Skip to main content

Η ερήμωση της Αττικής και ο Φαλμεράγιερ

 

 

Η ερήμωση της Αττικής και ο Φαλμεράγιερ

 

(ο εθνικός πονοκέφαλος που φέρνει ένα χειρόγραφο)

 

του Δημήτρη Λιθοξόου


 

4.5.2018


 

Όταν ο Jakob Fallmerayer βρίσκεται για πρώτη φορά στην Αθήνα, τους δυο τελευταίους μήνες του 1833, η Αθήνα είναι ένα μισοκατεστραμμένο από τον πόλεμο χωριό, τριακοσίων σπιτιών [1] (ρωμιών και αρβανιτών χριστιανών). Ο Όθωνας θα την επιλέξει για πρωτεύουσα της χώρας, έναν χρόνο αργότερα. Ο γερμανός λόγιος, είναι συμπατριώτης με το βασιλιά και τους βαυαρούς αξιωματούχους. Έχει εκπαιδευτική άδεια και συνοδεύει τον ρώσο στρατηγό κόμη Alexander Ostermann Tolstoi, σε ένα ταξίδι του στην Ανατολή. Έχει εκδώσει δύο βιβλία ιστορίας. Ένα για την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και ένα για τον μεσαιωνικό Μοριά. Η ολιγάριθμη αθηναϊκή διανόηση μαθαίνει ότι ο νεοφερμένος είναι ιστοριογράφος, μα αγνοεί το περιεχόμενο των βιβλίων του και κυρίως εκείνο του δεύτερου έργου του, την εξιστόρηση δηλαδή του αφανισμού των Ελλήνων την περίοδο της αβαροσλαβικής κατοχής της χώρας. Τις μέρες εκείνες του έχει προταθεί ακόμα μια θέση καθηγητή ιστορίας, στο υπό δημιουργία πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έτσι λοιπόν ο κύριος Φαλμεράγιερ, είναι ένας καθηγητής με κύρος και η παρέα του επιθυμητή για κάθε Αθηναίο που ασχολείται με τα γράμματα.

Ο Κυριάκος Πιττάκης, παιδί παλιάς αθηναϊκής οικογένειας, με σπουδές στην Ιόνια Ακαδημία και γραμματέας της νεοσύστατης «Αρχαιολογικής Εταιρείας» της Αθήνας, συναναστρέφεται με τον σημαντικό ξένο. Κάποια στιγμή του εκμυστηρεύεται πως έχει στην κατοχή του κάποια παλιά χειρόγραφα, που ανήκαν κάποτε στη μονή των Αγίων Αναργύρων, ένα παλιό αθηναϊκό μοναστήρι, με στοιχεία για την ιστορία της Αθήνας και της γύρω περιοχής. Ο Φαλμεράγιερ ενδιαφέρεται να τα δει και την 1η Δεκεμβρίου ο Πιττάκης του τα παρουσιάζει [2].

Δεν ξέρουμε πόσα και ποια χειρόγραφα έδειξε ο Πιττάκης στον Φαλμεράγιερ. Αναμφίβολα όμως μια σελίδα από αυτά, συγκλονίζει τον γερμανό ιστορικό. Το περιεχόμενό της αξίζει όσο ένας θησαυρός. Ζητάει την άδεια από τον «πολυμαθή Αθηναίο» [3] να αντιγράψει όσα έχει διαβάσει και αφού την παίρνει, μεταφέρει στα χαρτιά του, τα λόγια του άγνωστου συγγραφέα (πιθανόν ενός μορφωμένου μοναχού), όπως αποτυπώνονται στο χειρόγραφο φύλλο Β, σελ. 9-11:

«Κατ’ αυτήν την ιδίαν εκατονταετηρίδα η ελλάς εκατήντησεν ο τόπος των καταδρομών, η Αττική εκατήντησεν έρημος διά τετρακοσίους σχεδόν χρόνους, οι Αθηναίοι μετέφερον τας φαμιλίας των εις την Σαλαμίνα. εκεί ωκοδόμησαν τους οίκους των οι περισσότεροι και εκκλησίας εις το χωρίον Αμβηλάκια καλούμενον, τας οποίας άχρι τούδε καλούν οι εγχώριοι των Αθηναίων. Από τους κατοίκους της Αττικής ολίγοι είχον μείνει εις την Ακρόπολιν και άλλοι τινές εις μερικούς πύργους της πόλεως, καθέ στιγμήν ήρχοντο κλέφται, τους οποίους οι κάτοικοι εκάλουν Φούστας, εκτυπούντο με τους ολίγους εγκατοίκους, άρπαζον όσα και αν εδύναντο, και έφυγον εις τα όρη. Αι οικίαι αι περισσότεραι έπεσον, οι δρόμοι εγέμισαν από δένδρα, και η πόλις κατήντησεν όλη ένα δάσος ελεεινόν, οι λησταί έβαζον φωτιάν εις τα δένδρα, και αυτά καιόμενα κατέκαιον και τας αρχαιότητας, τότε έλαβεν την μαύρην μορφήν το γυμνάσιον του Πτολεμαίου, του οποίου μέρος και εκρήμνισαν, τότε εμαύρισε από τους καπνούς ο Ναός του πανελληνίου Διός και τόσα άλλα εκρημνήσθησαν. Οι Αθηναίοι μην υποφέροντες την υστέρησιν της πατρίδος των απεφάσισαν και έστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν ζητούντες ασφάλειαν να επανακάμψουν εις την πατρίδα τους και να κατοικούν ασφαλώς, και επιτυχόντες τούτο επανήλθον και συναχθέντες άρχισαν να καθαρίζουν την πόλιν, και να οικοδομούν τους οίκους των. Τότε πρώτος και ο ιερεύς Δημήτριος Κολοκύνης Αθηναίος πορευθείς εις την Κωνσταντινούπολιν προς τον πατριάρχην Ιωαννίκιον έλαβεν πατριαρχικήν άδειαν να κατεσκευάση εις τας Αθήνας Μοναστήριον των αγίων Αναργύρων. το οποίον επροίκισε με πολλά κτήματα ως εκ του πατριαρχικού γράμματος φανερούται» [4].

