Skip to main content

λέξεις που αρχίζουν από ψ


 

Οι λέξεις της κοινής ρωμαίικης γλώσσας και τα λεξικά που τις πρωτοσυναντάμε

 

λέξεις που αρχίζουν από ψ


 

Δημήτρη Λιθοξόου

Ιούνιος 2015

Πρόλογος [κοινός για όλα τα κεφάλαια]:

Οι λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας, βρίσκονται στα λεξικά μαζί με λόγιες ελληνικές λέξεις. Εδώ ξεχωρίζω τις λέξεις της δημοτικής, από τις λόγιες λέξεις (ή λέξεις της «καθαρεύουσας») και τις παρουσιάζω χωριστά. Κάνω δηλαδή το αντίθετο, από αυτό που έκανε ο εκδότης Δημ. Δημητράκος, σύμφωνα με την «εθνική» υπόδειξη του Γ. Χατζιδάκι. Σε μια αντίστροφη λογική, από εκείνη των καθαρευουσιάνων του παρελθόντος, «καθαρίζω» τις λέξεις της δημοτικής και απομακρύνω τις λόγιες λέξεις (το ξένο σώμα) που ήταν διαχρονικά άγνωστες στον αγράμματο λαό.

Ακόμα αναφέρω δίπλα σε κάθε ρωμαίικη λέξη, το λεξικό που συναντάμε τη λέξη για πρώτη φορά, τη χρονιά δηλαδή έκδοσης του λεξικού. Για παράδειγμα η εγγραφή «ψαράς - 1527», σημαίνει πως τη λέξη «ψαράς» τη βρίσκουμε για πρώτη φορά στο λεξικό του Στεφάνου (Corona Preciosa), που τυπώθηκε το 1527.

Σε κάθε λέξη υπάρχει δίπλα μόνο η χρονιά της πρώτης αναφοράς. Η λέξη «ψαροκέφαλο(ν)» γράφεται χωριστά σαν «ψαροκέφαλον – 1910» και «ψαροκέφαλο – 1950», γιατί την πρώτη φορά στη λέξη υπάρχει το (λόγιο ή διαλεκτικό) τελικό «ν», ενώ τη δεύτερη όχι.

Μετά από μερικά χρόνια ενασχόλησής μου με τη λεξικογραφία, επέλεξα μεταξύ αρκετών λεξικών, δεκαπέντε βασικά έργα, που χρονικά καλύπτουν το διάστημα 1527-1995. Η εργασία μου περιέχει τις ρωμαίικες λέξεις που υπάρχουν στα δεκαπέντε λεξικά. Οι περισσότερες από αυτές, θεωρούνται αποκλειστικά λέξεις της δημοτικής γλώσσας. Υπάρχουν ωστόσο και λέξεις της δημοτικής που τις βρίσκουμε (με την ίδια ή παραπλήσια έννοια) και στα λεξικά της αρχαίας ελληνικής (π.χ. ψιλός, ψυχή, ψώρα).

Για την ερμηνεία των λέξεων ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να προστρέξει στο ίντερνετ, καθώς τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία μπορεί να τα βρει ελεύθερα σε ηλεκτρονική μορφή.

Ας σημειωθεί τέλος πως οι λέξεις που υπάρχουν στον πίνακα, αποτελούν μέρος μόνο της ρωμαίικης, καθώς απουσιάζουν οι λέξεις δεκάδων διαλεκτικών λεξικών. Με αυτή την έννοια, μπορεί να χαρακτηριστούν σαν οι λέξεις της κοινής ρωμαίικης γλώσσας.

 

 

Τα λεξικά

1527

Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικώνέτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

1614

Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622

Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635

Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quodictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis vocesrespondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659

Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1709

Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1790

Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857

Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1882

Nouveau dictionnaire grec moderne-français: contenant les termes de la langue parlée et de la langue écrite, Front Cover. Émile Legrand, Garnier frères, Paris 1882.

1910

Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1931

Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1934

Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1950

Δ. Δημητράκου, Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, 15 τόμοι, Αθήναι.

