Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπα-μπαμ


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπα-μπαμ


 

Δημήτρη Λιθοξόου

30.11.2011

μπα

ναι

μπα [1876a]

τα μπαμπακερά πανιά

μπάβαρο, μπάμπαρο

σαλιάρα, μαγλίκα, μπρουστέλα, σαλιαρίστρα σαλίστρα

μπαβέλα, μπαδέλα

κάποιο αγγειό για μαγείρεμα

μπαβούλια [1926]

το φυτό Lathyrus aphaca, αγριοβαβούλι, αγριοκουτσολάθρι του φιδιού, αγριολάθουρα, αγριολαθούρι, λαμπίρι, πνιγιά, σκαλοφίλι

μπαγάγια

βλ. μπάμπαλα (αρχίδια)

μπαγαδιάζω

αρρωσταίνω από μπαγάδες (για άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια)

μπαγαδώνω [1996]

χάνω δύναμη

μπαγάκια, μπαγάκια [1966]

βλ. μπαλαλίκι

μπαγάμια, μπαγάμια (τα) [1966]

τα αμύγδαλα

μπαγάνα [1988]

παγάνα

μπαγαποντάκος [1961]

βαγαποντάκος, κατεργαράκος

μπαγαπόνταρος [1961]

μεγάλος μπαγαπόντης

μπαγαπόντικος [1995]

βαγαπόντικος, βαγκαπόντικος, παγαπόντικος, κατεργάρικος

μπαγαπόντισσα [1995], μπαγαμπόντισσα [1998]

βαγαπόντισα, βαγκαπόντισα, παγαπόντισσα, κατεργάρα, κατεργάρισα

μπαγάς

αρρώστια της οπλής (λόγιο) των ζώων

μπαγασάκος [1961]

πονηρούλης, κατεργαράκος

μπαγάσικο [1963], μπαγασούδικο [1963]

πονηρό, κατεργάρικο

μπαγδαντίζω [1910], μπαγδατίζω [1910]

φτιάχνω μπαγδαντί

μπαγί

παγίδι, παΐδι

μπάγι

μήπως

μπαγιακόκος

χαζός, αγαλιάς, αλαφροκάφκαλος, αλαφροκέφαλος, αλαφροκούκουλος, αλαφρομιαλούσης, αλαφρόμυαλος, αλαφρονούσης, αλαφροπαλάντζας, αλαφροπάμπορο, αλαφρουκάνταλου, αλαφρουκάνταρου, αλαφρουπαλάντζας, αλμπίμπς, άμιαλους, άμνιαλους, άμυαλος, ανάμιαλος, ανέμιαλος, ανέμιαλους, ανέμνιαλους, ανίμιαλος, αντούβιανος, απτάλας, απτάλης, απτάλς, αχαμάκης, αχμάκης, αχμάκος, αχμάξ, αχμάχς, αχουμάκης, βιβίτακας, γκανάς, γκάχας, γκζαδ, γκλάφας, ζντρουφ, ιαχουμάκης, ιμπετσίλες, κακαβάνης, κακαβάνς, κακούρης, κλάπας, κούγελο, κούγελο, κουγιάμπαλο, κουζβός, κουζμπός, κούτακας, κουτεντές, κουτζμπός, κούτιος, κούτκος, κουτός, κουτούζικο, κουτούκι, κουτούλιακας, κουτουριάρης, κουτουρός, κουτούφ, κούτρης, λιάλβαλης, λίλης, λούτος, λούτφος, μαγκαφάς, μαμαρίτος, μανός, μάπας, ματούφς, μέτσιος, μέχας, μιμίας, μπανταλός, μπαχαλός, μπερτόδος, μπνάκας, μπονς, μπουνιάξ, μπουνταλάς, μπούρμπαδος, μπουτσούκας, νάκους, νούκος, ντιβανέλς, ντιβανές, ντίλινας, ντιουντιός, ντουγάν, ντουμόης, ντούρλιας, ούργιος, ούρδα, ουριαμπές, ούρλιακας, παράνταλος, παρασάλακους, παρασάνταλος, παρλακάδι, πνάκας, ράντος, ρούλιος, σαψάλτς, σέμπιος, σεριφαλής, σέφτελος, σιαϊλός, σιατλός, σιαψάλης, σιαψάλς, σιμεντλικουέρας, σιοροκλεμές, σιουμπερδέκας, σιούντελο, σιούρδος, σιούρδους, σλιάφκας, στουκ, στούκος, τεβεκελής, τζούμανος, τσιαμάρς, τσίμπιος, τσούκος, τσουφλέκας, χαζούλιακας, χαϊντούτ, χαλιαχούτας, χαλιαχούτς, χαμχούιας, χαντός, χάπατο, χαρλαχάμς, χάφτας, χλιάρας, χούχλιους

μπαγιαμόλαδο, μπαγιαμόλαδο [1966]

λάδι από αμύγδαλα

μπαγιάνο

το διάβασμα

μπαγιαντάς < μπαγ’αντάς [1962c]

ξύλινο υποστήριγμα (λόγιο)

μπαγιασό, μπαγιασό [1963]

ψάθινο καλό καπέλο

μπαγιατεύω, μπαγιατεύω [1934], μπαγιατιάζου μπαγιατιάζω, μπαγιατιάζω [1910], μπαγιατίζω, μπαγιατίζω [1790],

είμαι ή γίνομαι μπαγιάτικος

μπαγιάτι, μπαγιάτι [1966]

παγωμένο

μπαγιάτικος, μπαγιάτικος [1790], μπαγιάτκος < μπαγιάτ’κος [1966], μπαγιάτκους < μπαγ’ατκους [1962c], μπαϊάτικος [1709], μπαϊάτκους < bαϊάτ’κους [1976]

όχι φρέσκος | παλιός, που έχει σιτέψει

μπαγιατοπάζαρο, μπαγιατοπάζαρο [1931]

τα παλιατζίδικα

μπαγιέτο [1934], μπαλιέτα [1884c] μπαλιέτα [1934], μπαλιέτο [1884c] μπαλιέτο [1910]

πλεχτή ζώνη που κρατά τη βάρκα στο καράβι

μπαγιοκλής, μπαγιοκλής [1962b]

παραλής, άβαρος, άβαρους, ζεγκίνης, λεφτάς, μπενεστάντες, παράλς

μπαγιόκο

παιδάκι | καβάντζα

μπαγιόκος

ψωμί από αλεύρι κριθαριού

μπαγιόκος, μπαγιότο

μικροκαμωμένος

μπάγιος

γυρολόγος, γερολόγος, γιουρολόγος, γιρατζής, γιριστρής, γιρολόγους, γιρολόος, γιρουλόους, γιρουλός, γριστς, γρολόγος, γρολόος, γυριστής, ζιρολόγος, ιριστής, ιρολόος, κατσάνος, μπαΐος, πραγματευτής, πραματευτής, πραματιφτάις, πραματιφτής, πραματσούλης

μπαγιότα

θερμοφόρα (λόγιο)

μπαγιού, μπαγιού [1934]

ντουλάπι για το καλό δωμάτιο

μπαγκαδόρος [1934], μπανκαδόρος [1995]

αυτός που έχει τη μπάγκα (στα χαρτιά)

μπαγκαλέτο, μπαγκαλέττο < bαgαλέττο [1918], μπακαλέτο, μπανγκαλέτο

άσπρο κουβερλί ή τραπεζομάντηλο

μπαγκάλι

λιόπανο

μπαγκάλι

τραπεζάκι

μπαγκανότα

κάτι το πολύ μεγάλο

μπαγκανότα

τα λεφτά, το παραδάκι

μπαγκάρι [1709], μπαγκάλι [1709]

παγκάρι

μπαγκάτι [1966]

μικρό κοπάδι

μπάγκες (οι) [1931]

μέρη της σκεπής

μπαγκέτο

συρτάρι, γκιόζα, γκιόζι, κάντερα, παγκέτο, παράκλι, σίρμα, τσακμεντζέ, τσεκμετζές

μπαγκιάζω, μπαγκιάζου, μπαγκειάζου [1988], μπακιάζω

απαγκιάζω, απαγκιάζου, απαντζάζου, απατζάζου, απατζιάζου, απατζιάζω, απογκιάζου, παγκιάζω, πογκιάζω

μπαγκίρ-μπαγκίρ

σταγόνα-σταγόνα

μπάγκουρος, μπάγκουρο

το δέντρο Olea europaea var oleaster, αγκριγιολιά, αγρέλ, αγρελά, αγρέλα, αγρέλας, αγρέλη, αγρέλι, αγρελίδι, αγρζολία, αγριαλιά, αγριγιά, αγριγκιά, αγριέλα, αγριέλι, αγριελίδα, αγριελίδι, αγριελιός, αγρίλι, αγριλιά, αγριλίδα, αγριλίδι, αγριλιός, αγριοελιά, αγριολέα, αγριολιά, αγριολίδι, αγροϊλέα, αγρολέα, αγρολέγια, αγρολιά, αγρολίδα, αγρουλέος, αγρουλιά, αγρουλίδα, αργαλέους, αργολιά, αργουιά, αργουλέος, αργούλεος, αργουλίδα, αργουλίδι, αρκολιά, ασγουρλίδα, γριλίδι, κοσίνη, κόστινος, τζιλνιά, φιλουριά