«Το μοναστήριον τούτο κατασκεύασεν κοινόβιον, εις ο διέτριψαν άνδρες σοφοί, ότε φιλόσοφος Σαμουήλ, και ο τα του Πλάτωνος υπομνηματίσας Μεθόδιος. τούτων εις λέγω ο ημέτερος προηγούμενος Νικηφόρος ...» [5].

Ο Fallmerayer επιστρέφει στη Γερμανία και δομεί την ακαδημαϊκή πραγματεία του «περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων», πάνω στη βάση αυτού του αποσπάσματος. Την παρουσιάζει σε ανοικτή συνεδρίαση της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών και την τυπώνει το 1835. Τον ίδιο χρόνο θα γίνει τακτικό μέλος της Ακαδημίας.

Ωστόσο, προσπαθώντας να ερμηνεύσει κάποια σημεία του χωρίου για την ερήμωση της Αττικής, προβαίνει στα εξής ολισθήματα: Αλλάζει αυθαίρετα το «αυτήν την ίδια εκατονταετηρίδα» της αρχής, με το «Jm Jahrhundert des Justinianus» (στον αιώνα του Ιουστινιανού) [6]. Τους κλέφτες που οι κάτοικοι τους ονόμαζαν «Φούστας», υποθέτει που έρχονται από κάποια «Vroustae, μια σλαβική επαρχία του Μοριά» [7]. Μη βρίσκοντας πατριάρχη με το όνομα του Ιωαννίκιου τον δέκατο αιώνα, εντοπίζοντας ένα κενό τεσσάρων ετών στη διαδοχή (στην πραγματικότητα το διάστημα 931-933, μεταξύ Τρύφωνος και Θεοφύλακτου), πιθανολογεί την τότε άνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο ή ακόμα και τη λανθασμένη ονομασία του Πατριάρχη [8]. Τέλος το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων το θέλει να ιδρύεται τον δέκατο αιώνα [9], χωρίς να υπάρχει τέτοια πληροφορία στο χειρόγραφο ή σε άλλη πηγή.

Ο Φαλμεράγιερ, χρησιμοποίησε επίσης στην πραγματεία του και προσπάθησε να συνδυάσει στοιχεία από άλλα χειρόγραφα, που του έδειξε ο Πιττάκης, χειρόγραφα όμως που ήταν διαφορετικής προέλευσης από το φύλλο για την ερήμωση της Αττικής.

Αυτή την ερήμωση της Αττικής για σχεδόν τέσσερις αιώνες, με εξαίρεση το κάστρο της Αθήνας (Ακρόπολη), την τοποθετεί αυθαίρετα μεταξύ 6ου κα 10ου αιώνα, χωρίς αυτό να θεμελιώνεται στο υλικό που διαθέτει.

Έχοντας εκδώσει το δεύτερο τόμο της «ιστορίας της χερσονήσου του Μοριά» (1836) θα ξαναβρεθεί στην Αθήνα, πάλι για ένα δίμηνο, την άνοιξη του 1842, κατά τη διάρκεια μια δεύτερης περιοδείας του στην Ανατολή, σαν ανταποκριτής της εφημερίδας Augsburger Allgemeine Zeitung. Η πρωτεύουσα έχει γίνει τώρα μια μικρή πόλη με περισσότερα από 4.500 σπίτια [10] και ένα πληθυσμό, φερμένο από διάφορα μέρη, που ξεπερνά τις είκοσι χιλιάδες [11].

Τα χρόνια που πέρασαν ήταν περίοδος δημιουργίας της νέας κρατικής ιδεολογίας, της εθνικής συγκρότησης, της θεμελίωσης του ελληνικού εθνικού μύθου, πάνω στο εισαγμένο ευρωπαϊκό ρομαντικό μοντέλο που ήθελε τους Ρωμιούς να κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες [12]. Ο έλληνας εθνικιστής, όπως κάθε νεοφώτιστος είναι φανατικός. Και η Αθήνα είναι τώρα γεμάτη από φανατικούς, αγράμματους ή ημιμαθείς, που μαθαίνουν από τα εθνικά κέντρα, ότι αυτός ο «ανθέλληνας» Φαλμεράγιερ τολμάει να αμφισβητεί την καταγωγή τους από τους σοφούς της αρχαιότητας.

Ο Διονύσιος Σουρμελής είναι συμβολαιογράφος στην Αθήνα και συγγραφέας τριών βιβλίων για την ιστορία της πόλης. Στο τρίτο έργο του, τη «συνοπτική κατάσταση», που τυπώνεται τον Φεβρουάριο του 1842, είναι ο πρώτος που ανακαλύπτει τον ξένο εχθρό, τον «κύριον Φαλλμεράυερ» (που αμφισβητεί απροκάλυπτα το βαυαρικής επιλογής ελληνικό εθνικό αφήγημα της ιστορικής συνέχειας) και του ασκεί δευτερεύουσας σημασίας κριτική, σε τρεις υποσημειώσεις [13]. Επανέρχεται όμως την ίδια χρονιά - και ενώ ο Φαλμεράγιερ βρίσκεται στην Αθήνα - με μια δεύτερη συμπληρωμένη επανέκδοση του προαναφερόμενου βιβλίου, γράφοντας περί «πλαστών χειρογράφων πωληθέντων εις αυτόν (τον κύριον Φαλλμεράυερ), καθ' όν τρόπον πωλούνται τα κίβδηλα και επίπλαστα διαμαντικά εις τους απειροκάλους και ευήθεις των ανθρώπων» [14]. Κοντολογίς ο Σουρμελής χαρακτηρίζει τον Πιττάκη απατεώνα, τον Φαλμεράγιερ κορόιδο και τα χειρόγραφα πλαστά.

Τι άραγε έχει συμβεί. Προφανώς ο Πιττάκης που φιλοδοξεί να αναγνωριστεί σαν κορυφαίος αρχαιολόγος του Έθνους, έχει δεχτεί επίθεση από τη διανόηση της εθνικής κοινότητας, για την κουταμάρα που έκανε το 1833, δείχνοντας στον «ανθέλληνα» τα χειρόγραφα. Και πάνω από όλα εκείνο το φύλλο που περιγράφει την ερήμωση της Αττικής. Ο Πιττάκης προσπαθώντας να τα μαζέψει και να αποκατασταθεί εθνικά, προβαίνει στη μεγάλη απάτη. Διαδίδει πως το φύλλο που έδειξε στο γερμανό, έγραφε πως η Αττική έμεινε έρημος «δια τρεις σχεδόν χρόνους» και όχι «τετρακοσίους» που έγραψε εκείνος.

