Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπρ

 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπρ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

26.5.2012

μπραγά (τα) [2001b]

μπινάρια (δίδυμα), βλ. μπινάρης

μπραγαλιάνω < μπραγαλιάνω [1996b]

μαλακώνω τον πόνο

μπραγάνι [2001a]

δίχτυ με μικρό μάτι, που το ρίχνουν με τη βάρκα και το τραβούν με σκοινιά από τη στεριά

μπραγάνια (τα)

τα αφρόψαρα

μπράγκα [1931], μπραγκαρόλα [2001c]

σύνεργο που βγάζει τους αχινούς και τις πίνες

μπράγκα < μπράγγα [1964]

φυλακή (λόγιο), αρέστο, βραστή, γιασούμ, γκισντάν, γκιστάνι, καρκάρα, κατσέτα, κισλάς, κιστάν, κουλούκι, κουνάτς, μπουζού, τουκάτ, φρέσκο, χαπίσι, χάψη, χάψι, ψειρού | η αλυσίδα που δένουν τους φυλακισμένους

μπράγκαλα (τα) [1964]

συμπράγκαλα, ζιμπράγαλα, σιμπράγαλα

μπραγκανιά < bραγκανιά [1978]

δέντρο με αγκάθια, που βγάζει νόστιμους μικρούς κόκκινους καρπούς με δυο κουκούτσια

μπραγκόνι [1996b]

κάποιο παντελόνι

μπραγκός

γάντζος του ψαρά

μπραγότσο [1963]

μικρή ψαράδικη βάρκα

μπραζέλα [1884b], μπραζέλου [1964]

γκόμενα, ααπό (η), ααπού, αβάκα, αγαπητικιά, αγαπιτικιέσα, αγαπιτκιά, αγαπίτρια, αγαπίτσα, αγαπιτσιά, αγαπό (η), αγαπτσή, αμοράτα, αμορόζα, αμουρέζα, αμουρίδα, αμουρούζα, γαρμπόζα, γιαβουκλού, γιαουκλή, γιαουκλού, γιαρενοπούλα, γκόμινα, εγαπό (η), κάφκα, κάφχα, κουρτέσα, μαντένα, μαντενούτα, μορόζα, νισιαλή, φιλενάδα, φιλινάδα | βλ. μπαγάσα (πουτάνα)

μπραζέλης [1884b]

βλ. μπέλος (γκόμενος)

μπραζελιό [1884b]

η αδερφική φιλία

μπραζέρης [1887b]

βλ. μπουραζέρης (βλάμης)

μπραζίνα [1966]

ασκί (από γιδοτόμαρο) που με αυτό κουβαλάγανε το μούστο

μπράιγ [1998]

η γραφή των τυφλών | γαλλικό: braille

μπραϊμέγκου < μπραϊμέγγου [1987a]

γαληνεύω

μπρακ [1962b]

σταματώ | κάνω πίσω

μπρακαΐα [1987a], μπρακαΐλα [1987a]

το φυτό Cichorium intybus, αγριοπικραλίδα, αγριοπρικαλίδα, αγριοραδίκι, αγριουραδίκ, παπαδουλιά, πίκρα, πικραδέρκι, πικραλίδα, πικρολίδι, πικροράδικο, πρακαΐλα, ραδίκι, ροδίκιο, ροϊδίκι

μπρακάτζι < μπρακάτζι [1923a], μπρακάτσι, μπρακάτς

βλ. κουβάς

μπρακάτσες (οι) < μπρακάτσαις [1910]

ναυτ. μεσόζυγα (λόγιο)

μπρακός [2001c]

σύνεργο για το πιάσιμο των ψαριών

μπράλες < μπράλλαις [1963]

πριν από μέρες

μπράλι [1966]

εγκατάλειψη (λόγιο)

μπραλιά < μπραλλιά [1964]

ακαταστασία (λόγιο)

μπραλίνα [1961]

το γλυκό πραλίνα | γαλλικό: praline

μπράλιους < μπράλλιους [1964]

ακατάστατος (λόγιο)

μπραλόι

αγρανάπαυση (λόγιο), νιάμα, ντάμπια

μπραμ (τα)

τα καλά ρούχα, τα γιορτινά

μπραμπάχτης [1910]

ναυτ. ακταιωρός (λόγιο)

μπρανάτσουρον [1896b]

βλ. μπροστοκόκη (σημάδι στο αυτί του ζώου)

μπράνγκα

& πράνγκα, βλ. μπέδουκλο (ίγκλα)

μπράνκα

βλ. μπροκαδούρα (τσαγκαρόπροκα)

μπραντζίνι [1963]

κάποιο ψάρι

μπράντυ [1963], μπράντι [1998]

κονιάκ | αγγλικό: brandy

μπράου < μπ’ράου [1964], μπρω < μπ’ρω [1964]

βλ. μπορώ

μπράουνιγκ [1934], μπράουνικ [1957]

κάποιο μπιστόλι | αγγλικό: browning

μπρασελέ [1998]

κάποιο βραχιόλι | γαλλικό: bracelet

μπρασκανώ [1946]

βλ. μπουχώ (πιτσιλάω)

μπρασκαφούσκας

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπρασκαφούτα

βλ. μπράσκα

μπρασκούνι < bρασκούνι [1908]

βλ. μπάμπαλο (μουνί)

μπραστ

βλ. μπραφ (φευγιό)

μπράστινα (η) [1982]

όλα τα χτήματα που έχει κάποιος

μπράτα (τα) [1884c]

ναυτ. τα μπράτσα και οι μπουταφόρες

μπρατάδο [1996b], μπρατάδιος < μπρατάδιος [2001b]

κατειλημμένος (λόγιο)

μπραταρίζω [1896b]