1983

Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1995

Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

 

ρωμαίικες λέξεις που αρχίζουν από ψ

 

ψάθα

1622

ψαθάκι

1709

ψαθάς

1709

ψαθένιος

1790

ψαθί

1790

ψάθι

1709

ψαθούρι

1709

ψαθώνομαι

1709

ψαθώνω

1709

ψαθωτός

1934

ψαίνω

1882

ψακή

1983

ψακί

1934

ψάκι

1857

ψακούτης

1950

ψάκωμα

1934

ψακώνω

1931

ψαλίδα

1622

ψαλιδάκι

1622

ψαλιδάρης

1934

ψαλιδάς

1709

ψαλίδι

1527

ψαλιδιά

1882

ψαλιδιάζω

1931

ψαλιδίζω

1857

ψαλίδισμα

1659

ψαλιδισμένος

1931

ψαλιδόγλωσσος

1931

ψαλιδοκέρι

1790

ψαλιδοκόβω

1931

ψαλιδόξυλον

1857

ψαλιδόχορτο

1950

ψαλιδώνω

1659

ψαλιδωτός

1790

ψαλίκουρδα

1931

ψάλλομαι

1709

ψάλλω

1622

ψάλμα

1659

ψαλματάκι

1659

ψαλμένος

1709

ψαλμοδιάζω

1709

ψαλμοκατάρα

1931

ψαλμοκαταριέμαι

1931

ψαλμός

1659

ψαλμουδιά

1709

ψαλμουδιάζω

1709

ψάλσιμο

1934

ψάλσιμον

1857

ψαλτά

1790

ψαλτερός

1931

ψαλτήρα

1622

ψαλτήρι

1709

ψάλτης

1622

ψαλτικά

1622

ψαλτική

1659

ψαλτικός

1931

ψαλτόπαιδο

1931

ψαλτός

1622

ψάλτρα

1709

ψάλτρια

1622

ψάνα

1910

ψάνη

1857

ψανός

1983

ψάξιμο

1931

ψάξιμον

1882

ψαραγάνα

1950

ψαραγκάθι

1931

ψαράγκαθο

1995

ψαραγορά

1995

ψαράδα

1659

ψαράδαινα

1882

ψαράδικο

1931

ψαράδικος

1709

ψαράδισα

1931

ψαραίνω

1659

ψαράκι

1659

ψαράρης

1614

ψαράς

1527

ψάρεμα

1659

ψαρερός

1882

ψαρεύγω

1659

ψάρευμα

1790

ψαρευμένος

1790

ψαρευτική

1910

ψαρευτός

1910

ψαρεύω

1622

ψαρής

1931

ψαρήσιος

1950

ψαρί

1910

ψάρι

1614

ψαριά

1983

ψαριέρα

1934

ψαρίζω

1659

ψαρική

1622

ψαρικό

1931

ψαρικός

1659

ψαρίλα

1934

ψαρόβαρκα

1950

ψαροβότανο

1934

ψαροβότανον

1857

ψαρογένης

1709

ψαρογενίζω

1931

ψαροδόλι

1931

ψαροθρόφος

1659

ψαροκάικο

1931

ψαροκάικον

1857

ψαροκάλαθο

1931

ψαροκάλαθον

1910

ψαροκάλαμο

1931

ψαροκαλύβα

1931

ψαροκέφαλο

1950

ψαροκέφαλον

1910

ψαροκέφαλος

1910

ψαροκόκκαλο

1931

ψαροκόκκαλον

1857

ψαρόκολλα

1622

ψαροκόφινο

1931

ψαροκόφινον

1910

ψαρόλαδο

1931

ψαρόλαδον

1882

ψαρολεπίδα

1950

ψαρολίμνη

1622

ψαρολόγος

1882

ψαρολογώ

1910

ψαρομάλλης

1910

ψαρόμαλλος

1950

ψαρομανάβης

1931

ψαρομούστακος

1931

ψαρόμυαλος

1910

ψαρονέφρι

1931

ψαρόνι

1709

ψαροντούφεκο

1995

