Skip to main content

3. Οι δέκα κρητικοί μισθοφόροι του Καραβαγγέλη

 

Οι δέκα κρητικοί μισθοφόροι του Καραβαγγέλη1

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Μάιος 1903. Ο Παύλος Μελάς παίρνει επιστολή του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, με την οποία του ζητάει την αποστολή μιας ομάδας ελλήνων μισθοφόρων, για να χτυπήσει τα εξαρχικά χωριά της περιοχής του. Ο Μελάς απευθύνεται για βοήθεια στον ανθυπολοχαγό και φίλο του σφακιανό Γιώργο Τσόντο (μετέπειτα καπετάν Βάρδα).

Ο Τσόντος στρατολογεί για τον Καραβαγγέλη δέκα γνωστούς του σφακιανούς: Ευθ. Καούδη, Γ. Περάκη ή Πέρο, Γ. Δικώνυμο (Μακρή), Λ. Βρανά, Γ. Ζουρίδη, Ε. Μπονάτο, Γ. Στρατινάκη, Μ. Καντουνάτο, Ν. Λουκάκη και Γ. Σεϊμένη. Την οικονομική δαπάνη αναλαμβάνει κυρίως η κόμισσα Λουΐζα Ριανκούρ, που δίνει για το λόγο αυτό τρεις χιλιάδες δραχμές.

Τους δέκα Κρητικούς μεταφέρει μυστικά ο ανθυπολοχαγός της χαρτογραφικής υπηρεσίας Κ. Μαζαράκης Αινιάν μέχρι την Καλαμπάκα. Από εκεί με τη βοήθεια των υπολοχαγού Βλαχογιάννη, γιατρού Ράμου, ενωμοτάρχη Κουτρουβίδα και λοχαγού Οικονομίδη, οπλίζονται και στις 13 Ιουνίου, εφοδιασμένοι με πλαστά νουφούζια (ταυτότητες) περνούν κρυφά τα σύνορα.

Στις 21 Ιουνίου φτάνουν στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Τσιρίλοβου του καζά Καστοριάς, όπου τους περιμένει ο ηγούμενος, που ήταν άνθρωπος του Καραβαγγέλη.

Την άλλη μέρα έρχεται στο μοναστήρι ο Βαγγέλης Γεωργίου (ή Στρεμπενιώτης), με δεκαπέντε άντρες του, για να τους παραλάβει με εντολή του μητροπολίτη. Ο Βαγγέλης ήταν παλιότερα μέλος του ΒΜΡΟ αλλά εξαγοράστηκε από τον Καραβαγγέλη κι έγινε αρχηγός της σωματοφυλακής του (με άδεια των οθωμανικών αρχών να κυνηγάει τους κομίτες).

Οι 25 άντρες φτάνουν στις 26 (;) Ιουνίου στο Λέχοβο [Lehovo]2, πατρίδα του Ζήση Δημούλιου, ομαδάρχη του Βαγγέλη, που έχει κι αυτός οθωμανική άδεια να διατηρεί ένοπλους στο χωριό του.

Στις 29 Ιουνίου, παραμονή των Αγίων Αποστόλων, έρχεται στο Λέχοβο για να λειτουργήσει ο Καραβαγγέλης, συνοδευόμενος από στρατιωτικό απόσπασμα τριάντα Τουρκαλβανών. Επικεφαλής του αποσπάσματος είναι ο μπας τσαούς (επιλοχίας) Ρουστέμ Μπέης από το Λεσκοβίκι (που έχει τελειώσει γυμνάσιο στην Αθήνα) και βοηθός του ο τσαούς (λοχίας) Σαφχάτ (που έχει υπηρετήσει χωροφύλακας στην Κρήτη).

Τουρκαλβανοί στρατιώτες, γκραικομάνοι, αρβανίτες και κρητικοί μισθοφόροι, ενώνονται κάτω από τις διαταγές του Καραβαγγέλη. Όπως λέει ο τελευταίος στα απομνημονεύματα: “το βράδυ των Αγίων Αποστόλων έγινε μεγάλο γλέντι με ψητά και άφθονο κρασί. Οι άντρες της συνοδείας μέθυσαν κι άρχισαν να φιλιούνται αναμεταξύ τους”.3

Από το Λέχοβο, 50 - 55 άντρες όλοι μαζί, περνούν από το Σρέμπρενο [Srebreno]4, το χωριό του Βαγγέλη, τη Νέβεσκα και καταλήγουν στον πρώτο στόχο της περιοδείας του μητροπολίτη, το Ζέλενιτς.

