Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπουρδε-μποχλ

 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπουρδε-μποχλ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

24.4.2012

μπουρδελές [2001c]

βλ. μπεβάντα (νερωμένο κρασί)

μπουρδελιάρης < μπουρδελιάρης [1998]

& πουτανιάρης, αυτός που πηγαίνει στα μπουρδέλα, στις πουτάνες

μπουρδελότσαρκα [1998]

αντροπαρέα ή αγοροπαρέα που κάνει τσάρκα (βόλτα) στα μπουρδέλα

μπουρδένια (τα) [1964], μπουρδέλια < μπουρdέλια (τα) [1964], μπουρδέγκις < μπουρδέγγις (οι) [1964]

σπαράγγια, αγρέλια, σποράγια, σφεδούκλια, σφοράγια

μπουρδέτσικια < bουρδέτσικια (τα) [1892]

κουρέλια που τυλίγουν στα γόνατα

μπούρδικας

βλ. μούλος (μπάσταρδος)

μπούρδινο [1963]

κάποιο φτηνό πανί

μπούρδινος

παρδαλός, πολύχρωμος (λόγιο) αλαντζάς, αλατζαδένιος, αλατζαδένος, αλατζαλής, αλατζάς, αλατζής, αλατζιάθκος αλατζιάς, αλατζιάτικος, αλατζιάτκους, αουτζάς, βαλιός, κουρνός, λιαρός, λιάρος, λιάρους, μπάλιος, μπάλιος, μπασιούρς, μπασούρς, μπερδελός, μπέρδελος, μπερμπελινός, μπερμπιλός, μπιάγκαβους, μπιάκαβους, μπιρμπιλός, παρδαλής, παρδαλιάρς, παρδάλς, παρδάλτς, πάρταλος, πάτσαλος, πιρδικουτός, πιτσλός, πλουμιστός, σιάρινους, φαρδαλός

μπούρδκου [2010]

μούλικο, μπαστάρδικο

μπούρδο [1963]

έφοδος (λόγιο)

μπουρδόνι, μπουρδούκι

βλ. μπζιάκας (στρουμπουλός)

μπούρδος [1884c]

βλ. μπουλμές (τοίχος)

μπουρδούγιο

ακαταστασία (λόγιο), αδιαρμισά, ανατσολόιση, γιαμ-γιας, γκιουΐλκ, λόζους, λόντζα, μπουκλούκ, νταρνταγάν, ντιζόρντινο, ντριζιούνα, σαχλίκι, σούρδου-μούρδου, τζάτζα, τουρκομάνι, χερουλία

μπουρδούκλα [2011], μπουδούκλα [2011]

βλ. μπουζιαστίρι & μπέδουκλο (σκοινί)

μπουρδούκλωμα [1995], μπερδούκλωμα [1998], μπορδούκλομα

μπέρδεμα, ανακάτεμα

μπουρδουκλώνω, μπουρδουκλώνου [1903], μπουρδουλόνου < μπουρδουλώνου [1987b], μπουρδουκλώνω [1995], μπερδουκλώνω [1998], μπουρδούκλουμα

μπουδουκλώνου, μπουδουκλόνου, μπερδεύω, ανακατεύω

μπουρδουλέβω

βλ. μπουρδουκλώνω

μπουρδούλιο

ρεζίλι, βουρδούγιο, βουρδούλιο, καπαέτι καπέτουλα, κελπαζές, κεπαζές, κιπαζές, κιπιζές, μασκαραλίκ, μασκαραλίκι, μασκαραλούκι, μασκαριλίκ, μασκαριλίκι, μασκαρλίκ, μασκουζάνι, μουτσιάνα, ξεφτίλα, ξιφτίλα, ρεζίλεμα, ρεζιλίκι, ρεντικολέτσα, ρεντίκολο, ρέντιλου, ριζίλ, σεργούνι, σιουργκούνι, σούργελο, σουργούν, σουργούνι, ταπαέτι

μπουρδουλόνω

φτιάχνω κάτι βιαστικά και όχι καλά

μπουρδουμπού [1963]

ακατάστατη (λόγιο)

μπούρδου-μπούρδου

πρόχειρα (λόγιο), βιαστικά

μπουρδουνάρ

βλ. μπατζάκι

μπουρδουνάρι [1909]

το δοκάρι που πάνω του ακουμπάνε τα δοκάρια της σκεπής

μπουρεκάκι [1931]

υποκ. του μπουρέκι

μπουρέλα < bουρέλλα [1918]

δοχείο για κρασί

μπουρέλι

βλ. μπούκλα (βαρέλι)

μπουρεπαρές [2001c]

αυτός που ψαρεύει με δυναμίτη

μπουρέτα [1709]

αμμοδοχείο (λόγιο)

μπουρζάλα < μπορζ’άλα [1962c]

η πολύ ζέστη

μπουρζαλνώ < μπουρζ’αλνώ [1962c]

ψήνω στη φωτιά φέτες ψωμιού

μπουρζουά [1934], μπουρζουάς [1957]

αστός (λόγιο) | γαλλικό: bourgeois

μπουρζουαζία [1934], μπουρζουαζί [1963]

αστική τάξη (λόγιο) | γαλλικό: bourgeoisie

μπουρζουάζικος [1934], μπουρζουαζικός [1962a], μπουρζουάδικος [1995]

αστικός (λόγιο)

μπούρημα < bούρημα [1908]

κουτουλάω με τα κέρατα (για τράγο, γίδα, βόδι)

μπουρής [1931]

βλ. μπουρινιασμένος

μπουρθακλάς [1996b]

βλ. μπουζάκας (βάτραχος)

μπουρθίκα

βλ. μπουσουλιά (άνοιγμα στο παντελόνι)

μπούρι [1874a], μπούρι < bούρι [1925]

κάτουρο

μπουρί [1874a], μπουρίνι < μπουρίνια (τα) [1998], μπουρού

νευρίασμα, τσατίλα, τσαντίλα

μπουρί [1996a]

τρομπόνι (μουσικής)

μπουρί < bουρί [2006]

το αξόνι του αμαξιού

μπουριά [1891f], μπουριά < μπουριά [1987b]

πόρτα κήπου: λεσά, λισιά, ποριά, πορτέλο, πορτόνι, πουριά

μπουρία τα [1996b]

βλ. μπουρίνια (τσαντίλες)

μπουριάζω < μπουριάζει [1966]

περισσεύω

μπουριάρης < μπουριάρης [1996b]

αυτός που αλλάζει γνώμη εύκολα

μπουριάς

βλ. μπινάρι (βρύση)

μπουριδιάζω < μπουριδιάζω [2001b]

βάζω μπουριά σόμπας

μπουρίζου [1987a]

αδιαφορώ (λόγιο)

μπουρίζω [1996b], μπουρίζω < bουρίζω [2001c]

σφυρίζω με την μπουρού | ζαλίζω κάποιον από την πάρλα

μπουρίζω < bουρίζω [1908]

εκρέω (λόγιο), για αίμα που πετάγεται από την πληγή: βοΐζω, μπουΐζω

μπουρίκια [1864], μπουρίκα [1996b], μπουρίκι [1996b], μπουράκιο

βλ. μπλόσκα (παγούρι από ξύλο)

μπουρικό < ’μbουρικό [1964]

σφηνάκι (πιοτό)

μπούρικος

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπουρίνα[1996b]

λεπτό ξύλο με τρύπα, που έμπαινε μέσα η μια άκρη της βελόνας. για να μην κουνιέται. το ακουμπούσαν οι γυναίκες στη μέση τους

