

Έχει εκκλησιές, και αν κατοικούν και Τούρκοι και Εβραίοι έχει και τζαμιά μετζίτια, και συναγώγια.

Εχη εκλησιες, κε αν κατηκουν κε Τουρκη κε Εβρεη εχη κε τζαμια, μετζητια, κε σηναγογια.

Έχει σύστημα (ρουφέτια) τεχνιτών και πραματευτάδων, έχει φυλαχτάδες όπου λέγονται στρατιώτες.

Εχη σηστημα (ρουφετια) τεχνητον, κε πραματεφταδον, εχη φηλαχταδες, οπου λεγοντε στρατηοτες.

Έχει κυβερνήτη στο κάστρο, όπου έχει αποκάτω τους στρατιώτες.

Εχη κηβερνητη στο καστρο, οπου εχη αποκατω του τους στρατηοτες.

Έχει κριτάς και αρχιερέα, ή επίσκοπο, η αρχιεπίσκοπο, ή μητροπολίτη.

εχη κρητας κε αρχηερεα, ή επησκοπο, ή αρχηεπησκοπο, η μητροπολητη.

Έχει και νόμους η πόλη γραμμένους, κατά τους οποίους πρέπει να κυβερνιούνται οι κάτοικοί της, οπού λέγονται πολίτες.

Εχη κε νομους η πολη γραμενους, κατα τους οπηους πρεπη να κηβερνιουντε η κατακη της, οπου λεγοντε πολητες.

Και η νομική κυβέρνηση είναι ή δημοκρατική ή αριστοκρατική, ή μοναρχική, ή τυραννική.

Κε η νομηκη κηβερνηση ηνε ή δημοκρατηκη, ή αρηστοκρατηκη, ή μοναρχηκη, ή τηρανηκη.

Το παζάρι έχει δυο λογιών αργαστήρια, άλλα οπού δουλεύουν οι τεχνίτες, κε άλλα, οπού πουλούν λιανικά.

Το παζαρη εχη διο λογιον αργαστηρια, αλα οπου δουλεβουν η τεχνητες, κε αλα, οπου πουλουν λιανηκα.

Έχει ακόμη και μαγαζιά, όπου πουλούν χοντρικά.

Εχη ακομη κε μαγαζια, οπου πουλουν χοντρηκα.

Έχει και μπεζεστένια θολογυριστά, και μέσα σ' αυτά αργαστήρια, για προφύλαξη της φωτιάς.

Εχη κε μπεζεστενια θολογηρηστα, κε μεσα σ' αφτα αργαστηρια, για προφηλαξη της φοτιας.

Τα ρουφέτια οπού συσταίνουν το παζάρι είναι: οι πραματευτάδες, οπού και αγοράζουν χοντρικά και πουλούν.

Τα ρουφετια οπου σηστενουν το παζαρη ηνε: η πραματεφταδες, οπου κε αγοραζουν χοντρηκα κε πουλουν.

Οι γουναράδες, οι μερτσάρηδες, οπού πωλούν διάφορα λιανώματα, σα γυαλιά, βελόνια, ράματα, σιδερικά, σίδερο και τα παρόμοια.

Η γουναραδες, η μερτσαρηδες, οπου πουλουν διαφορα λιανοματα, σα γιαλια, βελονια, ραματα, σηδερηκα, σηδερο κε τα παρομια.

Οι τσαρτσήδες, οπού πωλούν τα πανικά, τα ρούχα, τα μεταξωτά και χρυσά.

Η τσαρτσηδες, οπου πουλουν τα πανηκα, τα ρουχα, τα μεταξοτα κε χρησα.

Οι παπουτσήδες, οι ραφτάδες (τερζήδες), οι καζαντζήδες, οι χαλκιάδες, οι στατεράδες, οι κλειδωνάδες, οι ψωμάδες, οι κρασοπούλοι, οι μπακάληδες, οι σαράτσηδες, οι ταμπάκοι, οι χρυσκοί, οι μαστόροι (τέκτονες), οι αλευροπούλοι, και άλλα μικρά ρουφέτια.

Η παπουτσηδες, η ραφταδες (τερζηδες), η καζανζηδες, η χαλκιαδες, η στατεραδες, η κληδοναδες, η ψομαδες, η κρασοπουλη, η μπακαληδες, η σαρατσηδες, η ταμπακη, η χρησκη, η μαστορη (τεκτονες), η αλευροπουλη, κε αλα μηκρα ρουφετια.

Ο κάθε τεχνίτης έχει στα αργαστήρι του τα σύνεργά του, καθώς ο χρυσικός τα χωνιά του, τα ρινιά του, το καμίνι του, τ' ασκιά του, τα σφυριά του, τες γαλαγριές του, τα τσιμπίδια του, και άλλα μικρά σύνεργα δια τα λουλούδια της τέχνης του.

Ο καθε τεχνητης εχη στο αργαστηρη του τα σηνεργα του, καθος ο χρησκος τα χονια του, τα ρηνια του, το καμηνη του, τα ασκια του, τα σφηρια του, τες γαλαγριες του, τα τσημπηδια του, κε αλα μηκρα σηνεργα δια τα λουλουδια της τεχνης του.

Ο χαλκιάς το καμίνι, το αμόνι, τα ασκιά, τες σφύρες, οπού και βαριές λέγονται, τες τσιμπίδες, τες ψαλίδες και άλλα.

Ο χαλκιας το καμηνη, το αμονη, τα ασκια, τες σφηρες, οπου κε βαριες λεγοντε, τες τσημπηδες, τες ψαληδες κε αλα.

Οι παπουτσήδες και οι σαρατσήδες, τα κοπίδια τους, τους μουστάδες, τα στιλβωτήρια, τα τσαγκαροσούβλια και άλλα.