Οι μακεδόνες κάτοικοι του Ζέλενιτς είχαν προσχωρήσει από παλιά στην Εξαρχία. Όπως γράφει ο Καραβαγγέλης, “εικοσιπέντε χρόνια δεν είχε μπει πατριαρχικός αρχιερεύς στο Ζέλενιτς, ένα χωριό από 350 οικογένειες […] Πατριαρχικός παπάς ήταν μόνο ένας, ο παπά Δημήτρης, που μαζί με δεκαπέντε οικογένειες και ιδίως τους Γραμμενόπουλους και τους συγγενείς τους έμενε πιστός στον Ελληνισμό”5. Οι λίγοι πατριαρχικοί χρησιμοποιούσαν μια μικρή εκκλησία στο νεκροταφείο.

Ο μητροπολίτης, με την ένοπλη συνοδεία του, μπαίνει με πυροβολισμούς στο χωριό και εγκαθίσταται στο σπίτι του παπά Δημήτρη. Φωνάζει το μουχτάρη (πρόεδρο) της κοινότητας και τους πρόκριτους και ζητά να του δώσουν τα κλειδιά της εξαρχικής εκκλησίας για να λειτουργήσει.

Αφήστε τ’ αστεία, τους λέω, θα λειτουργήσω. Έχω στρατό. Παλικάρια ένα κι ένα. Όλο αξιωματικούς. Πέρασε ο καιρός που ξέρατε. Θα σας περάσω όλους στο μαχαίρι. Πέστε στους αρχηγούς σας Τσακαλάρωφ, Μήτρο Βλάχο, Καρσάκωφ, Κούζο και τους άλλους να κρυφτούν γιατί τέλειωσαν τα ψέματα. Δε γλυτώνετε. Οι πρόκριτοι αρνούνται να παραδώσουν τα κλειδιά. Σηκώνεται ο Καούδης κι αρπάζει το μουχτάρη. “Καθώς τον είχε καταγής με το τακούνι του, του έσπασε τα δόντια κι έτσι επιτέλους τα ’δωσε τα κλειδιά. Θα σας κάψουν το χωριό, τους έλεγα, δείχνοντας τους Κρητικούς”.6

Για να γιορτάσουν τη "νίκη" τους πάνε στο μοναστήρι της Παναγίας, κάτω από τη Νέβεσκα. “Ο γούμενος - γράφει ο Καούδης - μας είχεν πλούσιον τραπέζι και αφού εφάγαμε και ήπιαμε, εμεθύσαμε, αρχίσαμε το τραγούδι, ο Ρουστέμ Τσαούσης… έψαλε και τον [ελληνικό] εθνικόν ύμνον”.

Μετά ξεκινούν για το χωριό Άιτος [Ajtos]7, όπου ο Καραβαγγέλης λειτουργεί κι εδώ με τη βία. Πριν φύγει από τον Άιτο, παίρνει γράμμα ενός Βλάχου από τη Νέβεσκα. Αυτός ήταν οργανωμένος στο ΒΜΡΟ αλλά ταυτόχρονα και πράκτορας του μητροπολίτη (για δυο λίρες το μήνα). Με το γράμμα, πληροφορεί το δεσπότη για τις κινήσεις της επαναστατικής τσέτας του Αλέξη Τουρούντζια, από το Έξι Σου.

Έχοντας αυτή την πληροφορία, οι συνοδοί του Καραβαγγέλη στήνουν ενέδρα μεταξύ Νεγκόβανης [Negovani]8 και Ντόλνο Κότορι [Dolno Kotori]9, τα μεσάνυχτα 10 προς 11 Ιουλίου.