ανακατώνω, ανακατεύω

μπρατάρω [1996b], μπραταδιόνω < μπραταδιώνω [2001b]

καταλαμβάνω (λόγιο)

μπράτη (τα) [1996b]

πράγματα του σπιτιού, αναχρικά, αγγειά

μπράτη (τα) [2001b], μπράτια < μπράτια (τα) [2001c]

βλ. μπαγκάζια | βλ. μπεζόρδινα (σύνεργα)

μπράτη < μπράττη (τα) [1876b]

βλ. μόμπιλα (έπιπλα)

μπράτικα (τα) [2001b]

πράγματα του σπιτιού | ψώνια | δώρα

μπρατικός [2001b], μπρατικάτος [2001b], μπρατικάδος [2001b]

αυτός που φέρνει μπράτικα (δώρα, ψώνια)

μπράτσα (τα) [1878b]

ναυτ. ολκοί (λόγιο)

μπρατσαδούρα [1963]

τόπι πανί | δέκα πήχες πανί (για να γίνει ένα χωριάτικο φόρεμα)

μπρατσάκι

υποκ. της λέξης μπράτσο

μπρατσάρα

μεγ. της λέξης μπράτσο

μπρατσαράς [1995]

βλ. μπρατσωμένος

μπρατσάρικος [2001a]

κάθε πράγμα που έχει μάκρος ένα μπράτσο

μπρατσάρισμα [1910]

ναυτ. κερούλκηση (λόγιο)

μπρατσάρω [1884c]

ναυτ. κερουλκώ (λόγιο)

μπρατσάρω [1887b]

προστατεύω (λόγιο)

μπρατσέρης [1983b]

βλ. μπουραζέρης (βλάμης)

μπρατσέρι

βλ. μπραγέρι (κηλεπίδεσμος)

μπρατσέτο [1996b]

& γροθί ή γροθάρι, μικρό δεντράκι ελιάς (από φυτώριο) για φύτεμα

μπρατσολέτι < μπρατσολέτια (τα) [1963]

βλ. μπρετέλα (τιράντα)

μπρατσόλι

χερούλι

μπρατσόλι [1884c]

ναυτ. το μπρατσόλι (αγκώνας) του καπονιού

μπρατσόλι < μπρατσόλι [1966], μπρατσοπρίονο [1982]

μεγάλο πριόνι: καρμανιόλα, καταράχτης, κουριαστής, κόφτρα, σαόνι, σάρακας, σαράκος, σιγάτσα

μπρατσωμένος [1995]

αυτός που έχει δυνατά μπράτσα

μπραφ [1962b]

ξαφνικό φευγιό

μπραχάλα [1983b]

& κόκα ή πραχάλα, η διχάλα του σταλικιού

μπραχαλιάζω < μπραχαλιάζω [1963]

εξευτελίζω (λόγιο)

μπράχαρος

βλ. μουσουμπέτης (άτυχος)

μπράχενα < μπράχαινα [1982]

καπάτσα, καταφερτζού, κολπατζού

μπράχος [1982]

το χνούδι από τα φύλλα του πλάτανου

μπραχτίζω [1966], μπραχτάω [1966]

εγκαταλείπω (λόγιο) | ξεχνώ, λησμονώ

μπρεγαδιέρος < μπρεγαδιέρος [1963]

βλ. μπριγαντιέρος (μοίραρχος)

μπρέγκα [1966]

συνάχι, ζαμπαρούχι, ζαντούχι, κατέβας, κατεβασιά, κατιβασιά, κατούριασμα, σαλίπα, σιαρσιάρου, σιρμή, σουνάχι, ψύχρα

μπρεζέ [1934]

φαΐ με κρέας μοσχαριού ή γουρουνιού

μπρεζενίκας [1966]

άσκημος και μαζί ρεζίλης

μπρέζι [1966]

μάλλινο χρωματιστό ζωνάρι για χωριάτικο φόρεμα

μπρέκα [1963], μπρέκια < μπρέκια (η) [2001a]

μικροκατεργαριά

μπρέκι

πρέκι, πράκι, ανώφλι, ανέφλ, ανέφλιο, ανιόφιλο, ανιόφλο, ανόβλιον, ανοθίρ, ανοθίριν, ανοφίλιο, ανόφιλιο, ανόφιλο, ανόφιλους, ανόφλ, ανοφλέα, ανόφλι, ανόφλι, ανόφλιν, ανόφλιο, ανόφλιον, ανόφλιος, ανόφλιου, ανόφλιους, ανόφλο, απανοθίρ, απανοθίρι, απανοθίριν, απανοφίρι, νιόφιλο, νόφλιο, πανόφλιου

μπρέκια < μπρέκια (η) [2003]

βλ. μπέρτα (φάρσα)

μπρεκιαδόρος < μπρεκιαδόρος [2003]

ο πλακατζής, αυτός που κάνει πλάκες (φάρσες)

μπρέκνα [1964]

πανάδα, πιτσιλάδα, πιτσούλα, πρέκνα, τσεπράδα, τσιάπρα

μπρεσινίκι < μπρεσοινίκι (το)

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπρέσκα [1931], μπρέσκλα

βλ. μπράσκα (Bufo vulgaris)

μπρετσές [1963]

αναμαλίδα, οπισθοκόμη (λόγιο)

μπρέτσικος

ζοχάδας, τζοχάδας

μπρέφα [1963]

το παιχνίδι πρέφα (με τα χαρτιά της τράπουλας)

μπρι

βλ. μπούνιο (γινάτι)

μπρι [1963], μπριν [1988]

πριν, μπρου

μπριάδι

ρεματιά, ριματιά, ταχτ

μπριάλουγους < bριάλουγους [1892]

βλ. μπαΐρι (χερσότοπος)

