Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπαν-μπαχ

 

 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπαν-μπαχ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

30.11.2011

μπα-να

μήπως

μπανάλ [1998]

τετριμμένος (λόγιο), κοινός (λόγιο)

μπανανόφλουδα [1995]

η φλούδα της μπανάνας

μπανδατζή [1688]

το φυτό Ricinus communis: αγριοκαφεδιά, κίκι, κουρτούνι, κρότων, κροτονιά, κρουτούνι, κρουτουνιά, ρετσινολαδιά, τσαλάπα, χαμοκουκιά

μπανελιάζω, μπανελιάζω [1931]

βάζω μπανέλες

μπάνεμος, μπάνεμο [1963]

απάνεμος, απάνεμο, απάνουμους, πάνεμος

μπάνης [1963]

αλλήθωρος, αλιγκιόζης, αλίθορε, αλιθόρος, αλίθουρος, αλιφέγγης, αλόθορος, απανωβλέπης, άσκοπος, βίλης, γαϊδός, γαρίλης, γιαγκιόζ, γιαγκιόζης, γιαγκιόζς, γιαγκιόιζ, γκαβό, γκαβομάτης, γκαβόματος, γκαβομάτς, γκαβός, γκαβούακας, γκαγκαβό, γκαϊβός, γκαϊδομάτης, γκαϊδός, γκαϊδουμάτς, γκαϊντός, γκαλιούρης, καϊδομάτης, καϊδός, πανουγλέπς, πανωβλέπης, παραμάτης, ραϊλός, σγαϊδός, σγκαϊδός, σγκαϊντός

μπάνια, μπάνια [1966]

ψεύτικο φλουρί

μπανιαδιόρος

αυτός που κάνει μπάνιο στη θάλασσα

μπανιάρισμα, μπανιάρισμα [1961]

το να κάνεις μπάνιο

μπάνι-γέρι

αλίμενος (λόγιο)

μπανιέρα, μπανιέρα [1961]

λεκάνη μπάνιου

μπανιερό, μπανιερό [1934]

μαγιό

μπανιζοκοζαριστής [1962b]

αυτός που βλέπει και σκέφτεται σωστά

μπανίζω [1934], μπανιάζω, μπανίζου

κρυφοκοιτάζω ερωτικά | βλέπω

μπάνικος [1931]

όμορφος

μπανιόκα, μπανιόκα [1962b], μπανιότα

φρατζόλα ψωμί

μπανιός

το πουλί Bubo bubo, γούβης, γούβι, γούσης, γούσι, μπαρμπαγιάννης, μπούφος, μπούφους

μπανίσι

μπενίσι, καφτάνι

μπάνισμα [1934]

βλ. μπανιστήρι

μπανισμένη [1962b]

σημαδεμένη τράπουλα

μπανιστήρι [1961]

ερωτικό κρυφοκοίταγμα

μπανιστηρτζής [1998]

ηδονοβλεψίας (λόγιο)

μπανιστής [1961]

βλ. μπανιστηρτζής

μπανκάδα [1963]

μακρόστενο τραπέζι-πάγκος

μπανκέτο [1963]

φαγοπότι και κουβέντα (ανάμεσα σε λόγιους)

μπανκουμί [1963]

άσπρο αφράτο ψωμί

μπανκουμίδι

παντεσπάνι

μπανόζι

πηχτά

μπανόζου

παλιόγρια

μπανός [1982]

κάτι που είναι παγωμένο, κούργιαλο, κρούσταλο, κρούσταλλου, κρύσταλλο, μαργωμένο, μαρκομένο, μπουζ, μπούζι

μπάνου < μπάνου [1923a]

βγάζω, βγάζου, βγάντζω, βγάτζω, βγέζου βγέζω, εβγάτζω, ιβγάζου, ιβγάζω

μπανταβαλίζου < μπαdαβαλίζου [1964]

βλ. μπαλαλάω

μπανταβάλς < μπαdαβάλ’ς [1964]

βλ. μπακόλας

μπανταβός

βλ. μπαγιακόκος

μπαντάκ

βλ. μπακούκος

μπάντα-λάτρα, μπάντρα λάντρα

πάντρα-λάτρα, πέρα για πέρα

μπαντάλι [1966]

ρημάδι

μπανταλιάζω, μπανταλιάζω [1966]

ρημάζω

μπανταλιάζω, μπανταλίζου

χαζεύω, παραμιλάω

μπαντάλκους < bαdάλ’κους [1972]

δυσκίνητος (λόγιος)

μπανταλομάρες, μπανταλουμάρις < μπαdαλουμάρις (οι) [1964]

κουταμάρες, χαζομάρες

μπανταλός < μπαdαλός [1964]

ελαφρόμυαλος, ζεβζέκης, μπουμπούνας, κουτός

μπανταμούχαβους

ο κοιμήσης

μπαντάνα [1998]

φουλάρι για τα μαλλιά των γυναικών

μπανταναμία

μακρύ παλτό

μπάντα-πάντα

που και που

μπαντάρισμα [1962a]

δέσιμο πληγή

μπαντάρω [1962a]

επιδένω (λόγιο)

μπαντάρω [1963]

απαντάρω, ακούω με προσοχή

μπαντατζούδος, μπαντάτζος

μασκαράς των Φώτων, με μουτσούνα ζώου

μπανταφούνι [1874d]

μικρό ξύλο για να κάνεις τρύπα στο χώμα και να φυτεύεις το σπόρο

μπαντβάλ < μπαd’βάλ’ [1964]

καβέστρο, κατόχι, το λουρί του τσαρουχά που έσφιγγε στο γόνατο του το τσαρούχι, όταν το έραβε

μπαντερίζω [1709]

παντερίζω, ζουρλαίνω, μουρλαίνω

μπαντερόγα

κατσίκα που πάει μόνη της, πίσω από το κοπάδι

μπαντιακός

αυτός που κάνει ποδαρικό την πρωτοχρονιά

μπαντιάκου

κοντόχοντρη

μπαντιγερόλης

σκιάχτρο, αγροτέρ, αγροτερίδι, αφάντιασμα, ζούμπιρου, κουρκουλούκ, κουρκουλούκι, μουμούτς, ξιπαστίρι, ξίπαστρο, προγκιχτίρι, σκιαζάρι, σκιάζαρος, σκιάζουρας, σκιαζούρι, σκιάντζαρο, σκιάσμα, σκιάχτρου, σκιόριγμα, σκοπέλ, τζάμαλου, τζάμαλους, φοβέρα, φοβιστίρι φόβος, φοέρα

μπαντιδαριό < μπανdιδαρειό [1964]

η γειτονιά που ζούσαν οι μπαντίδοι

μπαντιδεύω [1983b], μπαντιδεύου < μπανdιδεύου [1964]

γυρίζω στους δρόμους σαν αλάνι, αλητεύω (λόγιο)

μπαντιδιά, μπαντιδιά [1983b]

πονηριά, κατεργαριά

μπαντίζει, παντίδει

βολεύει

μπαντίνα

χωράφι σε γούβα, που κρατάει νερά

μπαντίρω [1963]

εξορίζω (λόγιο)

μπάντο [1963]

θέσπισμα (λόγιο)

μπαντονάρισμα [1962a]

το να παρατήσεις (από κακοκαιρία) την άγκυρα και την αλυσίδα στο βυθό

μπαντονάρω [1962a]

παρατάω (από κακοκαιρία) την άγκυρα και την αλυσίδα στο βυθό

μπάντος [1931]

φυγόδικος (λόγιο) | εξόριστος (λόγιο)

μπάντου [1910]

ναυτ. πάντη

μπαντουβάνα [1963]

καλοθρεμμένη κότα

μπαντουβάνης

καλοθρεμμένος κόκορας

μπαντούλι < μπαdούλι [1966]

καλύβι σκεπασμένο με λιθάρια που κλείνουν τα γεννησιάρικα αρνιά και κατσίκια

μπαντουνάδα

βόλτα, περίπατος (λόγιο)