ψαροντουφεκάς

1995

ψαροπάζαρο

1931

ψαροπάζαρον

1790

ψαρόπετρα

1931

ψαρόπητα

1931

ψαροπίρουνο

1995

ψαροπούλα

1910

ψαροπουλειό

1659

ψαροπουλητής

1659

ψαροπούλι

1857

ψαροπουλιό

1931

ψαρόπουλο

1950

ψαρός

1659

ψαρόσουπα

1931

ψαροσύνη

1931

ψαροταβέρνα

1995

ψαροτέχνη

1659

ψαροτόμαρο

1934

ψαρότοπος

1659

ψαρότρατα

1995

ψαρού

1709

ψαρούδισα

1931

ψαρούκλα

1995

ψαρουλιάς

1910

ψαρούτζικος

1882

ψαροφάγης

1790

ψαροφαγία

1934

ψαροφάγος

1659

ψαροφέρνω

1931

ψαρόχοιρο

1983

ψαρύς

1934

ψαρώνω

1709

ψαρωσύνη

1857

ψαρωτή

1931

ψαρωτό

1931

ψάχαλο

1934

ψαχνά

1910

ψαχνάδι

1857

ψαχνί

1659

ψαχνίδα

1882

ψαχνίζω

1910

ψαχνό

1931

ψαχνόν

1622

ψαχνορωτώ

1931

ψαχνός

1790

ψαχνούτζικος

1790

ψάχνω

1790

ψαχουλά

1931

ψαχουλάω

1950

ψαχούλεμα

1931

ψαχουλευτά

1934

ψαχουλεύω

1910

ψαχουλίζω

1910

ψαχουλός

1931

ψαχτά

1931

ψάχτης

1709

ψάχω

1857

ψέγα

1659

ψεγαδάκι

1709

ψεγάδι

1622

ψεγαδιάζω

1622

ψεγαδιάρης

1659

ψεγάδιασμα

1882

ψεγαδιασμένος

1931

ψείρα

1790

ψειραλοιφή

1910

ψειρής

1931

ψειριάζω

1790

ψειριάρης

1790

ψειριάρικο

1934

ψειριάρικος

1931

ψείριασμα

1790

ψειριασμένος

1790

ψειρίζω

1790

ψείρισμα

1857

ψειρισμένος

1790

ψειροβότανο

1934

ψειροβότανον

1882

ψειροκοκό

1910

ψειρού

1931

ψειροφονιάς

1931

ψειρόχορτο

1950

ψέλλι

1931

ψέλνω

1931

ψέμα

1527

ψεματάκι

1635

ψεματάρης

1527

ψεματάρικος

1931

ψεματένιος

1659

ψεματεύω

1622

ψεματίζω

1934

ψεματινά

1622

ψεματινός

1614

ψεματούρης

1950

ψένω

1790

ψες

1910

ψεσινός

1934

ψευδός

1934

ψευταηδόνι

1995

ψεύτακας

1950

ψευτάκης

1950

ψευταράκος

1950

ψεύταρος

1950

ψεύτης

1622

ψευτιά

1790

ψευτίζω

1910

ψεύτικα

1622

ψεύτικος

1622

ψεύτισμα

1995

ψευτοβότανο

1950

ψευτογιατρός

1910

ψευτοδουλειά

1857

ψευτοδουλεύω

1910

ψευτοζαφορά

1934

ψευτοζώ

1934

ψευτοθόδωρος

1934

ψευτοκακόμοιρος

1950

ψευτοκαλόγρια

1950

ψευτοκλαψουρίζω

1995

ψευτοκολλημένος

1950

ψευτομάρτυρας

1857

ψευτομαρτυριά

1950

ψευτομαρτυρώ

1857

ψευτοπαλληκαράς

1995

ψευτοπάτωμα

1910

ψευτοπερνώ

1934

ψευτοφίστικο

1934

ψευτοφυλλάδα

1910

ψεύτρα

1934

ψευτρού

1995

ψη

1950

ψηλά

1622

ψηλανασκούμπωτος

1931

ψηλαπλώνω

1950

ψηλαρμενίζω

1931

ψηλέας

