Skip to main content

Οι Βλάχοι της Ελλάδας - Αντίλογος πρώτος [1985]

Posted in


 

Οι Βλάχοι της Ελλάδας - αντίλογος πρώτος [1]

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Η ελληνικότητα των σύγχρονων Βλάχων (Κουτσοβλάχων) [2] προκύπτει από την εθνική τους συνείδηση, που αποκτούν κυρίως μετά τους βαλκανικούς πολέμους και την ως υπηκόων ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό κράτος. Με αυτή την έννοια είναι Έλληνες. Κατά την αναζήτηση ωστόσο της πολιτισμικής [3] τους ταυτότητας (διάφορη αυτή της εθνικής) θα πρέπει να σταθούμε στην ιστορική εικόνα που εμφανίζουν οι μαρτυρίες των πηγών και όχι στα αυθαίρετα “εθνολογικά” δημοσιεύματα που επέβαλε η κρατικήιδεολογία.

Είναι λοιπόν ο βυζαντινός συγγραφέας του ΙΒ΄ αιώνα Κεκαυμένος, που εκφράζοντας την αντίθεση των αρχών της Κωνσταντινούπολης προς τους δυναμικά αντιστεκόμενους στην αυτοκρατορική εξουσία Βλάχους τους χαρακτηρίζει “γένος άπιστον τε παντελώς και διεστραμμένον, μήτε εις θεόν έχον πίστιν ορθήν μήτε εις βασιλέα μήτε εις συγγενή ή εις φίλον, αλλά αγωνιζόμενον πάντας καταπραγματεύεσθαι, ψεύδεται δε πολλά και κλέπτει πάνυ, ομνύμενον καθεκάστην όρκους φρικωδεστάτους προς τους εαυτού φίλους και αθετούν ραδίως ποιούν τε αδελφοποιήσεις και συντεκνίας και σοφιζόμενον δια τούτων απατάν τους απλουστέρους, ουδέποτε δε εφύλαξε πίστιν προς τινα, ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων”.

Και συνεχίζει περιγράφοντας τα συμβάντα που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τον τόπο όπου κατοικούσαν:

Πολεμηθέντες παρά του βασιλέως Τραϊανού και παντελώς εκτριβέντες εάλωσαν, και του βασιλέως αυτών του λεγομένου Δεκαβάλου αποσφαγέντος και την κεφαλήν επί δόρατος αναρτηθέντος εν μέση τη πόλει Ρωμαίων. Ούτοι γαρ εισιν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσοι. Ώκουν δε πρότερον πλησίον του Σάου, ον νυν ποταμόν Σάβαν καλούμεν, ένθα Σέρβοι αρτίως οικούσιν, εν οχυροίς και δυσβάτοις τόποις. Τούτοις θαρρούντες υπεκρίνοντο αγάπην και δούλωσιν προς τους αρχαιοτέρους των Ρωμαίων βασιλείς και εξερχόμενοι των οχυρωμάτων ελεΐζοντο τας χώρας των Ρωμαίων, όθεν αγανακτήσαντες κατ’ αυτών, ως είρηται, διέφθειραν αυτούς, οι και εξελθόντες των εκείσε διεσπάρησαν εν πάση τη Ηπείρω και Μακεδονία, οι δε πλείονες αυτών ώκησαν την Ελλάδα” [Cecaumeni, Strategicon et incerti scriptoris de officiis regiis libelus, έκδοση B. Wassiliewsky – V. Jernstedt, Petersburg 1896, σελ. 74]. [4]

 

Την ίδια περίοδο ο Νικήτας Χωνιάτης γράφει για αυτούς “τους κατά τον Αίμον το όρος βαρβάρους, οι Μυσοί πρότερον ωνομάζοντο, νυνί δε Βλάχοι κικλήσκονται” οι οποίοι “τα Θετταλίας κατέχων μετέωρα, α νυν μεγάλη Βλαχία κικλήσκεται” [Nicetae Choniate, Historia, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841]. [5]