μπαντούρα

κοχύλι, γαλάτς, καρκαλίνα, καρταλίνα, κουρουλιός, κόχιλας, κοχλίδι, πουρλίθρα, χουχλίδι, χουχλιός, χοχλίδι

μπαντούρα

προβατίνα

μπαντουρόνω, μπαντουρίζω

ψοφώ, πεθαίνω

μπαντούρος

σιδερένιο στεφάνι του ανεμόμυλου

μπαντούσια (τα) [1966]

πασχαλινά ψωμάκια

μπαξεβανικά (τα) [1934], μπαχτσαβανκά (τα) < μπαχτσαβαν’κά [1988]

λαχανικά, περιβολικά

μπάου-κάου

δεν ξέρει τίποτα, άσχετος (λόγιο)

μπαούκου < μπαούκου

βλ. μπαλώνω

μπαουλάδικο [1934], μπαουλάδικον [1910]

το εργαστήρι που φτιάχνει μπαούλα ή το μαγαζί που τα πουλάει

μπαουλάκι [1995]

μικρό μπαούλο

μπαουλάς [1910]

αυτός που φτιάχνει μπαούλα

μπαούλι

ζούδι, ζουζούνι, μαμούνι

μπαουλιάζω, μπαουλιάζω [1931]

βάζω μέσα στο μπαούλο

μπαούλιτσε

περπάτημα ψάχνοντας στα τυφλά

μπαουλοντίβανο

και ντιβανομπάουλο, ντιβάνι που από κάτω είναι και μπαούλο

μπάουμα < μπάουμα [1923a]

βλ. μπάλωμα

μπαούτα

βλ. μπαγιάγκας

μπαούτα [1963]

πέπλος (λόγιο)

μπαούτα < bαούτα [1908]

το ακούμπισμα με το δάχτυλο της μύτης κάποιου (προσβολή)

μπαούτσα

άσχημα, άσκημα, άσιμα, άσκεμα, άσκμα, άστζιμα,

μπάπλιακους < bάπλιακους [1972]

και ψαροφαγάς, κάποιο πουλί

μπαπουκλιά [1903]

μπαμπακερή κλωστή

μπάπτσα < bάπτσα [1976]

το όνομα κάποιου αχλαδιού

μπαρ [1934]

ποτάδικο

μπάρα [1963]

κορδέλα στην κάσα του πεθαμένου

μπάρα [1996]

το ζεστό νερό της λίμνης

μπαράζι, μπαράζ [1998]

φράγμα πυρός (λόγιο) | κατσάδα, μάλωμα

μπαράζντιανη, μπαράζντιανη [1966]

κάποιο χόρτο

μπαράκι [1931]

μπασταρδάκι, μούλικο

μπαρακοπούλι

βλ. μπαράγκα

μπαραλιάζω, μπαραλιάζω [1859]

θερίζω καλαμπόκι

μπάρα-μπάρα

η μουρμούρα | τα πολλά λόγια

μπάρα-μπάρα [1966]

κοντά-κοντά, δίπλα-δίπλα

μπαραμπάρι

το τρέξιμο ανάμεσα σε παιδιά για το ποιο θα βγει πρώτος

μπαραμπάρια, μπαραμπάρια (τα) [1964]

βλ. μπάμπαλα

μπαραμπαρίζω [1910]

κάνω παρέα, πάω μαζί | κουβεντιάζω

μπαραμπαρίζω [1966]

κοροϊδεύω, περιγελώ

μπαραμπάτικος [1992]

λειψός, χαλασμένος

μπαραόντα [1963]

φασαρία

μπαραστάθης [1887a]

το δοκάρι στην κάσα της πόρτας και του παράθυρου

μπαραστίνω

τα βρίσκω (στα λεφτά) με το αφεντικό

μπαράτα

μεσολάβηση (λόγιο)

μπαράτο [1963]

ανταλλαγή (λόγιο)

μπαρατούρης [1688]

απατεώνας (λόγιο), καλπουζάνος, λοβιτουρατζής

μπαραττίνα [1963]

μαριονέτα

μπαραφούζα, μπαραχούζα

βλ. μπαλοτόντο

μπαργιάκ

χοντρό κλαδί, πάνω από τη διχάλα του δέντρου

μπαργιαμπάντι, μπαργιαμπάντι [1966]

σπίτι ρημάδι

μπαργούμαν [1998]

καμπαρετζού

μπαρδάκα [1982]

βαρελάκι, βαγενάκι, βαγενάτζι, βαγενίτσα, βαγενόπουλο, βαλερόπον, βαρελάτσι, βαρελίκα, βαρελίτσα, βαρελντάκι, βαρελόπλο, βαρελόπον, βαρελοπούλα, βαρελόπουλο, βαρελούδι, βαρελούιν, βαριλάκ, βαριλούδι, βαριλουπούλα

μπαρδακίνο [1963], μπαρδακί

ακριβό πανί που έμπαινε σαν ουρανός πάνω από τις εικόνες στις λιτανείες

μπαρδαλάγια, μπαρδαλάγια [1963]

βαρδαλάγια ή στρωμάτσες, ναυτική λέξη: παραβλήματα (λόγιο)

μπαρδαμάσκα [1963]

μπουλούκι θεατρίνων

μπαρδαμάσκος

ξιδιάς (για κρασί)

μπαρδανάρα [1874a]

ξετσίπωτη, πρόστυχη (λόγιο)

μπαρδάσκα, μπαρδάσα, μπαρντάκι, μπαρτάκινο

αβράμηλο. αβράμλο, αβράμλου, αβράμπουλο, αβρόμιλο, αγράμπουλο, αγράμπουλό, βαρδάσα, βαρδάτσα, βράβιλο, γράβλου, δράβιλο, τζάνερο

μπαρδασκιά

το δέντρο Prunus insititia, αβραμηλιά, αγριοδαμασκηνιά, αγριοκορομηλιά, αγριοπουρνελιά, γροβολιά, κουμπουλιά, μπουρνελιά, πουρνελιά

μπαρδούκα < μπαρδούκα [1923a]

μπάρα, λάκκα με νερά

μπαρέζα, μπαρέζι

μαντήλι για το κεφάλι

μπαρέλα [1860]

βαρέλα, βαγένα, βαγιόνα, βαένα, βαλέρα

μπαρελότο [1963]

βλ. μπαλότα (βαρελότι)

μπαρέτα [1934], μπαρέτο [1934]

σκούφος των φραγκοπαπάδων

μπαρζέζ [1963]

βαρέζα, βαρέζι, λεπτό μάλλινο πανί

μπαριάζου

δακρύζω, ακρίζω, βακρίζω. δακζίζουρ, δακλίντζω, δακρίζου, δακρίζουρ, δακρώ, δαμίντζω, ντακρίζω,

μπαριάκ

θύμωμα

μπαριαντάμ-σουράμ

μετά από πολύ καιρό

μπάριασμα

δάκρυσμα, δάκριγμαν, δάκριμα, δακρίομα, δάκρισμαν, δάκρομαν, δάρκομαν

μπαριέρα, μπαριέρα [1963]

βλ. μπάρα (αμπάρα)

μπάριζα

φορτηγίδα (λόγιο)

μπαρίζα [1996]

κάποιο πουλί της λίμνης

μπαρίζου

ψαχουλεύω στο σκοτάδι

μπαρίζω

ζεματάω, ζεματώ, ζεματίζω

μπαριντώ, μπαραντίζου

απαγκιάζω και ξαποσταίνω

μπαρίσι [1982]

συναλλαγή (λόγιο)

μπαριστώ [1988], μπαριστίζω

φιλιώνω, μονοιάζω | συνδιαλλάσσομαι (λόγιο)