μπαγλαμαδάκι [1995]

υποκ. του μπαγλαμάς

μπαγλάρωμα [1931]

δέσιμο, σύλληψη (λόγιο)

μπαγξάνα [1926]

το φυτό Rosa Banksiana

μπαγορδάντες [1963]

καλοφαγάς, γλόζους, γλούζους, γολιόζος, γολόζος, γουλόζο, γουλόζος, γουλόζους, γουλούζης, γουλούζος, πιτιτόζος,

μπαδανάς [1910]

στόκος, στούκος

μπάδι, μπάδ

πηγάδι, ανακατόλακος, αραβανίκος, αρβανίκος, αρβανίκου, αρβανίκους, βρις, γεράνι, γουβίν, κάργιο, κοΐν, κουγί, κουΐ, κουΐν, κουπαόλακος, λακίν, μπγαδ, μπγαδάκ, μπγαδέλ, μπγαδούλ, μπγιάδ, μπγιάδι, μπναρ, μπότσος, νεκατόλακος, πγαδ, πεγάδ, πιάδι, πιάι, πιγάδος, πιγαδούλ, πλεφρό, πους, πούσι, πχάδ, σαρνίτσι, σιρτός, σουρτουπίγαδου, φλετρό

μπαδιέρα

τσίνορο, ματόκλαδο, ματοτσίνορο, ματοτσίνουρο, ματουτσίνουρου, τσίνουρο, τσίνουρου

μπαδογέλεκο

κάποιο σακάκι

μπαδουλιά

πατημασιά, αντίρα, έμποδο, ζαλέ, μάλαξη, ντίρα, ντορός, ντουρός, ουμπλιά, πατιά, πατιμαλιά, πατισιά, πατλιά, πατματιά, πατνιά, πατουμαλιά, πατουσέα, πατουσιά, πατσιά, ποδκιά, ποδόλα

μπαζάκα, μπαζούκα, μπαζουρέκα

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπαζακάζου

φουσκώνω από το πολύ φαΐ

μπαζάκασμα, μπαζάκιασμα

φούσκωμα από το πολύ φαΐ ή νερό

μπαζάρεμα [1709]

παζάρεμα

μπαζαρεμένος [1709]

παζαρεμένος

μπαζαρεύω [1709], μπαζαρεύγω [1709], μπαζαριάζω, μπαζαριάζω [1860] μπαζαρίζω [1709],

παζαρεύω, παζαρίζω

μπαζαριότης, μπαζαριότης [1709], μπαζαριώτης [1635], μπαζιργκιάνης [1960], μπαζιργκιάνης, μπαζιριάνς

μπεζεργένης, μπιζιργιάνης, παζαρτζής, παζαριότης, πραματευτής

μπαζάρισμα

τέντωμα

μπαζαρκάνα [1909]

σουρτούκα, αλανιάρα | τσατσά

μπαζάρω

φεύγω

μπαζάρω [1884c]

μποζάρω, τεντώνω, σφίγγω

μπαζερισμένος [1996]

κουρασμένος

μπαζέρνου [1988]

φορτώνω

μπαζέρνω [1996]

κουράζομαι | βαριέμαι

μπαζές [1835]

δίμιτο πανί

μπάζι, μπαζ

το πρώτο γκαζάκι (γυάλινο) ή βόλος στην αράδα του παιχνιδιού

μπαζίνα

μούσκεμα, βουτάκι, ζούπα, καφτσί, κλιτσίκι, κναβ, κναδ, λούζα, λούμαν, λούστρα, λούστρους, λούτσα, μλια, μλιουδ, μόσκεμα, μοσκίδι, μόσκιο, μούλια, μουσγούδ, μουσκίδι, μούσκιο, μούσκιομα, μπλιόγκους, μπλιόντα, μπλιούρι, μσγουδ, ντούνα, παπί, παπίδ, παπίδι, πατσί, πατσούρα, πιστίλ, πιστίλι, πιτούμι, πιτσίλι, πλιατσάρα, πλιμάδι, πλιόκα, πλιτάρ, πλουτούμ, σκλίδα, σούρωμα, στίπα, τούνα, τσίτσα, τσούπλα

μπαζίνα [1931], μπαζίλα [1964]

ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού: μπομπότα, ανεβατή, μαμάτσα, μπουμπότα, ροκίσιο, σαγαμίτα, σομόνι, τζαλέτι | χυλός από αλεύρι καλαμποκιού τηγανισμένος με λάδι ή βούτυρο: πολέντα, μαμαλίγκα, κουρκούτι, κουρκούτα

μπαζλαμάτσα

νερουλό ζυμάρι

μπαζμπατεύου < bαζbατεύου [1978]

πασπατεύω

μπαζντγάρς, μπαζντγάρκους

ήσυχος

μπαζντόνουμι

αρρωσταίνω από μπάζντρα

μπάζντρα, μπαζντράς

αρρώστια των φυτών | κασίδα

μπαζντραβότανο

βότανο για τη γιατρειά της μπαζντραβίτσας

μπαζόκα

μαστίχα, μαστίχι, μαστίχιν, σακούζ

μπαζός [1887b]

ο πάτος αγγειού από ξύλο

μπάζου

τρώω γρήγορα

μπαζουμπαζί [1688]

σπόρος πεπονιού

μπαζούρι [1931]

παντζούρι, κατωφώτι < λυχνάρι

μπαζούρκουλα [1688]

σπόρος πράσου

μπαζουρλχάς [1688]

σπόρος μαρουλιού

μπάζω [1910], μπάζει [1874a]

βάζω μέσα | κονταίνω

μπάζωμα [1934]

το γέμισμα με μπάζα

μπαζώνω [1887b]

φτιάχνω τον πάτο σε αγγειό από ξύλο

μπαζώνω [1961]

γεμίζω με μπάζα

μπαήλεμα [1982]

αποβλάκωση (λόγιο)

μπαηλός [1982]

βλ. μπαγιακόκος

μπάθρα, μπάθρ < bάθρι [1892], μπαθρί

κομμάτι μπάλωμα από τομάρι γουρουνιού (για τσαρούχια, σαμάρια)

μπαθρώνου

βουλώνω με λάσπη τις τρύπες στο ντουβάρι

μπαϊάδα

γη (χωράφι) με πέτρες και άμμο

μπαϊάκλα [1982]

παράλυση (λόγιο)

μπαϊακλός [1982]

παράλυτος (λόγιο)

μπαϊαμάδκους < bαιαμάδικους [1892]

στραβοκάνης, στραβοπόδης

μπάια-μπάια

σιγά-σιγά

μπαϊάτι [1709]

μπαγιάτικο ψωμί

μπαϊβάνικα

άλογο που πάει με γιοργάδισμα, με αραβανλίκι (στα πλάγια)

μπαίγνιο [1918], μπαίγνιο [1931]

περίγελος (λόγιο)

μπαΐδα

παγίδα, παγίδιν, παΐδα, παΐδιν,

μπαιζογελάω [1963], μπαιζογελώ

ξεγελάω | περιγελώ

μπαϊλντίζω [1931], μπαγιλντίζου, μπαγιλντίζω [1960], μπαηλίζω [1982] μπαϊλδίζω [1910], μπαϊλίζου, μπαϊλίζω [1837], μπαϊλνάου < bαϊλνάου [1978], μπαϊλντίζου, μπαϊλντώ [1934] μπαϊλνώ < bαϊλνώ [1976], μπαϊλώ, μπαϊρντώ μπαλίζω [1887b]

αποκάμνω, αποκαίνω, αποκάμω, αποκάνω, απουκάμνου, απουκάμου, απουκάνου, ποκάμνου, ποκάμνω, ποκάνω

μπαϊλντισμένος, μπαϊλντισμένους

αποκαμωμένος

μπαϊμάκης [1996]

αυτός που κουτσαίνει (από τη μέση)

μπαϊμπούρ

παλιόρουχο

μπαιν-μιξτ [1934]

μικτά λουτρά αντρών και γυναικών

μπάινο [1963]

σημαδούρα από φελλό στη θάλασσα, που πάνω της δένουν το σκοινί από το δίχτυ

μπαινοβγαίνω [1860], μπαιζοβγαίνω [1963]

συναναστρέφομαι (λόγιο)

μπαινοβγάλματα (τα) [1934]

τα πολλά σούρτα-φέρτα

μπαινοβγάνω [1864]

βάζω και βγάζω κάθε λίγο

μπαινοβγαρσά

η άδεια να μπαινοβγαίνεις κάπου

μπαινοδιαβαίνω

μπαίνω και περνώ

μπαΐνου < μπαΐνου [1923a]

βγαίνω, βγένου, βγίνω, βγκένω, βγκνου, βιένου, βκένω, γβένω, γκουένω, εβγένω, εβγίνω, εγβένω, εγκουένω, ιβγένω, ογβένω, ουένω, φκένω

μπαϊντός [1996]