Ένας Εβραίος περιηγητής ο Βενιαμίν εκ Τουδέλας [6] σημειώνει το 1159 στο Ζητούνι (Λαμία): “Εδώ βρίσκονται τα σύνορα της Βλαχίας που οι κάτοικοι της ονομάζονται Βλάχοι. Είναι αλαφροί και γρήγοροι σαν ζαρκάδια και κατεβαίνουν από τα βουνά στους ελληνικούς κάμπους για ληστεία και αρπαγές. Κανείς δεν ριψοκινδυνεύει πόλεμο μαζί τους, ούτε μπορεί να τους υποτάξει γιατί τα καταφύγιά τους είναι απρόσιτα και αυτοί μονάχα γνωρίζουν τους δρόμους. Δεν είναι χριστιανοί ούτε Εβραίοι”. Και συμπληρώνει: “Όταν συναντήσουν Ισραηλίτη τον ληστεύουν αλλά δεν τον σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες. Αυτή η φυλή δεν υπακούει σε κανένα νόμο” [Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος πρώτος, Αθήνα 1976, σελ. 223].

Πληροφορίες για τους Βλάχους [7] παρέχει και ο Χαλκοκονδύλης (ΙΕ αιώνας): “Δάκες δε χρώνται φωνή παραπλησία τη Ιταλών διεφθαρμένη δε ες τοσούτον και διενεγκούση, ώστε χαλεπώς επαΐειν τους Ιταλούς, ο,τιούν, ότι μη τας λέξεις διασημειουμένων επιγιγνώσκειν ό,τι μη τας λέξεις διασημειουμένων επιγιγνώσκειν ό,τι αν λέγοιτο. Όθεν μεν ουν τη τοιαύτη φωνή διαχρώμενοι ήθεσι Ρωμαίων επί ταύτην αφίκοντο την χώραν και αυτού τήδε ώκησαν”. “Από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. Βράκοι δε αμφότεροι ονομάζονται”. “Το τε Πίνδον όρος [8] (Βλάκοι δ’ ενοικούσιν αυτό, των Δακών ομόγλωσσοι, τοις παρά Ίστρον Δαξίν ομοίωντο)” [έκδοση Bonn Ι, σελ. 35, ΙΙ, σελ. 77, VI, σελ. 319]. [9]

Τέλος ο Κίνναμος συνδέει τους Βλάχους με τους Ιταλούς έποικους όταν γράφει (ΙΒ΄ αιώνας): “Βλάχων πολύν όμιλον, οι των εξ Ιταλίας άποικοι πάλαι είναι λέγονται” Ioannis Cinnami, Epitome rerum ab Ioanne et Alexio Comnenis gestarum, επιμ. Aug. Meineke, Bonn, 1836, σελ. 239].

Σε συμφωνία με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα που σημειώνονται στα προαναφερόμενα μεσαιωνικά έργα βρέθηκαν δύο μόνο έλληνες ιστορικοί. Ο Νίκος Βέης στο λήμμα περί των Βλάχων στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ελευθερουδάκη και ο Παναγιώτης Αραβαντινός στη μονογραφία του για τους Κουτσοβλάχους που γράφτηκε το 1865 και τυπώθηκε το 1905, μετά το θάνατό του. Όσοι άλλοι ασχολήθηκαν με το θέμα περιστρέφονται γύρω από τη θεωρία – μύθο του εκλατινισμού των αυτοχθόνων ελληνικών πληθυσμών της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και της φυλετικής συγγένειας Ελλήνων – Βλάχων.

Η πρώτη γενιά που στρατεύτηκε [10] για να αποδείξει την ελληνική καταγωγή των Βλάχων είναι οι: Σπύρος Παπαγεωργίου (les Koutsovalaques, Αθήναι 1908), Μιχαήλ Χρυσοχόου (Βλάχοι και Κουτσοβλάχοι, Αθήναι 1909), Κωνσταντίνος Νικολαΐδης, (Ετυμολογικόν λεξικόν κουτσοβλαχικής γλώσσης, Αθήναι 1909) και Αντώνιος Κεραμόπουλος, (Τι είναι οι Κουτσοβλάχοι, Αθήναι 1939).

