Skip to main content

Περί των αρχαίων Μακεδόνων [2008]


 

Περί των αρχαίων Μακεδόνων *

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Στην ελληνική εθνική ιστορία, και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο περί αρχαίας Μακεδονίας, εδράζεται η βασική θέση του ελληνικού έθνους, στη διαμάχη των τελευταίων ετών για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία και των παραγώγων του. Η θέση αυτή είναι πως οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούσαν έθνος, οι δε αρχαίοι Μακεδόνες συνιστούσαν ένα τμήμα του έθνους αυτού. Προέκταση της καθαρά ιδεολογικού χαρακτήρα αυτής θέσης, αποτελεί το πολιτικό "επιχείρημα" ότι οι σύγχρονοι Έλληνες ως συνεχιστές του ελληνικού έθνους, είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι της χώρας που κατοικούσαν οι Αρχαίοι Μακεδόνες, άρα και των σχετικών ονομάτων, συμβόλων κλπ. και των παραγώγων του. Η θέση αυτή είναι πως οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούσαν έθνος, οι δε αρχαίοι Μακεδόνες συνιστούσαν ένα τμήμα του έθνους αυτού.

Στο βαθμό που το ελληνικό κράτος, ως μέλος πλέον ευρύτερων πολιτικών σχηματισμών, δεν έχει το δικαίωμα της απόφασης κήρυξης Πολέμου, η μάχη για τη Μακεδονία περιορίζεται σε διπλωματική διαμάχη επί του συμβολικού (του ονόματος). Και καθώς στη σύγχρονη διπλωματία οι εκπρόσωποι των άλλων κρατών λαμβάνουν στα σοβαρά, επί του συγκεκριμένου, μόνο το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού των λαών και όχι τις ενστάσεις που εδράζονται στους αντίπαλους εθνικούς μύθους, μια ελληνική ήττα μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη.

Μια ελληνική ήττα, σε αυτή την ύστερη φάση του μακεδονικού ζητήματος, είναι πολύ πιθανό να σηματοδοτήσει για το ελληνικό έθνος την έναρξη μιας εσωτερικής συλλογικής υπαρξιακής αναζήτησης, αναφερόμενης πλέον στην ίδια την ουσία του εθνικού μύθου του και στις πολιτικές-κρατικές σκοπιμότητες που ώθησαν διαχρονικά σε μια τέτοιου τύπου ιδεολογική συγκρότηση.

Ευελπιστούμε πάντα να βοηθήσουμε σε μια τέτοια εξέλιξη, καθώς θεωρούμε προϋπόθεση για την υπέρβαση του εθνικού κράτους την αποδόμηση της ιδεολογίας του και την έξοδο των εγκλωβισμένων μελών του από αυτή την κοινότητα, σε μια κατεύθυνση αναζήτησης και προβληματισμού γύρω από την πρόταση πολιτικής θεμελίωσης μιας μεταεθνικής πολυπολιτισμικής ευρωπαϊκής δημοκρατίας.

Έχοντας αυτή τη λογική, επιχειρούμε εδώ να παρέμβουμε στη συζήτηση περί του ελληνισμού των αρχαίων Μακεδόνων. Χωρίς να εμπλακούμε στη φιλολογική διαμάχη για τις μαρτυρίες και τις ερμηνείες των αρχαίων πηγών που απασχόλησε στο παρελθόν τους ευρωπαίους λόγιους, καθώς στη σημερινή συγκυρία κάτι τέτοιο θα μπορούσε εύκολα να παρεξηγηθεί ή σκόπιμα να διαστρεβλωθεί ένθεν κακείθεν, θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημαντικού γεγονότος που δεν είναι και τόσο γνωστό. Το ότι δηλαδή το ελληνικό έθνος τις πρώτες δεκαετίες της συγκρότησής του, μέχρι περίπου τα μέσα του 19ου αιώνα, θεωρούσε τους Μακεδόνες ως βάρβαρους και εχθρούς της αρχαίας Ελλάδας. Κοντολογίς οι τότε εθνικά Έλληνες, πίστευαν σε πράγματα που σήμερα διακηρύττουν οι "ακατονόμαστοι" γείτονες και απορρίπτει ο απανταχού Ελληνισμός μετά βδελυγμίας.

Ας έρθουμε λοιπόν στα σχετικά κείμενα-πηγές που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό μας.

Ξεκινάμε με το δεύτερο τόμο της Ιστορίας της Ελλάδος, του Γόλδσμιθ (Oliver Goldsmith), έργο το οποίο μετέφρασε και επιμελήθηκε ο Δημήτριος Αλεξανδρίδης. Σε αυτό το βιβλίο που τυπώθηκε στη Βιέννη το 1806, οι έλληνες αναγνώστες της εποχής μπορούσαν να διαβάσουν πως "οι Μακεδόνες εθεωρούντο ανάξιοι της κοινωνίας του συμμαχικού σώματος των Ελλήνων, και ως αλλοεθνείς και οπωσούν ημιβάρβαροι, οι οποίοι εκαυχώντο μεν Έλληνες το γένος, διέφερον δε αυτών κατά τε τα ήθη και την πολιτείαν". Να μάθουν επίσης ότι "πάντοτε οι βασιλείς της Μακεδονίας εδιώχθησαν ως αλλοεθνείς" από τα κοινά πράγματα των Ελλήνων, και πως "οι Έλληνες, όσοι περιελαμβάνοντο υπ' αυτό το όνομα, ενόμιζον επικίνδυνον και ολεθρίαν εις εαυτούς την είσοδον των ξένων εις την Ελλάδα, οίοι ενομίζοντο και οι Μακεδόνες" [Αλεξανδρίδης 1806, σ. 1 και 16].

Την επόμενη χρονιά τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Νικολάου Γλυκή στη Βενετία μια Επιτομή Ιστορίας της Ελλάδος, που είχε γράψει ο Γ. Δ. του Ελληνομουσείου στο Λιβόρνο και είχε χρηματοδοτήσει η Αδελφότητα των Ορθοδόξων Ελλήνων της ίδιας πόλης. Στο δεύτερο τόμο αυτού του έργου μπορούσε κάποιος να διαβάσει ότι η Μακεδονία "ενομίσθη και ήτον τη αληθεία βάρβαρος" και ότι ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων "έφερε την Ελλάδα να πέσει εις τας χείρας του Φιλίππου", που στην αρχή του πολέμου "εστάθη ουδέτερος, αφίνων τους Έλληνας να αδυνατήσουν αλλήλων". Να μάθει ακόμα πως στη μάχη της Χαιρώνειας αυτό που κρίθηκε ήταν "η δουλεία ή η ελευθερία της Ελλάδος" και δυστυχώς "εβεβαιώθη το πρώτον". Πως οι ηττημένοι εκεί από τους Μακεδόνες, έγραψαν το εξής επίγραμμα προς τιμή των νεκρών τους: "Ούτοι κατ' εχθρών όπλα έλαβον αξίως, ζωήν δεν αψύχησαν υπέρ πατρίδος, αλλά τον θάνατον προυτίμησαν ανδρείως, παρ' οι Έλληνες δούλοι γίνωσιν αχρείως" [ΓΔ 1807, σ. 76, 84, 108, 111].