μπαρίτσα

στέρνα

μπαρκάδος

φορτωμένος

μπαρκάζω

πικάρομαι, τσαντίζομαι

μπαρκαμάς

δημοσιότητα (λόγιο)

μπαρκέττα [1963]

δρομόμετρο (λόγιο)

μπαρκομπέστια [1934]

βλ. μπάρκο (καράβι με τρία κατάρτια)

μπαρκρίμπιτ [1926]

το φυτό Teucrium polium, άγριος αμάρανθος, αμάραντο, δεσπινοβοτανιά, δεσπινοχόρτι, ζωχαδιακό καρακαλόχορτο, λαγοτσιμιθιά, λιβανάκι, λιβανόχορτο, λουτρόχορτο, νασλόχορτο, νουσλόχορτο, παναγιόχορτο, πόλιο του βουνού, πολιός, σκορπίδι, σκουρπίδι, σπλινοβότανο, της αγάπης το βοτάνι, της κυράς το χόρτο, της Παναγιάς το μοσκολίβανο

μπαρλακιάζω

παλαβώνω, λωλαίνομαι

μπαρλαφέστας [1874a]

φαφλατάς

μπαρλίβα

ζαλισμένη

μπαρλίβου

νύστα, γλάρα, καλιμάρα, νίσταμα, νισταμάρα, χαλίπα

μπαρμακλίκι

κάγκελο, ινφεριάδα, παρμάκι, παρμακλίδι, παρμακλίκι, περμακλίκι, ρεστέλο

μπάρμαν [1962a]

σερβιτόρος (λόγιο) σε μπαρ

μπαρμπαγιάνης

βλ. μπανιός,

μπαρμπαδούδι μπαρμπαδούδ, μπαρμπαλούδι, μπαρμπαλούδ

παιδί ντυμένο μεγάλος | κουκλίτσα (ανθρωπάκι)

μπαρμπακάς, μπαρμπακά

αυλή, αυλόγυρος, αδλή, αβλά, άβλα, αβλαγάς, αβλαγή, αβλαγιά, αβλαγιάς, αβλαγός, αβλαγού, αβλαή, αβλαού, αβλέα, αβλιά, αβλόγερος, αβλογίρι, αβλογίρισι, αβλογίρισμα, αβλόγιρο, αβλόγιρους, αβλόερο, αβλόιρας, αβλόιρος, αλοΐρ, αλοΐρισι, αυλόγυρος, αφοδιά, ναβλή, νεβλή, νόμπας, νουβουρός, νουβρό, νουβρός, οβορός, ουβουρός, περιάβλι, περίαβλος, σορτσάδα, χάβλου

μπαρμπαλεύω [1966]

κάνω πλιάτσικο

μπαρμπαλιάς [1934]

το αμόνι του τσαγκάρη

μπαρμπάλιασμα, μπαρμπάλιασμα [1996]

βλ. μπάλαλα

μπαρμπαλιός

βλ. μπάρμπας

μπαρμπαλόνω, μπαρμπαλοδένω

κουκουλώνω το κεφάλι με μαντίλι

μπαρμπάρ

μαζί

μπαρμπαράλευρο < bαρbαράλευρο [1918]

καλαμποκάλευρο, αραποσιτάλευρο

μπαρμπαρέβου

ψάχνω

μπαρμπαρέζικο [1963]

μπαμπαρέζικο φαΐ: νόστιμο αλλά βαρύ

μπαρμπαρέζικος

βερβερίνικος

Μπαρμπαρέζος [1963]

Βαυαρός ή Βαβαρός

μπαρμπαρέλα, μπαρμπαρέλλα < bαρbαρέλλα [1918], μπαρμπαρεά < bαρbαρεά [1918]

ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού

μπαρμπαρεμένος

κουρεμένος

μπαρμπαρέσα [1884c]

παλαμάρι

μπαρμπαριά, μπαρμπαρόνα

βλ. μπαμπατούρα

μπαρμπαρίζω [1884b], μπαρμπαρίζου < bαρbαρίζου [1921], μπαρμπαρίζου [1964], μπαρμπαλίζω [1966], μπαρμπαλνώ [1996], μπαρμπαλάου, μπαρδαλίζω

βλ. μπαλαλάω

μπαρμπαρό < bαρbαρό [1918], μπαρμπαρόσταρο < bαρbαρόσταρο [1918]

το φυτό Zea mays, ααπόσταου, αραποσίκι, αραποσίταρο, αραποσίταρου, αραποσιτέα, αραποσίτι, αραποσιτιά, αραπόσταρο, αραπουσίτ, αραπουσίταρου, αραπουστιά, αστάκι, βλαχόσταρο, γέννημα, καλαμβόκι, καλαμοσίταρο, καλαμπόκ, καλαμπόκι, καλαμπούκ, καλαμπούκι, καμπότζι, κοτός, κουκουνάρα, κουκουναριά, κουκουρούτσι, λαζούδι, λιανοκαλάμποκο, μισίρ, μισίρι, μισιριά, μισίρια, μοροσίτο, μπασιάκ μπασιάκι, ξενικοσίταρο, ραμπουσίτι, ραποσίταρο, ραποσίτι, σιταροπούλα, σίταρος

μπαρμπαρόκοτα

το πουλί Numida meleagris, κοχράνι, φραγκόκοτα, φαραόνα

μπαρμπαροσυκιά [1926], μπαρμπαροσκιά, μπαρμπαροσκιά [1874a]

το φυτό Opuntia ficus-indica, φραγκοσυκιά, αγριοσυκιά, αραποσικιά, αραποσουκία, αραποσουτσία, κλαψοσικιά, παπουτσοσικιά, παπουτσοσιτζιά, φαραοσικιά, φραγκουσκιά

μπαρμπαρόσυκο

φραγκόσυκο

μπαρμπαρούσα [1964]

τα μάγια (χορός και τραγούδια) από τους χωριάτες για να βρέξει και να ποτιστούν τα ξεραμένα χωράφια: μπερμπερούνα, μπιρμπιρίτσα, βερβερίτσα, βιρβιρίτσα, περπερίτσα, πιρπιρίτσα, ντουντουλίτσα, ντοντουλίτσα, τουρτουρίτσα, περπερούνα, πιρπιρούνα,

μπαρμπαρούσα [1996]

μαύρο καλπάκι των βοσκών με κόκκινο σταυρό

μπαρμπαρούσικα (τα) [1709]

η γλώσσα της Μπαρμπαριάς

μπαρμπαρούσος [1709]

αυτός που είναι από τη Μπαρμπαριά

μπαρμπατσαλιά

λαχανόπιτα με αλεύρι καλαμποκιού

μπαρμπατσιόλα

πετσέτα για το φαΐ

μπαρμπατσιόλας

κουρεμένος γουλί, με την ψιλή

μπαρμπεριάτικα, μπαρμπεριάτικα [1934]

η αμοιβή του μπαρμπέρη

μπαρμπερίδενα [1709]

κουρεύτρα, κομμώτρια (λόγιο)

μπαρμπερίζω [1709], μπαρμπερζώ μπαρμπερεύω [1963]

ξυρίζω ή κουρεύω

μπαρμπερίνος [1966]

αλτζερίνος, κλέφτης

μπαρμπέρισμα [1709]

ξύρισμα

μπαρμπερισμένος [1709]

ξυρισμένος

μπαρμπερίτικον [1709]

η αμοιβή του μπαρμπέρη

μπαρμπερίτικος [1709]

του μπαρμπέρη

μπαρμπερομάντιλον [1688]

η μαντίλα του μπαρμπέρη

μπαρμπετούλες (οι)

αριά και κοντά γένια

μπάρμπολα

βλ. μπαρμπέτα

μπαρμπούλ

το παιδί που κάνει φασαρία

μπαρμπούλης [1995]

ο αγαπημένος μπάρμπας

μπαρμπουλίζουμι [1962c]

φορώ μαύρο μαντίλι στο κεφάλι

μπαρμπουνάκι [1995]