Κανένας τους βέβαια δεν έδωσε πίστη στις υστεροβυζαντινές πηγές, [11] αγνόησαν όμως ανεπίτρεπτα και τον Στράβωνα που υπογράμμισε τη βαρβαρική σύνθεση του πληθυσμού αυτών των επαρχιών, των υποτιθεμένων ελληνικών: “Σχεδόν δε τι και η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν….Οι δε Θράκες και Ιλλυριοί και Ηπειρώται και μέχρι νυν εν πλευραίς εισίν. Έτι μέντοι μάλλον πρότερον ή νυν, όπου γε και της εν τω παρόντι Ελλάδος αναντιλέκτως ούσης την πολλήν οι βάρβαροι έχουσι, Μακεδονίαν μεν Θράκες και τινα μέρη της Θεττταλίας, Ακαρνανίας δε και Αιτωλίας [τα] άνω Θεσπρωτοί και Κασσωπαίοι και Αμφίλοχοι και Μολοττοί και Αθαμάνες, Ηπειρωτικά έθνη” [Γεωγραφικά Ζ, κεφ. έβδομον].

Είναι πάντως η αλυτρωτική πολιτική της Ρουμανίας που δημιούργησε το κουτσοβλαχικό ζήτημα [12] και προκάλεσε τις ποικιλότροπες ελληνικές αντιδράσεις, μερικές εκ των οποίων ήταν η συγγραφή αυτών των “Ιστοριών”.

Γιατί η ρουμανική κίνηση έδρασε συστηματικά για πολλές δεκαετίες στους τόπους που ζούσαν οι Βλάχοι. Η επεκτατική της πολιτική αρχίζει με το ταξίδι των Ραντουλέσκου – Μπολιντινεάνου [13] στην Ήπειρο και τη Μακεδονία το 1853, την αρθρογραφία των τελευταίων μετά την επιστροφή τους στο Βουκουρέστι και την έκδοση του βιβλίου “Le rêve d'un proscrit” (το όνειρο ενός απόκληρου) του Ραντουλέσκου. Το 1860 έγινε το επόμενο βήμα με την ίδρυση του Μακεδονο – Ρουμανικού Κομιτάτου.

Αλλά η μεγάλη μορφή των ρουμανιζόντων Βλάχων υπήρξε ο δάσκαλος Απόστολος Μαργαρίτης [14] που με κυβερνητική ενίσχυση αρχίζει μετά το 1862 την ίδρυση βλάχικων σχολείων. Το 1880 υπάρχουν ήδη 24 σχολεία στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, ένα ημιγυμνάσιο στο Κρούσεβο και ένα γυμνάσιο στο Μοναστήρι. Το 1886 άνοιξε γυμνάσιο στα Γιάννενα και το 1899 εμπορική σχολή στη Θεσσαλονίκη. [15]

Παράλληλα λειτουργούν έως το 1892, 25 ρουμανικές εκκλησίες και δύο μητροπόλεις (Μοναστήρι και Γιάννενα). Μεγάλη επιτυχία της ρουμανικής πολιτικής είναι επίσης η έκδοση Ιραντέ το 1905 από το σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ, με το οποίο αναγνωρίζει τη ρουμανική εθνότητα των Κουτσοβλάχων. [16] Οι συχνές συγκρούσεις μεταξύ των ελλήνων και βλάχων κομιτατζήδων κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα είχαν σαν αποτέλεσμα τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας – Ρουμανίας (1906 – 1911). [17]

Ο θρίαμβος ωστόσο της ρουμανικής διπλωματίας στο κουτσοβλαχικό έρχεται με την επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 29 Ιουλίου 1913, ημέρα της συνθήκης του Βερολίνου, προς τον πρωθυπουργό Τάκε Μαγιορέσκο: “Η Ελλάς συγκατατίθεται να παράσχη αυτονομίαν εις τας των κουτσοβλάχων σχολάς και εκκλησίας τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις Ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψη την σύστασιν επισκοπής δια τους κουτσοβλάχους τούτους, της Ρουμανικής Κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγή υπό την επίβλεψιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως τα ειρημένα ενεστώτα ή μέλλοντα θρησκευτικά και εθνικά καθιδρύματα”. [18]