μπριανόπιτα < μπριανόπιττα [2001a]

κολοκυθόπιτα

μπριάσκα

βλ. μπράσκα (Bufo vulgaris)

μπριγαντιέρος < μπριγαντιέρος [1963]

& μπρεγαδιέρος, μοίραρχος (λόγιο)

μπριγιαντίνη [1934], μπριγιαντίνη [1957]

& μπριγιόν, αλοιφή με άρωμα για να γυαλίζουνε και να κρατάνε τα μαλλιά | γαλλικό: brillantine

μπριγιόλ < μπριγιόλ [1961]

λάδι για να γυαλίζουν τα μαλλιά | γαλλικό: brilole

μπριγιόν

βλ. μπριγιαντίνη

μπριγκαντίνι [1934]

&. μπεργαντίνι, βλ. μπρίκι (καράβι)

μπριγούνι < μπρηγούνι [2001c]

βλ. μπάρμπα (πιγούνι)

μπρίζα [1998]

πρίζα | γαλλικό: prise

μπριζολίτσα [1995], μπριτζολίτσα [1995]

υποκ. της λέξης μπριζόλα / μπριτζόλα

μπρίζω [1887a]

αναβλύζω (λόγιο) 

μπριθάμα [1966]

& μπαζουμπαζί, σπόρος πεπονιού

μπρικ [1957]

βλ. μπιομπίδι (αυγοτάραχο) | ταραμάς, νταραμάς | κόκκινο χαβιάρι | αγγλικό: brick

μπρικ [1962a]

κεραμιδής (στο χρώμα) | γαλλικό: brique

μπρικέτα < μπρικέττα [1934], μπρικέτα [1957], μπριγκέτα < μπριγκέττα [1961]

τούβλο καρβουνόσκονης | γαλλικό brique

μπρίκι [1857]

καράβι με δυο κατάρτια και τετράγωνα πανιά | αγγλικό: brig

μπρίκια (τα)

βλ. μπάμπαλα (αρχίδια)

μπρίκλα [1962c]

βλ. μπελίδα (σουγιάς)

μπρικολέγενο [1966]

& λεγενόμπρικο, λεκάνη με κανάτα στη μέση

μπρίλα

κάτι το καθαρό

μπρίλα [1894], μπρίλλα [1837]

τσακμάκι

μπρίλα < μπρίλλα [2002]

& αμπρίλα ή εμπρίλα, λεπτή κλωστή με χρυσό χρώμα

μπριλαντένιος < μπριλαντένιος [1996b]

φτιαγμένος με μπριλάντι

μπριλαντίνη < μπριλλαντίνη [1934], μπριλαντίνη [1957],

βλ. μπριγιαντίνη

μπρίλες [2001c]

πεντακάθαρα, λαμπίκο

μπρίλια [1934], μπρίλιες < μπρίλιες (οι) [2001c]

το στέφανο (τα στέφανα) του γάμου

μπρίμη < μπρύμη [1996a]

πρύμη, οπισινή

μπρίμι [1982]

μικρή βρύση (πηγή) κοντά σε ποτάμι

μπρινάς

ελαιοπυρήνας (λόγιο), αμπιρινάς, λιοκόκι, λιοκόκον

μπρίνια < μπρίνια [1915]

πλαγιά σε βουνό

μπρινίτσα [1966]

λιανό στάρι

μπριόζικα [1998]

με κέφι, με ζωντάνια

μπριός [1962a]

γλυκό που μοιάζει με τσουρέκι | γαλλικό: brioche

μπριός < μπριώς [1966]

μόλις, άγκιακα, άμον, άντζα, άντζαγας, αντζάκ, άντζακ, αντζάκι, άντζακι, άντζακις, άντζαν, άντζαξ, άντζαχα, άντζεκι, άντσια, απένα, έτι, μόδιμ, μος, μόσαν, τομ, τόμου

μπρισιά < μπρυσιά [1941]

βλ. μπινάρι (πηγή)

μπρισιμένιος < μπρισιμένιος [1931]

μεταξωτός, μεταξένιος, μεταξένος

μπρίσκαλο

το άγουρο σύκο: αλίθι, αχτίπαλος, λίζι, μπαμπαράς, μπλόθος, μπλούθος, μπουλίθ, πρίσκαλο, πρίσκλα, σκόλιθους

μπρίσμα < μπρύσματα (τα) [1888a], μπρίσμα < μπρύσμα [1931]

βλ. μπινάρι (πηγή)

μπριστόλ [1998]

κάποιο ακριβό χαρτί | γαλλικό: bristol

μπριστουλί

βλ. μπρουστούλι (καβουρντιστήρι)

μπριτζ [1934]

κάποιο παιχνίδι με τα χαρτιά (της τράπουλας) | αγγλικό: bridge

μπριτζολάκι [1934], μπριζολάκι [1961]

υποκ. της λέξης μπριζόλα / μπριτζόλα

μπρίτιρα < μπρύτιρα [1964], μπρίτερα

βλ. μπροστίτερα (πρωτύτερα)

μπριτού

βλ. μπροτού (προτού)

μπριτσικλέτα

βλ. μπιτσικλέτα (μοτοσικλέτα)

μπριχαλίζω [1982]

βλ. μπουχώ (πιτσιλάω)

μπριχαλισμένος [1982]

καταβρεγμένος, πιτσιλισμένος, ραντισμένος

μπριχαλιτό [1982], μπριχάλισμα [1982]

κατάβρεγμα, πιτσίλισμα, ράντισμα

μπριχού [1874b], μπρίχουμ [1899]

βλ. μπροτού (προτού)

μπρόβα [1988]