O Φαλμεράγιερ γίνεται έξαλλος όταν μαθαίνει τον πόλεμο λάσπης που έχει εξαπολυθεί εναντίον του και ζητά από τον Πιττάκη να φανερώσει το χειρόγραφο για να φανεί η αλήθεια. Ο τελευταίος όμως αρνείται [15]. Ο Γερμανός Ludwig Ross, έφορος αρχαιοτήτων στην Αθήνα και πρώτος καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστημίου Αθηνών, θα υποστηρίξει (αργότερα και παρότι βρισκόταν σε διαμάχη με τον Φαλμεράγιερ) πως είχε δει και εκείνος το χειρόγραφο φύλλο και έγραφε «τετρακοσίους» [16].

Θα περάσουν άλλα έντεκα χρόνια, για να πει δημόσια ο Πιττάκης την δική του εκδοχή για τα χειρόγραφα. Στο έντυπο «Εφημερίς Αρχαιολογική» που εκδίδει ο ίδιος και έχει αρχίσει να δημοσιεύει κάποια κείμενα εθνικής χρησιμότητας με τίτλο «ύλη ίνα χρησιμεύση προν απόδειξιν ότι οι νυν Έλληνές εισιν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων», γράφει τον Ιούλιο του 1853 [17] τα εξής:

Το 1822 έψαχνε στο υπόγειο ενός πύργου, που βρισκόταν δίπλα στο εκκλησάκι της μητρόπολης Αθηνών και όπου ο αρχιερέας Γρηγόριος είχε μεταφέρει τη βιβλιοθήκη της μονής Καισαριανής. Εκεί βρήκε διάφορα παλιά έντυπα και χειρόγραφα. Από τα χειρόγραφα διάλεξε μερικά που είχαν ιστορικό ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ήταν και τέσσερα φύλλα βενετσιάνικου χαρτιού (που είχαν πάνω τους την εικόνα του Αγίου Μάρκου) με «περικοπές» από την ιστορία της Αθήνας. Και δυο πατριαρχικά έγγραφα το ένα γραμμένο σε μεμβράνη και το άλλο σε «αρχαίο» χαρτί.

Αργότερα αγόρασε ένα χειρόγραφο μεταγενέστερης γραφής (από τα προηγούμενα) για την «Ιστορία των Αθηνών» [18].

Τα τέσσερα φύλλα με τις περικοπές, τα δύο πατριαρχικά γράμματα και το νεότερο χειρόγραφο με την ιστορία της Αθήνας, είναι αυτά που έδειξε στο Φαλμεράγιερ και του έδωσε «τρεις μόνον ώρας» για να αντιγράψει ό,τι τον ενδιέφερε.

Στη συνέχεια ο Πιττάκης δημοσιεύει ένα απόσπασμα από τη νεότερη ιστορία της Αθήνας (αυτή που αγόρασε), το περιεχόμενο των τεσσάρων βενετσιάνικων φύλλων και το ένα πατριαρχικό γράμμα που σχετίζεται με το περιεχόμενο του δεύτερου φύλλου (και καθώς φαίνεται ο Φαλμεράγιερ δεν το είδε ποτέ).

Το δεύτερο φύλλο είναι το σημαντικό χειρόγραφο που αναφέρεται στην ερήμωση της Αθήνας για τετρακόσια χρόνια. Συγκρίνοντας αυτά που δημοσίευσε ο Πιττάκης, σε σχέση με αυτά που δημοσίευσε ο Φαλμεράγιερ, παρατηρούμε πως ο Πιττάκης προσθέτει ένα τελευταίο κομμάτι με πληροφορίες για τη ζωή των μοναχών και μια ημερομηνία δυσανάγνωστη (χιλιοστώ ... σιοστώ), που υποθέτει πως μπορεί να είναι το έτος 1626.

Το σημαντικό όμως είναι πως αλλάζει το «η ελλάς εκατήντησεν ο τόπος των καταδρομών, η Αττική εκατήντησεν έρημος διά τετρακοσίους σχεδόν χρόνους» του Φαλμεράγιερ με το «η Ελλάς κατήντησε τόπος των καταδρομών. η Αττική δ’ έρημος διά τρεις σχεδόν χρόνους». Και σχολιάζει σε υποσημείωση, λες και απευθύνεται σε ηλίθιους: «Ο Κύριος Φαλλμεράυερ αντέγραψε κατά λάθος το “τρεις σχεδόν χρόνους εις τετρακοσίους σχεδόν χρόνους”, ίσως τούτο να είναι και τυπογραφικόν αμάρτημα».

Μα ο Φαλμεράγιερ ήταν σημαντικός γερμανός λόγιος, δεν ήταν πεταλωτής για να κάνει έξι λάθη αντιγραφής σε δεκαπέντε λέξεις: «ελλάς» αντί «Ελλάς», «εκατήντησεν» αντί «κατήντησε», «ο τόπος» αντί «τόπος», «καταδρομών,» αντί «καταδρομών.», «εκατήντησεν έρημος» αντί «δ’ έρημος» και βέβαια «τρεις» αντί «τετρακοσίους», μια λάθος «λεξούλα» που ακύρωνε όλο το βιβλίο του.

Από τις δεκάδες διαφορές που εντόπισα σε όσα δημοσίευσαν οι δυο άντρες είναι φανερό πως ο Πιττάκης έγραψε ξανά το κείμενο, αλλάζοντας τα σημεία στίξης, αντικαθιστώντας μικρά γράμματα με κεφαλαία, γράφοντας τα «Αμβελάκια» ως «Αμπελάκια», το «Κολοκύνης» ως «Κολοκύνθης», το «οι δρόμοι εγέμισαν από δένδρα» σε απλώς «οι δρόμοι εγέμισαν», το «γυμνάσιον του Πτολεμαίου», σε δυσανάγνωστο «Γυμνάσιον του ...», το «τότε πρώτος» σε «τότε πρώτον» και άλλα παρόμοια.