Το ελληνικό κράτος φρόντισε στη συνέχεια να αμβλύνει τις συνέπειες αυτής της δέσμευσης. [19] Μια γνωστή του μέθοδος ήταν η ενσωμάτωση των μειονοτήτων στον “εθνικό κορμό” πάση θυσία, στην αρχή έστω και μόνο στα επίσημα στατιστικά στοιχεία των απογραφών πληθυσμού (το είχε κάνει παλαιότερα με τους Αρβανίτες). [20] Παρουσίασε έτσι 19.700 Κουτσοβλάχους στην απογραφή του 1928, [21] όταν ο Αραβαντινός είχε δώσει 23.700 για την παλαιά Ήπειρο, 20.000 για τη Θεσσαλία και 42.750 για τη Μακεδονία (πλην Μοναστηρίου), σύνολο δηλαδή 86.450. [22]

Το θέμα αναζωπυρώθηκε κατά την κατοχή [23], λόγω της συνεργασίας μερίδας Κουτσοβλάχων με τους Ιταλούς και την προσπάθεια του Αλκιβιάδη Διαμαντή για την ίδρυση λατινο-ιταλο-ρουμανικού κράτους [24] στα ελληνικά εδάφη που κατοικούσαν Βλάχοι [Βλ. περισσότερα στον Ευάγγελο Αβέρωφ, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος].

Μεταπολεμικά όσοι Έλληνες έγραψαν για τους Κουτσοβλάχους κράτησαν μια αμυντική - εθνικιστική στάση που απέρρεε από αυτά τα γεγονότα. [25] Από πλευράς ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος απλώς επανέλαβαν την θεωρία του “εκλατινισμού των ελλήνων αυτοχθόνων” δίχως ουσιαστικά να τη βελτιώσουν Οι κυριότεροι [26] από αυτούς: ο Τηλέμαχος Κατσουγιάννης [Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών, τόμοι Α΄ – Β΄, Θεσσαλονίκη 1964 – 1966], ο Αντώνης Κολτσίδας [Οι Κουτσοβλάχοι, τόμοι Α΄ – Β΄, Θεσσαλονίκη 1976 – 1978] και ο Αχιλλέας Λαζάρου [Βλάχοι Ελληνικού Χώρου, Αθήνα 1986].

[1] Το φθινόπωρο του 1985 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό τετραδια πολιτικου διαλογου ερευνας και κριτικης (τεύχος 12) μια επιστολή του Χρήστου Παπαγιάννη, τότε προέδρου της πανελληνιας ενωσης πολιτιστικων συλλογων βλαχων. Η επιστολή αυτή ασκούσε κριτική για εθνικά πιθανή παρεκτροπή μου στο ζήτημα της εθνικής συνείδησης των Βλάχων της χώρας, κάνοντας αναφορά σε ένα απόσπασμά μου σε μια βιβλιοπαρουσίαση της πρώτης μετάφρασης στα ελληνικά ενός έργου του Φαλμεράυερ, στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού. Ο συγγραφέας της επιστολής, με το εθνικό κύρος του “προέδρου” των Βλάχων της Ελλάδας με καλούσε να διευκρινίσω τη θέση μου για τους Βλάχους. Έτσι πρόκυψε το κείμενο αυτό.

[2] Οι ίδιοι χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους την ονομασία Αρουμάνοι ή Αρωμάνοι ή Αρμούνοι.

[3] Η πολιτισμική ταυτότητα είναι έννοια ευρύτερη της κουλτούρας και διάφορη της θρησκευτικής ή εθνικής ταυτότητας, που αποτελούν ιδεολογικές κατηγορίες.

[4] Σύμφωνα λοιπόν με τον Κεκαυμένο οι Βλάχοι, κατοικούσαν παλαιότερα σε οχυρούς και δύσβατους τόπους κοντά στον ποταμό Σάβα, στον οποίο την εποχή που έγραφε το Στρατηγικόν (12ος αιώνας), ζούσαν πια οι Σέρβοι. Ο ποταμός Σάβας εκτείνεται δυτικά του Βελιγραδίου, όπου και συναντά το Δούναβη. Από την περιοχή του Σάβα τους Βλάχους έδιωξαν με τα όπλα οι Βυζαντινοί και από εκεί κατέφυγαν στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και οι περισσότεροι στην Ελλάδα.

[5] Ο Χωνιάτης συνδέει τους Βλάχους με τους κατοίκους του Αίμου (Balkan) και σημειώνει πως στην εποχή του οι Βλάχοι κατείχαν την περιοχή των Μετεώρων της Θεσσαλίας, που ονομαζόταν Μεγάλη Βλαχία.