Ας σημειωθεί ότι το ίδιο ακριβώς έργο, με τον ίδιο τίτλο, θα επανεκδοθεί στο τυπογραφείο του Νικολάου Γλυκή στη Βενετία το 1815. Στην επανέκδοση όμως ως συγγραφέας εμφανίζεται όχι ο Γ. Δ. αλλά ο ιερομόναχος Γρηγόριος Παλιουρίτης. Τα ανωτέρω περί Μακεδόνων αποσπάσματα επαναλαμβάνονται και εδώ αυτούσια [Παλιουρίτης 1815, σ. 75, 83, 107, 109].

Το 1808 εκδίδεται στην Κωνσταντινούπολη μια Επιτομή χρονολογική της Γενικής Ιστορίας, μεταφρασμένη από τα γαλλικά και ξαναδουλεμένη από τον Λάμπρο Αντωνιάδη, με την άδεια και την προτροπή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Και εδώ οι έλληνες μάθαιναν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες υπήρξαν εχθροί των Ελλήνων: "Μετά την παρακμήν των Λακεδαιμονίων, οι Έλληνες μηδαμώς ησυχάζοντες, επροξένησαν εαυτοίς τον ίδιον όλεθρον διά των εμφυλίων πολέμων, και διά των αδιαλείπτων διχονοιών τους. Αλλ' εκ τούτων Φίλιππος, ο Βασιλεύς Μακεδόνων μεγάλως ωφελήθη και ενεδυναμώθη δια της αγχινοίας του μάλλον, παρά της ανδρείας του, ώστε κατήντησε να γένη κύριος σχεδόν όλης της Ελλάδος, και μόνοι οι Αθηναίοι των άλλων Ελλήνων εμψυχωθέντες υπό του Δημοσθένους, αντέστησαν όλαις δυνάμεσι προς την μέλλουσαν μεγαλειότητα των Μακεδόνων, πλην ανωφελώς" [Αντωνιάδης 1808, 26-27].

Το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στη Βενετία ένα ιστορικό παιχνίδι που απευθυνόταν στους καλλιεργημένους "απογόνους των Γραικών", που έδειχναν ενδιαφέρον για "την μελέτην της ιστορίας των προγόνων". Την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο Α. Β. Στις σχετικές καρτέλες, οι παίκτες διάβαζαν πως του Φιλίππου η "Μακεδονία υψώθη κατά της Ελλάδος", πως ο Φίλιππος με αφορμή τον λεγόμενο ιερό πόλεμο "εισέβη εις την Ελλάδα και κυριεύσας αυτήν, τον ετελείωσε", και πως μετά το θάνατο του Φιλίππου, "οι Έλληνες και τα λοιπά υποχείρια έθνη εξωπλίσθησαν κατά του υιού του" [ΑΒ 1808, σ. 6, 171, 183].

Ο Δανιήλ Φιλιππίδης μεταφράζει και σχολιάζει, σε γλώσσα που θα ονομάζαμε απλή καθαρεύουσα, το έργο Justini Historiarum philippicarum ex Trogo Pompeio, το οποίο τυπώνεται στη Λειψία το 1817. Οι φιλίστορες Γραικοί διάβαζαν εδώ ότι η διχοστασία και οι εμφύλιοι πόλεμοι στην Ελλάδα επέτρεψαν "να έβγη επάνω το ρυπαρόν και σκοτεινόν όνομα των μακεδόνων" και να κατορθώσει ο Φίλιππος " να βάλη επάνω εις τον λαιμόν της Ελλάδος και της Ασίας, ως ζυγόν δουλείας, το βασίλειον των μακεδόνων". Κατέληξε έτσι να υπάρχει: "Αισχρόν και ελεεινόν θέαμα, η Ελλάς οπού και τότε ακόμα διά ταις δυνάμεις της και την αξίαν, ήταν η πρώτη της γης, βασιλέων βέβαια και εθνών νικήτρια πάντοτε και κυρία πολλών ακόμα πόλεων, να επερείδεται εις ξένας βάσεις, ευχόμενη ή απευχόμενη πόλεμον. Οι εκδικηταί της οικουμένης να βάνουν ταις ελπίδας τους εις δύναμιν ενός ξένου". Υπάρχουν στο βιβλίο κεφάλαια με τίτλο "Συμφοραίς της Ελλάδος υπό τον μακεδόνα Φίλιππον" και "Ο Φίλιππος καταξεσχίζει την Ελλάδα". Ο Φιλιππίδης σχολιάζοντας την προσωπικότητα του Φιλίππου γράφει: "Από αυτά ημπορείς να συμπεράνης τι ήταν ο Φίλιππος, και να τον ορίσης. Βέβαια εις αυτόν τον ορισμόν δεν ηξεύρω αν ημπορείς να αφήσης κανένα κακόν επίθετον. Ημπορεί να παραβάλλη τινάς τον Φίλιππον με τον Σεβήρον αυτοκράτορα των ρωμάνων. Αν κάτι διαφορά, αι περιστάσεις είναι τα αίτια. Και οι δύο επιτηδειότατοι ηγεμόνες, όμως μοχθηρότατοι άνθρωποι. Άξιοι και οι δύο αποστροφής και μίσους" [Φιλιππίδης 1817, σ. 131, 144, 151, 152].

Σε μια άλλη Γενική Ιστορία που τυπώνεται το 1820 στο Ιάσιο και συγγραφέας της είναι ο Νικόλαος Πολύαινος (Ν. Π.), το τότε "Πανελλήνιον", μπορούσε να μάθει ότι κατά την αρχαιότητα: "Οι Έλληνες έφθασαν εις μέγαν βαθμόν δυνάμεως και δόξης, και τέλος παρήκμασαν και σχεδόν εξηφανίσθησαν. Κατά ταύτην και οι πρότερον άσημοι και καταφρονημένοι Μακεδόνες, διά της φρονήσεως και των στρατηγικών προτερημάτων του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου έφθασαν εις τοιούτον βαθμόν μεγαλείου και δυνάμεως, εις οποίον δεν έφθασεν ποτέ άλλο έθνος, εις τόσον ολίγον διάστημα καιρού" [Πολύαινος 1820, σ. ε, στ]

Το 1830 κυκλοφόρησε στη Βιέννη ο δεύτερος τόμος του έργου Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, του Κωνσταντίνου Κούμα. Ο λόγιος που θεωρείται από το ελληνικό έθνος ως "δάσκαλος του Γένους", έγραφε αναφερόμενος στη σχέση Ελλήνων και Μακεδόνων, πως οι βασιλείς των Μακεδόνων "προσπάθησαν να συναφθούν με το Ελληνικόν πνεύμα", πλην όμως "αι προσπαθήσεις αύται απέβλεπαν μόνον την παιδείαν των ηγεμόνων, όχι δε και των πτωχών υπηκόων, τους οποίους εκαταφρόνουν οι Έλληνες ως βαρβάρους" [Κούμας 1830, σ. 140].