μπουρινάρω [1884c], μπουλινάρω [1910]

ναυτ. πλαγιάζω τα πρωραία (λόγιο)

μπουρινιασμένος [1931]

τσαντισμένος, μπουρουδιασμένος, νευριασμένος,

μπουριό < μπουρειό [1983a], μποριό

νιμποριό, (νημποριό, νιμπορειό), νεμποριό

μπουρισιά < bουρισιά [1908], μπούρσμα < bούρ’σμα [1976]

κουτουλιά με τα κέρατα (τράγου, κριού, ταύρου)

μπουρίσω < μπουρίσσω [1864], μπουρίζω

κολλώ κάποια αρρώστια

μπουρκέλα < bουρκέλα [2006]

βλ. μπιρμπίλα (προγούλι)

μπούρκιο < μπούρκιο [1963]

ρεμπούρκιο, ρυμούλκηση (λόγιο)

μπούρκλο [1983a]

κάτι που πάνω του σκοντάφτει το πόδι

μπουρκλόνω

βλ. μπουρδουκλόνω

μπουρκούκ < bουρκούκ’ [1972]

παλιόπαιδο

μπουρκούνα [1910]

σύκο που ωριμάζει την άνοιξη: αμπουρκούνα, εμπουρκούνα

μπουρκουνιά < μπουρκουνιά [2002]

οι συκιά που βγάζει μπουρκούνες

μπούρλα [1931]

βλ. μπουνταλαλίκι

μπουρλάδα [1982]

τόπος που βαστά νερό: ασμάκι, βαρικό, βαρικόδιο, βαρικοτό, βαρικούσιο, βαρκό, βάρκο, βαρκόη, βαρκοτό, βρετσούλα, γκερέν, ζοντάδα, κατούρικον, μοτσιάρα, μούζγα, μούζγκα, μουρτσακό, μούσγα, μούσγκα, μουτσαλκό, μουτσάρα, μουτσαρκό, μουτσιάλα, μουτσιάρα, μπαντίνα, μπάρα, μπατακλίκι, ρκο, σμακ, τζιγκούρα, τσίλιαρ

μπουρλάτζαβους < bουρλάτζαβους [1976], μπουρλάτσαβους [2008]

απεριποίητος (λόγιο)

μπουρλιά [1931], μπουρλιά < bουρλά [2006]

βλ. μπουλιάστρα (αρμαθιά)

μπούρλιαβους

ξεχασιάρης, αστουχμένους, θαραπαμένους, κούγιαβλο, ντουάνι, ντουγάν, ξιαστόϊστους, ξιαστουχιάρς, ξιαστουχμένους, ξιαστόχαστους, ξιστόχαστους, ξιχασμένους, σιούρτος,

μπουρλιάζω < μπουρλιάζω [1635], μπουρλιάζου < μπουρλιάζου [1981], μπορλιάζω < μπορλιάζω [2001a], μπουρλιάζου < bουρλάζου [2006], μπουλιάζω

περνώ σε σπάγγο: αρμαδιάζω, αρμαθάζω, αρμαθάζω, αρμαθιάζου, αρμαθιάζω, αρμαθιάνου, αρμαϊθιάζου, αρματιάζου, αρμοθάζω, βουρλιάζου, βουρλιάζω, βουρλιάω, βουρλόνου, βουρλόνω βρουλιάζω, βρουλόνω. μπρουλιάζω, ορμαθιάζω, ρμαθιάζω, ρμαθκιάζω, ρομαθιάζου, ρομαθιάζω, ρομπαθιάζω

μπουρλιάζω < μπουρλιάζω [1931]

γκρεμίζω, αγκρεμίζου, αγκρεμίζω, ανγκρεμίζω, ανγκριμίζου, γκρεμάζω, γκρεμάω, γκρεμίζου, γκρεμνζώ γκρεμνίζω, γκρεμνίτζω, γκρεμνω, γκρεμώ, γκρενίζουρ, γκρενίχου, γκριμάου, γκριμίζου, γκριμνάω, γκριμνίζου, γκριμνώ, γκριμού, γκριμώ, γκρεμάγω, γκρεμζώ, γρεμνίζω, γρεμνώ, γριμίνου, εγκρεμίζω, εγκτρεμνίζω, κρεμάου, κρεμίζω, κρεμίω, κρεμώ, κριμίζου, κριμίζου, κριμνίζου, κριμνώ, νγκρεμώ, νκγρεμίζω

μπουρλιάζω < μπουρλιάζω [1982]

πλημμυρίζω

μπούρλιασμα < μπούρλιασμα [1709], μπούρλισμα [1981]

αρμάθιασμα, βελόνιασμα

μπούρλιασμα < μπούρλιασμα [1982]

βλ. μπλίμη (πλημμύρα)

μπουρλιασμένος [1982]

πλημμυρισμένος

μπουρλιαστίρια < μπουρλιαστήρια (τα) [1963], μπορλιαστήρια < μπορλιαστήρι [2001a]

τα κορδόνια των παπουτσιών

μπουρλίνα [2001a]

σιδερένιο σύνεργο, για να σπάνε το αλάτι στις αλυκές

μπουρλιό < μπουρλιό [1859]

κάδη, καδί

μπουρλιόκ

βλ. μπουρδούκλωμα

μπουρλίφκου

τρελαμένο ζώο

μπούρλο [1983b], μπούρλα

βούρλα, μούρλια, τρέλα

μπουρλόι < bουρλόι [2006], μπουρλόκ < bουρλόκ’ [2006]

αυγό δίχως κρόκο. το είχαν για κακό σημάδι

μπουρλόνω < μπουρλώνω [2001b], μπουρλιάζω < μπουρλιάζω [2001b]

βλ. μπουρτσόνω (μουτρώνω)

μπούρλος

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπουρλοτιέρης [1910]

πυρπολητής (λόγιο)

μπουρλότος [1962b] | μπουρλότους < bουρλότους [2006]

ριψοκίνδυνος | ξαφνική και δυνατή φωτιά

μπουρλούκι

βλ. μουσαριόλα (φίμωτρο)

μπουρμαλού [1999]

κάποια γλυκιά πίτα

μπουρμάς [1876a]

εξωμότης (λόγιο) | άξεστος (λόγιο)

μπουρμάς [1957]

κρουνός (λόγιο), κάνουλα

μπουρμουτσελιά [1923b]

το φυτό Crataegus oxyacantha: μεμετσιλιά, μορίντζα, μουμουτζιλιά, μουρτζιά, τρικοκιά

μπούρμπαδος

βλ. μπουνταλάς

μπουρμπάνα < bουρbάνα [2006]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπούρμπλα < bούρb’λα [2006]

βλ. μπούμπουρα (προύμυτα)

μπούρμπλας < bούρb’λας [2006]

χοντρό άσπρο σκουλήκι που τρώει το ξύλο των δέντρων

μπουρμπλιάζου

ράβω κομμάτια, το ένα με το άλλο

μπουρμπλώ < bουρb’λώ [2006]

κάνω μπουρμπουλήθρες

μπουρμπόλ < μπουρμπόλ’ [1988]

βλ. μπλάνα (σβόλος)

μπουρμπόλ <bουρbόλ(ι) [1921]

βλ. μπόμπολος (σαλιγκάρι)

μπουρμπόλι < μπουρμπόλια (τα) [1964], μπούρλπουλους [1964], μπουρμπόλ [1966]

βλ. μπόμπολος (σαλιγκάρι)

μπουρμπότσαλου < bουρbότσαλου [2006]