[6] Ο Benjamin MiTudelo ή γνωστότερος ως Benjamin Tudela έγραψε το έργο “Βιβλίο των ταξιδιών” στα εβραϊκά. Στη συνέχεια μεταφράστηκε στα λατινικά και αργότερα σε πολλές άλλες γλώσσες.

[7] Παρόμοια άποψη για τους Βλάχους με τον Βενιαμίν έχει και ο καταλανός άρχοντας Μονκάδα: “Ο δρόμος που πήραν οι δικοί μας ήταν από το μέρος των βουνών της επαρχίας της Θεσσαλίας, που το λένε Βλαχία…Οι κάτοικοι λέγονται Βλάχοι, άνθρωποι πολεμόχαροι και που για πολλά χρόνια καταπίεζαν τους αυτοκράτορες της Ανατολής”, Φρανθίσκο ντε Μονκάδα, Εκστρατεία των Καταλανών και Αραγονέζων κατά Τούρκων και Ελλήνων, μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη, Αθήνα, 1984, σελ. 261.

[8] Η οροσειρά της Πίνδου μπορεί να θεωρηθεί ιστορικά η χώρα των Βλάχων. Σε μια νοητή επί χάρτου ευθεία 100 χιλιομέτρων, με κατεύθυνση Βορρά – Νότο, υπάρχει ένας αριθμός 77 χωριών σκαρφαλωμένων στις βουνοκορφές, με μέσο υψόμετρο 1.000 περίπου μέτρα, όπου μεταξύ τους δεν παρεμβάλλεται άλλος μη βλαχόφωνος οικισμός. Ο πληθυσμός αυτών των χωριών σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές πληθυσμού, μειώθηκε από 50.000 περίπου άτομα το διάστημα 1896-1913 σε 37.938 το 1940 και σε 19.096 το 1991.

[9] Γλώσσα παραπλήσια των Ιταλών και ίδια με αυτή των Δακών, που κατοικούσαν παρά τον Ίστρο (Δούναβη), θέλει να μιλούν οι Βλάχοι, ο Χαλκοκονδύλης. Ο ίδιος μάλιστα σημειώνει την Πίνδο ως τόπο κατοικίας των Βλάχων.

[10] Οι έλληνες συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τους Βλάχους της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας, με τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία αυτού του λαού, ξεκινούσαν κατά κανόνα την εργασία τους με μία επίδειξη της ικανότητάς τους να προσαρμόσουν την πραγματικότητα στις απαιτήσεις της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας (του ελληνικού εθνικού μύθου). Έτσι η ανάγνωση σήμερα των περί Βλάχων μονογραφιών, παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι σαν ύλη της ιστορικής επιστήμης, αλλά κυρίως ως συλλογή κειμένων – δειγμάτων ιδεολογικής γραφής.

[11] Είναι χαρακτηριστικά όσα έγραφε ο Κεραμόπουλος το 1939: “Ο Χαλκοκονδύλης και ο Κευκαμένος είναι άκριτοι ως ιστορικοί, ούτε ήσαν ερευνηταί έχοντες επίγνωσιν του ιστορικού καθήκοντος”, σελ. 25.

[12] Οι Βλάχοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως εξάλλου όλοι οι λαοί της, δεν είχαν εθνική συνείδηση μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου άρχισε η εξάπλωση των εθνικών ιδεολογιών στα Βαλκάνια. Η εθνική ρουμανική κίνηση αναπτύχθηκε στο βλάχικο πληθυσμό παράλληλα και ανταγωνιστικά με την ελληνική εθνική κίνηση.

[13] Ion Heliade Rădulescu (1802 – 1872) και Dimitrie Bolintineanu (1819 – 1872).

[14] Apostol Mărgărit (1832 - 1903), επιθεωρητής των ρουμανικών σχολείων και μέλος της Ακαδημίας Βουκουρεστίου. Ο Bérard σημειώνει στο βιβλίο του για τον Απόστολο Μαργαρίτη: “Τον Απόστολο τον μαχαίρωσαν μια φορά στη Θεσσαλονίκη, τον πέταξαν δυο φορές στο Βαρδάρη, τον έστησαν στο τουφεκίδη πάνω στα βουνά της Αχρίδας”, στο Victor Bérard, La Turquie et l' hellénisme contemporain, Paris 1897 – ελληνική μετάφραση Μ. Λυκούδης, Τουρκία και Ελληνισμός, εκδόσεις τροχαλία, Αθήνα 1987, σελ. 303.