Το 1830 επίσης τυπώνεται στο Παρίσι ο τρίτος τόμος από τα Άτακτα του Αδαμαντίου Κοραή, του σημαντικότερου ίσως έλληνα διανοούμενου της εποχής. Ο τότε θεωρούμενος σοφός γέροντας Γραικός δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, μιλώντας για τους Μακεδόνες:

"Ο πανούργος της Μακεδονίας δεσπότης (Φίλιππος) παρετήρησεν, ότι οι Έλληνες, φθαρμένοι τα ήθη, δεν ήσαν πλέον καλοί να φυλάτωσι την ελευθερίαν των, όθεν έκαμεν ό,τι κάμνουν συνήθως όλοι οι δορικτήτορες δεσπόται. Ηύξησε την φθοράν, έως να την καταστήσην ανίατον, αυξάνων τας διχονοίας των πόλεων δωροδοκών αφθόνως τους δημαγωγούς και προδότας της Ελλάδος, διά να ερεθίζωσιν αδιακόπως τους δημοτικούς κατά των ολιγαρχικών, και τούτους πάλιν κατ' εκείνων, εωσού εκέρδησε την ολέθριον εις τους Έλληνας νίκην της Χαιρωνείας. Τούτο το έτος απέθανεν εις τας Αθήνας, μην υποφέρων την ταπείνωσιν της πατρίδος του, και ο ρήτωρ Ισοκράτης, ένας από τους ολίγους εκείνους αληθείς φιλοπάτριδας, των οποίων αν ήκουαν τας συμβουλάς οι Αθηναίοι, δεν ήθελαν πέσειν, ουδέ συγκατασύρειν την Ελλάδα όλην εις την πτώσίν των. Αλλ' ουδ' οι δορικτήτορες μένουν άπτωτοι διόλου. Εξεναντίας, δίκη τις αόρατος τους σαλεύει και αυτούς, ενώ σαλεύουν την ειρήνην και την ησυχίαν των άλλων, έως να πέσωσι πτώμα τόσον ελεεινότερον, όσον γίνετ' από τόπον υψηλότερον, διά να πληρωθή ο ιερός ούτος χρησμός " Ουδείς δίχα απωλείας και ζημίας κακός εστι". Μετά δύο έτη από της εν χαιρωνείας μάχης, εδολοφονήθη, εις αυτούς της θυγατρός του τους γάμους, ο επίβουλος της ελληνικής ελευθερίας Φίλιππος. Ευτυχέστερος καν εις τούτο παρά τον ασυγκρίτως μεγαλουργότερον του καιρού μας δορικτήτορα, όστις και πριν αποθάνη εστερήθη την ελευθερίαν του από ανθρώπους όχι πολύ πλέον σεβομένους την κοινήν των ανθρώπων ελευθερίαν. Φυσικά μετά τον θάνατον του Φιλίππου αι Ελληνικαί πόλεις επεθύμησαν να ανακτήσωσι την προτέραν αυτονομίαν, καταφρονούντες μάλιστα τον υιόν και διάδοχον αυτού Αλέξανδρον" [Κοραής 1830, 138, 139].

Ένα χρόνο μετά τυπώνεται στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, μία επιτομή της Παλαιάς Ιστορίας. Πρόκειται για ένα βιβλίο προοριζόμενο για τα προκαταρκτικά σχολεία, μεταφρασμένο από τα γαλλικά και συμπληρωμένο από το Ν. Σιλήβεργο. Οι μαθητές μπορούσαν να διαβάσουν εκεί πως "μ' όλον ότι οι βασιλείς της Μακεδονίας διϊσχυρίζοντο, ότι εκατάγοντο από τον Ηρακλέα, οι Έλληνες δεν τους εθεωρούσαν ομοεθνείς, αλλ' ως βαρβάρους, καθώς και τους Πέρσας" [Σιλήβεργος 1831, 67].

Το 1836 τυπώνεται στη Σμύρνη η Ιστορίας της Αρχαίας Ελλάδος για χρήση των μαθητών των εκεί ελληνικών σχολείων. Στην αρχή του κεφαλαίου για την αρχαία Μακεδονία, ο αναγνώστης μάθαινε πως: "Της Μακεδονίας το βασίλειον είχεν υπάρξειν υπέρ τα τετρακόσια έτη, αλλά χωρίς ποτέ να λάβη μεγάλην τινά φήμην. Δεν εσυγκρότει μέρος της Ελληνικής συμπολιτείας, ουδ' έστελλεν αντιπρόσωπον εις την βουλήν των Αμφικτυόνων. Οι κάτοικοι εκαυχόντο μεν ως από Ελληνικήν αποικίαν καταγόμενοι, αλλ' είχαν ολίγην συγκοινωνίαν με τους Έλληνας, και εθεωρούντο υπ' αυτών ως βάρβαροι" [Ερανιστής 1836, σ. 98-99].

Το προαναφερόμενο σχολικό εγχειρίδιο θα πραγματοποιήσει διαδοχικές εκδόσεις. Το 1844 θα τυπωθεί πάλι στη Σμύρνη, αλλά σε άλλο τυπογραφείο, η τέταρτη έκδοση, όπου επαναλαμβάνονται ακριβώς τα ίδια περί Μακεδονίας με αυτά της πρώτης έκδοσης [Ερανιστής 1844, σ. 88].

Το 1839 εκδίδεται στη Αθήνα μεταφρασμένη και επιμελημένη από το γυμνασιάρχη Γεώργιο Γεννάδιο, η Γενική Ιστορία του Καμμερέρου (Cammerer), που προοριζόταν για σχολική χρήση. Τυπώνεται στο τυπογραφείο του Ανδρέα Κορομηλά, που φαίνεται πως είχε αναλάβει τότε και για τα επόμενα χρόνια τις περισσότερες σχολικές εκδόσεις. Μεταξύ άλλων οι μαθητές μάθαιναν στην Ιστορία πως ο Φίλιππος ήταν "εχθρός πανούργος" της Ελλάδας και πως στη Χαιρώνεια, όχι μόνο "ηττήθησαν οι Έλληνες", αλλά αυτή η ήττα αυτή "έγινε τάφος της ελευθερίας και αυτονομίας των Ελλήνων" [Γεννάδιος 1839, σ. 34 και 38].

