Skip to main content

Αρβανίτικες λέξεις στα Ρωμαίικα ή αλβανικά δάνεια στη δημοτική γλώσσα [2011]

 

Αρβανίτικες λέξεις στα Ρωμαίικα ή αλβανικά δάνεια στη δημοτική γλώσσα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

2.2.2011

Στον πίνακα που παρουσιάζω στη συνέχεια, συγκεντρώνω 89 λέξεις που έχουν θεωρηθεί αλβανικά δάνεια στη δημοτική γλώσσα. Αρχίζω με τη συλλογή (των 64 λέξεων) του κορυφαίου γερμανού γλωσσολόγου του 19ου αιώνα Gustav Meyer, από το έργο του Neugriechische Studien (Akademie der Wissenschaften in Wien Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895). Μετά δίνω, σε χωριστές στήλες δίπλα, τις λέξεις που ετυμολογεί σαν αλβανικές ο Νικόλαος Ανδριώτης  στο Ετυμολογικό Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (τρίτη έκδοση, Αθήνα 1983), τις αντίστοιχες  του Εμμανουήλ Κριαρά, στο Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα 1995) και τέλος εκείνες του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής, του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1998 και ηλεκτρονική έκδοση: Πύλη για την ελληνική γλώσσα).

Θεώρησα καλό να προσθέσω, μέσα σε παρένθεση, την ερμηνεία των  λέξεων και την επίσημη αλβανική γραφή, σύμφωνα με το Αλβανο-Ελληνικό λεξικό του Νίκου Γκίνη (Τίρανα 1971).

Να σημειώσω, πως πρόκειται μόνο για λέξεις που βρίσκονται στα βασικά αυτά λεξικά και έχουν χαρακτηριστεί ως δάνεια από την αλβανική. Λείπουν όμως αρκετές λέξεις που υπάρχουν σε διαλέκτους της ρομέικης γλώσσας και δεν έχουν καταγραφεί, όπως: καστραβέτσι (αγγούρι), μελιγκόνι (μυρμήγκι), καναπίτσα (λυγαριά), καλικούτσα (καβάλα στην πλάτη), τάτας (πατέρας), τσουράπι (κάλτσα) και άλλες.

1

αλητάμπουρας: αλήτης + αλβ. berrü «άντρας»; (Γκίνης: burr/ë, άντρας)

 

 

 

Πύλη

2

αμπάριζα: αλβαν. ambarezë, παιδικό παιχνίδι

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

3

βάλτος: alb. bal’tε < alt. slov. blato (Γκίνης: balt/ë, λάσπη)

Meyer

 

 

 

4

βάρκος: alb. vlakε (Γκίνης: vlag/ë, -a, η υγρασία της γης)

Meyer

 

 

 

5

βλάμης: αλβαν. vlam (Γκίνης: vëllam, -i, αδελφοποιτός)

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

6

γερόπλιακος: alb. pl’ak (Γκίνης: plak, παλιός, γέρος)

Meyer

 

 

 

7

γκιόνης: αλβαν. gjon (Γκίνης: gjon, -i)

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

8

γκιόσα: αλβαν. gjosë, η γριά γίδα

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

 

9

γκοριτσιά: αλβαν. goritsë (Γκίνης: gorric/ë, αγριαχλαδιά)

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

 

10

γκουντουλώ: alb. gudulis (Γκίνης: gudulis, γαργαλάω)

Meyer

 

 

 

11

γούβα: αλβ. guvë «κοίλωμα», πρβ. βλάχ. guva (Γκίνης: guv/ë, -a, η σπηλιά, η κουφάλα, το βαθούλωμα)

 

Ανδριώτης

 

Πύλη

12

δούσκος: alb. dušk (Γκίνης: dush/k, -ku, η βελανιδιά)

Meyer

 

 

 

13

ζουλάπι: αλβαν. zullap (Γκίνης: zullap, -i, το αγρίμι)

 

 

Κριαράς

Πύλη

14

ζουπώ: žup

Meyer

 

 

 

15

ζούτσα: alb. zutsε, κατακάθι υγρού

Meyer

 

 

 

16

καλαμπόκι: αλβαν. kalambok (Γκίνης: kallamboq, -i)

 

 

Κριαράς

Πύλη

17

καλέσσα: alb. kal’šε, ξανθιά προβατίνα

Meyer

 

 

 

18

καρκαλέτσος: αλβ. karkalec (Γκίνης: karkalec, -i, η ακρίδα)

Meyer

 