κομμένο κλαδί

μπουρμπότσαλου < bουρbότσαλου [2006], μπουρμπούτσαλο, μπουρμπούτσελο

ο καρπός της μπουρμπουτσαλιάς

μπουρμπουάρ [1998]

& πουρπουάρ, φιλοδώρημα (λόγιο) | γαλλικό: pourboire

μπουρμπούλ <bουρbούλ(ι) [1921]

βλ. μπουμπούλι

μπουρμπούλα [1996b], μπουρμπούλα < bουρbούλα [2006], μπούρμπουλο

βλ. μπουρμπουλίθρα

μπουρμπούλα < bουρbούλα [2006], μπουρμπούλ < bουρbούλ’ [2006], μπουρμπούλι

βλ. μπαρμπούλα (μαντίλα)

μπουρμπουλάρω [1864]

κάνω γαργάρα

μπουρμπουλάρω [1996b]

πλένω με μπούρμπουλο τα βαρέλι

μπούρμπουλας

σταμνί με ένα χερούλι

μπούρμπουλας [1858], μπουρμπούλι [1931]

βλ. μπουμπουνιάρης (χρυσόμυγα)

μπούρμπουλας [1931]

βλ. μπινάρι (βρύση)

μπουρμπουλήθρα, μπουρμπουλίθρα [1874a], μπουρμπουλήθρα [1910], μπουρμπουλήθρα < bουρbουλήθρα [1918], μπουρμπλίθρα < μπουρμπλίθρες (οι) [1960b], μπουρμπλίθρα < bουρbλήθρα [2006]

μπουρμπούλα, μπούρμπουλο, φυσαλίδα (λόγιο)

μπουρμπουλήθρες (οι)

τα πηδήματα που κάνει το πλακουτσωτό βότσαλο όταν το πετάμε πάνω στον αφρό της θάλασσας: βαρελάκια, βαρελότα, βότες, γαργαλίτσες, γαρδέλια, ζωνάρια, καβαθάκια, καϊμάκια, καμάρες, καρβελάκια, καρβελάτσα, καρβέλια, κλότσους, κουταλάκια, κύματα, πετάλια, πεταλίδια, πιατάκια, πίλιες, πιταρέλες, πίτες, πιτίτσες, σφεντόνες, ψαράκια, ψωμάκια

μπουρμπούλι

κάτι το νερόβραστο

μπουρμπουλιά

κάποιο δέντρο

μπουρμπούλια < μπουρμπούλια (τα) [1996a]

κομμάτια, θρύψαλα

μπουρμπουλιστό [1963]

το νερό που βράζει και κάνει μπουρμπουλήθρες

μπούρμπουλο [1874a], μπούρμπουλον [1709],

το βράσιμο του νερού

μπούρμπουλο [1966]

πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι

μπούρμπουλο [1996b]

αδράχτι γεμάτο με κλωστή

μπούρμπουλο [1996b]

νερό βρασμένο μαζί με μυρωδικά φυτά, για να ξεπλυθεί με αυτό το βαρέλι

μπουρμπουλόκια < μπουρμπουλόκια (τα)

τα γλυκά που κερνάνε στον αρραβώνα

μπουρμπούλομα < μπουρμπούλωμα [1987b]

βλ. μπουμπούλομα

μπουρμπουλόνου < bουρbουλόνουμ’ [1978]

βλ. μπαμπουλόνω (τυλίγω με μαντίλι το κεφάλι για να μην κρυώσω)

μπουρμπουλόνου < μπουρμπουλώνου [1987b], μπουρμπλόνω

βλ. μπουμπουλόνω

μπουρμπουλόνουμι

βλ. μπουλόνομαι (κουκουλώνομαι)

μπουρμπουλός

βλ. μπιζιλότο (υπνάκος)

μπουρμπουλουγάου [1964]

μαζεύω μπουρμπουλόι (μπερμπέκι)

μπουρμπουλουμένος

μασκαρεμένος, απουκριάτς, γκδουνάτους, μασκαριμένους

μπουρμπούνα [1987a]

μεγάλη στρογγυλή κουδούνα για γιδοπρόβατα

μπουρμπούνα < bουρbούνα [2006]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπούρμπουνας [1909], μπούρμπ’νας < μπούρμπνας [1964], μπουρμπούνι (το) < μπουρμπούνια (τα) [1964], μπουρμπούν < μπουρμπούν(ι) [1987b]

βλ. μπάμπουρας (Vespa crabro)

μπούρμπουνας, μπουρμπουνάρι, μπούρμπουρνας

βλ. μπάμπουλας (σκαθάρι)

μπουρμπούνι [1987a]

στρογγυλό, σφαιρικό (λόγιο)

μπουρμπουνιάζου < bουρbούναζου [2006]

ανάβω, λαμπαδιάζω

μπουρ-μπουρ [1966], μπούρου-μπούρου

μπλα-μπλα, φλυαρία (λόγιο)

μπούρμπουρα

βλ. μπούμπουρα (μπρούμυτα)

μπουρμπουρέλια

βλ. μπόλια (πολυσπόρια)

μπουρμπουρίζω [2001b]

μουρμουρίζω, μουρμουράω, μουρμουρώ μουρμουρίζου

μπουρμπουρούτα < bουρbουρούτα [2006], μπουρμπουρούτα [2008]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπουρμπουρτό

βλ. λακιρντί (κουβεντολόι)

μπουρμπούτα < bουρbούτα [2006]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπουρμπουτσαλιά < bουρbουτσαλά [2006]

η πίτα που είναι αφράτη

μπουρμπουτσαλιά < bουρbουτσαλά [2006]

σωρός κομμένα κλαδιά

μπουρμπουτσαλιά < μπουρμπουτσαλιά [1987b], μπουρμπότσιαλου < μπουρμπότσιαλου [1987b], μπουρμπουτσλιά < μπουρμπουτσλιά [2010], μπουρμπουτσελιά

κάποιος θάμνος με κόκκινους καρπούς (το φυτό Crataegus oxyacantha ?)

μπουρμπούτσαλο [2001a]

μικρό πράγμα, φτηνό πράγμα

μπουρμπουτσέλι

χαλάζι, αμολόγιτο, αμολόιτον, αντράλι, γρανίτσα, κοκορόβι, κοκοσάλι, κοκοσιέλι, κορκοσάλι, κουκοσάλι, κουκοσάλιο, κουκουσάλ, κουκουσάλι, κουκουσέλ, κουκουτσάλι, κουρκότζιαλας, κουρκουσάλι, σιουγκράφι, στούπα, στουπί, χαλάζ,

μπουρμπουτσέλι [1982], μπουρμπούτσαλο [1983b], μπορμπότσαλο, μπουρμπότσιαλος, μπουρμπότσιαλους, μπορμπότσιαλος, μπορμπουτσέλι, μπουρμπούτσιαλο

μαμούνι, βαβούλα, βαβούνι, ζούδι, ζουζούνι, ζούμπερο, μαμούδι, μουμούλι, μουμούτσι, μπαμπάι, μπαούλι, σβόηρας, τζούμπερο

μπουρμπουτσίνα < bουρbουτσίνα [2006]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπουρμπουτσκιάζου < bουρbουτσκάζου [2006], μπουρμπουτχιάζου < bουρbουτχάζου [2006]

δυναμώνω τη φωτιά

μπουρνάζος [1996b]

μυταράς, μαντζάνος, μίταρους, μπουρούν

μπουρνέ [1963]

κάποιο λεπτό μάλλινο πανί

μπούρνες (οι) [1966]

τα άνθη της καρυδιάς

μπουρνιά < μπουρνιά [1709]