Το 1841, ως νέος Δημοσθένης, ο πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, σε λόγο που εκφωνεί σε εκδήλωση που πραγματοποιείται στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτος, και μάλιστα πάνω στην Ακρόπολη, υποστηρίζει πως ο Φίλιππος όχι μόνο νίκησε την Ελλάδα στη Χαιρώνεια, αλλά "έπραξεν άλλο της νίκης ολεθριώτερον, εγέννησεν τον Αλέξανδρον" [Δημαράς 1986, 70-71].

Το έτος 1845, ένας "νέος γνωστός για τις ιστορικές μελέτες του", ο μετέπειτα έλληνας εθνικός ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, μεταφράζει και επιμελείται τη Γενική Ιστορία του γάλλου ιστορικού Λευΐ, που εκδίδει προς σχολική χρήση ο Ανδρέας Κορομηλάς. Σε αυτό το βιβλίο ιστορίας οι μαθητές διδάσκονταν πως οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν εχθροί των Ελλήνων. Στο σχετικό κεφάλαιο για την αρχαία Μακεδονία, μάθαιναν πως "ο Φίλιππος αφού κατέπαυσε τας εμφυλίους ταραχάς της Μακεδονίας και συνέστειλε τους εξωτερικούς αυτής εχθρούς, εβουλεύθη την υποδούλωσιν της Ελλάδος", πως "κατεπολέμησε τους Ιλλυριούς, τους Θράκας και τους Σκύθας, και επανήλθεν αύθις μετ' ολίγον εις την κυρίαν αυτού ιδέαν, της Ελλάδος την υποδούλωσιν" και πως στη Χαιρώνεια, στις 3 Αυγούστου 338, "ενικήθησαν οι Έλληνες και απώλεσαν την ελευθερίαν" [Παπαρρηγόπουλος 1845, σ. 130-131].

Το 1848, ο καθηγητής Νικόλαος Σαρίπολος, σε λόγο που εκφώνησε στις 21 Οκτωβρίου 1848, κατά την έναρξη των μαθημάτων των αρχαίων Ελληνικών πολιτευμάτων, τόνιζε κατηγορηματικά πως "ο Φίλιππος, ωφεληθείς εκ των εμφυλίων τούτων σπαραγμών, τολμητίας Βασιλεύς, την Ελλάδα άπασαν κατέστησεν υποχείριον εαυτώ, και εις τας πεδιάδας της Χαιρωνείας εξεψύχησεν η ελευθερία της Ελλάδος". Μετά τη μάχη στη Χαιρώνεια, "πέπλος μέγας δουλείας επισκιάζει την Ελλάδα, εποχή μακράς καταστροφής, εποχή άγονος! Τους Μακεδόνες διαδέχονται οι Ρωμαίοι, τους Ρωμαίους οι Βάρβαροι του Βορρά, τούτους δε οι αιμοχαρείς της Κασπίας περίοικοι" [Σαρίπολος 1848, σ. 11 και 24].

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος επανέρχεται το 1849 στο ζήτημα των Μακεδόνων, χωρίς να είναι σίγουρος για την καταγωγή τους. Σε νέο βιβλίο σχολικής ιστορίας που γράφει και τυπώνεται το έτος αυτό σημειώνει: "Οι Μακεδόνες, άδηλον εάν υπάγωνται εις την Θρακικήν, εις την Ελληνικήν ή εις την Ιλλυρικήν φυλήν, διότι εκάστη των γνωμών τούτων έχει τους θιασώτας αυτής. Η δε τετάρτη (άποψη) και πιθανωτάτη είναι ότι ήσαν έθνος Ιλλυρικόν μεμιγμένων μετά Ελλήνων". Σε άλλο δε κεφάλαιο συμπληρώνει: "Η μακεδονική εποχή δύναται ευλόγως να διακριθή από της Ελληνικής, διότι το Μακεδονικόν έθνος εξεπλήρωσεν, εν τη Γενική Ιστορία, εντολήν άλλην παρά το Ελληνικόν" [Παπαρρηγόπουλος 1849, σ. 96 και 193].

Από την ανάγνωση των ανωτέρω, γίνεται φανερό ότι η κοινότητα του ελληνικού έθνους, κατά τις πρώτες δεκαετίες της συγκρότησής της, είχε εντάξει τους αρχαίους Μακεδόνες εντός της εθνικής ιστορίας της ως εχθρούς-κατακτητές των αρχαίων Ελλήνων.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, το πολιτικό σχέδιο του ελληνικού εθνικισμού που έμεινε γνωστό ως Μεγάλη Ιδέα, και διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1844 από το βλάχικης καταγωγής κορυφαίο πολιτικό της εποχής (και πρωθυπουργό της Ελλάδας) Ιωάννη Κωλέττη, επέβαλε την ιδεολογική προετοιμασία του πληθυσμού της χώρας, για μελλοντική επίθεση του ελληνικού κράτους στη βαλκανική ενδοχώρα. Το επεκτατικό σχέδιο απαιτούσε μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ελληνικών ιστορικών τίτλων κληρονομίας επί των εδαφών βορείως των ελληνικών συνόρων, μεγάλο μέρος των οποίων αποτελούσαν οι οθωμανικές μακεδονικές επαρχίες.

Ο τίτλος του εθνικού ιστορικού δεν δόθηκε τυχαία στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αυτός είναι ο βασικός συγγραφέας της ιστορίας των ελληνικού έθνους. Αρκετοί άλλοι πριν ή παράλληλα με αυτόν συνέβαλαν στην προσπάθεια, ωστόσο το τελικό έργο φέρνει τη δική του υπογραφή. Ο εθνικός ιστορικός δεν καταγράφει τα γεγονότα του παρελθόντος. Από αυτά, άλλα επιλέγει, άλλα ανακατασκευάζει και άλλα αποσιωπά, σύμφωνα με τις ανάγκες πολιτικής λειτουργίας και αποτελεσματικότητας του έργου του. Μέχρι το δημιούργημά του, η ελληνική εθνική ιστορία, να λάβει την οριστική λειτουργική μορφή, ένα κεφάλαιο μπορεί να ξαναγραφτεί, να αλλάξει μορφή, ακόμα και να μετατραπεί στο αντίθετό του. Η Μεγάλη Ιδέα επέβαλε στον εθνικό ιστορικό να προχωρήσει στον "εξελληνισμό" των αρχαίων Μακεδόνων, και στην παρουσίαση των εχθρών ως ομοεθνών.

Ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του, όπως καταγράφεται  στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους το 1853:

"Οι Μακεδόνες, αν και μη αναφερόμενοι εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελληνικής ιστορίας, ήσαν όμως Έλληνες. Ιδίως δε οι βασιλείς αυτών έλεγον εαυτούς απογόνους του Ηρακλέους, και οι άλλοι Έλληνες τους θεωρούσαν ως ομογενείς, διότι εδέχοντο αυτούς εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, εις τους οποίους ουδείς εγίνετο δεκτός ν' αγωνισθή αν δεν ήτο Έλλην. Η Μακεδονία λοιπόν ήτο κατ' αρχάς μία από τας πολλάς εκείνας μικράς Ελληνικάς βασιλείας, τας οποίας είδομεν εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελλάδος. Έπειτα η βασιλεία δεν κατηργήθη εις την χώραν εκείνην, καθώς εις το μεγαλύτερον μέρος της Ελλάδος, αλλά διετηρήθη. Προς τούτοις οι Μακεδόνες, επειδή κατώκουν εις την βορειοτέραν άκραν της Ελλάδος, και είχον τριγύρω των πολλά βάρβαρα έθνη, με τα οποία ήσαν εις ακαταπαύστους πολέμους, δεν ειμπόρεσαν να προκόψωσιν όσον οι άλλοι Έλληνες εις τα γράμματα και εις τας τέχνας. Και επί Φιλίππου ακόμη είχον ομοιότητά τινα με τους παναρχαίους Έλληνας, όπως περιγράφει αυτούς ο Όμηρος επί του Τρωϊκού πολέμου" [Παπαρρηγόπουλος 1853, σ. 57].

Ως μεγάλος πρωτομάστορας, ο Παπαρρηγόπουλος δόμησε τόσο καλά τη μακεδονική ψηφίδα, ώστε δεν άφησε ουσιαστικό περιθώριο για διορθώσεις και μερεμέτια στους επίγονους μαθητάδες, εκτός από μια αναπόφευκτη απόδοση του κειμένου σε μεταγενέστερη σύγχρονη γλώσσα και την κατά βούληση προσθήκη μερικών υποσημειώσεων.

Βιβλιογραφία

ΑΒ 1808: Ιστορικόν χαρτοπαίγνιον περιέχον επιτομήν της ελληνικής ιστορίας της οποίας προηγείται γενική προθεωρία της αρχαίας ιστορίας, εκ της τυπογραφίας Γεωργίου Βενδώτου, εν Βιέννη της Αυστρίας 1808.

Αλεξανδρίδης 1806: Γολδσμίθ Ιστορία της Ελλάδος Από της πρώτης καταβολής των Ελληνικών πραγμάτων άχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Οθωμανών, νυν πρώτον μεταφρασθείσα εκ του πρωτοτύπου της Αγγλικής διαλέκτου κατά την νεωτάτην εν Λονδίνω έκδοσιν εις την καθ' ημάς των Ελλήνων διάλεκτον, άμα δε και επαυξηθείσα υπό Δημητρίου Αλεξανδρίδου ιατρού, του εκ Τυρνάβου της Θεσσαλίας, και μέλους αντεπιστέλλοντος των εν Ιένη εταιρειών, της τε Ορυκτολογικής και της Φυσικής, τόμος Β', τύποις Σραιμβλείοις, εν Βιέννη της Αουστρίας 1806.

Αντωνιάδης 1808: Επιτομή χρονολογική της Γενικής Ιστορίας, εκ της γαλλικής εις την ημετέραν μετενεχθείσα διάλεκτον, και μετά πλείστων σημειωμάτων επαυξηνθείσα, υπό του Φιλογενούς Λάμπρου Αντωνιάδου του εκ Μοισίας, προς χρήσιν των φιλομαθών νέων Ελλήνων, σπουδή και επιμελεία του λογιωτάτου Κυρ Παναγιωτάκη Κωνσταντινίδου, νυν το πρώτον τύποις εκδοθείσα διά συνδρομής των φιλοτίμων του Γένους, ων τα ονόματα εν τω τέλει του παρόντος καταγράφονται, αδεία και προτροπή του Παναγιωτάτου ημών Δεσπότου Κυρίου Γρηγορίου, του Οικουμενικού Πατριάρχου, Εν τω του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως Τυπογραφείου, έτει 1808.

ΓΔ 1807: Επιτομή Ιστορίας της Ελλάδος, συνερανισθείσα μεν υπό Γ. Δ. του εν Λιβόρνω Ελληνομουσείου, τύποις δε εκδοθείσα αδρά δαπάνη της Πανεντίμου Αδελφότητος των εν αυτή τη Πόλει Ορθοδόξων Ελλήνων, τόμος δεύτερος, επιστασία και διορθώσει Σ. Β., παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, εν Βενετία 1807.

Γεννάδιος 1839: Σύνοψις της Γενικής Ιστορίας Γερμανική συνταχθείσα υπό Α. Α. Κ. Καμμερέρου, κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως μεταφρασθείσα προς χρήσιν των Ελληνικών σχολείων του κράτους υπό Γ. Γενναδίου και εκδοθείσα υπό Ανδρέου Κορομηλά, εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, Εν Αθήναις 1839.

Δημαράς 1986: Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, η εποχή - η ζωή του - το έργο του, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986.

Ερανιστής 1836: Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος κατ' επιτομήν, ερανισθείσα εις χρήσιν σχολείων, εκ της Αμερικανής Τυπογραφίας, διευθυνομένης παρά του Αιδεσίμου Δανιήλ Τέμπλου, εν Σμύρνη 1836.

Ερανιστής 1844: Ιστορία της Ελλάδος κατ' επιτομήν, έκδοσις τετάρτη, εκ της τυπογραφίας Γ. Γριφφίτου, εν Σμύρνη 1844.

Κοραής 1830: Άτακτα, ήγουν παντοδαπών εις την Αρχαίαν και την νέαν Ελληνικήν γλώσσαν αυτοσχεδίων σημειώσεων, και τινων άλλων υπομνημάτων, αυτοσχέδιος συναγωγή, τόμος τρίτος, εκ της Τυπογραφίας Κ. Εβεράρτου, εν Παρισίοις 1830.

Κούμας 1830: Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων έως των ημερών μας εκ παλαιών απανθισθείσαι, και τα νεώτερα εξ αρίστων Γερμανών ιστοριογράφων ελευθέρως μεταφρασθείσαι υπό Κ. Μ. Κούμα, τόμος δεύτερος, εκ της Τυπογραφίας Αντωνίου Αυκούλου. (Anton v. Haykul), εν Βιέννη της Αυστρίας 1830.

Παλιουρίτης 1815: Επιτομή Ιστορίας της Ελλάδος / συνερανισθείσα μεν εκ διαφόρων συγγραφέων υπό Γρηγορίου Παλιουρίτου διδασκάλου του εν Λιβόρνω Ελληνομουσείου, προσφωνηθείσα δε τη Πανεντίμω Αδελφότητι των εν αυτή τη πόλει Ορθοδόξων Ελλήνων, δευτέρα έκδοσις επιδιορθείσα παρά του συγγραφέως, τόμος δεύτερος, παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, εν Βενετία 1815.