[15] Το πρώτο ρουμάνικο σχολείο ιδρύεται στο Τίρνοβο (σήμερα ανήκει στη Δημοκρατία της Μακεδονίας) το 1864 και λειτουργεί κανονικά από το 1867 ως δημοτικό αρρένων. Ακολουθεί η ίδρυση των εξής σχολείων: Αρρένων στο Γκόπες (Μακεδονία) το 1867, μικτό στην Αβδέλλα (Ελλάδα) το 1867, αρρένων στη Βλαχοκλεισούρα (Ελλάδα) το 1868, αρρένων στην Οχρίδα (Μακεδονία) το 1868, μικτό στο Κρούσεβο (Μακεδονία) το 1868, μικτό στα Καλύβια Βέροιας (Ελλάδα) το 1870, μικτό στη Νέβεσκα (Ελλάδα) το 1875, μικτό στο Περιβόλι (Ελλάδα) το 1877, μικτό στο Πρίλεπ (Μακεδονία) το 1878, αρρένων στη Μπίτολα / Μοναστήρι (Μακεδονία) το 1878, θηλέων στην Οχρίδα (Μακεδονία) το 1879, θηλέων στο Κρούσεβο (Μακεδονία) το 1879, θηλέων στο Γκόπες (Μακεδονία) το 1879, αρρένων στο Μαλοβίστε (Μακεδονία) το 1880, αρρένων στη Χρούπιστα (Ελλάδα) το 1880, αρρένων στο Μαγκάρεβο (Μακεδονία) το 1880, μικτό στη Σαμαρίνα (Ελλάδα) το 1880, μικτό στη Βοβούσα (Ελλάδα) το 1880, Γυμνάσιο - Λύκειο στη Μπίτολα / Μοναστήρι (Μακεδονία) το 1880, θηλέων στη Βλαχοκλεισούρα (Ελλάδα) το 1881, θηλέων στη Μπίτολα / Μοναστήρι (Μακεδονία) το 1881, θηλέων στο Μαλοβίστε (Μακεδονία) το 1881, θηλέων στη Θεσσαλονίκη το 1881, μικτό στη Νιζέπολε (Μακεδονία) το 1881, αρρένων στη Λάιστα (Ελλάδα) το 1881, θηλέων στο Μαγκάρεβο (Μακεδονία) το 1882, μικτό στην Πλεάσα (Αλβανία) το 1882, μικτό στην Τούρια – Κρανιά (Ελλάδα) το 1884, γυμνάσιο στα Γιάννενα (Ελλάδα) το 1886, θηλέων στα Γιάννενα (Ελλάδα) το 1887, αρρένων στο Ρέσεν (Μακεδονία) το 1889, θηλέων στο Τίρνοβο (Μακεδονία) το 1890. Η ανάπτυξη των ρουμανικών σχολείων στις βλάχικες κοινότητες της οθωμανικής επικράτειας φτάνει στο απόγειο στις αρχές του 20ου αιώνα, με τη λειτουργία 7 γυμνασίων και 113 δημοτικών.

[16] Σωστότερα: την κοινότητα των ορθόδοξων Βλάχων.

[17] Η σύγκρουση των ελληνικών και των λίγων βλάχικων ένοπλων ομάδων υπήρξε δευτερεύων λόγος. Πρωταρχικός λόγος ήταν οι επιθέσεις των πρώτων στις στάνες και τα βλάχικα χωριά.

[18] Βλ. Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, δεύτερη έκδοση, Τρίκαλα 1987, σελ. 66.

[19] Την αναγνώριση δηλαδή εθνικής ρουμανικής μειονότητας στην Ελλάδα.

[20] Για τον πληθυσμό και τους οικισμούς των Αρβανιτών βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Σύμμικτος Λαός ή περί Ρωμιών και Αλλοφώνων σπαράγματα, εκδόσεις μπατάβια, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 67 – 88.