& γλινερό, πήλινο αγγειό για να βάζουν το παστό γουρούνι

μπουρνιδόρος [1963]

σύνεργο του χρυσικού

μπουρνίρω [1837]

εξορίζω (λόγιο)

μπουρνοζοπετσέτα [1995]

μπουρνουζένια πετσέτα

μπουρνουζένιος < μπουρνουζένιος [1995]

φτιαγμένος από μπαμπακερό ύφασμα που φτιάχνουν τα μπουρνούζια

μπουρνόχορτο [1996b]

το φυτό Sanguisorba minor: σιδερόχορτο

μπουρνόψαρο

το ψάρι Chondrostoma nasus: ασπρόψαρο, ασπρόψαρου, γιλάρι, γουρουνομύτης, μπουρνόψαρο, σκουμπούζι, συρτάρι, σύρτης

μπουρνταλά < bουρdαλά [2006]

βλ. καλτάκα (τσούλα)

μπουρντάλιμα < bουρdάλιμα [2006]

πουτανιλίκι, γκομενιλίκι

μπουρντένες

κάποιο λαχανικό

μπουρντζέκι < μπουρντζέκια (τα) [1963]

το φυτό Dolichos lubia: αμπελοφάσολο, αμπελοφάσουλο, αράπκου, αραποφάσουλο βελονάκι, γιουφτουφάσλου, γιφτοβάσουλο, γιφτοφάσλο, γιφτοφάσλου, γιφτοφάσουλε, γιφτοφάσουλο, γιφτοφάσουλου, γκιοσοφάσολο, κατσικάντερο, λιανουφάσλου, λιανοφάσουλο, λουβί, λουβίν, λουφκί, μαβροσελαχάτης, μαυρομάτικο, παπούδα, σμυρναίικο, στενοφάσουλο, φαραόνι, χαρόνι, χαροφάσουλο, χοριατοφάσουλο

μπουρντζιαλνάω < μπουρντζιαλνάω [1966]

καψαλίζω, τσουρουφλίζω, γκορίζω, γκουρίζω, κατσουρίζω, καψαλίζου, καψαλνώ, τσίζω, τσίνω, τσιρόνω, τσιρουφλίζω, τσουλουφρίζω, τσουρόνω, χαντζέβω, ψιανίζω

μπούρντισμα, μπούρτισμα, μπούρντσμα

μουνούχισμα, ευνουχισμός (λόγιο), μνούσιισμαν, μνούχισμα, στρίψιμο, στρίψμου

μπουρντουκέλα [1987a], μπουρδουκέλα [1987a]

κολοτούμπα (κωλοτούμπα), κατλαβάκ, πουρτουκέλα, πουρτσιέλα, τίμπουλα, τούμπουλα

μπουρντούκι

βλ. μπουμπνάρ (πρήξιμο)

μπουρντούκι

βλ. μπουμπούνιασμα

μπουρντουνάρι [1963

βλ. μπουντέλι (υποστήριγμα)

μπουρντούνι

βλ. μπουλντούμι (μαύρο λουκάνικο)

μπουρόνω < μπουρώνω [1987a]

κλάνω, κλάνου, φουτίζω

μπουρόνω < μπουρώνω [2001b]

βλ. μπουρτσόνω (μουτρώνω)

μπούρος

το ψάρι Plectorhinchus mediterraneus

μπούρος [1931]

βλ. βούκινο

μπουρού [2001b], μπουριά < μπουριά [2001b]

βλ. μπούρτσομα (μούτρωμα)

μπουρουδιασμένος

βλ. μπουρινιασμένος (τσαντισμένος)

μπουρούκι

άγριο σταφύλι

μπουρούκιο

το ψάρι Boops boops: βόπα, βούπα, γιαλίτης, γιαλίτς, γόπα, γούπα, όπα, ούπα, σκαρτσιγόπιδο, σκατζογοπί

μπουρουντίζω [2002]

βλ. μπουχτίζω

μπουρουρίζω

βλ. μπαϊλντίζω

μπουρουστίρι < μπουρουστήρι [2002]

βλ. μποτιστίρας (ποτιστήρι)

μπουρουτζής [1999]

αυτός που μουνουχίζει τα ζώα

μπουρπλόνω

βλ. μπουμπουλόνω (κουκουλλώνω)

μπουρσόνω < μπουρσώνω [1963]

πουρσόνω, τσεπώνω

μπουρσούκου

βλ. μπούτσκα (χοντρή)

μπουρτζαλάνα [1983b]

λάσπη με ασβέστη και κοπανισμένο κεραμίδι: κουρασάνι

μπουρτζί [1982]

καλύβα, καλύβι, κάλιβας, καλίβ

μπουρτζόβλαχος [1961], μπουρτζόβλαχους [1964],

μπρουτζόβλαχος, μπαστουνόβλαχος, άξεστος (λόγιο)

μπούρτζουφλας < bούρτζουφλας [1925]

ξανάστροφη (ανάποδο χαστούκι)

μπουρτού [1963]

προτού, μπριτού, μπριχού, μπορούπ, μπροτού, μπρουτού, πριχού, προυτού

μπούρτσομα < μπούρτσωμα [1966]

μούτρωμα, μπουρού, μπουριά

μπουρτσόνω < μπουρτσώνω [1966]

μουτρώνω, βζόνου, βουζόνω, μουτρόνου, μουρτσινιάζου, μουσκλιάζω, μουσκλόνω, μπουτζόνου, μπουτζουγκρόνου, μπουτσουνιάζω, μπουρόνω, ποκουντουριάζω

μπουρχουζούρ [2008]

φασαρία από ακάλεστους μουσαφίρηδες

μπουρώ [1891b], μπρω [1891b], μπουρίζω < bουρίζω [1908], μπουράω < bουράω [1908], μπουράω [1931], μπουρίζου < bουρίζου [1976], μπουρνάου < bουρνάου [1978], μπουρίζου [2008], μπουρνάου [2010],

κουτουλάω με τα κέρατα (για τράγο, γίδα, βόδι)

μπουρώνω [1887b]

φουρκίζομαι, τσαντίζομαι

μπούσα

βλ. μπούκα (τα φύλλα που σκεπάζουν τον καρπό του καλαμποκιού)

μπουσάζου < μπουσάζου [1987a]

καταχωνιάζω, καταχουνιάζου, μπουτσόνω

μπούσγομα < μπούσγωμα [1982]

θυμός, θιμάδα, μάνισμα, χόλισμα

μπουσγομένος < μπουσγωμένος [1982]

θυμωμένος, μανιωμένος, μανσμένους, χολεμένος, χολεσμένος, χολιασμένος, χουλιασμένους

μπουσγόνω < μπουσγώνω [1982]

θυμώνω, μανιάζω, μανίζου, μανίζω, χολιάζω, χολιάω, χολνάω, χουλιάζου, χουλιώ, χουλνιώ, χουλνώ

μπουσγοτίζω [1884b], μπουσγκοτίζω [1891b]

ταΐζω καλά

μπουσές [2002]

στρογγυλή νταμιτζάνα που παίρνει γύρω στα τριάντα κιλά

μπούσι

βλ. μπουχαντάρα (ομίχλη)

μπούσια < μπούσια (η) [1966]

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπούσια < μπούσια (τα) [1966], μπούρτσα < μπούρτσα [1987a]

σπυριά που βγάζουν τα κατσίκα στα χείλια, από τα αγκάθια, τα γιατρεύουν με ξίγκι γουρουνιού