τέλος

μπαίνω [1659] μπαίννω [1891a], μπαίνου < μπαίνου [1923a]

εισέρχομαι (λόγιο) | καταλαβαίνω

μπάϊους < bάιους [1892]

έτσι λένε από σεβασμό το γέρο

μπαϊραγασής

οπλαρχηγός (λόγιο), καπετάνιος

μπαϊρεύγω

ζητώ να γίνω ο πρώτος, η κεφαλή

μπαϊρίσια

πονηρή

μπαΐχου < μπαΐχου [1923a]

μπάζω, ανεβάζω

μπακ

όμως

μπάκα [1931]

η πρησμένη κοιλιά από αρρώστια της σπλήνας

μπάκα [1982]

μερί, μηρί, μπούτι

μπάκα [1982]

σπλήνα

μπακαβάς

χαρτόνι, γκαμπάθκο, καρτόν, καρτόνι, μουκαβάς, μακαβάς, μπουκαβάς, πενατζίιν, χαρτόν

μπακαβέλι [1966]

κακά βαμμένο πανί

μπακακάκι [1961], μπακακάκ < μπακακάκ’ [1964], μπακακάκος [1961], μπακακούδ, μπακακούλι, μπακακούλ < bακακούλλι [1892]

βατραχάκι, βαθρακάγι, βαθρακάκ, βαθρακάκι, βαθρακάτς, βαθρακάτσι, βαθρακόπλο, βαθρακούδι, βαθρακούλα, βαρθακούλα βαρτακούδιν, βατραχάκ, βατραχάτς, βατραχάτσι, βατραχόπουλο, βατραχούδι, βατραχούλα, βοθρακούδι, βορτακούδιν, βροθοκόπον, μποθρακλούδι, σφαρδακλάκι, φορτακλούδι

μπάκακας [1858], μπαθρακός, μπακακάς [1964], μπάκακας < bάκακας [1976], μπάκκακας < bάκκακας [1908], μπαμπακάς [1964], μπάμπακας [1964], μπαρδακάς, μπαρθακάς, μπαρθακλάς, μπαρντακός, μπαρτακάς, μπαρχιάκα, μπάτζιακας, μπάτσιακας

βάτραχος, αθρακλός, αφορδακός, αφορντακός, αφρακλός, βαθαακός, βαθράκ, βαθράκα, βάθρακα, βαθρακάς, βάθρακας, βαθράκι, βαθράκια, βαθρακλάς, βαθρακός, βάθρακος, βαθράτσι, βαρδακάς, βάρδακας, βαρθάκα, βάρθακα, βαρθακάς, βάρθακας, βαρθακός, βάρθουκλας, βαρντακλάς, βάρτακας, βαρτλάκα, βάρτλακα, βατράκα, βάτρακλος, βατρακός, βατράχ, βατράχα, βατράχι, βόδρακος, βόθρακας, βοθράκι, βοθρακός, βόθρακος, βορδακάς, βορδακλός, βορθάκα, βόρθακα, βορθακάος, βορθακάς, βορθακός, βόρθακος, βόρτακας, βορτάτσιν, βούθρακο, βουρδακάς, βουρθακάος, βουτράκιου, βπθράκα, βπρθάκι, βπτράχα, βραθάκι, βρίτικο, βροθάκα, βρόθακος, βρόσακου, βρότακου, βρόταχος, βρούθακο, βρούντακου, βρούσακο, βρούτακο, κακαράς, καρκάλι, κάρλακας, κούβακας, μαθράκα, μάθρακα, μαθρακάς, μαθράκια, μαθρακός, μπίθλακας, μποθράκι, μποθρακλάς, μπορτντακλάς, μπουθρακλάς, μπουρθακλάς, μπρούθακο, όδρακας, όδρακος, οδράτσιν, οθράτσιν, σβάρδακλας, σβάρθακλας, σποδακλάς, σπορδακάς, σπουδακλάς σπρόφακο, σφάρδακας, σφάρδακλας, σφαρδάκλι σφάρδακλος, φαδρακλός, φαρδακλός, φαρδουκλός, φάρντακα, φαρτάκι, φοθράκα, φορδακά, φορδάκα, φόρδακα, φορδακάς, φόρδακας, φορδακλά, φορδακλάς, φορδακλός, φορδακός, φόρδακος, φορθάκα, φορθακός, φορντακλός, φορταγκός, φουρδακλάς, φροθάκα

μπακακομάτα [1966]

αυτή που έχει μάτια πεταχτά σαν του μπάκακα (του βάτραχου)

μπακακούδ < bακακούδι [1892]

κάποιο κομμάτι από το κρέας του γουρουνιού

μπακαλαρόλαδο, μπακαλόλαδο

μουρουνέλαιο (λόγιο)

μπακαλιαράκια, μπακαλιαράκια [1963]

το φράκο (λόγιο)

μπακαλιαράτος, μπακκαλιαράτος [1963]

αυτός που τέλειωσε το Πανεπιστήμιο με καλό βαθμό

μπακαλιαρόπιτα, μπακαλαρόπιτα [1966], μπακαλόπιτα [1966]

πίτα με παστό μπακαλιάρο

μπακάλιμα, μπακάλμα < bακάλ’μα [1976]

μπουσούλημα, αρκούδεμα, αρκούδεμαν, αρκούδισμα, αρκούδισμαν, αρκούδμα, αρκούρεμα, μπουσούλισμα

μπακάλισσα [1934], μπακάλαινα [1934]

η γυναίκα μπακάλης ή η γυναίκα του μπακάλη

μπακαλνώ < bακαλνώ [1976], μπακαλάου, μπακαλώ, μπακατώ

μπουσουλάω, αργκδίζου, αρκδιάζου αρκδίζου, αρκουδάζω, αρκουδεύω, αρκουδιάζω, αρκουδίζω, αρκουδίζω, αρκουδίνου, αρκουδώ, αρκουΐζω, αρκουντού, αρκουντώ, αρκουρώ, αρκουώ, μπισλώ, μπουσουλίζω, μπουσουλώ, ρκουδώ,

μπάκαλο

ποταμίσια πέτρα

μπακαλόγατος [1931]

ο γάτος που έχει ο μπακάλης στο μαγαζί του | το μπακαλόπαιδο, ο παραγιός του μπακάλη

μπακαλόπαιδο [1961], μπακαλόπαιδον [1910], μπακαλόπουλο [1961]

ο παραγιός του μπακάλη

μπάκαλου < bάκαλου [1976]

η στρογγυλή πέτρα

μπακαλόχαρτο [1998]

φτηνό χαρτί για τύλιγμα

μπακάμι [1709], μπακάμ < bακάμ’ [1976], μπαχάμι

αιματόξυλο, ματόξιλο, καμπεχιανό, κόκκινο ξύλο από τη Βραζιλία | η κόκκινη μπογιά για τα πασχαλινά αυγά | το ξυλοπάπουτσο

μπακάμι [1962b]

το σώσμα (για κρασί) | το κατακάθι

μπακάμισμα [1966]

το βάψιμο των κόκκινων αυγών για το Πάσχα

μπακανάκας [1963]

βλ. μπαρκοκοίλης

μπακανιάζω

αδυνατίζω, αδυναμιάζω, αδυναμώνω, αδυνατεύω

μπακανιάζω [1874a]

έχω κάνει μεγάλη κοιλιά

μπακανιάρης [1910]

βλ. μπαρκοκοίλης

μπακανιάρης, μπακανιάρης [1790]

άρρωστος (σπληνιάρης) και κιτρινιάρης

μπακανιάρικο [1884b], μπακανιάρκο, μπακανιάρκου < μπακανιάρ’κου [1964]

το παιδί που έχει κίτρινο πρόσωπο ή πρησμένη κοιλιά

μπακανιασμένος [1874a]

κιτρινιασμένος

μπακανίτης [1874a]

το κίτρινο (χαλασμένο) σύκο

μπακαράς [1931], μπακκαράς [1961]

κάποιο παιχνίδι με την τράπουλα

μπακαρόλα

χταποδιέρα (για το ψάρεμα χταποδιών)

μπάκας

βλ. μπαμπάκας

μπάκας

μήπως

μπάκας [1864], μπάκος [1961]

μπακανιάρης, άρρωστος (σπληνιάρης) και κιτρινιάρης

μπάκας [1874a]

βλ. μπαρκοκοίλης

μπάκας [1966]

βλ. μπαγιακόκος

μπακασούρ

ο σπόρος του κουκουναριού

μπακατάρης, μπακατάρς

ο βοσκός που έχει λίγα ζώα

μπακατάρκους < bακατάρ’κους [1976], μπακατιάρκους

κρέας, γάλα ή τυρί από γίδι ή πρόβατο που μεγαλώνει στο σπίτι

μπακατζίζου < μπακατζίζου [1923a]

βελάζω, βιλάζου, βελάζου, βλάζω, βιλιάζω, βιλιάζου, βλιάζω, βλιάζου, βιάζου, βελέχω, βελάω, αβελάω, μπελάζω, μπελιάζω, μπιλάζου, μπιλιάζου, μπλιάζου, μπελάζου, πελάζω, μελάζω, μιλιάζου