1995

ψηλό

1931

ψηλογκαμήλα

1950

ψηλοκαμήλα

1931

ψηλοκαπελαδούρα

1931

ψηλοκρατιέμαι

1934

ψηλοκρατιούμαι

1931

ψηλοκρατώ

1934

ψηλοκρεμάμενος

1931

ψηλοκρεμασιά

1931

ψηλοκρεμαστά

1934

ψηλοκρεμαστός

1931

ψηλολέλεκας

1995

ψηλόλιγνος

1931

ψηλομύτης

1910

ψηλονταρντάνα

1931

ψηλόπατος

1931

ψηλός

1614

ψήλος

1934

ψηλόσπιτο

1931

ψηλοσύνη

1622

ψηλοτάβανο

1931

ψηλότητα

1659

ψηλοτόπια

1931

ψηλούτσικος

1931

ψηλόφουντος

1931

ψηλόφουρκα

1931

ψήλωμα

1709

ψηλωμένος

1622

ψηλώνω

1622

ψηλωσιά

1931

ψήμα

1622

ψημένος

1635

ψημός

1659

ψήνομαι

1622

ψήνουμαι

1931

ψήνω

1622

ψησιά

1934

ψήσιμο

1934

ψήσιμον

1857

ψησταριά

1931

ψήστης

1931

ψηστικά

1790

ψηστός

1950

ψηταλιασμένος

1931

ψητάρης

1934

ψητό

1931

ψητόν

1790

ψητός

1857

ψήφα

1931

ψηφακιά

1934

ψηφί

1857

ψηφώ

1622

ψηφωτός

1983

ψιάθα

1882

ψιάθινος

1910

ψιάκη

1931

ψιακί

1709

ψιακούτης

1950

ψιάκωμα

1709

ψιακώνομαι

1709

ψιακώνω

1709

ψίδι

1622

ψιδιάζω

1709

ψίδιασμα

1709

ψίκι

1931

ψιλά

1659

ψιλάδα

1857

ψιλαίνω

1659

ψίλεμα

1931

ψιλήνω

1931

ψίλιθρας

1934

ψιλιθρώνας

1931

ψιλικά

1910

ψιλικατζής

1910

ψιλικατζίδικο

1910

ψιλικός

1931

ψιλό

1931

ψιλοβρέχει

1995

ψιλοβρόχι

1995

ψιλόγνεθος

1931

ψιλογνέθω

1931

ψιλογνεσμένα

1910

ψιλογνεσμένος

1931

ψιλόγνωμος

1910

ψιλογραμμένος

1857

ψιλοδιάλεχτος

1950

ψιλοδουλειά

1857

ψιλοδουλεμένος

1857

ψιλοδούλευτος

1950

ψιλοδουλεύω

1995

ψιλοδουλιά

1931

ψιλοκάμωμα

1931

ψιλοκαμωμένος

1931

ψιλοκαμωτός

1931

ψιλοκανωμένος

1934

ψιλοκάπουλη

1931

ψιλοκόβω

1934

ψιλοκοκό

1910

ψιλοκομμένος

1910

ψιλοκοπανισμένος

1857

ψιλοκοπώ

1659

ψιλοκοσκινίζω

1931

ψιλοκοσκίνισμα

1934

ψιλοκουβέντα

1995

ψιλολέγω

1931

ψιλόλιγνος

1931

ψιλολόγας

1931

ψιλολόγημα

1934

ψιλολογήματα

1931

ψιλολογιά

1910

ψιλολογία

1857

ψιλολογώ

1790

ψιλομελάχρινος

1931

ψιλομελαχρινούλα

1931

ψιλομύτης

1910

ψιλοξετάζω

1931

ψιλοπράγματα

1995

ψιλορώτημα

1934

ψιλορωτώ

1931

ψιλός

1659

ψιλοστόμαχος

1931

ψιλοσύνη

1635

ψιλότητα

1659

ψιλοτραγουδώ

1931

ψιλοτρίβω

1934

ψιλότσεφλος

1931

ψιλούρα

1931

ψιλούτζικα

1790

ψιλούτζικος

1635

ψιλούτσικος

1931

ψιλοφαδιάζω

1635

ψιλοφάδιασμα

1709

ψιλοφαδιασμένος