Γράφει ο Γ. Δικώνυμος (Μακρής) σχετικά: “Ήταν καμιά εικοσαριά. Ο τελευταίος τραβούσε ένα μεγάλο κλαδί οξιάς για να σβήνει τ’ αχνάρια πάνω στο δρόμο, τους ρίξαμε και πέσαν αμέσως έξι. Οι άλλοι ετράπησαν εις φυγήν και μόνο έναν πληγωμένο επιάσαμε ζωντανό”.10

Για το περιστατικό, ο αυστριακός πρόξενος Μοναστηρίου Α. Κral, σημειώνει πως η ομάδα του Βαγγέλη “επιτέθηκε μαζί με το στρατό στη Νεγκοβάνη κατά του καπετάν Αλέξη από το Έξι Σου και του προξένησαν απώλεια πέντε ανδρών. Ένας επαναστάτης που τραυματίστηκε στο πόδι από σφαίρα Gras [άρα όχι από όπλο του οθωμανικού στρατού] μεταφέρθηκε εδώ. Οι στρατιώτες είχαν δύο νεκρούς”.11

Ο Καραβαγγέλης δίνει πληροφορίες για τρεις αιχμαλώτους. “Ο ένας ήταν αγγελιοφόρος και οι άλλοι δύο τροφοδότες του Αλέξη. Αυτούς τους πήραμε μαζί μας και γυρίσαμε στο μοναστήρι του Αϊτοζίου, όπου ο ηγούμενος έσφαξε κι έψησε αρνιά κι έφαγαν κι ήπιαν τα παλληκάρια κι έκαναν κέφι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού, συνεχίζει, τους τρεις επαναστάτες τους είχαμε δέσει σε δέντρα. Από κει τους έστειλα στη Φλώρινα στις φυλακές ως δολοφόνους κι εγώ με τη συνοδεία μου τράβηξα στο Νεγκοβάνι”.

 Απ’ ότι λοιπόν φαίνεται, μια και στις φυλακές έφτασε μόνο ένας αντάρτης, τους άλλους δύο τους χάλασαν στο δρόμο.

Στη Νεγκόβανη, ο μητροπολίτης συναντά το ληστή Νικόλα και την ένοπλη μισθοφορική ομάδα του και τους δωροδοκεί για να τρομοκρατούν τους εξαρχικούς της περιοχής: “διοργάνωσα ένα σώμα από ντόπιους με αρχηγό τον Νικόλα, αρχαίο αγωνιστή κλέφτη. Έδωσα σ’ αυτόν ένα σπαθί αξιωματικού, που το είχα αγοράσει στο Μοναστήρι, και όπλα για τα παιδιά του”.12

Στη Νεγκόβανη σταματά η περιοδεία του Καραβαγγέλη. Αυτός επιστρέφει στην Καστοριά με τους Τουρκαλβανούς και οι Κρητικοί ακολουθούν την ομάδα του Βαγγέλη και λημεριάζουν στο Σρέμπρενο.

Στις 20 Ιουλίου, γιορτή του Προφήτη Ηλία, ξεσπάει η επανάσταση του ΄Ιλιντεν, ενώ βρίσκονται στο Λέχοβο. Φοβισμένοι οι άντρες του Βαγγέλη και οι Κρητικοί φεύγουν αμέσως για την πόλη της Καστοριάς. Στο δρόμο συναντούν μια ομάδα επαναστατημένων χωρικών που ’χε πάρει τα βουνά. “Σκοτώσαμε πέντε και πιάσαμε κι ένα ζωντανό, που τον αποκεφαλίσαμε αμέσως επί τόπου”, θυμάται στα απομνημονεύματά του ο Μακρής.13

Τελικά βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο στη μητρόπολη Καστοριάς. “Μέσα στη μητρόπολη - γράφει ο Καραβαγγέλης - είχα τους εννέα Κρητικούς και τον Βαγγέλη με τα δεκαπέντε παιδιά του, 25 όλους μαζί. "Καθήστε εδώ" τους είπα "μα καθήστε φρόνιμα". Αυτοί που να ησυχάσουν. Όλη μέρα παίζαν, πάλευαν, φώναζαν, χτυπιώνταν”14. Συμπληρώνει δε ο Μακρής: “Στη μητρόπολι μείναμε 15 έως 20 ημέρες. Εκεί μέσα ήρχονταν πολλοί Τούρκοι αξιωματικοί και μας επισκεφτόντουσαν”.15

Μια τουλάχιστο φορά, οι Κρητικοί βγαίνουν μαζί με τον οθωμανικό στρατό για να χτυπήσουν τους μακεδόνες επαναστάτες στο εξαρχικό χωριό Κόσινετς. Όπως έγραψαν οι ίδιοι λίγο αργότερα, στις 25 Αυγούστου από το Βόλο, στο Γιώργο Τσόντο, “επακολουθήσαμε την εκστράτευσιν του στρατού εις Κωστενέτσι και ετέθημεν μπροσθοφυλακή”.16 Εκείνη τη μέρα έμειναν όρθια στο χωριό 8 μόνο σπίτια από τα 200, σκοτώθηκαν δε 14 χωρικοί που δεν πρόλαβαν να φύγουν στο βουνό.