μικρό μπαρμπούνι

μπαρμπουνάρα [1961]

μεγάλο μπαρμπούνι | παχουλή όμορφη γυναίκα

μπαρμπούνο [1874a]

παχουλή όμορφη γυναίκα

μπαρμπουνοφάσουλο [1995], μπαρμπούνι

φασόλι με κόκκινο χρώμα

μπαρμπούτα

λουκάνικο από γουρούνι

μπαρμπουτατζής [1962b]

ζαράκιας

μπαρμπουτέα [1966]

φυτό του γένους Rosa, αγκριγιοροδαρά, αγριομοσκετιά, αγριομοσκιά, αγριοροδαριά, αγριοροδιά, αγριόροδο, αγριοτρανταφιλιά, αγριοτριανταφιλιά, αγριουτρανταφλιλιά αγροροδαριά, αρκοτανταφιλιά, βάτος, γκογκανιά, γκουγκανιά, μαμουκαλιά μοσκιά, μοσκομοσκιά, μοσχιά, μοσχομοσκιά, μουσκιά, μπαγξάνα, ροδανιά, ροδαρέ, ροδαριά, ροδερά, σκιλόροδο, τριανταφιλέα, τριανταφλιά, τριανταφυλλιά, τσιντζιφιά, τσουμπάλι

μπαρμπουτιέρα, μπαρμπουτιέρα [1962b]

το σπίτι που παίζουν μπαρμπούτι

μπαρμπούτου

βλ. μπαλμπάλω

μπαρμπούτσαλα

κουταμάρες, σαχλαμάρες

μπαρμπούτσι

στέκι με κακό όνομα

μπαρντακουβούλουμα

πορδοβούλομα, μικρούτσικο

μπαρντακούδα < bαρdακούδα [1972], μπαρντακούδ

σταμνάκι

μπαρντόλιας

αχαΐρευτος, αχαγίριφτους, αχαέρεφτος, αχαΐριφτους, αχαΐροτος

μπαρντόν [1998], μπαρδόν

παρντόν, παρδόν, με το συμπάθιο

μπαρόκ [1983a], μπαρόκο [1934]

ευρωπαϊκή τεχνοτροπία (λόγιο)

μπαροκέττο [1857]

κάποιο πανί του καραβιού

μπαρόκος

η βάση του λυχνοστάτη (λόγιο)

μπαρολές [1963]

τρόπος πλεξίματος για κάλτσες

μπαρονέτ

άνθρωπος του βαρόνου

μπαρονιά

καλή συντροφιά

μπαρονιά, μπαρονιά [1963]

πονηριά, κατεργαριά

μπαρονιές (οι), μπαρουνιά [1964]

τα ψεύτικα λόγια

μπαρόντσολο [1983b]

ταμπάρο, μπέρτα

μπάρος [1874a]

τρύπα στον πάτο της θάλασσας

μπάρος [1966]

αμμούδα στον πάτο της θάλασσας ανάμεσα σε ξέρα ή φυκάδα (είναι καλό μέρος για ψάρεμα)

μπαρότα

κομμάτι στο αλετροπόδι

μπαροτή

αμπαρωμένη πόρτα

μπαρούδα, μπαρούντα < bαρούdα [1972], μπαρούλα

λακκούβα με νερό, γούρνα, λιμνούλα

μπαρουλίθρα

φουσκάλα στο δέρμα

μπαρουνιά

η μεγάλη γαιοκτησία (λόγιο)

μπαρούνος [1915]

κακός άνθρωπος

μπαρουξής [1931]

αυτός που φτιάχνει μπαρούτι

μπαρούτα [1982]

κούκλα

μπαρουτάδικο [1962a]

πυριτιδοποιείο (λόγιο)

μπαρουταποθήκη [1998]

πυριτιδαποθήκη (λόγιο)

μπαρουτιάζω, μπαρουτιάζω [1961]

θυμώνω

μπαρουτίλα [1931]

η μυρωδιά του μπαρουτιού

μπαρουτλής

παλιά μπιστόλα

μπαρουτόβολα (τα) [1910]

πολεμοφόδια (λόγιο)

μπαρουτοκαπνισμένος [1995]

αυτός που έχει πολεμήσει πολλές φορές

μπαρουτοκούρνιαχτο, μπαρουτοκούρνιαχτο [1982]

ζημιά

μπαρουτολάσπη [1934]

η βρομιά από μπαρούτη μέσα στο ντουφέκι

μπαρουτολόγος

κουτί για το μπαρούτι

μπαρουτόσκαγα (τα) [1910]

μπαρουτόβολα, σκαγιομπάρουτα

μπαρούτσα [1966]

μάλλινη μπέρτα

μπαρουφάντες

καυγατζής

μπαρούφας

αυτός που λέει μπαρούφες, μπούρδες

μπαρούχαβος [1966]

κιτρινιάρης, χλωμός (λόγιο)

μπαρούχια, μπαρούχια (τα) [1966]

κραμβολάχανα, κραμπολάχανα, καρμπολάχανα

μπαρπαρίζου [1903]

είμαι ίσια ή το ίδιο με κάποιον άλλο

μπαρπούλι [1891c]

πέπλο (λόγιο) της νύφης

μπαρτακαλέδια, μπαρτακαλέδια (τα) [1996]

παλιατζούρες | μικροπράματα

μπαρταορίζω [1891e]

υπερασπίζω (λόγιο)

μπαρτελάδος

παλαβός, ζουρλός

μπάρτζα [1966], μπάρτσα

γκρίζα ή μαύρη κατσίκα με κόκκινη μούρη

μπαρτζάκη [1963]

όνομα γίδας

μπαρτζάνα

φραμπαλάς, βολάν

μπάρτζιο [1964], μπάρτζου < bάρτζου

μαύρο κατσίκι με κόκκινη μούρη | κοκκινωπό γίδι

μπαρτζνάδ, μπαρτζνάρ, μπαρτζάκ

καλαμπόκι που δεν έκανε καρπό

μπαρτζνιά

κάποιο αγριόχορτο

μπαρτζουκάνουτους

ζώο με σταχτί σώμα και καφέ μούρη

μπαρτούλα [1688]

τρίφυλλο

μπαρτσά

κομμάτι ψωμί

μπαρτσάκλι

χερούλι

μπαρτσαμάρισμα [1963]

βλ. μπαλσάμωμα

μπαρτσαμάρω [1963]

βαλσαμώνω

μπαρτσάμικος [1963]

βαλσάμικος, νόστιμος

μπάρτσαμο [1963], μπάρσαμο [1963]

το φυτό Tanacetum balsamita

μπαρτσαμόλαδο [1963]

λάδι από βάλσαμο

μπαρτσάνα [1963]

κράσπεδο (λόγιο) | στρίφωμα σε φόρεμα

μπαρτσαχείλας, μπατζαχείλας, μπασαχείλας

αυτός που έχει μεγάλα και πεταχτά χείλια

μπαρτσινέβελος

αφεντικός, αφεδκός, αφεντικό, αφέντικος, αφετκός, αφιγκός, αφιντικός, αφιντκός, φεντικός

μπαρτσολέτα [1931], μπαρζολέτα [1963], μπαρτζολέταις (οι) [1840], μπαρτσελέτα

χωρατό, αστείο (λόγιο)

μπαρτσόλι

το χέρι της πολυθρόνας

μπαρτσουλάρω

παλαβώνω

μπαρχάλα

δικράνι

μπαρχομό

σούρτα-φέρτα

μπαρώνας [1884b]

πονηρός

μπαρώνω [1878b], μπαρατώνω

αμπαρώνω, αμπαρόνου, αμπαρούκου, ασμπαρόνου, μανταλώνω, μανταλόνου

μπασά

φύσημα αέρα

μπάσα-βάσα

τα κουτσομπολιά

μπασαδούρι

αμπασαδούρι, μικρός ξύλινος σύρτης για πόρτα ή παράθυρο

μπασάκι [1982]