Παπαρρηγόπουλος 1845: Στοιχεία της γενικής ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευΐ υπό Κ. Παπαρρηγοπούλου, Εκδίδονται δαπάνη Ανδρέου Κορομηλά προς χρήσιν της απανταχού νεολαίας κατ' έγκρισιν του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείου και της επί των διδακτικών βιβλίων Επιτροπής, εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1845.

Παπαρρηγόπουλος 1849: Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας συντεθέν μεν υπό Κ. Παπαρρηγοπούλου κατά τα νεώτερα και δικιμώτερα βοηθήματα - βιβλίον πρώτον περιέχον την Αρχαίαν Ιστορίαν εις επιμελώς παρετέθησαν, αι Εβραϊκαί, αι Ελληνικαί, αι Ρωμαϊκαί πηγαί, εκδοθέν δε δαπάνη Ανδρέου Κορομηλά, εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1849.

Παπαρρηγόπουλος 1853: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον, προς διδασκαλίαν των παίδων, συνταχθείσα μεν υπό Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, εκδοθείσα δε δαπάνη Ανδρέου Κορομηλά, εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1853.

Πολύαινος 1820: Γενική ιστορία εκ διαφόρων παλαιών και νέων ιστορικών, συνερανισθείσα, και συνταχθείσα εν επιτομή υπό Ν. Π. (: Νικολάου Πολυαίνου), εν τη Ελληνική Τυπογραφία, εν Ιασσίω 1820.

Σαρίπολος 1848: Λόγος εκφωνηθείς την 21 Οκτωβρίου 1848 κατά την έναρξιν της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών πολιτευμάτων, υπό Δρος Νικολάου Ι. Σαριπόλου καθηγητού εν τω του Όθωνος Πανεπιστημίω, εκ του τυπολιθογραφικού καταστήματος Χ. Χριστοδούλου και Συν., Αθήνησιν 1848.

Σιλήβεργος 1831: Επιτομή της παλαιάς ιστορίας και εξαιρέτως της ελληνικής εις την οποίαν έπεται σύντομον γεωγραφικόν λεξικόν και σύνοψις της μυθολογίας, Ερανισθείσα μεν εις χρήσιν των μαθητών του Βασιλικού Πολεμικού Σχολείου εις την Γαλλίαν, μεταφρασθείσα δε εκ του γαλλικού παρά Ν. Σιληβέργου, εν τη Εθνική Τυπογραφία διευθυνομένη υπό Παύλου Πατρικίου, εν Ναυπλίω 1831.

Φιλιππίδης 1817: Επιτομή των Φιλιππικών του Πομπηίου Τρόγου, νυν πρώτον εκ του λατινικού εις την αιολοδωρικήν ελληνικήν διάλεκτον μεταγλωτισθείσα, και εκδοθείσα παρά του αποπειρογράφου της Ρουμουνίας και προσφωνηθείσα, παρά τω Τάουχνιτζ, Εν Λειψία 1817.


 

* Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην παλαιά ιστοσελίδα μου, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Μεταφράστηκε στα μακεδόνικα και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Новамакедонија (4 Δεκεμβρίου 2008):

 

 

 

Автор: Димитрис Литоксоу

 

Главната теза на грчката нација, во конфликтот од последните години околу употребата на името Македонија и неговите заменки, се засновува на грчката национална историја, поточно на поглавјето за Античка Македонија. Во таа теза се тврди дека античките Грци биле нација, а античките Македонци биле составен дел од таа нација. Проекција на ова чисто идеолошка теза претставува политичкиот аргумент дека современите Грци, како продолжувачи на грчката нација, се законските наследници на земјата каде што живееле античките Македонци, што значи и на нивните имиња, симболи итн.

Бидејќи Грција, како членка веќе на пошироки политички структури, нема право на објавување војна, борбата за Македонија се ограничува на дипломатски натпревар околу симболиката (името). И затоа што во современата дипломатија претставниците на другите држави сериозно го сфаќаат, во конкретниот случај, само правото на самоидентификување на народите, а не приговорите засновани на спротивставените национални митови, грчкиот пораз се чини неизбежен.

Грчкиот пораз, во оваа подоцнежна фаза на македонското прашање, најверојатно ќе го означи започнувањето на едно колективно преиспитување на идентитетот, во врска веќе со самата суштина на националниот мит и на политичко – државните интереси што низ времето доведоа до овој вид идеолошко составување.

Секогаш се надеваме дека ќе го потпомогнеме овој процес, бидејќи сметаме дека предуслов за надминување на националната држава е разградувањето на нејзината идеологија и излегувањето на заглавените членови од таа заедница, во насока на пребарување и преиспитување на предлогот за втемелување на една постнационална и мултикултурна европска демократија.

Водејќи се од ова логика, се обидуваме овде да се приклучиме во дијалогот околу елинизмот на античките Македонци.

Без да се вмешаме во филолошкиот конфликт околу сведоштвата и толкувањата на античките извори со кои во минатото се занимаваа европските интелектуалци, бидејќи тоа лесно би можело да се злоупотреби или намерно да се искриви од двете страни, ќе се задржиме на еден важен факт што не е многу познат. Фактот дека грчката нација во првите децении на нејзиното формирање, до средината на 19 век, ги сметаше Македонците како варвари и непријатели на античката Грција.

Накратко, тогашните Грци по националност верувале во тоа што денес го зборуваат нашите безимени соседи.

Да ги видиме текстовите – извори што го поткрепуваат нашето тврдење.

Започнуваме со вториот том на Историјата на Грција на Оливер Голдсмит, чие дело го преведе и уреди Димитриос Александридис. Во ова книга, која беше испечатена во 1806 година во Виена, тогашните грчки читатели можеле да прочитаат дека „Македонците се сметале за недостојни за заедницата на сојузот на Елините, и како припадници на туѓ народ и полуварвари се фалеле дека се Грци по род, но се разликувале од нив во обичаите и политичкото уредување“.


Македонија била варварска

Исто така можеле да научат дека „секогаш кралевите на Македонија биле истерани како припадници на туѓ народ“ од заедничките работи на Елините, и дека „Елините, тие што се опфаќале под тоа име, сметале дека би било опасно и уништувачко за нив доаѓањето на туѓинци во Елада, а така ги именувале и Македонците“. (Александридис 1806-та. ст. 1 и 16)

Наредната година беше испечатен во печатницата на Николаос Гликис во Венеција „Преглед на историјата на Грција“, кој го напиша Г. Д. од грчкиот музеј на Либорно, а го финансираше Братството на православните Грци од истиот град. Во вториот том на таа книга можеше да се прочита дека Македонија „се нарекувала и била навистина варварска“ и дека граѓанската војна помеѓу Елините „како цел имаше да падне Елада во рацете на Филип“, кој на почетокот на војната „не се вмешал оставајќи ги Елините да ослабнат помеѓу нив“. Исто така можеле да научат дека во битката кај Херонеја пресудна била „слободата или ропството на Елада“ и за жал, „се потврди второто“. Елините поразени од Македонците таму го напишале следниот натпис во чест на нивните жртви „Овие оружјето го зедоа вредно, животот не го жалеа за татковината, смело смртта ја претпочитаа, за да не станат Елините бедни робови“. (Г. Д. 1807 ст. 76, 84, 108, 111).