το πρώτο ραντεβού του ζευγαριού

μπρόβαλμα [1709], μπρόβαλμα < bρόβαλμα [2001c], μπρόβαρμα < bρόβαρμα [2001c], μπρόβγαλμα < bρόβγαλμα [2001c], μπροβάλιμα < bροβάλιμα [2001c], μπρόβαρμα [2001c]

& πρόβαρμα, το μέρος που βλέπεις πρώτα όταν φτάνεις σε ένα τόπο

μπροβαλμένος [1709]

αυτός που προβάλει

μπρόβαρμα [1888a]

βλ. μπρόβαλμα (τόπος)

μπρόβαρμα [1931]

η πρόβα ρούχου στο ράφτη

μπροβένω < μπροβαίνω [1709], μπροβέρνω

κοιτάζω έξω (από το παράθυρο ή την πόρτα) | προβάλλω (λόγιο)

μπρόβολος [2001b]

& πρόβολος, ο πρώτος και καλύτερος

μπρόγκο [1963]

βλ. μπουκί (πουγκί)

μπροδέχτης [2001b]

& φουντάνα, στέρνα για το μάζεμα των νερών της βροχής

μπροκαδούρα [2001b]

τσαγκαρόπροκα

μπροκαλάκι [2001b]

προκούλα, καρφάκι

μπροκάρ [1998]

κάποιο μεταξωτό πανί με σχέδια | γαλλικό: brocart

μπρόκερη [1933]

το ξύλο που δένει τα σταβάρι με το ζυγό του αλετριού

μπροκόλακος < μπροκόλακκος [1996b]

λάκκος όπου χωνεύει η κοπριά

μπροκολίνα [1963]

το φυτό botrytis asparagoides violacea

μπροκόνω < bροκώνω [2001c]

μένω λιγνός και κοντός

μπροκόνω < μπροκώνω [2001b]

καρφώνω, καρφόνου, καρφουκουλάου, κασκόνου, μπίζου, προκόνω, τζιινόνω, τσιβικόνου

μπρόκος < bρόκος [2001c]

κάθε φυτό που δε μεγαλώνει

μπρόκουλας

το τελευταίο και μεγάλο αυγό της κότας

μπρολάτης [1891a]

βλ. μπροστάρης

μπρόλια (τα) [1934]

συκοφαντίες (λόγιο), αβανιές, καταλαλιές, μαναφούκια, μπουρμπούτσια

μπρόλο [1963]

χτήμα με λιόδεντρα

μπρόλουγκας [1962c], μπρόλογκας [1966]

μικρό αυγό, που γεννάει η κότα, πριν την ώρα του

μπρόμαν [1891a], μπρόεμαν [1891a]

η ώρα γύρω στις εννιά με έντεκα το πρωί

μπρόμπολο [1963]

κρινολίνο

μπρονέτο [1963]

& μαρινάτο, φαΐ με ψάρια

μπροντερέβγω < μπροντερεύγω [1876a]

βλ. μπροσπερνώ

μπρόντζινος [1876a]

βλ. μπρούντζινος

μπρόντζολο [1963], μπρόντζολος [1963]

σιδερένιο χτυπητήρι εξώπορτας, μπαταδούρος, μπατιδούρος, μπατιδούρο, ρόπτρο (λόγιο), τακουτάριν, τουκμάκ, τσκαλνούν

μπροού [1891a]

βλ. μπροτού

μπροπέρνω [1858]

επιπλήττω (λόγιο)

μπρος [1835]

βλ. μπροστά

μπροσάγκι < μπροσάγκι [1923a]

ένα μπροστινό αντί του αργαλειού

μπρόσαργα [2001b]

& πρόσαργα, αργά το απόγεμα

μπροσάφορμος

αυτός που αρπάζεται με το παραμικρό

μπροσγούλι [1996b]

βλ. λατσιό (κολατσιό)

μπροσθινά [1790]

βλ. μπροστά

μπροσκάδα [1876a]

ενέδρα (λόγιο), αβλαμάς, καρτέρι, μποσκάδα, πόστο, πούσι, χοσία, χουσιά, χωσιά

μπροσκαδιάζω < μπροσκαδιάζω [2001b]

ενεδρεύω (λόγιο), αβλαντίζω, αβλαντίζω, αβλαντώ, μπικλέτ, μποσκαδιάζω

μπροσμίτι < μπροσμύτι [2001b]

μικρό πέταλο που κάρφωναν στο μπροστά μέρος της σόλας του παπουτσιού

μπροσμούργια < μπροσμούργια (τα) [2001b]

τα απάνω μπροστινά μέρη των παπουτσιών, τα ψίδια

μπροσμπαίνω [2001b]

& αντικόβγω, κόβω κάποιον όταν μιλάει

μπροσονόμι < μπροσονώμι [2001b]

& προσόμι, πανί που βάζανε στον ώμο κι ακουμπούσανε πάνω του τη στάμνα

μπροσπερνώ [1876a]

προσπερνώ, γκεστίζω, διακόβου, μπροντερέβγω, σκαπετίζω

μπροσπηδώ [2001b]

υπερπηδώ (λόγιο)

μπροσπόδι [1876a]

καθένα από τα δυο πόδια, στην κάτω πλευρά του κρεβατιού

μπροσποδιά < μπροσποδιά [2001b]

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστ

το καπάκι της πόρτας του φούρνου: μπούκα, όκνα, φουρνόκλισμα

μπροστά [1614], μπροσθά [1790], μπρουστά < μbρουστά [1962c], μπρεστά [1987a], μπρουστά [2010]

εμπρός, αβάντε, αβάντι, άλα, αμπρεστά, αμπρέστα, αμπρός, αμπροστά, αμπρουστά, απουρτέσε, έμπρα, εμπροσθά, εμπροστά, εμπροστάς, ιμπρός, μπρος, μπροσθινά, ομπρός, ομπροσθά, ομπροστά, ομπροστάς, πουρτέσε