ντιβάνι

μπασάλ [1688]

το κρεμμύδι

μπασαλής

κάποιο μαχαίρι

μπασαλιά

πασαλιά, μαχαιριά

μπασαλιάζω

γαμώ, αμώ, γαμίζω γαμού, μω,

μπασαλιάζω

μαχαιρώνω

μπασαμάκ

μονοπάτι

μπασαμάκια

μισές δουλειές

μπασαμπάσκο

μόρτικο, μάγκικο

μπασανάχια, μπασανάχια (τα)

τα ποδαριακά του αργαλειού

μπασαράτα

βλ. μπαγιαντέρα

μπασαριάζου, μπασαριάζου [1988]

λαπαδιάζω

μπασαρντάου < bασαρdάου [1978]

απαντώ κάποιον

μπασάς, μπασιάς, μπασάκος, μπασιάκος, μπασιάκους

ο άντρας της αδερφής, γαμπρός

μπασάτια (τα)

πράματα της κουζίνας

μπασγούνι

καρβέλι ψωμιού

μπασγουσάι, μπασκουσαγούδ

αγκράφα σε ζωνάρι

μπάση [1983a]

η μπασιά

μπάσθιες, μπάσθιαις [1876b]

στεναχώριες

μπάσι [1837]

κόστος ανταλλαγής χρημάτων, επικαταλλαγή (λόγιο)

μπάσι [1982]

καναπές | ντιβάνι | κρεβάτι

μπάσια (τα) [1891c]

καθίσματα, που είναι ολόγυρα στα δωμάτια ή σε κάποιες πλευρές

μπασιά [1934], μπασιά [1910], μπασία [1963], μπασά [1988]

εμπασιά, είσοδος (λόγιο)

μπασιά, μπασία

μουσαφίρηδες που έρχονται ξαφνικά

μπασιά, μπασιά [1884c]

μπούκα, το στόμα του λιμανιού

μπασιά, μπασιά [1931], μπασά [1983b]

πλημμυρίδα (λόγιο), φουσκονεριά

μπασιάδια (τα)

κακοφτιαγμένες ζωγραφιές

μπασιάκι, μπασιάκ

καλαμπόκι, βλ. μπαρμπαρό

μπασιαράτος [1884b]

αυτός που κάνει μια δουλειά καλά και γρήγορα

μπασιαρτίζω [1884b], μπασιαρτάω [1884b], μπασιαρντώ, μπασιαρντίζου

κάνω μια δουλειά σωστά και γρήγορα | τα καταφέρνω σε κάτι

μπασιάρτσμα, μπασιάρτζμα

επιτυχία (λόγιο)

μπασίδι [1964]

μπάσιμο, είσοδος (λόγιο)

μπάσιης [1996]

χαμηλό ντιβάνι που ήταν κοντά στο τζάκι

μπάσικη

πολύ καλή

μπασικλέφτης

πρωτοκλέφτης, αρχιληστής (λόγιο)

μπασιμέντον [1837]

κάποιο καράβι

μπάσιμο [1884c]

το μπάσιμο (εσοχή) της μπάντας του καραβιού

μπάσιμο [1931], μπάσιμον [1910]

είσοδος (λόγιο)

μπασιμπουζούκικος [1931]

τραμπούκικος, τσαμπουκαλίδικος

μπασιούρου

γουρούνα, βουρούνα, γκρούνα, γρούνα, λούγκρα, λούτα, μουχτερή, μπούζα, μπουζάκα, μπουζίτσα, μρούνα, ουρούνα, σκρόφα, τσιόφα, τσιόχα

μπασιούρς

βρομιάρης, βόομκους, βρομέας, βρομιάρικος, βρόμικος, βρόμκους, βρομνιάρης, βρόμνικος, βρουμιάρκους, βρουμιάρς

μπασίρης [1982]

άξιος, άξε, άξιγιος, άξιε, αξιός, άξιος, άξιους, άξιους, άξος, άξους,

μπασίστας [1995]

αυτός που παίζει μπάσο μουσική

μπάσκα [1983b]

κομμάτι στη μέση φούστας, μπλούζας ή παντελονιού, σα φαρδύ βολάν

μπασκανία

αβάσκαμα, αβασκαμός, αβοσκαμός, αβασκοσίνη, αποσκαμός, βασκάνισμα, βάσκαμα, βασκαμός, βασκουσίν, βασκοσίνη, ματ, μάτι, μάτιασμα

μπάσκετ [1983a], μπάσκετ-μπολ [1995]

καλαθοσφαίριση (λόγιο)

μπασκέτα [1998]

το καλάθι του μπάσκετ

μπασκετμπολίστας [1995]

καλαθοσφαιριστής (λόγιο)

μπασκί

ξύλο με σιδερένια μύτη, για να κάνεις τρύπες στο χώμα και να φυτεύεις τον καπνό

μπασκί [1982]

δέμα με καπνόφυλλα

μπασκιάζω, μπασκιάζω [1982]

φτιάχνω τα καπνόφυλλα θημωνιά

μπάσκιασμα, μπάσκιασμα [1982]

το σώριασμα των καπνόφυλλων

μπασκλάς [1998], μπασκλασαρία [1998], μπασκλάσα [1962b]

κατώτερος κοινωνικά (λόγιο)

μπασκού

μπαστούνι

μπασλίκι [1931], μπασλήκι [1835], μπασλίκ

κεφαλαριά, καπιστράνα

μπάσμαν [1891a]

μυγόχεσμα

μπασμάς [1982], μπασμάδες (οι) [1966]

ξερά πατικωμένα σύκα

μπασματζίδικο [1960]

το μαγαζί του μπασματζή

μπασμένος [1931], μπαγμένους

σκεβρωμένος

μπασμός [1891e]

η μαλάγρα που ρίχνει ο ψαράς στη θάλασσα για να μαζευτούν τα ψάρια

μπάσνα < bάσνα [1978]

καλό και μεγάλο χωράφι από κληρονομιά

μπασνάδα, μπασνάρα

κομμάτι του χωραφιού που ο σπόρος δε φύτρωσε

μπασογάμπια [1934]

ναυτ. κάτω δόλων (λόγιο)

μπας-οντάς [1996]

το καλό δωμάτιο

μπάσος < μπάσος [1966]

βλ. μπάρμπας

μπάσος < μπάσος [1966]

σεβαστός άρχοντας

μπασούρα

κομμάτι στο μαλλί με άλλο χρώμα τρίχες

μπασούρα [1963]

το παραπανίσιο πανί, που κάνει για φάρδεμα του ρούχου

μπασούρι < μπασούρι [1923a]

βόδι με άσπρη βούλα στο κούτελο

μπασούρς, μπασούρα, μπασούρ

ζώο με μπασούρες στο μαλλί

μπασουρτή

κομμάτι κρέας που κάνει για λουκάνικα, από την κοιλιά του γουρουνιού

μπάστα [1931]

πιέτα ρούχου

μπάστακας

πέτρα-σημάδι σε παιδικά παιχνίδια | ακούνητος άθρωπος (που εμποδίζει)

μπαστακουνάδος

όρθιος

μπαστακούνι, μπατικούνι

ορθοστασία (λόγιο)

μπαστάν-μπασά

πολύ καλά

μπασταρδάκι [1709]

παιδί μπάσταρδο, μπασταρδέλι, μπαστάρδι, μπασταρδόπουλο, μπαστί, μπαστόπιασμα

μπασταρδεμένος [1659], μπασταρδευμένος [1790]

νοθογενής (λόγιο), νοθευμένος (λόγιο)

μπαστάρδι [1887b]

βλ. μπασταρδάκι

μπασταρδιά (τα) [1910]

ναυτ. παραριπίδια (λόγιο)

μπαστάρδικο [1966]

αυτό που μένει περίσσεμα

μπαστάρδικος [1709]