Да забележиме дека токму истото дело, под истиот наслов, се издаде повторно од печатницата на Николаос Гликис во Венеција во 1815 година, но во второто издание како автор не се појавува Г. Д., туку јеромонахот Григориос Палјуритис. Податоците за Македонците се повторуваат идентично како и во претходното издание. (Палјуритис 1815 ст. 75, 83, 107, 109).

Во 1808 година се издаде во Константинопол „Хронолошкиот преглед на општата историја“, преведен од француски јазик и преработен од Ламброс Антонијадис, со дозвола и поттик од константинополскиот Патријарх. И овде Грците учеле дека античките Македонци биле непријатели на Елините. „По распаѓањето на лакедемонијците, Елините воопшто не се смириле, предизвикале себеси исто уништување преку граѓанските војни и преку постојаниот раздор помеѓу нив. Од тоа Филип, кралот на Македонците, имаше голема корист и се засили, повеќе заради неговата пресметливост, а не заради неговата храброст, и стана господар речиси на целата Елада. Само Атињаните, за разлика од другите Елини, охрабрени од Демостен, се спротивставија со сета сила на идното величество на Македонците, но попусто“. (Антонијадис 1808, 26 - 27)


Маките на Елада под Филип

Истата година во Венеција се издаде една игра со историска содржина што беше наменета за „образованите потомци на греките“ што покажуваа интерес за „проучувањето на историјата на предците“. Уредувањето на изданието го направи А. В.. Во картите играчите читаа дека Филиповата „Македонија се дигна против Елада“, дека Филип под изговор дека ќе и стави крај на таканаречената света војна „влезе во Елада и ја завладеа“, а по смртта на Филип „Елините и останатите поробени народи се вооружија против неговиот син“. (А. В. 1808 ст. 6, 171, 183)

Даниил Филипидис го преведе и го прокоментира делото „Јустини Хисториарум Пхилиппицарум еџ Трого Помпеио“, кое беше испечатено во Лајпциг во 1817 година. Грчките љубители на историјата читаа во него дека раздорот и граѓанските војни во Елада дозволија „да излезе на виделина нечистото и мрачното име на Македонците“ и да успее Филип да „ги претвори Елада и Азија на робови, под македонското царство“.

Како резултат на тоа беше „ужасна и немилосна глетка, Елада, која дури и тогаш со нејзината сила и вредност беше прва на земјата, поразител на царевите и на народите и сè уште владетел на доста градови, да се потпира на туѓи основи, посакувајќи или плашејќи се од војна. Вселенските одмаздувачи да се надеваат на силата на еден туѓинец“. Во книгата постојат поглавија под наслов „Маките на Елада под Македонецот Филип“ и „Филип ја распарчува Елада“. Филипидис коментирајќи ја личноста на Филип напишал „Од сето тоа можеш да заклучиш кој бил Филип и да го процениш. Секако во таа процена не знам дали можеш да пропуштиш некоја лоша придавка. Би можеле да го споредиме Филип со Севир, цар на Романите. Ако се разликуваа во нешто, тоа е заради околностите. И двајцата биле вешти хегемони, но злобни луѓе. Заслужуваат одбивност и омраза“. (Филипидис 1817 ст. 131, 144, 151, 152)

Во една друга Општа историја, која беше испечатена во Иаси (Романија) во 1820 година, а нејзин автор беше Николаос Полиенос (Н. П), тогашните Грци можеа да научат дека во античкото време „Елините го достигнале највисокиот степен моќ и на слава, и на крај се распаднале и речиси исчезнале. На тој начин претходно безначајните и омаловажувани Македонци, преку разумот и стратегиските доблести на Филип и на неговиот син Александар, достигнале таков степен величественост и на моќ каков што никогаш не достигнал друг народ, за толку кус временски период“. (Полиенос ст. 5, 6)

Во 1830 година се издаде во Виена вториот том на делото „Историја на човековите дела“, на Константинос Кумас. Овој интелектуалец, кој се смета од грчката нација за „учител на грчкиот род“, напиша во врска со односите на Елините и Македонците дека македонските кралеви „се обидувале да се вклучат во елинскиот дух“, но „тие обиди се однесувале на образованието на владетелите, а не на посиромашните поданици, кои Елините понижно ги нарекувале варвари“. (Кумас 1830 ст. 140)


Никој не може да биде лош без загуба

Исто така во 1830 година беше испечатен во Париз третиот том од Атакта на Адамантиос Кораис, на веројатно нај значајниот грчки интелектуалец во тоа време. Тогашниот грчки мудрец не остава простор за погрешно толкување кога зборува за Македонците: „Итриот на Македонија владетел (Филип) забележал дека Елините, морално ослабени, не биле веќе способни да ја сочуваат слободата и го направил тоа што обично го прават поробувачките владетели. Го потпомогнал распадот, додека да биде неизлечлив, зголемувајќи го раздорот помеѓу градовите, подмитувајќи ги богато демагозите и предавниците на Елада, за да ги раздразнуваат постојано демотиците против олигарсите и обратно, сè додека не дојде до катастрофалната за Елините победа во Херонеја. Истата година во Атина умрел реторот Исократ, еден од малкутемина вистински патриоти, не можејќи да го поднесе омаловажувањето на неговата татковина. Ако Атињаните ги слушаа неговите совети, немаше да паднат ниту пак да ја повлечат целата Елада во своето паѓање.
Но ниту поробувачите не се неопипливи. Напротив, невидлива судбина ги очекува и нив, додека се мешаат во мирот и спокојството на другите, дури да паднат како труп толку беден, од место што по високо, за да се исполни светото пророштво: „Никој не може да биде лош без да има загуба и штета“. Две години по херонејската битка, на самата свадба на неговата ќерка, бил убиен Филип - уништувачот на елинската слобода. Немал среќа ниту во тоа, и ако бил најголемиот поробувач, и пред да умре ја изгубил слободата од луѓе што не ја почитувале општата човекова слобода. Нормално, по смртта на Филип елинските градови посакале да ја вратат автономијата што ја имале порано, игнорирајќи го неговиот син и наследник Александар“. (Кораис 1830 ст. 138, 139)

Една година подоцна беше испечатен во Нафплион, тогашниот главен град на новосоздадената грчка држава, „Преглед на старата историја“. Се работи за една книга предвидена за воведните училишта, преведена од француски и дополнета од Н. Силивергос. Учениците можеа да прочитаат во неа дека „иако македонските кралеви тврделе дека се потомци на Хераклес, Елините не ги сметале за истонародници, туку ги сметале за варвари, исто како и Персијците“. (Силивергос 1831 ст. 67)