Ο Πιττάκης έδειξε λέει το χειρόγραφο που δημοσίευσε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα σε αρκετούς ξένους και έλληνες λόγιους. Για να δούνε προφανώς πως έγραφε «τρεις» και όχι «τετρακοσίους» χρόνους και έτσι να βγει ο Φαλμεράγιερ απατεώνας.

Ο κορυφαίος γερμανός ιστοριοδίφης Karl Hopf, που είδε το χειρόγραφο που δημοσίευσε στην εφημερίδα του ο Πιττάκης και ξέροντας τον γραφικό χαρακτήρα του, δήλωσε αργότερα κατηγορηματικά πως αυτά ήταν τα γράμματα του αθηναίου αρχαιολόγου, η γραφή ήταν «εκ της ιδίας χειρός του “ελλογίμου” αυτών κτήτορος» [19].

Για μένα είναι ξεκάθαρο πως ο Πιττάκης προβαίνει σε αυτή την εθνική κίνηση, για να καλύψει την κουζουλάδα που έκανε στα νιάτα του, δείχνοντας αυτό το 400 (τετρακοσίους) στον Φαλμεράγιερ και προκαλώντας ζημιά στο εθνικό αφήγημα. Για όσους αμφιβάλουν, να επισημάνω πως η χάλκευση και η παραχάραξη θα γίνει τρόπος ζωής για την ιθαγενή διανόηση, προκειμένου να «μοιάσει» το έθνος στους αρχαίους. Κορυφαία παραδείγματα: η κρατική επιχείρηση για τον εξελληνισμό των ονομάτων των οικισμών και των τοπωνυμίων της χώρας και το εθνικό κίνημα για τον καθαρισμό της γλώσσας. Διαχρονικές προσπάθειες, στις οποίες στρατεύθηκαν γενιές δασκάλων, φιλολόγων και πανεπιστημιακών.

Η άποψη που επικράτησε [20] στον χώρο της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας, για το τι τελικά έγινε τότε, είναι η συμφέρουσα εθνικά θέση, πως όπως δηλαδή και να έχει το πράγμα, το «τετρακοσίους χρόνους» είναι το λάθος και το «τρεις» είναι το σωστό. Η Αθήνα μπορεί να έμεινε έρημη τρεις χρόνους – και μάλιστα το διάστημα μετά την αναχώρηση του Μοροζίνι από την Αθήνα το 1688 – αλλά μέχρι εκεί. Αλλιώς κινδυνεύει η ιστορική μας συνέχεια.

Και τώρα έρχομαι στο δεύτερο τμήμα αυτού του ζητήματος. Στην ουσία των όσων περιγράφει το επίμαχο χωρίο.

Έχοντας σίγουρα μπροστά του κάποιες παλιότερες πηγές, ο (μάλλον μοναχός) συντάκτης του λέει πως από εκείνο τον άγνωστο σε μας αιώνα (καθώς έχει χαθεί το προηγούμενο μέρος του χειρογράφου) η Αττική ερήμωσε για τετρακόσια σχεδόν χρόνια. Οι περισσότεροι Αθηναίοι κατέφυγαν στη Σαλαμίνα, στην περιοχή «Αμβελάκια» όπου έκτισαν σπίτια και εκκλησίες. Οι λίγοι που παρέμειναν στην Αθήνα ζούσαν μέσα στο κάστρο (την Ακρόπολη). Κάποιοι κατοικούσαν σε μερικούς πύργους που υπήρχαν έξω από την πόλη. Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν οι επιδρομές που έκαναν οι «φούστες», κλέφτες που άρπαζαν ότι έβρισκαν. Τα περισσότερα σπίτια της Αθήνας έπεσαν και δέντρα φύτρωσαν στους δρόμους. Αυτό κράτησε μέχρι την εποχή που πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Ιωαννίκιος. Τότε οι παλιοί Αθηναίοι που ζούσαν στη Σαλαμίνα, ζήτησαν από τον πατριάρχη να φροντίσει να αποκατασταθεί η κρατική εξουσία στην περιοχή της Αθήνας, ώστε να μπορέσουν να επιτρέψουν στη γη των προγόνων τους. Έτσι λοιπόν και έγινε. Την περίοδο εκείνη της ανοικοδόμησης της Αθήνας, κάποιος παπάς που λεγόταν Δημήτρης Κολοκύν(θ)ης πήγε στον Ιωαννίκιο και πήρε την άδεια να φτιάξει το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων.

Δεν ξέρουμε την αρχική αιτία της ερήμωσης της Αττικής (μπορεί να είναι και πόλεμος, πανούκλα, λιμός ή συνδυασμός όλων αυτών), βλέπουμε όμως πως αυτό που την επιβάλει στη συνέχεια είναι οι επιδρομές που συνεχώς κάνουν οι φούστες. Φούστες έλεγαν το μεσαίωνα τους κουρσάρους, τους πειρατές (κυρίως τους μουσουλμάνους). Το όνομα τους σώζεται με την ίδια σημασία μέχρι σήμερα σε κάποιες διαλέκτους (όπως στην Κύπρο και την Κάρπαθο) και στη λαϊκή παράδοση [21]. Για αιώνες τα νησιά και τα παράλια της ηπειρωτικής χώρας ζούσαν με το καθημερινό φόβο τους [22]. Σκλαβιά και πλιάτσικο έσπρωχνε τον κόσμο να ζήσει μακριά από της ακτές. Και η Αττική ήταν γεμάτη ακτές.

Οι φούστες είχαν πάρει το όνομα τους, από το σκάφος που χρησιμοποιούσαν και λεγόταν «φούστα». Ήταν ένα πλοίο με κουπιά, γρήγορο και ευκίνητο. Μια φούστα είχε από 14-22 πάγκους και ένα ή δύο βοηθητικά τριγωνικά πανιά, τα λατίνια. Δεν είχε μεγάλο βύθισμα, γι’ αυτό μπορούσε να πάει στα ρηχά νερά και να τραβηχτεί στην ξηρά. Κάθε φούστα είχε 80-120 άντρες [23].

Όσον αφορά τώρα το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Στον κατάλογο των πατριαρχών υπάρχουν τρεις με το όνομα Ιωαννίκιος. Ο Ιωαννίκιος Α’ (1526), ο Ιωαννίκιος Β’ (1646-1656) και ο Ιωαννίκιος Γ’ (1761-1763).