μπροσταλακώ

τρέχω μπροστά

μπροστάλι < μπροστάλια (τα) [1874a]

το μπροστά μέρος του σαμαριού

μπροστάντζα [1931], μπροστάντσα [1963], μπροστάτζα, μπρουστάντζα

προκαταβολή (λόγιο)

μπροστάντι [1931]

βλ. μπροσάγκι (του αργαλειού)

μπροσταπίσω [2001b]

στην αντίθετη κατεύθυνση (λόγιο)

μπροσταρέα [1896b]

βλ. μπροστάρης (γκεσέμι)

μπροστάρης [1876a], μπροστάρη [1987a]

& μπροστολάτης ή μπρολάτης, αυτός που πάει μπροστά από τους άλλους και τους οδηγεί, πρωτοπόρος (λόγιο) | βλ. μπροστοκούρι (γκεσέμι)

μπροστάρι [1790]

σαλιάρα, μαγλίκα, μπρουστέλα, σαλιακούδα, σαλιαρίστρα, σαλιαρίτσα, σαλιόρα, σαλίστρα

μπροστάρι [1891c], μπρουστάρ < μπρουστάρ’ [1964], μπρουστάρ < bρουστάρ’ [1972], μπρουστάρι < μbρουστάρι [2008], μπρουστάρ [2010]

βλ. μπροστελίνα (ζώνη του σαμαριού)

μπροσταρόκριος [1931], μπροσταρόκριγιος < μπροσταρόκριγιος [2001b], μπροσταρόκριος

το κριάρι που μπαίνει μπροστάρης: σουρτάρ, σουρτάρης, σουρτάρι, σουρτάρς, σούρτης

μπροστέλα [1931]

πανοπλία (λόγιο)

μπροστέλα [1996b]

βλ. μπροστελίνα (ζώνη του σαμαριού)

μπροστέλα < μπροστέλλα [1835], μπρουστέλα < μπρουστέλλα [1884a], μπροστέλα [1983a], μπροστέλα < bροστέλα [1983a], μπρουστέλα [2001c], μπροστέλνα [2001c]

& προστέλα ή αμπροστέλα ή εμπροστέλα, εμπροσθέλα, βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστελέβω < μπροστελεύω [1964]

βλ. μπρουστουλατώ (μπαίνω μπροστάρης)

μπροστελίνα [1896b], μπροστιλίνα [1896a], μπροσθινέλα [1910], μπροσθελίνη [1933], μπροστνέλα < bροστ’νέλα [2001c]

το λουρί που κρατά δεμένο το σαμάρι μπροστά, στο στήθος του ζώου: αμπρουστιλίνα, μπροστάρι, μπροστέλα, μπροστινάρι, μπροστινέλα, μπροστογίγκλι, μπρουστάρι, μπρουστάρ, μπρουστουκούρ, ομπρεστίνα

μπροστελίνα [2001c]

& προστελίνα, βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστερέβγω < μπροστερεύγω [1876a], μπροστερέβω < μπροστερεύω [2001b]

ξεπερνώ κάποιον, γίνομαι καλύτερος από αυτόν, αμποντερέβω, αμπορπίζω

μπροστήθ < bροστήθ [1905]

κάποιο φόρεμα από άσπρο πανί

μπροστήθι [1962a]

κάποιο αντρικό ρούχο, επιστήθιο (λόγιο)

μπροστηλάζω [1887a]

βάζω το μωρό να βυζάξει σε παραμάνα

μπροστιάζω, μπροστένω [2001b], μπρουστιάζου < μπρουστιάζου [2011]

αντιπαραβάλω (λόγιο)

μπρόστιασμα [1903]

αντιπαραβολή (λόγιο)

μπροστιάσματα < μπροστιάσματα (τα) [1931]

δώρα πριν το γάμο

μπροστιλέβω < μπροστιλεύω [1909]

προβάλλω, μπρουσβέρνου, μπρουβέρνου, μπροβέρνω, προσβέρνου

μπροστιλιάζω < μπροστηλιάζω [1933], ιταλικό μπροσθιλιάζω < μπροσθηλιάζω [2001c]

& προσθιλιάζω ή προστιλιάζω ή προβιζένω: βάζω το ζώο που μόλις γεννήθηκε, στο μαστάρι της μάνας του για να βυζάξει

μπροστινάρι

βλ. μπροστελίνα (ζώνη του σαμαριού)

μπροστινέλα [1987a], μπροστνέλα < bροστ’νέλα [2001c]

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστινέλα < μπροστινέλλα [1961], μπροστινέλα [1962a]

βλ. μπροστελίνα (ζώνη του σαμαριού)

μπροστινός [1790], μπροσθινός [1790], μπροστινέ [1987a], μπρουστνός [1988]

& αμπρουσνός ή μπρουσνός, αυτός που είναι μπροστά

μπροστινώντας [1874a]

το μουνί και ο πούτσος

μπροστίτερα < μπροστήτερα [1840], μπροστίτερα [1931], μπροστύτερα [1982]

πρωτύτερα, απουτόρια, ιπιτιόρια, ιπουρτόρια, μπρίτιρα, μπρουστίτιρα, μπρούτερα, ομπρίτερα, πουτόρια, πουτόριας, προτούτερα, προυτίτιρα

μπροστόβαρο [1891c], μπρουστόβαρου < μbρουστόβαρου [2008]

το ζώο που είναι φορτωμένο μπροστά, περισσότερο από ό,τι είναι πίσω

μπροστόβραδο < bροστόβραδο [2001c], μπροσόβραδο < bροσώβραδο [2001c]