Αυτό είναι το τελευταίο "κατόρθωμα" των πρώτων ελλήνων "μακεδονομάχων" πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα. Τα έργα και οι ημέρες τους, είναι μια πρόγευση για το τι θα επακολουθήσει.

Στην Αθήνα γυρίζουν όμως μόνο εννιά. Ένας, ο Γιώργος Σεϊμένης σκοτώνεται στη Μακεδονία. Αυτός ήταν ο πρώτος αντάρτης μάρτυς του Μακεδονικού Αγώνος, θα γράψει ο Καραβίτης17 και θα επαναλάβουν πολλοί έλληνες συγγραφείς. Για την “εκδίκηση του Σεϊμένη”, θα λένε τα επόμενα χρόνια, σφάζοντας τους μακεδόνες χωρικούς, οι συμπατριώτες του μισθοφόροι Κρητικοί.

Τι έγινε όμως στ’ αλήθεια; Ο Γιώργος Σεϊμένης, στις 20 Ιουλίου που ξεσπάει η επανάσταση, δεν ακολουθεί τους Κρητικούς στην Καστοριά, αλλά μένει στο Λέχοβο. Οι συμπατριώτες του διέδωσαν αργότερα, για να δικαιολογήσουν την πράξη του, ότι αρρώστησε, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει, τον βρήκαν οι επαναστάτες και τον έσφαξαν. Ο Μόδης όμως, που ήξερε καλά πρόσωπα και πράγματα, δίνει την εξής αποκαλυπτική πληροφορία: “Μια μέρα ο Γ. Σεϊμένης εξαφανίστηκε. Όπως μου είπε ο Καούδης, πήγε κρυφά στους κομιτατζήδες να πολεμήση στο πλευρό τους εναντίον των Τούρκων”.18

Η δεύτερη σημαντική είδηση για το θάνατο του Σεϊμένη, υπάρχει σε μια επιστολή, με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1903, του Γ. Περάκη ή Πέρου προς το Γ. Τσόντο: “Διά τον φόνον του Σεϊμένη θέλετε μάθη λεπτομερώς εις πρώτην μας συνάντησιν. Εφονεύθη δε εις την μάχην της Κλεισούρας”.19

Αν συνθέσουμε τις δύο αυτές πληροφορίες, ο Σεϊμένης δεν σκοτώθηκε στο Λέχοβο αλλά συναντάει τους επαναστάτες για να ενταχθεί στις γραμμές τους. Η συνάντηση αυτή γίνεται στην περιοχή Λεχόβου στις 21 Ιουλίου με το σώμα των Τσακαλάρωφ - Ποπώφ.20

Ο Σεϊμένης ακολουθεί τους επαναστάτες και σκοτώνεται δύο μέρες αργότερα στην επίθεση για την κατάληψη της Κλεισούρας, που για ειρωνεία της τύχης, υπερασπίζεται μαζί με την οθωμανική φρουρά της, ο πριν λίγες μέρες αρχηγός του Σεϊμένη, Βαγγέλης, και οι μισθοφόροι του.

1 Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Зора (τεύχος 6, Ιανουάριος 1995, σ. 11-13).

2 Lehovo ή Elehovo ή Eleovo. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов και ο Brancoff δίνουν 750 χριστιανούς Αλβανούς και 90 Βλάχους κατοίκους. Το 1913 απογράφονται 1.691 άτομα. Το 1920, 324 οικογένειες - 1.172 άτομα, και το 1928, 1.292 άτομα. Το 1951 το χωριό αριθμεί 1.195 κατοίκους.

3 Γερμανός Καραβαγγέλης, Ο Μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, στο Αρχείο μακεδονικού αγώνα Πηνελόπης Δέλτα - Απομνημονεύματα, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 26.

4 Srebreno ή Srebreni ή Srebren. Πατριαρχικό μακεδονικό χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 560 κατοίκους και ο Brancoff 960. Μετά το 1908, πέρασαν στην Εξαρχία 25 οικογένειες [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 693 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 170 σλαβικά σπίτια. Το 1920 απογράφονται 586, και το 1928, 643 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 139 σλαβόφωνες οικογένειες, 79 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 909 σλαβόφωνους, 359 από τους οποίους χαρακτηρίζονται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 450 ελληνικής και 100 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 652 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Ασπρόγεια.