Во 1836 година во Измир беше испечатена „Историјата на Античка Елада“ предвидена за учениците на тамошните грчки училишта. Во почетокот на поглавието за Античка Македонија читателот учеше дека „Македонското царство постоело претходно околу четиристотини години, но без да биде многу прочуено. Не било дел од елинскиот сојуз, ниту пак праќало претставник во Амфиктионското Собрание. Неговите жители се фалеле дека потекнувале од елинска колонија, но немале многу контакти со Елините, кои тие ги сметале за варвари“. (Еранистис 1836 ст. 98 – 99)

Горенаведениот учебник беше издаден уште неколку пати. Во 1844 беше испечатено во Измир, но во друга печатница, четвртото издание каде што се повторуваат истите податоци за Македонија како и во првото издание. (Еранистис 1844 ст. 88)


Македонците им биле непријатели на Елините

Во 1839 година беше издадена во Атина „Општата историја на Камерер“, која беше наменета за училишна употреба, преведена и уредена од гимназискиот директор Георгиос Генадиос. Беше испечатена во печатницата на Андреас Коромилас, кој, како што изгледа, ги имаше преземено од тогаш и во наредниот период повеќето од училишните изданија. Помеѓу другото учениците во таа Историја учеле дека Филип бил „итар непријател“ на Елада и дека во Херонеја, не само што „се поразиле Елините“, туку тој пораз „станал гробница на слободата и на автономијата на Елините“. (Генадиос 1839 ст. 34 и 38)

Во 1841 година, како нов Демостен, претседателот на Археолошкото друштво Јаковакис Ризос Нерулос, во еден говор што го одржа на една манифестација во главниот град на грчката држава, и тоа на самиот Акропол, тврдеше дека Филип не само што ја победил Елада кај Херонеја, туку „направил нешто многу пострашно, го донел на свет Александар“. (Димарас 1986 ст. 70 – 71)

Во 1845 година, еден млад човек познат по неговите историски проучувања, подоцнежниот национален историчар на Грција Константинос Папаригопулос, ја преведе и ја уреди „Општата историја“ на францускиот историчар Леви, која ја издаде како учебник Андреас Коромилас. Од оваа книга по историја учениците учеа дека Македонците им биле непријатели на Елините. Во поглавието за античка Македонија учеа дека „откако Филип ги сопрел граѓанските војни во Македонија и ги неутрализирал надворешните непријатели, наумил да ја пороби Елада“, дека „ги поразил Илирите, Тракијците и Скитите, а веднаш потоа се свртил кон својата главна замисла, поробувањето на Елада“ и дека кај Херонеја на 3 август 338 година п.н.е „Елините биле поразени и ја изгубиле слободата“. (Папаригопулос 1845 ст. 130 - 131)

Во 1848 година професорот Николаос Сариполос, во еден говор што го одржал на 21 октомври 1848, по повод започнувањето на часовите по античките елински политички системи, нагласил категорично дека „Филип ја искористил ова граѓанска војна, како храбар крал, целата Елада ја ставил под негова контрола, а на херонејското поле умре елинската слобода“. По херонејската битка „црно ропство ја покрило Елада, период на долго уништување, период јалов! По Македонците дошле Римјаните, по Римјаните варварите од Северот, а по нив крволочните касписки жители“. (Сариполос 1848 ст. 11 и 24)


Забележани, обработени и премолчни факти

Константинос Папаригопулос во 1849 година повторно се врати на прашањето за Македонците без да биде сигурен за нивното потекло.Во еден нов учебник по историја што го напиша и беше испечатен истата година забележа: „Не е познато дали Македонците биле од тракиското, елинското или илириското племе, бидејќи секое од овие мислења ги има своите поддржувачи. Четвртото мислење, и нај веројатното, е дека биле Илиријци измешани со Елини“. Во едно друго поглавие дополни дека „Македонскиот период може лесно да се разликува од Елинскиот, бидејќи македонскиот народ исполнил, во Општата историја, различна задача од таа на Елините“. (Папаригопулос 1849 ст. 96 и 193)

Од погоренаведеното станува јасно дека заедницата на грчката нација, во првите децении на нејзиното формирање, во нејзината национална историја, ги сметаше Македонците како непријатели – поробувачи на античките Елини.

Во средината на 19 век, политичкиот план на грчкиот национализам кој е познат под името Мегали идеа (Голема идеја), и кој беше спомнат за прв пат во 1844 година од врвниот политичар во тоа бреме Иоанис Колетис (премиер на Грција) и кој беше по потекло Влав, го наложи идеолошкото подготвување на населението на земјата, за идната експанзија на грчката држава во балканската внатрешност. Експанзионистичкиот план имаше потреба, помеѓу другото, од создавање на грчко историско наследство во просторот северно од грчките граници, од кој голем дел претставуваше областа на отоманска Македонија.

Титулата на национален историчар Константинос Папаригопулос не ја доби случајно. Тој е основниот автор на „Историјата на грчката нација“. И други автори пред или паралелно со него го потпомогнаа процесот, но крајниот резултат го носи неговиот потпис. Националниот историчар не ги регистрира историските факти од минатото. Од фактите некои ги забележува, некои ги преобработува, а други ги премолчува, во согласност со потребите на политичкото функционирање и ефикасност на неговото дело. До крајниот резултат, дури грчката национална историја да го добие конечниот изглед, едно исто поглавје може да се презапише, да ја смени формата, дури и да се претвори во нешто сосема спротивно. Големата идеја му наложи на националниот историчар да ги погрчи античките Македонци и да ги прикаже непријателите како истонародници.

Да ја проследиме неговата мисла како што е напишана во „Историјата на грчката нација“ од 1853 година: „Македонците и ако не се споменувале во нај старите години на античката Елинска историја, сепак биле Елини. Посебно нивните кралеви се сметале себеси како потомци на Хераклес, а и другите Елини ги сметале за истонародници, бидејќи ги примале на олимписките игри, каде што никој не можел да учествува ако не бил Елин. Значи Македонија била една од многуте мали Елински кралства, кои ги имало во нај старите антички години на Елада. Кралството, како државна структура, не се укина во таа земја, како што се случи во поголем дел на Елада, туку продолжи да постои. Поради тоа Македонците, бидејќи живееле во најсеверниот крај на Елада и имале околу нив многу варварски народи со кои биле во непрекинати војни, не успеале да се унапредат како другите Елини во писменоста и во уметноста. Дури и во времето на Филип имале многу сличности со прастарите Елини, како што ги опишува Хомер во тројанската војна“. (Папаригопулос 1853 ст. 57)

Како прав мајстор, Папаригопулос го состави толку добро македонскиот мозаик, што не остави всушност простор на идните наследници за поправки и двоумење, освен препишување на текстот на некој посовремен јазик или дополнување по желба со некои дополнителни забелешки.