μπακάτι, μπακάτ < bακάτ’ [1976]

γίδι ή πρόβατο που μεγαλώνει στο σπίτι

μπακατίσιος, μπακατίσιος [1966]

ενδημικός (λόγιο)

μπακατσέλι, μπακατσέλ

βλ. μπακακάκι

μπακατσιές, μπακατσιές (οι) [1982]

οι κόμποι του ποδαριού

μπακαφίο

το πουλί Oriolus oriolus, βλόρκος, βλορκός, γλορκός, κιτρινοπούλα, κιτρινοπούλι, κλορκός, συκάς, συκαλάς, συκοφαγάς, συκοφάγος, φλορκός

μπακαφιός, μπακαφιός [1966]

κάποιο ψάρι

μπάκε [1982], μπάκαι [1992], μπάτσε, μπάτσαι [1992]

μήπως

μπακιά

οι μέρες μετά τη γιορτή (για το όνομα)

μπακίνι

κομμάτι της γκαζόλαμπας

μπακίρα [1934], μπακήρα [1960], μπακίρες (οι) [1931], μπάκρα

μπακιρένιο αγγειό | μπακιρένιο νόμισμα (μπακίρες: γαζέτες, πενταροδεκάρες)

μπακιρής [1962a]

χαλκόχρους (λόγιο)

μπακίρι

κάποιο μακρόστενο πεπόνι με χρώμα μπακερένιο

μπακίρια, μπακίρια (τα) [1962a], μπακίργια < bακίργια [1976]

αγγειά του σπιτιού φτιαγμένα από μπακίρι | τα λεφτά

μπακιρικό [1934], μπακιρικόν [1910] μπακιρικά (τα) [1931], μπακιρκά, μπακράκια

κάτι φτιαγμένο από μπακίρι | μπακιρικά: αγγειά φτιαγμένα από μπακίρι

μπακιρονούσης

βλ. μπαγιακόκος

μπακιρτζίδικο [1931], μπακιρτζήδικο [1934], μπακιρτζίδικον [1878b]

το εργαστήρι του μπακιρτζή

μπακίρωμα [1878b]

επιχάλκωση (λόγιο)

μπακιρώνω [1931], μπακιρόνω [1878b]

επιχαλκώνω (λόγιο)

μπάκκα [1934]

όταν το άθροισμα τριών χαρτιών στο μπακαρά είναι μηδέν

μπακλαβαδάκι [1998]

μικρό κομμάτι μπακλαβά

μπακλαβατζίδικο, μπακλαβατζίδικον [1878b]

το εργαστήρι του μπακλαβατζή

μπακλαβωτός [1995], μπακλαβαδωτός [1962a], μπακλαβουτός

ρομβοειδής (λόγιο)

μπακλάς

κάποιο αγριόχορτο

μπάκο

μετάξι, ιμπρισίμι, ιπέκ, μετάξ, μπρισίμ, μπρισίμι

μπακοκοίλης [1874a]

βλ. μπάκος

μπακόλας

λογάς, γκεβεζάδικος, γκεβεζάρης, γκεβεζές, γκιβιζές, γλοσάρης, γλοσέας, γλοσιάρης, γλουσάς, γλουσουκουπάνα, γλουσουκουπάνης, γλουσουκουπάνς, γλωσσάς, γλωσσοκοπάνας, γλωσσοκοπάνης, γλωσσοκοπάνος, καπάνι, κεβεζέας, κεβεζές, κεβιαζιάς, λαβατούρας, λάλος, λαφαζάνης, λαφαζάνς, λαφαζιάνης, λογαράς, λουγάς, μασλάτας, μουχαμπιτλής, μουχαμπιτσής, μπανταβάλς, μπουμπουτούρας, νεροτρουλίδα, νταρντάλας, ντιβετζής, ξουράφι, ξουρής, παπαρδέλας, παρφάρας, πολιομιλιδούσης, πολύλαλος, πολυλογάς, πολύλογος, πουλουλουγάς, σαλαβάτας, στοματάς, ταρτάρας, τρουλίδα, τσαμπάου, τσαμπουνιάρης, τσαρλατάνους, τσαρτσαλέους, τσιαπτσιάξ, φαρφαλιάρης, φαρφαράς, φαρφάρας, φαφλατάς, φαφλόδιους

μπακολέτσης [1966]

σκορπιός (Androctonus), ακράπ, ακράπι, ακρέπ, καβουροσκορπία, καράντουλα, κοντοτούρτς, μπιτσιλιάκος, μπιτσκάβουρας, μπιτσκάουρας, μπουτσιουκάβουρας, σγρκάμπα, σκάρπας, σκορπιάς, σκορπίδι, σκουρπίδ, σκράκους, σκραπούδι, σκρουπίδ, σκρουπιός χριτζιελόρος

μπάκολο-κουτούρλο [1966]

ανάκατα, ανέκατα, ανακάταλα, ανακατωτά, κουλουβάχατα

μπακονέρι [1982]

βαλτονέρι, βαλτόνερο

μπάκος

το ψάρι παλαμίδα

μπακοτίλια (τα), μπακουτίλια

μπαγκάζια | ψιλοπράματα, μικροπράματα | παλιατζούρες

μπακοτίλια, μπακοτίλια [1962b]

το κομπόδεμα, οι οικονομίες (λόγιο)

μπακούκος [1963]

κοντόχοντρος, γούτας, ζουμπακάδ, ζουμπακάς, ζουμπάς, κοντοστρούμπουλος, κουλουκούμπας, μπαντάκ, μπόγος, μπόγους, μπουμπόλας, μπουρσούκ, σίσκος, στούμπος,

μπακούλα [1966]

η μαζώχτρα, αυτή που μαζεύει τα απομεινάρια στα χωράφια ή τα αμπέλια

μπακουλεύω [1966]

μαζεύω τα απομεινάρια στα χωράφια ή τα αμπέλια

μπακρατσάς

αργός στο μυαλό και στα πόδια

μπακρίλα [1931]

γιάρι, σκουριά μπακιριού

μπάκρινα [1964], μπάκραινα [1964]

άσπρη προβατίνα με μαύρο κεφάλι

μπαλ [1688]

το φυτό Cucumis sativus, αγγούρι, αγκούρ, δροσίτης, αμελέτητο, καστραβέτσι

μπαλαγκάμι [1996], μπαλαγάμι [1996]

ροχάλα, γκρόχαλου, ρέχα, ρουχάλα, ρόχαλο, σάφλα, σάχλα, φλέμα, χαρμπόλα, χλεμπόνα, χλέπα

μπαλαδόρος

χορευταράς

μπαλαδόρος, μπαλιαδόρος

αυτός που παίζει καλή μπάλα

μπαλάδος

παλαβός, μουρλός, ζουρλός

μπαλαδούρος [1709]

αυτός που δένει μπάλες (δέματα)

μπαλάκι [1709]

μικρή μπάλα (τόπι)

μπαλακιάζω

κάνω

μπαλάκιναμ

κατάρα

μπαλάλα

νταρντάνα

μπάλαλα [1966]

η φλυαρία (λόγιο), τα πολλά λόγια που δεν νοιάζουν κανένα, μπαρμπάλιασμα, μπαραμπάρια, μπαχλάτισμα

μπαλαλάς, μπαλαλέας

κοντός

μπαλαλάω [1966], μπαλαλίζω [1866b] μπαμπαλάω [1983b], μπαχλατάω

μπαρμπαρίζω, μπαταλιάρω μπανταβαλίζου, λέω πολλά λόγια που δεν νοιάζουν κανένα

μπαλαλίκι [1966]

τα έπιπλα (λόγιο), μπαγάκια, μόμπιλε, μόμαλα, μόμιλα, μόμπιλα, μομπίλια, μοπιλτά

μπαλαμισδράλια (τα), μπαλλαμισδράλια [1910]

βόλια (μπάλες) και μισδράλια

μπαλαμιστράλι [1982], μπαλαμισδράλια (τα) [1931]

μυδράλιο

μπαλαμούτι [1934], μπαλαμούτ, μπαλαμουτιά, μπαλαμουτιά [1931],

ψέμα, κόλπο, ξεγέλασμα

μπαλαμούτι, μπαλαμούτιασμα

χούφτωμα γυναίκας

μπαλαμουτιάζω

ξεγελάω, κοροϊδεύω, παραμυθιάζω | χουφτώνω γυναίκα

μπαλαμούτσα, μπαλαμούτια

πατούσα, γκαλέτσι, επάτνα, μπάτσα, μπλαμούτσα, πατούνα, πατούχα, πλατύ

μπαλανσέ

βήματα χορού

μπαλάντα [1962a], μπαλλάντα [1934]

είδος παλιού γαλλικού τραγουδιού

μπαλαντέζα [1962a]

κομμάτι καλώδιο με φις στις δυο άκρες

μπαλαντέρ [1998]

χαρτί της τράπουλας

μπαλαντζάρισμα

ζύγισμα, ζίασμα, παλαντζάρισμα, παλατζάρισμα

μπαλάντζας[1962b]

παλάντζας, παλάτζας, ανεμοδούρας

μπαλαντίνια (τα), μπαλαντίνες (οι)