1622

ψιλοφαδιαστός

1931

ψιλόφλουδος

1910

ψιλοφρύδης

1931

ψιλοχάραγος

1931

ψιλοχωμάτισμα

1934

ψιλοψιχάλισμα

1709

ψίλωμα

1659

ψιλώνω

1931

ψιμάδα

1931

ψιμάδι

1931

ψιμάκι

1950

ψιμάρι

1910

ψιμάρνι

1910

ψιμίζω

1931

ψιμοκαίρι

1931

ψιμόπωρο

1931

ψιμοτύρι

1931

ψιμύθι

1931

ψιμύθρι

1931

ψισί

1709

ψιτ

1950

ψιττάκι

1950

ψίχα

1857

ψιχαδίζω

1882

ψιχάλα

1622

ψιχαλάκι

1709

ψιχαλητό

1934

ψιχάλι

1659

ψιχαλίδα

1659

ψιχαλίζει

1622

ψιχάλισμα

1622

ψιχαλιστά

1934

ψιχαλιστός

1931

ψίχαλο

1931

ψίχαλον

1910

ψιχίτζα

1950

ψιχοβράζω

1910

ψιχοπιάνω

1910

ψιχουλάκι

1709

ψιχουλιάζω

1931

ψίχουλο

1931

ψίχουλον

1622

ψιψίνα

1931

ψιψίρης

1931

ψιψιριάρης

1931

ψιψιρίζω

1934

ψιψίρισμα

1931

ψολόγι

1950

ψολογώ

1950

ψούνι

1635

ψουνίζω

1622

ψούνιο

1934

ψούνιον

1857

ψουνισιά

1950

ψουνίσιος

1950

ψούνισμα

1659

ψουνιστής

1635

ψούνος

1622

ψουρούθι

1950

ψοφάκι

1857

ψόφια

1709

ψοφιάρης

1931

ψοφιάρικος

1950

ψοφίζω

1659

ψοφίμι

1622

ψόφιος

1709

ψόφισμα

1931

ψοφισμένος

1709

ψοφοδιψώ

1931

ψοφοζώ

1931

ψοφοκοιμούμαι

1931

ψοφολόγημα

1934

ψοφολογώ

1931

ψοφοπείνα

1931

ψοφοπεινώ

1931

ψόφος

1790

ψοφώ

1622

ψυλλήθρα

1934

ψυλλιάζω

1622

ψυλλιάρης

1622

ψυλλιάρικος

1659

ψύλλιασμα

1709

ψυλλιασμένος

1622

ψυλλίζομαι

1635

ψυλλίζουμαι

1931

ψυλλίζω

1659

ψυλλίνα

1950

ψύλλισμα

1709

ψυλλιστής

1882

ψυλλίστρα

1882

ψυλλοβότανο

1934

ψυλλοβότανον

1857

ψυλλοδάγκωμα

1931

ψυλλοδαγκωμένος

1950

ψύλλος

1659

ψυλλοφάγωμα

1882

ψυλλοφαγωμένος

1659

ψυλλόχεσμα

1709

ψυλλόχορτο

1950

ψυχαδερφός

1931

ψυχαλήθρα

1950

ψυχαναθρεφτή

1931

ψυχαναθρεφτής

1659

ψυχαναθρεφτός

1635

ψυχαναθρέφω

1659

ψυχαναθροφή

1659

ψυχανατράφω

1882

ψυχανατρέφτης

1882

ψυχανατρέφτος

1882

ψυχανατροφή

1882

ψυχανεμίζομαι

1934

ψυχανεμίζουμαι

1931

ψυχαράκι

1635

ψυχάρης

1659

ψυχάρι

1659

ψυχαρούδα

1709

ψυχαρούδι

1931

ψυχεράδα

1931

ψυχερός

1931

ψυχή

1622

ψυχηκαριά

1622

ψυχικάρα

1950

ψυχικάρης

1635

ψυχικό

1614

ψυχίτσα

1910

ψυχοβγάλτης

1931

ψυχογιός

1931

ψυχόγροσο

1931

ψυχοδέρνομαι

1950

ψυχοκέρι

1931

ψυχοκλέφτης

1950

ψυχοκόρη

1910

ψυχοκυνηγάρης

1950

ψυχολείτουργο

1950

ψυχολόγι

1950

ψυχομάνα

1931