Στο πατριαρχικό συγγίλιο που δημοσίευσε ο Πιττάκης στην αρχαιολογική εφημερίδα και αγνοούσε ο Φαλμεράγιερ, στο βαθμό που δεν είναι πλαστό, διαβάζουμε πως ο αθηναίος ιερέας «Δημήτριος Κολοκύνθης» πήγε στο πατριαρχείο και έκανε διαθήκη με την οποία αφήνει στο γυναικείο μοναστήρι Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού που υπάρχει στην Αθήνα, την εκκλησία που ανήκε από παλιά στην οικογένεια του, τα σπίτια, τα κελιά, τους ελαιώνες, τα αμπέλια, τα ιερά σκεύη και κειμήλια και γενικά όλη την πατρική κινητή και ακίνητη κληρονομιά. Ο πατριάρχης «Ιωανίκιος» και η ιερά σύνοδος, αποφασίζει πως αυτό το γυναικείο μοναστήρι, θα παραμείνει κοινόβιο και θα τηρεί τους νόμους των κοινοβίων και κανένας δεν μπορεί να διεκδικήσει την περιουσία, που του άφησε ο Κολοκύνθης. Η ημερομηνία στο τέλος του συγγιλίου είναι 17 Ιουλίου 1651 [24]. Άρα η υπογραφή είναι του Ιωαννικίου του Β’.

Δημιουργείται όμως μια αντίφαση. Το χειρόγραφο φύλλο με την ερήμωση της Αττικής, γράφει στο τέλος πως ο Δημήτριος Κολοκύν(θ)ης πήγε στον πατριάρχη Ιωαννίκιο και πήρε την άδεια να φτιάξει μοναστήρι και εκείνος έφτιαξε μοναστήρι ανδρικό κοινόβιο. Ενώ στο πατριαρχικό συγγίλιο το μοναστήρι υπάρχει και είναι γυναικείο.

Ποιοι είναι αυτοί οι Άγιοι Ανάργυροι της Αθήνας; Υπάρχουν δυο εκκλησίες. Η μία και μεγαλύτερη βρίσκεται στου Ψυρρή. Το αρχικό κτίσμα θεωρείται πως είναι του 11ου αιώνα. Η δεύτερη, η μικρότερη (γνωστή και σαν αγιοταφίτικο μετόχι) έχει δίπλα της και κελιά μοναστηριού, βρίσκεται στο ριζόκαστρο, κάτω από την ακρόπολη. Κι οι δυο, λόγω μάλλον των περιγραφών που προαναφέραμε, έχουν χαρακτηριστεί Άγιοι Ανάργυροι «του Κολοκύνθη».

Αυτά είναι τα σημαντικότερα σχετικά με το χειρόγραφο φύλλο που περιέγραφε την ερήμωση της Αττικής για τετρακόσια σχεδόν χρόνια. Ας σημειωθεί πως αυτό το χειρόγραφο, που είχε ο Πιττάκης, τελικά «χάθηκε»!

Υπάρχει ωστόσο κάτι, που κάνει την ιστορική έρευνα για την «ερήμωση» ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.

Πηγαίνοντας δυόμισι αιώνες πίσω, από τότε που ο Ρωμιός Πιττάκης αποκάλυπτε στον γερμανό Φαλμεράγιερ το φύλλο με την ερήμωση της Αττικής, ένας άλλος Ρωμιός ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς από το Ανάπλι (Ναύπλιο), νοτάριος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και κωδικογράφος, που διατηρούσε τακτική αλληλογραφία φιλολογικού περιεχομένου με τον κορυφαίο γερμανό φιλόλογο Μαρτίνο Κρούσιο (Martin Crusius), καθηγητή της αρχαίας ελληνικής και λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τübingen, στέλνει στις 29 Σεπτεμβρίου 1580 μια επιστολή που λέει στον Κρούσιο, πως οι τότε ρωμιοί κάτοικοι της Αθήνας μιλούν μια βάρβαρη διάλεκτο: τον «έλαιον» το λένε «λαφίδι» τον βάτραχο τον λένε πάκακα, τα σύκα τα λένε σούκα, το θ το προφέρουν τ, (τεός αντί θεός), το κα το προφέρουν χα (χαραχάξα αντί καρακάξα ή κορώνη) και αντί να πουν «όρα, ώ, ευτυχές» λένε «γιαπά καλότυχε».

Και αφού λέει αυτά, γράφει μέσα σε μια παρένθεση, λες και υπενθυμίζει κάτι γνωστό στο γερμανό φιλόλογο, τη φράση «έρημοι έμειναν Αθήναι χρόνους περίπου 300, ούτοι δε εκ διαφόρων εισί πόλεων συνηγμένοι. Κρείττον σε ακούειν Αθηναίου, ή νυν οράν» [25].

Ο Κρούσιος δημοσιεύει την επιστολή του Ζυγομαλά στο βιβλίο του Turcograecia, αφήνοντας ασχολίαστο το γεγονός πως μετά από τρεις αιώνες ερήμωσης της πόλης, άνθρωποι από διάφορες πόλεις μαζεύτηκαν και κατοίκησαν εξ αρχής την πόλη. Κι αυτοί οι άνθρωποι μιλούν μια «μιξοβάρβαρη» διάλεκτο και δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα των παλαιών σοφών Αθηναίων. Τη διαπίστωση αυτή για τη γλώσσα είχε κάνει και ο επίσκοπος της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτος, ήδη από το 1200 μ.Χ. [26].

Κατά περίεργο τρόπο ο Φαλμεράγιερ δεν αναφέρεται στο απόσπασμα του Ζυγομαλά, για να συνδέσει τα τετρακόσια σχεδόν χρόνια ερήμωσης της Αττικής, με τα 300 περίπου χρόνια ερήμωσης της Αθήνας, κάτι που το επισημαίνει ο Hopf [27].

Το ερώτημα αν η Αθήνα και η Αττική έμειναν έρημες κατά το μεσαίωνα για τρεις-τέσσερις αιώνες, γίνεται ενοχλητικό για την ελληνική εθνική ιστοριογραφία, καθώς εδράζεται στη θέση, ότι οι απόγονοι των πολιτών της αρχαίας Αθήνας και Αττικής, αποτελούσαν τον πληθυσμό της περιοχής την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια.