μπουσιάζω < μπουσιάζω [1966[

βγάζω σπυριά γύρω από τα χείλια

μπουσιαντίζου [1960b], μπουσαντίζου, μπουσιαντώ

βλ. μποσικάρω, μπουσλαντώ

μπουσιέκας < μπουσιέκας [1966]

βλ. μπζούκας (κοιλαράς)

μπούσιουλα < μπούσιουλα [1966]

συνταγή (λόγιο), ρετσέτα, ριτσέτα

μπουσκαμάρα < bουσκαμάρα [2006]

βλ. μποσικάδα

μπουσκανίζου < μπουσκανίζου [1987a]

βγάζω ήχο με τα χείλια που μοιάζει με φτέρνισμα

μπουσκάνισμα < μπουσκάνισμα [1987a]

ήχος από τα χείλια, που μοιάζει με φτέρνισμα

μπούσλα < bούσ’λα [2006]

μπουσουλώντας

μπουσλαντώ

βλ. μποσικάρω

μπουσλίκα

βλ. μπόμπολος (σαλιγκάρι)

μπουσμάς

βλ. μπικαφίος (κοντός)

μπουσμάς < bουσμάς [1976]

κατσάδιασμα, μάλωμα, επίπληξη (λόγιο)

μπουσμπόκα [2010]

κάποιο φυτό

μπουσμπόκας [2010]

βλ. κούτσικος (μικροκαμωμένος)

μπουσμπούνι [1996a], μπουσμπόνι [1996a]

& μισμιρλιάγκος, κάποιο μικρό πουλί

μπουσμπουντάκι

το δέντρο Fagus silvatica, οξιά, καΐνι

μπουσμπουρέλια (τα)

βλ. τα μπόλια (πολυσπόρια)

μπουσνάκιους < μπουσ’νάκ’κους [1964]

μεγάλος κόκορας με πλούσια φτερά

μπουσνάρα [1934]

βλ. μπουζού (τσέπη)

μπουσουλάκι [1709]

κουτάκι

μπουσουλέτα [1874d]

κουμπαράς από πηλό: μουζίνα, τριτσοκλέφτης

μπουσούλημα [1884b], μπουσούλισμα [1962a], μπουσούλμα < μπουσούλ’μα [1964], μπουσούλια < μπουσούλια )τα) [1987a]

αρκούδεμα, αρκούδεμαν, αρκούδισμα, αρκούδισμαν, αρκούδμα, αρκούρεμα, μπακάλιμα, μπαχάντζα, μπακάλμα

μπουσουλητό [1982]

βλ. μπουσούλημα

μπουσούλι < bουσούλι [1925], μπούσουλας < bούσουλας [1925]

στρογγυλό κουτί με τρύπες, που βάζανε μέσα θειάφι και ραντίζανε τα αμπέλια

μπουσουλιά

το μέρος στο παντελόνι που έχει κουμπιά και ανοίγει

μπουσουλίγκα < μπουσουλίγγα [1966]

σβούρα, αζούρα, αζουρία, αλουγιρίδα, ασγαβάα, ασγαβάδα, βδούρα, βορβούρα, βουρβούρα, βρούλα, ζουρζουβίλα, ζουρζουβιλίδ, μπιμπίτς, ντιβερλίνγκα, σβούρλα, σβούρος, σγούρος, στρίφτουλας, στρουφουλίδα, σφούρλα, τουρλουρού, τούρτουλας, φούρλα

μπουσουλίγκας < μπουσουλίγκας [1966]

κοντός και άσκημος

μπουσουλίκι < μπουσουλίκι [1966]

βελανίδι, βαλάγκι, βαλάν, βαλάνα, βαλάνι, βαλανίδ, βαλανίδι, βαλανίδιν, βαλανίθρα, βαλάνιν, βελάν, βελάνα, βελάνι, βελανίδι, βιλάν, βιλάνι, βιλανίδ, γαλανί, γουάνι

μπουσουλιστά [1995[, μπουσουλητά [1998]

μπουσουλώντας, αρκουδίζοντας

μπουσουλότα (τα) [1996b]

σημαντικά νέα (λόγιο), μεγάλα χαμπέρια, τρανά μαντάτα

μπουσουλουτιέρης < μπουσουλουτιέρης [1996b]

αυτός που φέρνει τα μπουσουλότα

μπουσουνάρι [1933]

βλ. μπουτσουνάρα

μπουσουρντίζω [1933]

μόλις ξεχωρίζω

μπουστάκα < μπουστάκα (τα) [1964]

κοκκινίλες γύρω από τα χείλια (αρρώστια στα γιδοπρόβατα)

μπουστάκι [1931], μπουστάτσι < μπουστάτσι [1987a]

κοντογούνι, κοντοζίπουνο | υποκ. του μπούστος

μπουστανάθριπους

σκιάχτρο, αγροτέρ, αγροτερίδι, αφάντιασμα, γραντζάουλας, ζούμπιρου, ισκιάχτρο, κουκούγερας, κουρκουλούκ, κουρκουλούκι, μουμούτς, μπαεράκι, μπαμπάουλας, μπαμπαούλι, μπαμπούλας, μπαμπούλι, μπαντιγερόλι, μπούμπαρους, ξιπαστίρι, ξίπαστρο, παντερόλι, προγκιχτίρι, σκιαδούρι, σκιάζαρη σκιαζάρι, σκιάζαρο, σκιάζαρος, σκιαζούρ, σκιάζουρας, σκιαζούρι, σκιαζούρι, σκίαϊσμα, σκιάντζαρο, σκιάσμα, σκιάσμα, σκιάστρο, σκίαστρου, σκιάτζαρο, σκιάτζαρος, σκιάχερου, σκιάχτρα, σκιάχτρον, σκιάχτρου, σκιόριγμα, σκοπέλ, σκοπέλι, στσιάζαρος, τζάμαλου, τζάμαλους, φλάμουρο, φοβέρα, φοβερίστρα, φοβέριστρα, φοβέριστρο, φόβητρο, φοβιστίρι, φόβος, φοέρα, χλάμπουρο

μπουστάρω [1963]

βάζω μπούστο

μπουστέλ

βλ. μπούστος (σουτιέν)

μπουστί [1888b]

αγγειό που μέσα βάζανε φαΐ και το παίρνανε μαζί στο χωράφι

μπουστίνα [2001a]

σουτιέν

μπουστοπάνι [1963]

γιακάς, κολάρο, κολέτο

μπουστούμι [1966]

χοντρό κομμάτι κρέας

μπουστούνα [1987a], μπουστουνία < μπουστουνία [1987a]

σπρωξιά, σκουντιά, αμποστιά, αμπουξιά, αμποχτέ, γκντνιά, ζουπστιά, κουγκιά, μπατούδα, σκουντιξιά

μπουστουνίζω [2001b]

& μουσταρίζω, θηλάζω βιαστικά και δυνατά (για μικρά ζώα)

μπουστούνισμα [2001b]

το δυνατό και βιαστικό βύζαγμα (για μικρά ζώα)

μπούσω < μπούσω [1966]

μαύρη κατσίκα

μπούτα

βλ. μπουτινέλος (κάδη)

μπουτάδα [1963]

κοπάδι πουλιών, σμήνος (λόγιο)

μπουταδόρος [1963]

σύνεργο του χρυσικού

μπουτάκι [1995]

υποκ. του μπούτι

μπουταλάς [1840]

βλ. μπουνταλάς

μπουταράς < μπουταράς [2006]

αυτός που έχει μεγάλα μπούτια

μπουτάρω [1860]

ρίχνω έξω | φουντάρω

μπούτα-σάρτα [1963]

βλ. μπιρντένι (ξαφνικά)