μεγάλες νιφάδες χιονιού: μπαλόματα, μπαμπακούρες, μπαμπακούλες, σκαμπακίδες, στούπες, στούπφες, πιτρίκια, τουλουπίδες, τουλούπις

μπαλάντρα < μπαλάντρα [1923a]

ή κούτσουρε, χοντρό και πλατύ ξύλο απ’ όπου περνούσαν τα αδράχτια, στα παλιά λιοτρίβια

μπαλαντσές

χορός | καβγάς, τσακωμός

μπαλαόρντος [1963]

προμαχώνας (λόγιο)

μπαλαούρα

βαβούρα, χλαλοή, αντάρα

μπαλαούρι [1878b]

ναυτ. σχοινοθήκη (λόγιο)

μπαλαούρο [1963], μπαλαούρος [1966]

το μεγάλο δέμα

μπαλαουρτζής

ναύτης αποθηκάριος, κυτωρός (λόγιο)

μπαλαράς [1709]

μπαλωματάς

μπαλαρίνα

μάλλινο σάλι, εσάρπα

μπαλαρίνος [1840], μπαλλαρίνος [1963]

χορευτής

μπαλαρμάδα

καταστροφή (λόγιο)

μπαλαρτός [1988]

ή κεχαγιάδικος, κάποιος χορός

μπαλάρω [1931]

χορεύω

μπαλάση [1896a]

θεία, άμια, αμία, άμνια, αμπλά, άμπλα, άμπουλα, αμπούλα, θεια, θια, θιάκα, θιάκου, θιακούλα, θιάκω, θιάτσα, θίτσα, θκια, κάκου, κάκω, μαλέκω, μπίλκα, μπούλα, νιάνια, ντζία, τατσίνα, τέτα, τέτη, τζία, τζιτζίκου, τσάτσα, χάλα

μπαλάσις (οι) [1964]

κάποια ξινά λάχανα με μακρόστενα φύλλα

μπαλασκέρμα [1963]

πλοίο φορτηγίδα (λόγιο)

μπαλασκόνια, μπαλασκόνια (τα) [1963]

βλ. μπάμπαλα (αρχίδια)

μπαλασκούνια (τα) [1896b]

κυνηγητικά εφόδια (λόγιο)

μπαλαστρόνι [1931]

κάποιο βλήμα από παλιό κανόνι

μπαλαστρόπι, μπαλλαστρόπι [1910]

τάπα κανονιού

μπαλαστρούτσος

ναυτ. διαστημόμετρο (λόγιο)

μπαλάτι [1966]

χοντρό παιδί

μπαλατίνια (τα)

χιονοθύελλα (λόγιο), ανεμοσούρι, ανεμοσούριαγμα, ανεμοσούριασμα, ανεμοσούριγμα, ανεμοσούρισμα, ανεμόχιονο, ανιμοσούριγμα, ανιμοσούρσμα, ανιμουσιούρ, ανιμουσιούρσμα, ανιμουσούουτζμα, ανιμουσούρ, ανιμουσούριγμα, ανιμουσούρσμα, ντρουλάπ, ντρουλάπι, σαμπακίδα, στουπέ, τφαν, τφάνι

μπάλατος

βλ. μπάταλος

μπαλάφα [1962b]

μπαρούφα, μπούρδα, παπαρδέλα

μπαλαφάρας [1962b]

σαχλός, παπαρδέλας, παρλαπίπας, σαχλάκιας, σαχλαμαράκιας, σαχλαμάρας, σαχλαμπούχλας, σάχλας

μπαλάφας

αγαθός, ααθός, αβαθός, αβαχός, αγάθας, αγαθέ, αγαθές, αγαθιάρης, αγαθόπουλος, αγκαθής, αγκαθός, βάθης, βαθός, γαθός

μπαλαχάρτα

δημόσιο έγγραφο (λόγιο)

μπαλγκάμ

λόγγος, αρμάνι, ζίγρα, ζίγρια, κουρί, λαγκονιά λογκάρι, λογκιά, λογκός, λόγκους, λόνγκους, ορμάν, ορμάνι, ουρμάν, ουρμάνι, ρμαν, ρμάνι, ρομάν, ρομάνι, ρουμάνι

μπαλεζές

κρέμα φτιαγμένη με ζάχαρη, νισεστέ, μαστίχα, κανέλα, αθόνερο και κοπανισμένα αμύγδαλα

μπαλέστρα [1934]

εξάντας (λόγιο)

μπαλεστράκι [1709]

μικρή μπαλέστρα

μπαλεστριά, μπαλεστριά [1709]

ριξιά με μπαλέστρα

μπαλέτα

κάποιο μεγάλο μαχαίρι

μπάλη

παλάμη, απαλάμη, απαλάμ

μπαλί

βόλι | μπαλάκι, μπαλίτσα

μπάλι

μικρό μπάλωμα ρούχου

μπαλιά, μπαλιά [1709], μπαλλιά [1709] μπαλλιά [1934]

η ριξιά της μπάλας | η ντουφεκιά

μπάλια, μπάλια [1931]

σάλια μπάλια < κουρέλι

μπάλιαβους

σπανός, άτριχος, θεοξιούριστος, θεοξύριστος, κιοσές, μαδός, σπανίθρα, σπανομαρία

μπαλιάδα, μπαλιάρα

κομμάτι του χωραφιού όπου ο σπόρος δε φυτρώνει

μπαλιάζου, μπαλλιάζου [1964]

φτιάχνω μπάλες (δέματα)

μπαλιάζω

δεματιάζω

μπαλιάκου

γέρικη προβατίνα

μπαλιάσης

ζώο με άσπες βούλες

μπαλιατσάκι, μπαλιατσάκι [1982]

κανατάκι

μπαλιάτσας

καράφλας, γκουλιαβουκέφαλους, γουργούτας, γουτς, γουτσαρέλας, καραφλός, κελέκης, κελέσης, κούτλους, μαδαρός, μαδουκέφαλος, παπαλιάρης, φαλακρός, φαρακλός,

μπαλιγαδόρος [1963], μπαλιγάδος

καταφερτζής, καπάτσος, κολπατζής, μαλαγάνας, ματραγκούνας, μουραφετλής, ποστάκος

μπαλιέρα, μπαλιέρα [1910]

ναυτ. αρτάνη (λόγιο)

μπαλιέτα, μπαλιέτα [1963]

ή στρομάτσα, πλεχτό στρώμα από σκοινιά, για να μη χτυπάει το ένα καράβι στο άλλο.

μπάλιζα [1934], μπάλιτζα

το πουλί Fulica atra, αγριοπουλάδα, καρακούσι, λούφα, μαυρόκοτα, μαυροκοτί, μαυρόπουλος, νερόκοτα, φόλεγα

μπαλίζω [1659]

ντουφεκίζω, μοσκετάρω, μουσκετάρω, ντουφεκάω, ντουφεκώ, τουφεκάου, τουφεκάω, τουφεκίζω, τφεκάω, τφικάου, τφικώ

μπαλίκας < μπαλίκας [1964]

υποκ. του μπάλιος

μπαλίκου [1966]

ζώο με παρδαλό κεφάλι, η άσπρο σημάδι στη μούρη

μπαλίνια (τα), μπαλλίνια [1963]

σιδεράκια για κορσέδες

μπαλιός, μπάλιουρας, μπαλιούρας

παλιός, πάλιουρας, παλιούρας

μπαλκακανονιέρα

καράβι με κανόνια

μπαλκονάδα

αράδα από μπαλκόνια

μπαλκονάκι [1995]

μικρό μπαλκόνι

μπαλκονόπορτα [1962a]

η πόρτα του μπαλκονιού

μπαλ-μασκέ [1998]

αποκριάτικος χορός (μασκαράδων)

μπαλμπάλω [1996]

πολυλογού, καρακαϊδόνα, κεβεζού, κόψου, λογού, μπαρμπούτου, στοματού, στουματού

μπαλντακίς [1963], μπαρντακίς [1963]

οι τέσσερις κολώνες που βαστάνε τον τρούλο μιας εκκλησίας

μπαλντίρ

μακρύ

μπαλντίρια (τα)

τα πιασίματα της γυναίκας

μπαλοάρδο, μπαλουάρδο

προμαχώνας (λόγιο)

μπάλομα

έκτρωση (λόγιο), αποβολή, απόβαλμα, απόβαλμαν, αποβάλοση, απόβαλση, αποβάλωμα, απόβαρμα, απόβαρμαν, απόβαρση, απόριξη, απόρξη, απουβουλή, ιπιβουλή, μπεμπάλωμα, μπιμπάλοση, πεμπάλομα, ποβολή, πουρίξ

μπαλόματα

βλ. μπαλαντίνια

μπαλοματσάδος

κατσίκι που τα χρώματα του μοιάζουν με μπαλώματα

μπαλονάκι

μικρό μπαλόνι

μπαλονάς [1709], μπαλουνάς [1709]

αυτός που δένει μπάλες (δεμάτια)

μπαλοπαιγνίδι [1659]

παιχνίδι με μπάλα

μπαλοπούλα [1709]