Η παπουτσηδες κε η σαρατσηδες, τα κοπηδια τους, τους μουσταδες, τα στηλβοτηρια, τα τσαγκαροσουβλια, κε αλα.

Οι τσαρτσήδες και μερτσάρηδες τα δράμια και την πήχη.

Η τσαρτσηδες κε μερτσαρηδες τα δραμια κε την πηχη.

Δράμια 400 τα λεν μια οκά, δράμια 133, μια λύτρα, 12 ογκιές και η ογκιά δράμια 11, και το μουτκαλί ενάμισι δράμι.

δραμια 400 τα λεν μια οκα, δραμια 133, μια λητρα, 12 ογκιες κε η ογκια δραμια 11, κε το μουτκαλη εναημηση δραμη.

Και 44 οκάδες ένα καντάρι.

Κε 44 οκαδες ενα κανταρη.

Το κάθε δράμι είναι παφιλένιο τετράγωνο, σημαδεμένο με βούλα βασιλική.

Το καθε δραμη ηνε παφηλενιο τετραγονο σημαδεμενο με βουλα βασηληκη.

Τα δράμια μπαίνουν στο τάσι της ζυγαριάς.

Τα δραμια μπενουν στο ταση της ζηγαριας.

Έχουν όμως και στατέρια, και στατέρες, οπού ζυγιάζουν και μπαλάντζες, οπού και αυτές ζυγιάζουν σαν τα δράμια και άντα χαλούν τα δίδουν και τα ξεζυγιάζουν και τα σιάζουν.

Εχουν ομος κε στατερια, κε στατερες, οπου ζηγιαζουν, κε μπαλαντζες, οπου κε αφτες ζηγιαζουν σαν τα δραμια κε αντα χαλνουν τα δηδουν κε τα ξεζηγιαζουν κε τα σιαζουν.

Η πήχη είναι μικρή και μεγάλη (μπράτσο).

Η πηχη ηνε μηκρη, κε μεγαλη (μπρατσο).

Άλλα ειδηόματα μετρούν με τη μικρή και άλλα με τη μεγάλη.

Αλα ηδηοματα μετρουν με τη μηκρη, κε αλα με τη μεγαλη.

Οι σιταροπραματευτάδες πουλούν τα γεννήματα με μέτρο οπού λέγεται ταγάρι, κάδος, ξάγι, κιλό και μόδι.

Η σηταροπραματεφταδες πουλουν τα γενηματα με μετρο, οπου λεγετε ταγαρη, καδος, ξαγη, κηλο, κε μοδη.

Όλα μέτρα διαφορετικά μεγαλύτερα και μικρότερα κατά τόπους.

Ολα μετρα διαφορετηκα μεγαλητερα κε μηκροτερα κατα τοπους.

Επειδής αλλού βγαίνει το ταγάρι το σιτάρι αν ζυγιαστεί 20 οκάδες, αλλού 18, αλλού 23 και 25 κατά το σιτάρι.

Επηδης αλου βγενη το ταγαρη το σηταρη αν ζηγιαστη 20 οκαδες, αλου 18, αλου 23 κε 25 κατα το σηταρη.

Το κριθάρι βγαίνει 16 και 18 οκάδες αν είναι καλό.

Το κρηθαρη βγενη 16 κε 18 οκαδες το ταγαρη.

Το μόδι το σιτάρι βγαίνει 108 οκάδες αν είναι καλό.

Το μοδη το σηταρη βγενη 108 οκαδες αν ηνε καλο.

Το ξάγι το σιτάρι, αν είναι καλό βγαίνει οκάδες...

Το ξαγη το σηταρη, αν ηνε καλο βγενη οκαδες...

Ο κάδος βγαίνει οκάδες...

Ο καδος βγενη οκαδες...

Το κιλό της Κωνσταντινούπολης βγαίνει 20 οκάδες σιτάρι αν είναι καλό.

Το κηλο της Κονσταντηνουπολης βγενη 20 οκαδες σηταρη αν ηνε καλο.

Όλα ωστόσο τούτα ζύγια, και πήχες, και μέτρα ουδέ σε κάθε τόπο είναι τα ίδια, ουδέ σε κάθε βασίλειο, αλλ' αλλού μικρότερα και αλλού μεγαλύτερα.

Ολα οστοσο τουτα ζηγια, κε πηχες, κε μετρα ουδε σε καθε τοπο ηνε τα ηδια, ουδε σε καθε βασηλιο, αλ' αλου μηκροτερα, κε αλου μεγαλητερα.

Παντού όμως πρέπει να είναι βουλωμένα απ' τη βασιλεία, για να μη γελούν τους αγοραστάδες οι πουλητάδες.

Παντου ομος πρεπη να ηνε βουλομενα απο τη βασηληα, για να μη γελουν τους αγορασταδες η πουληταδες.

Έχουν και φλωρόδραμα ξεχωριστά, οπού ζυγιάζουν τα φλωριά.

Εχουν κε φλοροδραμα ξεχορηστα, οπου ζηγιαζουν τα φλορια.

Επειδής τα κουρεύουν, και αυτά είναι διαφορετικά από τα άλλα τα δράμια τα κοινά.

Επηδης τα κουρεβουν, κε αφτα ηνε διαφορετηκα από τα αλα τα δραμια τα κηνα.

Τα αργαστήρια του παζαριού έχουν τόσα πολλά ειδηόματα, οπού πουλούν, όσα είναι χρειαζούμενα και για την ανάγκη του ανθρώπου, και για την ανάπαψη και για την τρυφή.

Τα αργαστηρια του παζαριου εχουν τοσα πολα ηδηοματα, οπου πουλουν, οσα ηνε χρηαζουμενα κε για την αναγκη του ανθροπου, κε για την αναπαψη κε για την τρηφη.