Κριαράς

Πύλη

19

κατσίκι: αλβαν. kec (Γκίνης: kec, -i, το κατσίκι)

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

 

20

κατσούπι: alb. katšup (Γκίνης: kaçup, -i, το ασκί)

Meyer

 

 

 

21

κοκορέτσι: αλβαν. kokoreci (Γκίνης: kukurec, -i, το κοκορέτσι)

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

22

κοπέλα: πιθ. αλβαν. copile

 

 

Κριαράς

 

23

κοπέλι: αλβ. kopil (Γκίνης: kopil, -i, ο υπηρέτης για βαριές δουλειές, το κοπέλι)

Meyer

 

 

Πύλη

24

κριτσανίζω: alb. krεtsas

Meyer

 

 

 

25

κρούτα: alb. kεrutε, προβατίνα με κέρατα

Meyer

 

 

 

26

λάιου: alb: laj, λάγιος, ψαρός

Meyer

Ανδριώτης

 

 

27

λιάρος: alb. larε, παρδαλός, πολύχρωμος

Meyer

 

 

 

28

λιαχούρι: alb. lakuri, είδος υφάσματος (Γκίνης: lahur, -i, το λαχούρι)

Meyer

 

 

 

29

λουλούδι: αλβ. lule ή λατ. lilium «κρίνο» (Γκίνης: lul/e, το λουλούδι)

Meyer

Ανδριώτης

 

Πύλη

30

λούμπα: αλβ. luba «λάκκος»

 

 

 

Πύλη

31

λούτσα: alb. lutsε, μούσκεμα (Γκίνης: lucë-a, μούσκεμα)

Meyer

 

 

 

32

μάγκας: αλβ. mangë < τουρκ. manga (Γκίνης: mang/ë , -a, ο μάγκας)

 

 

 

Πύλη

33

μαγούλα: alb. magul’ε, ο λόφος

Meyer

Ανδριώτης

 

 

34

μαρκαλίζω: αλβαν. marrkal, βατεύω

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

35

μαρμάγκα: αλβ. merimangë (Γκίνης: merimang/ë, η αράχνη)

 

 

Κριαράς

Πύλη

36

μελίγκρα: αρχ. μελίκηρα, πρβ. αλβ. milingre

 

 

 

Πύλη

37

μούρσια: alb. mor (Γκίνης: morr, -i, n ψείρα)

Meyer

 

 

 

38

μπάκα: αλβ. baka «η κοιλιά» (Γκίνης: bar/k, -u, η κοιλιά)

 

 

 

Πύλη

39

μπάλιος: alb. baloš, άσπρος, αλλά και παρδαλός

Meyer

 

 

 

40

μπαμπέσης: αλβαν. pabesë, άπιστος (Γκίνης: pabës/ë)

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

41

μπας: alb. mbase, μήπως (Γκίνης: mbase, ίσως, πιθανόν)

Meyer

Ανδριώτης

 

 

42

μπάστο: alb. bašto, μπάσταρδος

Meyer

 

 

 

43

μπέσα: αλβαν. besa (Γκίνης: bes/ë, -a, ο λόγος τιμής)

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

44

μπλετσώνω: alb. blεndzε, χορταίνω

Meyer

 

 

 

45

μπλιούρι: alb. mblon, γεμάτο

Meyer

 

 

 

46

μποκρίλες: alb. bokεri, άγονοι τόποι

Meyer

 

 

 

47

μπομπότα: αλβ. bobot ; 

 

 

 

Πύλη

48

μπουλούκι: αλβ. buluk < τουρκ. bölük «στρατιωτικό απόσπασμα»

 

 

 

Πύλη

49

μπούμπα: alb. bubε, μπούμπουρας, μπούρμπουλας (Γκίνης: bubë  -a , το ζωύφιο)

Meyer

 

 

 

50

μπουσουλώ: αλβ. bishulla «με τα τέσσερα» ή βλάχ. bušulunda «αρκουδίζοντας»

 

 

 

Πύλη

51

μπουχαρί: alb. buhar, καμινάδα

Meyer

 

 

 

52

ντρόμιζες: alb. dromtsε, είδος ζυμαρικού

Meyer

 

 

 

53

πάι: alb. pal’e (Γκίνης: pal/ë, -a, η δίπλα, η πιέτα,)

Meyer

 

 

 

54

παραδάγγαλο: alb. dange, βουβώνας

Meyer

 

 

 

55

πέτα: alb. petε, είδος ζυμαρικού

Meyer

 