μπαλάκι

μπαλόρντες (οι) [1963]

χαζομάρες

μπαλοτάδος, μπαλλοτάδος [1963]

ψηφοφόρος (λόγιο)

μπαλοταρισμένος

ντουφεκισμένος, τουφεκισμένος

μπαλοτάρω

δεματιάζω

μπαλοτάρω, μπαλοτέρνω

βλ. μπαλίζω

μπαλοτατζιόνες (οι)

οι ντουφεκιές

μπαλοτατσιόνε, μπαλοτατσιόνε [1963], μπαλλοτατσιόνε [1963]

ψηφοφορία (λόγιο)

μπαλοτιά, μπαλωτιά [1962a], μπαλλωτιά [1934]

η μπαλιά

μπαλοτίδι

μπιστολίδι, πιστολίδι, ντουφεκίδι, τουφεκίδι

μπαλοτικά (τα) [1709]

τα λεφτά που πέρνει ο μπαλωματάς για τη δουλειά του

μπαλοτίνι

μπαλονάκι, μπαλίτσα | μικρή πατάτα

μπαλοτίνος, μπαλλοτίνος [1963]

ψηφοφόρος (λόγιο)

μπαλοτόντο

καβγάς, καυγάς, αμάχη, ανακάτωμα, ανθιλογή, αρμπεντές, άρπαγμα, γουργουλές, καβγάδισμα, καβκάς, κοντράστο, μάγκανο, μαλιά, μαλιφίτσι, μάλωμα, μαρούφα, μπαλαντές, μπαραφούζα, μπαραχούζα, μπατόστα, τραβάγια, τσακομάρα, τσακοσιά, τσακουμάρα, τσάκωμα, τσακωμός, τσαμπουκάς, χατάς,

μπαλούλα, μπαλλούλα [1963]

μικρή μπάλα

μπαλουτιάζω [1931]

δεματιάζω

μπαλούτιασμα [1982]

δεμάτιασμα

μπάλσαμο [1860], μπάλσαμον [1835], μπάλσαμου < μπάλσαμου [1964], μπάλτσους < bάλτσους [1976], μπάρσαμο[1963], μπάλσαμος, μπάλτσαμο, μπάλτσαμου, μπάλτσουμα, μπάρσαμος, μπάρσαμου, μπάρτσαμο, μπάρτσαμος

βάλσαμο, αβάρσαμος, βάλσαμον, βάλσαμος, βάρσαμο, βάρσαμον, βάρσαμος, βάρσαμου, βάρσανον, βάρτσαμος βράτσαμον, πάρσαμος

μπαλσαμόχορτο, μπαλσαμόχουρτου < μπαλσαμόχουρτου [1964]

βαλσαμόχορτο

μπαλσάμωμα [1835], μπαλσάμουμα [1962c]

βαλσάμωμα

μπαλσαμώνω [1835], μπαλζαμώ, μπαλσαμόνου, μπαλσαμόνω [1857], μπαλσαμώνου [1962c], μπαλτσαμάρω μπαλτσαμόνου, μπαρτσαμόνω, μπαρτσαμάρω [1963]

βαλσαμώνω, αμπαλσαμόνω, βαλσαμώ, βαρσαμόνω, βρατσαμόνω, παρσαμόνω

μπαλταδάκι [1910]

τσεκουράκι

μπαλταδιά, μπαλταδιά [1931]

τσεκουριά

μπαλταδιάζω, μπαλταδιάζω [1931]

τσεκουρώνω

μπαλτάκι [1709]

βλ. μπαλταδάκι

μπαλτατζίκ

ξύλο που κρατούσε την πάνω πέτρα του μύλου

μπαλτζές < bαλτζές [1976]

γλυκό που μοιάζει με πετιμέζι

μπαλτιριτσιμπλάκης

καυγατζής

μπάλτιρος [1926], μπαλτιρόκο [1926]

το φυτό Rhamnus graeca (lycioides), κούτσουκας, λαντζιχέρι, λαντζοχεριά, λιτσιβέρι, μαβρογκαθιά, μαβροσπάλαθρος, μαύρη ασπαλάθρα, παούρι

μπαλτουνάρω

κουράζομαι

μπαλτσαμάδος

βαλσαμωμένος

μπάλτσαμος < μπάλτσαμος[1966], μπαλσάμικος

κάποιο πετρόψαρο με πολλά χρώματα

μπαλτσάνα

το σήκωμα των μανικιών

μπαλωλόημα

τα μπαλώματα σε ένα ρούχο

μπάλωμα [1622], μπάλλωμα [1878b], μπάλλουμαν [1884a], μπάλουμα

κομμάτι πανιού ή δέρματος που ράβεται πάνω στο χαλασμένο πανί ή δέρμα.

μπαλωματάδικο

το μαγαζί του μπαλαματά

μπαλωματάκι [1709], μπαλουματίτς

μικρό μπάλωμα

μπαλωματάρικος [1963]

παρδαλός

μπαλωματάς [1622], μπαλλουματάς [1884a], μπαλλωματάς [1878b], μπαλλωματής [1910], μπαλοματάρης [1614], μπαλωματάρης [1688] μπαλωματής [1709]

αυτός που η δουλειά του είναι να βάζει μπαλώματα

μπαλωματιά [1709]

το ράψιμο του μπαλώματος

μπαλωματού [1998], μπαλλωματού [1910]

αυτή που η δουλειά της είναι να βάζει μπαλώματα

μπαλωμένος [1622]

αυτός που φοράει ρούχα με μπαλώματα

μπαλώνω [1622], μπαλλόνω [1910], μπαλόνω [1837], μπαλλώνω [1934], μπαλλώννου [1884a]

ράβω μπάλωμα | επιδιορθώνω (λόγιο)

μπαλώσαινα < μπαλώσαινα [1923a]

η μπαλωματού

μπαλώση < μπαλώση [1923a]

ο μπαλωματάς

μπαλώτρια [1709], μπαλώτρα [1709], μπαλλώτρια [1878b]

η μπαλωματού

μπαμ [1995]

ο ήχος που κάνει το μπιστόλι, το ντουφέκι

μπάμιας, μπάμιας [1962b]

νωθρός (λόγιο), λαπάς, χαλβάς

μπάμπα

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπαμπαγάκι

το μικρό μπαμπάι, ζουζουνάκι

μπαμπαδέλι [1934], μπαμπαδέλ μπαμπαδέλια (τα) [1884c]

καμπανέλι, σταμινάρι, ποδοδέτης (λόγιο), κολονάκι στο κατάστρωμα του πλοίου που πάνω του δένουν κάποια σκοινιά

μπαμπάδες (οι) [1884c]

ναυτ. στηρίγματα (μπαμπάδες του κορακιού, μπαμπάδες του μπομπρέσου, μπαμπάδες της γούμενας)

μπαμπαζιάνς

σωματώδης (λόγιο)

μπαμπάζουμ

ο μπαμπάς μου

μπαμπάι [1963]

το μικρό μαύρο ζουζούνι

μπαμπαϊδόνα

το κούφιο καρύδι

μπαμπάκα

η μπαμπακερή κλωστή

μπαμπακάδα [1931]

βαμβακάδα ( αρρώστια των φυτών)

μπαμπακάκια, μπαμπακάκια (τα) [1963]

μικρά μπαμπακερά πανιά για το λουστράρισμα των παπουτσιών

μπαμπακάς [1709]

βαμβακουργός (λόγιο)

μπαμπάκας [1835]

πατερούλης, μπαμπούλης, μπάκας

μπαμπακέλα

χιόνι, σιόνιν, σον, χιον, χον

μπαμπακένιος, μπαμπακένιος [1709]

βαμβακένιος

μπαμπακερινός [1790]

βαμβακερός

μπαμπακερός [1709]

βαμβακερός

μπαμπάκης

ο μεγάλος παπούς

μπαμπακιά [1896a]

το τρίτο όργωμα του χωραφιού

μπαμπακιά, μπαμπακιά [1709], μπαμπατζία < μπαμπατζία [1923b]

φυτά του γένους Gossypium, βαμβακιά

μπαμπακιά, μπαμπακία, μπαμπακούμενο

χωράφι με μπαμπάκι

μπαμπακιάζω

παπουδιάζω (τα χέρια στο νερό)

μπαμπακιάζω, μπαμπακιάζω [1709]

ασπρίζω, ασπρίζου, ασπρίντζω, ασπρίτζω, ασπριώ, σπρίζω

μπαμπάκιασμα

παπούδιασμα (των χεριών μέσα στο νερό)

μπαμπάκιασμα, μπαμπάκιασμα [1709]

άσπρισμα, άσπριγμαν άσπριμα, ασπρισιά, άσπρισμαν

μπαμπακιασμένος, μπαμπακιασμένος [1709]

ασπρισμένος

μπαμπακίδα

κάποιο φυτό (βοτάνι με άσπρα λουλούδια)

μπαμπακίζω [1896a]

σπέρνω μπαμπάκι

μπαμπακίσιος

βαμβακίσιος

μπαμπακισμένο [1896a]

χωράφι σπαρμένο με μπαμπάκι

μπαμπακιστός [1896a]