ψυχομάννα

1910

ψυχομαραίνομαι

1931

ψυχομαραίνω

1931

ψυχομάχημα

1659

ψυχομαχημός

1659

ψυχομαχητό

1622

ψυχομαχώ

1659

ψυχομέτρι

1931

ψυχομετρώ

1931

ψυχομοίρι

1931

ψυχοπαίδα

1790

ψυχοπαίδι

1622

ψυχοπαραδέρνω

1950

ψυχοπαραδίνω

1931

ψυχοπαραδότρα

1931

ψυχοπατέρας

1882

ψυχόπητα

1931

ψυχοπιάνομαι

1934

ψυχοπιάνω

1790

ψυχόπιττα

1934

ψυχοπονεμένος

1709

ψυχοπόνια

1931

ψυχοπονιάρα

1934

ψυχοπονιάρης

1931

ψυχοπονιάρικος

1934

ψυχοπονιούμαι

1931

ψυχοπόνισσα

1934

ψυχόπονος

1934

ψυχοπονώ

1709

ψυχορμησιά

1931

ψυχόρμητο

1931

ψυχορραγής

1882

ψυχορραγώ

1882

Ψυχοσάββατο

1931

ψυχοσώστης

1934

ψυχοσώστρα

1934

ψυχοταράζω

1910

ψυχοτρώγω

1931

ψυχούδια

1931

ψυχουιός

1857

ψυχούλα

1622

ψυχοχαλαστής

1659

ψυχοχάρτι

1910

ψυχρά

1659

ψύχρα

1659

ψυχράδα

1659

ψυχρίτσα

1931

ψυχρός

1659

ψυχρούλα

1882

ψυχρώνω

1659

ψύχωμα

1659

ψυχωμένος

1659

ψυχώνω

1659

ψυχωτής

1931

ψωλαράς

1931

ψωλή

1635

ψωλοκοπανίζω

1950

ψωλοκοπανώ

1950

ψώλος

1931

ψώμα

1622

ψωμάδικο

1931

ψωμάδικον

1790

ψωμάκι

1790

ψωμάκια

1934

ψωμάς

1659

ψώματα

1659

ψωματάκι

1659

ψωματάρης

1659

ψωματένιος

1659

ψωματεύγω

1659

ψωματινός

1659

ψωμί

1614

ψωμίζω

1910

ψωμόγαλο

1931

ψωμοζήτημα

1882

ψωμοζήτης

1622

ψωμοζητιά

1659

ψωμοζητώ

1622

ψωμοζώ

1910

ψωμοκασέλα

1659

ψωμολύσσα

1931

ψωμομάχαιρο

1995

ψωμονερίζω

1882

ψωμόνερο

1931

ψωμόνω

1857

ψωμοπάτης

1910

ψωμοπεινώ

1931

ψωμοπουλητής

1659

ψωμοσέντουκον

1790

ψωμόσυκα

1931

ψωμοταγίζουμαι

1931

ψωμοτρώγω

1910

ψωμοτύρι

1931

ψωμότυρο

1934

ψωμοφάγος

1910

ψωμοφαγού

1950

ψωμοχορταίνω

1910

ψωμοχορταίνω

1931

ψωμοχόρτασμα

1931

ψωμωμένος

1857

ψωμώνω

1931

ψώνι

1622

ψώνια

1931

ψωνίζω

1622

ψωνισιά

1950

ψώνισμα

1910

ψωνισμένος

1622

ψωνιστής

1622

ψωνίστρα

1910

ψώρα

1527

ψωραλειφή

1790

ψωράλογο

1934

ψωριάζω

1659

ψωριάρης

1622

ψωριάρικος

1790

ψωριάρισσα

1934

ψώριασμα

1709

ψωριασμένος

1709

ψωρίλας

1950

ψωρίλος

1934

ψωρίτης

1931

ψωρίτισσα

1950

ψωροβότανο

1934

ψωροβότανον

1857

ψωροδάσκαλος

1931

ψωροκάικο

1995

ψωροκακόμοιρος

1931

ψωροκόντες

1931

Ψωροκώσταινα

1931

ψωρομύτα

1931

ψωροπερηφάνεια

1934

ψωροπερήφανος

1857

ψωρόπευκο

1995

ψωρόχορτο

1934