Ο πληθυσμός όλης της Αττικής σύμφωνα με απογραφή που πραγματοποίησε ο Δημήτριος Φαληρεύς το 309 π.Χ., ήταν 21.000 Αθηναίοι, 10.000 μέτοικοι και 400.000 δούλοι: «Τη δεκάτη προς ταις εκατόν Ολυμπιάδι, Αθήνησιν εξετασμόν γενέσθαι υπό Δημητρίου του Φαληρέως των κατοικούντων την Αττικήν, και ευρεθήναι Αθηναίους μεν δισμυρίους προς τοις χιλίοις, μετοίκους δε μυρίους, οίκετών δε μυριάδας τετταράκοντα (Αθήναιος βιβλ.Ζ’)» [28].

Αν οι κάτοικοι της μεσαιωνικής Αττικής ήταν απόγονοι αυτού του αρχαίου πληθυσμού, θα ήταν κατά κύριο λόγο απόγονοι του τεραστίου αριθμού των δούλων.

Εκτός όμως του πολύ μικρού αριθμού τους, οι ελεύθεροι αθηναίοι πολίτες είχαν την ατυχία κάποια στιγμή να αντισταθούν ανεπιτυχώς στα ρωμαϊκά όπλα. Το 86 π.Χ. έχοντας συμμαχήσει με τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ’, η Αθήνα πολιορκείται από τον ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα. Ο ρωμαίος ιστορικός Αππιανός Αλεξανδρεύς διηγείται τι έγινε:

Καταλαβαίνοντας πως αυτοί που βρίσκονταν μέσα στην πόλη ήταν πολύ στριμωγμένοι, είχαν σφάξει όλα τα χτήνη, είχαν βράσει δέρματα και τομάρια και είχαν γλύψει ό,τι μπορούσαν να φάνε από αυτά, κάποιοι δε είχαν μαγειρέψει ακόμα και πτώματα, κάλεσε τον στρατό του να σκάψει μια τάφρο γύρω από την πόλη, για να μην γλιτώσει κανένας και ξεφύγει της προσοχής. Όταν έγινε και αυτό, έφερε τις σκάλες στο τείχος και το διαπέρασε. Ενώ οι εξαντλημένοι άνδρες τράπηκαν σε φυγή, ξεχύθηκε στην πόλη και αμέσως έγινε μεγάλη και ανελέητη σφαγή στην Αθήνα. Γιατί ούτε μπορούσαν να ξεφύγουν από την αδυναμία, ούτε υπήρξε οίκτος για τα παιδιά ή τις γυναίκες, αφού ο Σύλλας διέταξε να σκοτώσουν όποιον βρουν μπροστά τους, οργισμένος γιατί ξαφνικά και χωρίς λόγο συμμάχησαν με τους βαρβάρους και έδειξαν εναντίον του τέτοια εχθρότητα. Έτσι οι περισσότεροι, όταν άκουσαν τη διαταγή, έπεσαν μόνοι τους, σαν θύματα πάνω στους σφαγείς τους. Λίγοι τρέξανε εξασθενισμένοι στην Ακρόπολη. Μαζί τους έφυγε και ο Αριστίων, αφού πρώτα έκαψε το Ωδείο, για να μην βρει ο Σύλλας εκεί πρόχειρη ξυλεία και πολιορκήσει την Ακρόπολη. Ο Σύλλας απαγόρευσε να κάψουν την πόλη, αλλά άφησε το στρατό του να την λαφυραγωγήσει. Σε πολλά σπίτια βρέθηκαν ανθρώπινες σάρκες έτοιμες να φαγωθούν. Την άλλη μέρα, ο Σύλλας πούλησε τους δούλους, ενώ τους ελεύθερους, που λόγω της νύχτας ξέφυγαν από τη σφαγή - και οι οποίοι ήταν πάρα πολύ λίγοι – τους είπε πως τους αφήνει ελεύθερους, αλλά τους αφαίρεσε το δικαίωμα να ψηφίζουν και να εκλέγονται, γιατί τον είχαν πολεμήσει. Και αυτό ίσχυε και για τους απογόνους τους [29].

Εδώ σχεδόν τελειώνει η Αθήνα των αρχαίων πολιτών της.

Η Αθήνα του 267 μ.Χ. που θα κατακτηθεί, θα πλιατσικολογηθεί και θα καεί από τους Ερούλους, είναι μια ρωμαϊκή Αθήνα. Τα νήματα που τη συνδέουν με την ελληνική Αθήνα είναι πολύ λίγα. Και γίνονται κι αυτά αποκαΐδια μαζί με την πόλη.

Οι Γότθοι, οι Αβαροσλάβοι, οι Βυζαντινοί, οι Νορμανδοί, οι Φράγκοι, οι Βενετσιάνοι, οι Καταλανοί, οι Φλωρεντιανοί, οι Τούρκοι, μαζί με τους πειρατές (τους σαρακινούς, τους φούστες), τους λιμούς και τους λοιμούς (το θανατικό, κυρίως την πανούκλα και την χολέρα) θα μετατρέψουν την Αττική σε ερημία.

Κάθε νέος κατακτητής, ενδιαφέρεται να κρατήσει το κάστρο (την ακρόπολη). Ένας μικρός πληθυσμός καστρινών μπορεί να συντηρηθεί μέσα σε αυτό και στο εσωτερικό του ριζόκαστρου. Στα διαστήματα ειρήνης το χωριό έξω από τα τείχη, στη βορειοανατολική πλευρά, μαζεύει ή απλώνει, λίγο ή πολύ.

Ο γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη DAramon γράφει για την Αθήνα, που επισκέφτεται το 1546, πως δεν είδε πουθενά αλλού φοβερότερο τόπο, «ερημιά, ξεραΐλα, αγκαθιές, βάτοι». Ένα «θλιβερό τουρκοχώρι» που λεγόταν Σετίνα βλέπει ο γάλλος περιηγητής Julien Bordier το 1604. Μια «ασήμαντη πολίχνη με διακόσια σπίτια», την χαρακτηρίζει ο άγγλος William Lithgow πέντε χρόνια αργότερα [30].