μούλικος, μουλόσπαρμα

μπαστάρδοι (οι) [1888a]

ξύλα του μαγγανοπήγαδου

μπασταρδόπουλο, μπασταρδόπουλον [1709]

βλ. μπασταρδάκι

μπασταρδοσύνη [1659]

νοθογένεια (λόγιο), νοθεία (λόγιο)

μπασταρδού [1887b]

αυτή που γεννάει παιδί δίχως να έχει παντρευτεί (ή που δεν είναι του άντρα της)

μπαστέκα [1884c]

ναυτ. έντροχον (λόγιο)

μπαστελάμενος

δυνατός

μπάστι [1966]

στοίχημα

μπαστί < μπαστί [1964], μπαστί < bαστί [1978]

βλ. μπασταρδάκι

μπαστίζω [1931]

καστίζω (δουλειά του ράφτη)

μπάστιο

κρύωμα, πούντιασμα

μπαστιρντίζω [1960]

αφήνω να μπει μέσα

μπαστόκα

μεγάλο ψέμα

μπαστόπιασμα < μπαστόπιασμα [1966]

βλ. μπασταρδάκι

μπάστος

ντουλάπι μέσα στον τοίχο

μπάστος, μπάστο [1894]

μπάσταρδος

μπαστούνα [1934]

μεγάλο μπαστούνι

μπαστουνάρα [1961]

μεγάλο μπαστούνι

μπαστούνι [1884c]

ναυτ. δοράτιον (λόγιο)

μπαστούνι, μπαστούν

σωρός από άχυρα

μπαστουνιά [1910], μπαστουνιά [1931]

χτύπημα με μπαστούνι, ραβδιά

μπαστουνίζω [1931]

ραβδίζω, βεργίζω

μπαστουνόβλαχος [1961]

αγροίκος (λόγιο), χοντράνθρωπος

μπαστούρα, μπαστρά

λιμπούτζα, μπουζιακλιαστίρι, σιγκέρισμα (το σκοινί που δένουν το ένα μπροστά και το άλλο πίσω πόδι του ζώου για να μη φεύγει μακριά από κει που βόσκει)

μπαστούρι

σπάγγος, κορδόνι

μπαστούρομα

το δέσιμο της μπαστούρας

μπαστουρόνω

βάζω στο ζώο μπαστούρα στα πόδια

μπαστραβγιάζου < bαστραβγάζου [1976], μπαστρώνουμι

για φυτό που αρρωσταίνει από μπάστρα (περονόσπορο)

μπάστρι < μπάστρι [1923a]

μπλάστρι

μπαστρόνω

δένω τη μπαστούρα στο γάιδαρο

μπας-τσαούσης

επιλοχίας (λόγιο)

μπάτ

γρήγορα, γλήγορα, αγλιούγουρα, αγλίγορα, αγλίγουρα, αγλίγουρας, αγλίορα, αγλίουρα, αγλίκουρα, αγλιούγρα, αγλούγουρα, αγρίγορα, αγρίγουρα, αγουργά, αλίγορα, αλίορα, αλίγορας, αλιούγρα, βοργά, βουργά, γκλίγκορα, γλίβορα, γλίβορι, γλίγουρα, γλίγορι, γλίγορις, γλίορα, γλιόρα, γλίορες, γλίορι, γλιόρι, γλίορις, γλίουρα, γλιούρα, γρίγορι, γρίγορις, γρίορα, γοργά, γοργό, γουργό, γουργού, εγλίγορα, εγλίορα, εγρίγορα, εγλίγορτα, εγλίορι, εγλίορις, εγρίορι, ελίγορα, λίγορα, λιγόρα, λίγουρα, λίορα, λίορες, λόρις, ογλίγορα, ογλίγορις, ογλίορα, ογλίορις, ογρίγορα, ογρίγορις, ολίγορα, ουγλίγορα, ουγλίουρα

μπάτα

αδερφή, αδαρφή, αδελφή, αδέρφη, αδεφή, αδιρφή, αδριφή, αελφή, αερφή, αντελφή, αντερφή, αρφή, δελφή, δερφή

μπάτα

βουρκονέρια

μπάτα

κομμάτι μέσα στο χωράφι που δε φύτρωσε ο σπόρος

μπάτα

παγίδα για πουλιά

μπάτα

φράχτης με κλαδιά (για τα ζώα)

μπατάγια

για λίγο

μπαταγιόλο, μπαταγιόλο [1963]

ναυτ. ερκάνη (λόγιο)

μπαταδούρος [1874d]

μεγάλο ραβδί που στην άκρη ο κυνηγός έδενε ένα σπουργίτι για δόλωμα και το έβαζε κάτω από δίχτυ, για να μαζευτούν κι άλλα πουλιά και να τα πιάσει

μπατάκ < bατάκ’ [1976], μπαντάκ

απατεώνας (λόγιο), καλπουζάνος, λοβιτουρατζής

μπατάκ < μπατάκ’ [1988]

χρεοκοπημένος (λόγιο), μουφλούγς

μπατάκα [1992]

το φυτό Solanum tuberosum, πατάτα

μπατάκομα, μπαντάκουμα [1962c], μπαντάκουμα < bαdάκουμα [1976]

βούλιαγμα, βούλιαμα, βούλιασμα, σβούλιασμα

μπατακοτός, μπαντακουτός

βαθουλωτός, βαθλός, βαθλουτός, βαθουλοπός, βαθουλός, βαθουλπός

μπατάλ

χωράφι άσπαρτο, αφημένο

μπατάλα [1966]

η απούλητη πραμάτεια | η γεροντοκόρη

μπαταλαμάς [1961]

παλιόπραμα, παλιατζούρα

μπαταλαρία [1962c]

παλιατζούρα, σαβούρα

μπαταλεύω [1910], μπαταλιέρνω, μπαταλιαίρνω [1960], μπαταλέβω [1931], μπαταλιάζω [1931] μπαταλιάρω, μπαταλιάρω [1960], μπαταλιάζου < μπαταλ’άζου [1962c], μπαταλιάζου < bαταλάζου [1978],

αχρηστεύω (λόγιο)

μπατάλι

κάποια αρρώστια

μπατάλι

κουδούνι για γίδια

μπαταλιά, μπαταλιά [1931]

χοντροκοπιά

μπαταλιάρκου

το χαζό παιδί

μπαταλιάρω

βλ. μπαλαλάω

μπατάλιασμα, μπατάλιασμα [1931]

χοντροκοπιά

μπαταλιασμένος

κακομοίρης

μπαταλματζής [1835]

κληρονόμος (λόγιο)

μπαταμάς

χοντράνθρωπος

μπατάνι, μπατάν [1962c], μπατάν < bατάνι [1892]

νεροτριβή, δριστέλα, μαντάν, μαντάνι, νεροτριβιά, νεροτριβιό, νεροτρουβάδα, νεροτρουβή, νιροτριβή, νιρουτριβή, νιρουτρουβιά, ντρίστα, ντριστέλα, τρίστα, τριστέλα

μπατανίζου

χτυπώ πανιά στο μπατάνι, στη νεροτριβή

μπατανόβουρτσα [1998]

βούρτσα για ασβέστωμα

μπαταντζής

αυτός που έχει το μπατάνι (τη νεροτριβή)

μπαταράς

παγούρι

μπαταρέλα [1963]

γιούχα, αγιούχα, γιαχό, γιου, γιούσα, γιουχάισμα, γιουχαϊστό, γιουχαϊτό, γιουχάρισμα, γιουχάς, χούγια

μπατάρι [1709]

ντουλάπι, φωριαμός | αρμάρι τοίχου | ντουλάπι χωνεφτό

μπαταρία [1934]

ηλεκτρική στήλη (λόγιο)

μπατάρισμα [1709], μπαταρισά [1983b]

αναποδογύρισμα, κραχ

μπαταρισμένος [1709]