 

 

56

πίπιζα: αλβαν. pipëza (Γκίνης: pipëz -a, τσαμπούνα)

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

57

πλιάτσικο: αλβαν. plaçkë (Γκίνης: plaçkit, λαφυραγωγώ)

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

58

προυτσαλίζω: pertsel’is (Γκίνης: përcëlloj, καψαλίζω)

Meyer

 

 

 

59

ρέπιτα: alb. rεpitε, απόκρημνα μέρη (Γκίνης: rreptë, τραχύς)

Meyer

 

 

 

60

σβέρκος: αλβαν. zverk (Γκίνης: zver/k, -ku, ο σβέρκος)

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

61

σέγκι: alb. šeng (Γκίνης: shenj/ë, -a, το σημάδι, ο στόχος)

Meyer

 

 

 

62

σελίπα: alb. sεlibε, βραχνάς

Meyer

 

 

 

63

σιάρκα: alb. šarkε, (Γκίνης: shar/k, -u, η φλοκάτα, η κάπα των βοσκών)

Meyer

 

 

 

64

σιγκούνι: αλβαν. shegun (Γκίνης: shegun/e, -ja, η σεγκούνα, το σιγκούνι, γυναικείο πανωφόρι)

Meyer

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

65

σιουμαλίζω: alb. šumε (Γκίνης: shum/ë, -a, το άθροισμα)

Meyer

 

 

 

66

σιούτους: alb. šut, χωρίς κέρατα

Meyer

 

 

 

67

σκόπι: alb. škop (Γκίνης: shkop, -i, το ραβδί, η μαγκούρα)

Meyer

 

 

 

68

σκούμπα: alb. škumbε, το πρωτοράκι

Meyer

 

 

 

69

σκουρτίζω: alb. škurtε

Meyer

 

 

 

70

σκραπατώ: alb. škrep (Γκίνης: shkrep, ανάβω, σπινθηρίζω)

Meyer

 

 

 

71

σκρούμος: alb. škrump, λειχήνας ή καμένο μαλλί

Meyer

 

 

 

72

σόκος: alb. šok, παλληκαράς

Meyer

 

 

 

73

σπέρα: alb. špetε, μεγάλη τρύπα (Γκίνης: shpell/ë, η σπηλιά)

Meyer

 

 

 

74

σπρούζα: alb. špuzε (Γκίνης: prush, -i, η αθρακιά, η θράκα)

Meyer

 

 

 

75

στόκη: alb. štok, άνθη κουφοξυλιάς

Meyer

 

 

 

76

τάτσι μίτσι κότσι: ίσως < αλβ. αντίστοιχα των Tάσος, Mήτσος, Kώτσος

 

 

 

Πύλη

77

τρίλιζα: ιταλ. triglia, μέσω της αλβανικής, παιδικό παιχνίδι

 

 

 

Πύλη

78

τσιάπος: alb. tsjap (Γκίνης: cjap, -i, ο τράγος)

Meyer

 

 

 

79

τσιούμα: alb. tšumε, πέτρινο γουδί

Meyer

 

 

 

80

τσίφτης: αλβ. qift «γεράκι» (Γκίνης: qift, -i, τσίφτης, ψαλιδάρης)

 

 

 

Πύλη

81

τσόρα: alb. džore, γκλίτσα

Meyer

 

 

 

82

τσουνί: αλβαν. tşuni, το τσουτσούνι, από «το αγόρι» (Γκίνης: çun, -i, το αγόρι)

 

 

 

Πύλη

83

τσούπρα & τσούπα: αλβαν. çupëri  (Γκίνης: çup/ë, -a, η κοπέλλα, το κορίτσι)

Meyer

Ανδριώτης

 

Πύλη

84

φάρα: αλβαν. fara, η γενιά (Γκίνης: farë far/ë, -a, ο σπόρος)

 

Ανδριώτης

Κριαράς

Πύλη

85

φέρμελη: αλβ. fermelé, κεντητό γιλέκο

Meyer

Ανδριώτης

 

Πύλη

86

φλετουράω: alb. fluturon (flutur/oj, πετώ)

Meyer

 

 

 

87

φλογέρα: αλβαν. flojerë 

 

Ανδριώτης

 

Πύλη

88

φρουμανίζω: alb. frümε, ρουθουνίζω (Γκίνης: frym/ë, η ανάσα)

Meyer

 

 

 

89

χουμπώνω: alb. hump, χώνω

Meyer