σούρουπο, αξάμι, απόβραδο, απόβραδου, απόμουχρο, βράδαγμαν, βράδασμαν, βράδιασμα, βραδιασμός, βραδίνασμαν βράδομα, μούργκια, μούργουμα, μούχρωμα, ποσκότιν, προστόβραδι, προστόβραδο, σιγράδιν, σίγραση, σιμούχρια, σμούχρια, σμούχριασμα, σμούχριγια, σμούχρουμα, σουρούπκια, σούρουπου, σουρούπουμα, σουρούπωμα, σούρπα, σούρπο, σύθαμπο, χάλιπα, χαλίπομα

μπροστογέμι, μπροστογιόμι

ντουφέκι που γέμιζε από μπροστά

μπροστογίγκλι < μπροστογίγγλι [2001a]

βλ. μπροστελίνα (ζώνη του σαμαριού)

μπροστογυρίζω [1931]

γυρίζω το μέσα έξω (σε παλιό ρούχο)

μπροστοκέρα [1982] ή μπροστογέρικη [1966]

κατσίκα με κέρατα που γέρνουν μπροστά

μπροστοκόκη [1987a], μπροσκόκαρο [2001b], μπροσκόκι [2001b]

το σημάδι που κάνει ο τσοπάνης στο αυτί του ζώου, για να το ξεχωρίζει: αγκινάρι, μπρανάτσουρο, σαμά, σχιζάφτι, φέρκι, φιρκί

μπροστοκούρι [1996b]

το κριάρι ή ο τράγος που μπαίνει μπροστάρης: γκεσέμι, γκιοσέμι, γκιουζέμ, γκισέμ, γκισέμι, κεσέμι, κεσίμ, κισέμ, κισέμι

μπροστοκούρμι [1963]

το τσιγκέλι που είναι στο μπροστινό μέρος του σαμαριού

μπροστολάρω [1963]

καβουρντίζω, μπρουζιαλνώ, ξεροψήνω

μπροστολάτης [1915]

βλ. μπροστάρης

μπροστομούνα, μπρουστουμούν < μπρουστουμούν’ [1988], μπροστομούνι, μπροστουμούνα, μπροστμούνα

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστοπατώ [1963]

πηγαίνω μπροστά από τους άλλους

μπροστοπίσινος [1888a]

βλ. μουναφούκης (διπρόσωπος)

μπροστοποδιά < μπροστοποδιά [1983b], μπροσποδιά < μπροσποδιά [2001c]

& προστοποδιά ή προστοσέντονο, πανί με κεντημένα στολίδια που έμπαινε στις κάτω πλευρές του καναπέ ή του κρεβατιού

μπροστοτζέρι < μπροστοτζέρι [1923a]

βόδι με κέρατα που γέρνουν μπροστά

μπροστουλί

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστούρα [1996b]

βλ. μπροστογέμι (ντουφέκι)

μπροστούρα < bροστούρα 1908, μπρουστούρα < bρουστούρα [1908]

& μπλουστούρα, το πρώτο στομάχι στα μηρυκαστικά

μπροστούρι

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπροστοφούρνι [1874a]

το ψωμί που ψήνεται έξω-έξω, κοντά στην πόρτα του φούρνου

μπροτού [1874b], μπρουτού

προτού, μπορούπ, μπορούπ, μπουρτού, μπριχού, μπρίχουμ, μπροού, μπροχού, πριχού, προυτού

μπροτσαλίζω [2001a]

μπλατσανάω (πλατσουρίζω στα νερά)

μπρόττερος [1891a]

πρότερος (λόγιο)

μπρου [1891d], μπρούα [1987a]

το νερό στα μωρουδίστικα: μπου, μπουά, μπουάκια, μπουμπού, μπούτα, μπρούα, μπρούκια

μπρου [1987a],

βλ. μπριν (πριν)

μπρουαλώ [1896b]

πάω μπροστά

μπρουγκαλιούμαι [1884b], μπρουγκαλιούμι < bρουgαλιούμι [1921]

κλαίω σπαραχτικά

μπρούγκανο [1884b]

καρβουνιασμένο

μπρουγκώ

προγκάω, γιουλαντίζου, μπογιάρω, προγκάου, προγκάρω, προγκίζω, προυγκάου, προυγκάω

μπρούδι [1966]

βλ. μπερδές (γλέντι)

μπρουζάδα [1963]

επείγων (λόγιο)

μπρουζάλα < bρουζάλα [1976]

κακοτράχαλος τόπος

μπρουζαλνώ < bρουζαλνώ [1976]

ψήνω φέτες ψωμιού στη φωτιά

μπρουζί [1896a]

κριάρι, κλιάριν, κλιάρος, κοτς, κότσι, κρέαρους, κριάρ, κρίαρος, κριγιάρι, κριγιός, κριός, ντάκος, ντάσης, ντάσι

μπρουζιάλα <μπρουζιάλα [1894]

μέρος που το βλέπει ο ήλιος | η πολύ ζέστη

μπρουζιαλνώ

βλ. μπροστολάρω

μπρουζίκια < μπρουζίκια (τα) [1933]

μεταξένια πανιά

μπρουζιούτας < bρουζιούτας [1892], μπρουζιούτας [1894], μπρουζιούτας < bρουζιούτας [1976]