Το 1382, επί Καταλανών, άρχισε η νόμιμη μαζική εγκατάσταση των Αρβανιτών στην έρημη Αττική και η μερική πλήρωση του δημογραφικού κενού [31]. Από τότε η Αττική, εκτός από την Αθήνα γίνεται καθαρά αρβανίτικη. Το 1570, σύμφωνα με ένα οθωμανικό κατάστιχο, υπάρχουν στον καζά της Αθήνας 52 χωριά [32]. Το 1835 ο συνολικός πληθυσμός των χωριών της Αττικής φτάνει περίπου τα 8.300 άτομα [33].

Η Αθήνα των αρχών του 19ου αιώνα είναι μια κωμόπολη Ρωμιών, Αρβανιτών και Τούρκων. Οι ρωμιοί κάτοικοί της μιλούσαν τότε μια διάλεκτο που ανήκει σε μια νότια διαλεκτική ομάδα με κοινά στοιχεία. Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονταν οι Ρωμιοί της Αίγινας, της νότιας Εύβοιας, των Μεγάρων, της Μάνης και ίσως εκείνοι του Ωρωπού και της Θήβας [34].

Πρόκειται για παλαιότερο πληθυσμό που διατηρήθηκε στα 218 χρόνια της αβαροσλαβικής κυριαρχίας [35] ή για φερμένους Ρωμιούς, με διαταγή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Ι, τους πρώτους μήνες του 810, από άλλα θέματα της αυτοκρατορίας [36];

Αυτό είναι ένα ερώτημα προς διερεύνηση.

Όχι βέβαια από την εθνική διανόηση.

 

[1] Μάουρερ Γκεοργκ Λούντβιχ, Ο ελληνικός λαός, μετάφραση Όλγα Ρομπάκη, Αθήνα, 1976, σ. 411.

[2] Έλλη Σκοπετέα, Φαλμεράυερ – τεχνάσματα του αντίπαλου δέους, Αθήνα 1977, σ. 56.

[3] Σαν «ein gelehrter Athenienser» τον χαρακτηρίζει στην πραγματεία του. Βλ. σ. 20 της γερμανικής έκδοσης και σ. 46 της ελληνικής μετάφρασης.

[4] Jakob Philipp Fallmerayer, Welchen Einfluß hatte die Besetzung Griechenlands durch die Slaven auf das Schicksal der Stadt Athen und der Landschaft Attika? Stuttgart - Tübingen 1835, σ. 23-24. Επίσης Ι. Φ. Φαλλμεράυερ, Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, μετάφραση-παρουσίαση Κωνσταντίνος Ρωμανός, Αθήνα 1984, σ. 49 (με τρία μικρά λάθη αντιγραφής).

[5] Το μικρό αυτό απόσπασμα, που αποτελεί συνέχεια του κειμένου, ο Φαλμεράγιερ το παραθέτει σε άλλο σημεία του βιβλίου του. Βλ. σ. 21 της γερμανικής έκδοσης.

[6] Βλ. σ. 22 & 48, της γερμανικής έκδοσης και της μετάφρασης αντίστοιχα.

[7] το ίδιο.

[8] Βλ. σ. 61 της μετάφρασης.

[9] Βλ. σ. 46 της μετάφρασης.

[10] Ο Strong θα καταμετρήσει 4.560 σπίτια. Βλ. Strong Fr., Greece as a kingdom; or a statistical description of that country from the arrival of king Otto in 1833 down to the present time, London 1842, σ. 40.

[11] Το 1844 ο πληθυσμός της θα φτάσει τα 25.109 άτομα. Βλ. Ι. Δ. Σταματάκης, Πίναξ χωρογραφικός της Ελλάδος, Αθήναι 1846, σ. 1.

[12] «Από μας το άκουσαν» έλεγε ο Φαλμεράγιερ για τους Ρωμιούς που δήλωναν πως είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Βλ. Σκοπετέα, σ. 168.

[13] Διονύσιος Σουρμελής, Κατάστασις συνοπτική της πόλεως των Αθηνών από της πτώσεως των Ρωμαίων μέχρι τέλους της Τουρκοκρατείας, Αθήναι 1842, σ. 28, 47, 51, 58-59.

[14] Βλ. σελ. 61 της δεύτερης έκδοσης.

[15] Jacob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Stuttgart und Tübingen, 1845, σ. 472-473.

[16] Ludwig Ross, War Athen jemals vier Jahrhunderte lang verödet? στο Allgemeine Monatsschrift für Wissenschaft und Literatur, 1853 σ. 600

[17] Εφημερίς Αρχαιολογική, φυλλάδιον 34, 1853, σ. 940-946.

[18] Όπως είπε ο γιος του Πιττάκη, στον Δημήτρη Καμπούρογλου, αυτό το χειρόγραφο το είχε αγοράσει ο μακαρίτης ο πατέρας του στην Κέρκυρα. Βλ. Δημητρίου Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων, τόμος Α’, Αθήναι 1889, σ. 30. Ο Karl Hopf που το είδε, λέει πως έγραφε στην αρχή «βιβλίον ιστορικόν περιέχον διαφόρους ιστορίας - εσυγγράφθη υπέρ εμού του ταπεινού Ανθίμου Αθηναίου, 1614. Νοεμβρ. 20.», αλλά το όνομα του Άνθιμου φαίνεται πως είχε προστεθεί. Βλ. Καρλ Χοπφ, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, μετάφραση Φραγκίσκου Ζαμβάλδη, Βενετία 1872, σ. 73. Τμήματα αυτού του χειρογράφου, από άλλα αντίγραφα, είχαν δημοσιεύσει σαν παράρτημα στα βιβλία τους, οι Χριστόφορος Περραιβός το 1815 (στην Ιστορία Σουλίου και Πάργας, σ. 95-177) και Επαμ. Σταματιάδης το 1869 (Οι Καταλανοί εν Ανατολή, σ. 267-327). Τελικά αυτό το έργο, που είναι άσχετο με το φύλλο για την ερήμωση της Αττικής, φαίνεται πως το έγραψε ο αθηναίος δάσκαλος Ιωάννης Μπενιζέλος που έζησε τον 18ο αιώνα.

[19] Χοπφ, σ. 76.