το σπάρσιμο του μπαμπακιού

μπαμπακίτης

αρρώστια των φυτών

μπαμπακίτικος [1709]

βαμβακένιος

μπαμπάκο

άσπρο

μπαμπακόγερος [1709]

ο ασπρομάλης γέρος

μπαμπακόγνεμα [1963]

μπαμπακερή κλωστή

μπαμπακοκάρυδο [1931], μπαμπακοκάρυδον [1709]

το βαβούλι, η κοζάδα του μπαμπακιού

μπαμπακόκωλος [1931]

φοβητσιάρης | καλομαθημένος

μπαμπακόλαδο

βαμβακέλαιο (λόγιο)

μπαμπακόπετρα [1931]

παμπακόπετρα, αμίαντος (λόγιο)

μπαμπακορόκα [1931]

ρόκα μπαμπακιού

μπαμπακόσπορον [1709]

μπαμπακερή σκούφια

μπαμπακόσπορος [1790], μπαμπακόσπορον [1709]

μπαμπακούρ, βαμβακόσπορος

μπαμπακοστηθάτη [1931], μπαμπακόστηθη [1962a]

περδικοστήθω, περδικόστηθη, ασπιδοστήθω, μπαμπακοστηθάτη

μπαμπακού [1962b], μπαμπακούρα [1962b]

πάπλωμα, γεργάν, γεργάνι, γιοργάν, γιοργάνι, γιουργάν, γιουργκάν γιργάν, γκιουρκάν, πάπλουμα, τισάκ,

μπαμπακούλα [1903]

μπαμπακερή κλωστή

μπαμπακούλας [1963]

κάποιο αγριόχορτο | αρρώστια που βγάζουν στο στόμα τα μωρά

μπαμπακούλι

κάποιο φυτό που τα λουλούδια του τα βάζουν για λουμίνια στα καντήλια

μπαμπακούλι

τα σκουπίδια που μαζεύονται πίσω από τις πόρτες και κάτω από τα κρεβάτια

μπαμπακούρ < bαbακούρ [1914]

βλ. μπαμπακόσπορος

μπαμπακούρα [1988], μπαμπακούλα

βλ. μπαλαντίνια

μπαμπάκους

ασπρομάλλης, ασπρόμαλος, ασπρόμαλους ασπρουμάλς, βαμπακέλα

μπαμπακουτσάπ

τσάπα για σκάψιμο στα μπαμπακοχώραφα

μπαμπακοφαδιομένο, μπαμπακοφαδιομένο [1963]

μπαμπακερό πανί

μπαμπακοφαδιομένο, μπαμπακοφαδιωμένο [1918]

πανί μισό από μπαμπάκι, μισό από λινάρι

μπαμπακοχώραφο [1962a]

χωράφι με μπαμπάκι

μπαμπακώνω [1963], μπαπακόνονου

γίνομαι άσπρος σαν το μπαμπάκι, από φόβο ή παγωνιά | γεμίζω με μπαμπάκι

μπαμπακωτός [1931]

στουπίτικος, σφουγγαροτός, σφουγγαρερός

μπάμπαλα (τα)

αρχίδι, ορχίδιν, αρχίδ, αρκίδιν, αρκίδι, αρτσίδιν, αρσίδι, αρσίιν, αχρίδι | αρχίδια, καζέλια, καραμπαλίκια, καλαμπαλίκια, κλαμπάνια, κουρδουμπούλια, λιόκια, λιμπά, λίμπα, λμπα, μπαγάγια, μπαλασκόνια, μπελεγρίνια, μπρίκια, μπουμπρέκια, μπουμπόλια, πελέδια, χαρχαγκέλια

μπάμπαλα (τα) [1963]

φύκια | ψιλοκομμένα χόρτα

μπάμπαλα (τα) [1966]

τα τσάκνα, προσάναμμα (λόγιο)

μπαμπαλαδόρος

σκουπιδιάρης

μπαμπάλεο

ο πολύ γέρος

μπαμπαλής [1934]

πολύ γέρος | σεβαστός γέρος που ξέρει πολλά

μπαμπαλίζ [1988]

μπαίνει μπάμπαλο (σκουπιδάκι) στο μάτι

μπαμπαλίζου

βοτανίζω, βοτανίζου, βουτανίζου, βουτανίνου

μπαμπαλίκ, μπαμπαλίτς

σκουπίδι | παλιάνθρωπος

μπαμπαλικόνω

τρώω

μπαμπαλνάου < bαλνάου [1978]

αγκυλώνω το μάτι

μπάμπαλο

μουνί, αμτζίκ, απουριά, γκομπλίτσα, κίστε, κράνι, μνι, μουνή, μούνο, μούνος, μούνους, μουτζό, παπούρ, πουτί, πούτκα, πούτος, πράμα, πριτσιδόνι, σιστί, σκιστό, τρύπα, φουσίν, χάβαρο, χαβάρου, χαλόν, χίστος, χίστρο

μπάμπαλο [1909], μπάμπαλου < bάbαλου [1972], μπάμπαλου [1988], μπάπαλο

παλιόπραμα, κουρέλι, σκουπίδι | σκουπιδάκι που μπαίνει στο μάτι με τον αέρα

μπάμπαλο [1963]

μικρούτσικος, ανθρωπάκι | ξεμωραμένος, ξεκουτιάρης

μπάμπαλο, μπαμπαλίδ

κάποιο αγριόχορτο

μπάμπαλου [1962c]

κακία

μπαμπαλούδια (τα)

μικρά κομμάτια συκωταριάς | μπιχλιμπίδια

μπαμπαλούκης [1996]

πατερούλης, μπαμπάκας

μπαμπαλούτσα (η), μπαμπαλούτσια, μπαμπαλούτσια (τα) [1963]

κοχύλι

μπαμπάμ

κοντζάμ

μπαμπά-μαλί

αναντάμ-μπαμπαντάμ, αναντάμ-παπαντάμ

μπάμπαμπα [1963]

όχι

μπαμπανάτσα [1874b]

ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού και μαγιά ρεβιθιού

μπαμπανέτσα

χορτόπιτα με αλεύρι καλαμποκιού και τυρί φέτα

μπαμπανούρα

το ακούμπισμα κάποιου με τα δυο δάχτυλα του χεριού

μπαμπαξά

μιλιά, κουβέντα

μπαμπαούλια, μπαμπαούλια (τα) [1874a]

κάνω μπαμπαούλια: κρύβομαι

μπαμπαούλοι (οι)

εικόνες

μπαμπαούνος

ο πολύ άσχημος

μπαμπαράς

άγουρο σύκο

μπαμπαρέλα

βλ. μπαζίνα (ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού)

μπαμπαρίτσι [1963]

μπουμπουγέρι, το ζουζούνι Barbitistes vitis

μπαμπάς [1888a]

η πάνω άκρη του μακά (στο μαγγανοπήγαδο)

μπαμπάς [1910]

αφράτο γλυκό με σιρόπι και σαντιγί

μπαμπάς [1962a]

δέστρα καραβιού

μπάμπας [1964]

βλ. μπάρμπας

μπαμπάς [1964], μπαμπάδες (οι) [1966]

μουσουλμάνος άγιος

μπαμπατζάνος, μπαμπατζιάνης μπαμπατζιάνς, μπαμπατζιάνγκους μπαμπατζιάμ

πολύ δυνατός | μεγαλόσωμος, γεροδεμένος

μπαμπατζάνου, μπαμπατζόνου

αντρογυναίκα, αντράγουρας, αντράγουρος, αντριογινέκα, αντριτσάνα, αντρογενέκα, αντρογίνεκο, αντροΐνέκα, αντρόνεκο, αντρουγινέκα, αντρουγίνικου, αντρουγνέκα, αντρούτσα, αντρούτσος,

μπαμπάτζους [1988]

καλικάντζαρος, ανασκελάς, γαντζονούρης, γκριτζούνι, καλιοντζής, καρκαντζάλι, καρκαντζέλι, καρκάντζελος, καρκάτζαλος, καρκάτζαλους, κατσιμπουχέρι, κατσπουδιάρς, κολοβελόνης, κουρκούτζιελος, κουρκούτζιν, παγανό, πάγανο, παρορίτης, πλανίταρος, σταχτιάς, σταχτοπόδης

μπαμπατζούσκα (τα) [1988]

οι καλικάντζαροι

μπαμπατισά [1903]

μπαμπακερή κλωστή από την Ευρώπη

μπαμπατσέλια (τα)

κομματάκια

μπαμπάτσικος [1884b] μπαμπάτσκος [1966], μπαμπάτσκους < bαbάτσ’κους [1978], μπαμπάτκος, μπαμπάτσικους, μπαρμπάτσκους, μπαμπατζάνκους

το παιδί που είναι πιο ψηλό από τα άλλα (στα ίδια χρόνια) | γεροδεμένος, μεγαλόσωμος, πολύ δυνατός

μπαμπαφτίλα

ξεφτισμένα

μπαμπά-χακί, μπαμπάχακ

η προίκα που έδινε ο γαμπρός στον πεθερό για να πάρει τη νύφη

μπαμπαχιά, μπαμπαχιά [1874a]