αυτός που κρυώνει εύκολα: κρυουλιάρης, ανατριχιάρης, αχλιουπτάρ, εργατσάρης, ζιούντας και ζιούνταβους, θερμασάρας, καρδιασμένος, κριαζάρης, κριατσάρης, κριατσούλης, κριογάτσουλο, κριγιουπούλ, κριονάς, κριοσιάρης, μαργοπούλι, μαργουπούλ, μαργοσάρης, μαργοσιάρης, μαργουσάρς, μαργουσιάρης, μαργουτσούλης, ριγασμένος, σταχτομπουλιάρης, σταχτομπούτης, τουρτούρης, τρεμούλης, τρεμλιάρης, τρεμλιάρς, τρεμοκουκούλης, τρεμοκουκούρης, τρεμούλης, τρεμουλιάρης, τρεμοχαρχαλιάρς, τρεμοχουχλιάρης, τρεμοχουχούλης, τρεμοχουχουλιάρης, τρεμοχουχούλς, τρομακιάρης, τσιουτσιουριασμένους, χουχουλιάρης

μπρουζκόνω < μπρουζκώνω [1966]

βλ. μπουρτσόνω (μουτρώνω)

μπρουζούκι [2001c]

κάποιο μεταξένιο πανί

μπρουζούνα < bρουζούνα [2001c], μπρουζούνι < bρουζούνι [2001c], μπρουζίνα, μπρουζής

καλοθρεμμένο μανάρι

μπρουκάνου [1981]

προκάνω, προκάνου

μπρουκέλα < bρουκέλα [1976]

βλ. μπιρμπίλα (προγούλι)

μπρούκια [1891d]

βλ. μπρου (νερό)

μπρούκλης

παραλής, αλλά και χουβαρντάς, που γύρισε στον χωριό του από την Αμερική

μπρουλιάζω < μπρουλιάζω [2001b]

& σιμπρουλιάζω, βλ. μπουρλιάζω (αρμαθιάζω)

μπρούλιασμα < μπρούλιασμα [1996b]

βλ. μπούρλιασμα (αρμάθιασμα)

μπρουλιασταρέ < μπρουλιασταρέ (η) [2001b]

βλ. μπουλιάστρα (αρμαθιά)

μπρούμο, μπρούμι

το λιωμένο δόλωμα που ρίχνει ο ψαράς στη θάλασσα, για να μαζευτούν τα ψάρια: μαλάγρα, μελισιά, πάσα, πασμός

μπρουμταριά (η)

βλ. μπαγάσας (πούστης)

μπρούμυτα [1876a], μπρούμτα < bρούμτα [1892], μπρούμτα < bρούμ’τα [1976], μπρούμτια < μπρούμ’τια [1981], μπρούμουτα [2001b], μπρουμουτέ [2001b]

αμπούμπουρα, αμπούρδου, αμπρόμπτα, απίκουπα, απίπκα, απίστομα, απίστουμα, απούκουπα, επίστομα, κούπα, μπιάκα, μπούρμπλα, μπούρμπουρα, μπούσμουρα, ομπρούμουτα, πίκπα, πίμιτα, πίπκα, πίστομα, πίστουμα, προύμουτα, ταμπούμτα

μπρουμυτίζω [1931], μπρομπώ < bρομπώ [1905], μπρουμτώ [1946], μπρουμτώ < μπρουμ’τω [1981], μπρουμουτίζω [1957], μπρουμτώ [1988], μπρουμουτιάζω < μπρουμουτιάζω [1996b], μπρουμουτώ [2001b], μπρουμτίζου, μπρουμπτίζου, μπρομιτώ

& μπουσμουρόνω, πέφτω κάτω μπρούμουτα (μπρούμυτα)

μπρούνα [1964]

κάποιο φυτό

μπρουνελάτη [1896a]

προβατίνα ή κατσίκα με μεγάλα μαστάρια

μπρούντζα (τα) [1995], μπρούτζα (τα) [1995]

μπρούντζινα πράγματα

μπρουντζάδικη [1910]

η τέχνη του μπρουντζά (χαλκιά)

μπρουντζάδικον [1878b], μπρουντζάδικο [1910]

το εργαστήρι του μπρουντζά, του χαλκιά

μπρουντζάς [1878b]

μπακιρτζής, καζαντζής, μπρουντζοτής, χαλκωματάς, χαλκιάς

μπρουντζικιέινιου

ρούχο από μετάξι

μπρουντζοτής < μπρουνζωτής [1709]

βλ. μπρουντζάς

μπρουντουρώ [1996b]

προκόβω, βουδόνου, χαϊρόνω, χαρέβω

μπρουπτιάζου [1903]

ξεμπροστιάζω

μπρούσα < μπρούσσα [1891d]

βλ. μπατάκι (βούρκος)

μπρουσβέρνου [1988], μπρουβέρνου, μπροβέρνω

& προσβέρνου, βλ. μπροστιλέβω (προβάλλω)

μπρουσγκόλου < μπρουζγκώλου [1964]

βλ. μπούτσκα (χοντρή)

μπρουσέτα η [1709], μπρουσετάκι [1709]

διαβήτης (λόγιο), γλιστίρι, διαβέτς, κομπάσο, κουμπάσο, περιγέλι, περιέλι, πιργέλ, πριέλι

μπρουσιτιλίνα [1892]

πρωτοπόρος (λόγιο)

μπρούσκαλο [1966]

& μπλούθο ή μπόκαλο, το άγουρο φρούτο

μπρουσκάρι [1933]

άφτρα στο στόμα

μπρουσκάρω [2001a]

παίρνω στυφή γεύση (για κρασί)

μπρουσκέτα

βρεμένο ψωμί, με ντομάτα, τυρί και ρίγανη, από πάνω

μπρουσκομιλιά [1709]

θυμωμένα λόγια

μπρουσκούτζικα [1709]

άγρια, θυμωμένα

μπρουσνέλα

βλ. μπρουστνέλα

μπρουσνέλα [1987b]

το μπροστινό μέρος

μπρουσνός < μbρουσνός [1962c]

βλ. μπροστινός

μπρουσταρίκι < μbρουσταρίκι [2008]