αναποδογυρισμένος | αυτός που γέρνει μονόπατα

μπαταρόλος

άστατος, άστατους

μπατάτα

το φυτό Batata edulis, γλυκοπατάτα, γλικουπατάτα, γλικοπατάκα, πατατόνα

μπατατέλο [1963]

βάρκα καραβιού

μπατατούκα [1963], μπατατούκος

πατατούκα, χοντρό και κοντό αντρικό παλτό

μπατέρα, μπατιέρα

σκαλωσιά

μπατέρω [1963]

χτυπώ με το κουπί στη μέση τα δίχτυα που ανεβαίνουν, για να μη φύγουν τα ψάρια

μπατζαβλός < μπαdζαβλός [1964]

κεκές, τραυλός

μπατζάδες (οι) [1931]

χώματα που κρατάνε νερό

μπατζανάκισσα [1961], μπατζανάκαιναι [1961]

συνυφάδα

μπατζανέμι [1962b]

απάγκιασμα, απανεμιά, απαλεμιά, απάλεμο, παλεμιά

μπατζάρ [1988]

πειράζει

μπατζαριό, μπατζαργιό < μπατζαργειό [1964], μπατζαρειό < μπατζαρειό [1966], μπατζαργιό < bατζαργο [1976], μπαρτζαριό, μπατσαριό

μέρος της στρούγκας, όπου φτιάχνουν το τυρί και το βούτυρο, τυροκομείο (λόγιο)

μπατζαρόνω

σουφρώνω τα χείλια

μπατζαρόπιτα, μπατζαρόπτα

πίτα με μπάτζο, τσουκνίδες και κοπανισμένα καρύδια

μπατζέλι, μπατζελάκ

κουτάβι, σκυλάκι, κιτίκα, κουλούκι, κουλούτζιν, κουνάζι, κουναράτσι, κουνάρζι, κουνάρι, κουούκι, κουτάβ, κουτάβα, κουτβέλ, κουτσάβ, κουτσαβέλι, κουτσέλι, κουτσέλι, κταβ, κταβέλ, κταβέλι, κτάβι, σκλαράκ, στσλαρέλ, φνελ, χτάβι

μπατζιλίκ < bατζιλίκ’ [1976]

η δουλειά του μπάτζιου

μπατζίνα

σκατά (τα), αθρωπέα, γκουσιέρα (τα) κακά (τα), κάκα (τα), κουράδα, κούσπα, κούτσουλος, μαγάρα, μαγαρισιά, μαγαρσιά, μούτι, σταλίκια | από κόψιμο, νερουλά: τσαρτσάλια, τσαρτσαλίδες, τσέρλα, τσερλιό, τσέρλο, τσίρλα, τσιρλιό, τσιούρλα

μπατζίνα [1961], μπατζίλα < bατζίλα [1976]

το λένε και λίπα, φαγητό από αλεύρι καλαμποκιού

μπάτζιος < μπάτζιος [1966]

βλ. μπατζανάκης

μπάτζιος, μπάτζους < μπάτζους [1962c], μπάτζους < bάτζους [1976], μπάντζιος

αυτός που φτιάχνει το μπάτζο (τυρί)

μπατζό, μπάτζιο, μπατσό, μπατσκιό, μπάτζιους

το μπατζαριό

μπατζόκουρους, μπατσόκουρου μπατσόξλου, μπατσουστέφανου

ξύλο που χτυπάνε το γάλα στο καδί, για να βγει το βούτυρο

μπάτζος μπάτζιος < μπάτζιος [1966] μπάτζιος [1962c], μπάτζος < μπάτζος [1966], μπάτζους < bάτζους [1976], μπάτσους

κάποιο τυρί (δίχως βούτυρο)

μπατζοτύρι, μπατζουτύρ < μπατζουτύρ’ [1964], μπατζουτύρ < bατζουτύρ’ [1976], μπατσουτίρ

το τυρί μπάτζος

μπατζούζ

ένα παιχνίδι

μπατζουκάδ, μπατσουκάδ

καδί για τον μπάτζο

μπατζούρα

μουντζούρα

μπατζουριάζω

μουτζουρώνω

μπατζουριασμένος

μουτζουρωμένος

μπάτζους < μπάτζους [1964]

το μπατζαριό και όσοι δουλεύουν εκεί

μπατή

εμπατή, είσοδος (λόγιο)

μπάτης

ο μεγάλος αδερφός

μπατιάμ [1688]

το φυτό Foeniculum capillaceum μάραθο, μάραζα, μάλαθρο, μάραθρο, μαρουθκιά, φινόκιο,

μπατιασμένου

κακό χωράφι από τα πολλά νερά που κράτησε

μπατίδος

χαλασμένος

μπατίκ [1995]

ζωγράφισμα πανιού με κερί

μπατικάδος

συνεχόμενος (λόγιο)

μπατικά-μπατικά

σιγά-σιγά

μπατίκι [1709]

εμπατίκι, μίσθωμα (λόγιο)

μπατικιά

πετριά

μπατίκια (τα)

αρραβώνας, αμπόλιασμα, αρραβώνα, αρραβώνιασμα αβερόνιασμα, αϊβόνα, αναβούρα, αραβόνα, αραβονάδια, αραβόνασμα, αραβόνασμαν, αραβονή, αραβονιά, αραβόνια, αραβόνιαση, αραβονίσια, αραβουνιά, αραόνα, αραόνας, αραόνιασμα, αραούνιασμα, αρβόνα, αρβονιά, αρβόνιασμα, αρεβόνα, αρεβονάδια, αρεβόνας, αρεβόνιασμαν, αρεβονίσια, αριβόνα, αριβόνας, αριβονίσια, αριβουνίσια, βερόνιασμα, σιάσματα, σιδέματα, σμάδια, σουμάδ, σουμάδεμαν, σουμαδέματα, σουμάδια, χάρτομαν, χαρτωσιά,

μπατίκια (τα)

τα δώρα που δίνουν τα πεθερικά στη νύφη ή ο νονός στο βαφτιστήρι του

μπατίκια, μπατίκια (τα) [1931], μπατίκι

δικαίωμα που πληρώνει ο παπάς του δεσπότη για να πάρει την εκκλησιαστική επικαρπία

μπατικιά, μπατικιά [1931]

πέτρα χτισμένη με ένα τρόπο

μπατικιάζω, μπατικιάζω [1709]

πληρώνω το δόσιμο για να μπορέσω να λειτουργήσω

μπατικιές, μπατικιές [1874a]

μαρόκος, κοτρόνα, μεγάλη μέτρα

μπατικόνω [1874a]

πατικώνω

μπατικός [1910]

τρόπος χτισίματος με τούβλα ή πέτρες

μπατικούλο [1884c]

ναυτ. ανάγουσα (λόγιο)

μπατιμπαλιάζω, μπατιμπαλιάζω [1963]

χτυπώ με το μπατίμπαλο

μπάτι-μπάτι

σβέλτα και δυνατά

μπατίμπουλα (τα) [1963]

οι κοιλόπονοι

μπατιμπούλιο [1963]

χάβρα, βαβούρα

μπατινάρω [1874a]

πατινάρω, μπαγιατίζω

μπατίνι

ξυλοδαρμός (λόγιο), πλάκωμα

μπατίρισσα [1995]

άφραγκη, αδέκαρη

μπατίστα [1910]

βατίστα, πατίστα, καλό πανί, λεπτό και σφιχτά υφασμένο

μπατιστένιος, μπατιστένιος [1995]

βατιστένιος, πατιστένιος, φτιαγμένος από βατίστα

μπατιστούλα [1995]

βατιστούλα, όχι καλή βατίστα (μπατίστα)

μπατκόρο

σύγχυση (λόγιο)

μπατογιάνος

κόκορας δίχως ουρά

μπατόλια

ομάδα (λόγιο)

μπατόστα [1963]