μπούτα-φέρτα [1996b]

ξεδιάντροπα

μπουτέλα

μεγάλη πιατέλα

μπουτελάντες

λαδέμπορας

μπουτελί

μαγαζί λαδάδικο

μπούτενα

βλ. μπούκλα (βαρέλι)

μπουτζάκι [1966]

φτωχόσπιτο, χαμόσπιτο

μπουτζάνι [1996b]

βλ. μπόγουνας

μπουτζαραρία [1963]

λωλάδα, κουζουλάδα, παλαβομάρα

μπούτζαρο < bούτζαρο [1925]

κάτι που είναι για πέταμα, παλιόπραμα

μπουτζνάρι

βλ. μπόγουνας (άκρη σακιού)

μπουτζομένος < μπουτζωμένος [1966], μπουτζουμένους [1962c]

μουτρωμένος, βουζομένος, βουζουμένους, γκούβραβος, γκούβραβους, γκούβρας, γκούβρικους, γκούβρος, γκουβρός, γούβης, κατσούφης, μούρτζιος, μουσκλομένος, μποζοντούρος, μπουγιάδος, μπούμπος, μπουρμάς, ντιρντιμέγκας, παραβαγιάδος, παραγκογιάδος, σκουντούφλης

μπουτζόνου < bουτζώνου [2006]

μπουρτσόνω (μουτρώνω)

μπουτζόνω < μπουτζώνω [1987a]

σκοντάφτω, αμπουτζόνω, ασκοντιλίζω, κουντουφλώ, πουφλάζω, σκονδίλω, σκοντάβω, σκοντιλίζω, σκουντάβγω, σκουντάβω, σκουντουφλάω, σκουντουφλώ, σκουντρουλώ, σκουρτουφλώ

μπουτζουγκρόνου

βλ. μπουρτσόνω (μουτρώνω)

μπουτζουκλέω < μπουτζουκλαίω [2008], μπουρτσοκλέω

κάνω πως κλαίω, δίχως να βγάζω δάκρυα: νιρίζω

μπουτζουρέ

λουλούδια μέσα στο βάζο

μπούτζωμα [1659]

μόλυνση (λόγιο)

μπουτζωμένος [1659]

μολυσμένος (λόγιο)

μπουτζώνω [1635], μπουτζόνω [1837]

τρυπώνω

μπουτζώνω [1659]

μολύνω (λόγιο)

μπουτί < ’bουτί [2006]

από τι, απουτί, αμπουτί, πουτί

μπουτιά

βουτιά, βότους, βουθιά, βουιτά, βουτακιά, βουτέα, βουτία, βούτος, βουτσά, φουντιά

μπουτίγκα [1963]

πουτίγκα

μπουτίκ [1995]

μικρό μαγαζί με καλά ρούχα | γαλλικό: boutique

μπούτιλο [1963]

κάποιο λουλούδι

μπούτιμα < μπούτημα [2001c]

τα φυτά Scirpus lacustris & Butomus umbellatus: βότομος, βούταμα, βούταμο, βούταμος, βούταμου, βούτιμα, βούτιμας, βούτιμο, βούτμα, βούτμο, βούτομα, βουτόμι, βούτομο, βούτομος

μπουτινά [1688]

& δυόσμος, κάποιο φυτό του γένους Mentha

μπουτινέζα [1926b]

φυτά του γένους Viburnum

μπουτινέλος < μπουτυνέλος [1909], μπούτινα < μπούτυνα [1909], μπουτίνα [1931], μπουτινέλος [1931], μπούντινα < μπούdινα [1964], μπούντενα < μπούdενα [1966], μποτινέλι [1981], μπουτινέλους, μπουντινέλου 

ψηλή κάδη από ξύλο που μέσα σε αυτή βαρούν το γάλα και χωρίζουν το βούτυρο από το ξινόγαλο: βουτινέλα, γαλόκατ, γαλόφτσα, δουρβάν, κάδη, καδί, κάδος, κουπανόκαδ, κούτουλα, μπούντα, μπούτα, ντουμπουλίτσα, ντουρβάνα, ντρουβάν, ντρουβάνα, ξιλάγκ, πούτινα, ταβλαμπάς

μπουτίνες (οι) [1888a]

βλ. μποτίνι

μπουτινόξιλο, μπουτινόξυλου [1987b]

μακρύ ξύλο με στρογγυλό στεφάνι στην άκρη, που με αυτό βαρούν το γάλα μέσα στο μπουτινέλο και χωρίζουν το βούτυρο από το ξινόγαλο: δάρτης, μάτκα, ματσόκουρου, μπατζόκουρους, μπατσόκουρου, μπατσόξλου, μπατσουστέφανου, ντουρβανόξιλο, πατής, πατητής, σφουρλέτσκου, τιρουβόλ, φουρλέτκας, φουρλέτσι, φουρλέτσκου

μπουτλώ [1891b]

βλ. μπουσουλίζω (αρκουδίζω)

μπουτοβάγια

βλ. μποτστής (αυλάκι για πότισμα)

μπουτόν [1998]

διακόπτης (λόγιο) | γαλλικό: bouton

μπουτονόβαρκα [1963]

φορτηγίδα θαλάσσιας διασκέδασης (λόγιο)

μπουτουγιόνι < μπουτουγιόνι [1963]

φορτηγίδα μεταφοράς ογκολίθων (λόγιο)

μπουτούλι [1996b]

κάτασπρο

μπουτούνικος [1933], μπουτούνκους < μπουτούν’κους [1988]

ολόκληρος, αλάκερος, αλάτσερος, ολόβολος, ολάκερος, ουλάκιρους, ουλόκλιρους μπιτούνικος

μπούτρα [1963], μπούντρα < μπούdρα [1964], μπούδρα

πούδρα, πόρβερη, πούλβερη, πούντρα

μπουτραδόρος [1963]

το κουτάκι της πούδρας | το βουρτσάκι της πούδρας

μπουτράρω [1963]

πουδράρω, πουδραρίζω

μπουτσαρέδ < bουτσαρέδ’ [1976]

ζωγραφιά, ζγουραφιά, ζουγραφιά

μπούτσαρο [1996b], μπούτζαρο < bούτζαρο [2001c], μπούγκιαρο < μπούgιαρο [2001c]

μικροκαμωμένο, μικρό

μπουτσέα < μπουτσέα [1987a], μπουτσία < μπουτσία [1987a]

βλ. μπουκιά | βλ. μπουκουνία (γουλιά)

μπουτσέλα < bουτσέλα [1978]

βλ. μπούκλα (βουτσέλα, βαρέλι)

μπούτσιαγμα < μπούτσιαγμα [1996a], μπουτσιαγμός < μπουτσιαγμός [1996a]

θόρυβος (λόγιο), φασαρία, αβαλιτό, αρβάλα, αρβάλιμα, αρβαλιτό, αρβαλό, αρβαλός, άρβαλος, γκιουρλοτί, γκιουρλουντί, γκιουρουλτί, γκουρουλί, ρόποτος, ρόπουτους, σαμαντάς, σαματάς, σαρτανάκιν, σιαματάς, στρέπετο, στρέπιτο, τσακατούρα, χαριλτού

μπουτσιάζω < μπουτσιάζω [1996a]

θορυβώ (λόγιο), αβαλίζω, αρβαλάω, αρβαλέβω, αρβαλίζω, ροποτώ, ρουπουτώ

μπουτσιαμάω < μπουτσιαμάω [1982]

βλ. μπεζερντίζω (βαριέμαι)

μπουτσιαρούδια < μπουτσιαρούδια (τα)