το σκεπασμένο μέρος μπροστά από το μαντρί

μπρουστέλα

βλ. μπροστάρι (σαλιάρα)

μπρουστέλα

βλ. μπρουστνέλα

μπρουστιριάζου < bρουστιργάζου [1978]

βάφω πανιά με μπρούστιρο

μπρούστιρο < bρούστιρον [1976], μπρούστρου < bρούστ.ρου [1978]

ξινό λάπατο, που κάνει για το βάψιμο των πανιών του αργαλειού

μπρουστίτιρα < μπρουστύτιρα [19864], μπρουστίτιρα < μπρουστήτιρα [1987b]

βλ. μπροστίτερα (πρωτύτερα)

μπρουστκός [2010]

πρόσθετος (λόγιο)

μπρουστνέλα

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπρουστνέλα < μπρουστ’νέλα

& μπρουστέλα ή μπρουσνέλα, η προβατίνα που πάει μπροστά από τα άλλα ζώα

μπρουστνουπίσνα < μπρουστ’νουπίσ΄να (τα) [2011]

τα ρούχα που τα έχουν φορέσει ανάποδα (το πίσω, μπροστά) | τα μισόλογα

μπρουστουκούρ [2001a]

βλ. μπροστελίνα (ζώνη του σαμαριού)

μπρουστουλάδος [1918]

καβουρντισμένος

μπρουστουλάρω [1918], μπροστολάρω

καβουρντίζω

μπρούστουλας [1933]

πίτα με μαλακό τυρί

μπρουστουλατώ [1981]

μπαίνω μπροστάρης, πρωτοπορώ (λόγιο)

μπρουστούλι [1918], μπροστολί [1963]

& μπριστουλί, καβουρντιστήρι του καφέ

μπρουστουλίνα < μbρουστουλίνα [2008]

ρούχο με κέντημα που φόραγαν οι γυναίκες για στολίδι, μπροστά στο στήθος

μπρουστουπουδιά < μπρουστουπουδιά [1964], μπροστοποδιά < μπροστοποδιά [1982]

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπρουστούρα [1910]

οισοφάγος (λόγιο), γουλέμι, καταπιόν, καταπιόνα, καταπιόνας, καταπίνα, καταπινάρι, καταπινάς, καταπινίτης, καταπιόνα, καταπιόνας, καταπίτης, καταπνάρ, καταπότης, καταψιόνας, καταψόνας, μουλί,  ντερεκάδα, ντεροκάδα, ντεροκλάδα, ντιρικάδα, πόρδοσης, ριγκάτα, στομαχός, τσάρουγκας, τσάρουκας, τσάρουχας, χορτούδα, χουρτούδα

μπρουστούρα < bρουστούρα [1976], μπρουστούρα [2010]

βλ. μπζούκα (κοιλιά)

μπρουστουσφίν < μbρουστουσφήνι[2008]

σφήνα από ξύλο για να στεριώνει το υνί στο σταβάρι

μπρούτερα [1987a]

βλ. μπροστίτερα (πρωτύτερα)

μπρουτζιάλτζμα, μπρουζιάλτζμα

καψάλισμα φέτας μπαγιάτικου ψωμιού στη φωτιά

μπρουτζίτικος [1709], μπροντζίτικος [1709]

βλ. μπρούντζινος

μπρούτζκος

βλ. μπρούντζινος

μπρούτσα [1964]

κάπα με χοντρά φλόκια

μπρουφανιά [1884b]

γλύστρα και πέσιμο με κρότο

μπρουφανιές < μπρουφανιές (οι) [1964]

οι μεγάλες φλόγες της φωτιάς

μπρούχαβος [1884b] | μπρούχαβους < bρούχαβους [1892]

πλαδαρός (λόγιο) | πρησμένος | ασθματικός (λόγιο)

μπρουχαλίζω [2001b]

ροχαλίζω, αναρουχάζου, αρχαλίζου, βρουχαλίζω, λογχαρίζω, λοκαρίζω, λοχαρίζω, ροθονίζω, ρουχάζου, ρουχάζω, ρουχαλίζου, ρουχαλίζω, ρουχαλνώ, ρουχαλώ, ρουχνάου, ρουχνάω, ρουχουνίζω, ροχάζω, ρχάζου, χαρλίζου

μπρουχός

& μπουχός, αυτός που χάθηκες

μπρουχουζούρ < bρουχουζούρ’ [1978]

αναμπουμπούλα, αλιμπουμπλίκ, αναμουμπούλα, αναμπαμπούλα, αναμπαμπουλιά, αναμπαμπουλίκι, αναμπαμπουλούκι, αναμπουμπουλίκι, αναμπουμπουλούκι, αναμπουμπούρα, αναπαμπούλα, αναπαμπουλίκι, αναπαπούλα, αναπάπουλα, αναπαπουλία, αναπαπουλίγια, αναπαπουλίκιν, αναποπουλίκι, αναπουμπούλα, αναπουπουλούκιν, ανεμομπούλα, ανεμπαμπούλα, ανεμπαμπουλίκι, ανεμπαμπουλούκι, ανεμπεμπουλίκι, ανεμπουμπούλα, ανιμπαμπούλα, ανιμπουμπλίκ, ανιμπουμπούλα,

μπροχ [2010]

βολεύει

μπροχέρου [1963]

πρόχειρα

μπροχού [1874b]

βλ. μπροτού (προτού)

μπρόχουτου [1874]

χιονόμπαλα, ανάπα, τσιόμκα, χιονίδα

μπροψές [2001c]

προψές, επροψές, ιμπρουψέ, ιμπρουψές, ιπρουψές, προχτές το βράδυ

μπρω [1884b], μπριω [1884b]

βλ. μπουρώ (κουτουλάω με τα κέρατα)

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι. Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.