βλ. μπαλοτόντο

μπατούδα

σπρωξιά

μπατούδες (οι) [1963]

ζητιάνοι που φορούσαν μάσκες

μπάτουδο

κατσικάκι ή αρνάκι φούρνου γεμιστό με χορταρικά

μπατουνιαρσμένους

κουρασμένος

μπατουνιέρνου, μπατουρώ

κουράζομαι πολύ

μπάτσα < bάτσα [1978]

βλ. μπαλαμούτσα

μπατσάκι [1995]

χαστουκάκι

μπατσαλεύουμι [1962c]

παίζω με τα νερά

μπατσανάω, μπατσέβου, μπατσέβω, μπατσιέβω

πλατσουρίζω στα νερά

μπατσαριά [1909], μπατζαριά, μπατσάρα [1966], μπατσαργιά, μπατσαργιά [1966], μπατσάρι [1966], μπατσαρόπιτα, μπατσαρόπτα < bατσαρόπ’τα [1978]

μπλατσάρι, μπλατσαριά, μπλατσάρα, λαχανόπιτα με χυλό από αλεύρι καλαμποκιού

μπατσαρία [1998]

αστυνομία (λόγιο), χωροφυλακή (λόγιο)

μπατσάρομαι [1876a]

αναλαμβάνω (λόγιο)

μπατσελάδος

παράξενος

μπατσελάρω

υποφέρω (λόγιο)

μπάτσες (οι), μπάτσις (οι) [1964]

κλαδιά δέντρου (από οξιά, βελανιδιά, έλατο και άλλα) που κόβουν για να ταΐσουν τα ζώα

μπάτσης [1966]

μπάρμπας, θειος | γέρος | κοτζάμπασης

μπάτσι

μήπως

μπάτσι [1896b]

πάτσι, ίσια

μπάτσι [1966]

κάποιο φίδι

μπατσιά, μπατσιά [1961]

χαστούκισμα

μπατσίζω

πατσίζω

μπατσίζω [1659], μπατσίζου < μπατσίζου [1923a], μπατσίζου [1962c], μπατσουλίζω

χαστουκίζω, ζαγλικίζω, σκαμπιλίζω

μπατσικάρμι

ξύλο στη μύτη της πλώρης

μπάτσινη-γουμάρα [1964]

παιδικό παιχνίδι με ραβδιά, η γουρούνα ή γρούνα

μπάτσις < bάτσις [1972]

αδερφός, αδελφός, αδαρφός, αδελφό, αδεφλός, αδεφό, αδεφός, αδιιφός, αδιρφός, αδιφός, αδρεφός, αδριφός, αελφός, αερφός, αερφός, αλεφρός, αντελφό, αντελφός, αντερφό, αντερφού, αντρεφό, αντρεφό, αρφός, δελφός, δερφός

μπάτσισμα [1931]

χαστούκισμα

μπατσόλι [1966], μπρατσόλι [1966]

κάποιο πριόνι

μπάτσος [1962b], μπάτσους

αστυνομικός (λόγιο), μπασκίνας.

μπατσούρομα, μπατσούρισμα

τα πολλά χαστούκια, οι πολλοί φούσκοι (μπάτσοι) σε κάποιον

μπατχαβά

φτηνά

μπάυρον [1961]

πουκάμισο ανοιχτό, δίχως κουμπιά

μπάφα

ξίγκι, λίπος (λόγιο)

μπάφα [1909], μπαφόψαρο

θηλυκό κεφαλόπουλο (από αυτό βγαίνει το αυγοτάραχο)

μπάφα [1962b]

σκάρτο πράμα

μπαφάδα

ανεμορούφουλας, ανεμορίπινος, ανεμορίπιτος, ανεμορούφουλο, ανεμορούφουλος, ανιμουρούφλας

μπαφάδα

άσχημη μυρουδιά, βρώμα

μπαφαρία [1963]

μπασκλασαρία, λαουτζίκος

μπάφες (οι)

τα κούφια λόγια

μπάφιασμα, μπάφιασμα [1961]

ζαλάδα, πονοκέφαλος

μπαφιασμένος, μπαφιασμένος [1998]

ζαλισμένος, με πονοκέφαλο

μπάφιλας, μπάφλας, μπαφίλι

πάφιλας, φύλλο μπρούντζου

μπαφιόρα

τσιγάρο

μπάφκα

ψέμα, ψευτιά, γιαλάν, , μετσιάν ψεφθιά, ψεφτία, ψεφχιά, ψιφτιά, ψόμα, μούσι, μπάφκα, παντζιάρ, παστόκα, παστρόκιο, πόφκα, τριάρ, σκαλέτα

μπάφκα [1982]

πλαδαρότητα (λόγιο) | ευρυχωρία (λόγιο)

μπάφος

τσιγαριλίκι (φούντα, χασίσι)

μπαφουνάτος

αυτός που έχει χοντρά και κόκκινα μάγουλα

μπαφούνω

προβατίνα με μαλλιαρά μάγουλα | η γυναίκα με τρίχες στη φάτσα

μπαφουρένια, μπαφουρένια (τα) [1896b]

τα κόκκινα μάγουλα

μπαφουσκένω, μπαφουσκιαίνω [1982]

χοντραίνω

μπαφούσκιασμα, μπαφούσκιασμα [1982]

πλαδαρότητα (λόγιο)

μπαφούσκος [1963], μπαφούσκας [1982]

αυτός που έχει χοντρά μάγουλα | ο χοντρός

μπαφούτης

μουστάκιας, μουστακαλής

μπάφρα [1961]

κάποιος καπνός τσιγάρου | νούλα στους πόντους

μπαχαβράς

φασαρία, σαματάς, νταβαντούρι

μπαχαγίας, μπαχαΐα

παγωμένος αέρας

μπάχαλα (τα)

χαλάσματα

μπαχαλίζω [1887b]

περπατώ ψαχουλευτά δίχως να βλέπω καλά

μπάχαλο [1995], μπάχαλου μπάχλα

οχλαγωγία (λόγιο), φασαρία

μπαχαλός

βλ. μπαγιακόκος

μπαχαλότια, μπαχαλότια [1966]

τα παχιά λόγια

μπάχανα

χάχανα

μπάχανα [1909]

στα χαμένα, μάταια (λόγιο)

μπαχάντζα < μπαχάντζα [1923a]

μπουσουλητά

μπαχαράτια, μπαχαράτια (τα) [1966]

μπαχαρικά

μπαχάρι μπαχαρία

η παχαρία, ο μπάτης

μπαχαριά

ευθύνη (λόγιο)

μπαχαρίζει

φυσάει ο μπάτης (το μπαχάρι)

μπαχάς

το βιος, το βιο, το έχει

μπαχατουριά

βρομοδουλειά, βρουμουδλιά

μπαχίζω

στεναχωρώ

μπαχίρ < bαχίρ’ [1972]

το κομμάτι της καμινάδας που είναι μέσα στο σπίτι

μπαχλάβας

βλ. αχαΐρευτος

μπαχλάτισμα

βλ. μπάλαλα

μπαχόνα

κοτρόνα, βουλάδα, καγιάδα, κοντρί, κοτρόνι, κουλές, μαρόκος, μπιστιρά, τρούλος, χοχλάκα, χόχλακας,

μπαχονίδι

μικρή μπαχόνα

μπαχούμης [1887b]

χοντρός, βραγκάλας, γκουλέμας, καμπάθκους, κλουκ, κομπάδικος, μπίλους,, μπουγάς, μπρασκαφούσκας, μπρούχαβους, προύχαβους, τουπάτς, φούσκας, χοντρέλας, χοντρομπαλάς, χότος, χούμπας, χουντρός

μπαχτάζω

ταΐζω πολύ

μπαχταλέ

τα μεγάλα βυζιά

μπαχτή

κουβέρτα με κεντήματα που έγιναν στο χέρι

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του εθνικού τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1960: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983a.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983a.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.