5 Καραβαγγέλης, σ. 27.

6 Καραβαγγέλης, σ. 27.

7 Ajtos. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 950 χριστιανούς Βούλγαρους και 60 Τσιγγάνους κατοίκους. Ο Brancoff δίνει 1.064 εξαρχικούς Βούλγαρους και 66 χριστιανούς Τσιγγάνους. Το χωριό έγινε εξαρχικό το 1897 [Εκκλησιαστική Αλήθεια]. Μετά το 1908, πέρασαν στην Εξαρχία δύο οικογένειες [έγγραφο 4278]. Το 1913 απογράφονται 830 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 160 σλαβικά σπίτια. Το 1920 απογράφονται 785, και το 1928, 941 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 166 σλαβόφωνες οικογένειες, από τις οποίες 159 θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 1.335 σλαβόφωνους, 1.185 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 50 ελληνικής και 100 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 1.056 άτομα.

8 Negovani ή Negovan ή Negoveni. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 720 άτομα, από τα οποία τα 620 χριστιανοί Αλβανοί και τα 100 Βλάχοι. Ο Brancoff δίνει σχεδόν διπλάσιο πληθυσμό, 1.586 άτομα: 1.080 χριστιανοί Αλβανοί, 300 Βλάχοι, 110 Έλληνες και 96 πατριαρχικοί Βούλγαροι. Το 1913 απογράφονται 1.133 άτομα. Το 1920, 221 οικογένειες - 828 άτομα και το 1928, 975 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 210 οικογένειες, οι οποίες ομιλούν την αλβανικήν εκτός ελαχίστων οίτινες ομιλούν την σλαυικήν ή ρουμανικήν. Από τις οικογένειες του χωριού, 44 θεωρούνται δεδηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 1.346 άτομα, τα οποία θεωρούνται όλα ελληνικής εθνικής συνείδησης [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 1.028 άτομα. Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε Φλάμπουρον.

9 Dolno Kotori. Χωριό του καζά Φλώρινας. Ο Кънчов δίνει 774 άτομα, από τα οποία τα 600 χριστιανοί Βούλγαροι και τα 174 χριστιανοί Αλβανοί. Ο Brancoff δίνει 964 άτομα: 608 εξαρχικοί, 176 πατριαρχικοί Βούλγαροι και 180 χριστιανοί Αλβανοί. Το 1913 απογράφονται 894 άτομα. Το 1920, 168 οικογένειες - 784 άτομα. Ο Милојевић καταγράφει 120 χριστιανικά σλαβικά και 30 χριστιανικά αλβανικά σπίτια. Το 1928 απογράφονται 846 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 170 οικογένειες, 157 από τις οποίες θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων και 8 δεδηλωμένων αλβανικών [Στατιστική 1932]. Το 1945 το χωριό αριθμεί 1026 κατοίκους, 550 από τους οποίους θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, 326 ελληνικής και 150 ρευστής [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 1267 άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Υδρούσσα.

10 Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής, Ο μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, στο Αρχείο μακεδονικού αγώνα Πηνελόπης Δέλτα - Απομνημονεύματα, ιμχα, Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 84.

11 Βασίλης Γούναρης κ.ά., Τα γεγονότα του 1903 στη Μακεδονία, ό.π., σ. 162.

12 Καραβαγγέλης, σ. 29.

13 Μακρής, σ. 85.

14 Καραβαγγέλης, σ. 30.

15 Μακρής, σ. 85.

16 Κ. Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές του μακεδονικού αγώνα, ό.π., σ. 316.

17 Ιωάννης Καραβίτης, Ο μακεδονικός αγών - απομνημονεύματα, εισαγωγή - επιμέλεια Γιώργος Πετσίβας, Αθήνα 1994, τόμος Α΄, σ. 10.

18 Γιώργος Μόδης, Ο μακεδονικός αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία, ιμχα, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 179.

19 Κ. Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές του μακεδονικού αγώνα, ό.π., σ. 337 και Ι. Καραβίτης, Ο μακεδονικός αγών, ό.π., τόμος Α΄, σ. ιθ΄ και 12.

20 Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο μακεδονικός αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Αθήναι 1979, σ. 129.