τα άσχημα γράμματα: γραμπάτσια, γραντζαούνια, καλικατζούρες, καρκαντζάλια, κατσακούδια, κατσουνέλικα, κοτίτσινα

μπουτσιέλι < μπουτσιέλι [1996a]

βλ. μαστραπάς

μπουτσιέρνου < μπουτσιέρνου [2011]

βλ. μπουλταρίζου

μπούτσιερος

όμορφος, ωραίος (λόγιο), γιόμορφος, γιοσμάς, γιουσμάς, γκάγκος, γκιουζέλης, γκιουζελίμ, γκιουζελίμης, γκιουζελίμικος, γκιουζιλίμκους, γκιουζιλίμς, έμορφος, έμουρφους, κιζέλης, κουζέλης, μπάνικος, όμουρφους, οριός, όριος, όρκος

μπούτσικα [1966], μπούτσκα

όνομα που δίνουν σε κατσίκα ή προβατίνα (για άλλο λόγο, σε κάθε τόπο)

μπούτσικας [1982], μπούτσικος

βλ. μπικαφίος (κοντός)

μπουτσινάρ

το μπατζάκι της βράκας

μπουτσιναράς

αυτός που φορούσε βράκα

μπούτσιρος < μπούτσιρος [1966]

ομορφούλης

μπούτσκα < μπούτσκα [1966], μπούτσκα < bούτσ’κα [1978]

χοντρή, βάκα, βαρέλα, γκέου, λόσκα, μιντέρου, μουτρούνα, μπαμπατσάνα, μπλάτζω, μπούζα, μπούλα, μπουρσούκου, πατόζα, χοντρέλα, χοντρομπαλού, χουντρή

μπουτσκάβρας < μπουτσ’κάβ’ρας [1964], μπουτσκάβρος < μπουτσκάβρος [1966], μπουτσιουκάβουρας, μπουτσκάβουρας

βλ. μπιτσιλιάκος (σκορπιός)

μπουτσκαβρόλαδου < μπουτσ’καβ’ρόλαδου (το) [1964]

λάδι που έχει μέσα σκοτωμένο σκορπιό («γιατρικό» για το κέντρισμα του σκορπιού)

μπουτσκαρίδι

βλ. μπιστάκι (κουκουνάρι)

μπούτσκου < μπούτσ’κου [1964]

γίδι ή πρόβατο με καφέ μάγουλα

μπουτσκουτός < μπουτσ’κουτός [1962c], μπουτσκουτός < bουτσ’κουτός [1978]

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπουτσμώ [1884b]

τα βγάζω πέρα ζόρικα

μπουτσονίσια [1923b]

το φυτό Caltha laeta

μπουτσόνω

βλ. μπουσάζου (καταχωνιάζω)

μπούτσος [1957], μπούτσα

πούτσος, βιλί, βιλί, βίλος, βιρδίλα, καυλί, πούτσα, τσιόκος, τσιούκα, τσούρα, τσουτσούρα, ψωλή, ψώλος

μπουτσουβάλα [1996a]

βλ. μπατάλα

μπουτσουμώ [1966]

δουλεύω σκληρά για λίγα λεφτά | βάζω νερό στο στόμα και πιτσιλάω

μπουτσουνάρα [1876a], μποτσινάρι [1931], μπουτσουνάρι [1964], μπουντσνάρ < μπουντσ’ναρ’ [1964] μπουτσινάρι [1964], μπουτσνάρα < bουτσ’νάρα [2001c], μπουτσονάρι < bουτσονάρι [2001c], μπουτσινάρ, μπουτσνάρ

στόμιο (λόγιο), κρουνός (λόγιο), κάνουλα, μπιτζουνάρα, μπιτσινάρι, μπουλτσουνέρα, μπουσουνάρι, ποτσινάρι

μπουτσουνάρα [1876b], μπουτσουνάρι [2001c], μποτσινάρι [2001c], μπουτσουνάρ, μπουτσναράι

το λούκι για να φεύγουν τα νερά της σκεπής: αστρέχα, αλούκι, αναλιχάδα, αστίχα, αστράκα, αστράκη, αστράχα, αστρέχ, αστρέχια, αστριάχα, αστρίχα, αστριχιά, αστροάχα, άφουκλα, αφούλκα, αφροκοπιά, βρέχτης, βροντάλι, γούρνα, καμπούρα, κανάλα, κάναλη, κανάλι, κανάλι, κάνουλα, κανούλι, καντερέτο, καταγογίδα, καταχίτης, κατέβας, κατερέντα, κιούνι, κουρνέλα, κουτσουνάρα, κουτσουνάρι, λουκ, λούκι, μπιτζνάρ, νεμπουρντέχτης, νεροδέχτης, νεροσταλάματα, νεροχύτης, νιραγόι, ντερές, ξενεριστίρι, ολούκα, ολούκι, οστρέχα, ουλούκ, ουλούκι, ουλούτς, ουστρέχα, πεχρένκ, ρέντα, ρέφτης, ρίχτης, ρίχτης, ρονιά, ρουνιά, σγόρνα, σκούρκα, σούγελα, σούγελο, σουγιέλο, σούλουνας, σουλουντράνα, σουλουντράνι, σρέχα, σταλαγμίκι, στάλαμα, στράχα, στρέχα, τσιμπίρι, τσουρνέλα, χολέδρα, χολέντρα, χολέτρα

μπουτσουξουλούκια < μπουτσουξουλούκια [2001b]

μικροπράγματα | μικρά πειράγματα

μπουτσώνομαι [2001b]

λερώνομαι

μπουφ [2011] μπούφου [20121], μπούφα

βλ. μπόχα

μπούφα [1876b]

& μπουφάδα, βλ. μπόχα

μπουφάδα [1963]

βλ. μπόχα

μπουφαϊδόνι

& κουφαϊδόνι, το πουλί Cercotrichas gelactotes

μπουφάν [1995]

πανωφόρι, το γαλλικό bouffant

μπουφαρίζω

βλ. μπουχώ (πιτσιλάω με το στόμα)

μπουφές [1957]

κάποιο έπιπλο | κυλικείο (λόγιο) | γαλλικό: buffet

μπουφετζής [1995]

αυτός που κρατά το μπουφέ (κυλικείο)

μπουφιάρα < μπουφιάρα [1966]

η κότα που δε γεννάει

μπουφιάτη < μπουφιάτη [1966]

κότα με πολλά φτερά στο κεφάλι

μπούφκους < bούφκους [2006]

κόκορας ή κότα με φτερά που πετούν αποδώ κι αποκεί

μπούφλα [1933]

ξανάστροφη, σφαλιάρα

μπούφλα [2010]

ζαλάδα, πονοκέφαλος

μπούφοβο [1987a]

επικίνδυνο (λόγιο)

μπουφογέρακο

το πουλί Hieraaetus pennatus: αβτζής, ζαγάνι, ζάγανος, κράχτης, μηλαδέλφι, μηλαδέρφι, σταυραετός

μπουφογέρακο [1966]

βλ. μπουνταλάς

μπουφόρνιθα < bουφόρνιθα [2006]

κότα με χοντρό κεφάλι και φτερά που πετούν αποδώ κι αποκεί

μπούφος [1837]

βλ. μπουφούνος (γελωτοποιός)

μπούφος [1931], μπούφους [1946], μπούφους < bούφους [2006],

βλ. μπουνταλάς

μπούφου [1963]

όταν κάποιος πέφτει κι ακούγεται

μπουφούνους [1964], μπουφνάτους < μπουφ’νάτους [1964]

κόκορας με φτερωμένες παραμαγούλες

μπούχαβα (τα) [1966]