[21] Για την ακρίβεια 19.679 άτομα. Η κατανομή τους ανά νομό ήταν: Ιωαννίνων 4.597, Πρεβέζης 527, Άρτης 103, Αιτωλίας και Ακαρνανίας 836, Δράμας 429, Θεσσαλονίκης 6.159, Καβάλας 193, Κοζάνης 1.374, Πέλλης 1.670, Σερρών 1.275, Φλωρίνης 1.379.

[22] Για το συνολικό αριθμό των Βλάχων ο Αραβαντινός δίνει 28.400 οικογένειες ή 140.000 άτομα. Βλ. Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, σελ. 52. Ο βλάχικος πληθυσμός κατανεμημένος γεωγραφικά κατά κύριο λόγω εντός των σημερινών συνόρων της Ελλάδας (Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία) και δευτερευόντως εντός της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της Αλβανίας, κατοικούσε στα τέλη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τις αξιόπιστες πληροφορίες του Weigand, σε 154 αμιγώς βλάχικες και 76 μικτές κοινότητες, φτάνοντας το συνολικό αριθμό των 149.520 ατόμων. Βλ. Gustav Weigand, Die Aromunen. Ethnografische – Philologische – Historische, Leipzig 1895, σελ. 281 – 294.

[23] Το τελευταίο έτος πριν από τον πόλεμο και την κατοχή, το σχολικό έτος 1939-1940 φοιτούσαν στα βλάχικα (ρουμανικά) σχολεία της Ελλάδας 1.562 μαθητές σε 3 γυμνάσια και 30 δημοτικά σχολεία. Εκτός από τις πόλεις Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Ιωάννινα, Βέροια, Έδεσσα και Άργος Ορεστικόν, σχολεία υπήρχαν στα βλαχοχώρια: Κουμαριά, Πολλά Νερά, Κεδρών, Άνω Γραμματικό, Πάτημα, Κούπα, Μεγάλα Λειβάδια, Άνω Πορόια, Κλεισούρα, Νυμφαίο, Δροσοπηγή, Κρανιά, Περιβόλι, Δάμασι, Πραιτώρι, Βλαχογιάννη, Βωβούσα, Δίστρατο, Αβδέλλα, Σαμαρίνα, Ξειρολίβαδο και Κάτω Βέρμιο. Βλ. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Ιωάννου Μεταξά, φάκελος 36.

[24] Τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της κίνησης, τα βίωσε ο βλάχικος πληθυσμός στο σύνολό του, με τη σκλήρυνση της στάσης του ελληνικού κράτους μεταπολεμικά εναντίον των Βλάχων για “προδοσία και δωσιλογισμό”. Η ένταξη της Ρουμανίας στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, επέτρεψε στο ελληνικό κράτος, να προχωρήσει το 1945 στην κατάργηση των μειονοτικών δικαιωμάτων των Βλάχων. Την εποχή εκείνη ο υπουργός Εσωτερικών Θεοτόκης υπολόγισε τον αριθμό των “Ρωμανοφρόνων” σε 2.749 άτομα. Βλ. Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, υποφ. 104.5, έγγραφο 134, Απόρρητο υπόμνημα (27/4/1946) του Υπουργού Εσωτερικών Σπ. Θεοτόκη “Περί Βουλγαροφρόνων και Ρωμανοφρόνων Βορείου Ελλάδος”.

[25] Εξαίρεση αποτελεί ο Γεώργιος Νακρατζάς. Βλ. το έργο του Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων Ήπειρος Νότια Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 51 - 63 και Η στενή φυλετική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και εθνικά Μακεδόνων – Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 69 – 84.

[26] Ας σημειωθεί ότι το πρόσφατο τετράτομο έργο του Αστέρη Κουκούδη (Μελέτες για τους Βλάχους, Θεσσαλονίκη 2000 - 2001), το προλογίζει ο τότε πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, όπου μεταξύ των άλλων γράφει χαρακτηριστικά, ορίζοντας και την εθνική θέση: “ Οι Βλάχοι δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μια εξελληνισμένη ομάδα διχασμένη ανάμεσα στις εθνικές προπαγάνδες των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά ως μία γνήσια έκφραση της ρωμιοσύνης. Στη μελέτη διατυπώνεται η άποψη ότι τα ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή των Βλάχων και τη γνήσια ή φαλκιδευμένη ταυτότητά τους είναι περιττάΟι Βλάχοι δεν είναι μειονότητα”.