[20] Αυτό το λάθος έκανα και εγώ. Τόσο στο πρώτο κείμενό μου για τον Fallmerayer, στη βιβλιοπαρουσίαση της μετάφρασης του βιβλίου «Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων», στο περιοδικό «Τετράδια πολιτικού διάλογου έρευνας και κριτικής» (τεύχος 11, Αθήνα 1985, σ. 105), όσο και στο κεφάλαιο «Φαλμεράυερ: το αντίπαλο δέος του ελληνικού εθνικισμού» στο βιβλίο μου Σύμμικτος Λαός, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 29.

[21] Στεφ. Ήμελλος, Η περί πειρατών λαϊκή παράδοσις (διδακτορική διατριβή), Αθήναι 1968, σ. 7, σ. 100, σ. 146-147, 150.

[22] Η Κραντονέλλη αναφέρει αρκετές περιπτώσεις με φούστες που απειλούσαν τις ακτές του Σαρωνικού. Βλ. Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1390-1538, Αθήνα 1985, σ. 54, 69, 103, 119, 191, 213, 265, 299, 349, 368, 417, 435.

[23] Κραντονέλλη, σ. 337-345 και Νίκος Μπελαβίλας, Λιμάνια και οικισμοί στο Αιγαίο της πειρατείας (διδακτορική διατριβή), Αθήνα 1992, σ. 168.

[24] Ο Hopf όμως λέει πως είχε ημερομηνία 17 Ιουλίου 6051 (δηλαδή 543 μ.Χ.) και αυτό το άλλαξε σε 1651 αυθαίρετα ο Παπαρρηγόπουλος. Βλ. Χοπφ, σ. 73 & Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορικαί πραγματείαι, Αθήναι 1858, σ. 232.

[25] Martin Crusius, Turcograciae libri octo, Basileae, σ. 99.

[26] Για αυτή τη βάρβαρη διάλεκτο των Αθηναίων, στα τέλη του 12ου αιώνα, μιλάει και ο επίσκοπος της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτος. Τη θεωρούσε από τις χειρότερες διαλέκτους της Ελλάδας. Βλ. Φέρνιναντ Γκρεγκορόβιους, Μεσαιωνική Ιστορία των Αθηνών, μετάφραση Άγις Τσάρας, Αθήνα 1990, σ. 263-265 και Σπ. Λάμπρος, Αι Αθήναι περί τα τέλη του δωδεκάτου αιώνος, Αθήνησι 1878, σ.45.

[27] Χοπφ, σ. 64-65.

[28] Ο Σόλων – αρχαίον ελληνικόν δίκαιον, μετάφραση Νικόλαος Παππαδούκας, Ερμούπολις 1844, σ. 42.

[29] «Αισθόμενος δε τους εν άστει μάλλον τι πεπιεσμένους, και κτήνη πάντα καταθύσαντας, δέρματα τε και βύρσας έψοντας και λιχμωμένους το γιγνόμενον εξ αυτών, τινάς δε και των αποθνησκόντων απτομένους, εκέλευσε τω στρατώ την πόλιν περιταφρεύειν, ίνα μηδέ καθ’ ένα τις εκφεύγοι λανθάνων. Ως δε και τούτο εξείργαστο αυτώ, κλίμακας επήγεν ομού και το τείχος διώρυττεν. Τροπής δ’ ως εν ασθενέσιν ανδράσιν αυτίκα γενομένης, εσέπεσεν ες τήν πόλιν, και ευθύς εν Αθήναις σφαγή πολλή ήν και ανηλεής: ούτε γάρ υποφεύγειν εδύναντο δι ατροφίαν, ούτε παιδίων ή γυναικών έλεος ην, του Σύλλα τον εν ποσίν αναιρείν κελεύοντος υπ’ οργής ως επί ταχεία δη και ες βαρβάρους αλόγω μεταβολή και προς αυτόν ακράτω φιλονεικία. Όθεν οι πλέονες, αισθανόμενοι του κηρύγματος, εαυτούς τοις σφαγεύσιν υπερρίπτουν ες το έργον. Ολίγων δ ην ασθενής ες την ακρόπολιν δρόμος. και Αριστίων αυτοίς συνέφυγεν, εμπρήσας το ωδείον, ίνα μη ετοίμοις ξύλοις αυτίκα ο Σύλλας έχοι την ακρόπολιν ενοχλείν. Ο δ εμπιπράναι μεν την πόλιν απείπε, διαρπάσαι δε έδωκε τω στρατώ. Και έτοιμοι σάρκες ανθρώπων ες τροφήν εν πολλοίς οικήμασιν ηυρέθησαν. τη δε εξής ο Σύλλας τους μέν δούλους απέδοτο, τοις δ ελευθέροις, όσοι νυκτός επιλαβούσης ουκ έφθασαν αναιρεθήναι, πάμπαν ούσιν ολίγοις, την μεν ελευθερίαν έφη διδόναι, ψήφον δε και χειροτονίαν τώνδε μεν ως οι πεπολεμηκότων αφαιρείσθαι, τοις δ εκγόνοις και ταύτα διδόναι». Αππιανού Αλεξανδρέως, Ρωμαϊκών ιστοριών τα σωζόμενα, Parisiis 1840, σ. 227.

[30] Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.Χ.-1700, Αθήνα 1976, σ. 166, 376, 482.

[31] Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, Αθήνα 1985, σ.80 και Τίτος Γιοχάλας, Εύβοια – τα αρβανίτικα, Αθήνα 2002, σ. 64.

[32] Τα στοιχεία παραχώρησε ο Machiel Kiel (University of UtrechtHolland) στον Δημήτρη Γιώτα. Βλ. το βιβλίο του τελευταίου, Συμβολή στην ιστορική έρευνα της Αττικής 1821-1833, Μενίδι - Χασιά, 2002, σ. 22-24

[33] ΦΕΚ 17/1835.

[34] Νικόλαος Παντελίδης, Tο παλαιοαθηναϊκό ιδίωµα: Πηγές, µαρτυρίες, χαρακτηριστικά, Γλωσσολογία/Glossologia 24 (2016), 103-146.

[35] Δημήτρη Λιθοξόου, Το χρονικό της Μονεμβασίας, http://www.lithoksou.net/p/xroniko-tis-monembasias-2005

[36] Peter Charanis, Nicephorus I - The Savior of Greece from the Slavs (810 A.D.), στο Studies on the Demography of the Byzantine Empire, London 1972, σ. 77.