κάποια μεγάλα σύκα

μπούχαβους < bούχαβους [1978]

χοντρός, αλλά αδύναμος

μπουχάδα [1987a]

ψιλόβροχο, ζίρζιρα, κατσιαμούρ, σουλότα, ψιχαλίδα

μπουχάλα [1864]

σιγανή βροχή: βρεχτούρα, βρουχούλα, βρουχούλα, βροχιδάκι, βροχίτσα, βροχούλα, γλάρα, ζιρζίρα, ζίρζιρου, ήσυχη, κατσιαμούρ, λιανή, λιανοδροσιά, λιανουδρουσιά, λιανοψχάλα, μιλοψιχάισμαν, μπαχαρία, παφούρισμα, ποτιστική, ποτιστικιά, σιανή, σιγαλή, σίγαλη, σιγαλνή, σιγανή, σουλιντρία, σουλότα, ψιλή, ψιλόβροχο, ψιχάλα, ψιχάλη, ψιχαλίδα, ψιχάλισμα, ψχάλα

μπούχαλος [1964]

βλ. μπούχαβος (κούφιος)

μπουχανιά < μπουχανιά [1996a], μπουχνιά < μπουχνιά [2001b]

βλ. μπουνιά (γροθιά)

μπουχαντάρα [1987a]

ομίχλη (λόγιο), αθούρα, αμούχλα, αμούχλη, άμπουρους, αντάρα, ανταρούλα, ανταρούσα, αφούρα, αχνάδα, γλάρα, δίσα, εμούχλα, θάλπος, καμπούλα, καταγνούρα, καταχνιά, κατέκνα, κατεκνιά, κατεκνία, κατέκνια, κατεχνιά, κατικνιά, κατιχνιά, κατόχνια, κατσακνιά, κατσακνία, κατσαντάρα, κατσαφάρα, κατσαφάριν, κατσαφούρα, κατσαχνά, κατσαχνιά, κατσίμαλος, κατσίμπαλη, κατσιφάρα, κατσιφάριν, κατσιφόρα, κατσιφόρας, κλουμούτσι, κουμουδιά, κουρεντία, κραΐ, μούγλα, μούγλη, μούσγα, μούσκλα, μούτα, μούτιλ, μουχλ, μούχλα, μουχλάδα, μουχλαντάρα, μπούσι, μπουχλάτσα, νοδκιά, ντουμάνι, όμουρχα, όμουχλα, όμουχλας, πουζ, πους, πούσι, πουσλούχ, σιμούχλα, σκουντούφλα, σκουτουφλιά, τουμάν

μπουχάρι [1987a], μπουχαρία [1987a], μπουχάζι < μπουχάζι [1987a]

χαβδία (λουρίδα από δέρμα για το δέσιμο της κουδούνας στα γιδοπρόβατα)

μπουχαροσκούτι

τζακόπανο, τζακοπάνι, τζακόπανου, τζακουπάν

μπουχατιάζω < μπουχατιάζω [1996a]

τυλίγω με βρεγμένη πετσέτα το ξερό ψωμί, για να μαλακώσει

μπούχειλας [2001b]

βλ. μπουντσαχείλας (χειλαράς)

μπουχέσας

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπουχιαματέα [1996b]

βλ. μπούχισμα

μπούχιλας < μπούχειλας [1996b]

βλ. μπογαζλής (λαίμαργος)

μπούχισμα

πιτσίλισμα, ράντισμα, με το στόμα

μπουχισμένος [1963], μποχωμένος [1963]

ραντισμένος

μπουχλαβιάρης < μπουχλαβιάρης [1982]

βλ. μπέσικος (τεμπέλης)

μπουχλάτσα [1987a]

βλ. μπουχαντάρα (ομίχλη)

μπουχλιαβιάζω < μπουχλιαβιάζω [1982]

τεμπελιάζω, βαβέγω, κοπροσκυλιάζω μερελιάζω, μιριλιάζου, ξαρκολοώ, οκνώ, ουκνέβου, παραβλώ, παρταλιάζου, ρεμπελιάζου, ρεμπελιάζω, τεμπελέβω, τιμπλιάζου

μπουχλιαβιασμένος < μπουχλιαβιασμένος [1982]

αρρωστιάρης, αροσθιάρης αροστάς, αροστιάρς, αρουστιάρς, γκλαμπαντζιάρης, γκλιμπατσιάρκους, γλαμπατσιάρς, διαπέτουρους, ζαΐφικος, ζαραλίδκους, λεθρινιάρης, λιγάθινος, λιμκιάρς, λουβιάρης, μαλαθρακιασμένος, ντεφεντάδος, σακαϊάρκους, σγάρικος, στριγκλιάρης, χαλαζιάρης, χλεμπονιάρης, χλιμπουνάρς, χνιάσταρς

μπουχλιάβω [1982], μπουχλάβου [2010]

χοντρή και τεμπέλα

μπουχλόνω, μπουχλώνω [1931]

πυκνώνω | πνίγομαι από τον καπνό

μπουχνάου [1910]

βρίζω

μπουχνάτος

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπουχνίδι [2001b]

βλ. μπουνίδι

μπουχνίζω [2001b], μπουχνιάζω < μπουχνιάζω [2001b]

βλ. μπουνίζω

μπούχνισα [1966]

κάποιος θάμνος

μπουχνώ, μπουχνάου, μπόχνου, μπουχνίζου

βλ. μπόθω

μπουχούκου < μπουχούκου [1987a]

(για πανί) βγάζω χνούδι: μουχούκου

μπουχούρα [1963]

σκόνη που μπαίνει στα μάτια

μπουχτάν [1962b]

βλ. μπουνταλάς

μπουχτανιά < bουχτανιά [1972]

βλ. μπουνιά (γροθιά)

μπούχτισμα [1910]

κορεσμός (λόγιο)

μπουχτισμένος [1931]

χορτασμένος, χορτάτος

μπουχτόνω < μπουχτώνω [1996a]

βλ. μπουκλόνω (καταβροχθίζω)

μπουχτσιαλούκι < μπουχτσιαλούκι [1996a]

δώρα ρούχα στα πεθερικά ή στους κουμπάρους για το γάμο

μπουχτσού [1987b]

έτσι λέγεται κάθε μια από τις μπουχτσούδις ή μπουχτσιάδις, τις γυναίκες που είναι φίλες της νύφης και πάνε μαζί της στο σπίτι του γαμπρού, τη μέρα του γάμου, για να της κάνουνε παρέα και να μη νιώθει άσχημα

μπουχώ [1864], μπουχίζω [1864], μπουχίζω < bουχίζω [1908], μπουχίζου [1987a], μπουχάω

ραντίζω, καταβρέχω | πιτσιλάω, βρέχω, με το στόμα

μπόφκα [1966]

βλ. μπούρδα

μποφτός [1864], μπεφτός [1864], μπεφτούνος [1864]

βλ. κουέστος (αυτός)

μπόχα [1874a]

απόχη, απόση, απόχ, απόχα, απόχι, απόχιου, πος, πόση, πόσιν, ποχ, πόχα, πόχη, ποχί

μπόχα [1957], μπόχα < bόχα [1972], μποχάδα [1987a]

δυσωδία (λόγιο), βόχα, βοχάδα, βόχος, βόχους, μπουφ, μπούφα, μπούφου, πόφα, πόχα

μπόχιλας [1918]

κάποιο αγριολάχανο

μποχλιάμπω < μποχλιάμπω [2001a]

γυναίκα κακοντυμένη κι άχαρη

 

 

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.