ψίθυρος (λόγιο)

μπαμπερλέ

μικρό γενάκι

μπαμπέρνω

παίρνω

μπάμπες (οι) [1966]

κάποια αγκάθια

μπαμπέσικα

με μπαμπεσιά

μπαμπέσικος [1961]

το φέρσιμο του μπαμπέση

μπάμπζουλας

κοντοστούπης, κοντοπίθαρος

μπαμπιά, μπαμπιά [1963], μπατσαλμάς

αλώνι, αβγόνι, αγόνι, αλόν, αλόνιν, αόνι, αόνιν, αουόνι, όνι

μπαμπίκα < μπαμπλίκα [1964]

κουλούρι, σιμίτι

μπαμπιλόνια [1963], μπαμπλονία

ανακάτεμα, φασαρία, μπέρδεμα

μπαμπιλονία, μπαμπυλωνία [1963]

βαβυλωνία, χάβρα

μπαμπινόφυλλο, μπαμπινόφυλλα (τα) [1992]

αμπελόφυλλο, αμπελόφλο, αμπενόφιλο, αμπεόφιο αμπιλόφλου

μπαμπιόλι

φιαμπόλι, θιαμπόλι, χαμπιόλι, φλογέρα

μπαμπιστάνους

προτεστάντης

μπαμπίτκα

γεροντίστικα, γιρουντίστκα

μπαμπίτσα

βλ. μπαλντούρ

μπαμπίτσα [1992]

σακοράφα

μπαμπίτσα < bαbίτσα [1976]

η γιαγιά από μάνα (η μάνα της μάνας)

μπαμπίτσου

αγγειό ή κανάτα από πηλό

μπάμπκλας

Parnassious Mnemosyne: καντηλοσβήστης, καντιλοβρίστης, καντιλασβέστης, καντιλοσβέστης, σκοντιλασβέστης, λυχνοσβήστης, ψυχάρα, ψυχάρι

μπαμπλάτσκα

μαύρη μεγάλη κατσαρίδα

μπαμπλίζ

χιονίζει

μπαμπλίκα

αφράτο στρογγυλό κουλούρι

μπαμπλόμστους

πλουμιστός

μπαμπλούκου

φρατζόλα ψωμί

μπαμπνιάρς, μπαμπνιάρς [1988]

κιτρινιάρης

μπαμπόγερος [1709]

ο πολύ γέρος, ο μπαούς, ο μαμούνας

μπαμπόγρια [1931], μπαπμπόγρου < bαbόγρου [1972]

η πολύ γριά | παλιόγρια

μπαμπόρα

το χοντρό άντερο του γουρουνιού (το κάνουν λουκάνικο)

μπαμπότης [1963]

αυτός που αγοράζει πράματα (και φαΐ) από τα καράβια, για να τα πουλήσει

μπαμπότσα [1963]

καρικατούρα

μπαμπού [1934]

φυτά των τροπικών χορών, του γένους Bambusa

μπάμπου [1964]

ξύλο του νερόμυλου, που πάνω του ήταν η φτερωτή

μπάμπου < bάbου [1978]

η ρόκα του καλαμποκιού που δεν έχει πολλά σπυριά

μπαμπούγερας

πρασάγκουρας, κολοκυθοκόφτης, κρεμμυδοφάγος

μπαμπουγιάμα

μουνταρία

μπαμπούδια

φασόλια νερόβραστα

μπαμπουζάλη [1864], μπαμπούζαλη

η σκόνη και το χνούδι πάνω στα ρούχα | η σκόνη από τα άχυρα

μπαμπούκα

καλό ψωμί που πουλάνε οι φούρνοι

μπαμπούκα, μπαμπούκ, μπαμπλούκ

πρόσφορο, αγιόψομο, αφράντα, βλουγιά, ευλογιά, ίψουμα, λειτουργιά, λουτρουγιά, μπουγατσούδα, ξτελ, προσφορά, σταβρί, σφράγιση, ύψωμα

μπαμπουκλί [1996]

χοντρό ρούχο που φορούσαν οι γυναίκες μέσα από τη φούστα | γιλεκάκι για γυναίκες

μπαμπούλα [1963]

αυτή που έχει το κεφάλι τυλιγμένο με μαύρο μαντίλι

μπάμπουλας, μπαμπόλι, μπάμπρας, μπαμπούρα

σκαθάρι, ασκάθαρος, βάμπλας, βουζουκαρκάντζαλους, ζίνα, ζούνα, ζουζούνα, ζουζούνι, καλίγιρας, καρκαντζάλ, καρκαντζάλι, καρκάντζαλος, καρκάντζαλους, κόλαβρος, μαυρουκαρκάντζαλους, μιλουνάς, μπομπόλι, μπούμπαρος, μπούμπουλας, μπουμπουνάρι, μπούρμπουλας, μπούμπουρας, μπουρμπούλι, μπούρμπουνας, μπούρμπουρνας, μπρούμπουλας, πάμπουλας, σκάθαρος, σκατομπάμπουρας, σκατουμπάμπουλας,

μπαμπουλέτσκω < μπαμπουλέτσκω [1966]

παλιογυναίκα

μπαμπουλεύω [1996]

φροντίζω τη λεχώνα

μπαμπούλης [1995]

βλ. μπαμπάκας

μπαμπουλίζω, μπαμπαλίζου

κεκεδίζω, μασέφκω, σαψαλίζω, τατέφκω, τραυλίζω

μπαμπουλομένος

αυτός που σκεπάζει καλά το κεφάλι του (για το κρύο)

μπαμπουλωμένος [1963]

αυτός που κάνει με τη φωνή του το μπαμπούλα, για να τρομάξει τα παιδιά

μπαμπουλώνω [1995], μπαμπουλόνω [1910]

μπουμπουλόνω, τυλίγω με μαντίλι το κεφάλι (για να μην κρυώσω)

μπαμπούνα [1659]

πρήξιμο (αρρώστια) | φουσκάλα

μπαμπούνα, μπάμπκα [1996], μπαμπόνι

καρούμπαλο, γουρούδ, γρόμπαλο, γρούμπαλο, γρουμπούλ, γρουμπούλι, ζγκρούβαλ, ζγκρουβάλι, ζιούσκα, καρκατσούλα, κούζουνας, κουκουμίδα, κούκουρος, κούσκουνας, κουσκούνι, κρουμπούλι, μπρουζγκάρ, σιούσκας, σούμπα, τζιούμκα, τζιούμπα, τζουτζούκ, τζουτζούκα, τσιόγκος, τσιόκους, τσιούκα, τσιουκάρ, τσιούμα, τσόκανος, τσόκανος, τσούκα

μπαμπουνιάζω, μπαμπουνιάζω [1659], μπαμπουνώνω [1659]

πρήζομαι (από αρρώστια)

μπαμπουνιάζω, μπαμπουνιάζω [1992]

κιτρινίζω και πρήζομαι

μπαμπουνιασμένος, μπαμπουνιασμένος [1659]

πρησμένος

μπάμπουρας

γεμιστή πιπεριά

μπάμπουρας [1931], μπούμπουρας [1983a], μπάμπουλας [1995], μπάμπουλα

 το ζουζούνι Vespa crabro, αγριομέλισα, βάβουλας, κοπρομέλισα, κούρκος

μπαμπουρί, μπαμπουρ

κατσαρόλα, τσουκάλι

μπαμπουριά

η φωλιά του μπάμπουρα

μπαμπουρίδα

κατσαρίδα, βλαντούσα, κουτσουκούτα, κουτσουκουτού, μουρμουρέσα, μπαμπλάτσκα, μπούμπουρας, μπούρμπουλας, φκαρίδα, φουκαρίδα

μπαμπουρίζω

βουίζω, βογάω, βογίζω, βοΐζου, βοΐζω, βόιζω, βοΐνου, βοΐντσω, βοΐτζω, βουγίζου, βουγίζω, βούζου, βουίζου, βουώ, σβουώ

μπαμπουρίζω

κάνω διαβολιές

μπαμπούσκα

μούρο

μπαμπτσιά, μπάπτσα

αχλαδιά που τα φρούτα της ωριμάζουν το χινόπωρο

μπαμπώλωμα [1963], μπαρμπούλιμα

το τύλιγμα του κεφαλιού με μαντίλι

μπαμτέλι, μπαμτέλ < bαμτέλ’ [1976]

αδιαφορία (λόγιο)

μπαμτερλελέ [1962a], μπαμ-τερλελέ [1931], μπαμ-ντερλελέ

γενάκι, γενάτσι, γινάκ, ενάκι

μπαμτσίνα [1926], μπαμπτσίνα [1982]

το φυτό Nerium oleander, αριοδάφνη, αροδάφνη, αρουδάφιν, αρουδάφν, δραφιά, ζουκούμ, ζακούμι, ζουχούμ, λεβόρ, πικροδάφνη, πρικοδάφνη, πικροφιλάδα, ροδοδάφνη, ροδόδενδρο, σέμα, σπάκα, σφάκα, ταφλάν, φιλάδα, φροκαλίδα, ψουράκα

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του εθνικού τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1960: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983a.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983a.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.